Υπόθεση C-213/03
Syndicat professionnel coordination des pêcheurs de l'étang de Berre et de la région
κατά
Électricité de France (EDF)
[αίτηση του Cour de cassation (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Σύμβαση για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση (Σύμβαση της Βαρκελώνης) – Πρωτόκολλο για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές – Άρθρο 6, παράγραφος 3 – Άδεια εκχύσεως – Άμεσο αποτέλεσμα»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Διεθνείς συμφωνίες – Συμφωνίες της Κοινότητας – Άμεσο αποτέλεσμα – Προϋποθέσεις – Άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές και άρθρο 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου – Υποχρέωση των κρατών μελών να εξαρτούν την απόρριψη ορισμένων ουσιών από τη χορήγηση άδειας
(Πρωτόκολλο για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές, άρθρο 6 § 3, και αναθεωρημένο πρωτόκολλο, άρθρο 6 § 1)
2. Διεθνείς συμφωνίες – Συμφωνίες της Κοινότητας – Άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές και άρθρο 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου – Απόρριψη μη τοξικών ουσιών – Απαγορεύεται ελλείψει προηγούμενης άδειας
(Πρωτόκολλο για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές, άρθρο 6 § 3, και αναθεωρημένο πρωτόκολλο, άρθρο 6 § 1)
1. H διάταξη συμφωνίας συναφθείσας μεταξύ της Κοινότητας και τρίτης χώρας μπορεί να θεωρηθεί ως παράγουσα άμεσο αποτέλεσμα, εφόσον, λαμβανομένου υπόψη του κειμένου της καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, περιέχει σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση, η εκτέλεση ή τα αποτελέσματα της οποίας δεν εξαρτώνται από την έκδοση άλλης μεταγενέστερης πράξεως.
Αυτό ισχύει στην περίπτωση του άρθρου 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου που καθιερώνουν, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και ανεπιφύλακτο, την υποχρέωση των κρατών μελών να εξαρτούν τις απορρίψεις των απαριθμούμενων στο παράρτημα ΙΙ του ίδιου πρωτοκόλλου ουσιών από τη χορήγηση εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών αδείας που να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙΙ του πρωτοκόλλου. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα, κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να επικαλείται τις διατάξεις αυτές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
(βλ. σκέψεις 39, 41, 47, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές καθώς και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την άνευ αδείας των αρμόδιων εθνικών αρχών απόρριψη ουσιών που, μολονότι δεν είναι τοξικής φύσεως, έχουν δυσμενή επίδραση στην περιεκτικότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος, εφόσον δεν εξαρτούν ρητά την απαίτηση λήψεως προηγούμενης αδείας από την τοξικότητα των ουσιών αυτών.
(βλ. σκέψεις 49, 52, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 15ης Ιουλίου 2004(1)
Σύμβαση για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση (σύμβαση της Βαρκελώνης) – Πρωτόκολλο για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές – Άρθρο 6, παράγραφος 3 – Άδεια εκχύσεως – Άμεσο αποτέλεσμα
Στην υπόθεση C-213/03,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour de cassation (Γαλλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ της
Syndicat professionnel coordination des pêcheurs de l'étang de Berre et de la région
και
Électricité de France (EDF),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές, που συνάφθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 1980 και εγκρίθηκε με την απόφαση 83/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 1983 (ΕΕ L 67, σ. 1), καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του ίδιου πρωτοκόλλου, όπως αυτό τροποποιήθηκε κατά τη διάσκεψη των πληρεξουσίων των συμβαλλομένων κρατών που πραγματοποιήθηκε στις Συρακούσες στις 7 και 8 Μαρτίου 1996· οι τροποποιήσεις εγκρίθηκαν με την απόφαση 1999/801/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 1999 (ΕΕ L 322, σ. 18),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),,
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, J. N. Cunha Rodrigues και R. Schintgen (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: M. Múgica Arzamendi, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Syndicat professionnel coordination des pêcheurs de l'étang de Berre et de la région, εκπροσωπούμενη από τον W. Viscardini, avocat,
– η Électricité de France (EDF), εκπροσωπούμενη από τους O. Coutard και M. Mayer, avocats,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues και E. Puisais,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Valero Jordana και B. Stromsky,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Syndicat professionnel coordination des pêcheurs de l'étang de Berre et de la région, της Électricité de France, της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαρτίου 2004,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με απόφαση της 6ης Μαΐου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 19 Μαΐου 2003, το Cour de cassation (Γαλλία) υπέβαλε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές, που συνάφθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 1980 και εγκρίθηκε με την απόφαση 83/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 1983 (ΕΕ L 67, σ. 1, στο εξής: πρωτόκολλο), καθώς και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του ίδιου πρωτοκόλλου, όπως αυτό τροποποιήθηκε κατά τη διάσκεψη των πληρεξουσίων των συμβαλλομένων κρατών που πραγματοποιήθηκε στις Συρακούσες στις 7 και 8 Μαρτίου 1996· οι τροποποιήσεις εγκρίθηκαν με την απόφαση 1999/801/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 1999 (ΕΕ L 322, σ. 18, στο εξής: αναθεωρημένο πρωτόκολλο).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Syndicat professionnel coordination des pêcheurs de l’étang de Berre et de la région (επαγγελματική ένωση για τον συντονισμό των αλιέων της λίμνης Berre και της περιοχής της, στο εξής: ένωση συντονισμού αλιέων) και της Électricité de France (στο εξής: EDF), λόγω των εκχύσεων του υδροηλεκτρικού σταθμού του Saint-Chamas (Γαλλία) στη λίμνη Berre.
Το νομικό πλαίσιο
3 Η σύμβαση για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές, που υπογράφηκε στη Βαρκελώνη στις 16 Φεβρουαρίου 1976 (ΕΕ 1977, L 240, σ. 3, στο εξής: σύμβαση), συνάφθηκε με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα με την απόφαση 77/585/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1977 (ΕΕ L 240, σ. 1).
4 Το άρθρο 2, στοιχείο α΄, της συμβάσεως ορίζει τον όρο «ρύπανση» ως εξής:
«[...] η εισαγωγή από τον άνθρωπο, αμέσως ή εμμέσως, ουσιών ή ενέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον, εφόσον έχει βλαπτικά αποτελέσματα, ήτοι βλάπτει τους έμβιους πόρους, θέτει σε κίνδυνο την υγεία του ανθρώπου, παρακωλύει τις θαλάσσιες δραστηριότητες, περιλαμβανομένης της αλιείας, αλλοιώνει την ποιότητα του θαλασσίου ύδατος που προορίζεται για χρήση και οδηγεί σε μείωση του φυσικού του κάλλους».
5 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της συμβάσεως έχει ως εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν μεμονωμένα ή από κοινού όλα τα κατάλληλα μέτρα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας συμβάσεως και των πρωτοκόλλων που έχουν υπογράψει, για την πρόληψη, τη μείωση και την εξάλειψη της ρυπάνσεως στη Μεσόγειο Θάλασσα και για την προστασία και τη βελτίωση του θαλάσσιου περιβάλλοντος της περιοχής.»
6 Το άρθρο 8 της συμβάσεως διευκρινίζει τα εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη, τη μείωση και την εξάλειψη της ρυπάνσεως της Μεσογείου Θαλάσσης που οφείλεται στις εκχύσεις των ποταμών, στις παράκτιες εγκαταστάσεις ή στους αγωγούς αποχετεύσεων, ή προέρχεται από οποιαδήποτε άλλη πηγή εντός της επικράτειάς τους.»
7 Στην ίδια κατεύθυνση, το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου έχει ως εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη [...] λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη, τη μείωση και την εξάλειψη της ρυπάνσεως της Μεσόγειου Θαλάσσης που οφείλεται στις εκχύσεις των ποταμών, στις παράκτιες εγκαταστάσεις ή στους αγωγούς αποχετεύσεων, ή προέρχεται από οποιαδήποτε άλλη χερσαία πηγή εντός της επικράτειάς τους.»
8 Το άρθρο 3, στοιχείο γ΄, του πρωτοκόλλου προβλέπει τα εξής:
«Η περιοχή εφαρμογής του παρόντος πρωτοκόλλου (στο εξής: περιοχή εφαρμογής του πρωτοκόλλου) περιλαμβάνει:
[...]
γ) τις λίμνες αλμυρού ύδατος που συγκοινωνούν με τη θάλασσα.»
9 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, προβλέπει ότι το πρωτόκολλο τυγχάνει εφαρμογής «στις ρυπαίνουσες εκχύσεις που προέρχονται από χερσαίες πηγές ευρισκόμενες στο έδαφος των συμβαλλομένων μερών και φθάνουν στην περιοχή εφαρμογής του πρωτοκόλλου, ειδικότερα:
– άμεσα, από αγωγούς αποχετεύσεων που εκχέουν στη θάλασσα ή από εναποθέσεις ή ηθελημένες απορρίψεις στην ακτή ή από αυτή,
– έμμεσα, μέσω ποταμών, καναλιών ή άλλων ρευμάτων, περιλαμβανομένων των υπογείων και των ομβρίων υδάτων».
10 Το άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 3, του πρωτοκόλλου έχει ως εξής:
«1. Τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται να περιορίσουν δραστικά τη ρύπανση από χερσαίες πηγές της περιοχής εφαρμογής του πρωτοκόλλου που προκαλείται από ουσίες ή πηγές που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II του παρόντος πρωτοκόλλου.
[...]
3. Οι απορρίψεις υπόκεινται αυστηρώς στη χορήγηση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές σχετικής αδείας, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των διατάξεων του παραρτήματος ΙΙΙ του παρόντος πρωτοκόλλου [...]»
11 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, του πρωτοκόλλου έχει ως εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη καταρτίζουν και υιοθετούν προοδευτικά, σε συνεργασία με τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς, κοινές κατευθυντήριες γραμμές και, ανάλογα με την περίπτωση, κοινά πρότυπα ή κριτήρια, τα οποία καλύπτουν ιδίως:
[...]
ε) τις ειδικές προδιαγραφές που αφορούν τις απορριπτόμενες ποσότητες των ουσιών που μνημονεύονται στα παραρτήματα I και II, τη συγκέντρωση τους στα λύματα και τις μεθόδους απορρίψεώς τους.»
12 Από τα σημεία 11 και 13 του τμήματος A του παραρτήματος II του πρωτοκόλλου προκύπτει ότι στο προβλεπόμενο από το άρθρο 6 του πρωτοκόλλου σύστημα εμπίπτουν οι «ουσίες που έχουν, αμέσως ή εμμέσως, δυσμενή επίδραση στην περιεκτικότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε οξυγόνο, ειδικά εκείνες που μπορούν να προκαλέσουν φαινόμενα ευτροφισμού» καθώς και οι «ουσίες οι οποίες, αν και δεν είναι τοξικής φύσεως, μπορούν να καταστούν επιβλαβείς για το θαλάσσιο περιβάλλον ή να καταστήσουν δυσχερή οποιαδήποτε θεμιτή χρήση της θάλασσας λόγω των ποσοτήτων που απορρίπτονται».
13 Το τμήμα B του παραρτήματος II διευκρινίζει τα εξής:
«Ο έλεγχος και ο δραστικός περιορισμός της απόρριψης των μνημονευομένων στο ανωτέρω τμήμα Α ουσιών πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με το παράρτημα III.»
14 Το παράρτημα III του πρωτοκόλλου παραθέτει τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη «για τη χορήγηση άδειας απόρριψης αποβλήτων που περιέχουν ουσίες που μνημονεύονται στο παράρτημα II […]». Ως εκ τούτου, τα συμβαλλόμενα κράτη πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα «χαρακτηριστικά και τη σύνθεση των αποβλήτων», τα «χαρακτηριστικά των συστατικών των αποβλήτων ως προς τη βλαπτικότητά τους», τα «χαρακτηριστικά του τόπου εκχύσεως και του θαλάσσιου περιβάλλοντος που δέχεται τις απορρίψεις», τις «διαθέσιμες τεχνικές για τα απόβλητα» και, τέλος, τις «ενδεχόμενες διαταραχές θαλάσσιων οικοσυστημάτων και χρήσεων του θαλάσσιου ύδατος».
15 Κατά το άρθρο 3, στοιχείο δ΄, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 3, στοιχείο γ΄, του πρωτοκόλλου, η περιοχή εφαρμογής του περιλαμβάνει:
«[...]
δ) [τ]α υφάλμυρα ύδατα, τα παράκτια αλμυρά ύδατα, περιλαμβανομένων των λιμνών και των παράκτιων δεξαμενών, και τα υπόγεια ύδατα που συγκοινωνούν με τη Μεσόγειο Θάλασσα».
16 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου έχει ως εξής:
«Οι απορρίψεις στην περιοχή του πρωτοκόλλου και οι εκχύσεις υδάτων ή οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα που φθάνουν και μπορούν να επηρεάσουν την περιοχή της Μεσογείου, όπως αυτή οριοθετείται στα άρθρα 3, στοιχεία α΄, γ΄, και δ΄, του παρόντος πρωτοκόλλου, υπόκεινται αυστηρώς στην άδεια ή τη ρύθμιση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών των συμβαλλομένων μερών, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του παρόντος πρωτοκόλλου και του παραρτήματος ΙΙ αυτού, καθώς και των σχετικών αποφάσεων ή συστάσεων κατά τις συναντήσεις των συμβαλλομένων μέρων.»
17 Το παράρτημα I C του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου απαριθμεί τις «κατηγορίες των ρυπαινουσών ουσιών και των πηγών ρύπανσης» που «χρησιμεύουν ως οδηγός κατά την εκπόνηση σχεδίων δράσεως και προγραμμάτων και τη λήψη μέτρων». Ειδικότερα, το σημείο 17 αναφέρει τις «μη τοξικές ουσίες που έχουν δυσμενή επίδραση στην περιεκτικότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε οξυγόνο».
18 Το αναθεωρημένο πρωτόκολλο καταργεί το πρώην παράρτημα II και επαναριθμεί ως «παράρτημα II», κατόπιν τροποποιήσεως, το πρώην παράρτημα III.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19 Η λίμνη Berre, που έχει έκταση 15 000 εκτάρια και βρίσκεται στη Γαλλία, είναι μια λίμνη με αλμυρό νερό που συγκοινωνεί άμεσα με τη Μεσόγειο θάλασσα.
20 Η ένωση συντονισμού αλιέων διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένως στην EDF για την υποβάθμιση του θαλάσσιου περιβάλλοντος της λίμνης Berre, κυρίως λόγω των ποσοτήτων γλυκού νερού που προέρχονται από την Durance και απορρίπτονται τεχνητά στη λίμνη αυτή κάθε φορά που τίθενται σε λειτουργία οι στρόβιλοι του υδροηλεκτρικού σταθμού του Saint-Chamas.
21 Την 1η Σεπτεμβρίου 1999, η ένωση συντονισμού αλιέων υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά της EDF ενώπιον του tribunal de grande instance της Μασσαλίας (Γαλλία) λόγω προδήλως παράνομης υλικής πράξεως, με αίτημα να διαταχθεί, επ’ απειλή χρηματικής ποινής, η παύση της εκμεταλλεύσεως του υδροηλεκτρικού σταθμού του Saint-Chamas. Η ένωση συντονισμού αλιέων υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η EDF προέβαινε σε απορρίψεις από τον σταθμό αυτό χωρίς να έχει προηγουμένως λάβει την προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου άδεια.
22 Ο πρωτοβάθμιος δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων απέρριψε, με διάταξη της 25ης Οκτωβρίου 1999, την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Αναγνωρίζοντας τα προβλήματα που δημιουργεί η θέση των στροβίλων του υδροηλεκτρικού σταθμού σε λειτουργία, έκρινε τα εξής:
«[…] όσον αφορά την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ειδικά των συμβάσεων της Βαρκελώνης και του πρωτοκόλλου της Αθήνας […], το άμεσο αποτέλεσμά τους για τους ιδιώτες εγείρει ζητήματα που δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του δικαστή της ουσίας.
Εφόσον το ζήτημα αν η εκ μέρους της EDF εκμετάλλευση του υδροηλεκτρικού εργοστασίου του Saint-Chamas συνιστά προδήλως παράνομη πράξη, ήτοι προδήλως παράνομη υλική ενέργεια (voie de fait) υπό τη συνήθη έννοια της νομολογίας, δημιουργεί σοβαρότατες αμφιβολίες, οπότε ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να παρέμβει και να θέσει τέρμα σε τρεις δεκαετίες εκμεταλλεύσεως, καθότι μάλιστα η απόφασή του έχει μεγάλη βαρύτητα και σοβαρότατες συνέπειες ιδίως ως προς την παραγωγή και την ασφάλεια του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας της περιοχής […]»
23 Η ένωση συντονισμού αλιέων άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του cour d’appel του Aix-en-Provence (Γαλλία), το οποίο την απέρριψε με απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000. Το cour d’appel έκρινε, μεταξύ άλλων, «ότι τα διάφορα άρθρα [του πρωτοκόλλου] αλληλεξαρτώνται» και ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, «δεν μπορεί να εκτιμηθεί μεμονωμένα, οπότε καμία άδεια απορρίψεως δεν μπορεί να ζητηθεί νομίμως και επωφελώς από την EDF, βάσει του πρωτοκόλλου αυτού, για όσο διάστημα το γαλλικό κράτος δεν ορίζει τα εφαρμοστέα τεχνικά κριτήρια, εφόσον δεν μπορεί να δοθεί καμία απάντηση».
24 Η ένωση συντονισμού αλιέων άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής, επικαλούμενη μεταξύ άλλων την εκ μέρους της EDF παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου, πράξη που κατά την εσφαλμένη άποψη του cour d’appel δεν τυγχάνει εφαρμογής.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Cour de cassation αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου […], νυν, κατόπιν αναθεωρήσεως, άρθρο 6, παράγραφος 1, να θεωρηθεί ως έχον άμεσο αποτέλεσμα, οπότε οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος μπορεί να το επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προς στήριξη προσφυγής με την οποία ζητεί να παύσει η απόρριψη υδάτων για τα οποία δεν έχει ληφθεί άδεια σύμφωνα με τη διαδικασία και τα κριτήρια που το άρθρο αυτό προβλέπει;
2) Πρέπει η ίδια διάταξη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει σε οποιονδήποτε να απορρίπτει σε αλμυρή λίμνη η οποία συγκοινωνεί με τη Μεσόγειο Θάλασσα ουσίες οι οποίες, μολονότι δεν είναι τοξικές, έχουν δυσμενή επίδραση για την περιεκτικότητα σε οξυγόνο του θαλάσσιου περιβάλλοντος, εφόσον δεν έχει λάβει την άδεια που εκδίδουν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του προαναφερθέντος πρωτοκόλλου και του παραρτήματος III C (νυν παραρτήματος II);»
Επί της λυσιτέλειας του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης
26 Η EDF και η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρούν ότι είναι επιβεβλημένη η ερμηνεία του πρωτοκόλλου και μόνον, καθότι το αναθεωρημένο πρωτόκολλο δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ.
27 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ αποτελεί μέσο συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C‑343/90, Lourenço Dias, Συλλογή 1992, σ. I‑4673, σκέψη 14, και της 18ης Μαρτίου 2004, C‑314/01, Siemens και ARGE Telekom, Συλλογή 2004, σ. I‑2549, σκέψη 33, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28 Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Lourenço Dias, σκέψη 15, της 22ας Ιανουαρίου 2002, C‑303/99, Canal Satélite Digital, Συλλογή 2002, σ. Ι-607, σκέψη 18, και προπαρατεθείσα Siemens και ARGE Telekom, σκέψη 34).
29 Εν προκειμένω, ουδόλως είναι προφανές ότι η ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου δεν ασκεί επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι, σε περίπτωση που η Cour de cassation αναιρέσει την απόφαση του cour d’appel του Aix-en-Provence, το αναθεωρημένο πρωτόκολλο θα έχει τεθεί σε ισχύ όταν παραστεί εκ νέου ανάγκη εκδόσεως αποφάσεως επί της ουσίας της διαφοράς της κύριας δίκης.
30 Επομένως, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το αναθεωρημένο πρωτόκολλο προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα.
Επί του αμέσου αποτελέσματος των άρθρων 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου και του άρθρου 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου
Παρατηρήσεις των μερών
31 Η EDF προβάλλει την αλληλεξάρτηση των διαφόρων διατάξεων του πρωτοκόλλου που καθιστούν αδύνατη την αναγνώριση αμέσου αποτελέσματος του άρθρου του 6, παράγραφος 3, ακόμη και αν αυτό περιέχει σαφή και συγκεκριμένη διατύπωση.
32 Βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου, σκοπός του είναι «να περιοριστεί δραστικά» η ρύπανση από τις ουσίες ή τις πηγές που απαριθμούνται στο παράρτημα II (περιλαμβανομένων των ουσιών που έχουν αρνητική επίδραση στην περιεκτικότητα σε οξυγόνο). Προς τούτο, η παράγραφος 2 επιτάσσει στα συμβαλλόμεᄑα μέρη να θέσουν σε εφαρμογή, «από κοινού ή μεμονωμένα», ανάλογα με την περίπτωση, «κατάλληλα προγράμματα και μέτρα». Τέλος, η παράγραφος 3 απαιτεί για τις απορρίψεις «άδεια που λαμβάνει υπόψη διάφορους παράγοντες απαριθμούμενους στο παράρτημα III». Η υποχρέωση να «λαμβάνονται υπόψη» οι παράγοντες αυτοί έχει πολύ αόριστο χαρακτήρα που μπορεί να οδηγήσει, ελλείψει διευκρινίσεων, στην απαίτηση άδειας για κάθε απόρριψη για τον λόγο και μόνον ότι αυτή σχετίζεται με μία από τις ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα II του πρωτοκόλλου. Η απαίτηση αυτή ωστόσο θα ήταν τελείως δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από αυτή στόχο.
33 Η EDF επικαλείται επίσης το άρθρο 7, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου σχετικά με τους «κοινούς κανόνες ή κριτήρια» η θέσπιση των οποίων επιβάλλεται πριν από τη θέση σε εφαρμογή ενός συστήματος χορηγήσεως προηγούμενης αδείας. Πάντως, οι εν λόγω κανόνες και κριτήρια δεν έχουν ακόμη οριστεί μέχρι σήμερα όσον αφορά τις εν λόγω απορρίψεις.
34 Επιπλέον, εφόσον η Επιτροπή είναι συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση και στο πρωτόκολλο, οι κανόνες που πρέπει να θεσπιστούν για την εφαρμογή τους μπορούν να είναι προεχόντως κοινοτικοί. Δεν υπάρχει όμως μέχρι σήμερα καμία οδηγία σχετική με τις απορρίψεις γλυκού νερού και ιλύος σε λίμνη με αλμυρό νερό.
35 Η ένωση συντονισμού αλιέων, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου έχει άμεσο αποτέλεσμα, στηριζόμενες στη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel, Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 14).
36 Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου προβλέπει, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος της διατάξεως καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως του πρωτοκόλλου, τη σαφή, συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη απαίτηση προηγούμενης αδείας των αρμόδιων εθνικών αρχών για τις απορρίψεις των μνημονευομένων στο παράρτημα II του πρωτοκόλλου ουσιών. Η άνευ αδείας αυστηρή απαγόρευση απορρίψεων δεν εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή της ή ως προς τα αποτελέσματά της, από καμία επιφύλαξη ή από την έκδοση μεταγενέστερης πράξεως. Επιπλέον, το παράρτημα III του πρωτοκόλλου, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 6, παράγραφος 3, περιγράφει αναλυτικά το σύνολο των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση της άδειας.
37 Κατά την Επιτροπή, η απουσία κοινών μέτρων, προγραμμάτων και κατευθυντήριων γραμμών δεν αναιρεί την εφαρμογή του πρωτοκόλλου ούτε παρακωλύει τη χορήγηση αδειών απορρίψεως, αλλά διευρύνει την εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών ως προς τη χορήγηση των αδειών αυτών, η άσκηση της οποίας υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο.
38 Η ένωση συντονισμού αλιέων και η Επιτροπή προσθέτουν ότι το κείμενο του άρθρου 6, κατόπιν της εκδόσεως του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου, και οι λοιπές τροποποιήσεις των παραρτημάτων δεν μεταβάλλουν την προεκτεθείσα εκτίμηση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
39 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η διάταξη συμφωνίας συναφθείσας από την Κοινότητα με τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως παράγουσα άμεσο αποτέλεσμα, εφόσον, λαμβανομένου υπόψη του κειμένου της καθώς και του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, περιέχει σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση, η εκτέλεση ή τα αποτελέσματα της οποίας δεν εξαρτώνται από την έκδοση άλλης μεταγενέστερης πράξεως (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Demirel, σκέψη 14, και της 8ης Μαΐου 2003, C‑171/01, Wählegruppe Gemeinsam, Συλλογή 2003, σ. Ι-4301, σκέψη 54) .
40 Προκειμένου να διαπιστωθεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου πληροί τα κριτήρια αυτά, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί το κείμενό του.
41 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή καθιερώνει, κατά τρόπο σαφή, συγκεκριμένο και ανεπιφύλακτο, την υποχρέωση των κρατών μελών να εξαρτούν τις απορρίψεις των απαριθμούμενων στο παράρτημα ΙΙ του ίδιου πρωτοκόλλου ουσιών από τη χορήγηση εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών αδείας που να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙΙ του πρωτοκόλλου.
42 Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, το γεγονός ότι οι εθνικές αρχές διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως για τη χορήγηση των αδειών, βάσει των κριτηρίων του παραρτήματος ΙΙΙ, ουδόλως επηρεάζει τη ρητή, συγκεκριμένα και ανεπιφύλακτη απαγόρευση που απορρέει από το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου όσον αφορά τις άνευ προηγούμενης αδείας απορρίψεις.
43 Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται από το αντικείμενο και τη φύση του πρωτοκόλλου.
44 Συγκεκριμένα, από τα άρθρα 1 και 4 του πρωτοκόλλου προκύπτει ότι αυτό έχει ως αντικείμενο την πρόληψη, τη μείωση και την αντιμετώπιση της ρυπάνσεως στη ζώνη της Μεσογείου Θαλάσσης που οφείλεται στις εκχύσεις των ποταμών, τις παράκτιες εγκαταστάσεις ή τους αγωγούς αποχετεύσεων, ή προέρχεται από οποιαδήποτε άλλη πηγή εντός της επικράτειάς τους ή από οποιαδήποτε άλλη χερσαία πηγή ευρισκόμενη στο έδαφός τους. Για τον σκοπό αυτό, επαναλαμβάνοντας τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν βάσει των άρθρων 4 και 8 της συμβάσεως, το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη την υποχρέωση να λάβουν «όλα τα κατάλληλα μέτρα».
45 Με την καθιέρωση συστήματος χορηγήσεως προηγούμενης αδείας των αρμόδιων εθνικών αρχών για τις απορρίψεις των μνημονευομένων στο παράρτημα ΙΙ ουσιών, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου συμβάλλει στην εκ μέρους των κρατών μελών αντιμετώπιση της ρυπάνσεως από χερσαίες πηγές στη ζώνη εφαρμογής του πρωτοκόλλου. Η αναγνώριση αμέσου αποτελέσματος στην εν λόγω διάταξη δεν μπορεί παρά να εξυπηρετεί το αντικείμενο του πρωτοκόλλου, όπως υπενθυμίζεται ανωτέρω, και να ανταποκρίνεται στη φύση της πράξεως αυτής που αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην αποφυγή της ρυπάνσεως που οφείλεται σε παράλειψη των δημοσίων αρχών.
46 Οι ως άνω εκτιμήσεις ισχύουν επίσης για την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου. Η παραπομπή του εν λόγω άρθρου στις «σχετικές αποφάσεις ή συστάσεις κατά τις συναντήσεις των συμβαλλομένων μερών», τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι αρμόδιες εθνικές αρχές, δεν είναι ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση τη σαφήνεια, την ακρίβεια και τον ανεπιφύλακτο χαρακτήρα της απαγορεύσεως απορρίψεων άνευ αδείας. Επιπλέον, οι τροποποιήσεις που εγκρίθηκαν με την απόφαση 1999/801 ουδόλως μετέβαλαν το αντικείμενο ή τη φύση του πρωτοκόλλου.
47 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τόσο το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου όσο και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου, μετά τη θέση του σε ισχύ, έχουν άμεσο αποτέλεσμα, οπότε κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να επικαλείται τις διατάξεις αυτές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Επί του πεδίου εφαρμογής των άρθρων 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου και 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου
48 Όπως ορθώς παρατήρησαν η ένωση συντονισμού αλιέων, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, το μνημονευόμενο στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου παράρτημα III, το οποίο απαριθμεί τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγηση αδειών απορρίψεως αποβλήτων, παραπέμπει στο παράρτημα II, το οποίο απαριθμεί τις ουσίες που περιέχονται στα εν λόγω απόβλητα. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, στο σημείο 11, οι «ουσίες που έχουν, αμέσως ή εμμέσως, δυσμενή επίδραση στην περιεκτικότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε οξυγόνο, ειδικά εκείνες που μπορούν να προκαλέσουν φαινόμενα ευτροφισμού», καθώς και οι «[ο]υσίες οι οποίες, αν και δεν είναι τοξικής φύσεως, μπορούν να καταστούν επιβλαβείς για το θαλάσσιο περιβάλλον ή να καταστήσουν δυσχερή οποιαδήποτε θεμιτή χρήση της θάλασσας λόγω των ποσοτήτων που απορρίπτονται».
49 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα σημεία 11 και 13 δεν εξαρτούν την απαίτηση λήψεως προηγούμενης αδείας για την απόρριψη των μνημονευομένων σ’ αυτά ουσιών από την τοξικότητά τους.
50 Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου.
51 Συγκεκριμένα, δυνάμει της διατάξεως αυτής, στο εξής «υπόκειται στη χορήγηση άδειας ή στη ρύθμιση εκ μέρους των αρμόδιων αρχών», οι οποίες θα λάβουν μεταξύ άλλων υπόψη τους τις διατάξεις του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου και του παραρτήματός του ΙΙ, το σύνολο των «απορρίψεων από συγκεκριμένες πηγές στην περιοχή του πρωτοκόλλου [η οποία περιλαμβάνει, δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο δ΄, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου, τις λίμνες αλμυρού ύδατος που συγκοινωνούν με τη Μεσόγειο Θάλασσα] και οι εκχύσεις υδάτων ή οι εκπομπές στην ατμόσφαιρα που φθάνουν και μπορούν να επηρεάσουν την περιοχή της Μεσογείου» και όχι μόνον οι απορρίψεις των μνημονευόμενων στο παράρτημα ΙΙ του πρωτοκόλλου ουσιών.
52 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τόσο το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου όσο και το άρθρο 6, παράγραφος 1, του αναθεωρημένου πρωτοκόλλου πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την άνευ αδείας των αρμόδιων εθνικών αρχών απόρριψη σε λίμνη αλμυρού ύδατος που συγκοινωνεί με τη Μεσόγειο Θάλασσα ουσιών που, μολονότι δεν είναι τοξικής φύσεως, έχουν δυσμενή επίδραση στην περιεκτικότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε οξυγόνο.
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 6ης Μαΐου 2003 το Cour de cassation, αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 6, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου για την προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη ρύπανση από χερσαίες πηγές, που συνάφθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 1980 και εγκρίθηκε με την απόφαση 83/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 1983, καθώς και, μετά τη θέση του σε ισχύ, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου πρωτοκόλλου, όπως τροποποιήθηκε κατά τη διάσκεψη των πληρεξουσίων των συμβαλλομένων στη σύμβαση κρατών που πραγματοποιήθηκε στις Συρακούσες στις 7 και 8 Μαρτίου 1996, οι τροποποιήσεις του οποίου εγκρίθηκαν με την απόφαση 1999/801/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 1999, έχουν άμεσο αποτέλεσμα, οπότε κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να επικαλείται τις διατάξεις αυτές ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
2) Οι ως άνω διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι απαγορεύουν την άνευ αδείας των αρμόδιων εθνικών αρχών απόρριψη σε λίμνη αλμυρού ύδατος που συγκοινωνεί με τη Μεσόγειο Θάλασσα ουσιών που, μολονότι δεν είναι τοξικής φύσεως, έχουν δυσμενή επίδραση στην περιεκτικότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος σε οξυγόνο.
Timmermans
Gulmann
Puissochet
Cunha Rodrigues
Schintgen
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Ιουλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
R. Grass
C. W. A. Timmermans
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy