Υπόθεση C-356/03
Elisabeth Mayer
κατά
Versorgungsanstalt des Bundes und der Länder
(αίτηση του Bundesgerichtshof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Ισότητα μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών – Άδεια μητρότητας – Κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα D. Ruiz-Jarabo Colomer της 9ης Σεπτεμβρίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 13ης Ιανουαρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινωνική πολιτική – Άντρες και γυναίκες εργαζόμενοι – Ίση μεταχείριση στο πλαίσιο επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως – Οδηγία 86/378 – Συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα – Διατάξεις που έχουν ως αποτέλεσμα να διακόπτουν την κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των αδειών μητρότητας – Δεν επιτρέπονται
(Οδηγία 86/378 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, άρθρο 6 § 1, στοιχ. ζ΄)
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, έχει την έννοια ότι αποκλείει κανόνες εθνικής νομοθεσίας δυνάμει των οποίων εργαζόμενη δεν αποκτά δικαιώματα για ασφαλιστική παροχή εντασσόμενη σε συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα κατά τη διάρκεια προβλεπόμενης εκ του νόμου άδειας μητρότητας, κατά την οποία της καταβάλλονται εν μέρει αποδοχές από τον εργοδότη της, επειδή η κτήση τέτοιων δικαιωμάτων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η εργαζόμενη πραγματοποιεί κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας εισόδημα υποκείμενο σε φόρο.
(βλ. σκέψη 35 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 13ης Ιανουαρίου 2005 (*)
«Ισότητα μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών – Άδεια μητρότητας – Κτήση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων»
Στην υπόθεση C-356/03,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία), με απόφαση της 9ης Ιουλίου 2003 , η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18ης Αυγούστου 2003 , στο πλαίσιο της δίκης
Elisabeth Mayer
κατά
Versorgungsanstalt des Bundes und der Länder,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), K. Schiemann και E. Juhász, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η ίδια η E. Mayer,
– το Versorgungsanstalt des Bundes und der Länder, εκπροσωπούμενο από τον J. Kummer, Rechtsanwalt,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την N. Yerrell και τον M. H. Kreppel,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), και του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης (EE L 225, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996 (EE L 46, σ. 20), και του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ 1992, L 348, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο δικαστικής διαφοράς μεταξύ της Elisabeth Mayer και του Versorgungsanstalt des Bundes und der Länder (συνταξιοδοτικού ταμείου της Ομοσπονδίας και των ομοσπόνδων κρατών·στο εξής: VBL), αναφορικά με τη συνεκτίμηση περιόδων αδείας μητρότητας κατά την εκκαθάριση των δικαιωμάτων της για ασφαλιστική παροχή.
Το νομικό πλαίσιο
Οι διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας
3 Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 86/378, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Ως “επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης” θεωρούνται τα συστήματα που δεν διέπονται από την οδηγία 79/7/ΕΟΚ και που έχουν ως αντικείμενο τη χορήγηση στους εργαζόμενους, μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους, στα πλαίσια μιας επιχείρησης ή ομάδας επιχειρήσεων, ενός οικονομικού κλάδου ή επαγγελματικού ή διεπαγγελματικού τομέα, παροχών που προορίζονται να συμπληρώνουν ή να υποκαθιστούν τις παροχές των εκ του νόμου συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, είτε η υπαγωγή στα συστήματα αυτά είναι υποχρεωτική είτε προαιρετική.
2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:
α) στις ατομικές συμβάσεις των αυτοαπασχολουμένων·
β) στα συστήματα των αυτοαπασχολουμένων που έχουν μόνο ένα μέλος·
γ) στην περίπτωση των μισθωτών, στις ασφαλιστήριες συμβάσεις στις οποίες δεν μετέχει ο εργοδότης·
δ) στις προαιρετικές διατάξεις επαγγελματικών συστημάτων που προσφέρονται ατομικά στους μετέχοντες για να τους εξασφαλίσουν:
– είτε συμπληρωματικές παροχές,
– είτε την επιλογή της ημερομηνίας έναρξης των κανονικών παροχών των αυτοαπασχολουμένων ή την επιλογή μεταξύ πολλών παροχών·
ε) στα επαγγελματικά συστήματα στα οποία οι παροχές χρηματοδοτούνται από εισφορές που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι σε εθελοντική βάση.
4 Κατά το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται:
α) στα επαγγελματικά συστήματα που εξασφαλίζουν προστασία κατά των ακόλουθων κινδύνων:
– ασθένεια,
– αναπηρία,
– γήρας, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης πρόωρων συνταξιοδοτήσεων,
– εργατικό ατύχημα και επαγγελματική ασθένεια,
– ανεργία·
β) στα επαγγελματικά συστήματα που προβλέπουν άλλες κοινωνικές παροχές, σε είδος ή σε χρήμα, και ιδίως παροχές επιζώντων και οικογενειακές παροχές, εφόσον οι παροχές αυτές προορίζονται για μισθωτούς και επομένως αποτελούν οφέλη που παρέχονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω της απασχόλησης αυτού του τελευταίου.
5 Το άρθρο 6 της οδηγίας 86/378, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, ορίζει ότι:
«1. Μεταξύ των διατάξεων που αντιβαίνουν προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να περιληφθούν οι διατάξεις που βασίζονται στο φύλο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, ιδίως σε συσχετισμό με την ύπαρξη γάμου ή την εν γένει οικογενειακή κατάσταση, προκειμένου:
[…]
ζ) να διακόψουν τη διατήρηση ή την απόκτηση δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των αδειών λόγω μητρότητας ή για οικογενειακούς λόγους, οι οποίες ορίζονται με νόμο ή σύμβαση και κατά τις οποίες καταβάλλονται αποδοχές από τον εργοδότη·
[…]».
6 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτη φράση, της οδηγίας 96/97 προβλέπει ότι:
«Τα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, όσον αφορά τους μισθωτούς, πρέπει να καλύπτουν όλες τις παροχές που οφείλονται σε περιόδους απασχόλησης μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990 και ισχύουν αναδρομικά από την ημερομηνία αυτή […].»
7 Το άρθρο 11 της οδηγίας 92/85 ορίζει ότι:
«Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες εγκύους, κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας της, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπονται τα ακόλουθα:
[…]
2) στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 8, πρέπει να εξασφαλίζονται:
α) τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας των εργαζομένων γυναικών κατά την έννοια του άρθρου 2, εκτός από τα δικαιώματα που αναφέρονται στο κατωτέρων στοιχείο β)·
β) η διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματος στις εργαζόμενες κατά την έννοια του άρθρου 2·
[…]».
8 Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, αυτής, η οδηγία 92/85 έπρεπε να έχει τεθεί σε εφαρμογή από τα κράτη μέλη το αργότερο δύο έτη μετά την έκδοσή της, δηλαδή πριν από τις 19 Οκτωβρίου 1994.
Οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας
9 Το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 7, του καταστατικού του VBL, όπως ίσχυε στις 31 Δεκεμβρίου 2000, προέβλεπε ότι:
«1. Ο εργοδότης καταβάλλει μηνιαίως εισφορά το ύψος της οποίας καθορίζεται, δυνάμει του άρθρου 76 του καταστατικού, σε ποσοστό του εισοδήματος για το οποίο οφείλονται εισφορές στο συμπληρωματικό σύστημα ασφαλίσεως (παράγραφος 7), περιλαμβανομένης της εισφοράς που καταβάλλει ο υποχρεωτικώς ασφαλισμένος δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 1a.
[…]
7. Το εισόδημα για το οποίο καταβάλλεται εισφορά στο υποχρεωτικό σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως αντιστοιχεί, πλην των αντιθέτως οριζομένων κατωτέρω, στο υποκείμενο σε φόρο εισόδημα που πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο αναφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την καταβολή εισφορών στο πλαίσιο του εκ του νόμου προβλεπομένου συστήματος ασφαλίσεως γήρατος. […]»
10 Το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ως άνω καταστατικού προβλέπει τα εξής:
«Ως μηνιαία συνταξιοδοτική παροχή […] χορηγείται το 0,03125 % του συνολικού εισοδήματος για το οποίο οφείλεται εισφορά στο σύστημα υποχρεωτικής συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως, στο πλαίσιο του οποίου έχουν καταβληθεί εισφορές για την περίοδο από 31ης Δεκεμβρίου 1977 μέχρι της ημερομηνίας ενάρξεως καταβολής της ασφαλιστικής παροχής (άρθρο 62).»
11 Το άρθρο 13, παράγραφος 2, του Mutterschutzgesetz (νόμου περί προστασίας των εργαζομένων μητέρων) προβλέπει τα εξής:
«Άρθρο 13 – Επίδομα μητρότητας
[…]
(2) Οι μη υπαγόμενες σε εκ του νόμου προβλεπόμενο ταμείο υγείας γυναίκες, οι οποίες, κατά την έναρξη της κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, άδειας μητρότητας, ευρίσκονται σε σχέση εργασίας ή απασχολούνται ως κατ’ οίκον εργαζόμενες, λαμβάνουν, κατά την περίοδο της άδειας μητρότητας που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2, και το άρθρο 6, παράγραφος 1, καθώς και για την ημέρα τοκετού, επίδομα μητρότητας, το οποίο βαρύνει το Δημόσιο, εφαρμοζομένων κατ’ αναλογία των διατάξεων περί επιδομάτων μητρότητας της Reichsversicherungsordnung, μη δυνάμενο να υπερβεί τα 210 ευρώ. Το επίδομα αυτό καταβάλλεται στις εν λόγω γυναίκες, κατόπιν αιτήσεώς τους, από τον Bundesversicherungsamt (ομοσπονδιακό ασφαλιστικό φορέα). […]»
12 Το άρθρο 14 του Mutterschutzgesetz ορίζει ότι:
«Άρθρο 14 – Συμπλήρωμα των επιδομάτων μητρότητας
(1) Οι γυναίκες οι οποίες δικαιούνται επιδόματος μητρότητας σύμφωνα με […] λαμβάνουν, διαρκούσης της συμβάσεώς τους εργασίας, για την περίοδο της άδειας μητρότητας που προβλέπει το άρθρο 3, παράγραφος 2 και το άρθρο 6, παράγραφος 1, καθώς και για την ημέρα τοκετού, συμπλήρωμα από τον εργοδότη τους, το οποίο είναι ίσο προς τη διαφορά μεταξύ 13 ευρώ και της μέσης αμοιβής για κάθε ημερολογιακή ημέρα, μετά την έκπτωση των εκ του νόμου προβλεπομένων εισφορών. […]»
13 Κατά το άρθρο 3, σημείο 1, στοιχείο d, του Einkommensteuergesetz (νόμου περί φόρου εισοδήματος):
«Άρθρο 3. Απαλλάσσονται εκ του φόρου […]
1. d) το επίδομα μητρότητας που καταβάλλεται δυνάμει του Mutteschutzgesetz, […], το συμπλήρωμα του επιδόματος μητρότητας, που καταβάλλεται δυνάμει του Mutterschutzgesetz, […].»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
14 H Elisabeth Mayer, η οποία ασκεί σήμερα τη δραστηριότητα της αυτοαπασχολούμενης δικηγόρου, εργαζόταν κατά την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1990 έως 30 Σεπτεμβρίου 1999 σε δημόσια υπηρεσία του Land της Ρηνανίας-Παλατινάτου (Γερμανία), υπαγόμενη υποχρεωτικώς στο VBL. Ευρισκόταν σε υπό του νόμου προβλεπόμενη άδεια μητρότητας από τις 16 Δεκεμβρίου 1992 έως τις 5 Απριλίου 1993, καθώς και από 17 Ιανουαρίου μέχρι τις 22 Απριλίου 1994.
15 Το ποσό της ασφαλιστικής παροχής που δικαιούται ασφαλισμένη ευρισκόμενη στην κατάσταση της E. Mayer αντιστοιχεί, κατά το άρθρο 44, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο a, του καταστατικού του VBL, σε ορισμένο ποσοστό του συνολικού εισοδήματος για το οποίο οφείλεται εισφορά στο συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα και για το οποίο έχουν πράγματι καταβληθεί εισφορές. Δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, του εν λόγω καταστατικού, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει μηνιαία εισφορά αντιστοιχούσα σε ποσοστό του εισοδήματος για το οποίο οφείλεται εισφορά στο συμπληρωματικό ασφαλιστικό σύστημα. Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 7, το εισόδημα αυτό είναι το φορολογητέο εισόδημα.
16 Κατά τη διάρκεια των αδειών μητρότητας, η E. Mayer, η οποία ήταν ασφαλισμένη σε ιδιωτικό ταμείο υγείας, εισέπραξε το επίδομα μητρότητας, το καταβαλλόμενο από το Δημόσιο δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του Mutterschutzgesetz, καθώς και το συμπληρωματικό επίδομα, το καταβαλλόμενο από τον εργοδότη και το οποίο είναι ίσο προς τη διαφορά μεταξύ του καταβαλλομένου από το δημόσιο επιδόματος και του τελευταίου καθαρού μισθού που της καταβλήθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 1, του Mutterschutzgesetz. Η ως άνω παροχή του εργοδότη απαλλάσσεται από τον φόρο, δυνάμει του άρθρου 3, σημείο 1, στοιχείο d, του Einkommensteuergesetz. Συνεπώς, κατά τη διάρκεια των αδειών της μητρότητας, η E. Mayer δεν είχε εισοδήματα υποκείμενα σε εισφορά στο συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, κατά την έννοια του άρθρου 29, παράγραφος 7, του καταστατικού του VBL, για τα οποία ο εργοδότης της θα όφειλε να καταβάλλει μηνιαίες εισφορές στον εν λόγω φορέα, δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ως άνω καταστατικού. Επομένως, κατά τον υπολογισμό της ασφαλιστικής παροχής της E. Mayer, το VBL δεν έλαβε υπόψη τις παροχές που της κατέβαλλε ο εργοδότης της κατά τη διάρκεια των αδειών της μητρότητας.
17 Η E. Mayer ζήτησε να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω περίοδοι άδειας μητρότητας για τον υπολογισμό του δικαιώματος για ασφαλιστική παροχή που απέκτησε στο πλαίσιο του συμπληρωματικού συνταξιοδοτικού συστήματος που διαχειρίζεται το VBL.
18 Τα επιληφθέντα της διαφοράς δικαστήρια απέρριψαν την αγωγή της E. Mayer κατά του VBL. Κατόπιν αυτού η E. Mayer άσκησε αναίρεση (Revision) ενώπιον του Bundesgerichtshof, ζητώντας την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο.
19 Το Bundesgerichtshof έκρινε ότι το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85 δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι η τελευταία άδεια μητρότητας της E. Mayer έληξε πριν από την εκπνοή της προθεσμίας που είχε ταχθεί στα κράτη μέλη για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική τους έννομη τάξη. Πάντως, το εν λόγω δικαστήριο κρίνει ότι αντιβαίνει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως αυτή τίθεται με την οδηγία 86/378, ιδίως με το 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, αυτής, η μη συνεκτίμηση των περιόδων άδειας μητρότητας της E. Mayer. Τέλος, κατά το αιτούν δικαστήριο, συντρέχει ενδεχομένως παράβαση του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ, το οποίο θέτει την αρχή της ισότητας των αμοιβών, για την ίδια εργασία, μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων.
20 Κρίνοντας ότι ενδέχεται η σχετική εθνική κανονιστική ρύθμιση να είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, το Bundesgerichtshof αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιβαίνουν προς τα άρθρα 119 της Συνθήκης ΕΚ και/ή 11, παράγραφος 2, στοιχείο α΄ της οδηγίας 92/85/ΕΟΚ και 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΚ, διατάξεις του καταστατικού ενός συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, κατά τις οποίες εργαζόμενη, παύει, κατά τη διάρκεια της εκ του νόμου προβλεπόμενης άδειας μητρότητας (στην προκειμένη περίπτωση: από τις 16 Δεκεμβρίου 1992 έως τις 5 Απριλίου 1993, καθώς και από τις 17 Ιανουαρίου έως τις 22 Απριλίου 1994), να αποκτά δικαιώματα για μηνιαία καταβολή ασφαλιστικών παροχών, σε περίπτωση πρόωρης αποχωρήσεως από το σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως, από της επελεύσεως του ασφαλισμένου κινδύνου (συμπλήρωση ηλικίας συνταξιοδοτήσεως, ανικανότητα προς εργασία), επειδή η κτήση τέτοιων δικαιωμάτων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος, κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης περιόδου, λαμβάνει υποκείμενο σε φόρο μισθό, οι δε παροχές που καταβάλλονται σε εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας δεν συνιστούν, κατά τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, υποκείμενο σε φόρο μισθό;
2) Ισχύει τούτο και όταν οι ασφαλιστικές παροχές δεν αποσκοπούν –όπως η καταβαλλόμενη σύνταξη σε περίπτωση παραμονής στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως– στην ασφαλιστική κάλυψη της εργαζόμενης σε περίπτωση συμπληρώσεως ηλικίας συνταξιοδοτήσεως ή ανικανότητας προς εργασία, αλλά χρησιμεύουν για τον συμψηφισμό των εισφορών που καταβλήθηκαν για λογαριασμό της κατά τη διάρκεια υπαγωγής της στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Παρατηρήσεις των διαδίκων
21 Η E.Mayer περιορίζεται να παραπέμψει στη διάταξη περί παραπομπής, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε συνοπτικώς στη σκέψη 19 της παρούσας αποφάσεως.
22 Το VBL ισχυρίζεται ότι οι διατάξεις του συμπληρωματικού συνταξιοδοτικού ασφαλιστικού συστήματος κατά τις οποίες οι εργαζόμενες δεν αποκτούν, κατά τη διάρκεια της εκ του νόμου προβλεπόμενης αδείας μητρότητας, δικαιώματα ασφαλιστικής παροχής δεν αντιβαίνουν προς το κοινοτικό δίκαιο. Πράγματι, σκοπός αυτής της παροχής δεν είναι η ενίσχυση του ενδιαφερομένου μετά τη συνταξιοδότησή του ή σε περίπτωση ανικανότητάς του προς εργασία. Αντιθέτως, σκοπός της παροχής είναι να παράσχει στον εργαζόμενο του οποίου έληξε η σχέση εργασίας ένα λογιστικώς ισοδύναμο αντιστάθμισμα για τις εισφορές που κατέβαλε. Το δικαίωμα για ασφαλιστική παροχή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 86/378, η οποία αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως στο πλαίσιο των επαγγελματικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως. Όσον αφορά την οδηγία 92/85, αυτή δεν έχει εφαρμογή διότι η προθεσμία που είχε ταχθεί στα κράτη μέλη για την εφαρμογή της δεν είχε εκπνεύσει κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης. Συνεπώς, το VBL νομίμως έκρινε ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει συμπληρωματικές παροχές για τις περιόδους άδειας μητρότητας των μισθωτών. Τέλος, το συγκεκριμένο σύστημα συμβιβάζεται, επίσης, με το άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΚ καθώς πρόκειται για τον τρόπο χρηματοδοτήσεως ενός επαγγελματικού συνταξιοδοτικού συστήματος καθορισμένων παροχών, ο οποίος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου.
23 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υποστηρίζει, αντιθέτως προς το VBL, ότι το συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα περί του οποίου πρόκειται στη διαφορά της κύριας δίκης δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Το άρθρο 11, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85 απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 29, παράγραφος 7, του καταστατικού του VBL, η οποία εξαρτά την κτήση του δικαιώματος συνταξιοδοτικής παροχής, λόγω ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, όπως είναι η ασφαλιστική παροχή περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη, κατά τη διάρκεια της εκ του νόμου προβλεπόμενης άδειας μητρότητας, από την ύπαρξη ή μη εισοδήματος υποκείμενου σε εισφορά στο συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, καθώς και από το ύψος αυτού του εισοδήματος. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι δεν είχε εισέτι εκπνεύσει η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας 92/85 στην εθνική έννομη τάξη κατά τον χρόνο των αδειών μητρότητας περί των οποίων πρόκειται στην κύρια δίκη δεν έχει σημασία, καθόσον οι προ της εκπνοής αυτής της προθεσμίας άδειες μητρότητας πρέπει, επίσης, να λαμβάνονται υπόψη, αυτές καθεαυτές, ασχέτως της περιόδου κατά την οποία ελήφθησαν. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν δεχθεί την υπ’ αυτήν την έννοια ερμηνεία του άρθρου 11, σημείο 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/85, η Επιτροπή φρονεί ότι η εφαρμογή της συγκεκριμένης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως αποκλείεται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378, καθόσον πρόκειται για άδειες μητρότητας αναγόμενες σε χρόνο προ της εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Η Επιτροπή φρονεί ότι δεν απαιτείται να εξετασθεί το πρόβλημα υπό το πρίσμα του άρθρου 119 της Συνθήκης ΕΚ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
24 Τα δύο προδικαστικά ερωτήματα επιβάλλεται να εξετασθούν από κοινού.
25 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/97 προβλέπει ότι τα μέτρα για την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, καθόσον αφορά τους μισθωτούς, πρέπει να καλύπτουν όλες τις παροχές που οφείλονται σε περιόδους απασχόλησης μεταγενέστερες της 17ης Μαΐου 1990.
26 Οι άδειες μητρότητας περί των οποίων πρόκειται στην κύρια δίκη χορηγήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, συγκεκριμένα κατά τα έτη 1992, 1993 και 1994. Επομένως, η οδηγία 86/378, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, έχει εφαρμογή επί αδειών μητρότητας, όπως αυτές περί των οποίων πρόκειται στην κύρια δίκη, όσον αφορά τη συνεκτίμησή τους κατά την εκκαθάριση σχετικών παροχών.
27 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, εμπίπτουν στις αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διατάξεις εκείνες οι οποίες στηρίζονται στο φύλο, άμεσα ή έμμεσα, προκειμένου να διακόψουν τη διατήρηση ή την απόκτηση δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια των αδειών λόγω μητρότητας ή για οικογενειακούς λόγους, οι οποίες ορίζονται με νόμο ή σύμβαση και κατά τις οποίες καταβάλλονται αποδοχές από τον εργοδότη.
28 Τα δικαιώματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνουν δικαιώματα μελλοντικής συντάξεως, η κτήση των οποίων θα μπορούσε να διακοπεί λόγω της εφαρμογής διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας περί αδειών μητρότητας.
29 Το επιχείρημα της VBL κατά το οποίο η ασφαλιστική παροχή περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη δεν εμπίπτει στην οδηγία 86/378, διότι σκοπός της είναι η παροχή μιας λογιστικώς ισοδύναμης αντιπαροχής για τις καταβληθείσες εισφορές και όχι η ενίσχυση του ενδιαφερομένου σε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως ή ανικανότητας προς εργασία, δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, από το σύνολο των στοιχείων που περιλαμβάνονται στη διάταξη παραπομπής αναφορικά με την ασφαλιστική παροχή περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη, προκύπτει ότι αυτή εντάσσεται σε ένα συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα και ότι σκοπός της είναι η διασφάλιση της καταβολής ενός ποσού στους εμπίπτοντες σ’ αυτό εργαζομένους σε περίπτωση επελεύσεως του κινδύνου του γήρατος ή της ανικανότητας προς εργασία. Συνεπώς, μια τέτοια ασφαλιστική παροχή συνιστά συμπληρωματική παροχή εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 86/378, όπως αυτό καθορίζεται με τα άρθρα 2 και 4 αυτής, χωρίς να περιλαμβάνεται σε καμία από τις εξαιρέσεις που προβλέπει η εν λόγω οδηγία.
30 Οι άδειες μητρότητας στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, είναι εκείνες που προβλέπονται εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως και κατά τη διάρκεια των οποίων ο εργοδότης καταβάλλει αποδοχές.
31 Όπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, κατά τη διάρκεια των αδειών της μητρότητας, πέραν του καταβαλλομένου από το Δημόσιο επιδόματος μητρότητας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13, παράγραφος 2, του Mutterschutzgesetz, η E. Mayer εισέπραξε από τον εργοδότη της το προβλεπόμενο από το άρθρο 14, παράγραφος 1, του ιδίου νόμου συμπληρωματικό επίδομα, ίσο προς τη διαφορά μεταξύ αυτού του επιδόματος και του τελευταίου καθαρού μισθού της. Συνεπώς, κατά τις άδειες μητρότητας εισέπραξε, εν μέρει, αποδοχές από τον εργοδότη της. Το στοιχείο αυτό αρκεί προκειμένου να αποδειχθεί ότι ο εργοδότης της κατέβαλε αποδοχές κατά τη διάρκεια της αδείας της, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της εν λόγω οδηγίας.
32 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως αυτή του άρθρου 29, παράγραφος 7, του καταστατικού της VBL, που έχει ως αποτέλεσμα να διακόπτει την κτήση δικαιωμάτων για ασφαλιστική παροχή κατά τη διάρκεια των εκ του νόμου προβλεπομένων αδειών μητρότητας, επιβάλλουσα ως προϋπόθεση να πραγματοποιεί η εργαζόμενη κατά τη διάρκεια αυτών των αδειών εισόδημα υποκείμενο σε φόρο.
33 Παρέλκει η εξέταση της οδηγίας 92/85, καθόσον οι άδειες μητρότητας περί των οποίων πρόκειται στην κύρια δίκη ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της εκπνοής της προθεσμίας που είχε ταχθεί για τη μεταφορά της στην εσωτερική έννομη τάξη, δηλαδή σε χρόνο προ της 19ης Οκτωβρίου 1994.
34 Δεδομένου ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα στηρίζεται στην οδηγία 86/378, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, παρέλκει η ερμηνεία του άρθρου 119 της Συνθήκης.
35 Συνεπώς, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97, έχει την έννοια ότι αποκλείει κανόνες της εθνικής νομοθεσίας δυνάμει των οποίων εργαζόμενη δεν αποκτά δικαιώματα για ασφαλιστική παροχή εντασσσόμενη σε συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα κατά τη διάρκεια προβλεπομένης εκ του νόμου άδειας μητρότητας, κατά την οποία της καταβάλλονται εν μέρει αποδοχές από τον εργοδότη της, επειδή η κτήση τέτοιων δικαιωμάτων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η εργαζόμενη πραγματοποιεί κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας εισόδημα υποκείμενο σε φόρο.
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ανωτέρω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 86/378/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στα επαγγελματικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/97/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1996, έχει την έννοια ότι αποκλείει κανόνες της εθνικής νομοθεσίας δυνάμει των οποίων εργαζόμενη δεν αποκτά δικαιώματα για ασφαλιστική παροχή εντασσόμενη σε συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα κατά τη διάρκεια προβλεπομένης εκ του νόμου άδειας μητρότητας, κατά την οποία της καταβάλλονται εν μέρει αποδοχές από τον εργοδότη της, επειδή η κτήση τέτοιων δικαιωμάτων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι η εργαζόμενη πραγματοποιεί κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας εισόδημα υποκείμενο σε φόρο.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy