Υπόθεση C-372/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 91/439/ΕΟΚ — Άδεια οδηγήσεως — Ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για την οδήγηση ορισμένων οχημάτων — Δυνατότητα οδηγήσεως οχημάτων κατηγορίας διαφορετικής από αυτή για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια — Υποχρεωτική καταχώριση και αντικατάσταση των αδειών οδηγήσεως»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 12ης Μαΐου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 15ης Σεπτεμβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Μεταφορές — Οδικές μεταφορές — Άδεια οδηγήσεως — Οδηγία 91/439 — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Ελάχιστο όριο ηλικίας — Οδήγηση μηχανοκίνητων δικύκλων της κατηγορίας Α — Δυνατότητα των κρατών μελών να ορίσουν υψηλότερο ελάχιστο όριο ηλικίας — Περιεχόμενο
(Οδηγία 91/439 του Συμβουλίου, άρθρο 6 §§ 1, στοιχ. β΄, και 2)
2. Μεταφορές — Οδικές μεταφορές — Άδεια οδηγήσεως — Κανονισμός 3820/85 και οδηγία 91/439 — Προϋποθέσεις χορηγήσεως — Ελάχιστη ηλικία — Οδήγηση μηχανοκίνητων δικύκλων των κατηγοριών Γ 1 και Γ 1 + E — Δυνατότητα των κρατών μελών να ορίσουν υψηλότερο ελάχιστο όριο ηλικίας — Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 3820/85 του Συμβουλίου, άρθρο 5 § 1, στοιχ. β΄· οδηγία 91/439 του Συμβουλίου, άρθρο 6 §§ 1, στοιχ. β΄, και 2)
1. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 91/439, για την άδεια οδηγήσεως, προβλέποντας τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση σε άδεια οδηγήσεως μηχανοκίνητων δικύκλων της κατηγορίας Α για τους υποψήφιους που είναι τουλάχιστον 21 ετών, όχι μόνο δεν περιορίζει ρητώς τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν μεγαλύτερη ελάχιστη ηλικία, αλλά συνεπάγεται, αντιθέτως, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ελάχιστη ηλικία μεγαλύτερη από τα 21 έτη.
Εφόσον το να καθοριστεί ελάχιστη ηλικία μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στην τελευταία περίοδο του ως άνω άρθρου, για την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση αυτού του είδους των μηχανοκίνητων δικύκλων, μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας, η οποία αποτελεί, όπως προκύπτει από το προοίμιο της εν λόγω οδηγίας, έναν από τους κύριους στόχους της, ο καθορισμός αυτός δεν έρχεται σε αντίθεση με την εν λόγω διάταξη, αφ’ ης στιγμής τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
(βλ. σκέψεις 27-28)
2. Ούτε η οδηγία 91/439, για την άδεια οδηγήσεως, ούτε ο κανονισμός 3820/85, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, προβλέπουν τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από την ελάχιστη ηλικία των 18 ετών για τη χορήγηση άδειας για την οδήγηση οχημάτων των κατηγοριών Γ 1 και Γ 1 + E. Αφενός, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 δεν κάνει λόγο για τα οχήματα των κατηγοριών Γ 1 και Γ 1 + E. Αφετέρου, το γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3280/85 δεν απαγορεύει σε άτομο που δεν έχει συμπληρώσει την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία να μπορεί να αποκτήσει εμπειρία οδηγήσεως, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν σ’ αυτό το άτομο άδεια οδηγήσεως οχημάτων των εν λόγω κατηγοριών. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα αποκτήσεως μιας τέτοιας εμπειρίας ουδόλως συνεπάγεται τη χορήγηση, στον ενδιαφερόμενο υποψήφιο, άδειας που να του παρέχει τη δυνατότητα να οδηγεί όχημα των κατηγοριών Γ 1 ή Γ 1 + E χωρίς να συνοδεύεται από άτομο επιφορτισμένο με την εκπαίδευσή του.
(βλ. σκέψεις 38-41)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 15ης Σεπτεμβρίου 2005(*)
«Παράβαση κράτους μέλους − Οδηγία 91/439/ΕΟΚ − Άδεια οδηγήσεως – Ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για την οδήγηση ορισμένων οχημάτων – Δυνατότητα οδηγήσεως οχημάτων κατηγορίας διαφορετικής από αυτή για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια – Υποχρεωτική καταχώριση και αντικατάσταση των αδειών οδηγήσεως»
Στην υπόθεση C-372/03,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 2 Σεπτεμβρίου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Braun και W. Wils, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπουμένης από τον M. Lumma,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, R. Schintgen (εισηγητή), Γ. Αρέστη και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Μαΐου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τα άρθρα 6, παράγραφοι 3, σημείο 6, και 4, 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, 29, παράγραφοι 1 και 3, καθώς και 47, παράγραφος 2, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την πρόσβαση των προσώπων στην οδική κυκλοφορία (Verordnung über die Zulassung von Personen zum Strassenverkehr), της 18ης Αυγούστου 1998, ήτοι της ρυθμίσεως για τις άδειες οδηγήσεως (Fahrerlaubnis-Verordnung, BGBl. 1998 I, σ. 2214, στο εξής: FeV), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, 3, 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη και τρίτη περίπτωση, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως (ΕΕ L 237, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996 (ΕΕ L 235, σ. 1, στο εξής: οδηγία ).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας έχουν ως εξής:
«εκτιμώντας ότι θα πρέπει να προσαρμοστεί το κοινοτικό υπόδειγμα άδειας οδήγησης που καθιέρωσε η οδηγία 80/1263/ΕΟΚ για να ληφθεί ιδίως υπόψη η εναρμόνιση των κατηγοριών και υποκατηγοριών των οχημάτων και για να γίνουν ευκολότερα κατανοητές οι άδειες οδήγησης τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της Κοινότητας·
ότι, προκειμένου να υπάρξει ανταπόκριση στις επιτακτικές ανάγκες της οδικής ασφάλειας, είναι αναγκαίος ο καθορισμός ελάχιστων προϋποθέσεων για τη χορήγηση της άδειας οδήγησης·
ότι το άρθρο 3 της οδηγίας 80/1263/ΕΟΚ προβλέπει ότι οι οριστικές διατάξεις που θα γενικεύουν τις κατηγορίες οχημάτων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό σε όλη την Κοινότητα θα πρέπει να θεσπιστούν χωρίς να υπάρχει δυνατότητα παρέκκλισης, ενώ το ίδιο θα πρέπει να συμβαίνει και για τους όρους ισχύος των αδειών οδήγησης».
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας 91/439 ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν τις εθνικές άδειες οδήγησης ακολουθώντας το κοινοτικό υπόδειγμα που περιγράφεται στο παράρτημα Ι ή Ια, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.
2. Τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν αμοιβαία τις άδειες οδήγησης που εκδίδουν.
3. Όταν ο κάτοχος άδειας οδήγησης της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει αποκτά την κανονική του διαμονή σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο που εξέδωσε την άδεια, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να υπάγει τον κάτοχο της άδειας στις εθνικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διάρκεια ισχύος της άδειας, τον ιατρικό έλεγχο, τη φορολογία, και να αναγράφει επάνω στην άδεια τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διαχείρισή της.»
4 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας απαριθμεί τις διάφορες κατηγορίες οχημάτων για τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί άδεια οδηγήσεως. Οι κατηγορίες αυτές κατανέμονται ως εξής:
– κατηγορία Α: μηχανοκίνητα δίκυκλα με ή χωρίς πλευρικό κάνιστρο·
– κατηγορία Β: αυτοκίνητα, με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα μέχρι 3 500 kg και σύνολα οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα της κατηγορίας Β και από ρυμουλκούμενο, όταν η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του συνόλου δεν υπερβαίνει τα 3 500 kg·
– κατηγορία Β + Ε: σύνολα συζευγμένων οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα της κατηγορίας Β και από ρυμουλκούμενο, όταν το σύνολο δεν υπάγεται στην κατηγορία Β·
– κατηγορία Γ: αυτοκίνητα πλην εκείνων της κατηγορίας Δ, των οποίων η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 3 500 kg·
– κατηγορία Γ + Ε: σύνολα συζευγμένων οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα που υπάγεται στην κατηγορία Γ και από ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 750 kg·
– κατηγορία Δ: αυτοκίνητα μεταφοράς προσώπων που έχουν περισσότερες από οκτώ θέσεις καθημένων, εκτός από τη θέση του οδηγού·
– κατηγορία Δ + Ε: σύνολο συζευγμένων οχημάτων, που αποτελούνται από έλκον όχημα που υπάγεται στην κατηγορία Δ και από ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 750 kg.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/349, για τις κατηγορίες Α, Β, Β + Ε, Γ, Γ + Ε, Δ και Δ + Ε, μπορεί να χορηγείται ειδική άδεια για την οδήγηση οχημάτων των παρακάτω υποκατηγοριών:
– Α 1: ελαφρά μηχανοκίνητα δίκυκλα μέγιστου κυβισμού 125 cm3 και μέγιστης ισχύος 11 kW·
– Γ 1: αυτοκίνητα διαφορετικά των αυτοκινήτων της κατηγορίας Δ των οποίων η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 3 500 kg χωρίς να υπερβαίνει τα 7 500 kg·
– Γ 1 + Ε: σύνολα συζευγμένων οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα που υπάγεται στην υποκατηγορία Γ 1 και από ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 750 kg, με την επιφύλαξη ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του εν λόγω συνόλου δεν υπερβαίνει τα 12 000 kg και ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του ρυμουλκουμένου δεν υπερβαίνει τη μάζα εν κενώ του έλκοντος οχήματος·
– Δ 1: αυτοκίνητα μεταφοράς προσώπων με περισσότερες από οκτώ θέσεις καθημένων εκτός από τη θέση του οδηγού, όχι όμως περισσότερες από 16 θέσεις καθημένων, εκτός από τη θέση του οδηγού·
– Δ 1 + Ε: σύνολα συζευγμένων οχημάτων που αποτελούνται από έλκον όχημα που υπάγεται στην υποκατηγορία Δ 1 και από ρυμουλκούμενο του οποίου η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα υπερβαίνει τα 750 kg, με την επιφύλαξη, αφενός, ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του εν λόγω συνόλου δεν υπερβαίνει τα 12 000 kg και ότι η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του ρυμουλκουμένου δεν υπερβαίνει τη μάζα εν κενώ του έλκοντος οχήματος και, αφετέρου, ότι το ρυμουλκούμενο δεν χρησιμοποιείται για τη μεταφορά προσώπων.
6 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/439 έχει ως εξής:
«Η χορήγηση της άδειας οδήγησης υπόκειται στις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) η άδεια για τις κατηγορίες Γ και Δ χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας για την κατηγορία Β·
β) η άδεια για τις κατηγορίες Β + Ε, Γ + Ε, Δ + Ε χορηγείται μόνο στους οδηγούς που είναι ήδη κάτοχοι άδειας για τις κατηγορίες Β, Γ ή Δ αντίστοιχα.»
7 Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Η ελάχιστη ηλικία για τη χορήγηση άδειας οδήγησης είναι
α) 16 έτη:
– για την υποκατηγορία Α 1,
– για την υποκατηγορία Β 1·
β) 18 έτη:
– για την κατηγορία Α: ωστόσο, η οδήγηση μηχανοκίνητων δικύκλων ισχύος άνω των 25 kW ή λόγου ισχύος/βάρους άνω των 0,16 kW/kg (ή μηχανοκίνητων δικύκλων με πλευρικό κάνιστρο με σχέση ισχύος/βάρους άνω των 0,16 kW/kg) προϋποθέτει διετή τουλάχιστον πείρα οδήγησης μηχανοκίνητων δικύκλων κατωτέρων χαρακτηριστικών, με άδεια τύπου Α. Αυτή η προηγούμενη πείρα μπορεί να μην απαιτείται αν ο υποψήφιος είναι τουλάχιστον 21 ετών, εφόσον έχει επιτύχει σε ειδική δοκιμασία ελέγχου των ικανοτήτων και της συμπεριφοράς·
– για τις κατηγορίες B και B + E·
– για τις κατηγορίες Γ, Γ + Ε και τις υποκατηγορίες Γ 1, Γ 1 + Ε, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την οδήγηση των οχημάτων αυτών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3820/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών [(ΕΕ L 370, σ. 1)]·
γ) 21 έτη:
– για τις κατηγορίες Δ, Δ + Ε και τις υποκατηγορίες Δ 1, Δ 1 + Ε, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την οδήγηση των οχημάτων αυτών που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3820/85.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να παρεκκλίνουν από τις προϋποθέσεις κατωτάτου ορίου ηλικίας που προβλέπονται για τις κατηγορίες Α, Β και Β + Ε και να χορηγούν άδεια για τις κατηγορίες αυτές από τα 17 έτη, με εξαίρεση τις διατάξεις για την κατηγορία Α, που προβλέπεται στην παράγραφο 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, τελευταία περίοδος.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να αρνούνται να αναγνωρίζουν στην επικράτειά τους την ισχύ οποιασδήποτε άδειας οδήγησης της οποίας ο κάτοχος δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του.»
8 Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της ίδιας οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«1. Σε περίπτωση που ο κάτοχος αδείας οδηγήσεως της οποίας η ισχύς δεν έχει λήξει και η οποία έχει εκδοθεί από ένα κράτος μέλος έχει πλέον την κανονική του διαμονή σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να ζητήσει την αντικατάσταση της παλαιάς του αδείας με νέα ισοδύναμη. Το κράτος μέλος που αντικαθιστά την άδεια ελέγχει, ενδεχομένως, αν η προς αντικατάσταση άδεια εξακολουθεί πράγματι να ισχύει.
2. Με την επιφύλαξη της αρχής της εδαφικότητας όσον αφορά την ισχύ των ποινικών και αστυνομικών διατάξεών του, το κράτος μέλος κανονικής διαμονής μπορεί να εφαρμόσει στον κάτοχο άδειας οδήγησης, η οποία έχει εκδοθεί από άλλο κράτος μέλος, τις εθνικές του διατάξεις όσον αφορά τον περιορισμό, την αναστολή, την αφαίρεση ή την ακύρωση του δικαιώματος οδήγησης και, ενδεχομένως, να προβεί, για τους σκοπούς αυτούς, σε αντικατάσταση της άδειας αυτής.»
9 Το άρθρο 5 του κανονισμού 3820/95 ορίζει τα εξής:
«1. Το ελάχιστο όριο ηλικίας των οδηγών που απασχολούνται στις μεταφορές εμπορευμάτων ορίζεται:
α) για τα οχήματα, συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση των ρυμουλκούμενων ή των ημιρυμουλκούμενων, των οποίων το ανώτατο επιτρεπόμενο βάρος είναι κατώτερο ή ίσο με 7,5 τόνους, στα 18 έτη συμπληρωμένα·
β) για τα άλλα οχήματα στα:
– 21 έτη συμπληρωμένα
ή στα
– 18 έτη συμπληρωμένα, με την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος κατέχει πιστοποιητικό επαγγελματικής ικανότητας, αναγνωρισμένο από ένα από τα κράτη μέλη, το οποίο να πιστοποιεί την ολοκλήρωση κατάρτισης οδηγού οχημάτων για την οδική μεταφορά εμπορευμάτων, σύμφωνα με τις κοινοτικές ρυθμίσεις για το κατώτατο αποδεκτό επίπεδο κατάρτισης των οδηγών οχημάτων οδικών μεταφορών.
[…]
5. Για τις εθνικές μεταφορές που εκτελούνται σε ακτίνα 50 km από τον τόπο εκμετάλλευσης του οχήματος, συμπεριλαμβανομένων των δήμων και κοινοτήτων των οποίων το κέντρο ευρίσκεται μέσα στην ακτίνα αυτή, κάθε κράτος μέλος δύναται να μειώσει το ελάχιστο όριο ηλικίας των βοηθών οδηγών στο 16ο έτος συμπληρωμένο, υπό τον όρο ότι αυτό γίνεται για λόγους επαγγελματικής κατάρτισης και μέσα στα πλαίσια των εθνικών διατάξεων σε θέματα απασχόλησης.»
Η εθνική νομοθεσία
10 Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της FeV προβλέπει τα 25 έτη ως ελάχιστη ηλικία για την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση μεγάλων μηχανοκίνητων δικύκλων της κατηγορίας Α.
11 Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 3, σημείο 6, της FeV, επιτρέπεται στους κατόχους αδειών Γ 1 + E και Δ η οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας Δ + Ε. Δυνάμει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, επιτρέπεται στους κατόχους αδειών των κατηγοριών Γ 1, Γ 1 + Ε, Γ και Γ + Ε να οδηγούν οχήματα της κατηγορίας Δ για διαδρομές χωρίς επιβάτες, εντός της γερμανικής επικράτειας, με σκοπό είτε τον έλεγχο της τεχνικής καταστάσεως των οχημάτων είτε τη μετακίνησή τους σε άλλον τόπο.
12 Το άρθρο 9 της FeV ορίζει ότι η άδεια οδηγήσεως οχημάτων της κατηγορίας Γ 1 χορηγείται μόνον αν ο υποψήφιος για την απόκτηση της εν λόγω άδειας είναι ήδη κάτοχος άδειας της κατηγορίας B ή αν πληροί τις προϋποθέσεις αποκτήσεως μιας τέτοιας άδειας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η άδεια οδηγήσεως οχημάτων της κατηγορίας Γ 1 μπορεί να χορηγηθεί το νωρίτερο κατά τη χορήγηση της άδειας για τα οχήματα της κατηγορίας B.
13 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, της FeV προβλέπει ότι, στο πλαίσιο της καταρτίσεως επαγγελματιών οδηγών, η ελάχιστη ηλικία για τη χορήγηση άδειας οδηγήσεως οχημάτων της κατηγορίας B ή των κατηγοριών Γ 1 ή Γ 1 + E είναι τα 17 έτη, ενώ, για άδεια καλύπτουσα τις κατηγορίας Γ και Γ + E, η ηλικία αυτή είναι τα 18 έτη. Στην περίπτωση που η άδεια αυτή πρέπει να χορηγηθεί σε υποψήφιο που δεν έχει ακόμη συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, οι φυσικές και πνευματικές ικανότητές του πρέπει να πιστοποιούνται με ιατροψυχιατρική έκθεση. Εφόσον ο δικαιούχος δεν έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του, η άδεια οδηγήσεως που του χορηγείται ισχύει μόνο για τις διαδρομές που πραγματοποιεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής του καταρτίσεως.
14 Σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 2, της FeV, οι κάτοχοι άδειας χορηγηθείσας από κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας οφείλουν, επί ποινή προστίμου, να καταχωρίζουν την άδειά τους στις γερμανικές διοικητικές αρχές, εφόσον αποδεικνύουν ότι η συνήθης διαμονή τους είναι στη Γερμανία και έχουν αποκτήσει την άδειά τους τα τελευταία δύο έτη.
15 Τα άρθρα 29, παράγραφος 3, και 47, παράγραφος 2, της FeV επιβάλλουν στους κατόχους άδειας χορηγηθείσας από κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία, την υποχρέωση να αντικαταστήσουν την άδειά τους με γερμανική άδεια οδηγήσεως, προκειμένου να αναγραφούν σ’ αυτή ορισμένα στοιχεία σχετικά, μεταξύ άλλων, με τη διάρκεια ισχύος της άδειας αυτής στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον η διάρκεια αυτή είναι βραχύτερη από την ισχύουσα στο κράτος μέλος χορηγήσεως.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
16 Εκτιμώντας ότι η μεταφορά ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 91/439 στη γερμανική έννομη τάξη δεν ήταν σύμφωνη με την οδηγία, η Επιτροπή απέστειλε, στις 10 Ιουνίου 1997, έγγραφο οχλήσεως προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καλώντας τη να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
17 Η Επιτροπή έκρινε ότι οι τροποποιήσεις της οικείας νομοθεσίας, που της διαβιβάστηκαν εντός του Αυγούστου του 1998, δεν έθεσαν τέρμα στην παράβαση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και απέστειλε, ως εκ τούτου, στις 18 Ιουλίου 2001, συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως προς το εν λόγω κράτος μέλος, καλώντας το να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών.
18 Θεωρώντας ότι οι παρατηρήσεις που υπέβαλαν οι γερμανικές αρχές ως απάντηση στο τελευταίο αυτό έγγραφο δεν ήταν πειστικές, στις 21 Μαρτίου 2002, η Επιτροπή απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καλώντας τη να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία 91/439 εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω γνώμης.
19 Με έγγραφο της 10ης Ιουνίου 2002, οι γερμανικές αρχές απάντησαν στην Επιτροπή ότι θεωρούσαν αβάσιμες ορισμένες από τις προβαλλόμενες αιτιάσεις και ότι θα ελάμβαναν υπόψη τις λοιπές αιτιάσεις τροποποιώντας, το συντομότερο δυνατό, τη FeV.
20 Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση αυτή, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
21 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει έξι αιτιάσεις που αφορούν την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για την οδήγηση, αφενός, μεγάλων μηχανοκίνητων δίκυκλων της κατηγορίας A και, αφετέρου, οχημάτων των υποκατηγοριών Γ 1 καθώς και Γ 1 + E, τη δυνατότητα οδηγήσεως οχημάτων πλην αυτών για τα οποία έχει χορηγηθεί άδεια οδηγήσεως, καθώς και τις διαδικασίες καταχωρίσεως και αντικαταστάσεως των αδειών οδηγήσεως που χορηγεί κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Επί της αιτιάσεως που αφορά την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση μεγάλων μηχανοκίνητων δικύκλων της κατηγορίας A
Επιχειρήματα των διαδίκων
22 Με την αιτίαση αυτή, η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 91/439, δυνάμει του οποίου η ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για τη χορήγηση άδειας οδηγήσεως για τα οχήματα της κατηγορίας A είναι τα 21 έτη. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, της FeV, όμως, ορίζει ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση τέτοιου είδους οχημάτων τα 25 έτη. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 91/439 ορίζει ενιαία ελάχιστη ηλικία που τα κράτη μέλη δεν έχουν δικαίωμα να ελαττώσουν ή να αυξήσουν, εφόσον η διάταξη αυτή αποβλέπει στην εναρμόνιση ορισμένων από τις προϋποθέσεις χορηγήσεως άδειας για την οδήγηση διαφόρων κατηγοριών οχημάτων. Το γεγονός ότι τα κράτη μέλη ενδέχεται να μην επιτρέψουν την άμεση πρόσβαση στην άδεια οδηγήσεως οχημάτων της κατηγορίας A δεν μπορεί να μεταβάλει το συμπέρασμα ότι η ελάχιστη ηλικία για την πρόσβαση στην οδήγηση των εν λόγω οχημάτων δεν μπορεί να υπερβεί τα 21 έτη.
23 Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι η οδηγία 91/439 παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση μεγάλων μηχανοκίνητων δικύκλων. Εφόσον τα κράτη μέλη μπορούν να μην επιτρέψουν την άμεση αυτή πρόσβαση, τίποτε δεν εμποδίζει να καθορίσουν και ελάχιστη ηλικία μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στην εν λόγω οδηγία.
24 Ακολούθως, η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η λέξη «τουλάχιστον» του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439 δεν αφήνει ουδεμία αμφιβολία ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτήσουν μεγαλύτερη ηλικία για την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας A. Η λέξη αυτή θα ήταν περιττή αν ο νομοθέτης ήθελε να επιβάλει τα 21 έτη ως ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία.
25 Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η αύξηση της ελάχιστης ηλικίας για την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας A υπαγορεύθηκε από εκτιμήσεις σχετικές με την οδική ασφάλεια. Εξάλλου, στο πλαίσιο των προπαρασκευαστικών εργασιών για τη νέα οδηγία σχετικά με την «άδεια οδηγήσεως» [COM (2003) 621 τελικό, της 21ης Οκτωβρίου 2003], η Επιτροπή πρότεινε να αυξηθεί η ελάχιστη ηλικία στα 24 έτη, προκειμένου να ανταποκρίνεται καλύτερα στις απαιτήσεις της οδικής ασφάλειας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26 Ναι μεν αληθεύει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι από την ανάγνωση του άρθρου 6, παράγραφοι 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, και 2, της οδηγίας 91/439 προκύπτει ότι η εν λόγω οδηγία απαγορεύει στα κράτη μέλη να χορηγούν άδεια οδηγήσεως μεγάλων μηχανοκίνητων δικύκλων της κατηγορίας Α σε υποψηφίους που δεν έχουν ακόμη συμπληρώσει τα 21 έτη, ωστόσο οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να προβλέψει μεγαλύτερη ελάχιστη ηλικία για τη χορήγηση έγκυρης άδειας για την οδήγηση αυτής της κατηγορίας οχημάτων.
27 Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 91/439, προβλέποντας τη δυνατότητα των κρατών μελών να επιτρέπουν την άμεση πρόσβαση σ’ αυτού του είδους την άδεια για τους υποψήφιους που είναι τουλάχιστον 21 ετών, όχι μόνο δεν περιορίζει ρητώς τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν μεγαλύτερη ελάχιστη ηλικία, αλλά συνεπάγεται, αντιθέτως, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ελάχιστη ηλικία μεγαλύτερη από τα 21 έτη.
28 Εφόσον δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, ότι το να καθοριστεί ελάχιστη ηλικία μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 91/439 για την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση αυτού του είδους των μηχανοκίνητων δικύκλων μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της οδικής ασφάλειας, η οποία αποτελεί, όπως προκύπτει από το προοίμιο της εν λόγω οδηγίας, έναν από τους κύριους στόχους της, ο καθορισμός αυτός δεν έρχεται σε αντίθεση με την εν λόγω διάταξη, αφ’ ης στιγμής τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.
29 Το γεγονός ότι στις παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 περιλαμβάνεται μόνον η δυνατότητα να καθοριστεί, ενδεχομένως, ελάχιστη ηλικία μεγαλύτερη από την κατ’ αρχήν προβλεπόμενη για την οδήγηση των διαφόρων κατηγοριών οχημάτων δεν μπορεί να αναιρέσει τη διαπίστωση αυτή, στο μέτρο που από την ίδια τη λογική του καθορισμού ελάχιστου ορίου προκύπτει ότι η παρέκκλιση από το όριο αυτό έχει λόγο ύπαρξης μόνο στις περιπτώσεις που η οριζόμενη ηλικία είναι μικρότερη από το προβλεπόμενο όριο και όχι στις περιπτώσεις που προβλέπεται μεγαλύτερη ηλικία.
30 Λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων αυτών, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίπτωση, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 91/439 δεν έρχεται, κατ’ αρχήν, σε αντίθεση με τον εκ μέρους κράτους μέλους καθορισμό ελάχιστης ηλικίας μεγαλύτερης από την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή, όσον αφορά την άμεση πρόσβαση στην οδήγηση μεγάλων μηχανοκίνητων δικύκλων της κατηγορίας A.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η πρώτη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της δεν είναι βάσιμη και, πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
Επί της αιτιάσεως που αφορά την ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για την οδήγηση οχήματος των κατηγοριών Γ 1 και Γ 1 + E
Επιχειρήματα των διαδίκων
32 Με την αιτίαση αυτή, η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παράβαση των άρθρων 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας 91/439 και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού . Συγκεκριμένα, από τη συνδυασμένη ανάγνωση των δύο αυτών άρθρων προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να χορηγήσει έγκυρη άδεια για την οδήγηση οχημάτων των κατηγοριών Γ 1 ή Γ 1 + E σε υποψήφιο ηλικίας κάτω των 18 ετών. Κατ’ εφαρμογήν όμως του άρθρου 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, της FeV, αυτού του είδους οι άδειες χορηγούνται στη Γερμανία σε οδηγούς ηλικίας 17 ετών. Συναφώς, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι οι εν λόγω κοινοτικές διατάξεις δεν απαγορεύουν σε άτομο που δεν έχει ακόμη συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών να ξεκινήσει πρόγραμμα καταρτίσεως επαγγελματιών οδηγών ή να αποκτήσει εμπειρία οδηγήσεως μέσω πρακτικής εκμάθησης με τη βοήθεια εκπαιδευτή.
33 Όσον αφορά την αιτίαση αυτή, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, για τη χορήγηση άδειας οδηγήσεως οχημάτων της κατηγορίας Γ 1 στη Γερμανία, πρέπει προηγουμένως να έχει αποκτηθεί άδεια οδηγήσεως οχημάτων της κατηγορίας B.
34 Ακολούθως, η εν λόγω κυβέρνηση επισημαίνει ότι τα άρθρα 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439 και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 3820/85 παρέχουν τη δυνατότητα σε οδηγό που έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών και που ασχολείται με τις οδικές μεταφορές να οδηγεί οχήματα με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα 7,5 τόνους, υπό την προϋπόθεση ότι ο οδηγός αυτός είναι κάτοχος πιστοποιητικού επαγγελματικής ικανότητας. Το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί εφόσον η άδεια χορηγήθηκε στον οικείο οδηγό στην ηλικία των 18 ετών. Στο μέτρο που απαιτείται και ορισμένη εμπειρία οδηγήσεως, πρέπει η άδεια αυτή να έχει οπωσδήποτε αποκτηθεί πριν από τη συμπλήρωση της εν λόγω ηλικίας.
35 Τέλος, η ίδια κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι άδεια χορηγηθείσα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 2, της FeV σε οδηγό ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν αποτελεί απολύτως έγκυρη άδεια για την οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας Γ 1, εφόσον η ισχύς της περιορίζεται στις διαδρομές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της επαγγελματικής καταρτίσεως και η χορήγησή της εξαρτάται από τη διττή προϋπόθεση, αφενός, ο δικαιούχος να παρακολουθεί πρόγραμμα καταρτίσεως και, αφετέρου, να έχει περάσει επιτυχώς τις ιατρικές και ψυχιατρικές εξετάσεις.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
36 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας προβλέπει ελάχιστη απαιτούμενη ηλικία για τη χορήγηση αδειών οδηγήσεως οχημάτων των κατηγοριών Γ 1 και Γ 1 + E τα 18 έτη.
37 Το ίδιο όριο ηλικίας επιβάλλει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού για τους οδηγούς που ασχολούνται με τις μεταφορές εμπορευμάτων.
38 Όπως ορθώς επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 41 των προτάσεών του, ούτε η οδηγία ούτε ο κανονισμός προβλέπουν τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από την ελάχιστη αυτή ηλικία.
39 Αφενός, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο ορίζει εξαντλητικά τις κατηγορίες των οχημάτων για την οδήγηση των οποίων μπορούν, κατά παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα, να χορηγηθούν άδειες σε υποψηφίους που έχουν συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας τους, δεν αναφέρει τα οχήματα των κατηγοριών Γ 1 και Γ 1 + E.
40 Αφετέρου, το γεγονός ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού δεν απαγορεύει σε άτομο που δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των 18 ετών να μπορεί, στο πλαίσιο προγράμματος καταρτίσεως οδηγών οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, να αποκτήσει εμπειρία οδηγήσεως, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν σ’ αυτό το άτομο άδεια οδηγήσεως οχημάτων των εν λόγω κατηγοριών.
41 Συγκεκριμένα, η εμπειρία οδηγήσεως που απαιτείται για τη χορήγηση της εν λόγω άδειας μπορεί να αποκτηθεί υπό την εποπτεία και παρουσία εκπαιδευτή και ουδόλως συνεπάγεται τη χορήγηση, στον ενδιαφερόμενο υποψήφιο, άδειας που να του παρέχει τη δυνατότητα να οδηγεί όχημα των κατηγοριών Γ 1 ή Γ 1 + E χωρίς να συνοδεύεται από άτομο επιφορτισμένο με την εκπαίδευσή του.
42 Εν προκειμένω, όμως, από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Γερμανική Κυβέρνηση απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις που της έθεσε το Δικαστήριο προκύπτει ότι, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, της FeV, άτομα ηλικίας 17 ετών μπορούν να λάβουν άδεια οδηγήσεως που να τους επιτρέπει την οδήγηση, εντός της γερμανικής επικράτειας και στο πλαίσιο της καταρτίσεώς τους ως επαγγελματιών οδηγών, οχημάτων των κατηγοριών Γ 1 και Γ 1 + E χωρίς να συνοδεύονται από άτομο επιφορτισμένο με την εκπαίδευσή τους.
43 Εξάλλου, από τις εν λόγω διευκρινίσεις, καθώς και από τα πληροφοριακά στοιχεία που ανακοίνωσε η Επιτροπή, προκύπτει ότι η εν λόγω άδεια, η οποία περιέχει ασφαλώς ενδείξεις σχετικές με τους περιορισμούς της ισχύος της, δεν χρειάζεται να αντικατασταθεί με άλλη άδεια κατά την ημερομηνία λήξεως της ισχύος της, ήτοι κατά την ημερομηνία που ο κάτοχος της εν λόγω άδειας συμπληρώνει το 18ο έτος της ηλικίας του.
44 Συνεπώς, το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, της FeV είναι αντίθετο με τα άρθρα 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτη περίπτωση, της οδηγίας και 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού.
45 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δεύτερη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της είναι βάσιμη.
Επί της τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έκτης αιτιάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
46 Η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής αντλείται από το γεγονός ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, σημείο 6, της FeV συνιστά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 91/439, καθόσον επιτρέπει στους κατόχους αδειών για τα οχήματα των κατηγοριών Γ 1 + E και Δ να οδηγούν αυτοκίνητα της κατηγορίας Δ + E.
47 Με την τέταρτη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας 91/439, καθόσον, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 4, της FeV, επιτρέπεται στους κατόχους άδειας οδηγήσεως οχημάτων των κατηγοριών Γ 1, Γ 1 + E, Γ και Γ + E η οδήγηση οχημάτων της κατηγορίας Δ, για διαδρομές χωρίς επιβάτες, εντός της γερμανικής επικράτειας, με αποκλειστικό σκοπό τον έλεγχο της τεχνικής καταστάσεως των οχημάτων ή τη μετακίνησή τους σε άλλον τόπο.
48 Η πέμπτη αιτίαση της Επιτροπής αντλείται από παραβίαση της αρχής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών οδηγήσεως, την οποία καθιερώνει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439, στο μέτρο που το άρθρο 29, παράγραφος 1, της FeV υποχρεώνει, επί ποινή προστίμου, τους κατόχους άδειας οδηγήσεως που τους έχει χορηγηθεί τα τελευταία δύο έτη από κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και οι οποίοι έχουν τη συνήθη διαμονή τους στη γερμανική επικράτεια να καταχωρίζουν την άδεια αυτή στις αρμόδιες διοικητικές αρχές εντός προθεσμίας 185 ημερών από την ημερομηνία εγκαταστάσεώς τους.
49 Με την έκτη αιτίασή της, η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παράβαση των άρθρων 1, παράγραφος 2, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας , λόγω του ότι τα άρθρα 29, παράγραφος 3, και 47, παράγραφος 2, της FeV επιβάλλουν στους κατόχους αδειών που έχει χορηγήσει κράτος μέλος πλην της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και οι οποίοι έχουν εγκατασταθεί στη γερμανική επικράτεια την υποχρέωση αντικαταστάσεως της άδειάς τους με γερμανική άδεια. Σκοπός της αντικαταστάσεως αυτής είναι να μπορούν οι γερμανικές αρχές να αναγράψουν στην άδεια ορισμένα στοιχεία σχετικά, μεταξύ άλλων, με τη διάρκεια ισχύος των αδειών στη Γερμανία, εφόσον η διάρκεια αυτή είναι βραχύτερη από την ισχύουσα στο κράτος μέλος της αρχικής χορηγήσεως, ή ένδειξη σχετική με τις διατάξεις που ρυθμίζουν το οδηγήσεως με συνοδεία.
50 Όσον αφορά τις τέσσερις αυτές αιτιάσεις, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνωρίζει ότι οι διατάξεις της FeV στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή δεν εξασφαλίζουν την ορθή μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Ισχυρίζεται, ωστόσο, ότι η τροποποιητική ρύθμιση (dritte Verordnung zur Änderung der FeV und anderer straßenverkehrsrechtlicher Vorschriften) που επρόκειτο να θέσει τέρμα στις παραβάσεις αυτές ψηφίστηκε στις 9 Αυγούστου 2004 (BGBl. 2004 I, σ. 2092) και τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 2005.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
51 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους, όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, και ότι οι επελθούσες εν συνεχεία μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2002, C-103/00, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2002, σ. I-1147, σκέψη 23, και της 30ής Μαΐου 2002, C-323/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2002, σ. Ι-4711, σκέψη 8).
52 Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη της 21ης Μαρτίου 2002, δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την ορθή μεταφορά των άρθρων 1, παράγραφος 2, 3, 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθούν βάσιμες η τρίτη, η τέταρτη, η πέμπτη και η έκτη αιτίαση που προέβαλε η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της.
54 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται, αφενός, η διαπίστωση ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τα άρθρα 6, παράγραφοι 3, σημείο 6, και 4, 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, 29, παράγραφοι 1 και 3, καθώς και 47, παράγραφος 2, της FeV, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, 3, 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτη περίπτωση, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439 και, αφετέρου, η απόρριψη της προσφυγής κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
55 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε ως προς του κυριότερους ισχυρισμούς της, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τα άρθρα 6, παράγραφοι 3, σημείο 6, και 4, 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, 29, παράγραφοι 1 και 3, καθώς και 47, παράγραφος 2, της κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την πρόσβαση των προσώπων στην οδική κυκλοφορία (Verordnung über die Zulassung von Personen zum Strassenverkehr), της 18ης Αυγούστου 1998, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, 3, 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, τρίτη περίπτωση, και 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδηγήσεως, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/47/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1996.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy