Υπόθεση C-347/03
Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia και
Agenzia regionale per lo sviluppo rurale (ERSA)
κατά
Ministero delle Politiche Agricole e Forestali
(αίτηση του Tribunale amministrativo regionale del Lazio
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Εξωτερικές σχέσεις — Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων — Προστασία εντός της Κοινότητας μιας ονομασίας αφορώσας ορισμένους οίνους καταγωγής Ουγγαρίας — Γεωγραφική ένδειξη “Tokaj” — Ανταλλαγή επιστολών — Δυνατότητα χρήσεως του όρου “Tocai” στην ένδειξη “Tocai friulano” ή “Tocai italico” για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων, και ειδικότερα των οίνων ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής (“v.q.p.r.d.”), κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου που λήγει στις 31 Μαρτίου 2007 — Αποκλεισμός της ως άνω δυνατότητας μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου — Κύρος — Νομική βάση — Άρθρο 133 ΕΚ — Αρχές του διεθνούς δικαίου αφορώσες τις συνθήκες — Άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ (TRIPs) — Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων — Δικαίωμα ιδιοκτησίας»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα F. G. Jacobs της 16ης Δεκεμβρίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 12ης Μαΐου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες της Κοινότητας — Σύναψη — Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων — Νομική βάση — Άρθρο 133 ΕΚ
(Άρθρο 133 ΕΚ· Συμφωνία Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας· Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων)
2. Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνίες της Κοινότητας — Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων — Καθεστώς των ομωνύμων ονομασιών — Προϋποθέσεις εφαρμογής — Ονομασία «Tocai» των ιταλικών οίνων και «Tokaj» των ουγγρικών οίνων — Ονομασία «Tocai» που δεν συνιστά προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη — Ανταλλαγή επιστολών που απαγορεύει τη χρήση της εν λόγω ονομασίας — Παραβίαση του εν λόγω καθεστώτος — Δεν υφίσταται
(Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, άρθρο 4 § 5)
3. Διεθνείς συμφωνίες — Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (TRIPs) — Ομωνυμία μεταξύ μιας γεωγραφικής ενδείξεως τρίτης χώρας και μιας ονομασίας που περιλαμβάνει το όνομα μιας ποικιλίας που χρησιμοποιείται για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων κοινοτικών οίνων — Δικαίωμα, το οποίο αναγνωρίζεται από τη συμφωνία, να συνεχισθεί η χρήση της εν λόγω ονομασίας από τους παραγωγούς που τη χρησιμοποιούσαν παραδοσιακώς και καλοπίστως — Δεν υφίσταται
(Συμφωνία TRIPs, άρθρα 22 έως 24)
4. Κοινοτικό δίκαιο — Αρχές— Θεμελιώδη δικαιώματα — Δικαίωμα ιδιοκτησίας — Περιορισμοί — Απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «Tocai» για τους ιταλικούς οίνους — Δεν υφίστανται — Απαγόρευση που επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος
(Πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρο 1, πρώτο εδάφιο· Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων)
1. Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την εγκαθίδρυση συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, δεν αποτελεί τη νομική βάση της αποφάσεως 93/724, που αφορά τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων.
Η προσήκουσα νομική βάση για τη σύναψη, μόνον από την Κοινότητα, της τελευταίας αυτής συμφωνίας είναι το άρθρο 133 ΕΚ, όπως το αναφέρει το προοίμιο της αποφάσεως 93/724, το οποίο άρθρο απονέμει στην Κοινότητα αρμοδιότητα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, η εν λόγω συμφωνία αποτελεί μέρος των συμφωνιών που προβλέπονται στο άρθρο 63 του κανονισμού 822/87, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, και έχει ως κύριο σκοπό να προαγάγει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ενισχύοντας, επί τη βάσει της αμοιβαιότητας, αφενός, την εμπορία οίνων καταγωγής Ουγγαρίας, διασφαλίζοντας ότι οι εν λόγω οίνοι τυγχάνουν της ίδιας προστασίας με εκείνη που προβλέπεται για τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής και προέρχονται από την Κοινότητα, και, αφετέρου, την εμπορία οίνων καταγωγής Κοινότητας στην ως άνω χώρα.
(βλ. σκέψεις 70, 79-80, 83, διατακτ. 1-2)
2. Το καθεστώς των ομωνύμων ονομασιών που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων (Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων) αφορά τις προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις δυνάμει της ίδιας συμφωνίας.
Πάντως, εφόσον οι ενδείξεις «Tocai friulano» και «Tocai italico», σε αντίθεση με τις ονομασίες «Tokaj» και «Tokaji» των ουγγρικών οίνων, δεν εμφαίνονται στο τμήμα A του παραρτήματος της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων και αποτελούν το όνομα μιας ποικιλίας αμπέλου που έχει αναγνωρισθεί στην Ιταλία ως κατάλληλη για την παραγωγή ορισμένων οίνων ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής, οι ως άνω ενδείξεις δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως γεωγραφικές ενδείξεις κατά την έννοια της εν λόγω συμφωνίας.
Επομένως, η απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «Tocai» στην Ιταλία μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται από τη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, όπως αυτή προκύπτει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το άρθρο 4 της εν λόγω συμφωνίας, δεν είναι αντίθετη προς το καθεστώς των ομωνύμων ονομασιών που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της ίδιας συμφωνίας.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει επίσης ότι η κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, κατά το μέρος που ορίζει, στο πρώτο εδάφιό της, ότι, όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, της ίδιας συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη διαπίστωσαν ότι, κατά το χρονικό σημείο των διαπραγματεύσεων, δεν γνώριζαν καμία ειδική περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, δεν οφείλεται σε πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα.
(βλ. σκέψεις 87-88, 90, 92, 98, 102, διατακτ. 3-4)
3. Τα άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (TRIPs), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, προκειμένου περί περιπτώσεως που αφορά ομωνυμία μεταξύ μιας γεωγραφικής ενδείξεως τρίτης χώρας και μιας ονομασίας η οποία περιλαμβάνει το όνομα μιας ποικιλίας που χρησιμοποιείται για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων κοινοτικών οίνων που προέρχονται από την εν λόγω ποικιλία, οι ως άνω διατάξεις, έστω και αν δεν απαγορεύουν τη συνέχιση της χρήσης κατά τρόπο ομοιόμορφο μιας τέτοιας ονομασίας, δεν απαιτούν ούτε να μπορεί η ονομασία αυτή να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στο μέλλον παρά το γεγονός ότι η εν λόγω ονομασία, αφενός, χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν από τους οικείους παραγωγούς, είτε καλοπίστως είτε επί δέκα τουλάχιστον έτη πριν από τις 15 Απριλίου 1994, και, αφετέρου, αναφέρει σαφώς τη χώρα, την περιφέρεια ή την περιοχή καταγωγής του προστατευόμενου οίνου κατά τρόπον ώστε να αποτρέπονται οι παρανοήσεις εκ μέρους του καταναλωτή.
(βλ. σκέψεις 110, 115, διατακτ. 5)
4. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν αντιτίθεται στην επιβαλλόμενη στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες μιας ιταλικής αυτόνομης περιφέρειας απαγόρευση χρήσεως του όρου «Tocai» στην ένδειξη «Tocai friulano» ή «Tocai italico» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής μετά τη λήξη μεταβατικής περιόδου δεκατριών ετών, όπως αυτή απορρέει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με τη χρήση του όρου «Tocai», η οποία προσαρτάται στη Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων, αλλά δεν περιλαμβάνεται στην τελευταία.
Συγκεκριμένα, η ως άνω απαγόρευση, εφόσον δεν αποκλείει κάθε εύλογο τρόπο διαθέσεως των σχετικών ιταλικών οίνων στο εμπόριο, δεν αποτελεί στέρηση της ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επιπλέον, έστω και αν υποτεθεί ότι ο εν λόγω περιορισμός συνιστά περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ο περιορισμός αυτός μπορεί να δικαιολογηθεί κατά το μέτρο που, απαγορεύοντας τη χρήση της ως άνω ονομασίας που είναι ομώνυμη της γεωγραφικής ενδείξεως «Tokaj» των ουγγρικών οίνων, επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην προαγωγή των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ενισχύοντας, επί τη βάσει της αμοιβαιότητας, τη διάθεση στο εμπόριο οίνων που περιγράφονται ή παρουσιάζονται με τη βοήθεια γεωγραφικής ενδείξεως.
(βλ. σκέψεις 122, 127, 134, διατακτ. 6)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 12ης Μαΐου 2005 (*)
«Εξωτερικές σχέσεις – Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων – Προστασία εντός της Κοινότητας μιας ονομασίας αφορώσας ορισμένους οίνους καταγωγής Ουγγαρίας – Γεωγραφική ένδειξη “Tokaj” – Ανταλλαγή επιστολών – Δυνατότητα χρήσεως του όρου “Tocai” στην ένδειξη “Tocai friulano” ή “Tocai italico” για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων, και ειδικότερα των οίνων ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής (“v.q.p.r.d.”), κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου που λήγει στις 31 Μαρτίου 2007 – Αποκλεισμός της ως άνω δυνατότητας μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου – Κύρος – Νομική βάση – Άρθρο 133 ΕΚ – Αρχές του διεθνούς δικαίου αφορώσες τις συνθήκες – Άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ (TRIPs) – Προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων – Δικαίωμα ιδιοκτησίας»
Στην υπόθεση C-347/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale del Lazio (Ιταλία), με απόφαση της 9ης Ιουνίου 2003, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Αυγούστου 2003, στο πλαίσιο της διαδικασίας
κατά
παρισταμένης της:
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta, R. Schintgen, Γ. Αρέστη και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Οκτωβρίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia και η Agenzia regionale per lo sviluppo rurale (ERSA), εκπροσωπούμενες από τους E. Bevilacqua και F. Capelli, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον M. Fiorilli, avvocato dello Stato,
– η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την J. Fazekas και τον M. Ficsor,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους F. Ruggeri Laderchi και F. Florindo Gijón,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την E. Righini και τον F. Dintilhac,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 16ης Δεκεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος και την ερμηνεία της αποφάσεως 93/724/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, που αφορά τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων (EE L 337, σ. 93, στο εξής: Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων), και του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2002, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων (EE L 118, σ. 1).
2 Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia (αυτόνομης περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia) και της Agenzia regionale per lo sviluppo rurale (ERSA) (περιφερειακού φορέα για την αγροτική ανάπτυξη) (στο εξής, συλλήβδην: Regione και ERSA) και, αφετέρου, του Ministero delle Politiche Agricole e Forestali (ιταλικού Υπουργείου Γεωργικής και Δασικής Πολιτικής).
3 Η ως άνω διαφορά έχει ως αντικείμενο αίτημα περί ακυρώσεως της υπουργικής αποφάσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 περί των εθνικών όρων για την, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002, χρήση των ονομασιών ποικιλιών αμπέλου και των συνωνύμων τους που περιλαμβάνουν γεωγραφική ένδειξη, απαριθμούνται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού και μπορούν να εμφαίνονται στη σήμανση των [οίνων ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής] και των ιταλικών [τυπικών γεωγραφικών ενδείξεων] (GURI αριθ. 247, της 21ης Οκτωβρίου 2002, σ. 3, στο εξής: απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002), καθόσον η εν λόγω απόφαση αποκλείει τη χρήση του όρου «Tocai» στην ένδειξη «Tocai friulano» ή τη συνώνυμή της «Tocai italico» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων, και ειδικότερα των οίνων ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής (στο εξής: v.q.p.r.d.), μετά τη λήξη μεταβατικής περιόδου που εκπνέει στις 31 Μαρτίου 2007.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
Η Σύμβαση της Βιέννης περί του δικαίου των Συνθηκών
4 Το άρθρο 48, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Βιέννης της 23ης Μαΐου 1969 περί του δικαίου των Συνθηκών ορίζει:
«Κράτος τι δύναται να επικαλεσθεί πλάνην τινά εις συνθήκην ως ακυρούσαν την συναίνεσίν του όπως δεσμευθεί διά ταύτης, εφ’ όσον αύτη αναφέρεται εις γεγονός ή κατάστασιν, την οποίαν το κράτος εξέλαβεν ως υφισταμένην κατά τον χρόνον της συνομολογήσεως της συνθήκης και η οποία απετέλει ουσιώδη βάσιν της συναινέσεώς του όπως δεσμευθεί συμβατικώς.»
5 Σύμφωνα με το άρθρο 59 της ίδιας συμβάσεως:
«1. Η συνθήκη λογίζεται ως λήξασα ευθύς ως άπαντα τα μέρη εις την συνθήκην συνάψουν μεταγενεστέρως συνθήκην επί του αυτού αντικειμένου, και οσάκις:
α) προκύπτει εκ της μεταγενεστέρας συνθήκης ή άλλως συνάγεται, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προετίθεντο όπως το εν λόγω αντικείμενον διέπεται υπό της συνθήκης αυτής·
ή
β) οι διατάξεις της μεταγενεστέρας συνθήκης τοσούτον δεν συμβιβάζονται προς τας αντιστοίχους της προγενεστέρας τοιαύτης, ώστε οι δύο συνθήκες να μη δύνανται να εφαρμόζονται ταυτοχρόνως.
[…]»
Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών
6 Το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), προβλέπει τα εξής:
«Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων.»
Το δίκαιο που απορρέει από τη Συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου
7 Η Συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία ΔΠΙΤΕ, αποκαλούμενη στην αγγλική γλώσσα «TRIPs»), η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: Συμφωνία ΠΟΕ), εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 336, σ. 1).
8 Το άρθρο 1 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, που τιτλοφορείται «Φύση και έκταση των υποχρεώσεων», προβλέπει, στην παράγραφο 2, τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ο όρος “πνευματική ιδιοκτησία” καλύπτει όλα τα είδη πνευματικής ιδιοκτησίας στα οποία αναφέρονται τα τμήματα 1 έως 7 του μέρους II.»
9 Τα άρθρα 22 έως 24 της ως άνω συμφωνίας περιέχονται στο μέρος II της συμφωνίας αυτής, το οποίο είναι αφιερωμένο στα «Πρότυπα σχετικά με τη θεσμοθέτηση, την έκταση και τη χρήση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας», και ειδικότερα στο τμήμα 3 του μέρους II, που αφορά τις «Γεωγραφικές ενδείξεις».
10 Σύμφωνα με το άρθρο 22 της εν λόγω συμφωνίας, που τιτλοφορείται «Προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων»:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, ως γεωγραφικές ενδείξεις νοούνται οι ενδείξεις με τις οποίες επισημαίνεται ότι ένα αγαθό κατάγεται από το έδαφος κάποιου μέλους ή από συγκεκριμένη περιοχή της επικράτειας ενός μέλους ή ακόμη από συγκεκριμένο τόπο σε κάποιο μέλος, εφόσον από τη γεωγραφική καταγωγή του προϊόντος συναρτώνται σε μεγάλο βαθμό η ποιότητα, η φήμη και τα λοιπά χαρακτηριστικά του εν λόγω αγαθού.
[…]»
11 Το άρθρο 23 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, που τιτλοφορείται «Επιπρόσθετη προστασία για τις γεωγραφικές ενδείξεις που χρησιμοποιούνται για τα κρασιά και τα οινοπνευματώδη ποτά», ορίζει:
«1. Κάθε μέλος παρέχει στους ενδιαφερόμενους τα έννομα μέσα για την αποτροπή της χρήσης γεωγραφικών ενδείξεων προκειμένου περί κρασιών που δεν κατάγονται από τον τόπο που δηλώνεται με τη χρησιμοποιούμενη γεωγραφική ένδειξη ή προκειμένου περί οινοπνευματωδών ποτών που δεν κατάγονται από τον τόπο που δηλώνεται με τη χρησιμοποιούμενη γεωγραφική ένδειξη […].
[…]
3. Σε περίπτωση που συμπίπτουν οι γεωγραφικές ενδείξεις που χρησιμοποιούνται για συγκεκριμένα κρασιά, η παρεχόμενη προστασία καλύπτει όλες τις ενδείξεις […]. Κάθε μέλος καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες που διέπουν τη διαφοροποίηση των κατά περίπτωση πανομοιότυπων ενδείξεων μεταξύ τους, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να διασφαλίζεται η δίκαιη αντιμετώπιση των οικείων παραγωγών και να αποτρέπονται οι παρανοήσεις εκ μέρους των καταναλωτών.
[…]»
12 Το άρθρο 24 της ίδιας συμφωνίας, που τιτλοφορείται «Διεθνείς διαπραγματεύσεις και εξαιρέσεις», προβλέπει τα εξής:
«1. Τα μέλη συμφωνούν να διεξαγάγουν διαπραγματεύσεις με σκοπό την αύξηση της προστασίας που παρέχεται στις επιμέρους γεωγραφικές ενδείξεις βάσει του άρθρου 23. […]
[…]
3. Κατά την εφαρμογή του παρόντος τμήματος, ένα μέλος δεν επιτρέπεται να παρέχει στις γεωγραφικές ενδείξεις μικρότερη προστασία από αυτήν που προβλεπόταν στο εν λόγω μέλος αμέσως πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ.
4. Καμία διάταξη του παρόντος τμήματος δεν συνεπάγεται ότι τα μέλη οφείλουν να εμποδίζουν τη συνέχιση της χρήσης κατά τρόπο ομοιόμορφο μίας συγκεκριμένης γεωγραφικής ενδείξεως κάποιου άλλου μέλους, η οποία χρησιμοποιείται για την εξατομίκευση κρασιών ή οινοπνευματωδών ποτών, προκειμένου περί αγαθών ή υπηρεσιών, εκ μέρους ενός υπηκόου τους ή κάποιου προσώπου που έχει τη νόμιμη κατοικία του στην επικράτειά τους, εφόσον το πρόσωπο αυτό έχει κάνει συστηματική χρήση της εν λόγω γεωγραφικής ενδείξεως σε σχέση με όμοια ή παρεμφερή αγαθά ή υπηρεσίες στην επικράτεια του εν λόγω μέλους, είτε α) επί δεκαετία τουλάχιστον πριν από τις 15 Απριλίου 1994, είτε β) καλοπίστως, πριν από την προαναφερθείσα ημερομηνία.
[…]
6. […] Καμία διάταξη του παρόντος τμήματος δεν συνεπάγεται ότι τα μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν τις διατάξεις του σε σχέση με κάποια γεωγραφική ένδειξη η οποία χρησιμοποιείται σε οποιοδήποτε άλλο μέλος για προϊόντα που προέρχονται από είδος αμπέλου, για την οποία η αρμόζουσα ένδειξη ταυτίζεται με την κοινή ονομασία ποικιλίας σταφυλιών που απαντά στο έδαφος του εν λόγω μέλους κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ.
[…]»
Η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας
13 Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την εγκαθίδρυση συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, η οποία συνήφθη και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 93/742/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (EE L 347, σ. 1, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας), υπογράφηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1991 στις Βρυξέλλες και, σύμφωνα με το άρθρο της 123, δεύτερο εδάφιο, άρχισε να ισχύει την 1η Φεβρουαρίου 1994.
14 Εν αναμονή της ενάρξεως ισχύος της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας, η ενδιάμεση συμφωνία σχετικά με το εμπόριο και εμπορικά θέματα μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, συνήφθη και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 92/230/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992 (EE L 116, σ. 1, στο εξής: Ενδιάμεση Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας). Η εν λόγω συμφωνία υπογράφηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1991 στις Βρυξέλλες και άρχισε να ισχύει στις 25 Φεβρουαρίου 1992.
Η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων
15 Η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, που υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 29 Νοεμβρίου 1993, συνήφθη και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 93/724 και άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 1994.
16 Η πρώτη αιτιολογική αναφορά του προοιμίου της αποφάσεως 93/724 ορίζει:
«Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο [133 ΕΚ]».
17 Η πρώτη και η τρίτη αιτιολογική σκέψη της ως άνω αποφάσεως έχουν ως εξής:
«[εκτιμώντας] ότι η συμφωνία η οποία αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων θα βοηθήσει τη λήψη μέτρων για να εξαλειφθεί αποτελεσματικότερα ο αθέμιτος ανταγωνισμός κατά την άσκηση των εμπορικών δραστηριοτήτων, να εξασφαλισθεί μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή και να προωθηθεί το εμπόριο μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών· ότι είναι ως εκ τούτου επιθυμητό να εγκριθεί εν λόγω συμφωνία·
[…]
[εκτιμώντας] ότι, εφόσον οι διατάξεις της Συμφωνίας συνδέονται άμεσα με μέτρα τα οποία καλύπτονται από την κοινή εμπορική πολιτική και την κοινή γεωργική πολιτική [εν προκειμένω από την κοινοτική ρύθμιση περί αμπελοοινικών προϊόντων], η εν λόγω συμφωνία πρέπει να γίνει σε κοινοτικό επίπεδο.»
18 Σύμφωνα με το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως:
«Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων, το πρωτόκολλο, οι ανταλλαγές επιστολών καθώς και οι δηλώσεις που προσαρτώνται σ’ αυτήν, εγκρίνονται εξ ονόματος της Κοινότητας.
Τα κείμενα των πράξεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, επισυνάπτονται στην παρούσα απόφαση.»
19 Η πρώτη αιτιολογική αναφορά του προοιμίου της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων ορίζει:
«Έχοντας υπόψη τη Συμφωνία Σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 16 Δεκεμβρίου 1991».
20 Το άρθρο 1 της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων προβλέπει τα εξής:
«Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν, επί τη βάσει της αμοιβαιότητας, να προστατεύουν και να ελέγχουν τις ονομασίες των οίνων, καταγωγής της Κοινότητας και της Ουγγαρίας, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία.»
21 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, της ως άνω συμφωνίας προβλέπει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, εκτός αντιθέτου διατάξεως, νοούνται ως:
[…]
– “γεωγραφική ένδειξη”: κάθε ένδειξη, συμπεριλαμβανομένης μιας “ονομασίας προελεύσεως”, η οποία έχει αναγνωρισθεί από τους νόμους και τους κανονισμούς ενός συμβαλλόμενου μέρους με σκοπό την περιγραφή και την παρουσίαση οίνου, καταγωγής του εδάφους ενός συμβαλλόμενους μέρους ή μιας περιοχής ή τοποθεσίας του εδάφους αυτού, σε περίπτωση που μια δεδομένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό του οίνου αποδίδεται κυρίως στη γεωγραφική του καταγωγή,
[…]»
22 Σύμφωνα με το άρθρο 4 της εν λόγω συμφωνίας:
«1. Οι ακόλουθες ονομασίες προστατεύονται:
α) όσον αφορά τους οίνους καταγωγής Κοινότητας:
[…]
– οι γεωγραφικές και παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο παράρτημα·
β) όσον αφορά τους οίνους καταγωγής Ουγγαρίας:
[…]
– οι γεωγραφικές και παραδοσιακές ενδείξεις που αναφέρονται στο παράρτημα, όπως χρησιμοποιούνται στην ουγγρική νομοθεσία για τον οίνο […].
[…]
3. Στην Κοινότητα, οι προστατευόμενες ουγγρικές ονομασίες:
– προορίζονται αποκλειστικά για τους οίνους, καταγωγής Ουγγαρίας, για τους οποίους ισχύουν
και
– δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται παρά μόνον σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στους νόμους και κανονισμούς της Ουγγαρίας.
[…]
5. Σε περίπτωση ομώνυμων ή ταυτόσημων γεωγραφικών ενδείξεων:
α) όταν δύο ενδείξεις, προστατευόμενες δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, είναι ομώνυμες ή ταυτόσημες, τότε παρέχεται προστασία σε κάθε ένδειξη, υπό τον όρο ότι:
– η εν λόγω γεωγραφική ονομασία να χρησιμοποιείται κατά παράδοση και σταθερά για την περιγραφή και παρουσίαση οίνου παραγόμενου στη γεωγραφική περιοχή στην οποία αναφέρεται,
– ο οίνος να μην παρουσιάζεται ψευδώς στους καταναλωτές ως καταγόμενος από το έδαφος του άλλου συμβαλλόμενου μέρους
[…]
Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζουν τους πρακτικούς όρους υπό τους οποίους οι εν λόγω ομώνυμες ή ταυτόσημες ενδείξεις διαφοροποιούνται η μία από την άλλη, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη τόσο για ισότιμη μεταχείριση των ενδιαφερόμενων παραγωγών όσο και για μη παραπλάνηση των καταναλωτών.»
23 Στο τμήμα B («Οίνοι καταγωγής της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας»), I («Γεωγραφικές ενδείξεις»), σημείο 3.4 («Οινοπαραγωγική περιοχή Tokaj-Hegyalja») του παραρτήματος της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, το οποίο τιτλοφορείται «Κατάλογος των προστατευομένων ονομασιών οίνων που αναφέρονται στο άρθρο 4», περιέχεται, μεταξύ άλλων, η ονομασία «Tokaj». Το τμήμα A («Οίνοι καταγωγής Κοινότητας») του ως άνω παραρτήματος δεν περιέχει καμία από τις ενδείξεις «Tocai friulano» ή «Tocai italico».
24 Η ανταλλαγή επιστολών η οποία αφορά το άρθρο 4 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων (EE 1993, L 337, σ. 169, στο εξής: ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai), που αποτελεί μία από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 93/724, άρχισε επίσης να ισχύει την 1η Απριλίου 1994.
25 Οι υπογράψαντες τις ως άνω επιστολές, αφού αναφέρθηκαν ιδίως στο άρθρο 4, παράγραφος 3, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, επιβεβαιώνουν ότι:
«1) Κατά τη διάρκεια δεκατριετούς μεταβατικής περιόδου από την έναρξη ισχύος της εν λόγω συμφωνίας, η εφαρμογή της δεν εμποδίζει τη θεμιτή χρησιμοποίηση της ονομασίας “Tocai” για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων v.q.p.r.d., υπό τους κάτωθι όρους.
Με την επιφύλαξη των ειδικών κοινοτικών διατάξεων και, κατά περίπτωση, περιοριστικότερων εθνικών διατάξεων, ο οίνος αυτός πρέπει:
– να προέρχεται από την ποικιλία αμπέλου “Tocai friulano”,
– να παρασκευάζεται από σταφύλια τα οποία έχουν εξ ολοκλήρου τρυγηθεί στις ιταλικές περιοχές Veneto και Friuli,
– να περιγράφεται και να παρουσιάζεται αποκλειστικά με το όνομα της ποικιλίας “Tocai friulano”, ή το συνώνυμο “Tocai italico”, που πρέπει να εμφαίνονται ως σύνολο χωρίς ενδιάμεσες λέξεις μεταξύ τους, με χαρακτήρες του αυτού είδους και μεγέθους, σε μία μόνο γραμμή και χωριστά από το όνομα της γεωγραφικής ενότητας από την οποία κατάγεται ο οίνος. Επί πλέον, το μέγεθος των χαρακτήρων που χρησιμοποιούνται για τις λέξεις αυτές δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέγεθος των χαρακτήρων με τους οποίους εμφαίνεται το όνομα της εν λόγω γεωγραφικής ενότητας,
– να εμπορεύεται εκτός του εδάφους της Ουγγαρίας.
[…]
4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του σημείου 3, η δυνατότητα χρησιμοποίησης της ονομασίας “Tocai”, σύμφωνα με τους όρους του σημείου 1, εκλείπει με το τέλος της μεταβατικής περιόδου που προβλέπεται στο ίδιο σημείο.
[…]»
26 Σύμφωνα με την κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμφωνίας [ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων] (EE 1993, L 337, σ. 171, στο εξής: κοινή δήλωση περί ομωνυμίας), που αποτελεί επίσης μία από τις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 93/724:
«Σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, τα συμβαλλόμενα μέρη σημειώνουν ότι, κατά τη στιγμή των διαπραγματεύσεων, δεν είχαν υπόψη τους καμιά ειδική περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω άρθρου.
[…]»
Η κοινοτική ρύθμιση σχετικά με την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (στο εξής: ΚΟΑΑ)
Η ΚΟΑΑ που ήταν εν ισχύι κατά τη σύναψη της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων
27 Σύμφωνα με το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 84, σ. 1):
«1. Οι εισαγόμενοι οίνοι οι οποίοι προορίζονται για άμεση ανθρώπινη κατανάλωση και οι οποίοι περιγράφονται με τη βοήθεια γεωγραφικής ένδειξης, μπορούν να τυγχάνουν για την εμπορία τους εντός της Κοινότητας, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, του ελέγχου και της προστασίας, που αναφέρονται στο [άρθρο 15 του κανονισμού 823/87] για τους v.q.p.r.d.
2. Η διάταξη της παραγράφου 1 θα εφαρμοσθεί με συμφωνίες που θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγματεύσεων και θα συναφθούν με τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο [133 ΕΚ].
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 83.»
28 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 823/87 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1987, για τη θέσπιση ειδικών διατάξεων σχετικά με τους οίνους ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (ΕΕ L 84, σ. 59), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2043/89 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1989 (ΕΕ L 202, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 823/87):
«Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή τον κατάλογο των v.q.p.r.d. που έχουν εγκρίνει, υποδεικνύοντας για κάθε v.q.p.r.d. την αναφορά στις εθνικές διατάξεις που διέπουν την παραγωγή και την επεξεργασία τους.
Η Επιτροπή φροντίζει για τη δημοσίευση του καταλόγου αυτού στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σειρά C.»
29 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 823/87 προβλέπει τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει κατάλογο των ποικιλιών αμπέλου που είναι κατάλληλες για την παραγωγή καθενός από τους v.q.p.r.d. που παράγονται στο έδαφός του, οι οποίες […] πρέπει να ανήκουν στις συνιστώμενες ή επιτρεπόμενες κατηγορίες που αναφέρονται στο άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 822/87.
30 Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 4, του κανονισμού 823/87:
«[…]
Με την επιφύλαξη των κοινοτικών διατάξεων που αφορούν ειδικά ορισμένους τύπους v.q.p.r.d., τα κράτη μέλη μπορούν να δεχθούν […] ότι το όνομα μιας καθορισμένης περιοχής συνδυάζεται με μια διευκρίνιση σχετικά με τον τρόπο επεξεργασίας ή τον τύπο προϊόντος, ή με το όνομα ποικιλίας αμπέλου ή συνωνύμων της.
[…]»
31 Η ένδειξη «Tocai friulano» περιλαμβάνεται στον τίτλο I του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) 3800/81 της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 1981, περί της κατάταξης των ποικιλιών αμπέλου (EE L 381, σ. 1), και ειδικότερα στο τμήμα V του πρώτου υποτίτλου του, ως συνιστώμενη ή επιτρεπόμενη ποικιλία αμπέλου σε ορισμένες ιταλικές περιοχές.
32 Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2392/89 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1989, σχετικά με τη θέσπιση των γενικών κανόνων για την περιγραφή και την παρουσίαση των οίνων και των γλευκών σταφυλιών (EE L 232, σ. 13), προβλέπει τα εξής:
«Η ένδειξη του ονόματος ποικιλίας αμπέλου που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, στοιχείο ν΄, για την περιγραφή ενός v.q.p.r.d. κατά τη σήμανση με ετικέτα, μπορεί να αναγραφεί μόνο όταν:
α) η ποικιλία αυτή περιλαμβάνεται στον κατάλογο που καταρτίζεται από τα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 823/87 για την περιγραφή των ποικιλιών των καταλλήλων για την παραγωγή εκάστου των v.q.p.r.d. των παραγομένων στο έδαφός τους·
β) η ποικιλία αναγράφεται με το όνομα που περιλαμβάνεται:
– στην κατηγορία των συνιστώμενων ή επιτρεπόμενων ποικιλιών της κατάταξης των ποικιλιών αμπέλου για την εν λόγω διοικητική ενότητα,
– κατά περίπτωση, σε κατάλογο συνωνύμων που πρέπει να εκδοθεί και στον οποίο είναι δυνατόν να προβλέπεται ότι ένα συγκεκριμένο συνώνυμο μπορεί να χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός μόνο v.q.p.r.d. που παράγεται στις περιοχές παραγωγής στις οποίες η χρήση αυτή είναι παραδοσιακή και συνήθης·
[…]
ε) το όνομα της ποικιλίας αυτής δεν δημιουργεί σύγχυση με το όνομα καθορισμένης περιοχής ή γεωγραφικής ενότητας, η οποία χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό άλλου v.q.p.r.d. ή εισαγόμενου οίνου.»
33 Το άρθρο 26, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Για τους εισαγόμενους οίνους τους προοριζόμενους για άμεση ανθρώπινη κατανάλωση οι οποίοι περιγράφονται με τη βοήθεια γεωγραφικής ενδείξεως και περιλαμβάνονται σε κατάλογο που θα καταρτισθεί, η περιγραφή κατά τη σήμανση με ετικέτα περιλαμβάνει:
α) την ένδειξη της γεωγραφικής ενότητας που βρίσκεται στη συγκεκριμένη τρίτη χώρα, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 29·
[…]
Μπορούν να περιληφθούν στον πίνακα αυτόν μόνο οι εισαγόμενοι οίνοι για τους οποίους είναι αναγνωρισμένη η ισοδυναμία των συνθηκών παραγωγής καθενός από τους οίνους αυτούς με εκείνες ενός v.q.p.r.d. ή ενός επιτραπέζιου οίνου με γεωγραφική ένδειξη.»
34 Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3201/90 της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 1990, περί των λεπτομερειών εφαρμογής για τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση οίνων και γλευκών σταφύλης (EE L 309, σ. 1), προβλέπει τα εξής:
«Ο κατάλογος των εισαγομένων οίνων, που περιγράφονται με τη βοήθεια γεωγραφικής ένδειξης, προβλεπομένης από το άρθρο 26, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2392/89, εμφαίνεται στο παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.
Τα ονόματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτόν τον κατάλογο αναγράφονται κατά τρόπο ώστε να διακρίνονται εμφανώς από τις άλλες ενδείξεις που υπάρχουν στην ετικέτα του εν λόγω εισαγομένου οίνου, ιδίως σχετικά με τις γεωγραφικές ενδείξεις που αναφέρονται στο άρθρο 26, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2392/89.»
35 Οι ουγγρικοί οίνοι που έχουν την ονομασία «Tokaj» ή «Tokaji» περιλαμβάνονται στον τίτλο 11, σημείο 5, του παραρτήματος II του κανονισμού 3201/90, που τιτλοφορείται «Κατάλογος […] των εισαγομένων οίνων οι οποίοι χαρακτηρίζονται με μια γεωγραφική ένδειξη».
36 Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού:
«Ο κατάλογος των συνωνύμων των ονομάτων των ποικιλιών αμπέλου που δύνανται να χρησιμοποιούνται για την περιγραφή επιτραπέζιων οίνων και v.q.p.r.d. κατ’ εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και του άρθρου 14, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2392/89, εμφαίνεται στο παράρτημα III του παρόντος κανονισμού.»
37 Στο σημείο 5 του ως άνω παραρτήματος III, που τιτλοφορείται «Κατάλογος […] των συνωνύμων των ονομάτων των ποικιλιών αμπέλου τα οποία δύνανται να χρησιμοποιηθούν για τον χαρακτηρισμό επιτραπέζιων οίνων και v.q.p.r.d.», περιλαμβάνονται η ποικιλία «Tocai friulano» και η συνώνυμή της «Tocai italico».
Η ΚΟΑΑ που ήταν εν ισχύι κατά το χρονικό σημείο γενέσεως της διαφοράς της κύριας δίκης
38 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1493/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ L 179, σ. 1), άρχισε να εφαρμόζεται την 1η Αυγούστου 2000.
39 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε ταξινόμηση των οινοποιήσιμων ποικιλιών αμπέλου. […]»
40 Οι κανόνες σχετικά με την περιγραφή, την ονομασία και την παρουσίαση ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων, καθώς και με την προστασία ορισμένων ενδείξεων, αναφορών και όρων, εμφαίνονται στα άρθρα 47 έως 53 και στα παραρτήματα VII και VIII του εν λόγω κανονισμού.
41 Το άρθρο 50 του κανονισμού 1493/1999 προβλέπει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα που επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους να αποτρέψουν, υπό τους όρους που ορίζονται στα άρθρα 23 και 24 της Συμφωνίας [ΔΠΙΤΕ], τη χρησιμοποίηση στην Κοινότητα μιας γεωγραφικής ένδειξης που χαρακτηρίζει προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β), σε προϊόντα που δεν κατάγονται από τον τόπο που ορίζεται από τη σχετική γεωγραφική ένδειξη […].
2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “γεωγραφικές ενδείξεις” νοούνται οι ενδείξεις που χρησιμεύουν για την ταυτοποίηση ενός προϊόντος ως καταγόμενου από το έδαφος μιας τρίτης χώρας που αποτελεί μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου ή μιας περιφέρειας ή τοποθεσίας στο εν λόγω έδαφος, στις περιπτώσεις όπου η ποιότητα, η φήμη ή ένα άλλο συγκεκριμένο χαρακτηριστικό του προϊόντος μπορεί να αποδοθεί κυρίως στην εν λόγω γεωγραφική θέση καταγωγής.
[…]»
42 Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού:
«Εάν ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί το όνομα μιας καθορισμένης περιοχής για οίνο v.q.p.r.d. καθώς και, ενδεχομένως, για οίνο που προορίζεται να μεταποιηθεί σε v.q.p.r.d., αυτό το όνομα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα που δεν προέρχονται από την περιοχή αυτή ή/και στα οποία αυτό το όνομα δεν έχει αποδοθεί σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες κοινοτικές και εθνικές κανονιστικές διατάξεις […]
Με την επιφύλαξη των κοινοτικών διατάξεων που αφορούν ειδικά ορισμένους τύπους v.q.p.r.d., τα κράτη μέλη μπορούν να δεχθούν, σύμφωνα με προϋποθέσεις παραγωγής που καθορίζουν, ότι το όνομα μιας καθορισμένης περιοχής συνδυάζεται με μια διευκρίνιση σχετικά με τον τρόπο επεξεργασίας ή τον τύπο προϊόντος, ή με το όνομα ποικιλίας αμπέλου ή συνωνύμων της.
[…]»
43 Από το παράρτημα VII, μέρος A, σημεία 1 και 2, του κανονισμού 1493/1999 προκύπτει ότι η επισήμανση των v.q.p.r.d. και των οίνων καταγωγής τρίτων χωρών φέρει υποχρεωτικά ορισμένες ενδείξεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η ονομασία πώλησης, η οποία αποτελείται, για τους v.q.p.r.d., ιδίως από το όνομα της καθορισμένης περιοχής και για τους εισαγόμενους οίνους, από την ένδειξη «οίνος», συμπληρούμενη υποχρεωτικά από το όνομα της χώρας καταγωγής, και, όταν περιγράφονται με γεωγραφική ένδειξη, το όνομα της συγκεκριμένης γεωγραφικής ενότητας.
44 Το ίδιο παράρτημα, μέρος B, σημεία 1 και 4, προβλέπει τα εξής:
«1. Η επισήμανση των προϊόντων που παρασκευάζονται στην Κοινότητα μπορεί να συμπληρώνεται από τις ακόλουθες ενδείξεις, υπό προϋποθέσεις που θα καθορισθούν:
[…]
β) για τους επιτραπέζιους οίνους με γεωγραφική ένδειξη και τους v.q.p.r.d.:
[…]
– το όνομα μιας ή περισσοτέρων ποικιλιών αμπέλου,
[…]
4. Για τους οίνους που παρασκευάζονται στο έδαφός τους, τα κράτη μέλη παραγωγής μπορούν να καθιστούν υποχρεωτική, να απαγορεύουν ή να περιορίζουν τη χρήση ορισμένων ενδείξεων που αναφέρονται στα σημεία 1 και 2.»
45 Το άρθρο 54, παράγραφος 4, του κανονισμού 1493/1999 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τον κατάλογο των v.q.p.r.d. που έχουν αναγνωρίσει, αναφέροντας, για κάθε έναν από τους εν λόγω v.q.p.r.d., την παραπομπή στις εθνικές διατάξεις που διέπουν την παραγωγή και την παρασκευή τους.»
46 Ο κανονισμός 1493/1999 τέθηκε σε εφαρμογή με τον κανονισμό 753/2002.
47 Το άρθρο 19 του κανονισμού 753/2002, που τιτλοφορείται «Ένδειξη των ποικιλιών αμπέλου», προβλέπει τα εξής:
«1. Η ονομασία των ποικιλιών αμπέλου που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή ενός επιτραπέζιου οίνου με γεωγραφική ένδειξη ή ενός v.q.p.r.d. ή τα συνώνυμά τους μπορεί να εμφαίνεται στη σήμανση των σχετικών οίνων, εφόσον:
[…]
γ) η ονομασία της ποικιλίας ή ένα από τα συνώνυμά της δεν περιλαμβάνει γεωγραφική ένδειξη που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό ενός v.q.p.r.d. ή ενός επιτραπέζιου οίνου ή ενός εισαγόμενου οίνου που εμφαίνεται στους καταλόγους των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ των τρίτων χωρών και της Κοινότητας και, όταν συνοδεύεται από έναν άλλο γεωγραφικό όρο, εμφαίνεται στην ετικέτα χωρίς τον εν λόγω γεωγραφικό όρο·
[…]
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, στοιχείο γ΄:
α) η ονομασία μιας ποικιλίας αμπέλου ή ένα από τα συνώνυμά της που περιλαμβάνει μια γεωγραφική ένδειξη μπορεί να εμφαίνεται στη σήμανση ενός οίνου που ορίζεται με την εν λόγω γεωγραφική ένδειξη·
β) οι ονομασίες των ποικιλιών και τα συνώνυμά τους που αναφέρονται στο παράρτημα II μπορούν να χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο των ισχυόντων εθνικών ή/και κοινοτικών όρων κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.
3. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή, πριν από την 1η Οκτωβρίου 2002, τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχείο β΄. Η Επιτροπή διασφαλίζει, με κάθε πρόσφορο μέσον, τη δημοσιότητα των μέτρων αυτών.»
48 Στο παράρτημα II του ως άνω κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Ονόματα των ποικιλιών αμπέλου ή των συνωνύμων τους που περιλαμβάνουν γεωγραφική ένδειξη και μπορούν να αναγράφονται στη σήμανση των οίνων σε εφαρμογή του άρθρου 19, παράγραφος 2», εμφαίνεται μεταξύ άλλων, για την Ιταλία, η ένδειξη «Tocai Friulano, Tocai italico». Σύμφωνα με μια σχετική με την ως άνω ένδειξη υποσημείωση, «[τ]ο όνομα “Tocai friulano” και το συνώνυμο “Tocai italico” μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μεταβατική περίοδο, έως τις 31 Μαρτίου 2007.»
49 Επ’ αυτού, το ως άνω παράρτημα δεν υπέστη τροποποιήσεις κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1429/2004 της Επιτροπής, της 9ης Αυγούστου 2004, για τροποποίηση του κανονισμού 753/2002 (EE L 263, σ. 11).
Η ιταλική ρύθμιση
50 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 προβλέπει τα εξής:
«Οι εθνικοί όροι για τη χρήση, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού (ΕΚ) 753/2002, των ονομασιών ποικιλιών αμπέλου και των συνωνύμων τους που περιλαμβάνουν γεωγραφική ένδειξη και μπορούν να εμφαίνονται στη σήμανση των [v.q.p.r.d.] και των ιταλικών οίνων με τυπική γεωγραφική ένδειξη προβλέπονται στο παράρτημα I το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας αποφάσεως και στο οποίο απαριθμούνται οι ονομασίες των ποικιλιών αμπέλου και των συνωνύμων τους που αφορούν την Ιταλία και εμφαίνονται στο παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού (ΕΚ) 753/2002.»
51 Στο παράρτημα I της αποφάσεως της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στη στήλη «Ονομασίες ποικιλιών αμπέλου ή των συνωνύμων τους», η ένδειξη «Tocai friulano ή Tocai Italico» προς την οποία αντιστοιχεί, στη στήλη «Έκταση της παρεκκλίσεως (διοικητική επικράτεια και/ή συγκεκριμένος οίνος [v.q.p.r.d.] και/ή [οίνοι με τυπική γεωγραφική ένδειξη]»), η ακόλουθη ένδειξη:
«Για ορισμένους οίνους [v.q.p.r.d.] των περιφερειών Friuli-Venezia Giulia και Veneto και για μια μεταβατική περίοδο, η οποία λήγει στις 31 Μαρτίου 2007, βάσει της συμφωνίας μεταξύ της [Ευρωπαϊκής Ένωσης] και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας.»
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
52 Στην απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι η Regione και η ERSA επικρίνουν την αδικία που έγκειται στο γεγονός ότι, επί 106 ονομασιών οίνων στις οποίες εφαρμόζεται η παρέκκλιση από το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 753/2002, μόνον εκείνες που προβλέπονται για το Tocai friulano ή το Tocai italico και για τη γαλλική ονομασία Tokay Pinot gris είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας.
53 Εν συνεχεία, το ως άνω δικαστήριο αναφέρεται στην επιχειρηματολογία της Regione και της ERSA που αποσκοπεί στο να αποδειχθεί η σπουδαιότητα που προσδίδεται στην ιστορική προέλευση της ονομασίας Tocai friulano.
54 Πρόκειται για μια αυτόχθονα ποικιλία της περιοχής Collio goriziano (περιφέρεια Friuli-Venezia Giulia), η οποία καλλιεργείται στην εν λόγω περιφέρεια εδώ και αιώνες. Η ως άνω ποικιλία χρησιμεύει για την παραγωγή ενός λευκού ξηρού οίνου, που δεν προσφέρεται για παλαίωση.
55 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, λαμβανομένων υπόψη των ως άνω σκέψεων, η Regione και η ERSA προέβαλαν τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
– κατάχρηση εξουσίας λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και λόγω της υπάρξεως αντιφάσεως που συνίσταται στο γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές είχαν ζητήσει από την Επιτροπή παρέκκλιση χωρίς χρονικό όριο, αλλά ενέκριναν εν συνεχεία την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002 με το χρονικό όριο που αυτή προβλέπει·
– κατάχρηση εξουσίας λόγω πρόδηλης αδικίας και παραβιάσεως της αρχής της ισότητας των πολιτών της Κοινότητας ως προς τα δικαιώματα στην αξιοπρέπεια, που συνίσταται στο γεγονός ότι η διάκριση εις βάρος των Ιταλών παραγωγών είναι καθ’ όλα αδικαιολόγητη·
– παρανομία που απορρέει εμμέσως από την έλλειψη νομιμότητας της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, δεδομένου ότι η πράξη από την οποία απορρέει ο μη σύννομος περιορισμός, ήτοι η εν λόγω συμφωνία, όπως αυτή εγκρίθηκε με την απόφαση 93/724, είναι επίσης παράνομη κατά το μέτρο που:
– τα δύο ομώνυμα προϊόντα είναι τελείως διαφορετικά, εφόσον ο οίνος της Ουγγαρίας είναι γλυκός·
– η χρήση της ίδιας ονομασίας και από τις δύο κοινότητες ανάγεται σε χρόνους πολύ παλαιούς·
– βάσει της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων και της Συμφωνίας της Μαδρίτης του 1891, η αντιμετώπιση του ζητήματος της εν λόγω ομωνυμίας με την προσθήκη της ονομασίας της περιοχής ή της ποικιλίας είναι νόμιμη·
– δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Ουγγαρίας θα προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων πρέπει, προκειμένου να διατηρηθεί σε ισχύ, να είναι σύμφωνη με τις αρχές που περιέχονται στη Συμφωνία για τον ΠΟΕ, και ιδίως με τα άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ που διέπουν τις ψευδείς γεωγραφικές ενδείξεις·
– η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων είναι αντίθετη προς τις αρχές του διεθνούς δικαίου καθόσον ο χρονικός περιορισμός της χρήσεως της ως άνω ονομασίας προκύπτει από ανταλλαγή επιστολών (ήτοι από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai) και όχι από το κείμενο της εν λόγω συμφωνίας, παραβιάζει την αρχή των διεθνών εθιμικών κανόνων και στηρίζεται σε ψευδή εντύπωση για το επίμαχο ζήτημα της ομωνυμίας·
– παράβαση του άρθρου 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως του οποίου η διακήρυξη έγινε στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1, στο εξής: Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων) καθόσον από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται, ότι κανείς δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ότι οι αρχές της αναλογικότητας και της δίκαιης αποζημιώσεως πρέπει να τηρούνται και ότι κάθε περιορισμός του δικαιώματος ιδιοκτησίας πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να ερείδεται σε κανόνα δικαίου.
56 Επί πλέον, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, με την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, οι εθνικές αρχές περιορίστηκαν να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο την προβλεπόμενη από τον κανονισμό 753/2002 και το παράρτημά του II διάταξη που αφορά τον χρονικό περιορισμό της χρήσεως της ονομασίας «Tocai friulano» και ότι οι ως άνω αρχές διευκρίνισαν απλώς ότι ο εν λόγω περιορισμός απορρέει από συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας.
57 Επομένως, καθίσταται προφανές, κατά το εν λόγω δικαστήριο, ότι η προβαλλομένη ζημία στο πλαίσιο της προσφυγής της κύριας δίκης, ήτοι η αδυναμία χρήσεως της ονομασίας Tocai friulano ή Tocai italico πέραν της 31ης Μαρτίου 2007, απορρέει ευθέως από δύο κοινοτικές πηγές κανόνων δικαίου, ήτοι από την απόφαση 93/724 και από τον κανονισμό 753/2002.
58 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio, εκτιμώντας ότι η απάντηση σε ορισμένα ερωτήματα που αφορούν το κοινοτικό δίκαιο είναι απαραίτητη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μπορεί η ευρωπαϊκή συμφωνία μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, η οποία συνήφθη στις 16 Δεκεμβρίου 1991 […], να αποτελέσει σύννομη και επαρκή νομική βάση για την απονομή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα της εξουσίας για σύναψη της κοινοτικής συμφωνίας με τη Δημοκρατία της Ουγγαρίας, της 29ης Νοεμβρίου 1993 […], σχετικά με την αμοιβαία προστασία των ονομασιών οίνων, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 65, παράγραφος 1, της κοινής δηλώσεως υπ’ αριθ. 13 και του παραρτήματος ΧΙΙΙ (σημεία 3, 4 και 5) της ευρωπαϊκής συμφωνίας του 1991, σχετικά με την ενδεχόμενη επιφύλαξη υπέρ των συμβαλλόμενων κρατών της κυριαρχίας και της αρμοδιότητας στον τομέα των εθνικών γεωγραφικών ονομασιών που αφορούν γεωργικά προϊόντα διατροφής, συμπεριλαμβανομένων των αμπελοοινικών προϊόντων, πράγμα που σημαίνει ότι αποκλείεται οιαδήποτε μεταβίβαση κυριαρχίας και αρμοδιότητας στον εν λόγω τομέα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα;
2) Πρέπει η κοινοτική συμφωνία για την αμοιβαία προστασία των ονομασιών οίνων […], η οποία αφορά την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων που εμπίπτουν στον τομέα της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, να κηρυχθεί άκυρη και, ως εκ τούτου, μη παράγουσα αποτελέσματα στην κοινοτική έννομη τάξη, καθόσον δεν έχει κυρωθεί εκ μέρους εκάστου των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, λαμβανομένης υπόψη και της υπ’ αριθ. 1/94 γνωμοδοτήσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σχετικά με την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας;
3) Σε περίπτωση που η κοινοτική συμφωνία του 1993 […] θεωρηθεί, ως προς το σύνολο των διατάξεών της, νόμιμη και εφαρμοστέα, πρέπει η απαγόρευση χρήσεως στην Ιταλία της ονομασίας “Tocai” μετά το 2007, όπως αυτή προκύπτει από τις επιστολές που αντηλλάγησαν μεταξύ των μερών της συμφωνίας (και προσαρτώνται σε αυτή), να θεωρηθεί άκυρη και, ως εκ τούτου, μη παράγουσα έννομα αποτελέσματα, καθόσον είναι αντίθετη προς τις διατάξεις περί ομώνυμων ονομασιών που περιλαμβάνονται στην ίδια τη συμφωνία του 1993 (βλ. άρθρο 4, παράγραφος 5, και το προσαρτηθέν στη συμφωνία πρωτόκολλο);
4) Πρέπει η δεύτερη κοινή δήλωση που προσαρτάται στη συμφωνία του 1993 […], από την οποία συνάγεται ότι τα συμβαλλόμενα μέρη δεν γνώριζαν, κατά τη στιγμή των διαπραγματεύσεων, την ύπαρξη ομώνυμων ονομασιών για τους ευρωπαϊκούς και ουγγρικούς οίνους, να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα ουσιώδους πλάνης (δεδομένου ότι οι ιταλικές και ουγγρικές ονομασίες για τους οίνους “Tocai” υπήρχαν και χρησιμοποιούνταν παράλληλα εδώ και αιώνες, αναγνωρίστηκαν δε επισήμως το 1948, με συμφωνία μεταξύ της Ιταλίας και της Ουγγαρίας, και αποτέλεσαν, πρόσφατα, αντικείμενο κοινοτικής ρυθμίσεως) ώστε να καθίσταται άκυρο, βάσει του άρθρου 48 της Συμβάσεως της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών, το τμήμα της συμφωνίας του 1993 που απαγορεύει τη χρήση στην Ιταλία της ονομασίας Tocai;
5) Έχει η συμφωνία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου [Συμφωνία ΔΠΙΤΕ] […], η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1996, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος της κοινοτικής συμφωνίας του 1993 […], την έννοια, υπό το φως του άρθρου 59 της Συμβάσεως της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών, ότι υπερισχύει σε περίπτωση ασυμφωνίας των διατάξεών της περί ομώνυμων ονομασιών οίνων προς αυτές της κοινοτικής συμφωνίας του 1993, λαμβανομένου υπόψη ότι και στις δύο συμφωνίες συμβάλλονται τα ίδια μέρη;
6) Πρέπει τα άρθρα 22 έως 24 του τρίτου τμήματος του παραρτήματος Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), το οποίο περιλαμβάνει τη Συμφωνία ΔΠΙΤΕ […] και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1996, να ερμηνευθούν, στην περίπτωση δύο ομώνυμων ονομασιών οίνων που παράγονται σε δύο διαφορετικά κράτη που έχουν συμβληθεί στη Συμφωνία ΔΠΙΤΕ (τόσο στην περίπτωση που η ομωνυμία αφορά δύο γεωγραφικές ονομασίες που χρησιμοποιούνται και στα δύο συμβαλλόμενα κράτη όσον και όταν αφορά γεωγραφική ονομασία ενός συμβαλλόμενου κράτους και την ομώνυμη ονομασία μιας ποικιλίας που καλλιεργείται παραδοσιακά στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος), υπό την έννοια ότι και οι δύο ονομασίες μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται στο μέλλον, εφόσον χρησιμοποιήθηκαν στο παρελθόν από τους αντίστοιχους παραγωγούς, είτε καλοπίστως είτε επί 10 τουλάχιστον έτη πριν από τις 15 Απριλίου 1994 (άρθρο 24, παράγραφος 4, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ), και εφόσον από κάθε ονομασία προκύπτει, με σαφήνεια και κατά τρόπο που δεν παραπλανά τους καταναλωτές, η χώρα ή η περιφέρεια ή η περιοχή από την οποία προέρχεται ο προστατευόμενος οίνος;
7) Περιλαμβάνει το δικαίωμα ιδιοκτησίας του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου […], το οποίο προστατεύεται και από το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης του οποίου η διακήρυξη έγινε στις 7 [Δεκεμβρίου] 2000 στη Νίκαια, και την πνευματική ιδιοκτησία σχετικά με τις ονομασίες προελεύσεως οίνων και την εκμετάλλευσή τους και, συνεπώς, εμποδίζει η προστασία του δικαιώματος αυτού την εφαρμογή των όρων που καθορίζονται στην ανταλλαγή επιστολών που προσαρτάται στη συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων […], οι οποίοι όμως δεν μνημονεύονται στο σώμα του κειμένου της συμφωνίας, βάσει των οποίων απαγορεύεται στους οινοπαραγωγούς της περιοχής Friuli να χρησιμοποιούν την ονομασία “Tocai friulano”, λαμβανομένης, μάλιστα, υπόψη της απουσίας οιασδήποτε μορφής αποζημιώσεως υπέρ των οινοπαραγωγών της περιοχής Friuli που στερήθηκαν το δικαίωμά τους, της απουσίας δημόσιου γενικού συμφέροντος, δικαιολογούντος τη στέρηση αυτή, και της μη τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας;
8) Σε περίπτωση που οι κοινοτικές διατάξεις της συμφωνίας για την αμοιβαία προστασία των ονομασιών οίνων, η οποία συνήφθη στις 29 Νοεμβρίου 1993 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας […], και/ή η προσαρτηθείσα σε αυτή ανταλλαγή επιστολών κριθούν παράνομες κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, πρέπει οι διατάξεις του κανονισμού […] 753/2002, βάσει του οποίου απαγορεύθηκε η χρήση της ονομασίας “Tocai friulano” μετά τις 31 Μαρτίου 2007 (άρθρο 19, παράγραφος 2), να θεωρηθούν άκυρες ή, τουλάχιστον, μη εφαρμοστέες;»
59 Με αίτηση της 11ης Μαρτίου 2005, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Μαρτίου 2005, η Regione και η ERSA ζήτησαν από το Δικαστήριο να επιτρέψει σε όσους έλαβαν μέρος στην παρούσα διαδικασία να υποβάλουν παρατηρήσεις επί ορισμένων νέων περιστατικών που εκτίθενται στην ως άνω αίτηση προτού εκδώσει το Δικαστήριο την απόφασή του. Τα εν λόγω νέα περιστατικά αφορούν την επικείμενη σύναψη, εκ μέρους της Κοινότητας, νέων συμφωνιών με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 6, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, θα επιτρέψουν στους παραγωγούς των ως άνω χωρών να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν στις εγχώριες αγορές τους καθώς και σε τρίτες αγορές την ονομασία «Tocay».
60 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως του γενικού εισαγγελέα ή, ακόμη, κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων, μπορεί να διατάξει την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 61 του Κανονισμού Διαδικασίας, εφόσον κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ή ότι η υπόθεση πρέπει να επιλυθεί βάσει επιχειρήματος επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των διαδίκων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2002, C-299/99, Philips, Συλλογή 2002, σ. I-5475, σκέψη 20).
61 Το Δικαστήριο κρίνει ότι, εν προκειμένω, δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί η επανάληψη της προφορικής διαδικασίας, η οποία περατώθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2004, εφόσον διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να απαντήσει στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης.
62 Κατά συνέπεια, η αίτηση της Regione και της ERSA πρέπει να απορριφθεί.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
63 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας μπορούσε να αποτελέσει προσήκουσα νομική βάση για την έκδοση της αποφάσεως 93/724 με την οποία η Κοινότητα συνήψε τη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων.
64 Το ερώτημα αυτό στηρίζεται στην προϋπόθεση ότι η νομική βάση που παρέχει στην Κοινότητα την εξουσία συνάψεως της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων αποτελείται από τη Συμφωνία Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας. Καθίσταται φανερό ότι η ως άνω προϋπόθεση πηγάζει από τη μνεία, που περιέχεται στην πρώτη αιτιολογική αναφορά του προοιμίου της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας.
65 Πάντως, όπως ορθώς επεσήμαναν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η ως άνω προϋπόθεση δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
66 Συγκεκριμένα, η μνεία της Συμφωνίας Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας έχει ως αντικείμενο να ενταχθεί η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων στο πολιτικό της πλαίσιο. Η ως άνω μνεία δεν πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενη στις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου βάσει των οποίων η Κοινότητα συνήψε την εν λόγω συμφωνία.
67 Αντιθέτως, η νομική βάση που παρέχει στην Κοινότητα την εξουσία συνάψεως της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων μνημονεύεται στην πρώτη αιτιολογική αναφορά του προοιμίου της αποφάσεως 93/724, με την οποία η ως άνω συμφωνία συνήφθη και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας.
68 Συγκεκριμένα, από την εν λόγω αιτιολογική αναφορά προκύπτει σαφώς ότι η ως άνω νομική βάση αποτελείται από το άρθρο 133 ΕΚ, που απονέμει στην Κοινότητα αρμοδιότητα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής.
69 Το ζήτημα αν η νομική βάση την οποία προέκρινε το Συμβούλιο είναι κατάλληλη αποτελεί αντικείμενο του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος και θα εξετασθεί, ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του εν λόγω ερωτήματος.
70 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η Συμφωνία Συνδέσεως ΕΚ-Ουγγαρίας δεν αποτελεί τη νομική βάση της αποφάσεως 93/724 με την οποία συνήφθη η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
71 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το άρθρο 133 ΕΚ, που απονέμει στην Κοινότητα αποκλειστική αρμοδιότητα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, συνιστά προσήκουσα νομική βάση για τη σύναψη, μόνον από την Κοινότητα, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η εν λόγω συμφωνία περιελάμβανε ένα καθεστώς προστασίας των γεωγραφικών ενδείξεων που εμπίπτουν στον τομέα της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
72 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιλογή της νομικής βάσεως μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-336/00, Huber, Συλλογή 2002, σ. I-7699, σκέψη 30).
73 Από την πρώτη αιτιολογική αναφορά του προοιμίου της αποφάσεως 93/724 προκύπτει ότι το Συμβούλιο δέχθηκε ως νομική βάση για τη σύναψη της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων ειδικώς το άρθρο 133 ΕΚ.
74 Επί πλέον, από την τρίτη αιτιολογική σκέψη της ως άνω αποφάσεως προκύπτει ότι, εφόσον οι διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας συνδέονται άμεσα με μέτρα τα οποία καλύπτονται από την κοινή εμπορική πολιτική και την κοινή γεωργική πολιτική, εν προκειμένω από την κοινοτική ρύθμιση περί αμπελοοινικών προϊόντων, το Συμβούλιο εκτίμησε ότι η εν λόγω συμφωνία έπρεπε να συναφθεί σε κοινοτικό επίπεδο.
75 Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια κοινοτική πράξη εμπίπτει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 133 ΕΚ αποκλειστική αρμοδιότητα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής μόνον αν αφορά τις διεθνείς συναλλαγές, καθόσον η εν λόγω πράξη προορίζεται κυρίως να προάγει, να διευκολύνει ή να διέπει τις εμπορικές συναλλαγές και έχει άμεσες και ενεστώσες συνέπειες επί του εμπορίου ή επί των συναλλαγών των οικείων προϊόντων (βλ. γνωμοδότηση 1/94, της 15ης Νοεμβρίου 1994, Συλλογή 1994, σ. I-5267, σκέψη 57· γνωμοδότηση 2/00, της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Συλλογή 2001, σ. I-9713, σκέψη 40, και απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-281/01, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I-12049, σκέψεις 40 και 41).
76 Εν προκειμένω, τίθεται ειδικότερα το ζήτημα αν η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής ή αν η ως άνω συμφωνία αποτελεί μέρος, όπως υποστήριξαν η Regione και η ERSA καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση, της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, στον τομέα της οποίας η Κοινότητα και τα κράτη μέλη έχουν συντρέχουσα αρμοδιότητα.
77 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί το σχετικό κοινοτικό κανονιστικό πλαίσιο ratione temporis, ήτοι η αμπελοοινική ΚΟΑΑ που ήταν εν ισχύι κατά τη σύναψη της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων.
78 Συγκεκριμένα, το άρθρο 63 του κανονισμού 822/87 προβλέπει ότι οι εισαγόμενοι οίνοι, οι οποίοι προορίζονται για άμεση ανθρώπινη κατανάλωση και οι οποίοι περιγράφονται με τη βοήθεια γεωγραφικής ένδειξης, μπορούν να τυγχάνουν για την εμπορία τους εντός της Κοινότητας, υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, του ελέγχου και της προστασίας που προβλέπονται για τους v.q.p.r.d. και ότι η εν λόγω διάταξη θα εφαρμοσθεί με συμφωνίες που θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγματεύσεων και θα συναφθούν με τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 133 ΕΚ.
79 Είναι πρόδηλο ότι η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων αποτελεί συμφωνία που διέπεται από το άρθρο 63 του κανονισμού 822/87.
80 Τέτοιες συμφωνίες έχουν ως κύριο σκοπό να προάγουν τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ενισχύοντας, επί τη βάσει της αμοιβαιότητας, αφενός, την εμπορία οίνων καταγωγής των ενδιαφερομένων τρίτων χωρών, διασφαλίζοντας ότι οι εν λόγω οίνοι τυγχάνουν της ίδιας προστασίας με εκείνη που προβλέπεται για τους οίνους v.q.p.r.d. κοινοτικής καταγωγής, και, αφετέρου, την εμπορία οίνων καταγωγής Κοινότητας στις ως άνω τρίτες χώρες.
81 Ειδικότερα, οι ως άνω συμφωνίες εξασφαλίζουν την αμοιβαία προστασία ορισμένων γεωγραφικών ενδείξεων που αναφέρονται στη σήμανση που χρησιμοποιείται για την εμπορία των σχετικών οίνων στις αγορές της Κοινότητας και της ενδιαφερομένης τρίτης χώρας. Επομένως, πρόκειται για μέσο που επηρεάζει ευθέως το εμπόριο των οίνων (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 40).
82 Λαμβανομένων υπόψη των ως άνω στοιχείων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι τέτοιες συμφωνίες ανταποκρίνονται στα κριτήρια τα οποία, σύμφωνα με την υπομνησθείσα στη σκέψη 75 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, πρέπει να πληρούνται προκειμένου μια κοινοτική πράξη να είναι σε θέση να υπαχθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής την οποία προβλέπει το άρθρο 133 ΕΚ.
83 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 133 ΕΚ, όπως το αναφέρει το προοίμιο της αποφάσεως 93/724, αποτελεί προσήκουσα νομική βάση για τη σύναψη, μόνον από την Κοινότητα, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων.
Επί του τρίτου ερωτήματος
84 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν, σε περίπτωση που η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων θεωρηθεί, ως προς το σύνολο των διατάξεών της, νόμιμη και εφαρμοστέα, η απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «Tocai» στην Ιταλία μετά τις 31 Μαρτίου 2007, όπως αυτή προκύπτει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai, είναι άκυρη και μη εφαρμοστέα, καθόσον είναι αντίθετη προς το καθεστώς των ομωνύμων ονομασιών που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της εν λόγω συμφωνίας.
85 Το ως άνω ερώτημα πρέπει να νοηθεί υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας της Regione και της ERSA, σύμφωνα με την οποία υφίσταται αντίφαση μεταξύ, αφενός, του καθεστώτος των ομωνύμων ονομασιών που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων και, αφετέρου, της απαγορεύσεως, η οποία απορρέει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai, χρήσεως του όρου «Tocai» στην ένδειξη «Tocai friulano» ή «Tocai italico» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων v.q.p.r.d. μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που εκπνέει στις 31 Μαρτίου 2007.
86 Η αντίφαση αυτή έγκειται στο γεγονός ότι, στην ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai, δόθηκε προτεραιότητα στην ουγγρική ονομασία «Tokaj» εις βάρος της ομώνυμης ιταλικής ονομασίας «Tocai», ενώ το καθεστώς των ομωνύμων ονομασιών που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας, κύριας συμφωνίας από την οποία δεν μπορεί να παρεκκλίνει μια πράξη που έχει προσαρτηθεί στην εν λόγω συμφωνία, όπως η ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai, στηρίζεται σε κανόνα που εξασφαλίζει τη συνύπαρξη καθεμίας από τις ονομασίες, εφόσον αυτές δεν προκαλούν σύγχυση.
87 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι μια τέτοια σύγκρουση μπορεί να υπάρξει μόνον αν καθεμία από τις ονομασίες που θεωρούνται ως ομώνυμες κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας αποτελεί προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας.
88 Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της ως άνω συμφωνίας προκύπτει ότι, όσον αφορά τους οίνους καταγωγής Κοινότητας, οι προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας απαριθμούνται στο παράρτημα της συμφωνίας αυτής, στο τμήμα Α, που τιτλοφορείται «Οίνοι καταγωγής Ευρωπαϊκής Κοινότητας».
89 Πάντως, σε αντίθεση με την ουγγρική ονομασία «Tokaj» που εμφαίνεται στο τμήμα B του εν λόγω παραρτήματος, στο οποίο μνημονεύονται οι γεωγραφικές ενδείξεις που αφορούν τους οίνους καταγωγής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας που προστατεύονται δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, οι ενδείξεις «Tocai friulano» και «Tocai italico» δεν εμφαίνονται στο τμήμα A του ως άνω παραρτήματος, που είναι αφιερωμένο στους οίνους καταγωγής Κοινότητας.
90 Επί πλέον και εν πάση περιπτώσει, οι τελευταίες αυτές ονομασίες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως γεωγραφικές ενδείξεις κατά την έννοια της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων.
91 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω συμφωνίας, αποτελεί «γεωγραφική ένδειξη», «κάθε ένδειξη, συμπεριλαμβανομένης μιας “ονομασίας προελεύσεως”, η οποία έχει αναγνωρισθεί από τους νόμους και τους κανονισμούς ενός συμβαλλόμενου μέρους με σκοπό την περιγραφή και την παρουσίαση οίνου, καταγωγής του εδάφους ενός συμβαλλόμενου μέρους ή μιας περιοχής ή τοποθεσίας του εδάφους αυτού, σε περίπτωση που μια δεδομένη ποιότητα, η φήμη ή άλλο χαρακτηριστικό του οίνου αποδίδεται κυρίως στη γεωγραφική του καταγωγή.»
92 Πάντως, όσον αφορά τη σχετική ρύθμιση που ήταν εν ισχύι στην Κοινότητα κατά την ημερομηνία συνάψεως της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, οι ονομασίες «Tocai friulano» και «Tocai italico» δεν αποτελούσαν γεωγραφική ένδειξη, αλλά το όνομα μιας ποικιλίας αμπέλου που έχει αναγνωρισθεί στην Ιταλία ως κατάλληλη για την παραγωγή ορισμένων οίνων v.q.p.r.d. που παράγονται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.
93 Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι η ένδειξη «Tocai friulano» αναγραφόταν στον τίτλο I του παραρτήματος του κανονισμού 3800/81 ως συνιστώμενη, και μάλιστα επιτρεπόμενη, ποικιλία αμπέλου σε ορισμένες ιταλικές επαρχίες, καθώς και στο σημείο 5 του παραρτήματος III του κανονισμού 3201/90 ως συνώνυμη της ποικιλίας αμπέλου «Tocai italico» που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή ορισμένων ιταλικών v.q.p.r.d.
94 Αντιθέτως, οι ουγγρικοί οίνοι με την ονομασία «Tokaj» ή «Tokaji» αναγράφονταν στο παράρτημα II, τίτλος 11, σημείο 5, του κανονισμού 3201/90 υπό τον τίτλο «Κατάλογος […] των εισαγομένων οίνων οι οποίοι χαρακτηρίζονται με μια γεωγραφική ένδειξη».
95 Η Regione και η ERSA καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση, προβλεπόταν και εξακολουθεί πάντοτε να προβλέπεται ότι, στην Ιταλία, για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων v.q.p.r.d., οι σχετικές γεωγραφικές ενδείξεις, όπως «Collio goriziano», «Collio», «Isonzo del Friuli» και «Isonzo» συνδυάζονται, εάν τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που προσδιορίζονται στις συγγραφές υποχρεώσεων, με τη μνεία της ποικιλίας αμπέλου «Tocai friulano» ή της συνώνυμής της «Tocai italico» από την οποία παρασκευάστηκαν οι οίνοι.
96 Ωστόσο, από κανένα στοιχείο που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι η επιλογή του εν λόγω κράτους μέλους να επιτρέψει έναν τέτοιο συνδυασμό είχε ως συνέπεια ότι η επιγραφή που προκύπτει από τον ως άνω συνδυασμό αποτελεί γεωγραφική ένδειξη, κατά τρόπον ώστε οι ενδείξεις «Tocai friulano» και «Tocai italico», που αποτελούν μέρος της ως άνω επιγραφής, δεν θα προσδιόριζαν πλέον μια ποικιλία αμπέλου, αλλά μια γεωγραφική ένδειξη.
97 Αντιθέτως, από την παράθεση των ενδείξεων «Tocai friulano» και «Tocai italico» στο παράρτημα II του κανονισμού 753/2002 προκύπτει ότι, ακόμη και στην κοινοτική ρύθμιση που ήταν εφαρμοστέα κατά την ημερομηνία γενέσεως της διαφοράς της κύριας δίκης, οι ως άνω ενδείξεις αντιστοιχούσαν ακόμη σε μια ποικιλία αμπέλου που μπορούσε, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφοι 2, στοιχείο β΄, και 3, του ανωτέρου κανονισμού, να χρησιμοποιηθεί στη σήμανση των σχετικών ιταλικών οίνων v.q.p.r.d.. Επομένως, δεν πρόκειται για την ονομασία μιας ποικιλίας αμπέλου ή ενός από τα συνώνυμά της που περιλαμβάνει γεωγραφική ένδειξη κατά την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού.
98 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «Tocai» στην Ιταλία μετά τις 31 Μαρτίου 2007, όπως αυτή προκύπτει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai, δεν είναι αντίθετη προς το καθεστώς των ομωνύμων ονομασιών που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
99 Με το τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η κοινή δήλωση περί ομωνυμίας, κατά το μέρος που ορίζει, στο πρώτο εδάφιό της, ότι, όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, τα συμβαλλόμενα μέρη διαπίστωσαν ότι, κατά το χρονικό σημείο των διαπραγματεύσεων, δεν γνώριζαν καμία ειδική περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, οφείλεται σε πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα που επισύρει, δυνάμει του άρθρου 48 της Συμβάσεως της Βιέννης περί του δικαίου των Συνθηκών, την ακυρότητα της εν λόγω συμφωνίας καθόσον αυτή περιλαμβάνει την απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «Tocai» στην Ιταλία μετά τις 31 Μαρτίου 2007.
100 Το ως άνω ερώτημα πρέπει να νοηθεί υπό το πρίσμα της επιχειρηματολογίας της Regione και της ERSA, σύμφωνα με την οποία, λαμβανομένου υπόψη ενός συνόλου στοιχείων, η αμφιβολία ως προς τον εσφαλμένο χαρακτήρα της κοινής δηλώσεως περί ομωνυμίας δεν φαίνεται επιτρεπτή, εφόσον η Κοινότητα και η Δημοκρατία της Ουγγαρίας δεν μπορούσαν να αγνοούν την ύπαρξη ομωνυμίας μεταξύ των ονομασιών «Tocai» για έναν ξηρό ιταλικό οίνο και «Tokaj» για έναν ουγγρικό οίνο επιδόρπιου.
101 Πάντως, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 88 έως 97 της παρούσας αποφάσεως, η ιταλική ονομασία «Tocai friulano» και η συνώνυμή της «Tocai italico» δεν συνιστούν προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη κατά την έννοια της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, οπότε οι διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, της εν λόγω συμφωνίας σχετικά με την ομωνυμία δεν είναι εφαρμοστέες για την επίλυση της περιπτώσεως μιας ενδεχόμενης ομωνυμίας ή ταυτότητας μεταξύ της ως άνω ονομασίας και της ουγγρικής ονομασίας «Tokaj» η οποία, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 89 της παρούσας αποφάσεως, συνιστά προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη δυνάμει της ίδιας συμφωνίας.
102 Κατά συνέπεια, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η κοινή δήλωση περί ομωνυμίας, κατά το μέρος που ορίζει, στο πρώτο εδάφιό της, ότι, όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, τα συμβαλλόμενα μέρη διαπίστωσαν ότι, κατά το χρονικό σημείο των διαπραγματεύσεων, δεν γνώριζαν καμία ειδική περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, δεν οφείλεται σε πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα.
Επί του έκτου ερωτήματος
103 Με το έκτο ερώτημα, που πρέπει να εξεταστεί πριν από το πέμπτο, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν τα άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, προκειμένου περί περιπτώσεων ομωνυμίας μεταξύ γεωγραφικών ονομασιών ή μεταξύ μιας γεωγραφικής ενδείξεως και μιας ονομασίας που περιλαμβάνει το όνομα μιας ποικιλίας, καθεμία από τις ονομασίες μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στο μέλλον, εφόσον χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν από τους αντίστοιχους παραγωγούς είτε καλοπίστως είτε επί δέκα τουλάχιστον έτη πριν από τις 15 Απριλίου 1994 και εφόσον αναφέρει σαφώς τη χώρα, την περιφέρεια ή την περιοχή καταγωγής του προστατευόμενου οίνου κατά τρόπον ώστε να αποτρέπονται οι παρανοήσεις εκ μέρους του καταναλωτή.
104 Η Regione και η ERSA καθώς και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι τα άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ επιβάλλουν στην Κοινότητα να προστατεύει, ως μέλος του ΠΟΕ, καθεμία από τις ομώνυμες γεωγραφικές ενδείξεις, συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως ομωνυμίας μεταξύ μιας γεωγραφικής ενδείξεως και της ονομασίας μιας ποικιλίας, και ότι, κατά συνέπεια, τα εν λόγω άρθρα εμποδίζουν την άρση της προστασίας της ονομασίας «Tocai friulano».
105 Η ως άνω επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή, λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως των σχετικών διατάξεων των εν λόγω άρθρων της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ.
106 Πρώτον, το άρθρο 23, παράγραφος 3, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι, σε περίπτωση που συμπίπτουν οι γεωγραφικές ενδείξεις που χρησιμοποιούνται για συγκεκριμένα κρασιά, η παρεχόμενη προστασία καλύπτει όλες τις ενδείξεις και ότι κάθε μέλος του ΠΟΕ καθορίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες που διέπουν τη διαφοροποίηση των κατά περίπτωση πανομοιότυπων ενδείξεων μεταξύ τους, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να διασφαλίζεται η δίκαιη αντιμετώπιση των οικείων παραγωγών και να αποτρέπονται οι παρανοήσεις εκ μέρους των καταναλωτών.
107 Δυνάμει του άρθρου 22, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, ως «γεωγραφικές ενδείξεις» νοούνται οι ενδείξεις με τις οποίες επισημαίνεται ότι ένα αγαθό κατάγεται από το έδαφος κάποιου μέλους του ΠΟΕ ή από συγκεκριμένη περιοχή της επικράτειας ενός μέλους ή ακόμη από συγκεκριμένο τόπο σε κάποιο μέλος, εφόσον από τη γεωγραφική καταγωγή του προϊόντος συναρτώνται σε μεγάλο βαθμό η ποιότητα, η φήμη και τα λοιπά χαρακτηριστικά του εν λόγω αγαθού.
108 Πάντως, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 88 έως 97 της παρούσας αποφάσεως, σε αντίθεση με την ουγγρική ονομασία «Tokaj», οι ιταλικές ονομασίες «Tocai friulano» και «Tocai italico» αντιστοιχούν στην ονομασία μιας ποικιλίας αμπέλου, αλλά δεν συνιστούν γεωγραφική ένδειξη κατά την έννοια της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η έννοια της γεωγραφικής ενδείξεως, όπως αυτή ορίζεται στην τελευταία συμφωνία, είναι κατ’ ουσίαν η ίδια με εκείνη την οποία δέχεται το άρθρο 22, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, η ίδια διαπίστωση επιβάλλεται στο πλαίσιο της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ.
109 Επομένως, το άρθρο 23, παράγραφος 3, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ δεν έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, εφόσον αυτή δεν αφορά ομωνυμία μεταξύ δύο γεωγραφικών ενδείξεων.
110 Δεύτερον, το άρθρο 24, παράγραφος 4, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ προβλέπει ότι καμία διάταξη του τμήματος 3 της Συμφωνίας αυτής δεν συνεπάγεται ότι τα μέλη του ΠΟΕ οφείλουν να εμποδίζουν τη συνέχιση της χρήσης κατά τρόπο ομοιόμορφο μίας συγκεκριμένης γεωγραφικής ενδείξεως κάποιου άλλου μέλους, η οποία χρησιμοποιείται για την εξατομίκευση κρασιών ή οινοπνευματωδών ποτών, προκειμένου περί αγαθών ή υπηρεσιών, εκ μέρους ενός υπηκόου τους ή κάποιου προσώπου που έχει τη νόμιμη κατοικία του στην επικράτειά τους, εφόσον το πρόσωπο αυτό έχει κάνει συστηματική χρήση της εν λόγω γεωγραφικής ενδείξεως σε σχέση με όμοια ή παρεμφερή αγαθά ή υπηρεσίες στην επικράτεια του εν λόγω μέλους, είτε επί δεκαετία τουλάχιστον πριν από τις 15 Απριλίου 1994, είτε καλοπίστως πριν από την προαναφερθείσα ημερομηνία.
111 Από την ως άνω διάταξη απορρέει σαφώς ότι, καίτοι η Κοινότητα δεν οφείλει να απαγορεύσει τη συνέχιση της χρήσης κατά τρόπο ομοιόμορφο μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής ενδείξεως ενός άλλου μέλους του ΠΟΕ, η οποία χρησιμοποιείται για την εξατομίκευση οίνων ή οινοπνευματωδών ποτών εκ μέρους ενός υπηκόου κράτους μέλους ή ενός προσώπου που έχει την κατοικία του στην επικράτεια ενός κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 4, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, η εν λόγω διάταξη δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια απαγόρευση.
112 Με άλλες λέξεις, το εν λόγω άρθρο 24, παράγραφος 4, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εισάγει, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει, ευχέρεια και όχι υποχρέωση χορηγήσεως προστασίας σε κάθε ομώνυμη ονομασία.
113 Τρίτον, όσον αφορά το άρθρο 24, παράγραφος 6, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, η εν λόγω διάταξη επιτρέπει, μεταξύ άλλων, στην Κοινότητα να εφαρμόζει, ως μέλος του ΠΟΕ, τις διατάξεις της εν λόγω συμφωνίας σε σχέση με κάποια γεωγραφική ένδειξη η οποία χρησιμοποιείται σε οποιοδήποτε άλλο μέλος του ΠΟΕ για προϊόντα που προέρχονται από είδος αμπέλου, για την οποία η αρμόζουσα ένδειξη ταυτίζεται με την κοινή ονομασία ποικιλίας σταφυλιών που απαντά στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της Συμφωνίας για τον ΠΟΕ.
114 Επομένως, η ως άνω διάταξη προβλέπει επίσης ευχέρεια και όχι υποχρέωση της Κοινότητας να χορηγεί προστασία σε μια κοινοτική ποικιλία σταφυλιών ή αμπέλου, ιδίως αν η ποικιλία αυτή είναι ομώνυμη με μια γεωγραφική ένδειξη που αφορά οίνο καταγωγής τρίτης χώρας.
115 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο έκτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, προκειμένου περί περιπτώσεως όπως αυτή της κύριας δίκης, η οποία αφορά ομωνυμία μεταξύ μιας γεωγραφικής ενδείξεως τρίτης χώρας και μιας ονομασίας που περιλαμβάνει το όνομα μιας ποικιλίας που χρησιμοποιείται για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων κοινοτικών οίνων που προέρχονται από την εν λόγω ποικιλία, οι ως άνω διατάξεις δεν απαιτούν να μπορεί η ονομασία αυτή να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στο μέλλον παρά το γεγονός ότι η εν λόγω ονομασία, αφενός, χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν από τους οικείους παραγωγούς είτε καλοπίστως είτε επί δέκα τουλάχιστον έτη πριν από τις 15 Απριλίου 1994 και, αφετέρου, αναφέρει σαφώς τη χώρα, την περιφέρεια ή την περιοχή καταγωγής του προστατευόμενου οίνου κατά τρόπον ώστε να αποτρέπονται οι παρανοήσεις εκ μέρους του καταναλωτή.
116 Λαμβανομένης υπόψη της ως άνω απαντήσεως, δεν συντρέχει πλέον λόγος να δοθεί απάντηση στο πέμπτο ερώτημα, κατά το μέτρο που το τελευταίο υποβλήθηκε για την περίπτωση που η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της χρήσεως του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων v.q.p.r.d. μετά τη λήξη μεταβατικής περιόδου που εκπνέει στις 31 Μαρτίου 2007, θα ήταν ασυμβίβαστη με τις διατάξεις των άρθρων 22 έως 24 της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ εφόσον αυτές θα απαιτούσαν, σε περίπτωση ομωνυμίας, να μπορεί καθεμία από τις ονομασίες να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στο μέλλον.
117 Συγκεκριμένα, από την απάντηση που δόθηκε στο έκτο ερώτημα προκύπτει ότι δεν συντρέχει μια τέτοια περίπτωση στην υπόθεση της κύριας δίκης που αφορά ομωνυμία μεταξύ μιας γεωγραφικής ενδείξεως τρίτης χώρας και μιας ονομασίας που περιλαμβάνει το όνομα μιας ποικιλίας που χρησιμοποιείται για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων κοινοτικών οίνων.
Επί του εβδόμου ερωτήματος
118 Με το έβδομο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το δικαίωμα ιδιοκτησίας που αναφέρεται στο άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και επαναλαμβάνεται στο άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων καλύπτει και την πνευματική ιδιοκτησία σχετικά με τις ονομασίες προελεύσεως των οίνων και την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτή και, εφόσον τούτο ισχύει, αν η προστασία της τελευταίας απαγορεύει να στερηθούν οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες της αυτόνομης περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν τον όρο «Tocai» στην ένδειξη «Tocai friulano» ή «Tocai italico» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων v.q.p.r.d. μετά τη λήξη μεταβατικής περιόδου που εκπνέει στις 31 Μαρτίου 2007, όπως αυτή απορρέει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai που προσαρτάται στη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων αλλά δεν περιλαμβάνεται στην εν λόγω συμφωνία, λαμβανομένης υπόψη, ιδίως, της ελλείψεως οιασδήποτε μορφής αποζημιώσεως υπέρ των αμπελουργών της περιφέρειας Friuli που στερήθηκαν το δικαίωμά τους, της ελλείψεως γενικού συμφέροντος δικαιολογούντος τη στέρηση αυτή και της μη τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας.
119 Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα ιδιοκτησίας περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Πάντως, η αρχή αυτή δεν έχει τη μορφή απολύτου προνομίου, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία της εντός της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε επιδιωκόμενους από την Κοινότητα σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και ανεπίτρεπτη παρέμβαση δυναμένη να θίξει την ίδια την ουσία του διασφαλιζομένου κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιώματος (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-306/93, SMW Winzersekt, Συλλογή τόμος 1994, σ. I-5555, σκέψη 22, και της 15ης Ιουλίου 2004, C-37/02 και C-38/02, Di Lenardo και Dilexport, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 82 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
120 Προκειμένου να προσδιορισθεί η έκταση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, πρέπει να ληφθεί υπόψη, ιδίως, το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που καθιερώνει το ίδιο δικαίωμα.
121 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η απαγόρευση χρήσεως του όρου «Tocai» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων v.q.p.r.d. από την 1η Απριλίου 2007, όπως αυτή απορρέει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai, συνιστά υπέρμετρη και ανεπίτρεπτη παρέμβαση που θίγει την ίδια την ουσία του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας των ενδιαφερόμενων επιχειρηματιών.
122 Η ως άνω απαγόρευση, εφόσον δεν αποκλείει κάθε εύλογο τρόπο διαθέσεως των σχετικών ιταλικών οίνων στο εμπόριο, δεν αποτελεί στέρηση της ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
123 Επομένως, η έλλειψη αποζημιώσεως υπέρ των αμπελουργών της περιφέρειας Friuli που στερήθηκαν το δικαίωμά τους, η οποία επισημάνθηκε από το αιτούν δικαστήριο, δεν συνιστά, αυτή καθ’ εαυτήν, περίσταση που αποδεικνύει το ασυμβίβαστο μεταξύ του επίμαχου στην κύρια δίκη μέτρου απαγορεύσεως και του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
124 Επί πλέον, χωρίς να είναι ανάγκη να κριθεί αν το εν λόγω μέτρο συνιστά, ως μέτρο ρυθμίσεως της χρήσεως αγαθών, επέμβαση στο δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας δυναμένη να εμπίπτει στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και, ως εκ τούτου, να συνεπάγεται περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ένας περιορισμός του δικαιώματος αυτού, αν υποτεθεί ότι έχει αποδειχθεί, μπορεί να δικαιολογηθεί.
125 Από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι ένα μέτρο ρυθμίσεως της χρήσεως αγαθών, προκειμένου να είναι δικαιολογημένο, πρέπει να τηρεί την αρχή της νομιμότητας και να επιδιώκει την επίτευξη ενός θεμιτού σκοπού με μέσα ευλόγως ανάλογα προς τον σκοπό αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, ΕΔΔΑ, απόφαση Jokela κατά Φινλανδίας της 21ης Μαΐου 2002, Recueil des arrêts et décisions 2002-IV, § 48).
126 Κατ’ αρχάς, όσον αφορά τη νομιμότητα του επίμαχου στην κύρια δίκη μέτρου απαγορεύσεως, δεν αμφισβητείται ότι η ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai, που προσαρτάται στη συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, προβλέπει ρητώς την εν λόγω απαγόρευση και ότι, με την απόφαση 93/724, η ως άνω πράξη εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας. Επομένως, πρόκειται για μέτρο που προβλέπεται από νομοθετική διάταξη που θεσπίσθηκε, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 77 έως 81 της παρούσας αποφάσεως, στο πλαίσιο της ΚΟΑΑ που ήταν εν ισχύι κατά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας.
127 Εν συνεχεία, όσον αφορά τον σκοπό γενικού συμφέροντος που επιδιώκει το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο, επισημάνθηκε ήδη, στις σκέψεις 80 και 81 της παρούσας αποφάσεως, ότι η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, της οποίας το ως άνω μέτρο αποτελεί μέρος, αποσκοπεί στην υλοποίηση μιας πολιτικής, στο πλαίσιο της ΚΟΑΑ, που έχει ως κύριο σκοπό να προάγει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ενισχύοντας, επί τη βάσει της αμοιβαιότητας, αφενός, τη διάθεση στο εμπόριο οίνων καταγωγής τρίτων χωρών που περιγράφονται ή παρουσιάζονται με τη βοήθεια γεωγραφικής ενδείξεως, εξασφαλίζοντας στους οίνους αυτούς την ίδια προστασία με εκείνη που προβλέπεται για τους οίνους v.q.p.r.d. κοινοτικής καταγωγής, και, αφετέρου, τη διάθεση στο εμπόριο, στις ως άνω τρίτες χώρες, οίνων καταγωγής Κοινότητας.
128 Από την τρίτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2392/89 προκύπτει, ιδίως, ότι η κοινοτική ρύθμιση στον τομέα της περιγραφής και της παρουσιάσεως των οίνων έχει ως σκοπό να συμβιβασθεί η ανάγκη παροχής ακριβών και σαφών πληροφοριών στον τελικό καταναλωτή για τα σχετικά προϊόντα με εκείνη της προστασίας των παραγωγών στο έδαφός τους έναντι των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
129 Ο κατ’ αυτόν τον τρόπο επιδιωκόμενος από το επίμαχο στην κύρια δίκη μέτρο σκοπός συνιστά θεμιτό σκοπό γενικού συμφέροντος (βλ. απόφαση SMW Winzersekt, προπαρατεθείσα, σκέψη 25).
130 Τέλος, πρέπει να εξετασθεί αν το εν λόγω μέτρο είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό γενικού συμφέροντος.
131 Σε μια υπόθεση που αφορούσε κοινοτικό μέτρο το οποίο ελήφθη στο πλαίσιο της ΚΟΑΑ και το οποίο απαγόρευε, μετά τη λήξη πενταετούς μεταβατικής περιόδου, τη χρήση της ενδείξεως «méthode champenoise» για τους οίνους που δεν έχουν δικαίωμα επί της ελεγχομένης ονομασίας «champagne», το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η οποία αντιστοιχεί προς τις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 34 ΕΚ και 37 ΕΚ και ότι μόνον ο προδήλως ακατάλληλος χαρακτήρας ληφθέντος στον τομέα αυτό μέτρου, σε σχέση προς τον σκοπό που το αρμόδιο όργανο επιδιώκει, μπορεί να επηρεάσει τη νομιμότητα αυτού του μέτρου (βλ. απόφαση SMW Winzersekt, προπαρατεθείσα, σκέψη 21).
132 Συναφώς, έχει σημασία να επισημανθεί ότι, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οι επίμαχοι ιταλικοί οίνοι v.q.p.r.d. θα μπορούν να εξακολουθήσουν να παράγονται από την ποικιλία αμπέλου «Tocai friulano» και να διατίθενται στο εμπόριο με τις αντίστοιχες γεωγραφικές ονομασίες τους, αν και χωρίς την προσθήκη της ονομασίας της ποικιλίας αμπέλου από την οποία προέρχονται.
133 Εν προκειμένω, η αναλογικότητα του επίμαχου στην κύρια δίκη μέτρου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, εφόσον, αφενός, στην ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai έχει προβλεφθεί μεταβατική περίοδος δεκατριών ετών και, αφετέρου, όπως επεσήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εναλλακτικές ενδείξεις είναι διαθέσιμες για την αντικατάσταση της ονομασίας «Tocai friulano» και της συνώνυμής της «Tocai italico», ήτοι, μεταξύ άλλων, οι ενδείξεις «Trebbianello» και «Sauvignonasse».
134 Υπό τις περιστάσεις αυτές, στο έβδομο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν αντιτίθεται στην επιβαλλόμενη στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες της αυτόνομης περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia απαγόρευση χρήσεως του όρου «Tocai» στην ένδειξη «Tocai friulano» ή «Tocai italico» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων v.q.p.r.d. μετά τη λήξη μεταβατικής περιόδου που εκπνέει στις 31 Μαρτίου 2007, όπως αυτή απορρέει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai η οποία προσαρτάται στη Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων, αλλά δεν περιλαμβάνεται στην τελευταία.
Επί του ογδόου ερωτήματος
135 Με το όγδοο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν, σε περίπτωση που η Συμφωνία ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων και/ή η ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το Tocai κριθούν παράνομες κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, οι διατάξεις του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 753/2002, βάσει των οποίων δεν επιτρέπεται η χρήση της ονομασίας «Tocai friulano» μετά τις 31 Μαρτίου 2007, είναι άκυρες ή, τουλάχιστον, μη εφαρμοστέες.
136 Εφόσον το ως άνω ερώτημα υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση κατά την οποία από την εξέταση των επτά πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων θα προέκυπτε η έλλειψη νομιμότητας, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων και/ή της ανταλλαγής επιστολών σχετικά με το Tocai και εφόσον από τις απαντήσεις που δόθηκαν στα ανωτέρω ερωτήματα με την παρούσα απόφαση απορρέει ότι δεν συντρέχει η ως άνω περίπτωση, παρέλκει η απάντηση στο όγδοο ερώτημα.
137 Επί πλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι εναπόκειται, κατ’ αρχήν, μόνο στο αιτούν δικαστήριο να οριοθετήσει το περιεχόμενο των προδικαστικών ερωτημάτων που εκτιμά ότι πρέπει να υποβάλει στο Δικαστήριο.
138 Επομένως, όπως ορθώς επεσήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ορισμένα ζητήματα, τα οποία τέθηκαν ιδίως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από τη Regione και την ERSA καθώς και από την Ιταλική Κυβέρνηση όσον αφορά το όγδοο προδικαστικό ερώτημα, ήτοι τα ζητήματα αν το κύρος της Συμφωνίας ΕΚ-Ουγγαρίας περί οίνων θίγεται από μια φερόμενη παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, και μάλιστα της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν μπορούν να εξετασθούν από το Δικαστήριο, εφόσον τα εν λόγω ζητήματα βαίνουν σαφώς πέραν του πλαισίου του ογδόου ερωτήματος, όπως αυτό διατυπώθηκε από το αιτούν δικαστήριο.
Επί των δικαστικών εξόδων
139 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία για την εγκαθίδρυση συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, δεν αποτελεί τη νομική βάση της αποφάσεως 93/724/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, που αφορά τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων.
2) Το άρθρο 133 ΕΚ, όπως το αναφέρει το προοίμιο της αποφάσεως 93/724, αποτελεί προσήκουσα νομική βάση για τη σύναψη, μόνον από την Κοινότητα, της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων.
3) Η απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «Tocai» στην Ιταλία μετά τις 31 Μαρτίου 2007, όπως αυτή προκύπτει από την ανταλλαγή επιστολών η οποία αφορά το άρθρο 4 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων, δεν είναι αντίθετη προς το καθεστώς των ομωνύμων ονομασιών που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 5, της ίδιας συμφωνίας.
4) Η κοινή δήλωση σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 5, της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων, κατά το μέρος που ορίζει, στο πρώτο εδάφιό της, ότι, όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο α΄, της ίδιας συμφωνίας, τα συμβαλλόμενα μέρη διαπίστωσαν ότι, κατά το χρονικό σημείο των διαπραγματεύσεων, δεν γνώριζαν καμία ειδική περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, δεν οφείλεται σε πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα.
5) Τα άρθρα 22 έως 24 της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου, η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, που εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας, καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της, με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, προκειμένου περί περιπτώσεως όπως αυτή της κύριας δίκης, που αφορά ομωνυμία μεταξύ μιας γεωγραφικής ενδείξεως τρίτης χώρας και μιας ονομασίας η οποία περιλαμβάνει το όνομα μιας ποικιλίας που χρησιμοποιείται για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων κοινοτικών οίνων που προέρχονται από την εν λόγω ποικιλία, οι ως άνω διατάξεις δεν απαιτούν να μπορεί η ονομασία αυτή να συνεχίσει να χρησιμοποιείται στο μέλλον παρά το γεγονός ότι η εν λόγω ονομασία, αφενός, χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν από τους οικείους παραγωγούς είτε καλοπίστως είτε επί δέκα τουλάχιστον έτη πριν από τις 15 Απριλίου 1994 και, αφετέρου, αναφέρει σαφώς τη χώρα, την περιφέρεια ή την περιοχή καταγωγής του προστατευόμενου οίνου κατά τρόπον ώστε να αποτρέπονται οι παρανοήσεις εκ μέρους του καταναλωτή.
6) Το δικαίωμα ιδιοκτησίας δεν αντιτίθεται στην επιβαλλόμενη στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες της αυτόνομης περιφέρειας Friuli-Venezia Giulia (Ιταλία) απαγόρευση χρήσεως του όρου «Tocai» στην ένδειξη «Tocai friulano» ή «Tocai italico» για την περιγραφή και την παρουσίαση ορισμένων ιταλικών οίνων ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένης περιοχής μετά τη λήξη μεταβατικής περιόδου που εκπνέει στις 31 Μαρτίου 2007, όπως αυτή απορρέει από την ανταλλαγή επιστολών σχετικά με το άρθρο 4 της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για αμοιβαία προστασία και έλεγχο των ονομασιών οίνων, η οποία προσαρτάται στην εν λόγω συμφωνία, αλλά δεν περιλαμβάνεται στην τελευταία.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy