Υπόθεση C-404/03
Ποινική διαδικασία
κατά
Olivier Dupuy και Hervé Rouvre
(αίτηση του tribunal de grande instance du Mans για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα – Στεγνωτικά προϊόντα περιέχοντα μόλυβδο – Απαγόρευση διαθέσεως στην αγορά – Οδηγίες 76/769/ΕΟΚ και 94/60/ΕΚ»
Περίληψη της αποφάσεως
Προσέγγιση των νομοθεσιών – Περιορισμός της διαθέσεως στην αγορά και της χρήσεως επικινδύνων ουσιών – Οδηγία 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60 – Παρέκκλιση όσον αφορά τα «χρώματα ζωγραφικής» – Εφαρμογή επί των στεγνωτικών προϊόντων – Αποκλείεται
(Οδηγίες του Συμβουλίου 76/769, παράρτημα I, σημείο 31, ε΄, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 94/60, και 88/379)
Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τον περιορισμό της διαθέσεως στην αγορά επικινδύνων ουσιών η παρασκευασμάτων, ιδίως οι διατάξεις της οδηγίας 76/769, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60, απαγορεύουν τη διάθεση στην αγορά προς πώληση στο ευρύ κοινό στεγνωτικών προϊόντων περιεχόντων συστατικά από μόλυβδο που έχουν καταταγεί ως τοξικά για την αναπαραγωγή.
Ειδικότερα, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή επί των προϊόντων αυτών της παρεκκλίσεως από τους περιορισμούς της διαθέσεως στην αγορά, που προβλέπεται στο σημείο 31, στοιχείο ε΄, του παραρτήματος I της οδηγίας 76/769 και αφορά τα χρώματα ζωγραφικής που εμπίπτουν στην οδηγία 88/379, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων κρατών μελών που αφορούν τη ταξινόμηση, συσκευασία και τη σήμανση των επικινδύνων παρασκευασμάτων, ληφθέντος υπόψη ότι αυτή η παρέκκλιση δεν μπορεί να καλύπτει προϊόντα όπως τα στεγνωτικά προϊόντα που στερούνται χρωστικής ιδιότητας.
(σκέψεις 32, 34 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 (*)
«Επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα – Στεγνωτικά προϊόντα περιέχοντα μόλυβδο – Απαγόρευση διαθέσεως στην αγορά – Οδηγίες 76/769/ΕΟΚ και 94/60/ΕΚ»
Στην υπόθεση C-404/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ,
την οποία υπέβαλε το tribunal de grande instance du Mans (Γαλλία), με απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2003, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 29 Σεπτεμβρίου 2003, στο πλαίσιο κινηθείσας ποινικής διαδικασίας με κατηγορούμενους τους
Olivier Dupuy
και
Hervé Rouvre,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, S. von Bahr και R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues και D. Petrausch,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την F. Simonetti και τον U. Wölker
ενόψει της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς προτάσεις,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του σημείου 31, στοιχείο ε΄, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 365, σ. 1, στο εξής: οδηγία 76/769).
2 Η αίτηση αυτή υπεβλήθη στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας κινηθείσας κατά των O. Dupuy και H. Rouvre, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά ορισμένων προϊόντων υψηλής περιεκτικότητας σε μόλυβδο.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 76/769, «όλοι οι κανόνες που αφορούν την κυκλοφορία στην αγορά επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων πρέπει να αποβλέπουν στην προστασία του κοινού και κυρίως των προσώπων που χρησιμοποιούν αυτές τις ουσίες και τα παρασκευάσματα».
4 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 3, της ίδιας οδηγίας ορίζει:
«1. Υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής άλλων σχετικών διατάξεων της Κοινότητος, η παρούσα οδηγία αφορά τον περιορισμό της κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως στα κράτη μέλη της Κοινότητος των επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος.
[…]
3. Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας:
α) “ουσίες”: σημαίνει χημικά στοιχεία και ενώσεις τους, ως απαντούν σε φυσική κατάσταση ή ως παρασκευάζονται βιομηχανικώς·
β) “παρασκευάσματα”: σημαίνει μίγματα ή διαλύματα αποτελούμενα από δύο ή περισσότερες ουσίες.»
5 Το σημείο 31 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ (που προστέθηκε με την οδηγία 94/60) περιέχει τις προϋποθέσεις περιορισμού της εμπορίας των ουσιών αυτών:
«Ονομασία των ουσιών, ομάδων ουσιών ή παρασκευασμάτων
Προϋποθέσεις περιορισμού:
31. Ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ, έχοντας ταξινομηθεί “τοξικές για την αναπαραγωγή κατηγορίας 1 ή τοξικές για την αναπαραγωγή κατηγορίας 2”, και επισημαίνονται με την προειδοποίηση κινδύνου R 60: “μπορεί να εξασθενήσει τη γονιμότητα” και/ή R 61 “μπορεί να βλάψει το έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης”, και που περιέχονται ως εξής:
Τοξική για την αναπαραγωγή κατηγορίας 1: βλ. κατάλογο 5 στο προσάρτημα
Τοξική για την αναπαραγωγή κατηγορίας 2: βλ. κατάλογο 6 στο προσάρτημα
Δεν επιτρέπεται να περιέχονται στις ουσίες και στα παρασκευάσματα που διατίθενται στην αγορά προοριζόμενα για πώληση στο ευρύ κοινό σε ειδική συγκέντρωση ίση ή μεγαλύτερη από:
– είτε την καθοριζόμενη στο παράρτημα Ι της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ,
– είτε την καθοριζόμενη στο σημείο 6, πίνακας VI του παραρτήματος Ι της οδηγίας 88/379/ΕΟΚ εφόσον δεν αναφέρεται όριο συγκέντρωσης στο παράρτημα Ι της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ.
[…]
Κατά παρέκκλιση, η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή:
[…]
ε) στα χρώματα ζωγραφικής που εμπίπτουν στην οδηγία 88/379/ΕΟΚ.»
6 Κατόπιν της εκδόσεως της οδηγίας 97/10/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Φεβρουαρίου 1997, για την τρίτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 (ΕΕ L 68, σ. 24), το σημείο 31, στοιχείο ε΄, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 κατέστη σημείο 31, στοιχείο δ΄, το δε κείμενό του έμεινε το ίδιο.
7 Η οδηγία 88/379/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων παρασκευασμάτων (ΕΕ L 187, σ. 14), καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την οδηγία 1999/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 1999 (ΕΕ L 200, σ. 1).
8 Στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 της τελευταίας αυτής οδηγίας, δίδεται ο ορισμός διαφόρων εννοιών, μεταξύ άλλων των «ουσιών» και «παρασκευασμάτων», καθώς και, στην παράγραφο 2, αυτός των «επικινδύνων». Παρ’ όλ’ αυτά, κανένας ορισμός δεν έχει δοθεί όσον αφορά την έννοια των «χρωμάτων ζωγραφικής».
Η εθνική νομοθεσία
9 Οι διατάξεις σχετικά με τη χρησιμοποίηση επικινδύνων ουσιών περιλαμβάνονται στην κοινή υπουργική απόφαση της 7ης Αυγούστου 1997, σχετικά με τον περιορισμό της διαθέσεως στην αγορά και χρησιμοποιήσεως ορισμένων προϊόντων περιεχόντων επικίνδυνες ουσίες (JORF της 17ης Αυγούστου 1997, σ. 12218). Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την κοινή υπουργική απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με τους περιορισμούς της διαθέσεως στην αγορά και της χρησιμοποιήσεως επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (JORF της 6ης Νοεμβρίου 1998, σ. 16772), ορίζει:
«Ειδικές διατάξεις σχετικά με ουσίες και παρασκευάσματα που έχουν καταταγεί ως καρκινογόνα, μεταλλαξιογόνα και τοξικά για την αναπαραγωγή
a) Πεδίο εφαρμογής:
Απαγορεύεται η διάθεση στην αγορά και η εισαγωγή με προορισμό το κοινό των κατωτέρω προσδιοριζομένων ουσιών και παρασκευασμάτων:
– των ουσιών που έχουν καταταγεί ως καρκινογόνες κατηγορίας 1 ή 2 και περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της παρούσας αποφάσεως·
– των ουσιών που έχουν καταταγεί ως μεταλλαξιογόνες κατηγορίας 1 ή 2 και περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας αποφάσεως·
– των ουσιών που έχουν καταταγεί ως τοξικές για την αναπαραγωγή κατηγορίας 1 ή 2 και περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ της παρούσας αποφάσεως·
– των προπαρατεθέντων παρασκευασμάτων που περιλαμβάνουν μία ή περισσότερες καρκινογόνες ή/και μεταλλαξιογόνες ή/και τοξικές για την αναπαραγωγή ουσίες, σε ατομικές δόσεις με πυκνότητα ίση ή ανώτερη είτε αυτής που έχει οριστεί στο παράρτημα Ι της αποφάσεως της 20ής Απριλίου 1994 […], είτε αυτής που έχει οριστεί στον πίνακα VI της αποφάσεως της 21ης Φεβρουαρίου 1990 […] ελλείψει ορίου πυκνότητας καθορισμένου από την απόφαση της 20ής Απριλίου 1994 […].
Αυτή η απαγόρευση διαθέσεως στην αγορά και εισαγωγής με προορισμό το κοινό δεν αφορά τα προϊόντα που προορίζονται για επαγγελματική χρήση.
[…]
Υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων σχετικά με την επισήμανση των επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων, στη συσκευασία των προπαρατεθεισών ουσιών και παρασκευασμάτων πρέπει να αναγράφεται, κατά τρόπο ευανάγνωστο και ανεξίτηλο, η ένδειξη:
“μόνο για επαγγελματίες χρήστες […]”.
b) Παρέκκλιση:
Αυτή η απαγόρευση διαθέσεως στην αγορά και εισαγωγής με προορισμό το κοινό δεν ισχύει για τα ακόλουθα προϊόντα, στο τελικό στάδιο, που προορίζονται για τον τελικό χρήστη:
[…]
5º Χρώματα ζωγραφικής.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10 Οι O. Dupuy και H. Rouvre, κατηγορούμενοι στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι, αντιστοίχως, ο υπεύθυνος και ο διοικητικός και οικονομικός διευθυντής της εταιρίας Colart International (στο εξής: COLART), με έδρα το Mans (Γαλλία).
11 Κατόπιν ερευνών που διενεργήθηκαν στις 23 Νοεμβρίου 1999, 3, 29 και 30 Μαρτίου 2000, καθώς και στις 19 Απριλίου 2000, οι εκπρόσωποι των directions départementales de la concurrence, de la consommation et de la répression des fraudes (διαμερισματικές διευθύνσεις ανταγωνισμού, κατανάλωσης και καταστολής απατών) του Nord, της Oise και του Sarthe (στο εξής: DDCCRF) διαπίστωσαν ότι τρία προϊόντα παρασκευής της COLART με την ονομασία «Siccatif de Courtrai blanc» (στεγνωτικό λευκού Courtrai), «Siccatif de Courtrai brun» (στεγνωτικό μέλανος Courtrai) και «Huile Noire» (σκούρο έλαιο) είχαν παρασκευαστεί και διατεθεί στην αγορά με προορισμό το κοινό μολονότι είχαν περιεκτικότητα σε μόλυβδο δικαιολογούσα την κατάταξή τους στην κατηγορία των τοξικών για την αναπαραγωγή παρασκευασμάτων.
12 Οι DDCCRF εκτιμούν ότι τα τρία αυτά προϊόντα κατ’ ουδένα τρόπο δύνανται να προορίζονται προς πώληση στο κοινό και ότι η εμπορία τους πρέπει να επιφυλάσσεται αποκλειστικώς στους επαγγελματίες.
13 Στους κατηγορούμενους της κύριας δίκης προσάπτεται ότι όχι μόνο διέθεταν στην αγορά με προορισμό το κοινό τα εν λόγω προϊόντα, αλλά και ότι εξαπάτησαν ορισμένους πελάτες τους παρουσιάζοντας τα επίμαχα προϊόντα ως αποτελούντα απλώς το αντικείμενο απαγορεύσεως πωλήσεως στο ευρύ κοινό με το σύστημα της αυτοεξυπηρέτησης, και τούτο μολονότι ίσχυε απαγόρευση διαθέσεώς τους στην αγορά.
14 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι τα επίμαχα παρασκευάσματα περιέχουν μόλυβδο ούτε ότι έχουν καταταγεί στην κατηγορία των τοξικών για την αναπαραγωγή παρασκευασμάτων, πλην όμως υποστηρίζουν ότι οι προσαπτόμενες σ’ αυτούς παραβάσεις δεν έχουν στοιχειοθετηθεί επειδή, μολονότι είναι αληθές ότι απαγορεύεται η πώληση των προϊόντων αυτών στο κοινό με το σύστημα της αυτοεξυπηρέτησης, το άρθρο 1 της κοινής υπουργικής αποφάσεως της 7ης Αυγούστου 1997 προβλέπει παρέκκλιση υπέρ των «χρωμάτων ζωγραφικής», προϊόντα τα οποία μπορούν να πωλούνται στο κοινό, υπό την επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών στην εμπορία, προβλεπομένων από τον κώδικα δημόσιας υγείας.
15 Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης προσθέτουν ότι η παρέκκλιση αυτή, που έχει εισαχθεί με την εν λόγω απόφαση, αντιστοιχεί στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των διατάξεων των κοινοτικών οδηγιών που ισχύουν εν προκειμένω και, ιδίως, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769.
16 Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι τα επίμαχα ξηραντικά προϊόντα πρέπει να θεωρηθούν ως υπαγόμενα στην προβλεπόμενη υπέρ των «χρωμάτων ζωγραφικής», από την οδηγία 76/769, παρέκκλιση. Πράγματι, ισχυρίζονται ότι τα προϊόντα αυτά πρέπει να ενσωματωθούν κατ’ ανάγκη στα εν λόγω χρώματα, κατά τη χρήση τους από τους ζωγράφους, και ότι αποτελούν, ως εκ τούτου, ένα εκατό τοις εκατό συστατικό και όχι «πρόσθετο» προϊόν, λαμβανόμενο υπόψη χωριστά.
17 Η εισαγγελική αρχή, μολονότι δεν αμφισβητεί ότι τα επίμαχα προϊόντα πρέπει, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν, να αναμιχθούν με τα χρώματα, θεωρεί ωστόσο ότι οι ισχύουσες διατάξεις πρέπει να ερμηνευθούν στενώς και ότι τα ξηραντικά δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των χρωμάτων αλλά των προσθέτων.
18 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το tribunal de grande instance du Mans αποφάσισε την αναστολή της ενώπιόν του διαδικασίας και την υποβολή στο Δικαστήριο του ακόλουθου προδικαστικού ερωτήματος:
«Απαγορεύουν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, σχετικά με τον περιορισμό της διαθέσεως στην αγορά επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων, ιδίως αυτές των οδηγιών 76/769 και 94/60 […] τη διάθεση στην αγορά προς πώληση στο κοινό ξηραντικών προϊόντων περιεχόντων μίγματα μολύβδου τα οποία έχουν ταξινομηθεί ως τοξικά για την αναπαραγωγή, ή επιτρέπουν οι διατάξεις αυτές να εφαρμόζεται για τα εν λόγω προϊόντα η προβλεπόμενη στον τομέα αυτόν παρέκκλιση όσον αφορά τα “χρώματα ζωγραφικής”;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
19 Με το προδικαστικό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν τα στεγνωτικά προϊόντα που περιέχουν μόλυβδο και έχουν ταξινομηθεί ως τοξικά για την αναπαραγωγή μπορούν να χαρακτηριστούν ως «χρώματα ζωγραφικής», υπαγόμενα στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 76/769 και, κατά συνέπεια, εμπίπτοντα στην προβλεπόμενη συναφώς παρέκκλιση από την απαγόρευση διαθέσεως στο εμπόριο τοξικών για την αναπαραγωγή προϊόντων με προορισμό το ευρύ κοινό.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
20 Η Επιτροπή επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι η έννοια των «χρωμάτων ζωγραφικής» στην οποία αναφέρεται η παρέκκλιση πρέπει να νοηθεί ως καλύπτουσα παρασκευάσματα χρησιμοποιούμενα από τους ζωγράφους τα οποία ήδη εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της βαφής, ιδίως τη χρωστική ικανότητά της. Θα μπορούσαν τα παρασκευάσματα αυτά να αποτελέσουν επίσης αντικείμενο προσθήκης από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, εφόσον αυτή η προσθήκη ουδόλως αφορά τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της χρωστικής ύλης. Επομένως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα «χρώματα ζωγραφικής», κατά την έννοια του σημείου 31 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, αφορούν τα παρασκευάσματα που ήδη περιέχουν το χρωστικό στοιχείο, ουσιώδες χαρακτηριστικό της βαφής.
21 Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα στεγνωτικά αποτελούν παρασκευάσματα που περιέχουν προστεθείσες μεταλλικές ενώσεις με σκοπό την έναρξη, επιτάχυνση ή εξαναγκασμό της απορρόφησης οξυγόνου από τη βαφείσα επιφάνεια ή την εξουδετέρωση των συνθηκών που εμποδίζουν τη συμπύκνωση. Τα στεγνωτικά χρησιμοποιούνται κατ’ ουσίαν στα ελαιοχρώματα των οποίων μειώνουν τον χρόνο στεγνώματος επιταχύνοντας τη διαδικασία οξειδώσεώς τους. Η επιλογή του στεγνωτικού και η χρησιμοποιούμενη πυκνότητα αποτελούν ουσιώδη στοιχεία για την καλή διατήρηση του ζωγραφικού επιστρώματος.
22 Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τα στεγνωτικά δεν προσδίδουν χρωστική ικανότητα στο χρησιμοποιούμενο από τον καλλιτέχνη χρώμα ούτε χρησιμοποιούνται συστηματικώς για τον καλλιτεχνικό χρωματισμό. Ωστόσο, τα στεγνωτικά μπορούν να αποδειχθούν απαραίτητα για τη χρησιμοποίηση ορισμένων χρωμάτων, ιδίως των ελάχιστα στεγνωτικών.
23 Ενόψει των παρατηρήσεων αυτών και σύμφωνα με την αρχή της στενής ερμηνείας των παρεκκλίσεων, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα στεγνωτικά αποτελούν πρόσθετα που δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς τα «χρώματα ζωγραφικής» ούτε, επομένως, να ισχύει γι’ αυτά η σχετική παρέκκλιση και ότι αυτά είναι προς αποκλειστική χρήση των επαγγελματιών.
24 Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η παρέκκλιση που ισχύει για τα «χρώματα ζωγραφικής», κατά την έννοια της οδηγίας 76/769, αποτελεί εξαίρεση και πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να ερμηνεύεται στενώς. Μια τέτοια ερμηνεία επιβάλλεται επίσης από τον στόχο της δημόσιας υγείας που, μεταξύ άλλων, επιδιώκεται με την οδηγία 76/769. Έτσι, ελλείψει συμπληρωματικών ενδείξεων σχετικά με την οδηγία αυτή, η παρέκκλιση πρέπει να εφαρμόζεται μόνο για τα «χρώματα ζωγραφικής», χωρίς να μπορεί μια τέτοια παρέκκλιση να επεκταθεί και στα προϊόντα που επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση τέτοιων χρωμάτων.
Απάντηση του Δικαστηρίου
25 Από το σημείο 31 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 προκύπτει ότι «οι ουσίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ, έχοντας ταξινομηθεί “τοξικές για την αναπαραγωγή ή τοξικές για την αναπαραγωγή κατηγορίας 2”», δεν επιτρέπεται να απαντούν στις ουσίες και τα παρασκευάσματα που κυκλοφορούν στην αγορά και προορίζονται για πώληση στο ευρύ κοινό όταν υπερβαίνουν ορισμένα επίπεδα συγκεντρώσεως.
26 Από το εν λόγω σημείο προκύπτει επίσης ότι, κατά παρέκκλιση, η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για τα «χρώματα ζωγραφικής» που εμπίπτουν στην οδηγία 88/379.
27 Παρ’ όλ’ αυτά, ούτε η τελευταία αυτή οδηγία ούτε η οδηγία 1999/45 που την αντικατέστησε διευκρινίζουν το νόημα που πρέπει να δοθεί στην έννοια «χρώματα ζωγραφικής».
28 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει, κατ’ αρχάς, να προσδιοριστεί το ουσιώδες χαρακτηριστικό που προσδίδει σε μια ουσία ή παρασκεύασμα την ιδιότητα του χρώματος. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η έννοια «χρώματα ζωγραφικής» πρέπει να ερμηνευθεί ως αφορώσα τα παρασκευάσματα που χρησιμοποιούνται από τους ζωγράφους και ήδη εμφανίζουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της βαφής, κυρίως τη χρωστική ικανότητά της.
29 Όμως, στα στεγνωτικά προϊόντα τα οποία δεν περιέχουν κανένα χρωστικό στοιχείο ούτε διαθέτουν οποιαδήποτε χρωστική ιδιότητα και των οποίων η μόνη χρησιμότητα είναι να επιταχύνεται η διαδικασία οξειδώσεως του ελαιοχρώματος δεν μπορεί να προσδοθεί η ιδιότητα των «χρωμάτων ζωγραφικής», κατά την έννοια του σημείου 31 του παραρτήματος I της οδηγίας 76/769. Η προβλεπόμενη στο παράρτημα αυτό παρέκκλιση αφορά αποκλειστικώς τα παρασκευάσματα που ήδη εμπεριέχουν το χρωστικό στοιχείο, ουσιώδες χαρακτηριστικό της βαφής.
30 Περαιτέρω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η παρέκκλιση αυτή αποτελεί εξαίρεση από τη γενική απαγόρευση της πωλήσεως στο ευρύ κοινό προϊόντων που έχουν ταξινομηθεί ως «τοξικά για την αναπαραγωγή κατηγορίας 1 ή τοξικά για την αναπαραγωγή κατηγορίας 2».
31 Πάντως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, ενόψει του επιδιωκόμενου από την οδηγία 76/769 στόχου της προστασίας της δημόσιας υγείας, η επιβαλλόμενη από την οδηγία αυτή απαγόρευση αναφορικά με τα προϊόντα που έχουν ταξινομηθεί ως «τοξικά για την αναπαραγωγή κατηγορίας 1 ή τοξικά για την αναπαραγωγή κατηγορίας 2» πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο ευρύ, ενώ η εξαίρεση που αυτή προβλέπει για τα «χρώματα ζωγραφικής» κατά τρόπο στενό (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 1ης Απριλίου 2004, C-286/02, Bellio F.lli, Συλλογή 2004, σ. Ι-3465, σκέψη 46).
32 Ελλείψει ειδικής μνείας περί στεγνωτικών στο πλαίσιο των προβλεπομένων στο σημείο 31 του παραρτήματος I της οδηγίας 76/769 παρεκκλίσεων και ελλείψει συμπληρωματικών διασαφηνίσεων στην οδηγία αυτή, η παρέκκλιση πρέπει να ισχύει μόνο για τα προϊόντα που υπάγονται στην έννοια των «χρωμάτων ζωγραφικής», χωρίς να μπορεί να επεκταθεί στα προϊόντα τα οποία στερούνται της χρωστικής ιδιότητας ή με τα οποία απλώς επιδιώκεται να καθίσταται δυνατή η χρησιμοποίηση τέτοιου χρώματος.
33 Αυτή η στενή ερμηνεία του περιεχομένου της παρεκκλίσεως επιβεβαιώνεται από τον επιδιωκόμενο από την οδηγία 76/769, θεμελιώδη σκοπό, όπως ορίζεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της τελευταίας. Δεδομένου ότι ο σκοπός αυτός είναι η προστασία του πληθυσμού και ιδίως των ατόμων που χρησιμοποιούν τις επικίνδυνες ουσίες και τα παρασκευάσματα, η γενική αρχή που πρέπει να διαπνέει την εφαρμογή της οδηγίας 76/769 είναι να απαγορεύεται κάθε έχον βλαπτικές συνέπειες για την υγεία προϊόν, δοθέντος ότι η αρχή αυτή δεν επιδέχεται παρά ορισμένες, ειδικώς προβλεπόμενες στην εν λόγω οδηγία, παρεκκλίσεις.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τον περιορισμό της διαθέσεως στην αγορά επικινδύνων ουσιών ή παρασκευασμάτων και, ιδίως, οι διατάξεις της οδηγίας 76/769 απαγορεύουν τη διάθεση στην αγορά προς πώληση στο ευρύ κοινό στεγνωτικών προϊόντων περιεχόντων συστατικά από μόλυβδο που έχουν καταταγεί ως τοξικά για την αναπαραγωγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα που συνεπάγεται η κατάθεση παρατηρήσεων στο Δικαστήριο, πέραν εκείνων των διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα), αποφαίνεται:
Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τον περιορισμό της διαθέσεως στην αγορά επικινδύνων ουσιών ή παρασκευασμάτων και, ιδίως, οι διατάξεις της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, απαγορεύουν τη διάθεση στην αγορά προς πώληση στο ευρύ κοινό στεγνωτικών προϊόντων περιεχόντων συστατικά από μόλυβδο που έχουν καταταγεί ως τοξικά για την αναπαραγωγή.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy