Υπόθεση C-195/03
Ministerie van Financiën
κατά
Merabi Papismedov κ.λπ.
(αίτηση του Hof van Beroep te Antwerpen
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο – Έννοια – Σιγαρέτα που διασαφήθηκαν με την περιγραφή “μαγειρικά σκεύη” – Γένεση τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή – Οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott της 30ής Σεπτεμβρίου 2004 ?
Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 3ης Μαρτίου 2005 ?
Περίληψη της αποφάσεως
1. Τελωνειακή ένωση – Τελωνειακή επιτήρηση – Περιεχόμενο – Υποβολή σε τελωνειακή επιτήρηση όλων των εμπορευμάτων που εισέρχονται, είτε παράτυπα είτε νομότυπα, στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρα 4,σημ. 13, και 37)
2. Τελωνειακή ένωση – Γένεση τελωνειακής οφειλής – Γένεση τελωνειακής οφειλής λόγω παράτυπης εισόδου εμπορευμάτων – Έννοια της παράτυπης εισόδου – Εμπόρευμα που προσκομίστηκε με ανακριβή περιγραφή – Εμπίπτει
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 202)
3. Τελωνειακή ένωση – Γένεση τελωνειακής οφειλής λόγω παράτυπης εισόδου εμπορευμάτων – Έννοια του οφειλέτη – Εμπόρευμα που προσκομίστηκε με ανακριβή περιγραφή – Εκτίμηση εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου – Κριτήρια
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρο 202 § 3)
1. Από τον συνδυασμό των άρθρων 4, σημείο 13, και 37 του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, προκύπτει ότι τα αφικνούμενα στο έδαφος της Κοινότητας εμπορεύματα υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους στο εν λόγω έδαφος, ανεξαρτήτως του εάν αυτή έγινε νομοτύπως ή κατά παράβαση των άρθρων 38 έως 41 και 177, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, πράγμα που πρέπει να αποδείξουν οι ασκούσες την επιτήρηση αρχές με τον έλεγχό τους. Κατά συνέπεια, η υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακή επιτήρηση δεν εξαρτάται από το νομότυπο της εισαγωγής τους στο εν λόγω έδαφος.
(βλ. σκέψη 22)
2. Εμπορεύματα προσκομισθέντα στο τελωνείο, για τα οποία κατατέθηκε συνοπτική διασάφηση και εκδόθηκε έγγραφο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, δεν εισήχθησαν νομοτύπως στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στην περίπτωση που η περιγραφή των εμπορευμάτων, με τα υποβληθέντα στις τελωνειακές αρχές έγγραφα, είναι ανακριβής. Σε τέτοια περίπτωση, η τελωνειακή οφειλή θεμελιώνεται στο άρθρο 202 του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, το οποίο ορίζει τον τρόπο γενέσεως της τελωνειακής οφειλής.
(βλ. σκέψεις 32, 36, διατακτ. 1-2)
3. Για να προσδιοριστεί ο οφειλέτης τελωνειακής οφειλής που γεννάται σε περίπτωση καταθέσεως συνοπτικής διασαφήσεως ή διασαφήσεως με ανακριβή περιγραφή των εμπορευμάτων, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, εάν το πρόσωπο που κατέθεσε τη συνοπτική διασάφηση ή την τελωνειακή διασάφηση υπήρξε υπαίτιο, διά της ανακριβούς περιγραφής, της παράτυπης εισαγωγής του εμπορεύματος. Εάν αυτό δεν συμβαίνει, εναπόκειται στο εν λόγω δικαστήριο να εξετάσει εάν, διά της πράξεως αυτής, το πρόσωπο συνήργησε στην εισαγωγή των εμπορευμάτων ενώ γνώριζε ή όφειλε λογικώς να γνωρίζει ότι αυτή ήταν παράτυπη.
(βλ. σκέψη 41, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 3ης Μαρτίου 2005 (*)
«Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας – Προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο – Έννοια – Σιγαρέτα που διασαφήθηκαν με την περιγραφή “μαγειρικά σκεύη” – Γένεση τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή – Οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής»
Στην υπόθεση C-195/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Hof van Beroep te Antwerpen (Βέλγιο) με απόφαση της 7ης Μαΐου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Μαΐου 2003, στο πλαίσιο της δίκης
Ministerie van Financiën
κατά
Merabi Papismedov κ.λπ.,
παρισταμένων των:
KBC Lease Belgium NV,
Volvo Truck Finance Belgium NV,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, S. von Bahr και U. Lõhmus (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Grass
αφού έλαβε υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– ο M. Papismedov, εκπροσωπούμενος από τον E. Gevers, advocaat,
– η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την A. Snoecx,
– η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπουμένη από την T. Pynnä,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τον X. Lewis, επικουρούμενο από τον F. Tuytschaever, advocaat,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση περί εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 202 έως 204 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της δίκης μεταξύ, αφενός, του Ministerie van Financiën και, αφετέρου, των M. Papismedov, E. Geldof, A. Ben-Or, R. Peer, M. Peer, B. Tavdidischvili, J. Janssens, J. Hoste, F. Decock και J. Joris, τηςG. Vanbelleghem, καθώς και των εταιριών Transocean System Transport BVBA και United Logistic Partners BVBA, με αντικείμενο τη λαθραία εισαγωγή εμπορευμάτων με απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση.
Το νομικό πλαίσιο
Κοινοτικό δίκαιο
3 Οι έννοιες της «επιτηρήσεως από τις τελωνειακές αρχές» και της «προσκομίσεως εμπορευμάτων στο τελωνείο» ορίζονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 4, σημεία 13 και 19 του τελωνειακού κώδικα. Με την πρώτη νοούνται «οι ενέργειες στις οποίες προβαίνουν γενικά οι εν λόγω αρχές ώστε να εξασφαλίζουν την τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας και, ενδεχομένως, των άλλων διατάξεων που ισχύουν για τα εμπορεύματα που βρίσκονται υπό τελωνειακή επιτήρηση». Με τη δεύτερη νοείται η «ενημέρωση των τελωνειακών αρχών σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται για την προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος έχει καθοριστεί ή εγκριθεί από τις τελωνειακές αρχές».
4 Ο τίτλος III του τελωνειακού κώδικα περιλαμβάνει τις διατάξεις που εφαρμόζονται στα εμπορεύματα τα οποία εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας μέχρις ότου αυτά λάβουν τελωνειακό προορισμό. Η κυρίως ειπείν είσοδος των εμπορευμάτων και η προσκόμισή τους στο τελωνείο διέπονται, αντιστοίχως, από τα κεφάλαια 1, άρθρα 37 έως 39, και 2, άρθρα 40 έως 42, του εν λόγω κώδικα. Η συνοπτική διασάφηση και η εκφόρτωση των εμπορευμάτων που προσκομίζονται στο τελωνείο διέπονται από το κεφάλαιο 3, άρθρα 43 έως 47, του αυτού κώδικα.
5 Το άρθρο 38 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας πρέπει να προσκομίζονται χωρίς καθυστέρηση από το πρόσωπο που πραγματοποίησε την είσοδο αυτή, χρησιμοποιώντας κατά περίπτωση, την οδό που καθορίζει η τελωνειακή αρχή και σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την αρχή αυτή:
α) είτε στο τελωνείο που καθορίζει η τελωνειακή αρχή ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο που καθορίζει ή εγκρίνει η αρχή αυτή·
β) είτε σε ελεύθερη ζώνη, εφόσον η είσοδος των εμπορευμάτων στην ελεύθερη αυτή ζώνη γίνεται απευθείας:
– διά θαλάσσης ή αέρος, ή
– με χερσαία μεταφορά, χωρίς να χρησιμοποιείται άλλο μέρος του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, όταν πρόκειται για ελεύθερη ζώνη που πρόσκειται σε χερσαίο σύνορο μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας.
2. Κάθε πρόσωπο που αναλαμβάνει τη μεταφορά των εμπορευμάτων από τη στιγμή που τα τελευταία έχουν εισέλθει στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, ιδίως μετά από μεταφόρτωση, καθίσταται υπεύθυνο για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
[…]»
6 Το άρθρο 40 του εν λόγω κώδικα προβλέπει:
«Τα εμπορεύματα που, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 38 παράγραφος 1 στοιχείο α΄, φθάνουν στο τελωνείο ή σε οποιοδήποτε άλλο χώρο που καθορίζεται ή εγκρίνεται από την τελωνειακή αρχή πρέπει να προσκομίζονται στο τελωνείο από το πρόσωπο που εισήγαγε τα εμπορεύματα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας ή, κατά περίπτωση, από το πρόσωπο που αναλαμβάνει τη μεταφορά των εμπορευμάτων μετά την είσοδο αυτή.»
7 Το άρθρο 43 του αυτού κώδικα έχει ως ακολούθως:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 45, τα εμπορεύματα που προσκομίζονται στο τελωνείο, κατά την έννοια του άρθρου 40, πρέπει να αποτελούν αντικείμενο συνοπτικής διασάφησης.
Η συνοπτική διασάφηση πρέπει να κατατίθεται μόλις προσκομιστούν τα εμπορεύματα στο τελωνείο. Εντούτοις, η τελωνειακή αρχή μπορεί να παρέχει προθεσμία για την κατάθεση αυτή, η οποία λήγει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη μέρα μετά την ημέρα προσκόμισης των εμπορευμάτων στο τελωνείο.»
8 Ο τίτλος VII, κεφάλαιο 2, του τελωνειακού κώδικα αφορά τη γένεση της τελωνειακής οφειλής. Ορίζει, ιδίως, το χρονικό σημείο από του οποίου γεννάται η εν λόγω οφειλή καθώς και τον οφειλέτη αυτής. Εάν η εισαγωγή διενεργήθηκε σύμφωνα με τη διαδικασία που έχει σκοπό τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς ή την υπαγωγή του στο καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς, έχει εφαρμογή το άρθρο 201 αυτού του κώδικα. Εάν, αντιθέτως τα εισαχθέντα εμπορεύματα εισήλθαν παρατύπως ή απομακρύνθηκαν από την τελωνειακή επιτήρηση, έχουν εφαρμογή, αντιστοίχως, τα άρθρα 202 και 203 του αυτού κώδικα.
9 Το εν λόγω άρθρο 202 προβλέπει:
«1. Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται:
α) από την παράτυπη εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς,
ή
β) προκειμένου για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς και ευρισκόμενο σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, από την παράτυπη εισαγωγή του σε άλλο τμήμα του εν λόγω εδάφους.
Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως «παράτυπη εισαγωγή» κάθε εισαγωγή κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 38 έως 41 και του άρθρου 177 δεύτερη περίπτωση.
2. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της παράτυπης εισαγωγής.
3. Οφειλέτες είναι:
– το πρόσωπο που ενήργησε την παράτυπη εισαγωγή,
– τα πρόσωπα τα οποία συνήργησαν σ’ αυτήν, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν εύλογα να γνωρίζουν ότι ήταν παράτυπη, καθώς και
– τα πρόσωπα που απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα και γνώριζαν ή λογικά όφειλαν να γνωρίζουν, τη στιγμή της απόκτησης ή παραλαβής του, ότι επρόκειτο για εμπόρευμα που έχει εισαχθεί αντικανονικά [παρατύπως]».
10 Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται επίσης, δυνάμει του άρθρου 203 του τελωνειακού κώδικα, από την απομάκρυνση υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση, δυνάμει δε του άρθρου 204 του αυτού κώδικα, από τη μη εκτέλεση μιας από τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγεται, για εμπόρευμα υποκείμενο σε εισαγωγικούς δασμούς, η παραμονή του σε προσωρινή εναπόθεση ή η χρήση του τελωνειακού καθεστώτος υπό το οποίο έχει τεθεί ή, ακόμη, από τη μη τήρηση ενός από τους όρους που έχουν καθορισθεί για την υπαγωγή εμπορεύματος υπό το καθεστώς αυτό ή για την έγκριση μειωμένου ή μηδενικού εισαγωγικού δασμού λόγω της χρησιμοποιήσεως του εμπορεύματος για ειδικούς σκοπούς, σε περιπτώσεις άλλες από εκείνες που μνημονεύονται στο προμνημονευθέν άρθρο 203, εκτός εάν αποδειχθεί ότι οι παραλείψεις αυτές δεν είχαν πραγματικές συνέπειες για την ορθή λειτουργία της προσωρινής εναποθέσεως ή του σχετικού τελωνειακού καθεστώτος.
Εθνικό δίκαιο
11 Το άρθρο 257, παράγραφος 3, του νόμου της 18ης Ιουλίου 1977 περί γενικών διατάξεων για τα τελωνεία και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως (Belgisch Staatsblad, της 21ης Σεπτεμβρίου 1977), που διατηρήθηκε σε ισχύ με τον νόμο της 6ης Ιουλίου 1978 (Belgisch Staatsblad,της 12ης Αυγούστου 1978), προβλέπει:
«Όποιος, χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας για τα τελωνεία και τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως αρχής, δίδει στα εμπορεύματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο των τελωνειακών εγγράφων της παραγράφου 1, προορισμό άλλον από τον ρητώς εκεί μνημονευόμενο τιμωρείται, ανάλογα με την περίπτωση, με τις ποινές που προβλέπουν το άρθρο 157, τα άρθρα 220 έως 225, 227 και 277 ή το άρθρο 231.»
Η υπόθεση της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12 Οι κατηγορούμενοι στην κύρια δίκη κατηγορούνται ότι, ως αυτουργοί, συναυτουργοί, άμεσοι ή έμμεσοι συνεργοί, διέπραξαν, διά της απομακρύνσεως κατά τη διαμετακόμιση, το ποινικό αδίκημα της λαθραίας εισαγωγής 709 κιβωτίων των 10 000 σιγαρέτων έκαστο τα οποία είχαν αποκρυβεί πίσω από 29 χαρτοκιβώτια με μαγειρικά σκεύη.
13 Στις 10 Ιουνίου 2001, το πλοίο MSC Rafaela αφίχθη στην Αμβέρσα (Βέλγιο) φορτωμένο με εμπορευματοκιβώτια. Το φορτίο του εκτελωνίστηκε στις τελωνειακές αρχές από την εταιρία MSC Belgium NV. Από το προαναφερθέν πλοίο εκφορτώθηκε εμπορευματοκιβώτιο το οποίο, σύμφωνα με τη συνοπτική διασάφηση που υποβλήθηκε στις εν λόγω αρχές, περιείχε 406 χαρτοκιβώτια με μαγειρικά σκεύη προελεύσεως Κίνας, προοριζόμενα για την εταιρία United Logistic Partners, εδρεύουσα στο Merksem (Βέλγιο).
14 Στις 11 Ιουνίου 2001, κατόπιν ελέγχου του εμπορευματοκιβωτίου, οι τελωνειακές αρχές διαπίστωσαν ότι πίσω από δύο σειρές χαρτοκιβωτίων με μαγειρικά σκεύη βρίσκονταν πανομοιότυπα κιβώτια που περιείχαν χαρτοκιβώτια με σιγαρέτα. Κατόπιν αυτού, το εμπορευματοκιβώτιο κλείσθηκε, σφραγίσθηκε και τέθηκε υπό επιτήρηση. Κανένα από τα προσκομισθέντα στις τελωνειακές αρχές έγγραφα δεν περιελάμβανε μνεία της παρουσίας φορτίου 7 090 000 σιγαρέτων.
15 Την ίδια ημέρα, έγγραφο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, το οποίο είχε ισχύ διασαφήσεως και αφορούσε το επίμαχο φορτίο, επικυρώθηκε στις τελωνειακές υπηρεσίες της Αμβέρσας. Στο έγγραφο αυτό γινόταν μνεία της εταιρίας Transocean System Transport BVBA ως υποβαλούσας τη δήλωση περί υπαγωγής στο καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως και του καταστήματος Eurolog, ευρισκομένου στο Merksem, ως τόπου προορισμού, ο οποίος τόπος έχει αναγνωριστεί ως αποθήκη τύπου «Β», στην οποία μπορούν να φυλάσσονται εμπορεύματα ευρισκόμενα ακόμη υπό τελωνειακή επιτήρηση.
16 Στις 12 Ιουνίου 2001, ο J. Janssens εμφανίστηκε ως οδηγός φορτηγού οχήματος για να παραλάβει το εμπορευματοκιβώτιο. Μετά τη φόρτωση, το φορτηγό αυτό δεν κατευθύνθηκε προς το κατάστημα Eurolog, αλλά μετέβη σε κατάστημα ευρισκόμενο στο Schoten (Βέλγιο), ήτοι σε τόπο που δεν έχει αναγνωρισθεί ως τελωνειακή αποθήκη. Το εν λόγω φορτηγό εκφορτώθηκε παρουσία πολλών εκ των λοιπών κατηγορουμένων της κύριας δίκης. Έρευνες, οι οποίες διεξήχθησαν από τους υπαλλήλους της ειδικής επιθεωρήσεως τελωνείων και ειδικών φόρων καταναλώσεως της Αμβέρσας, επιβεβαίωσαν ότι το προμνημονευθέν εμπορευματοκιβώτιο περιείχε 29 χαρτοκιβώτια με μαγειρικά σκεύη και 709 κιβώτια των 10 000 σιγαρέτων έκαστο.
17 Για τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ασκήθηκε ποινική δίωξη. Το τμήμα δικαστικών διακοπών του Rechtbank van eerste aanleg te Antwerpen, δικάζον ως πλημμελειοδικείο, εξέδωσε απόφαση, στις 30 Ιουλίου 2001, η οποία προσβλήθηκε με έφεση ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Η διοικητική αρχή τελωνείων υποστηρίζει ότι τα εμπορεύματα εισήχθησαν νομοτύπως εντός του εδάφους της Κοινότητας, αλλά απομακρύνθηκαν από την τελωνειακή επιτήρηση, εφόσον τα αποσταλέντα εμπορεύματα, για τα οποία εκδόθηκε πιστοποιητικό εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, δεν προσκομίσθηκαν στον τόπο προορισμού ο οποίος μνημονεύεται επί του τελωνειακού εγγράφου. Κατά τον M. Papismedov, οι προσαπτόμενες εν προκειμένω πράξεις πρέπει να χαρακτηρισθούν ως λαθραία εισαγωγή σιγαρέτων και όχι ως απομάκρυνση από την τελωνειακή επιτήρηση.
18 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Hof van Beroep te Antwerpen αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει τα εμπορεύματα, για τα οποία κατατέθηκε συνοπτική διασάφηση περιλαμβάνουσα ανακριβή περιγραφή/εμπορική περιγραφή (εν προκειμένω, μαγειρικά σκεύη αντί σιγαρέτων), ή τα εμπορεύματα τα οποία διασαφήθηκαν με ανακριβή περιγραφή/εμπορική περιγραφή για να υπαχθούν σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς (όπως είναι το καθεστώς της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως), να θεωρηθούν, παρά την είτε εκ προθέσεως είτε χωρίς πρόθεση ανακριβή περιγραφή/εμπορική περιγραφή, ως νομοτύπως εισηγμένα στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας και, κατά συνέπεια, ως ευρισκόμενα υπό τελωνειακή επιτήρηση (προσωρινή εναπόθεση ή τελωνειακό καθεστώς);
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Πρέπει, επί απομακρύνσεως από την τελωνειακή επιτήρηση εμπορευμάτων, τα οποία, είτε εκ προθέσεως είτε χωρίς πρόθεση, διασαφήθηκαν με ανακριβή περιγραφή/εμπορική περιγραφή, να θεωρηθεί ότι γεννήθηκε τελωνειακή οφειλή βάσει του άρθρου 203 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και πρέπει το πρόσωπο το οποίο οφείλει να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την προσωρινή εναπόθεση ή από το τελωνειακό καθεστώς στο οποίο έχουν υπαχθεί τα εμπορεύματα (βεβαίως, υπό ανακριβή περιγραφή) να θεωρηθεί και ως οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής;
3) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Πρέπει, εάν διαπιστωθεί από τις τελωνειακές αρχές ότι τα ευρισκόμενα υπό τελωνειακή επιτήρηση εμπορεύματα διασαφήθηκαν, είτε εκ προθέσεως είτε χωρίς πρόθεση, με ανακριβή περιγραφή/εμπορική περιγραφή, ενώ τα εμπορεύματα δεν είχαν (ακόμη) απομακρυνθεί από την τελωνειακή επιτήρηση και οι τελωνειακές αρχές εξακολουθούσαν να έχουν πρόσβαση στα εμπορεύματα αυτά, να θεωρηθεί ότι γεννήθηκε τελωνειακή οφειλή βάσει του άρθρου 204 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα για τα εμπορεύματα τα οποία διασαφήθηκαν με ανακριβή περιγραφή/εμπορική περιγραφή, ή πρέπει να θεωρηθεί ότι για τα εμπορεύματα αυτά δεν έχει ακόμη γεννηθεί τελωνειακή οφειλή;
4) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Πρέπει να θεωρηθεί ότι τα εμπορεύματα, τα οποία διασαφήθηκαν, είτε εκ προθέσεως είτε χωρίς πρόθεση, με ανακριβή περιγραφή/εμπορική περιγραφή, εισήχθησαν παρατύπως στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας (ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 38 έως 41, καθώς και του άρθρου 177 [πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση], του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα), οπότε γεννήθηκε τελωνειακή οφειλή για τα εμπορεύματα αυτά βάσει του άρθρου 202 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και ότι το πρόσωπο που κατέθεσε, δίδοντας ανακριβή περιγραφή/εμπορική περιγραφή, τη συνοπτική διασάφηση ή τη διασάφηση για την υπαγωγή σε τελωνειακό καθεστώς, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως οφειλέτης τελωνειακής οφειλής μόνο στο μέτρο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 202, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
19 Με το πρώτο ερώτημά του, το Hof van Beroep te Antwerpen ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει εάν εμπορεύματα προσκομισθέντα στο τελωνείο, για τα οποία κατατέθηκε συνοπτική διασάφηση και εκδόθηκε έγγραφο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, εισήχθησαν νομοτύπως στην Κοινότητα σε περίπτωση που τα εμπορεύματα, με τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στις τελωνειακές αρχές, περιγράφονται ανακριβώς, ήτοι εν προκειμένω ως «μαγειρικά σκεύη» και όχι «σιγαρέτα».
20 Από την περί παραπομπής απόφαση προκύπτει ότι το Hof van Beroep te Antwerpen έχει μάλλον την άποψη ότι υφίσταται εξάρτηση μεταξύ, αφενός, της υποβολής σε τελωνειακή επιτήρηση των αφικνουμένων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εμπορευμάτων και, αφετέρου, του νομοτύπου της εισαγωγής τους στο εν λόγω έδαφος. Κατά συνέπεια, πρέπει καταρχάς να εξετασθεί εάν υφίσταται τέτοια σχέση εξαρτήσεως.
21 Στο άρθρο 4, σημείο 13, του τελωνειακού κώδικα η επιτήρηση από τις τελωνειακές αρχές ορίζεται ως οι ενέργειες στις οποίες προβαίνουν γενικά οι εν λόγω αρχές ώστε να εξασφαλίζουν την τήρηση της τελωνειακής νομοθεσίας. Δυνάμει του άρθρου 37 του αυτού κώδικα, τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους. Στο πλαίσιο της επιτηρήσεως αυτής, μπορούν να υποβληθούν σε ελέγχους από τις εν λόγω αρχές, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, και παραμένουν υπό την επιτήρηση αυτή όσο διάστημα χρειάζεται για τον καθορισμό του τελωνειακού τους χαρακτήρα και, εφόσον πρόκειται για μη κοινοτικά εμπορεύματα, μέχρις ότου είτε αλλάξουν τελωνειακό χαρακτήρα, είτε εισαχθούν σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη, είτε επανεξαχθούν ή καταστραφούν.
22 Από τον συνδυασμό των εν λόγω άρθρων προκύπτει ότι τα αφικνούμενα στο έδαφος της Κοινότητας εμπορεύματα υπόκεινται σε τελωνειακή επιτήρηση από τη στιγμή της εισόδου τους στο εν λόγω έδαφος, ανεξαρτήτως του εάν αυτή έγινε νομοτύπως ή κατά παράβαση των άρθρων 38 έως 41 και 177, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, πράγμα που πρέπει να αποδείξουν οι ασκούσες την επιτήρηση αρχές με τον έλεγχό τους. Κατά συνέπεια, η υπαγωγή των εμπορευμάτων σε τελωνειακή επιτήρηση δεν εξαρτάται από το νομότυπο της εισαγωγής τους στο εν λόγω έδαφος.
23 Υπό το φως του άρθρου 202 του τελωνειακού κώδικα που ορίζει ως παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων τη διενεργούμενη κατά παράβαση των άρθρων 38 έως 41 και 177, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του αυτού κώδικα, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι υπάρχει νομότυπη εισαγωγή στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας σε περίπτωση τηρήσεως αυτών των διατάξεων, ήτοι εάν το εμπόρευμα διήλθε ένα από τα εξωτερικά σύνορα και μεταφέρθηκε στις τελωνειακές υπηρεσίες. Δεδομένου ότι η υποχρέωση υποβολής προσωρινής διασαφήσεως, όπως ορίζεται με τα άρθρα 43 επ. του εν λόγω κώδικα, δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις, των οποίων η αθέτηση συνεπάγεται παράτυπη εισαγωγή εμπορευμάτων στο εν λόγω έδαφος, η ανακριβής εμπορική περιγραφή των εμπορευμάτων επί τέτοιου εγγράφου ουδόλως επηρεάζει τον νομότυπο χαρακτήρα της εισαγωγής τους στο εν λόγω έδαφος. Επομένως, ως παράτυπη εισαγωγή νοείται η λαθραία εισαγωγή μέσω μη αναγνωρισμένων οδών ή σημείων διελεύσεως των συνόρων.
24 Η άποψη αυτή συνεπάγεται υπερβολικό περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 202 του τελωνειακού κώδικα.
25 Σειρά διατάξεων του τελωνειακού κώδικα παρέχουν τη δυνατότητα οριοθετήσεως της έννοιας της «παράτυπης εισαγωγής». Τούτο συμβαίνει, όπως ορθώς επισήμανε η Βελγική Κυβέρνηση, με το άρθρο 202 του εν λόγω κώδικα το οποίο την ορίζει ως κάθε εισαγωγή, κατά παράβαση των άρθρων 38 έως 41 και 177, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του αυτού κώδικα, εμπορεύματος υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς είτε στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, είτε σε άλλο μέρος του εδάφους αυτού, ενώ αυτό ευρίσκεται σε ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη.
26 Επομένως, συνιστά παράτυπη εισαγωγή η εισαγωγή εμπορευμάτων για την οποία δεν τηρούνται τα επόμενα στάδια που προβλέπει ο τελωνειακός κώδικας. Πρώτον, δυνάμει του άρθρου 38, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα, τα εμπορεύματα που εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας πρέπει να προσκομίζονται χωρίς καθυστέρηση είτε στο τελωνείο που έχει καθορισθεί, είτε σε ελεύθερη ζώνη. Δεύτερον, σύμφωνα με το άρθρο 40 του εν λόγω κώδικα, τα εμπορεύματα που φθάνουν στο τελωνείο πρέπει να προσκομισθούν σε αυτό. Σύμφωνα με το άρθρο 4, σημείο 19, του αυτού κώδικα, η προσκόμιση εμπορευμάτων στο τελωνείο ορίζεται ως ενημέρωση των τελωνειακών αρχών, σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες, περί της αφίξεως των εμπορευμάτων στο εν λόγω τελωνείο ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος έχει καθοριστεί ή εγκριθεί.
27 Από το σύνολο των εν λόγω διατάξεων προκύπτει ότι ένα εμπόρευμα, προκειμένου να θεωρηθεί ότι εισήχθη νομοτύπως στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, πρέπει, από της αφίξεώς του, να μεταφερθεί σε τελωνείο ή σε ελεύθερη ζώνη και να προσκομισθεί στο τελωνείο. Η τελευταία αυτή υποχρέωση, η οποία βαρύνει το πρόσωπο που πραγματοποίησε την εισαγωγή ή εκείνο που αναλαμβάνει τη μεταφορά, έχει σκοπό να διασφαλισθεί ότι οι τελωνειακές αρχές έλαβαν γνώση όχι μόνον του γεγονότος ότι αφίχθησαν τα εμπορεύματα, αλλά και όλων των ασκούντων επιρροή στοιχείων που αφορούν το είδος του εμπορεύματος ή προϊόντος, περί του οποίου πρόκειται, καθώς και την ποσότητα των εμπορευμάτων αυτών. Ειδικότερα, με τις πληροφορίες αυτές θα καταστεί δυνατή η ορθή εξακρίβωση των οικείων εμπορευμάτων, ενόψει της δασμολογικής τους κατατάξεως και, ενδεχομένως, του υπολογισμού των εισαγωγικών δασμών.
28 Επιληφθέν υποθέσεως με αντικείμενο την εισαγωγή, στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, σιγαρέτων που είχαν αποκρυβεί εντός φορτηγού οχήματος και αποκαλύφθηκαν κατόπιν ελέγχου από τις τελωνειακές αρχές κράτους μέλους, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον η αληθής φύση των προσκομισθέντων εμπορευμάτων δεν προέκυπτε από τα υποβληθέντα έγγραφα, οι δε ενδιαφερόμενοι δεν είχαν πληροφορήσει σχετικώς τις τελωνειακές αρχές, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα εν λόγω εμπορεύματα δεν συμπεριελήφθησαν στην ενημερωτική δήλωση προσκομίσεως στο τελωνείο κατά την έννοια του άρθρου 40 του τελωνειακού κώδικα (βλ. την απόφαση της 4ης Μαρτίου 2004, C-238/02 και C-246/02, Viluckas και Jonusas, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 28).
29 Είναι αληθές ότι, όπως επισημαίνει η Βελγική Κυβέρνηση, η έννοια της παράτυπης εισαγωγής καλύπτει, ειδικότερα, μόνον την παράβαση των άρθρων 38 έως 41 και 177, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα, ενώ η υποχρέωση υποβολής συνοπτικής διασαφήσεως ενώπιον των τελωνειακών αρχών προβλέπεται στα άρθρα 43 επ. του αυτού κώδικα. Η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει, κατά συνέπεια, ότι η εισαγωγή εμπορευμάτων στην Κοινότητα πρέπει να θεωρηθεί ως νομότυπη σε περίπτωση που αυτά εναποτέθηκαν σε χώρο που έχει ορισθεί ή εγκριθεί από τις εν λόγω αρχές ή σε ελεύθερη ζώνη και εφόσον αυτά συμπεριελήφθησαν σε ενημερωτική δήλωση αφίξεως, χωρίς να υφίσταται υποχρέωση να δηλωθούν με ορισμένη κοινή ή εμπορική ονομασία.
30 Η τελευταία αυτή άποψη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, λαμβανομένων υπόψη των άρθρων 43 και 45 του τελωνειακού κώδικα, η κατά το άρθρο 40 του εν λόγω κώδικα προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο συνεπάγεται αντίστοιχη υποχρέωση καταθέσεως, εντός βραχείας προθεσμίας, συνοπτικής διασαφήσεως ή διενεργείας, εντός της αυτής προθεσμίας, των διατυπώσεων που απαιτούνται προκειμένου να δοθεί τελωνειακός προορισμός στα οικεία εμπορεύματα, ήτοι καταθέσεως διασαφήσεως σε περίπτωση που ζητείται να υπαχθούν αυτά σε συγκεκριμένο τελωνειακό καθεστώς. Από το γράμμα του άρθρου 43, δεύτερο εδάφιο, αυτού του κώδικα προκύπτει ότι οι δύο πράξεις διενεργούνται, κατά κανόνα, ταυτοχρόνως, καθόσον η προθεσμία, την οποία μπορούν να παράσχουν οι τελωνειακές αρχές για την κατάθεση αυτή, λήγει το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημέρα προσκομίσεως των εμπορευμάτων στο τελωνείο. Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα, η συνοπτική διασάφηση πρέπει να περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για την εξακρίβωση των εμπορευμάτων.
31 Κατά συνέπεια, εάν η κατά το άρθρο 40 του τελωνειακού κώδικα προσκόμιση των εμπορευμάτων στο τελωνείο συνοδεύεται από κατάθεση συνοπτικής διασαφήσεως ή διασαφήσεως περιλαμβάνουσας αναληθή περιγραφή του είδους των εμπορευμάτων, ελλείπει η προς τις τελωνειακές αρχές ενημερωτική δήλωση περί της αφίξεως των εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 19, του αυτού κώδικα. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, διά της απλής προσκομίσεως ορισμένων εγγράφων, έχουν παρασχεθεί στις εν λόγω αρχές τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εξακρίβωση των εμπορευμάτων. Ειδικότερα, απαιτείται περαιτέρω να είναι ακριβείς οι δηλώσεις οι οποίες περιέχονται στα έγγραφα που συνόδευσαν την προσκόμιση στο τελωνείο. Εάν οι εν λόγω δηλώσεις αποσιωπούν την παρουσία σημαντικού μέρους των προσκομισθέντων στο τελωνείο εμπορευμάτων, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτά εισήχθησαν παρατύπως.
32 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι εμπορεύματα προσκομισθέντα στο τελωνείο, για τα οποία κατατέθηκε συνοπτική διασάφηση και εκδόθηκε έγγραφο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, δεν εισήχθησαν νομοτύπως στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας στην περίπτωση που, με τα υποβληθέντα στις τελωνειακές αρχές έγγραφα, η περιγραφή των εμπορευμάτων είναι ανακριβής.
33 Η απάντηση στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα παρέλκει, καθόσον αυτά υποβλήθηκαν για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα έδιδε καταφατική απάντηση στο πρώτο.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
34 Το τέταρτο ερώτημα περιλαμβάνει δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος του εν λόγω ερωτήματος, το Hof van Beroep te Antwerpen ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει εάν η τελωνειακή οφειλή από προσκομισθέντα στο τελωνείο εμπορεύματα, τα οποία διασαφήθηκαν με ανακριβή περιγραφή, ήτοι εν προκειμένω «μαγειρικά σκεύη» και όχι «σιγαρέτα», θεμελιώνεται στο άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα. Με το δεύτερο σκέλος του εν λόγω ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει εάν το πρόσωπο που κατέθεσε τη συνοπτική διασάφηση ή τη διασάφηση με την ανακριβή περιγραφή, το οποίο δεν περιλαμβάνεται ως τέτοιο στην απαρίθμηση του ως άνω άρθρου 202, παράγραφος 3, μπορεί παρά ταύτα να θεωρηθεί οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής, σε περίπτωση που πληροί τις προϋποθέσεις του ορισμού της εν λόγω έννοιας όπως δίδεται από την ίδια διάταξη.
Επί του πρώτου σκέλους του τετάρτου ερωτήματος
35 Όπως εκτέθηκε κατά την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, εμπορεύματα προσκομισθέντα στο τελωνείο, τα οποία έτυχαν ανακριβούς περιγραφής με τα έγγραφα που υποβλήθηκαν στις αρμόδιες αρχές, ήτοι εν προκειμένω περιεγράφησαν ως «μαγειρικά σκεύη» και όχι «σιγαρέτα», δεν εισήχθησαν νομοτύπως στην Κοινότητα. Εφόσον η εισαγωγή των εμπορευμάτων αυτών έγινε παρατύπως, έχει εφαρμογή το άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα, το οποίο ρυθμίζει τις προϋποθέσεις γενέσεως της τελωνειακής οφειλής. Κατά συνέπεια, η απορρέουσα από την εν λόγω πράξη τελωνειακή οφειλή θεμελιώνεται κατ’ ανάγκη στο εν λόγω άρθρο 202.
36 Επομένως, στο πρώτο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι η τελωνειακή οφειλή από προσκομισθέντα στο τελωνείο εμπορεύματα, τα οποία διασαφήθηκαν με ανακριβή περιγραφή, θεμελιώνεται στο άρθρο 202 του τελωνειακού κώδικα.
Επί του δευτέρου σκέλους του τετάρτου ερωτήματος
37 Δυνάμει του άρθρου 202, παράγραφος 3, του τελωνειακού κώδικα, η απορρέουσα εκ της παράτυπης εισαγωγής εμπορευμάτων στην Κοινότητα τελωνειακή οφειλή βαρύνει τρεις κατηγορίες προσώπων, ήτοι τα πρόσωπα που διενήργησαν την παράτυπη εισαγωγή, όσους συνήργησαν σε αυτήν, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν λογικώς να γνωρίζουν ότι ήταν παράτυπη, καθώς και όσους απέκτησαν ή κατείχαν το εν λόγω εμπόρευμα, ενώ γνώριζαν ή όφειλαν λογικώς να γνωρίζουν ότι αυτό είχε εισαχθεί παρατύπως.
38 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να προσδιορίσει κατά τρόπο ευρύ τα πρόσωπα που ενδέχεται να θεωρηθούν συνοφειλέτες της τελωνειακής οφειλής, σε περίπτωση παράτυπης εισαγωγής εμπορεύματος υποκειμένου σε εισαγωγικούς δασμούς (απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2004, C-414/02, Spedition Ulustrans, Συλλογή 2004, σ. Ι-8333, σκέψη 25). Ο νομοθέτης επιδίωξε επίσης να καθορίσει κατά τρόπο ολοκληρωμένο τις προϋποθέσεις προσδιορισμού των οφειλετών μιας τελωνειακής οφειλής (προπαρατεθείσα απόφαση Spedition Ulustrans, σκέψη 39).
39 Εξάλλου, το Δικαστήριο υπέμνησε ότι το άρθρο 202, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα καταλαμβάνει το «πρόσωπο» το οποίο προέβη στην παράτυπη εισαγωγή, χωρίς να διευκρινίζει αν πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ως οφειλέτης της τελωνειακής οφειλής οποιοδήποτε «πρόσωπο» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, ήτοι αυτό που πρέπει να θεωρηθεί ως υπαίτιο, λόγω των ενεργειών του, της παράτυπης εισαγωγής του εμπορεύματος (προπαρατεθείσα απόφαση Spedition Ulustrans, σκέψη 26). Επί της ερμηνείας της διατάξεως αυτής το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, έστω και αν άλλα πρόσωπα μπορούν, για τα ίδια εμπορεύματα, να θεωρηθούν οφειλέτες βάσει των λοιπών διατάξεων του εν λόγω άρθρου 202, παράγραφος 3, το πρόσωπο που διενήργησε την εισαγωγή των εμπορευμάτων, χωρίς να τα δηλώσει, εξακολουθεί να θεωρείται οφειλέτης, δυνάμει των διατάξεων της πρώτης περιπτώσεως της παραγράφου αυτής (προπαρατεθείσα απόφαση Viluckas και Jonusas, σκέψη 29).
40 Αντιθέτως, ο χαρακτηρισμός ως «οφειλέτη» κατά την έννοια του άρθρου 202, παράγραφος 3, δεύτερη και τρίτη περίπτωση, του τελωνειακού κώδικα εξαρτάται από προϋποθέσεις ερειδόμενες επί στοιχείων υποκειμενικής εκτιμήσεως, ήτοι ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συμμετέσχον εκ προθέσεως στις πράξεις παράτυπης εισαγωγής των εμπορευμάτων ή κτήσεως ή κατοχής των παρατύπως εισαχθέντων εμπορευμάτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τέτοια στοιχεία δύνανται να αποκλείσουν τον χαρακτηρισμό ως οφειλέτη (προπαρατεθείσα απόφαση Spedition Ulustrans, σκέψεις 27 και 28).
41 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος προσήκει η απάντηση ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, εάν το πρόσωπο που κατέθεσε τη συνοπτική διασάφηση ή τη διασάφηση υπήρξε υπαίτιο, διά της ανακριβούς περιγραφής, της παράτυπης εισαγωγής του εμπορεύματος. Εάν αυτό δεν συμβαίνει, εναπόκειται στο εν λόγω δικαστήριο να εξετάσει εάν, διά της πράξεως αυτής, το πρόσωπο συνήργησε στην εισαγωγή των εμπορευμάτων ενώ γνώριζε ή όφειλε λογικώς να γνωρίζει ότι αυτή ήταν παράτυπη.
Επί των δικαστικών εξόδων
42 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Προσκομισθέντα στο τελωνείο εμπορεύματα, για τα οποία κατατέθηκε συνοπτική διασάφηση και εκδόθηκε έγγραφο εξωτερικής κοινοτικής διαμετακομίσεως, δεν εισήχθησαν νομοτύπως στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας εάν, με τα υποβληθέντα στις τελωνειακές αρχές έγγραφα, τα εν λόγω εμπορεύματα έτυχαν ανακριβούς περιγραφής.
2) Η τελωνειακή οφειλή που απορρέει από προσκομισθέντα στο τελωνείο εμπορεύματα, τα οποία διασαφήθηκαν με ανακριβή περιγραφή, θεμελιώνεται στο άρθρο 202 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
3) Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, εάν το πρόσωπο το οποίο κατέθεσε τη συνοπτική διασάφηση ή τη διασάφηση κατέστη υπαίτιο, διά της ανακριβούς περιγραφής, της παράτυπης εισαγωγής του εμπορεύματος. Εάν αυτό δεν συμβαίνει, εναπόκειται στο εν λόγω δικαστήριο να εξετάσει εάν, διά της πράξεως αυτής, το πρόσωπο συνήργησε στην εισαγωγή των εμπορευμάτων ενώ γνώριζε ή όφειλε λογικώς να γνωρίζει ότι αυτή ήταν παράτυπη.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy