Υπόθεση C-399/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Κρατική ενίσχυση — Υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων — Φορολογικό καθεστώς των εγκατεστημένων στο Βέλγιο κέντρων συντονισμού — Αρμοδιότητα του Συμβουλίου»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger της 9ης Φεβρουαρίου 2006
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 22ας Ιουνίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη μέλη — Εξουσία του Συμβουλίου να εγκρίνει κατά παρέκκλιση ενίσχυση λόγω εξαιρετικών περιστάσεων — Προϋποθέσεις ασκήσεώς της
(Άρθρα 87 EΚ και 88 § 2 EΚ)
Η εξουσία του Συμβουλίου που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ έχει προδήλως εξαιρετικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν έχει υποβάλει αίτηση στο Συμβούλιο βάσει της εν λόγω διατάξεως πριν η Επιτροπή κηρύξει την επίδικη ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, το Συμβούλιο δεν είναι πλέον αρμόδιο να ασκήσει την εξαιρετική εξουσία που του απονέμει η εν λόγω διάταξη και να κηρύξει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά. Η ερμηνεία αυτή αποτρέπει το ενδεχόμενο να εκδοθούν διαδοχικώς από το Συμβούλιο και την Επιτροπή αντιφατικές αποφάσεις επί της ίδιας κρατικής ενισχύσεως, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την ασφάλεια δικαίου.
Εξάλλου, το να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει στους αποδέκτες παράνομης ενισχύσεως νέα ενίσχυση ισοδυνάμου ποσού, η οποία έχει ως σκοπό να εξουδετερώσει τις συνέπειες της επιστροφής του ποσού της ενισχύσεως που οφείλουν οι αποδέκτες της κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως που διαπιστώνει το ασυμβίβαστο της ενισχύσεως με την κοινή αγορά, προφανώς θίγει την αποτελεσματικότητα των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή βάσει των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ. Επομένως, το Συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να εξουδετερώσει το αποτέλεσμα τέτοιας αποφάσεως της Επιτροπής κηρύσσοντας ίδιο την ενίσχυση αυτή συμβατή με την εν λόγω αγορά, δεν μπορεί κατά μείζονα λόγο να θίξει την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας αποφάσεως κηρύσσοντας συμβατή με την κοινή αγορά, βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, μια ενίσχυση που σκοπό έχει να αντισταθμίσει, για τους αποδέκτες της παράνομης ενισχύσεως που είχε κηρυχθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, τα ποσά που οι αποδέκτες της οφείλουν να επιστρέψουν κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω αποφάσεως.
Συνεπώς, το Συμβούλιο δεν εξέδωσε νομίμως μια απόφαση κηρύσσουσα συμβατές με την κοινή αγορά ενισχύσεις που επρόκειτο να χορηγήσει το Βελγικό Δημόσιο στα εγκατεστημένα στο Βέλγιο κέντρα συντονισμού και αντιβαίνουσα σε προγενέστερη της κρίσεως του Συμβουλίου απόφαση της Επιτροπής που αφορούσε αντίστοιχο καθεστώς ενισχύσεων το οποίο κήρυξε ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.
(βλ. σκέψεις 24-30, 36-37)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 22ας Ιουνίου 2006 (*)
«Κρατική ενίσχυση – Υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων – Φορολογικό καθεστώς των εγκατεστημένων στο Βέλγιο κέντρων συντονισμού – Αρμοδιότητα του Συμβουλίου»
Στην υπόθεση C-399/03,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η οποία ασκήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Rozet, V. Di Bucci και R. Lyal, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από την A.-M. Colaert και τον F. Florindo Gijón,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J. Makarczyk, R. Schintgen, P. Kūris (εισηγητή) και J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2005,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 2003/531/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 2003, σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεως από τη Βελγική Κυβέρνηση σε ορισμένα κέντρα [συντονισμού] εγκατεστημένα στο Βέλγιο (ΕΕ L 184, σ. 17, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
[…]
β) “υφιστάμενη ενίσχυση”:
[…]
ii) κάθε εγκεκριμένη ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή ή από το Συμβούλιο·
iii) κάθε ενίσχυση που θεωρείται ότι έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 6, του παρόντος κανονισμού, ή πριν από τον παρόντα κανονισμό αλλά σύμφωνα με τη διαδικασία αυτή·
iv) κάθε ενίσχυση που θεωρείται ότι είναι υφιστάμενη ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 15·
v) κάθε ενίσχυση που θεωρείται ως υφιστάμενη ενίσχυση εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι όταν τέθηκε σε ισχύ δεν αποτελούσε ενίσχυση, αλλά στη συνέχεια έγινε ενίσχυση λόγω της εξέλιξης της κοινής αγοράς και χωρίς να μεταβληθεί από το κράτος μέλος. Όταν ορισμένα μέτρα μετατρέπονται σε ενισχύσεις λόγω της ελευθέρωσης μιας δραστηριότητας από την κοινοτική νομοθεσία, τα μέτρα αυτά δεν θεωρούνται ως υφιστάμενη ενίσχυση μετά την ταχθείσα ημερομηνία ελευθέρωσης·
β) “νέα ενίσχυση”: κάθε ενίσχυση, [ήτοι κάθε καθεστώς ενισχύσεων ή κάθε ατομική ενίσχυση, που δεν αποτελεί υφιστάμενη ενίσχυση, συμπεριλαμβανομένων των μεταβολών] υφισταμένων ενισχύσεων·
[…]».
Η προσβαλλόμενη απόφαση και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται
3 Με το βασιλικό διάταγμα 187, της 30ής Δεκεμβρίου 1982, περί ιδρύσεως κέντρων συντονισμού (Moniteur belge της 13ης Ιανουαρίου 1983), το Βασίλειο του Βελγίου προέβλεψε μια δεκαετούς διάρκειας απαλλαγή από τον φόρο επί των κερδών των κέντρων συντονισμού που ασκούν, προς όφελος των επιχειρήσεων του ομίλου στον οποίο ανήκουν, ορισμένα διοικητικού, προπαρασκευαστικού ή επικουρικού χαρακτήρα καθήκοντα, καθώς και ορισμένες δραστηριότητες διαχειρίσεως ταμειακών διαθεσίμων.
4 Στις 3 Φεβρουαρίου 1983, η Επιτροπή ανακοίνωσε στη Βελγική Κυβέρνηση ότι τα προβλεπόμενα από το εν λόγω βασιλικό διάταγμα μέτρα αφορούσαν την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ (έπειτα άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ και νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ) και ζήτησε να της κοινοποιηθεί το εν λόγω φορολογικό καθεστώς και να ανασταλεί αμελλητί η εφαρμογή του.
5 Κατόπιν της κοινοποιήσεως, στις 3 Απριλίου 1984, σχεδίου νόμου για την τροποποίηση του φορολογικού καθεστώτος των κέντρων συντονισμού, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 2 Μαΐου 1984, ότι, μετά την τροποποίησή του, το εν λόγω καθεστώς δεν περιελάμβανε στοιχείο ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στη Βελγική Κυβέρνηση με έγγραφο της 16ης Μαΐου 1984.
6 Λαμβανομένου υπόψη, ωστόσο, ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε ο νόμος δεν ήταν απολύτως σύμφωνες προς το εν λόγω σχέδιο, η Επιτροπή κίνησε, στις 12 Δεκεμβρίου 1985, τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ (έπειτα άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ και νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ).
7 Κατόπιν νέας νομοθετικής τροποποιήσεως στις 4 Αυγούστου 1986, η Επιτροπή αποφάσισε την περάτωση της διαδικασίας και κοινοποίησε την απόφασή της στη Βελγική Κυβέρνηση στις 9 Μαρτίου 1987.
8 Το Συμβούλιο, καταρχάς, κατέληξε ομοφώνως, την 1η Δεκεμβρίου 1997, σε σειρά προτάσεων καθώς και σε ένα ψήφισμα για τη θέσπιση κώδικα δεοντολογίας στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων. Σε έκθεση του Συμβουλίου της 29ης Φεβρουαρίου 2000, οι βελγικές διατάξεις περί κέντρων συντονισμού χαρακτηρίσθηκαν ως επιζήμια φορολογικά μέτρα τα οποία έπρεπε να καταργηθούν στις 31 Δεκεμβρίου 2005. Ακολούθως, στις 26 και 27 Νοεμβρίου 2000, το Συμβούλιο «Ecofin» αποφάσισε ότι η καταληκτική αυτή ημερομηνία παύσεως της ισχύος των επιζήμιων μέτρων αφορούσε τις επιχειρήσεις οι οποίες ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω μέτρων στις 31 Δεκεμβρίου 2000. Τέλος, στις 21 Ιανουαρίου 2003, το Συμβούλιο αποφάνθηκε υπέρ της παρατάσεως των αποτελεσμάτων ορισμένων επιζήμιων καθεστώτων πέραν του 2005 και, ειδικότερα, όσον αφορά τα βελγικά κέντρα συντονισμού, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010.
9 Στο πλαίσιο της εξετάσεως όλων των φορολογικών καθεστώτων που ισχύουν στα κράτη μέλη, η Επιτροπή ζήτησε από τη Βελγική Κυβέρνηση, στις 12 Φεβρουαρίου 1999, πληροφορίες όσον αφορά τα κέντρα συντονισμού. Με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 2000, η Επιτροπή ενημέρωσε τις βελγικές αρχές ότι το φορολογικό καθεστώς των κέντρων συντονισμού αποτελούσε κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
10 Στις 11 Ιουλίου 2001 η Επιτροπή κατάρτισε προτάσεις χρήσιμων μέτρων οι οποίες προέβλεπαν, προσωρινώς, ότι τα κέντρα συντονισμού στα οποία είχε χορηγηθεί άδεια πριν από την ημερομηνία θεσπίσεως των μέτρων αυτών μπορούσαν να εξακολουθούν να υπάγονται στο εν λόγω φορολογικό καθεστώς μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005.
11 Με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 2002, η Επιτροπή κοινοποίησε στο Βασίλειο του Βελγίου την απόφασή της να κινήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διαδικασία και, κατόπιν αυτού, εξέδωσε την απόφαση 2003/757/ΕΚ, της 17ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεως που σχεδιάζει να εφαρμόσει το Βέλγιο υπέρ των κέντρων συντονισμού που είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο (ΕΕ L 282, σ. 25). Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο προσφυγές ακυρώσεως.
12 Κατόπιν της κοινοποιήσεως στην Επιτροπή προσχεδίου νόμου για την τροποποίηση του βασιλικού διατάγματος 187, η Επιτροπή, με έγγραφο της 23ης Απριλίου 2003, κοινοποίησε στο Βασίλειο του Βελγίου την απόφασή της να κινήσει διαδικασία ελέγχου όσον αφορά ένα τμήμα του προς θέσπιση μέτρου.
13 Στις 6 Μαρτίου 2003, το Βασίλειο του Βελγίου απευθύνθηκε συγχρόνως στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο ζητώντας «να προβούν σε κάθε απαραίτητη ενέργεια ώστε η άδεια των κέντρων συντονισμού που [έληγε] μετά τις 17 Φεβρουαρίου 2003 να εξακολουθήσει να παράγει αποτελέσματα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005». Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε εκ νέου στις 20 Μαρτίου και στις 26 Μαΐου 2003 βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
14 Το Συμβούλιο, σε συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 2003, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία κηρύσσει συμβατή με την κοινή αγορά την ενίσχυση που πρόκειται να χορηγήσει το Βασίλειο του Βελγίου στις επιχειρήσεις οι οποίες διέθεταν, βάσει του βασιλικού διατάγματος 187, άδεια κέντρων συντονισμού ισχύουσα στις 31 Δεκεμβρίου 2000 και λήγουσα μεταξύ 17ης Φεβρουαρίου 2003 και 31ης Δεκεμβρίου 2005. Η εν λόγω ενίσχυση συνίσταται στην εφαρμογή του συνήθους συντελεστή φόρου επί των εταιριών με φορολογική βάση καθορισθείσα σύμφωνα με τη μέθοδο «cost plus», στην επιβολή ετήσιου ειδικού φόρου ύψους 10 000 ευρώ ανά υπάλληλο με ανώτατο όριο τα 100 000 ευρώ, στην απαλλαγή από τους παρακρατούμενους φόρους ακίνητης περιουσίας επί των ακινήτων που έχουν στην κυριότητά τους τα εν λόγω κέντρα και από τους παρακρατούμενους φόρους κινητής περιουσίας επί των μερισμάτων, τόκων και δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως που καταβάλλουν τα κέντρα καθώς και επί των εσόδων των κέντρων από χρηματικές καταθέσεις, και στην απαλλαγή από τον φόρο καταχωρίσεως για τις εισφορές και την αύξηση του καταστατικού κεφαλαίου.
Επί της προσφυγής
15 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται, αντιστοίχως, από αναρμοδιότητα του Συμβουλίου, από κατάχρηση εξουσίας και καταστρατήγηση διαδικασίας, από παράβαση της Συνθήκης και παραβίαση διαφόρων γενικών αρχών και, επικουρικώς, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
16 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
17 Πρώτον, φρονεί ότι οι διατάξεις της Συνθήκης και ο κανονισμός 659/1999 της απονέμουν αποκλειστική αρμοδιότητα για την έκδοση αποφάσεων όπως η προσβαλλόμενη. Το Συμβούλιο διαθέτει κατ’ εξαίρεση εξουσία στον τομέα αυτό, η άσκηση της οποίας χρήζει στενής ερμηνείας, προς αποφυγή συγκρούσεως αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο οργάνων. Κατά τα λοιπά, το Συμβούλιο απώλεσε, εν προκειμένω, τη rationae temporis αρμοδιότητά του, στο μέτρο που είχε παρέλθει η προβλεπόμενη από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ προθεσμία εντός της οποίας έπρεπε να αποφανθεί.
18 Δεύτερον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση σκοπεί στη διατήρηση των αποτελεσμάτων του φορολογικού καθεστώτος, για τη συμβατότητα του οποίου με την κοινή αγορά εξέφρασε αμφιβολίες με το από 23 Απριλίου 2003 έγγραφό της, και ότι η απόφαση αυτή δεν αφορά καθεστώς νέων ενισχύσεων ή ατομικών μέτρων, αλλά ενισχύσεις οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ως υφιστάμενες υπό την έννοια της Συνθήκης.
19 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η λύση που έγινε δεκτή με την απόφαση της 29ης Ιουνίου 2004, C‑110/02, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2004, σ. I‑6333), δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω, καθόσον πρόκειται περί νέας ενισχύσεως, διαφορετικής από εκείνη που η Επιτροπή κήρυξε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
20 Προς τούτο, υποστηρίζει ότι οι εγκριθείσες ενισχύσεις, οι οποίες θεσπίστηκαν με νέες νομοθετικές διατάξεις, χορηγήθηκαν σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων καθορισμένων στο σύνολό τους, ήτοι σε τριάντα κέντρα συντονισμού των οποίων η άδεια έληγε μεταξύ 17ης Φεβρουαρίου 2003 και 31ης Δεκεμβρίου 2005. Επιπλέον, η απόφαση αυτή έχει περιορισμένη διάρκεια, στο μέτρο που δεν παράγει αποτελέσματα πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2005. Κατά το Συμβούλιο, οι εν λόγω ενισχύσεις έχουν λιγότερο ευεργετικό για τις επιχειρήσεις χαρακτήρα έναντι του προϊσχύοντος καθεστώτος.
21 Εξάλλου, το Συμβούλιο φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παρείχε στο Βασίλειο του Βελγίου τη δυνατότητα να διατηρήσει σε ισχύ το καθεστώς που η Επιτροπή είχε κηρύξει ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά, αλλά το εξουσιοδοτούσε να εκδώσει νέα νομική πράξη.
22 Όσον αφορά τον χρόνο που παρήλθε μεταξύ της εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου υποβολής αιτήσεως βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι το από 20 Μαρτίου 2003 έγγραφο του μονίμου αντιπροσώπου του εν λόγω κράτους αποτελούσε προπαρασκευαστικό έγγραφο το οποίο σκοπούσε στη διευκόλυνση των μεταφράσεων για τη διεξαγωγή συζητήσεων επί των μέτρων που επρόκειτο να ληφθούν. Επομένως, κατά το Συμβούλιο, η αίτηση του Βασιλείου του Βελγίου υποβλήθηκε ενώπιόν του στις 26 Μαΐου 2003.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
23 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, το Δικαστήριο διευκρίνισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Συμβούλιο μπορεί να εγκρίνει με απόφασή του μια κρατική ενίσχυση, όταν η Επιτροπή έχει ήδη εκδώσει απόφαση με την οποία η εν λόγω ενίσχυση κηρύχθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
24 Καταρχάς, το Δικαστήριο, με τη σκέψη 31 της εν λόγω αποφάσεως, ερμήνευσε το περιεχόμενο του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ υπό την έννοια ότι η εξουσία του Συμβουλίου έχει προδήλως εξαιρετικό χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι, αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν έχει υποβάλει αίτηση στο Συμβούλιο βάσει της εν λόγω διατάξεως πριν η Επιτροπή κηρύξει την επίδικη ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, το Συμβούλιο δεν είναι πλέον αρμόδιο να ασκήσει την εξαιρετική εξουσία που του απονέμει η εν λόγω διάταξη και να κηρύξει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 33).
25 Κατά το Δικαστήριο, η ερμηνεία αυτή αποτρέπει το ενδεχόμενο να εκδοθούν διαδοχικώς από το Συμβούλιο και την Επιτροπή αντιφατικές αποφάσεις επί της ίδιας κρατικής ενισχύσεως, ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό την ασφάλεια δικαίου (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 35).
26 Δεύτερον, το Δικαστήριο εξέτασε αν αυτή η αναρμοδιότητα του Συμβουλίου σήμαινε ότι ήταν επίσης αναρμόδιο να αποφανθεί επί ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε παρανόμως στους αποδέκτες της αφού είχε προηγουμένως κηρυχθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά με απόφαση της Επιτροπής, προκειμένου να αντισταθμίσει τα ποσά που οι αποδέκτες της οφείλουν να επιστρέψουν κατ’ εφαρμογή της εν λόγω αποφάσεως.
27 Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, κατά πάγια νομολογία, το να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να χορηγήσει στους αποδέκτες της εν λόγω παράνομης ενισχύσεως μια ενίσχυση ισοδυνάμου ποσού, η οποία έχει ως σκοπό να εξουδετερώσει τις συνέπειες της επιστροφής του ποσού της ενισχύσεως που οφείλουν οι αποδέκτες της κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως αυτής, προφανώς θίγει την αποτελεσματικότητα των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή βάσει των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 43).
28 Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να εξουδετερώσει το αποτέλεσμα αποφάσεως της Επιτροπής διαπιστώνουσας το ασυμβίβαστο ενισχύσεως με την κοινή αγορά κηρύσσοντας το ίδιο την ενίσχυση αυτή συμβατή με την εν λόγω αγορά, δεν μπορεί κατά μείζονα λόγο να θίξει την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας αποφάσεως κηρύσσοντας συμβατή με την κοινή αγορά, βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, μια ενίσχυση που σκοπό έχει να αντισταθμίσει, για τους αποδέκτες της παράνομης ενισχύσεως που είχε κηρυχθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, τα ποσά που οι αποδέκτες της οφείλουν να επιστρέψουν κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω αποφάσεως (προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψεις 44 και 45).
29 Υπό το πρίσμα της νομολογίας αυτής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο δεν εξέδωσε νομίμως την προσβαλλόμενη απόφαση.
30 Συγκεκριμένα, πρώτον, είναι γεγονός ότι η αίτηση του Βασιλείου του Βελγίου υποβλήθηκε στο Συμβούλιο κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως 2003/757 με την οποία κηρύχθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις που χορήγησε το βελγικό κράτος στα κέντρα συντονισμού.
31 Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν οι ενισχύσεις που περιγράφονται στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως συμπίπτουν με εκείνες που αποτελούν αντικείμενο της αποφάσεως 2003/757.
32 Συναφώς, από τη δικογραφία και, ειδικότερα, από το σημείωμα που απεύθυνε το Βασίλειο του Βελγίου στο Συμβούλιο στις 6 Μαρτίου 2003 προκύπτει ότι το καθεστώς ενισχύσεων που το Συμβούλιο έπρεπε να κηρύξει συμβατό με την κοινή αγορά ήταν εκείνο που είχε αποτελέσει αντικείμενο της αποφάσεως 2003/757.
33 Επιπλέον, το από 26 Μαΐου 2003 σημείωμα με το οποίο ο μόνιμος αντιπρόσωπος του Βασιλείου του Βελγίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση περιέγραψε το περιεχόμενο της ενισχύσεως δεν εγείρει καμία αμφιβολία ως προς τον χαρακτήρα των οικείων μέτρων.
34 Τέλος, τα μέτρα που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση συνίστανται στην εφαρμογή των ίδιων μεθόδων καθορισμού των φορολογητέων κερδών και του οφειλόμενου βάσει του αριθμού υπαλλήλων φόρου με εκείνες που προβλέπει το φορολογικό καθεστώς των κέντρων συντονισμού. Η εν λόγω απόφαση προβλέπει επίσης τις ίδιες απαλλαγές από τους παρακρατούμενους φόρους κινητής και ακίνητης περιουσίας, καθώς και από τα δικαιώματα εισφοράς.
35 Τρίτον, πρέπει να διευκρινιστούν οι συνέπειες της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αρκεί η διαπίστωση ότι από την ίδια την αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι σκοπός της ήταν η εξάλειψη των συνεπειών της αποφάσεως 2003/757 όσον αφορά τα κέντρα συντονισμού των οποίων η άδεια έληξε μεταξύ 17ης Φεβρουαρίου 2003 και 31ης Δεκεμβρίου 2005.
36 Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στην απόφαση 2003/757. Ο περιορισμένος αριθμός επιχειρήσεων που αφορά και η περιορισμένη διάρκειά της δεν αναιρούν τη διαπίστωση αντιφατικότητας προς την απόφαση 2003/757, της οποίας το άρθρο 2 ορίζει ότι, από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως, το ευεργέτημα του επίμαχου καθεστώτος δεν μπορεί να παραταθεί με την ανανέωση των ισχυουσών αδειών και ότι, αν η άδεια λήγει πριν τις 31 Δεκεμβρίου 2010, το ευεργέτημα του εν λόγω καθεστώτος δεν μπορεί πλέον να χορηγηθεί, ούτε προσωρινώς.
37 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν εξέδωσε νομίμως την προσβαλλόμενη απόφαση.
38 Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της, ο οποίος αντλείται από αναρμοδιότητα του Συμβουλίου για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι βάσιμος, οπότε η απόφαση αυτή πρέπει να ακυρωθεί.
Επί των λοιπών λόγων ακυρώσεως
39 Δεδομένου ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Επιτροπής έγινε δεκτός, οπότε η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της.
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα και αυτό ηττήθηκε, το Συμβούλιο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση 2003/531/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουλίου 2003, σχετικά με τη χορήγηση ενισχύσεως από τη Βελγική Κυβέρνηση σε ορισμένα κέντρα [συντονισμού] εγκατεστημένα στο Βέλγιο.
2) Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy