Υπόθεση C-385/03
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
κατά
Käserei Champignon Hofmeister GmbH & Co. KG
(αίτηση του Bundesfinanzhof για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Εσφαλμένη διασάφηση – Έννοια της αιτήσεως – Κύρωση – Προϋποθέσεις»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 20ής Ιανουαρίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 14ης Απριλίου 2005.
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Διασάφηση βασιζόμενη σε εσφαλμένα στοιχεία – Κύρωση – Αίτηση πληρωμής της επιστροφής που τροποποιεί τα στοιχεία αυτά – Δεν ασκεί επιρροή
(Κανονισμός 3665/87 της Επιτροπής, άρθρα 3 § 5, 11 § 1, εδ. 1 και 2, και 47)
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2945/94, έχει την έννοια ότι η κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση που τα εσφαλμένα στοιχεία που έχουν περιληφθεί σε έγγραφο για το οποίο κάνει λόγο το άρθρο αυτό, δηλαδή στη διασάφηση εξαγωγής ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή, ενδέχεται να οδηγήσουν στην καταβολή επιστροφής μεγαλύτερης από την οφειλόμενη. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται ακόμη και όταν με την αίτηση πληρωμής στην οποία αναφέρεται το άρθρο 47 του ίδιου κανονισμού δηλώνεται ρητά ότι δεν ζητείται η πληρωμή επιστροφής κατά την εξαγωγή για ορισμένα από τα προϊόντα που αφορά το έγγραφο αυτό.
(βλ. σκέψη 36 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 14ης Απριλίου 2005 (*)
«Επιστροφές κατά την εξαγωγή – Εσφαλμένη διασάφηση – Έννοια της αιτήσεως – Κύρωση – Προϋποθέσεις»
Στην υπόθεση C-385/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Bundesfinanzhof (Γερμανία), με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Σεπτεμβρίου 2003, στο πλαίσιο της διαδικασίας
Hauptzollamt Hamburg-Jonas
κατά
Käserei Champignon Hofmeister GmbH & Co. KG,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric, J. N. Cunha Rodrigues, E. Juhász (εισηγητή) και E. Levits, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: K. Sztranc, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Νοεμβρίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– το Hauptzollamt Hamburg-Jonas, εκπροσωπούμενο από τον M. Blaesing,
– η Käserei Champignon Hofmeister GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τους U. Schrömbges και O. Wenzlaff, Rechtsanwälte,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. Braun,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιανουαρίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 351, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2945/94 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 310, σ. 57, στο εξής: κανονισμός 3665/87).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Käserei Champignon Hofmeister GmbH & Co. KG (στο εξής: Käserei) και του Hauptzollamt Hamburg-Jonas (στο εξής: Hauptzollamt) σχετικά με την επιβολή στην εταιρία αυτή της κυρώσεως που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87.
Νομικό πλαίσιο
3 Η πρώτη και η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94, ο οποίος τροποποίησε το άρθρο 11 του κανονισμού 3665/87, έχουν ως εξής:
«εκτιμώντας ότι η ισχύουσα κοινοτική [ρύθμιση] προβλέπει τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει μόνο αντικειμενικών κριτηρίων, ιδίως όσον αφορά την ποσότητα, το είδος και τα χαρακτηριστικά του εξαγόμενου προϊόντος καθώς επίσης και το γεωγραφικό προορισμό του, ότι, βάσει της κτηθείσας εμπειρίας, πρέπει να ενισχυθεί η καταπολέμηση των παρατυπιών και, ιδίως, της απάτης που επιβαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό, ότι, για τον σκοπό αυτό, πρέπει να προβλεφθεί η ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών καθώς επίσης και η επιβολή κυρώσεων με τέτοιο τρόπο που να παρακινεί τους εξαγωγείς να τηρούν σε μεγαλύτερο βαθμό την κοινοτική νομοθεσία·
[…]
εκτιμώντας ότι, εάν ένας εξαγωγέας έχει δώσει εσφαλμένα στοιχεία, τα εν λόγω εσφαλμένα στοιχεία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αχρεωστήτως καταβληθείσες επιστροφές εάν το λάθος δεν αποκαλυφθεί, ότι, στην περίπτωση που το λάθος αποκαλυφθεί, επιβάλλεται ως κύρωση στον εξαγωγέα η καταβολή ποσού αναλόγου του ποσού που θα είχε αχρεωστήτως εισπράξει αν δεν είχε αποκαλυφθεί το λάθος […]».
4 Το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87 ορίζει τα εξής:
«1. Ως ημέρα της εξαγωγής νοείται η ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιείται η αποδοχή από την τελωνειακή υπηρεσία της διασάφησης εξαγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι θα ζητηθεί επιστροφή.
2. Η ημερομηνία αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής προσδιορίζει:
α) το ποσοστό της ισχύουσας επιστροφής, εάν δεν έχει γίνει προκαθορισμός της επιστροφής·
β) τις προσαρμογές που πρέπει, κατά περίπτωση, να γίνουν στα ποσοστά της επιστροφής, εάν υπήρξε προκαθορισμός της επιστροφής.
3. Εξομοιώνεται με την αποδοχή της διασάφησης εξαγωγής οποιαδήποτε άλλη πράξη που έχει τα ίδια νομικά αποτελέσματα με την αποδοχή αυτή.
4. Η ημέρα της εξαγωγής είναι καθοριστική για τον προσδιορισμό της ποσότητας, της φύσης και των χαρακτηριστικών του εξαγομένου προϊόντος.
5. Το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τον υπολογισμό του ποσού της επιστροφής και ιδίως:
α) την ονομασία των προϊόντων σύμφωνα με την ονοματολογία που χρησιμοποιείται για τις επιστροφές,
β) την καθαρή μάζα αυτών των προϊόντων ή, κατά περίπτωση, την ποσότητα εκφρασμένη στη μονάδα μετρήσεως που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της επιστροφής,
γ) εφόσον αυτό χρειασθεί για τον υπολογισμό της επιστροφής, τη σύνθεση των εν λόγω προϊόντων ή μια αναφορά σ’ αυτή τη σύνθεση.
Στην περίπτωση που το έγγραφο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο είναι η διασάφηση εξαγωγής, αυτή πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τις εν λόγω ενδείξεις καθώς και τη μνεία “κώδικας επιστροφής”.
6. Τη στιγμή της αποδοχής αυτής ή της πράξεως αυτής τα προϊόντα τίθενται υπό τελωνειακό έλεγχο μέχρις ότου εγκαταλείψουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας.»
5 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 έχει ως εξής:
«1. Όταν διαπιστωθεί ότι, για τη χορήγηση επιστροφής κατά την εξαγωγή, ένας εξαγωγέας έχει ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη, η οφειλόμενη επιστροφή για τις σχετικές εξαγωγές θα αντιστοιχεί στην επιστροφή που εφαρμόζεται για το προϊόν που εξήχθη πράγματι, μειωμένη κατά ποσό που αντιστοιχεί:
α) στο ήμισυ της διαφοράς μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται στο πραγματικώς εξαχθέν προϊόν,
β) στο διπλάσιο της διαφοράς μεταξύ της ζητηθείσας επιστροφής και της επιστροφής που εφαρμόζεται, εφόσον ο εξαγωγέας παρέσχε εκ προθέσεως ψευδή στοιχεία.
Ως ζητηθείσα επιστροφή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 ή του άρθρου 25, παράγραφος 2. Όταν το ποσό της επιστροφής ποικίλλει ανάλογα με τον προορισμό, το διαφοροποιημένο μέρος της επιστροφής υπολογίζεται βάσει των στοιχείων που παρέχονται σε εφαρμογή του άρθρου 47.
Οι κυρώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α΄ δεν εφαρμόζονται:
– στην περίπτωση ανωτέρας βίας,
– σε εξαιρετικές περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται από καταστάσεις τις οποίες δεν δύναται να ελέγξει ο εξαγωγέας [και] οι οποίες προκύπτουν μετά την αποδοχή από τις αρμόδιες αρχές της δήλωσης εξαγωγής ή της δήλωσης πληρωμής, και υπό τον όρο ότι ο εξαγωγέας, αμέσως αφού λάβει γνώση των εν λόγω καταστάσεων και εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 47, παράγραφος 2, θα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, εκτός και αν οι αρμόδιες αρχές έχουν ήδη πεισθεί ότι η αιτούμενη επιστροφή ήταν λανθασμένη,
[…]».
6 Το άρθρο 25, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 3665/87 ορίζει τα εξής:
«Εφόσον ο εξαγωγέας δηλώνει την πρόθεσή του να εξαγάγει τα προϊόντα ή εμπορεύματα μετά από μεταποίηση ή αποθεματοποίηση και να επωφεληθεί επιστροφής κατ’ εφαρμογή των διατάξεων που αναφέρονται στα άρθρα 4 ή 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 565/80, η υπαγωγή στις διατάξεις αυτές εξαρτάται από την υποβολή στις τελωνειακές αρχές της δηλώσεως, που καλείται στο εξής δήλωση πληρωμής.
Τα κράτη μέλη μπορούν να δώσουν άλλη ονομασία στη δήλωση πληρωμής.»
7 Τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει αυτή η δήλωση πληρωμής προβλέπονται στο άρθρο 25, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού.
8 Το άρθρο 47, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 3665/87 έχει ως εξής:
«1. Η επιστροφή πληρώνεται μόνο κατόπιν γραπτής αιτήσεως του εξαγωγέα από το κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου έχει γίνει δεκτή η διασάφηση εξαγωγής.
Η αίτηση χορηγήσεως της επιστροφής υποβάλλεται:
α) είτε γραπτώς και στην περίπτωση αυτή τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ειδικό έντυπο
β) είτε χρησιμοποιώντας συστήματα πληροφορικής […].
2. Ο φάκελος για την πληρωμή της επιστροφής ή για την αποδέσμευση της εγγύησης πρέπει να κατατεθεί, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, μέσα στους δώδεκα μήνες που έπονται της ημερομηνίας αποδοχής της διασάφησης εξαγωγής.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
9 Στις 29 Ιουλίου 1996 η Käserei υπέβαλε, σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 3665/87, διασάφηση εξαγωγής για μια αποστολή με τυριά, και κυρίως με λιωμένο τυρί, που υπάγονταν σε διάφορους κωδικούς της ονοματολογίας που χρησιμοποιείται για τις επιστροφές στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγορών.
10 Στις 12 Αυγούστου 1996 η Käserei ζήτησε από το Hauptzollamt την προκαταβολική πληρωμή των επιστροφών κατά την εξαγωγή για την αποστολή αυτή. Η εταιρία αυτή πάντως εξαίρεσε ρητά το λιωμένο τυρί από το αντικείμενο της αιτήσεως αυτής. Στο έντυπο διαγράφηκαν οι στήλες 4 και 5, που αφορούσαν το λιωμένο τυρί, και προστέθηκε επίσης μια χειρόγραφη μνεία. Η Käserei, με επιστολή που επισύναψε στην αίτηση πληρωμής, πληροφόρησε το Hauptzollamt ότι δεν ζητούσε επιστροφή για το προϊόν αυτό.
11 Το Hauptzollamt κατέβαλε το ποσό της επιστροφής κατά την εξαγωγή για τις στήλες που δεν είχαν διαγραφεί, αλλά επέβαλε στην Käserei, με απόφαση της 26ης Μαρτίου 1997, κύρωση, επειδή για το λιωμένο τυρί που είχε περιληφθεί στην επίμαχη στην κύρια δίκη διασάφηση εξαγωγής δεν μπορούσε να χορηγηθεί επιστροφή, λόγω της προσθήκης φυτικών λιπών. Κατά συνέπεια, το Hauptzollamt έκρινε ότι η εταιρία αυτή είχε ζητήσει επιστροφές μεγαλύτερες από την οφειλόμενες.
12 Η Käserei υπέβαλε κατά της αποφάσεως αυτής διοικητική προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε. Αντίθετα, η ένδικη προσφυγή της έγινε δεκτή από το Finanzgericht Hamburg, το οποίο έκρινε ότι η εταιρία δεν είχε υποβάλει αίτηση χορηγήσεως επιστροφής όσον αφορά τις στήλες 4 και 5 του εντύπου, διότι η υποβολή της διασαφήσεως εξαγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως υποβολή τέτοιας αιτήσεως και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω το καθεστώς των κυρώσεων.
13 Το Hauptzollamt άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof. Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι η απόφαση στην κύρια δίκη εξαρτάται από το ζήτημα αν η αίτηση επιστροφής, υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, αντιστοιχεί στην υποβολή της διασαφήσεως εξαγωγής κατά το άρθρο 3 του ίδιου αυτού κανονισμού ή, αντίθετα, στην υποβολή της αιτήσεως πληρωμής που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού.
14 Το Bundesfinanzhof, επειδή έκρινε ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν συνάγεται με σαφήνεια από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού […] 3665/87 […] –λαμβανομένης επίσης υπόψη της αρχής της αναλογικότητας– την έννοια ότι η αναγραφή και μόνο ψευδών στοιχείων για ορισμένες κλάσεις εμπορευμάτων στη διασάφηση εξαγωγής, που μπορεί να οδηγήσει στην καταβολή μεγαλύτερης επιστροφής κατά την εξαγωγή από αυτή που δικαιούται ο εξαγωγέας, οδηγεί σε μείωση της επιστροφής κατά το ποσό της κυρώσεως που ορίζεται στο άρθρο αυτό, μολονότι, στην ειδική αίτηση πληρωμής, που υποβάλλεται υποχρεωτικά κατά το εθνικό δίκαιο, διευκρινίζεται ρητά ότι για τις οικείες κλάσεις εμπορευμάτων της διασαφήσεως δεν ζητείται πληρωμή της επιστροφής;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
15 Κατά την Käserei, την αίτηση επιστροφής υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 δεν συνιστά η διασάφηση εξαγωγής, αλλά η αίτηση πληρωμής που προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, το σύστημα των κυρώσεων που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεν έχει εφαρμογή, όταν εσφαλμένα στοιχεία σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή περιέχει μόνο η διασάφηση εξαγωγής.
16 Η Käserei επισημαίνει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 προβλέπει την επιβολή κυρώσεως στην περίπτωση που ο εξαγωγέας ζητεί επιστροφή κατά την εξαγωγή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη. Η διάταξη όμως αυτή δεν διευκρινίζει σε τι συνίσταται η αίτηση επιστροφής. Κατά την Käserei, εφόσον δεν γίνεται καμία τέτοια διευκρίνιση, κρίσιμη είναι μόνο η αίτηση χορηγήσεως της επιστροφής την οποία προβλέπει το άρθρο 47 του εν λόγω κανονισμού.
17 Η Käserei εκθέτει ότι, κατά το άρθρο 47, παράγραφος 1, προϋπόθεση για την καταβολή της επιστροφής κατά την εξαγωγή είναι η υποβολή γραπτής αιτήσεως από τον εξαγωγέα και ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ειδικό έντυπο για την αίτηση αυτή. Στο γερμανικό δίκαιο προβλέπεται τέτοιο έντυπο από το άρθρο 15 της Ausfuhrerstattungsνerordnung (γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως περί των επιστροφών κατά την εξαγωγή), της 24ης Μαΐου 1996 (BGBl. I 1996, σ. 766). Με το υπόδειγμα εντύπου που προβλέπει η κανονιστική αυτή απόφαση επισημαίνεται σαφώς στον αιτούντα ότι ζητεί την καταβολή επιστροφών κατά την εξαγωγή για όλα τα προϊόντα που απαριθμούνται στην αίτηση αυτή. Πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ της διασαφήσεως εξαγωγής και της αιτήσεως πληρωμής της επιστροφής, με την υποβολή ακριβώς της οποίας ο εξαγωγέας ζητεί ρητά, κατά το γερμανικό δίκαιο, επιστροφή κατά την εξαγωγή. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Käserei υποστήριξε ότι η διασάφηση εξαγωγής είναι απλώς, κατά τη γερμανική νομοθεσία, μια δήλωση προθέσεων και δεν θέτει σε κίνηση καμία διαδικασία καταβολής επιστροφής από το αρμόδιο γερμανικό τελωνείο.
18 Κατά την Επιτροπή, η αίτηση επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 υποβάλλεται με την κατάθεση της διασαφήσεως εξαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού. Συναφώς τονίζει ότι, κατά το εν λόγω άρθρο 11, παράγραφος 1, «ως ζητηθείσα επιστροφή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 ή του άρθρου 25, παράγραφος 2,» του ίδιου αυτού κανονισμού.
19 Η Επιτροπή επικαλείται επίσης τους σκοπούς του κανονισμού 3665/87. Ισχυρίζεται ότι, αν γίνει δεκτή η ερμηνεία του Finanzgericht Hamburg, θα ματαιωθεί σε μεγάλο βαθμό το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του κανονισμού αυτού. Κατά την Επιτροπή, η αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής σημαίνει ότι τα εμπορεύματα περιέρχονται υπό τον έλεγχο των τελωνειακών αρχών και υποβάλλονται σε εξακριβώσεις. Οι εξακριβώσεις αυτές θα είχαν πολύ μικρή αξία και το αποτρεπτικό τους αποτέλεσμα θα ήταν ανύπαρκτο, αν η κύρωση δεν βασιζόταν στα στοιχεία της διασαφήσεως εξαγωγής, αλλά της αιτήσεως πληρωμής, η οποία μπορεί να υποβληθεί πολύ αργότερα. Η ερμηνεία του Finanzgericht Hamburg μπορεί να οδηγήσει σε καταστάσεις στις οποίες οι εξαγωγείς θα υποβάλλουν διασάφηση εξαγωγής με εσφαλμένα στοιχεία και στη συνέχεια, όταν θα είναι βέβαιοι ότι δεν θα εντοπιστούν τα σφάλματα, την ειδική αίτηση χορηγήσεως επιστροφής.
Απάντηση του Δικαστηρίου
20 Το αιτούν δικαστήριο, με το ερώτημά του, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν το έγγραφο βάσει του οποίου επιβάλλεται η κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 είναι η διασάφηση εξαγωγής στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ή η ειδική αίτηση πληρωμής που προβλέπεται στο άρθρο 47, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού.
21 Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 προβλέπει την επιβολή κυρώσεως στους εξαγωγείς που έχουν ζητήσει επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου αυτού κανονισμού ορίζει ότι ως ζητηθείσα επιστροφή θεωρείται το ποσό που υπολογίζεται συναρτήσει των στοιχείων που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 ή του άρθρου 25, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Η δεύτερη περίοδος του δεύτερου αυτού εδαφίου προβλέπει εξάλλου ότι τα στοιχεία που παρέχονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 47 του ίδιου κανονισμού λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της ζητηθείσας επιστροφής, «όταν το ποσό της επιστροφής ποικίλλει ανάλογα με τον προορισμό».
22 Κατά συνέπεια, όταν το ποσό της επιστροφής δεν ποικίλλει ανάλογα με τον προορισμό, ο υπολογισμός του ποσού της ζητηθείσας επιστροφής, υπό την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, πρέπει να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στο άρθρο 3 ή, ενδεχομένως, στο άρθρο 25, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Από τα ανωτέρω συνάγεται επίσης ότι το έγγραφο ή τα έγγραφα με τα στοιχεία που προβλέπονται στα εν λόγω άρθρα 3 ή 25, παράγραφος 2, βάσει των οποίων υπολογίζεται το ποσό της επιστροφής, αποτελούν την αίτηση που επισύρει, λόγω των εσφαλμένων στοιχείων, την επιβολή της κυρώσεως που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο 11, παράγραφος 1.
23 Όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3 του ίδιου κανονισμού, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως εξέθεσε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 38 των προτάσεών της, από το άρθρο αυτό δεν προκύπτει κατ’ ανάγκη ότι το ποσό της ζητηθείσας επιστροφής υπολογίζεται με βάση τα στοιχεία μόνο που παρέχονται με τη διασάφηση εξαγωγής. Ειδικότερα, η παράγραφος 5 του εν λόγω άρθρου 3 δεν κατονομάζει σαφώς το έγγραφο που πρέπει να υποβληθεί για να χορηγηθεί επιστροφή κατά την εξαγωγή. Η διάταξη αυτή κάνει λόγο απλώς για το «έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή». Επιπλέον, το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 5, προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία «το έγγραφο που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο είναι η διασάφηση εξαγωγής». Επομένως, το έγγραφο που πρέπει να υποβληθεί για να χορηγηθεί επιστροφή δεν είναι κατ’ ανάγκη η διασάφηση εξαγωγής.
24 Πράγματι, εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να προβλέψει, με διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, τα αναγκαία έγγραφα για τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 3 του κανονισμού 3665/87. Μπορεί να προβλεφθεί είτε ότι το έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή για τη χορήγηση επιστροφής θα είναι ενσωματωμένο σε μία μόνο δήλωση εξαγωγής είτε ότι θα υπάρχουν περισσότερα του ενός διαφορετικά έντυπα.
25 Ανεξάρτητα από την ονομασία του εγγράφου που χρησιμοποιείται κατά το εσωτερικό δίκαιο για τη χορήγηση της επιστροφής, το άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού 3665/87 απαιτεί την υποβολή του εγγράφου αυτού «κατά την εξαγωγή» και όχι σε μεταγενέστερο χρόνο. Κατά συνέπεια, το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να είναι η αίτηση πληρωμής την οποία αναφέρει το άρθρο 47, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, διότι η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία αποδοχής της διασαφήσεως, δηλαδή πολύ μετά την πραγματοποίηση της εξαγωγής.
26 Η ανωτέρω ανάλυση συνάδει προς την οικονομία του κανονισμού 3665/87, καθώς και προς το πνεύμα και τους σκοπούς του. Όσον αφορά την οικονομία του κανονισμού, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός αυτός περιέχει τόσο ουσιαστικούς όσο και διαδικαστικούς κανόνες για τη χορήγηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Όπως τόνισε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 48 και 50 των προτάσεών της, τα άρθρα 3 και 11 του εν λόγω κανονισμού περιέχουν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και περιλαμβάνονται στον τίτλο 2, κεφάλαιο 1, που επιγράφεται «Δικαίωμα επιστροφής». Αντίθετα, το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, που περιλαμβάνεται στον τίτλο 4, ο οποίος επιγράφεται «Διαδικασία πληρωμής της επιστροφής», προβλέπει μόνο τις διοικητικές διατυπώσεις που πρέπει να εκπληρώσει ο εξαγωγέας για να του καταβληθεί η επιστροφή. Το ύψος της επιστροφής αποτελεί συνάρτηση των στοιχείων που περιέχονται στο έγγραφο με το οποίο γεννάται το δικαίωμα επί της επιστροφής και όχι των στοιχείων που περιέχονται στο τεχνικής φύσεως έγγραφο, το οποίο αποτελεί μεν προϋπόθεση για την πληρωμή της επιστροφής, αλλ’ όχι το νομικό έρεισμα για τη γένεση του δικαιώματος για την πληρωμή αυτή. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την οικονομία του κανονισμού 3665/87 και του συστήματος που καθιερώνει ο κανονισμός αυτός, η αίτηση επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού υποβάλλεται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 ή ενδεχομένως του άρθρου 25, παράγραφος 2, του ίδιου αυτού κανονισμού, αλλ’ όχι με την κατάθεση της αιτήσεως πληρωμής που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 47, παράγραφος 1.
27 Όσον αφορά τους σκοπούς του κανονισμού 3665/87, από την πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94 προκύπτει ότι ο σκοπός συνίσταται στην καταπολέμηση των παρατυπιών και των απατών που έχουν διαπιστωθεί σε σχέση με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή (βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2002, C‑210/00, Käserei Champignon Hofmeister, Συλλογή 2002, σ. I‑6453, σκέψη 60). Η ερμηνεία όμως που θα επέτρεπε την υποβολή αιτήσεως επιστροφής για εξαχθέντα ήδη προϊόντα θα έθιγε τον σκοπό αυτό, διότι οι αρμόδιες αρχές δεν θα ήσαν πλέον σε θέση να διενεργούν φυσικούς ελέγχους των προϊόντων αυτών, οι οποίοι όμως είναι αναγκαίοι για την εκπλήρωση του σκοπού του κανονισμού 3665/87. Δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτό ότι η αίτηση χορηγήσεως της επιστροφής κατά το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η οποία μπορεί να υποβληθεί εντός δώδεκα μηνών από την αποδοχή της διασαφήσεως εξαγωγής, αποτελεί την αίτηση επιστροφής κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού.
28 Ο φυσικός έλεγχος των προϊόντων για τα οποία ζητήθηκαν επιστροφές συνιστά σημαντικό εργαλείο για την καταπολέμηση των παρατυπιών και των απατών σε σχέση με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή. Συναφώς επισημαίνεται ότι, για να διασφαλιστεί πλήρως ο σκοπός των εξακριβώσεων, πρέπει οπωσδήποτε οι έλεγχοι να διενεργούνται μετά την υποβολή από τον εξαγωγέα δεσμευτικής αιτήσεως επιστροφής. Όπως τόνισε η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87 θα ματαιωνόταν σε μεγάλο βαθμό, αν επιτρεπόταν η κατάθεση της αιτήσεως επιστροφής μετά τη διενέργεια των ελέγχων των προϊόντων. Ο εξαγωγέας θα ήταν σε θέση να τροποποιεί την αίτησή του ανάλογα με το αποτέλεσμα του τυχόν διενεργηθέντος ελέγχου.
29 Κατά συνέπεια, η διαδικασία εξακριβώσεως των αιτήσεων επιστροφής πρέπει να θεωρηθεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος των επιστροφών κατά την εξαγωγή το οποίο προβλέπει ο κανονισμός 3665/87. Για να προσδιοριστεί το έγγραφο που αποτελεί την αίτηση επιστροφής, πρέπει συνεπώς να λαμβάνεται υπόψη όχι το έγγραφο που αφορά την πληρωμή της επιστροφής, αλλά το έγγραφο που θέτει σε λειτουργία τον μηχανισμό εξακριβώσεως της αιτήσεως επιστροφής.
30 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, αναφερόμενο στην αρχή της αναλογικότητας, αν είναι δυσανάλογη η επιβολή της κυρώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87, όταν η πληρωμή επιστροφής ούτε ζητείται από τον εξαγωγέα ούτε εγκρίνεται από τις αρμόδιες αρχές.
31 Συναφώς υπενθυμίζεται καταρχάς ότι το Δικαστήριο, με τις σκέψεις 59 έως 68 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Käserei Champignοn Hοfmeister, έκρινε ότι η κύρωση δεν είναι δυσανάλογη. Με την εν λόγω σκέψη 68 το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η κύρωση την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, του κανονισμού 3665/87 δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ως απρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με την κοινοτική νομοθεσία, ο οποίος συνίσταται στην καταπολέμηση των παρατυπιών και των απατών, ούτε ως βαίνουσα πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού αυτού μέτρου.
32 Στη συνέχεια επιβάλλεται να τονιστεί ότι ο κανονισμός 3665/87 προβλέπει ορισμένες σαφώς προσδιοριζόμενες περιπτώσεις στις οποίες ο εξαγωγέας που ζητεί επιστροφή μεγαλύτερη από την οφειλόμενη μπορεί εντούτοις να αποφύγει την επιβολή της κυρώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Κατά το τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της διατάξεως αυτής, η επίμαχη κύρωση δεν επιβάλλεται «σε εξαιρετικές περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται από καταστάσεις τις οποίες δεν δύναται να ελέγξει ο εξαγωγέας [και] οι οποίες προκύπτουν μετά την αποδοχή από τις αρμόδιες αρχές της δήλωσης εξαγωγής ή της δήλωσης πληρωμής, και υπό τον όρο ότι ο εξαγωγέας, αμέσως αφού λάβει γνώση των εν λόγω καταστάσεων και εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 47, παράγραφος 2, θα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, εκτός και αν οι αρμόδιες αρχές έχουν ήδη πεισθεί ότι η αιτούμενη επιστροφή ήταν λανθασμένη».
33 Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι η τροποποίηση της αιτήσεως επιστροφής συνιστά ουσιαστική και όχι διαδικαστική τροποποίηση. Η τροποποίηση αυτή πρέπει να περιέρχεται σε γνώση των αρμόδιων αρχών με την υποβολή ειδικού εγγράφου, που να περιέχει αιτιολογίες, και όχι με την υποβολή ενός απλού εντύπου, όπως είναι η αίτηση πληρωμής την οποία προβλέπει το άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 3665/87.
34 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι από το γράμμα και τον σκοπό του κανονισμού 3665/87 προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επιδίωκε την επιβολή της κυρώσεως που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού όχι μετά την επέλευση οικονομικής ζημίας για τον κοινοτικό προϋπολογισμό λόγω της αχρεώστητης καταβολής επιστροφής κατά την εξαγωγή, αλλά σε προηγούμενο στάδιο, όταν δηλαδή ο εξαγωγέας καταχωρίζει, χωρίς πρόθεση έστω, εσφαλμένα στοιχεία στην αίτηση επιστροφής.
35 Κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2945/94, «εάν ένας εξαγωγέας έχει δώσει εσφαλμένα στοιχεία, τα εν λόγω εσφαλμένα στοιχεία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αχρεωστήτως καταβληθείσες επιστροφές εάν το λάθος δεν αποκαλυφθεί [και], στην περίπτωση που το λάθος αποκαλυφθεί, επιβάλλεται […] κύρωση στον εξαγωγέα […]». Κατά συνέπεια, δεν έχει σημασία συναφώς αν ο εξαγωγέας, μετά τον εντοπισμό των εσφαλμένων στοιχείων στη διασάφηση εξαγωγής, ούτε ζήτησε την πληρωμή της ισχύουσας επιστροφής ούτε έλαβε την επιστροφή αυτή. Στο πλαίσιο του συστήματος που καθιέρωσε ο κανονισμός 3665/87, αρκεί για την επιβολή της κυρώσεως που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού το ενδεχόμενο και μόνο να οδηγήσουν τα εσφαλμένα στοιχεία στην αχρεώστητη καταβολή των επιστροφών.
36 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3665/87 έχει την έννοια ότι η κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση που τα εσφαλμένα στοιχεία που έχουν περιληφθεί σε έγγραφο για το οποίο κάνει λόγο το άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, δηλαδή στη διασάφηση εξαγωγής ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή, ενδέχεται να οδηγήσουν στην καταβολή επιστροφής μεγαλύτερης από την οφειλόμενη. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται ακόμη και όταν με την αίτηση πληρωμής στην οποία αναφέρεται το άρθρο 47 του ίδιου κανονισμού δηλώνεται ρητά ότι δεν ζητείται η πληρωμή επιστροφής κατά την εξαγωγή για ορισμένα από τα προϊόντα που αφορά το έγγραφο αυτό.
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3665/87 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1987, για κοινές λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τα γεωργικά προϊόντα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2945/94 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1994, έχει την έννοια ότι η κύρωση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση που τα εσφαλμένα στοιχεία που έχουν περιληφθεί σε έγγραφο για το οποίο κάνει λόγο το άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, δηλαδή στη διασάφηση εξαγωγής ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που χρησιμοποιείται κατά την εξαγωγή, ενδέχεται να οδηγήσουν στην καταβολή επιστροφής μεγαλύτερης από την οφειλόμενη. Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται ακόμη και όταν με την αίτηση πληρωμής στην οποία αναφέρεται το άρθρο 47 του ίδιου κανονισμού δηλώνεται ρητά ότι δεν ζητείται η πληρωμή επιστροφής κατά την εξαγωγή για ορισμένα από τα προϊόντα που αφορά το έγγραφο αυτό.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy