Υπόθεση C-375/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου
«Παράβαση κράτους μέλους – Μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2000/30/ΕΚ»
Περίληψη της αποφάσεως
Προσφυγή λόγω παραβάσεως – Εξέταση από το Δικαστήριο του βασίμου της προσφυγής – Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη – Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας από την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 1ης Απριλίου 2004 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2000/30/ΕΚ»
Στην υπόθεση C-375/03,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον W. Wils, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενου από τον S. Schreiner,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 2000/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2000, σχετικά με τον οδικό τεχνικό έλεγχο των οχημάτων επαγγελματικής χρήσεως που κυκλοφορούν στην Κοινότητα (ΕΕ L 203, σ. 1), ή, εν πάση περιπτώσει, μη ενημερώνοντας σχετικώς την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, N. Colneric και K. Schiemann, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Σεπτεμβρίου 2003, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 2000/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2000, σχετικά με τον οδικό τεχνικό έλεγχο των οχημάτων επαγγελματικής χρήσεως που κυκλοφορούν στην Κοινότητα (ΕΕ L 203, σ. 1), ή, εν πάση περιπτώσει, μη ενημερώνοντας σχετικώς την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2 Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/30 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από τις 10 Αυγούστου 2002 και ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3 Δεδομένου ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που είχαν ληφθεί για τη διασφάλιση της μεταφοράς της οδηγίας 2000/30 στην εσωτερική έννομη τάξη του εντός της προβλεπομένης από την οδηγία αυτή προθεσμίας, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 226 ΕΚ. Αφού όχλησε το κράτος μέλος αυτό ζητώντας του να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 19 Δεκεμβρίου 2002, αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας αυτό το κράτος μέλος να λάβει τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του εντός προθεσμίας δύο μηνών από της σχετικής κοινοποιήσεως. Με την απάντησή του της 11ης Μαρτίου 2003, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ανέφερε στην Επιτροπή ότι βρισκόταν υπό επεξεργασία η κατάρτιση της αιτιολογικής εκθέσεως σχετικά με το σχέδιο νόμου για την τροποποίηση του νόμου της 14ης Φεβρουαρίου 1995 σχετικά με τη ρύθμιση της κυκλοφορίας σε όλες τις δημόσιες οδούς καθώς και της αιτιολογικής εκθέσεως σχετικά με το σχέδιο λουξεμβουργιανής κανονιστικής ρυθμίσεως για τη θέσπιση του οδικού τεχνικού ελέγχου. Μη λαμβάνοντας καμία νέα ενημέρωση από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
4 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 2000/30 ή, εν πάση περιπτώσει, μη γνωστοποιώντας τα στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις ασκούσες επιρροή διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
5 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν αμφισβητεί τη μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω οδηγίας. Ωστόσο, δηλώνει ότι, στις 3 Νοεμβρίου 2003, το Conseil de Gouvernement (υπουργικό συμβούλιο) ενέκρινε σχέδιο νόμου και σχέδιο κανονιστικής ρυθμίσεως του Μεγάλου Δουκάτου για τη σχετική μεταφορά αυτής της οδηγίας. Αυτά τα δύο σχέδια διαβιβάστηκαν προς γνωμοδότηση στο Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) και στο Chambre d’Agriculture (Γεωργικό Επιμελητήριο), στο Chambre de Commerce (Εμπορικό Επιμελητήριο) και στη Chambre des Métiers (Επαγγελματικό Επιμελητήριο). Το σχέδιο νόμου κατατέθηκε στο Κοινοβούλιο στις 2 Δεκεμβρίου 2003.
6 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δεν αμφισβητεί ότι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δεν είχαν εισέτι ληφθεί τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 2000/30, ενώ, εν προκειμένω, περιορίζεται στο να εκθέτει την πρόοδο που έχει σημειωθεί στη διαδικασία για τη διασφάλιση μιας τέτοιας μεταφοράς.
7 Πάντως, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη μιας παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή υφίστατο κατά το πέρας της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, ενώ οι επελθούσες εν τω μεταξύ μεταβολές δεν είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C-211/02, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, Συλλογή 2003, σ. Ι‑2429, σκέψη 6).
8 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δεν είχε θεσπιστεί κανένα μέτρο για τη διασφάλιση της μεταφοράς στη λουξεμβουργιανή έννομη τάξη της οδηγίας 2000/30.
9 Ως εκ τούτου, η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
10 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 2000/30, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Επί των δικαστικών εξόδων
11 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή του προς την οδηγία 2000/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2000, σχετικά με τον οδικό τεχνικό έλεγχο των οχημάτων επαγγελματικής χρήσεως που κυκλοφορούν στην Κοινότητα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα.
Rosas
Colneric
Schiemann
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Απριλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
R. Grass
A. Rosas
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy