Υπόθεση C-350/03
Elisabeth Schulte και Wolfgang Schulte
κατά
Deutsche Bausparkasse Badenia AG
(αίτηση του Landgericht Bochum για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Προστασία των καταναλωτών — Κατ’ οίκον πώληση — Αγορά ακινήτου — Επενδυτική πράξη χρηματοδοτούμενη από ενυπόθηκο δάνειο — Δικαίωμα υπαναχωρήσεως — Συνέπειες της υπαναχωρήσεως»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 28ης Σεπτεμβρίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (ολομέλεια) της 25ης Οκτωβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Προστασία των καταναλωτών — Άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ — Διάταξη της οποίας δεν μπορεί να γίνει επίκληση προς άμεση στήριξη των υποχρεώσεων που δεσμεύουν ένα κράτος μέλος
(Άρθρο 95 § 3 ΕΚ)
2. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος — Οδηγία 85/577 — Πεδίο εφαρμογής — Συμβάσεις πωλήσεως ακινήτων που αποτελούν μέρος επενδυτικής πράξεως χρηματοδοτούμενης από δάνειο — Δεν εμπίπτει
(Οδηγία 85/577 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 2, στοιχ. α΄)
3. Προσέγγιση των νομοθεσιών — Προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος — Οδηγία 85/577 — Σύμβαση δανείου για αγορά ακινήτου — Υπαναχώρηση — Αποτελέσματα — Υποχρέωση άμεσης επιστροφής του δανείου εντόκως — Επιτρέπεται
(Οδηγία 85/577 του Συμβουλίου, άρθρα 4, 5 και 7)
1. Το άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ, που προβλέπει ότι η Επιτροπή, στις προτάσεις της που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου σχετικά με την προστασία των καταναλωτών, λαμβάνει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας και ότι, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επιδιώκουν επίσης την επίτευξη αυτού του στόχου, απευθύνεται σε διαφορετικούς φορείς από τους οποίους ο καθένας διαδραματίζει διαφορετικό ρόλο στην κοινοτική νομοθετική διαδικασία. Δεν μπορεί, επομένως, να γίνει επίκληση της διατάξεως αυτής προς άμεση στήριξη των υποχρεώσεων που δεσμεύουν ένα κράτος μέλος. Η ίδια διάταξη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, το πολύ, ως στοιχείο για την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 95 ΕΚ.
(βλ. σκέψεις 59, 61)
2. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 85/577, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, πρέπει να ερμηνευθεί ως αποκλείον από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής τις συμβάσεις πωλήσεως ακινήτου, ακόμη και αν αποτελούν απλώς μέρος ενός μέσω δανείου χρηματοδοτούμενου επενδυτικού μοντέλου στα πλαίσια του οποίου οι προς σύναψη της συμβάσεως διαπραγματεύσεις, τόσο ως προς τη σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου όσο και ως προς τη σύμβαση δανείου που συνάπτεται αποκλειστικώς με σκοπό τη χρηματοδότηση, γίνονται υπό συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως.
(βλ. σκέψη 81, διατακτ. 1)
3. Μολονότι, υπό την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας 85/577, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, εναπόκειται στα κράτη μέλη να ρυθμίζουν τις έννομες συνέπειες της υπαναχωρήσεως του καταναλωτή από τη σύμβαση, η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ασκείται τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα των κανόνων της οδηγίας που ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του σκοπού της και με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά της.
Συναφώς, όσον αφορά σύμβαση δανείου για την αγορά ακινήτου, η εν λόγω οδηγία δεν απαγορεύει:
- εθνικούς κανόνες που προβλέπουν ως μόνη συνέπεια της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου την ακύρωση της συμβάσεως αυτής, ακόμη και όταν πρόκειται για επενδυτικά μοντέλα για τα οποία το δάνειο δεν θα είχε χορηγηθεί χωρίς την αγορά του ακινήτου·
- την υποχρέωση του καταναλωτή που έχει ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως σύμφωνα με την οδηγία να εξοφλήσει στον δανειοδότη το ποσό του δανείου μολονότι το δάνειο χρησιμεύει, βάσει του προταθέντος επενδυτικού μοντέλου, αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση της αγοράς του ακινήτου και καταβλήθηκε απευθείας στον πωλητή του ακινήτου·
- να καθίσταται απαιτητή η άμεση επιστροφή του ποσού του δανείου·
- εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι ο καταναλωτής υποχρεούται, σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου με εμπράγματη ασφάλεια, όχι μόνο να επιστρέψει τα ποσά που έλαβε δυνάμει της συμβάσεως αυτής, αλλά επιπλέον να καταβάλει στον δανειοδότη τόκους με το τρέχον επιτόκιο. Ωστόσο, στην περίπτωση που, αν η Τράπεζα είχε πληροφορήσει τον καταναλωτή για το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως, αυτός θα μπορούσε να αποφύγει να εκτεθεί στους κινδύνους που ενυπάρχουν σε επενδύσεις, το άρθρο 4 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να προστατεύει τους καταναλωτές που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν να εκτεθούν σε αυτούς τους κινδύνους, λαμβάνοντας μέτρα για να μην υφίστανται τις συνέπειες από την επέλευση των κινδύνων αυτών.
(βλ. σκέψεις 69, 81, 88-89, 93, 103, διατακτ. 2-3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 25ης Οκτωβρίου 2005 (*)
«Προστασία των καταναλωτών – Κατ’ οίκον πώληση – Αγορά ακινήτου – Επενδυτική πράξη χρηματοδοτούμενη από ενυπόθηκο δάνειο – Δικαίωμα υπαναχωρήσεως – Συνέπειες της υπαναχωρήσεως»
Στην υπόθεση C-350/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Landgericht Bochum (Γερμανία), με απόφαση της 29ης Ιουλίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Αυγούστου 2003, στο πλαίσιο της δίκης/διαδικασίας,
Elisabeth Schulte,
Wolfgang Schulte
κατά
Deutsche Bausparkasse Badenia AG,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τον Β. Σκουρή, Πρόεδρο, τους P. Jann και A. Rosas, προέδρους τμήματος, τους C. Gulmann (εισηγητή), R. Schintgen, N. Colneric, S. von Bahr, R. Silva de Lapuerta και K. Lenaerts, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 15ης Ιουνίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– το ζεύγος Schulte, εκπροσωπούμενο από τους M. Koch και M. Beckmann, Rechtsanwälte,
– η Deutsche Bausparkasse Badenia AG, εκπροσωπούμενη από τους M. Pap και N. Gross, Rechtsanwälte,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing, A. Dittrich και P.-C. Müller-Graff,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τη R. Loosli-Surrans,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τον A. Cingolo, avvocato dello Stato,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Sack και J.-P. Keppenne,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 95, παράγραφος 3, ΕΚ καθώς και της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (ΕΕ L 372, σ. 31, στο εξής: οδηγία), και ιδίως τα άρθρα της 3, παράγραφος 2, 4, 5 και 7.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του ζεύγους Schulte και της Deutsche Bausparkasse Badenia AG (στο εξής: Τράπεζα), όσον αφορά τις συνέπειες της υπαναχωρήσεως, δυνάμει του εθνικού δικαίου που εφαρμόζεται στις κατ’ οίκον πωλήσεις, από σύμβαση δανείου με εμπράγματη ασφάλεια που σύναψε με την Τράπεζα το ζεύγος αυτό.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η οδηγία έχει ως στόχο να εξασφαλίζει στους καταναλωτές των κρατών μελών μια κατώτατη προστασία στον τομέα των κατ’ οίκον πωλήσεων, για να τους προστατεύει από τον κίνδυνο που απορρέει από τις ιδιάζουσες περιστάσεις της συνάψεως συμβάσεως εκτός εμπορικού καταστήματος. Η τέταρτη και η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας ορίζουν:
«[...] ότι οι συμβάσεις που συνάπτονται εκτός εμπορικού καταστήματος χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις αρχίζουν με πρωτοβουλία του εμπόρου, ενώ ο καταναλωτής είναι τελείως απροετοίμαστος και καταλαμβάνεται εξ απίνης· [...] ότι συχνά ο καταναλωτής δεν είναι σε θέση να συγκρίνει την ποιότητα και την τιμή της προσφοράς με άλλες προσφορές· […]
[...] ότι ο καταναλωτής πρέπει να έχει δικαίωμα καταγγελίας επί επτά τουλάχιστον μέρες, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση.»
4 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις συμβάσεις παροχής αγαθών ή υπηρεσιών από έναν έμπορο προς έναν καταναλωτή, οι οποίες συνάπτονται:
[…]
– κατά τη διάρκεια επίσκεψης του εμπόρου:
i) στο σπίτι του ίδιου ή άλλου καταναλωτή·
[…]
όταν η επίσκεψη δεν γίνεται μετά από ρητή αίτηση του καταναλωτή.»
5 To άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις:
α) συμβάσεις για την κατασκευή, πώληση και μίσθωση ακινήτων ή στις συμβάσεις που αφορούν άλλα δικαιώματα σχετικά με ακίνητα.
[…]»
6 Το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει:
«Στην περίπτωση των συναλλαγών του άρθρου 1, ο έμπορος οφείλει να πληροφορεί γραπτώς τον καταναλωτή σχετικά με το δικαίωμά του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση εντός των προθεσμιών που ορίζει το άρθρο 5, και να τους γνωστοποιεί το όνομα και τη διεύθυνση του προσώπου έναντι του οποίου μπορεί να ασκηθεί αυτό το δικαίωμα.
Η πληροφόρηση αυτή φέρει ημερομηνία και αναφέρει χαρακτηριστικά στοιχεία που επιτρέπουν να αναγνωρίζεται η συγκεκριμένη σύμβαση. Δίδεται στον καταναλωτή:
α) στην περίπτωση του άρθρου 1 παράγραφος 1, κατά τη σύναψη της σύμβασης·
[…]
Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την πρόβλεψη κατάλληλων μέτρων προστασίας των καταναλωτών στην εθνική τους νομοθεσία, στην περίπτωση που δεν παρασχεθούν οι πληροφορίες που προβλέπει το παρόν άρθρο.»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας:
«1. Ο καταναλωτής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη μονομερή ανάληψη υποχρεώσεώς του, αποστέλλοντας ειδοποίηση μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον επτά ημερών από την παραλαβή εκ μέρους του της πληροφορίας που αναφέρει το άρθρο 4, και σύμφωνα με τη διαδικασία και τους όρους που ορίζει η εθνική νομοθεσία. […]
2. Η αποστολή της ειδοποίησης έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του καταναλωτή από κάθε υποχρέωση που απορρέει από τη ματαιωθείσα σύμβαση.»
8 Το άρθρο 7 της οδηγίας προβλέπει ότι, «σε περίπτωση ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους του καταναλωτή, οι έννομες συνέπειες της υπαναχωρήσεως διέπονται από τα εθνικά δίκαια, ιδίως όσον αφορά την επιστροφή των καταβληθέντων για αγαθά ή υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί και την επιστροφή εμπορευμάτων που έχουν παραληφθεί».
9 Το άρθρο 8 της οδηγίας διευκρινίζει ότι η οδηγία «δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών στο επίπεδο που καλύπτει η ίδια».
Η νομολογία του Δικαστηρίου
10 Με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑481/99, Heininger (Συλλογή 2001, σ. I-9945), το Δικαστήριο ερμήνευσε την οδηγία από τρεις απόψεις.
11 Έκρινε κατ’ αρχάς ότι η οδηγία έχει εφαρμογή στις συμβάσεις δανείου με εμπράγματη ασφάλεια, δηλαδή στις συμβάσεις δανείου για τη χρηματοδότηση αγοράς ακινήτου. Με τη σκέψη 32 της εν λόγω αποφάσεως θεώρησε ότι, ναι μεν μια σύμβαση δανείου με έγγειο ασφάλεια, όπως η επίμαχη στο πλαίσιο της κύριας δίκης, συνδέεται με δικαίωμα σχετικό με ακίνητο, στον βαθμό που το χορηγούμενο δάνειο πρέπει να εξασφαλιστεί με εμπράγματη ασφάλεια, πλην όμως το στοιχείο αυτό της συμβάσεως δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η εν λόγω σύμβαση αφορά δικαίωμα σχετικό με ακίνητα υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας.
12 Υπενθύμισε στη συνέχεια ότι ο καταναλωτής που σύναψε σύμβαση δανείου υπό τις συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως διαθέτει το δικαίωμα υπαναχωρήσεως που καθιερώνει το άρθρο 5 της οδηγίας. Διευκρίνισε, με τη σκέψη 35 της ίδιας αποφάσεως, ότι οι συνέπειες της ενδεχομένης υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση του δανείου, η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της ίδιας οδηγίας, επί της συμβάσεως αγοράς του ακινήτου και επί της συστάσεως της εμπράγματης ασφάλειας εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο.
13 Το Δικαστήριο υπενθύμισε τέλος ότι η προθεσμία των επτά ημερών για την άσκηση του δικαιώματος της υπαναχωρήσεως πρέπει να υπολογιστεί από το χρονικό σημείο που ο καταναλωτής έλαβε από τον έμπορο την πληροφορία σχετικά με το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως. Με τη σκέψη 48 της προαναφερθείσας αποφάσεως Heininger, έκρινε ότι η οδηγία απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να εφαρμόζει προθεσμία ενός έτους, από της συνάψεως της συμβάσεως, προς άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του άρθρου 5 της οδηγίας αυτής, όταν δεν παρασχέθηκαν στον καταναλωτή οι πληροφορίες που προβλέπει το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας.
Η εθνική νομοθεσία
14 Η οδηγία μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο με τον νόμο περί υπαναχωρήσεως από συμβάσεις συναπτόμενες στο πλαίσιο κατ’ οίκον πωλήσεων και παρόμοιων συναλλαγών (Gesetz über den Widerruf von Haustürgeschäften und ähnlichen Geschäften), της 16ης Ιανουαρίου 1986 (BGBl. 1986 I, σ. 122, στο εξής: HWiG).
15 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του HWiG, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, προβλέπει:
«Όταν ο πελάτης πιέσθηκε να προβεί σε δήλωση βουλήσεως με σκοπό τη σύναψη συμβάσεως που αφορά παροχή εξ επαχθούς αιτίας:
1. με προφορικές διαπραγματεύσεις στον τόπο εργασίας του ή στην ιδιωτική σφαίρα της κατοικίας του,
[…]
αυτή η δήλωση βουλήσεως είναι ισχυρή μόνον αν δεν ανακληθεί γραπτώς από τον πελάτη σε προθεσμία μιας εβδομάδας.»
16 Το άρθρο 3 του HWiG ορίζει:
«1. Σε περίπτωση υπαναχωρήσεως, κάθε πλευρά οφείλει να επιστρέψει τις ληφθείσες παροχές. Η υπαναχώρηση δεν αποκλείεται σε περίπτωση χειροτερεύσεως ή απώλειας του αντικειμένου ή σε περίπτωση αδυναμίας. Αν υπεύθυνος για τη χειροτέρευση, την απώλεια ή άλλη αδυναμία αποδόσεως είναι ο πελάτης, υποχρεούται να καταβάλει τη διαφορά της αξίας ή την αξία του αντικειμένου στον αντισυμβαλλόμενο.
2. Αν ο πελάτης δεν είχε λάβει την πληροφορία σύμφωνα με το άρθρο 2 ούτε έλαβε γνώση με άλλο τρόπο για το δικαίωμά του περί υπαναχωρήσεως, θεωρείται υπεύθυνος για τη χειροτέρευση, την απώλεια ή άλλη αδυναμία αποδόσεως μόνον αν δεν επέδειξε τη συνήθη επιμέλεια που επιδεικνύει στις δικές του υποθέσεις.
3. Για το δικαίωμα χρησιμοποιήσεως ενός πράγματος καθώς και για τις παροχές που εκπληρώθηκαν μέχρι τη στιγμή της υπαναχωρήσεως, πρέπει να αποδοθεί η αξία τους· η απώλεια αξίας που επήλθε λόγω της προσήκουσας χρήσεως του πράγματος ή της υπηρεσίας δεν λαμβάνεται υπόψη.
4. Ο πελάτης μπορεί να απαιτήσει από τον αντισυμβαλλόμενο αποζημίωση για τις αναγκαίες δαπάνες που πραγματοποίησε επί του πράγματος.»
17 Εξάλλου, ο Γερμανός νομοθέτης μετέφερε στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη (ΕΕ 1987, L 42, σ. 48), θεσπίζοντας τον νόμο περί καταναλωτικής πίστεως (Verbraucherkreditgesetz), της 17ης Δεκεμβρίου 1990 (BGBl. 1990 I, σ. 2840, στο εξής: VerbrKrG). Ο νόμος αυτός, ως είχε αρχικώς, βρισκόταν σε ισχύ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης και μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2000.
18 Το άρθρο 9 του VerbrKrG ορίζει:
«1. Η σύμβαση πωλήσεως αποτελεί πράξη συνδεόμενη με σύμβαση δανείου όταν το δάνειο χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση του τιμήματος της πωλήσεως και οι δύο συμβάσεις πρέπει να θεωρηθούν ως αποτελούσες μια οικονομική ενότητα. Οικονομική ενότητα υπάρχει, ιδίως, όταν ο χορηγών το δάνειο συνεργάζεται με τον πωλητή για την προετοιμασία ή τη σύναψη της συμβάσεως δανείου.
2. Η δήλωση βουλήσεως του καταναλωτή προς σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως είναι έγκυρη μόνον αν ο καταναλωτής δεν ανακαλέσει [...] τη δήλωση βουλήσεως για τη σύναψη της συμβάσεως δανείου.
Η πληροφόρηση σχετικά με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως [...] πρέπει να περιλαμβάνει τη μνεία ότι σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου επέρχεται η λύση και της υποκείμενης συμβάσεως πωλήσεως. [...] Αν το καθαρό ποσό του δανείου καταβλήθηκε ήδη στον πωλητή, ο χορηγών το δάνειο υποκαθίσταται έναντι του καταναλωτή στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του πωλητή που απορρέουν από τη σύμβαση πωλήσεως όσον αφορά τα έννομα αποτελέσματα της υπαναχωρήσεως […]
[…]»
19 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του VerbrKrG προβλέπει:
«Δεν εφαρμόζονται, επιπλέον
[…]
2. το άρθρο 4, παράγραφος 1, τέταρτη περίοδος, σημείο 1, στοιχείο β΄, και τα άρθρα 7, 9 και 11 έως 13 στις συμβάσεις δανείου στις οποίες το δάνειο εξαρτάται από τη σύσταση εμπράγματης ασφάλειας επί ακινήτου και χορηγείται υπό τις συνήθεις προϋποθέσεις που ισχύουν για δάνεια εξασφαλισμένα με ασφάλεια επί ακινήτου και για την ενδιάμεση χρηματοδότησή τους […]»
Η διαφορά της κύριας δίκης
20 Σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, η Τράπεζα χορηγεί δάνεια για την αγορά παλαιών διαμερισμάτων. Πρόκειται, κατά κανόνα, για κτίρια που κτίσθηκαν στο πλαίσιο της κατασκευής εργατικών κατοικιών κατά τις δεκαετίες ’60 και ’70, τα οποία αγόρασε το Allgemeine Wohnungsvermögens–AG και, αφού τα ανακαίνισε, τα διέθεσε προς πώληση. Η εταιρία Heinen & Biege GmbH, που δραστηριοποιείται στην παροχή κτηματομεσιτικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, ανέλαβε τη διάθεση των διαμερισμάτων αυτών και τη μεσολάβηση για τη χρηματοδότηση.
21 Στο πλαίσιο αυτό της διαθέσεως προς πώληση, εκπρόσωπος της εταιρίας Heinen & Biege απευθύνθηκε στο ζεύγος Schulte τον Φεβρουάριο του 1992 και τους πρότεινε επένδυση που αφορούσε αγορά ακινήτου χρηματοδοτούμενη από δάνειο. Για φορολογικούς λόγους, το πωλούμενο διαμέρισμα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί από τρίτους και η αγορά έπρεπε να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από δάνειο.
22 Το ζεύγος Schulte αγόρασε, στις 28 Απριλίου 1992, ένα διαμέρισμα στην τιμή των 90 519 γερμανικών μάρκων (DEM). Η σύμβαση πωλήσεως υπογράφηκε ενώπιον συμβολαιογράφου, σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας.
23 Με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση της αγοράς αυτής, το ζεύγος Schulte σύναψε δάνειο με την Τράπεζα, με σύμβαση της 7ης Απριλίου 1992, ύψους 105 000 DEM, που εξασφαλιζόταν με εμπράγματη ασφάλεια για το ίδιο ποσό επί του αγορασθέντος ακινήτου, η οποία συστάθηκε με συμβολαιογραφική πράξη της 8ης Μαΐου 1992. Με την πράξη αυτή, το ζεύγος Schulte ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη για την καταβολή της οφειλής για την οποία δόθηκε εμπράγματη ασφάλεια και αποδέχθηκε τη δυνατότητα άμεσης αναγκαστικής εκτελέσεως επί του συνόλου της περιουσίας του βάσει της συμβάσεως του δανείου. Το ζεύγος Schulte έπρεπε επίσης να προσχωρήσει, κατόπιν αιτήματος της Τράπεζας, σε κοινωνία επί των εσόδων από τα μισθώματα, η οποία θεωρήθηκε ότι αποτελούσε εγγύηση για την ίση κατανομή του συνόλου των εσόδων από μισθώματα του συγκροτήματος διαμερισμάτων.
24 Εξάλλου, το ζεύγος Schulte σύναψε με την Τράπεζα δύο συμβάσεις στεγαστικού ταμιευτηρίου, η καθεμία από τις οποίες αφορούσε το ήμισυ του δανείου. Συμφωνήθηκε ότι η εξόφληση του δανείου δεν θα άρχιζε πριν από τη δημιουργία του δικαιώματος για τη λήψη του δανείου βάσει της πρώτης συμβάσεως στεγαστικού ταμιευτηρίου. Η σύμβαση δανείου δεν περιείχε καμία πληροφόρηση για το δικαίωμα υπαναχωρήσεως υπό την έννοια του HWiG.
25 Μετά τη σύναψη όλων των συμβάσεων και την παροχή των απαιτούμενων από τη σύμβαση δανείου ασφαλειών, η Τράπεζα κατέβαλε απευθείας στην πωλήτρια του ακινήτου το ποσό των 101.850,00 DM, βάσει έγγραφης υποδείξεως του ζεύγους Schulte.
26 Επειδή οι τελευταίοι έπαυσαν να εκπληρώνουν την από τη σύμβαση δανείου μηνιαία υποχρέωσή τους καταβολής, η Τράπεζα κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή, απαίτησε την άμεση εξόφληση του δανείου και, δεδομένου ότι δεν υπήρξαν πληρωμές, επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως δανείου δυνάμει του συμβολαιογραφικού εγγράφου της 8ης Μαΐου 1992.
27 Τον Νοέμβριο του 2002, το ζεύγος Schulte υπαναχώρησε από τη σύμβαση δανείου δυνάμει του άρθρου 1 του HWiG και άσκησε, ενώπιον του Landgericht Bochum, ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως.
28 Το ζεύγος Schulte υποστήριξε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού ότι τον Φεβρουάριο του 1992 ένας εκπρόσωπος της Heinen & Biege επικοινώνησε μαζί τους στην οικία τους και τους πρότεινε ένα πρόγραμμα εξοικονομήσεως φόρων και στη συνέχεια έλαβαν χώρα σε μικρό χρονικό διάστημα τρεις συνομιλίες για την παροχή συμβουλών επίσης στην ιδιωτική τους κατοικία, κατά τη διάρκεια των οποίων μαζί με το ακίνητο τούς προτάθηκε και το χρηματοδοτικό μοντέλο, και δη μόνον το μοντέλο της Τράπεζας. Διευκρινίστηκε ρητώς ότι βάσει του επιλεγέντος χρηματοδοτικού μοντέλου η χρηματοδότηση του ακινήτου ήταν εξασφαλισμένη, λόγω του επιλεγέντος χρηματοδοτικού μοντέλου, μέσω των σχετικών φορολογικών πλεονεκτημάτων καθώς και των εσόδων από τα μισθώματα. Τόσο η σύμβαση δανείου όσο και οι συμβάσεις στεγαστικού ταμιευτηρίου υπογράφηκαν στη συνέχεια στο διαμέρισμά τους.
29 Το ζεύγος Schulte ισχυρίζεται ότι για την ανωτέρω σύναψη της κατ’ οίκον συμβάσεως ευθύνεται η Τράπεζα, δεδομένου ότι επί χρόνια συνεργαζόταν στενά με την εταιρία διαμεσολαβήσεως, η οποία αναλάμβανε για λογαριασμό της Τράπεζας όλες τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη των συμβάσεων.
30 Το ζεύγος Schulte ισχυρίζεται επίσης ότι η σύμβαση δανείου και η σύμβαση πωλήσεως ακινήτου πρέπει να θεωρηθούν ως οικονομική ενότητα, οπότε, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, τέταρτη περίοδος, του VerbrKrG, ο οποίος έχει εφαρμογή, εν πάση περιπτώσει, αναλογικά, υποχρεούνται απλώς να αποδώσουν την κυριότητα του διαμερίσματος.
31 Η Τράπεζα αμφισβήτησε ότι η σύμβαση δανείου συνάφθηκε στο πλαίσιο κατ’ οίκον πωλήσεως. Εξάλλου, ακόμη και αν αυτό ίσχυε, δεν μπορεί να καταλογισθεί νομικώς στην Τράπεζα, δεδομένου ότι ο διαμεσολαβητής ήταν συνεργάτης της εταιρίας διαμεσολαβήσεως και ο ρόλος του στο πλαίσιο της συνάψεως της συμβάσεως δανείου ήταν να μεσολαβεί μόνο για τη συμπλήρωση των εγγράφων και τη μεταφορά των στοιχείων.
32 Η Τράπεζα εκτίμησε εξάλλου ότι το θέμα δεν ήταν αν το ζεύγος Schulte είχε δικαίωμα υπαναχωρήσεως κατά τον HWiG, δεδομένου ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί έγκυρη η κατά το άρθρο 1 του HWiG υπαναχώρηση, το ζεύγος Schulte υποχρεούται να εξοφλήσει το καταβληθέν ποσό του δανείου, δηλαδή το καθαρό πιστωθέν ποσό καθώς και αποζημίωση χρήσεως ίση με τους τόκους με το συμφωνηθέν ή, εν πάση περιπτώσει, το τρέχον επιτόκιο. Επικουρικώς, η Τράπεζα ζήτησε με ανταγωγή να υποχρεωθεί το ζεύγος Schulte να επιστρέψει νομιμοτόκως το καταβληθέν ποσό του δανείου, ύψους 101 850,00 DM.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
33 Το Landgericht Bochum εκθέτει ότι, κατά το εθνικό δίκαιο, η υπαναχώρηση από σύμβαση δανείου έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της συμβάσεως αυτής και κάθε συμβαλλόμενος υποχρεούται, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, του HWiG, να επιστρέψει στον αντισυμβαλλόμενο τις παροχές που έλαβε και να καταβάλει αποζημίωση χρήσεως μέχρι το χρονικό σημείο της υπαναχωρήσεως. Προσθέτει επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία του Bundesgerichtshof, το δάνειο θεωρείται ως ληφθέν ακόμη και όταν ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός κατέβαλε το ποσό του δανείου απευθείας σε τρίτον, κατόπιν υποδείξεως του δανειολήπτη.
34 Κατά συνέπεια, σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από σύμβαση δανείου που συνάφθηκε υπό συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του HWiG χορηγούν στη δανειοδότρια Τράπεζα δικαίωμα να ζητήσει την επιστροφή του καθαρού ποσού του δανείου, εντόκως, με το επιτόκιο της αγοράς.
35 Το Landgericht Bochum εξηγεί ότι η επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης εξαρτάται κυρίως από το αν η Τράπεζα, μετά την άσκηση από το ζεύγος Schulte του δικαιώματος υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου, έχει άμεση απαίτηση εξοφλήσεως ολόκληρου του ποσού του δανείου σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του HWiG, όπως έχει ερμηνευθεί από το Bundesgerichtshof. Κρίνει ότι η συνέπεια αυτή είναι επώδυνη για τον καταναλωτή και εκτιμά ότι θα μπορούσαν να προβλεφθούν άλλες λύσεις στο εθνικό δίκαιο.
36 Ειδικότερα, η σύμβαση δανείου και η σύμβαση πωλήσεως ακινήτου θα μπορούσαν να νοηθούν ως οικονομική ενότητα κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, του VerbrKrG, οπότε ο δανειολήπτης δεν θα δεσμευόταν πλέον, λόγω της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου, από τη σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου και η Τράπεζα θα υποκαθίστατο, σύμφωνα με την τέταρτη περίοδο της ίδιας διατάξεως, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του πωλητή. Ο δανειολήπτης, επομένως, δεν θα είχε πλέον υποχρέωση να επιστρέψει στην Τράπεζα το ποσό του δανείου, αλλά θα όφειλε να επιστρέψει το ακίνητο που χρηματοδοτήθηκε με το εν λόγω δάνειο και να καταβάλει την αποζημίωση για τη χρήση του ακινήτου στο ενδιάμεσο διάστημα. Θα ήταν επίσης δυνατό, χωρίς μάλιστα προσφυγή στο άρθρο 9, παράγραφος 2, του VerbrKrG, να αναγνωριστεί, βάσει της ιδέας της οικονομικής ενότητας μεταξύ των δύο συμβάσεων, ότι η υπαναχώρηση από τη μία σύμβαση θα είχε ως αποτέλεσμα την ακυρότητα και της άλλης, δεδομένου ότι ο προστατευτικός σκοπός της ρυθμίσεως περί ανακλήσεως απαιτεί να μη βαρύνεται ο δανειολήπτης με την υποχρέωση επιστροφής του δανείου.
37 Ωστόσο, το Landgericht Bochum διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Bundesgerichtshof, την οποία επιβεβαίωσε το Δικαστήριο μετά την προαναφερθείσα απόφαση Heininger, το άρθρο 9 του VerbrKrG δεν έχει εφαρμογή στις συμβάσεις δανείου με εμπράγματη ασφάλεια λόγω του άρθρου 3, παράγραφος 2, του VerbrKrG. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, το δάνειο με εμπράγματη ασφάλεια και η χρηματοδοτούμενη με το δάνειο αγορά ακινήτου δεν θεωρούνται κατ’ αρχήν ως αλληλεξαρτώμενες συμβάσεις που αποτελούν οικονομική ενότητα. Επομένως, η καταγγελία της συμβάσεως δανείου δεν επηρεάζει το κύρος της συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου που χρηματοδοτήθηκε με το δάνειο αυτό.
38 Το Landgericht Bochum διερωτάται αν εθνική διάταξη όπως το άρθρο 3 του HWiG, όπως έχει ερμηνευθεί από το Bundesgerichtshof, είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, διότι οι έννομες συνέπειες που απορρέουν από την ερμηνεία που δόθηκε στη διάταξη αυτή δεν φαίνονται να ανταποκρίνονται στον προστατευτικό σκοπό του δικαιώματος υπαναχωρήσεως.
39 Προβάλλει συναφώς ότι η υποχρέωση επιστροφής του δανείου που απορρέει από την εν λόγω ερμηνεία συνεπάγεται, για τον καταναλωτή που σύναψε σύμβαση δανείου χωρίς να έχει πληροφορηθεί το δικαίωμα υπαναχωρήσεως και ο οποίος το ασκεί στη συνέχεια –το οποίο δικαίωμα, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση Heininger, δεν περιορίζεται χρονικά–, ότι περιέρχεται οικονομικώς σε πολύ μειονεκτικότερη θέση από εκείνη που θα βρισκόταν σε περίπτωση μη υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση του δανείου. Δεδομένου ότι η εκτέλεσή του θα μπορούσε να προκαλέσει την περιέλευση των καταναλωτών σε κατάσταση αφερεγγυότητας, η υποχρέωση άμεσης επιστροφής ολοκλήρου του ποσού θα μπορούσε να αποτρέψει τους καταναλωτές από την άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του άρθρου 5 της οδηγίας.
40 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Landgericht Bochum αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εμπίπτουν στο άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας […] οι συμβάσεις πωλήσεως ακινήτου που μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνον ως μέρος ενός μέσω δανείου χρηματοδοτούμενου επενδυτικού μοντέλου, στα πλαίσια του οποίου οι προς σύναψη της συμβάσεως διαπραγματεύσεις, τόσο ως προς τη σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου όσο και ως προς την αποκλειστικώς με σκοπό τη χρηματοδότηση συναπτόμενη σύμβαση δανείου, γίνονται κατ’ οίκον κατά την έννοια του άρθρου 1 [του HWiG];
2) Ανταποκρίνεται στις επιταγές της αρχής του υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή (άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ) και στη διασφαλιζόμενη με την οδηγία […] αποτελεσματικότητα της προστασίας του καταναλωτή μια εθνική ρύθμιση ή η ερμηνεία αυτής, η οποία περιορίζει τις έννομες συνέπειες της ανακλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως προς σύναψη του δανείου μόνο στη λύση της συμβάσεως δανείου, ακόμη και αν πρόκειται για επενδυτικά μοντέλα στα πλαίσια των οποίων το δάνειο δεν θα είχε συναφθεί δίχως την αγορά του ακινήτου;
3) Ανταποκρίνεται στον προστατευτικό σκοπό της διατάξεως του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας […] περί υπαναχωρήσεως μια εθνική ρύθμιση που προβλέπει ως συνέπεια της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου την υποχρέωση του υπαναχωρούντος καταναλωτή να εξοφλήσει στη χρηματοδότρια τράπεζα το ποσό του δανείου, μολονότι το δάνειο χρησιμεύει, βάσει του επενδυτικού μοντέλου, αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση του ακινήτου και καταβλήθηκε απευθείας στον πωλητή του ακινήτου;
4) Αντίκειται στην αρχή περί υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή (άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ) και στην προβλεπόμενη με την οδηγία […] αποτελεσματικότητα της προστασίας του καταναλωτή μια εθνική ρύθμιση περί των εννόμων συνεπειών της υπαναχωρήσεως, σύμφωνα με την οποία ο καταναλωτής υποχρεούται, μετά τη δήλωση υπαναχωρήσεως, σε άμεση εξόφληση, βάσει του επενδυτικού μοντέλου, του μη εξοφληθέντος ποσού του δανείου, εντόκως, με το τρέχον επιτόκιο;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του παραδεκτού
41 Τα υποβληθέντα ερωτήματα έχουν ως αφετηρία την υπόθεση ότι η επίδικη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση δανείου συνάφθηκε υπό τις περιστάσεις κατ’ οίκον πωλήσεως.
42 Η Τράπεζα αμφισβητεί το παραδεκτό της προδικαστικής παραπομπής, εφόσον το Landgericht Bochum δεν επέλυσε, κατ’ αυτή, το θέμα αν η σύμβαση δανείου συνάφθηκε όντως υπό συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως. Η Τράπεζα υποστηρίζει ότι, εφόσον δεν επιλύεται το θέμα αυτό, τα υποβληθέντα ερωτήματα παραμένουν υποθετικά.
43 Συναφώς, επιβάλλεται να αναφερθεί ότι απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο έκρινε ότι αδυνατεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα υποβληθέν από εθνικό δικαστήριο όταν, ιδίως, προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως (βλ., απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman, Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψεις 59 και 61).
44 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρει ότι, αν το ζεύγος Schulte είχε υποχρέωση να επιστρέψει αμέσως εντόκως ολόκληρο το ποσό του δανείου, τότε δεν χρειάζεται να επιλυθεί το ζήτημα αν είναι ισχυρή η καταγγελία της συμβάσεως δανείου εκ μέρους της Τράπεζας ή αν είναι ισχυρή η κατά τον HWiG ανάκληση της δηλώσεως βουλήσεως προς σύναψη της συμβάσεως δανείου εκ μέρους του ζεύγους Schulte. Πράγματι, και στις δύο περιπτώσεις, το ζεύγος Schulte θα υποχρεούνταν σε άμεση εξόφληση ολόκληρου του ποσού του δανείου.
45 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι προδήλως υποθετικά ή δεν έχουν σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
Επί της ουσίας
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
– Όσον αφορά το επίδικο επενδυτικό μοντέλο της κύριας δίκης
46 Το επενδυτικό μοντέλο στο οποίο συμμετείχε το ζεύγος Schulte παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα χαρακτηριστικά.
47 Ένας μεσολαβητής πρότεινε στο ζεύγος αυτό να αγοράσει ένα διαμέρισμα, πωλητής του οποίου ήταν εταιρία που είχε αγοράσει και ανακαινίσει μεγάλο αριθμό διαμερισμάτων με σκοπό τη μεταπώληση.
48 Για φορολογικούς λόγους, η αγορά του εν λόγω διαμερίσματος έπρεπε να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου από δάνειο.
49 Ο εν λόγω μεσολαβητής πρότεινε να χρηματοδοτηθεί το τίμημα της αγοράς και τα έξοδα της πράξεως από δάνειο της Τράπεζας, εξασφαλισμένο με εμπράγματη ασφάλεια, δεδομένου εξάλλου ότι το ζεύγος Schulte ευθυνόταν προσωπικώς για την καταβολή της οφειλής.
50 Το ζεύγος Schulte ήταν υποχρεωμένο να προσχωρήσει σε κοινωνία επί των εσόδων από τα μισθώματα των διαμερισμάτων του εν λόγω συγκροτήματος, μέσω της οποίας θα εξασφαλιζόταν η σύμμετρη διανομή του συνόλου των εσόδων από τα μισθώματα.
51 Η επένδυση στο διαμέρισμα, η οποία χρηματοδοτούνταν εξ ολοκλήρου από το δάνειο, υποτίθεται ότι δεν θα υποχρέωνε το ζεύγος Schulte να προβεί σε δαπάνες, δεδομένου ότι η χρηματοδότηση θα έπρεπε να επιστραφεί από τα έσοδα από τα μισθώματα, σε συνδυασμό ιδίως με ορισμένα φορολογικά πλεονεκτήματα.
52 Δεν αμφισβητήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτού του είδους οι οικονομικές επενδύσεις εμπεριέχουν, εκτός από τον κίνδυνο υπερεκτιμήσεως της αξίας του διαμερίσματος κατά τον χρόνο της αγοράς, ιδίως τον κίνδυνο να μην πραγματοποιηθούν τα αναμενόμενα έσοδα από τα μισθώματα και να αποδειχθεί εσφαλμένη η προσδοκία για την εξέλιξη της τιμής του ακινήτου.
53 Φαίνεται ότι, για το ζεύγος Schulte, οι δύο αυτοί κίνδυνοι επήλθαν.
54 Στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, κατόπιν της προαναφερθείσας αποφάσεως Heininger, το ζεύγος Schulte υπαναχώρησε από τη σύμβαση του δανείου σύμφωνα με τον HWiG, εκτιμώντας ότι έτσι θα μπορούσε να απαλλαγεί από όλες τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα.
– Ως προς το περιεχόμενο των προδικαστικών ερωτημάτων
55 Το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι, σύμφωνα με την εφαρμοστέα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, μολονότι, με την υπαναχώρησή του, ο δανειολήπτης απαλλάσσεται από όλες τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση δανείου, οφείλει όμως να επιστρέψει εντόκως αμέσως ολόκληρο το ποσό του δανείου. Το δικαστήριο αυτό διευκρινίζει ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική ρύθμιση, δεν ασκεί επιρροή ότι το δάνειο καταβλήθηκε από την Τράπεζα απευθείας στον πωλητή του διαμερίσματος και δεν είναι δυνατό, υπό συνθήκες όπως εν προκειμένω, να θεωρηθεί ότι η σύμβαση δανείου και η σύμβαση αγοράς είναι αλληλεξαρτώμενες συμβάσεις που απαρτίζουν οικονομική ενότητα.
56 Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου –και εξάλλου το Bundesgerichtshof το επιβεβαίωσε με τη νομολογία του (απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2002, BGHZ 152, 331)– ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, στη γερμανική νομοθεσία, λίγο έως ελάχιστα συμφέρει, κατά κανόνα, οικονομικά η υπαναχώρηση από τη σύμβαση δανείου. Ο καταναλωτής βρίσκεται στην ίδια, αν όχι μάλιστα σε λιγότερο ευνοϊκή, κατάσταση, από αυτή που θα βρισκόταν αν δεν υπαναχωρούσε, στον βαθμό που πρέπει να καταβάλει την οφειλή του αμέσως και όχι κλιμακωτά, όπως προέβλεπε η σύμβασή του.
57 Λαμβάνοντας υπόψη τη διαπίστωση αυτή, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ερώτημα αν το γερμανικό δίκαιο δεν αντιβαίνει στην κοινοτική νομοθεσία, κατά το μέρος που καθορίζει κατά τον τρόπο αυτό τις έννομες συνέπειες της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου που συνάφθηκε υπό συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως.
58 Τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν, όσον αφορά τα δύο πρώτα, τις συνέπειες της υπαναχωρήσεως ως προς τη σύμβαση πωλήσεως και, όσον αφορά τα δύο τελευταία, τις συνέπειες της υπαναχωρήσεως ως προς τη σύμβαση δανείου.
– Όσον αφορά την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία
59 Με το δεύτερο και τέταρτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται στο άρθρο 95, παράγραφος 3, ΕΚ, που προβλέπει ότι η Επιτροπή, στις προτάσεις της που προβλέπονται στην παράγραφο 1 σχετικά με την υγεία, την ασφάλεια, την προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία των καταναλωτών, λαμβάνει ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας και ότι, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως επιδιώκουν επίσης την επίτευξη αυτού του στόχου.
60 Πρέπει να αναφερθεί κατ’ αρχάς ότι η διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε το 1986 στη Συνθήκη ΕΚ με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, δεν ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας το 1985.
61 Κατά τα λοιπά, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι ίσχυε, η εν λόγω διάταξη απευθύνεται σε διαφορετικούς φορείς από τους οποίους ο καθένας διαδραματίζει διαφορετικό ρόλο στην κοινοτική νομοθετική διαδικασία και δεν μπορεί, επομένως, να γίνει επίκλησή της προς άμεση στήριξη των υποχρεώσεων που δεσμεύουν ένα κράτος μέλος. Η ίδια διάταξη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, το πολύ, ως στοιχείο για την ερμηνεία της οδηγίας.
62 Επομένως, οι λυσιτελείς κανόνες του κοινοτικού δικαίου για την απάντηση στα ερωτήματα που υποβλήθηκαν είναι οι κανόνες της οδηγίας.
63 Πρώτον, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με το άρθρο της 8, η οδηγία, στον τομέα που καλύπτει, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν διατάξεις ευνοϊκότερες σε θέματα προστασίας των καταναλωτών.
64 Στη συνέχεια, η οδηγία εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο της 1, σε κάθε σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ εμπόρων και καταναλωτών, εξαιρέσει ορισμένων συμβάσεων που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας και ιδίως των συμβάσεων που αφορούν πώληση ακινήτων.
65 Τέλος, η προστασία που παρέχεται στον καταναλωτή που σύναψε σύμβαση υπό συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως εδράζεται, ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, στη δυνατότητα που έχει ο καταναλωτής να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση σε προθεσμία επτά ημερών από τη στιγμή που τον πληροφόρησε ο έμπορος για το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως, δεδομένου ότι ο έμπορος έχει υποχρέωση πληροφορήσεως σύμφωνα με το άρθρο 4, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας.
66 Αυτό υπενθύμισε το Δικαστήριο με τη σκέψη 38 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Heininger, υπογραμμίζοντας ότι, αφενός, η οδηγία αποσκοπεί στην προστασία του καταναλωτή από τον κίνδυνο που απορρέει από τις ιδιάζουσες περιστάσεις της συνάψεως συμβάσεως εκτός εμπορικού καταστήματος και, αφετέρου, ότι η προστασία του καταναλωτή επιτυγχάνεται με τη θέσπιση δικαιώματος υπαναχωρήσεως.
67 Όσον αφορά τις συνέπειες της υπαναχωρήσεως, στο άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπεται ότι, με την υπαναχώρηση, ο καταναλωτής απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση που απορρέει από τη σύμβαση και, στο άρθρο 7 της ίδιας οδηγίας, ότι οι έννομες συνέπειες της υπαναχωρήσεως διέπονται από την εθνική νομοθεσία.
68 Με τη σκέψη 45 της προαναφερθείσας αποφάσεως Heininger, το Δικαστήριο παρέπεμψε στην τελευταία αυτή διάταξη προσθέτοντας ότι, ναι μεν μια σύμβαση δανείου με εμπράγματη ασφάλεια εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πλην όμως οι συνέπειες ενδεχόμενης υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση αυτή, η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας, επί της συμβάσεως αγοράς του ακινήτου και της συστάσεως της εμπράγματης ασφάλειας αυτού εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο.
69 Πάντως, αν έτσι εναπόκειται στα κράτη μέλη να ρυθμίζουν τις έννομες συνέπειες της υπαναχωρήσεως, η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να ασκείται τηρουμένου του κοινοτικού δικαίου και ειδικότερα των κανόνων της οδηγίας που ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του σκοπού της και με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά της. Τα κράτη μέλη οφείλουν, εκτελώντας τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία, να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο στόχο της (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1999, C-336/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. I-3771, σκέψη 19, και της 5ης Δεκεμβρίου 2002, C-324/01, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2002, σ. I-11197, σκέψη 18).
70 Επιβάλλεται να προστεθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι μια οδηγία, αυτή καθαυτήν, δεν γεννά υποχρεώσεις εις βάρος ιδιώτη και επομένως δεν μπορεί να γίνει επίκλησή της κατ’ αυτού (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1994, C‑91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. I-3325, σκέψη 20, και της 5ης Οκτωβρίου 2004, C‑397/01 έως C‑403/01, Pfeiffer κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. Ι-8835, σκέψη 108).
71 Όμως, ένα εθνικό δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, υποχρεούται, κατά την εφαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου οι οποίες έχουν προσαρμοσθεί με σκοπό τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των υποχρεώσεων που προβλέπει η οδηγία, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των κανόνων του εθνικού δικαίου και να τους ερμηνεύει, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος καθώς και του σκοπού της οδηγίας αυτής, προκειμένου να καταλήξει σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει (βλ. απόφαση Pfeiffer κ.λπ., προπαρατεθείσα, σκέψη 120).
Όσον αφορά το πρώτο και δεύτερο ερώτημα, σχετικά με τις συνέπειες της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου επί της συμβάσεως πωλήσεως
72 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, που εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της ιδίως τις σχετικές με πωλήσεις ακινήτων συμβάσεις. Επιθυμεί να πληροφορηθεί αν η εξαίρεση αυτή ισχύει επίσης για τις συμβάσεις πωλήσεως που αφορούν ακίνητα οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως απλά μέρη ενός είδους επενδυτικού μοντέλου, η χρηματοδότηση του οποίου εξασφαλίζεται με δάνειο και του οποίου οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμβάσεως λαμβάνουν χώρα, όσον αφορά τόσο τη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου όσο και τη σύμβαση δανείου που εξυπηρετεί αποκλειστικά τη χρηματοδότηση, στο πλαίσιο κατ’ οίκον πωλήσεως.
73 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η οδηγία απαγορεύει εθνικούς κανόνες που προβλέπουν ως μόνη συνέπεια της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου την ακύρωση της συμβάσεως αυτής, ακόμη και όταν πρόκειται για επενδυτικά μοντέλα για τα οποία το δάνειο δεν θα είχε χορηγηθεί χωρίς την αγορά του ακινήτου.
74 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το εν λόγω δικαστήριο υπέβαλε τα δύο αυτά ερωτήματα θεωρώντας ότι, υπό συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, οι δύο συμβάσεις μπορούν να αποτελέσουν αλληλεξαρτώμενες συμβάσεις που απαρτίζουν μια οικονομική ενότητα, οπότε η υπαναχώρηση από τη σύμβαση δανείου μπορεί να επηρεάσει το κύρος της συμβάσεως πωλήσεως και ότι ο δανειολήπτης, λόγω της υπαναχωρήσεως από την πρώτη σύμβαση, μπορεί να μη δεσμεύεται πλέον από τη δεύτερη.
75 Συναφώς, επιβάλλεται, πρώτον, η διαπίστωση ότι η οδηγία εξαιρεί ρητά και αναμφίβολα από το πεδίο εφαρμογής της τις συμβάσεις πωλήσεως ακινήτων.
76 Ενώ άλλες κοινοτικές οδηγίες, που αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, ιδίως η οδηγία 87/102, περιλαμβάνουν κανόνες σχετικούς με τις αλληλεξαρτώμενες συμβάσεις, η οδηγία δεν περιλαμβάνει κανένα κανόνα αυτού του είδους και δεν παρέχει κανένα έρεισμα για να υποτεθεί η σιωπηρή ύπαρξη τέτοιων κανόνων.
77 Με ορισμένες από τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, ιδίως αυτές της Γαλλικής Κυβερνήσεως, υποστηρίζεται ότι από την απόφαση της 22ας Απριλίου 1999, C-423/97, Travel Vac (Συλλογή 1999, σ. I-2195), απορρέει ότι η οδηγία έχει εφαρμογή στην περίπτωση κατ’ οίκον πωλήσεως που καταλήγει στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, η οποία ενσωματώνεται αναπόσπαστα σε μια ευρύτερη ομάδα συμβάσεων, που περιλαμβάνει επίσης τη σύμβαση δανείου με εμπράγματη ασφάλεια, τη σύμβαση στεγαστικού ταμιευτηρίου και τη σύμβαση διαχειρίσεως του ακινήτου, οι τελευταίες δε αυτές συμβάσεις πρέπει να αναλυθούν ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών της οποίας η αξία υπερβαίνει την αξία του ακινήτου.
78 Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, η σύμβαση χρονομεριστικής χρήσεως, την οποία αφορούσε η προπαρατεθείσα απόφαση Travel Vac και η οποία κρίθηκε ως μη εμπίπτουσα στην εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, δεν είναι ανάλογη με τις εν λόγω συμβάσεις της υποθέσεως της κύριας δίκης, για τον λόγο ότι στην εν λόγω απόφαση επρόκειτο για μια μόνη σύμβαση που αφορούσε εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων και υπηρεσίες στην οποία οι τελευταίες αυτές υπερείχαν, ενώ, στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρόκειται για δύο διακριτές νομικά πράξεις που έχουν κατ’ αρχήν διαφορετικά αντικείμενα.
79 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει, με τη σκέψη 35 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Heininger, ότι οι συνέπειες της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου, η οποία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της οδηγίας, επί της συμβάσεως αγοράς του ακινήτου και επί της συστάσεως της εμπράγματης ασφάλειας εμπίπτουν στο εθνικό δίκαιο.
80 Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι η οδηγία δεν αποκλείει, στην περίπτωση που δύο αλληλεξαρτώμενες συμβάσεις αποτελούν οικονομική ενότητα, να προβλέπει το εθνικό δίκαιο ότι η υπαναχώρηση από τη σύμβαση του δανείου έχει επίπτωση στο κύρος του συμβολαίου πωλήσεως ακινήτου, εντούτοις δεν επιβάλλει, σε περίπτωση όπως αυτή που περιγράφει το αιτούν δικαστήριο, το αποτέλεσμα αυτό.
81 Επομένως, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
– το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί ως αποκλείον από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής τις συμβάσεις πωλήσεως ακινήτου, ακόμη και αν αποτελούν απλώς μέρος ενός μέσω δανείου χρηματοδοτούμενου επενδυτικού μοντέλου στα πλαίσια του οποίου οι προς σύναψη της συμβάσεως διαπραγματεύσεις, τόσο ως προς τη σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου όσο και ως προς τη σύμβαση δανείου που συνάπτεται αποκλειστικώς με σκοπό τη χρηματοδότηση, γίνονται υπό συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως·
– η οδηγία δεν απαγορεύει εθνικούς κανόνες που προβλέπουν ως μόνη συνέπεια της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου την ακύρωση της συμβάσεως αυτής, ακόμη και όταν πρόκειται για επενδυτικά μοντέλα για τα οποία το δάνειο δεν θα είχε χορηγηθεί χωρίς την αγορά του ακινήτου.
Όσον αφορά το τρίτο και τέταρτο ερώτημα, σχετικά με τις συνέπειες της υπαναχωρήσεως επί της συμβάσεως δανείου
82 Πρώτον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η οδηγία, και ιδίως το άρθρο της 5, παράγραφος 2, απαγορεύει να υποχρεούται ο καταναλωτής που έχει κάνει χρήση του δικαιώματός του υπαναχωρήσεως σύμφωνα με την οδηγία να εξοφλήσει τον δανειοδότη με το ποσό του δανείου, μολονότι το δάνειο χρησιμεύει, βάσει του επενδυτικού μοντέλου, αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση της αγοράς του ακινήτου και καταβλήθηκε απευθείας στον πωλητή του ακινήτου.
83 Για το ζεύγος Schulte και την Ιταλική Κυβέρνηση, η υποχρέωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό της προστασίας του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας. Το ζεύγος Schulte υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση συναλλαγής που αποτελεί οικονομική ενότητα η οποία διαιρέθηκε τεχνητά σε πράξη αγοράς και σε πράξη χρηματοδοτήσεως, το δικαίωμα υπαναχωρήσεως που παρέχει η οδηγία είναι αναποτελεσματικό αν η καταγγελία της συναλλαγής περιορίζεται μόνο στη μία από τις δύο πράξεις, δηλαδή στη σύμβαση δανείου. Κατ’ αυτούς, λόγω της θεωρήσεως της συναλλαγής ως συνόλου, ο καταναλωτής δεν έλαβε ποτέ ο ίδιος το ποσό του δανείου ούτε επηρέασε κατά οποιοδήποτε τρόπο την καταβολή του ποσού αυτού. Στην περίπτωση αυτή, αντιβαίνει στην αρχή της πρακτικής αποτελεσματικότητας να υποχρεούται ο καταναλωτής να επιστρέψει στην Τράπεζα το ποσό του δανείου το οποίο ο ίδιος ποτέ δεν έλαβε.
84 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως τόνισε και η Τράπεζα, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, οι δύο συνθήκες που αναφέρονται στο ερώτημα –δηλαδή ότι το δάνειο εξυπηρετεί αποκλειστικά τη χρηματοδότηση της αγοράς του ακινήτου και ότι καταβλήθηκε απευθείας στον πωλητή– αντιστοιχούν σε ευρέως διαδεδομένη πρακτική.
85 Εξάλλου, αντιθέτως προς τα όσα υποστήριξε το ζεύγος Schulte, το ποσό του δανείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη ληφθέν από τον δανειολήπτη όταν δόθηκε από την Τράπεζα απευθείας στον πωλητή του ακινήτου στον βαθμό που, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Τράπεζα ενήργησε κατόπιν οδηγιών των καταναλωτών, οι οποίοι, σε αντάλλαγμα της καταβολής του ποσού του δανείου, μπόρεσαν να αποκτήσουν την κυριότητα ακινήτου.
86 Επομένως, ακόμη και αν το δάνειο εξυπηρετεί αποκλειστικά τη χρηματοδότηση της αγοράς ακινήτου και καταβάλλεται απευθείας στον πωλητή του ακινήτου, η οδηγία δεν απαγορεύει να υποχρεούται ο καταναλωτής να επιστρέψει το ποσό του δανείου.
87 Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο θέτει το ερώτημα αν, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, η οδηγία απαγορεύει να καθίσταται απαιτητή η άμεση επιστροφή του ποσού του δανείου.
88 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση, όπως τόνισε και η Τράπεζα, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, η κοινοποίηση της υπαναχωρήσεως έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή του καταναλωτή από κάθε υποχρέωση που απορρέει από την καταγγελθείσα σύμβαση. Η απόσβεση αυτή των υποχρεώσεων του καταναλωτή συνεπάγεται, για τον καταναλωτή και για τον δανειοδότη, επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
89 Επομένως, η οδηγία δεν απαγορεύει την υποχρέωση του καταναλωτή, σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου με εμπράγματη ασφάλεια, να καταβάλει αμέσως στον δανειοδότη το ποσό του δανείου.
90 Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί αν, σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η οδηγία απαγορεύει εθνική ρύθμιση που προβλέπει την υποχρέωση για τον καταναλωτή, σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου, όχι μόνο να επιστρέψει τα ποσά που έλαβε δυνάμει της συμβάσεως αυτής, αλλά επιπλέον να καταβάλει στον δανειοδότη τόκους με το τρέχον επιτόκιο.
91 Για το ζεύγος Schulte, η ρύθμιση αυτή αντιβαίνει στην αρχή της αποτελεσματικότητας της προστασίας των καταναλωτών που καθιερώνει η οδηγία. Για την τράπεζα και για τη Γερμανική Κυβέρνηση, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η αρχή της αποτελεσματικότητας της προστασίας των καταναλωτών την οποία εξασφαλίζει, η οδηγία δεν περιλαμβάνει κανέναν κανόνα που να απαγορεύει αυτή την εθνική ρύθμιση.
92 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας όσον αφορά τη σύμβαση δανείου έχει ως συνέπεια, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, την απόσβεση για τον καταναλωτή των υποχρεώσεων που απορρέουν από την καταγγελθείσα σύμβαση, γεγονός που συνεπάγεται την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
93 Επομένως, η οδηγία δεν απαγορεύει εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι ο καταναλωτής υποχρεούται, σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου με εμπράγματη ασφάλεια, όχι μόνο να επιστρέψει τα ποσά που έλαβε δυνάμει της συμβάσεως αυτής, αλλά επιπλέον να καταβάλει στον δανειοδότη τόκους με το τρέχον επιτόκιο.
Όσον αφορά τις επιταγές που απορρέουν από την οδηγία σε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως πληροφορήσεως του καταναλωτή για το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως
94 Μολονότι η οδηγία δεν απαγορεύει κατ’ αρχήν να εφαρμόζονται εθνικοί κανόνες σύμφωνα με τους οποίους ο καταναλωτής που υπαναχωρεί από τη σύμβαση δανείου υποχρεούται να επιστρέψει αμέσως ολόκληρο το ποσό του δανείου, εντόκως με το τρέχον επιτόκιο, σε περιπτώσεις στις οποίες ο έμπορος τήρησε την υποχρέωση πληροφορήσεως του καταναλωτή την οποία υπέχει σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας, εντούτοις αυτό δεν συμβαίνει όταν ο έμπορος δεν τήρησε την υποχρέωση αυτή.
95 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας, στα κράτη μέλη εναπόκειται να μεριμνούν στην εθνική τους νομοθεσία για την πρόβλεψη κατάλληλων μέτρων προστασίας των καταναλωτών, στην περίπτωση που δεν παρασχεθεί η σχετική με το δικαίωμα υπαναχωρήσεως πληροφόρηση.
96 Επιβάλλεται να αναφερθεί ότι κρίσιμο στοιχείο για την εκτίμηση της διαφοράς της κύριας δίκης είναι, αν υποτεθεί ότι το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι η υπαναχώρηση ήταν έγκυρη, το γεγονός ότι η Τράπεζα δεν πληροφόρησε το ζεύγος Schulte για το δικαίωμά τους υπαναχωρήσεως και ότι αυτοί δεν υπαναχώρησαν από τη σύμβαση δανείου πριν από πολλά χρόνια.
97 Αν η Τράπεζα είχε έγκαιρα πληροφορήσει το ζεύγος Schulte για το δικαίωμά τους υπαναχωρήσεως σύμφωνα με τον HWiG, αυτοί θα είχαν προθεσμία επτά ημερών για να αναθεωρήσουν την απόφασή τους περί συνάψεως του δανείου. Αν είχαν επιλέξει τη στιγμή εκείνη να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση, δεν αμφισβητείται ότι, δεδομένης της σχέσεως μεταξύ της συμβάσεως δανείου και της συμβάσεως πωλήσεως, δεν θα είχαν συνάψει τη σύμβαση πωλήσεως.
98 Στην περίπτωση που η Τράπεζα δεν τήρησε την υποχρέωση πληροφορήσεως που υπέχει από το άρθρο 4 της οδηγίας, ο καταναλωτής, αν πρέπει να επιστρέψει το δάνειο σύμφωνα με το γερμανικό δίκαιο, όπως αυτό διευκρινίζεται στη νομολογία του Bundesgerichtshof, φέρει τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε οικονομικές επενδύσεις, όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, που υπενθυμίστηκαν με τη σκέψη 52 της παρούσας αποφάσεως.
99 Πάντως, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, ο καταναλωτής, αν είχε πληροφορηθεί εγκαίρως για το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως, θα μπορούσε να αποφύγει να εκτεθεί στους κινδύνους αυτούς.
100 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να μην υφίσταται ο καταναλωτής τις συνέπειες από την επέλευση των κινδύνων αυτών. Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να μεριμνούν ώστε, υπό τις συνθήκες αυτές, να υφίσταται η Τράπεζα που αθέτησε την υποχρέωση πληροφορήσεως τις συνέπειες από την επέλευση των κινδύνων αυτών προκειμένου να εξασφαλισθεί η υποχρέωση προστασίας των καταναλωτών.
101 Επομένως, στην περίπτωση που, αν η Τράπεζα είχε πληροφορήσει τον καταναλωτή για το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως, αυτός θα μπορούσε να αποφύγει να εκτεθεί στους κινδύνους που ενυπάρχουν σε επενδύσεις όπως οι επίδικες στην υπόθεση της κύριας δίκης, το άρθρο 4 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να προστατεύει τους καταναλωτές που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν να εκτεθούν σε αυτούς τους κινδύνους, λαμβάνοντας μέτρα για να μην υφίστανται τις συνέπειες από την επέλευση των εν λόγω κινδύνων.
102 Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 71 της παρούσας αποφάσεως, στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να ερμηνεύουν κατά το μέτρο του δυνατού την εθνική ρύθμιση για να επιτυγχάνεται το αποτέλεσμα που υποδεικνύεται με τη σκέψη 101 της παρούσας αποφάσεως.
103 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο τρίτο και τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία δεν απαγορεύει:
– την υποχρέωση του καταναλωτή που έχει ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως σύμφωνα με την οδηγία να εξοφλήσει στον δανειοδότη το ποσό του δανείου μολονότι το δάνειο χρησιμεύει, βάσει του προταθέντος επενδυτικού μοντέλου, αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση της αγοράς του ακινήτου και καταβλήθηκε απευθείας στον πωλητή του ακινήτου·
– να καθίσταται απαιτητή η άμεση επιστροφή του ποσού του δανείου·
– εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι ο καταναλωτής υποχρεούται, σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου με εμπράγματη ασφάλεια, όχι μόνο να επιστρέψει τα ποσά που έλαβε δυνάμει της συμβάσεως αυτής, αλλά επιπλέον να καταβάλει στον δανειοδότη τόκους με το τρέχον επιτόκιο.
Ωστόσο, στην περίπτωση που, αν η Τράπεζα είχε πληροφορήσει τον καταναλωτή για το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως, αυτός θα μπορούσε να αποφύγει να εκτεθεί στους κινδύνους που ενυπάρχουν σε επενδύσεις όπως οι επίδικες στην υπόθεση της κύριας δίκης, το άρθρο 4 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να προστατεύει τους καταναλωτές που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν να εκτεθούν σε αυτούς τους κινδύνους, λαμβάνοντας μέτρα για να μην υφίστανται τις συνέπειες από την επέλευση των κινδύνων αυτών.
Επί των δικαστικών εξόδων
104 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, πρέπει να ερμηνευθεί ως αποκλείον από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής τις συμβάσεις πωλήσεως ακινήτου, ακόμη και αν αποτελούν απλώς μέρος ενός μέσω δανείου χρηματοδοτούμενου επενδυτικού μοντέλου στα πλαίσια του οποίου οι προς σύναψη της συμβάσεως διαπραγματεύσεις, τόσο ως προς τη σύμβαση πωλήσεως του ακινήτου όσο και ως προς τη σύμβαση δανείου που συνάπτεται αποκλειστικώς με σκοπό τη χρηματοδότηση, γίνονται υπό συνθήκες κατ’ οίκον πωλήσεως.
2) Η οδηγία 85/577 δεν απαγορεύει εθνικούς κανόνες που προβλέπουν ως μόνη συνέπεια της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου την ακύρωση της συμβάσεως αυτής, ακόμη και όταν πρόκειται για επενδυτικά μοντέλα για τα οποία το δάνειο δεν θα είχε χορηγηθεί χωρίς την αγορά του ακινήτου.
3) Η οδηγία 85/577 δεν απαγορεύει:
– την υποχρέωση του καταναλωτή που έχει ασκήσει το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως σύμφωνα με την οδηγία να εξοφλήσει στον δανειοδότη το ποσό του δανείου μολονότι το δάνειο χρησιμεύει, βάσει του προταθέντος επενδυτικού μοντέλου, αποκλειστικώς για τη χρηματοδότηση της αγοράς του ακινήτου και καταβλήθηκε απευθείας στον πωλητή του ακινήτου·
– να καθίσταται απαιτητή η άμεση επιστροφή του ποσού του δανείου·
– εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι ο καταναλωτής υποχρεούται, σε περίπτωση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση δανείου με εμπράγματη ασφάλεια, όχι μόνο να επιστρέψει τα ποσά που έλαβε δυνάμει της συμβάσεως αυτής, αλλά επιπλέον να καταβάλει στον δανειοδότη τόκους με το τρέχον επιτόκιο.
Ωστόσο, στην περίπτωση που, αν η Τράπεζα είχε πληροφορήσει τον καταναλωτή για το δικαίωμά του υπαναχωρήσεως, αυτός θα μπορούσε να αποφύγει να εκτεθεί στους κινδύνους που ενυπάρχουν σε επενδύσεις όπως οι επίδικες στην υπόθεση της κύριας δίκης, το άρθρο 4 της οδηγίας 85/577 επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε η νομοθεσία τους να προστατεύει τους καταναλωτές που δεν μπόρεσαν να αποφύγουν να εκτεθούν σε αυτούς τους κινδύνους, λαμβάνοντας μέτρα για να μην υφίστανται τις συνέπειες από την επέλευση των κινδύνων αυτών.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy