Υπόθεση C-437/03
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγίες 78/686/ΕΟΚ και 78/687/ΕΟΚ — Οδοντίατροι»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano της 17ης Μαρτίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 27ης Οκτωβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Οδοντίατροι — Αναγνώριση διπλωμάτων και τίτλων — Οδηγία 78/686 — Συντονισμός των εθνικών διατάξεων — Οδηγία 78/687 — Μεταβατικά μέτρα για την Αυστρία — Έγκριση προς τους ειδικευμένους ιατρούς να φέρουν τον τίτλο «Facharzt für Zahn,- Mund- und Kieferheilkunde» — Επιτρέπεται
(Οδηγίες του Συμβουλίου 78/686, άρθρα 1 και 19β, και 78/687, άρθρο 1)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων — Ελευθερία εγκαταστάσεως — Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών — Οδοντίατροι — Αναγνώριση διπλωμάτων και τίτλων — Οδηγία 78/686 — Συντονισμός των εθνικών διατάξεων — Οδηγία 78/687 — Μεταβατικά μέτρα για την Αυστρία — Έγκριση προς τους «Dentisten» να φέρουν τον τίτλο «Zahnarzt» και να επικαλούνται την παρέκκλιση που προβλέπει η οδηγία 78/686 χωρίς να πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας 78/687 — Δεν επιτρέπεται
(Οδηγίες του Συμβουλίου 78/686, άρθρα 1 και 19β, και 78/687, άρθρο 1)
1. Επιτρέποντας στους ειδικευμένους ιατρούς να φέρουν τον τίτλο «Facharzt für Zahn,- Mund- und Kieferheilkunde», η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1 και 19β της οδηγίας 78/686, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19, και από το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19.
Συγκεκριμένα, αφενός, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν δημιούργησε νέα κατηγορία οδοντιάτρων, αλλά διατήρησε απλώς μια υφιστάμενη κατηγορία. Αφετέρου, οι ειδικευμένοι στην οδοντιατρική ιατροί δεν συνιστούν κατηγορία οδοντιάτρων μη προβλεπόμενη από τις οδηγίες 78/686 και 78/687. Αντιθέτως, μνημονεύονται ειδικώς στο άρθρο 19β της πρώτης από τις εν λόγω οδηγίες.
(βλ. σκέψεις 31, 42-43)
2. Επιτρέποντας στους «Dentisten» (πρακτικούς οδοντιάτρους) να ασκούν τη δραστηριότητά τους υπό τον τίτλο «Zahnarzt» ή «Zahnarzt (Dentist)» και να επικαλούνται την παρέκκλιση του άρθρου 19β της οδηγίας 78/686, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19, καίτοι δεν πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις του άρθρου 1 της οδηγίας 78/687, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19, ώστε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών, η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1 και 19β της οδηγίας 78/686 και από το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687.
(βλ. σκέψη 44 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 27ης Οκτωβρίου 2005 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγίες 78/686/ΕΟΚ και 78/687/ΕΟΚ –Oδοντίατροι»
Στην υπόθεση C-437/03,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2003,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις C. Schmidt και C. Tufvesson, καθώς και από τον A. Manville, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας, εκπροσωπουμένης από τον E. Riedl, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή), N. Colneric, K. Lenaerts και E. Juhász, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:
– η Δημοκρατία της Αυστρίας, επιτρέποντας στους «Dentisten» (πρακτικούς οδοντιάτρους) που διαλαμβάνονται στα άρθρα 6 και 4, παράγραφος 3, του Dentistengesetz (νόμου περί πρακτικών οδοντιάτρων, BGBl. 90/1949) να ασκούν τη δραστηριότητά τους υπό τον τίτλο «Zahnarzt» ή «Zahnarzt (Dentist)» και να επικαλούνται την παρέκκλιση του άρθρου 19 β της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 233, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2001 (ΕΕ L 206, σ. 1, στο εξής: οδηγία περί αναγνωρίσεως), καίτοι δεν πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις του άρθρου 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21), όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19 (στο εξής: οδηγία περί συντονισμού), ώστε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1 και 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως και από το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού, και ότι
– η Δημοκρατία της Αυστρίας, επιτρέποντας, με τα άρθρα 17 και 23 του Ärztegesetz της 10ης Νοεμβρίου 1998 (στο εξής: Ärztegesetz, BGBl. Ι, 169/1998), στους «Fachärzte für Zahn-, Mund- und Kieferheilkunde» (ιατρούς με ειδίκευση στην οδοντιατρική, στη στοματική και τη γναθοπροσωπική χειρουργική) να εξακολουθούν να ασκούν τη δραστηριότητά τους υπό τον τίτλο «Fachärzte für Zahn-, Mund- und Kieferheilkunde», κατά παράβαση του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, και μη εξομοιώνοντάς τους προς τους οδοντιάτρους, στο μέτρο που οι εν λόγω ιατροί έχουν δικαίωμα να ασκούν τις δραστηριότητές τους υπό τις ίδιες συνθήκες με τους κατόχους των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών τίτλων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Α (οδοντιάτρους), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1 και 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
Οι γενικές διατάξεις
2 Οι οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού εκδόθηκαν, μεταξύ άλλων, βάσει των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων καθώς και στην κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
3 Κατά την τέταρτη αιτιολογική της σκέψη, η πρώτη από τις ως άνω οδηγίες αποβλέπει στην αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου που επιτρέπουν την ανάληψη της οδοντιατρικής δραστηριότητας, καθώς και των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων της οδοντιατρικής ειδικότητας.
4 Από την έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί αναγνωρίσεως και από την πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας περί συντονισμού προκύπτει ότι σκοπός της τελευταίας αυτής οδηγίας είναι ο συντονισμός των οδοντιατρικών ειδικοτήτων, καθώς και της μορφής και της διάρκειας της εκπαιδεύσεως που οδηγεί στην απόκτησή τους, ώστε να μπορέσουν τα κράτη μέλη να προβούν στην προβλεπόμενη από την οδηγία περί αναγνωρίσεως αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών τίτλων.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας περί συντονισμού, τα κράτη μέλη εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου, που ασκούνται βάσει των τίτλων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, από την κατοχή διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου από τους διαλαμβανόμενους στο παράρτημα Α της ίδιας οδηγίας, βάσει των οποίων πιστοποιείται ότι ο ενδιαφερόμενος απέκτησε, με την περάτωση των σπουδών του, τις προσήκουσες γνώσεις και την πείρα που ορίζει η οδηγία περί συντονισμού. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, ότι η εκπαίδευση αυτή περιλαμβάνει τουλάχιστον πέντε έτη σπουδών κατά πλήρη απασχόληση.
6 Το άρθρο 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως περιέχει κατάλογο των τίτλων του οδοντιάτρου. Το άρθρο αυτό συμπληρώθηκε με την πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21 και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1), με την οποία προστέθηκε, μεταξύ άλλων, το εξής:
«στην Αυστρία: το δίπλωμα του οποίου η ονομασία θα κοινοποιηθεί από τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1998».
7 Το παράρτημα A της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, το οποίο θεσπίστηκε με την οδηγία 2001/19, περιέχει κατάλογο των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και λοιπών τίτλων του οδοντιάτρου. Όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, το εν λόγω παράρτημα κάνει λόγο για δίπλωμα με τίτλο «Bescheid über die Verleihung des akademischen Grades “Doktor der Zahnheilkunde”» (απόφαση περί χορηγήσεως του πανεπιστημιακού τίτλου του «διδάκτορα οδοντιατρικής»), το οποίο απονέμεται από τα πανεπιστημιακά τμήματα Ιατρικής.
Οι μεταβατικές διατάξεις που αφορούν τη Δημοκρατία της Αυστρίας
8 Το άρθρο 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως έχει ως εξής:
«Από τη στιγμή που η Δημοκρατία της Αυστρίας θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσας οδηγίας τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους ιατρού, οι οποίοι έχουν εκδοθεί στην Αυστρία σε πρόσωπα που άρχισαν τις πανεπιστημιακές τους σπουδές στην Ιατρική πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, εφόσον συνοδεύονται από βεβαίωση που παρέχεται από τις αρμόδιες αυστριακές αρχές, η οποία πιστοποιεί ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν ασχοληθεί, στην Αυστρία, πραγματικά και νόμιμα και κυρίως με τις δραστηριότητες [προλήψεως, διαγνώσεως και θεραπείας των ανωμαλιών και ασθενειών των οδόντων, του στόματος, των σιαγόνων και των γύρω ιστών], τουλάχιστον επί τρία συνεχή έτη κατά τη διάρκεια των πέντε ετών προ της χορηγήσεως της βεβαιώσεως και ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν άδεια ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών με τους ιδίους όρους αυτών που χρησιμοποιούν το δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που αναφέρεται στο παράρτημα Α της παρούσης οδηγίας.
Απαλλάσσονται από την απαίτηση της τριετούς πρακτικής η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο τα πρόσωπα τα οποία περάτωσαν με επιτυχία σπουδές τουλάχιστον τριών ετών που βεβαιώνονται από τις αρμόδιες αρχές σαν ισότιμες με την εκπαίδευση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 1 της οδηγίας [περί συντονισμού].»
Οι διατάξεις που αφορούν τη χρήση των τίτλων εκπαιδεύσεως
9 Το άρθρο 8 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως αποτελεί τη μοναδική διάταξη του κεφαλαίου V της οδηγίας αυτής που τιτλοφορείται «Χρήση του τίτλου εκπαιδεύσεως». Προβλέπει τα εξής:
«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 17, τα κράτη μέλη υποδοχής φροντίζουν να αναγνωρίζεται στους υπηκόους των κρατών μελών, οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις [του άρθρου 19 β], το δικαίωμα να κάνουν χρήση του νομίμου τίτλου εκπαιδεύσεώς τους, κατά το μέτρο που δεν είναι ταυτόσημος προς τον επαγγελματικό τίτλο, ενδεχομένως δε και της σχετικής συντμήσεως του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεώς τους στη γλώσσα του κράτους αυτού. Τα κράτη μέλη υποδοχής δύνανται να επιβάλλουν να συνοδεύεται ο τίτλος αυτός από το όνομα και τον τόπο όπου ευρίσκεται το εκπαιδευτικό ίδρυμα ή να αναφέρεται η εξεταστική επιτροπή που τον έχει χορηγήσει.
2. Αν ο τίτλος εκπαιδεύσεως του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως του ενδιαφερομένου συγχέεται στο κράτος μέλος υποδοχής με τίτλο ο οποίος απαιτεί στο κράτος αυτό συμπληρωματική εκπαίδευση που δεν έχει αποκτηθεί από τον δικαιούχο, το εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής δύναται να επιβάλει στον δικαιούχο να χρησιμοποιεί τον τίτλο εκπαιδεύσεως του κράτους μέλους καταγωγής ή προελεύσεως υπό κατάλληλη μορφή την οποία καθορίζει το κράτος μέλος υποδοχής.»
10 Το άρθρο 17, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«Όταν, σε ένα κράτος μέλος υποδοχής, η χρήση του επαγγελματικού τίτλου, η οποία σχετίζεται με μία από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1, ρυθμίζεται νομοθετικά, οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών, οι οποίοι πληρούν τις προβλεπόμενες στο άρθρο [19 β] προϋποθέσεις δύνανται να χρησιμοποιούν τον επαγγελματικό τίτλο του κράτους μέλους υποδοχής, ο οποίος αντιστοιχεί, στο οικείο κράτος, στις εν λόγω προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως, και να κάνουν χρήση της συντμήσεώς του.»
Η εθνική νομοθεσία
Οι σχετικές με το επάγγελμα του «Dentist» διατάξεις
11 Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1975, στην Αυστρία υφίστατο ειδική εκπαίδευση παρέχουσα πρόσβαση στο επάγγελμα του «Dentist» (πρακτικού οδοντιάτρου). Οι εν λόγω επαγγελματίες, οι οποίοι ασκούν μέρος των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου, παρακολουθούν τριετή κύκλο μη πανεπιστημιακών σπουδών και δεν μπορούν, σύμφωνα με την Αυστριακή Κυβέρνηση, να εξομοιωθούν με ιατρούς. Η άσκηση του επαγγέλματος του «Dentist» διέπεται από τον Dentistengesetz. Στα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως έχει εφαρμογή ο εν λόγω νόμος ως έχει κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε ο ομοσπονδιακός νόμος της 10ης Μαρτίου 1999 (BGBl. I, 45/1999).
12 Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του Dentistengesetz, επιτρέπεται στον «Dentist» να ασκεί το επάγγελμά του υπό τον επαγγελματικό τίτλο «Zahnarzt», προσθέτοντας εντός παρενθέσεων τον εκπαιδευτικό τίτλο «Dentist».
13 Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του ίδιου νόμου, ο επαγγελματικός σύλλογος των «Dentisten» (Dentistenkammer) τους χορηγεί, κατόπιν αιτήσεώς τους, την προβλεπόμενη στο άρθρο 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως βεβαίωση, προκειμένου αυτοί να μπορούν να ασκούν το επάγγελμα του Dentist στα λοιπά κράτη μέλη.
Οι διατάξεις που αφορούν το επάγγελμα του «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde»
14 Κατά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Αυστρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο εν λόγω κράτος μέλος δεν υφίστατο, για τους οδοντιάτρους, εκπαίδευση που να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 της οδηγίας περί συντονισμού. Υπεύθυνοι για τις οδοντιατρικές φροντίδες ήταν ιατροί οι οποίοι, αφού περάτωσαν τις σπουδές γενικής ιατρικής, ειδικεύτηκαν στην οδοντιατρική και άσκησαν το επάγγελμά τους υπό τον τίτλο «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde».
15 Κατά συνέπεια, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού, η Δημοκρατία της Αυστρίας όφειλε, μετά την προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, να καθιερώσει νέο σύστημα εκπαίδευσης για την πρόσβαση στην ειδικότητα του οδοντιάτρου. Προς τούτο, εκδόθηκε ο Ärztegesetz. Στα περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως έχει εφαρμογή ο εν λόγω νόμος ως έχει κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε ο ομοσπονδιακός νόμος της 10ης Αυγούστου 2001 (BGBl. I, 110/2001).
16 Ο Ärztegesetz καθιέρωσε νέο σύστημα σπουδών για τους οδοντιάτρους («Zahnärzte»), το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 1998. Οι εκπαιδεύσεις της οδοντιατρικής ειδίκευσης, οι οποίες απευθύνονταν στους διπλωματούχους ιατρούς και παρείχαν πρόσβαση στο επάγγελμα του ειδικευμένου στην οδοντιατρική ιατρού καταργήθηκαν ταυτόχρονα από τα τέλη του ακαδημαϊκού έτους 2000/2001.
17 Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, η άσκηση των δραστηριοτήτων του Dentist ως ανεξαρτήτου επαγγέλματος επιτρέπεται αποκλειστικά στους οδοντιάτρους («Zahnärzte») και στους ειδικευμένους στην οδοντιατρική ιατρούς («Fachärzte für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde»).
18 Το άρθρο 23 του εν λόγω νόμου, που τιτλοφορείται «Ορισμοί» και περιλαμβάνεται στο τρίτο τμήμα του, έχει ως εξής:
«Υπό την επιφύλαξη διαφορετικών ενδεχομένως διατάξεων, στο παρόν τμήμα,
1. ο γενικός όρος “ιατρός” (“ιατρικός”) αφορά όλους τους ιατρούς, ανεξαρτήτως του αν έχουν άδεια να ασκούν το επάγγελμα ως “γενικοί ιατροί” [“Arzt für Allgemeinmedizin”], “εγκεκριμένοι ιατροί” [“approbierter Arzt”], “ειδικευμένοι ιατροί” [“Facharzt”], “οδοντίατροι” [“Zahnarzt”] ή “ασκούμενοι ιατροί” [“Turnusarzt”],
2. ο όρος “ειδικευμένος ιατρός” [“Facharzt”] καλύπτει όλους τους ειδικευμένους ιατρούς, περιλαμβανομένων των ιατρών που ειδικεύτηκαν στην οδοντιατρική [“Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde”].»
19 Η χρήση των ιατρικών επαγγελματικών τίτλων ρυθμίζεται με τα άρθρα 43 και 44 του Ärztegesetz. Το άρθρο 43, παράγραφος 7, του νόμου αυτού έχει ως εξής:
«Οι ειδικευμένοι στην οδοντιατρική ιατροί [“Fachärzte für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde”] μπορούν να χρησιμοποιούν τον επαγγελματικό τίτλο είτε του “ειδικευμένου οδοντιάτρου” [“Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde”] είτε του “οδοντιάτρου” [“Zahnarzt”].»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
20 Στις 26 Ιουλίου 1999, η Δημοκρατία της Αυστρίας κοινοποίησε στην Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, τους τίτλους «Zahnarzt», «Zahnarzt (Dentist)» και «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde». Κοινοποίησε, επίσης, στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη το δίπλωμα που απονέμεται κατά το πέρας της εκπαιδεύσεως του «Dentist» προκειμένου αυτό να περιληφθεί στο παράρτημα A της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Το δίπλωμα αυτό τιτλοφορείται «Prüfungszeugnis über die staatliche Dentistenprüfung, ausgestellt von der Österreichischen Dentistenkammer, Lehrinstitut für Dentisten, und Bescheinigung über die einjährige Tätigkeit als Dentistenassistent» (πιστοποιητικό κρατικών εξετάσεων οδοντιατρικής, χορηγούμενο από τον αυστριακό οδοντιατρικό σύλλογο, ινστιτούτο οδοντιατρικών σπουδών, και βεβαίωση μονοετούς πρακτικής βοηθού οδοντιάτρου).
21 Εκτιμώντας ότι οι διατάξεις του αυστριακού δικαίου για την άσκηση των επαγγελμάτων του «Dentist» και του ειδικευμένου οδοντιάτρου δεν ήταν συμβατές με τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 226, παράγραφος 1, ΕΚ λόγω παραβάσεως. Αφού απέστειλε έγγραφο οχλήσεως προς τη Δημοκρατία της Αυστρίας ζητώντας να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 18 Ιουλίου 2001, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς αυτή εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της. Κρίνοντας ότι, παρά τις παρατηρήσεις που απέστειλαν οι αυστριακές αρχές απαντώντας στην ως άνω αιτιολογημένη γνώμη, η κατάσταση εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιητική, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Επί της πρώτης αιτιάσεως που αφορά το επάγγελμα του «Dentist»
22 Η αιτίαση αυτή υποδιαιρείται σε δύο σκέλη που πρέπει να εξεταστούν χωριστά.
Επί του άρθρου 6, παράγραφος 1, του Dentistengesetz
23 Με το πρώτο σκέλος της πρώτης της αιτιάσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Dentistengesetz, το οποίο επιτρέπει στους Dentisten να ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον τίτλο «Zahnarzt», είναι αντίθετο προς το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού, καθόσον οι Dentisten δεν πληρούν τις εκπαιδευτικές προϋποθέσεις που επιβάλλει το εν λόγω άρθρο για την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου υπό τους τίτλους του άρθρου 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, στους οποίους περιλαμβάνεται ο τίτλος «Zahnarzt» για τη Δημοκρατία της Αυστρίας.
24 Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν έλαβε θέση, με τις παρατηρήσεις της, ως προς αυτό το σκέλος της πρώτης αιτιάσεως.
25 Δεν αμφισβητείται ότι οι Dentisten ακολουθούν μη πανεπιστημιακή εκπαίδευση διάρκειας μόνον τριών ετών, που δεν πληροί, ως εκ τούτου, τις προϋποθέσεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού. Κατά συνέπεια, ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι το δίπλωμα που απονέμεται κατά το πέρας της εν λόγω εκπαιδεύσεως, το οποίο και κοινοποίησε η Δημοκρατία της Αυστρίας, δεν μπορεί να περιληφθεί στο παράρτημα A της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.
26 Επομένως, το άρθρο 6, παράγραφος 1, του Dentistengesetz είναι αντίθετο προς το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού, καθόσον καθιστά δυνατή την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου υπό τον τίτλο «Zahnarzt» σε άτομα που δεν πληρούν τις εκπαιδευτικές προϋποθέσεις που επιβάλλει το τελευταίο αυτό άρθρο για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος υπό τον ως άνω τίτλο.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής είναι βάσιμο.
Επί του άρθρου 4, παράγραφος 3, του Dentistengesetz
28 Με το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται κατ’ ουσίαν ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, του Dentistengesetz είναι αντίθετο προς το άρθρο 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, καθόσον προβλέπει τη χορήγηση της προβλεπομένης στο άρθρο 19 β βεβαιώσεως, καίτοι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό.
29 Η Αυστριακή Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι οι Dentisten δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, καθότι δεν είναι κάτοχοι «τίτλου ιατρού» και δεν έχουν πραγματοποιήσει «πανεπιστημιακές σπουδές».
30 Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής είναι επίσης βάσιμο.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως της Επιτροπής που αφορά το επάγγελμα του ειδικευμένου στην οδοντιατρική ιατρού
31 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι το γεγονός ότι, στην Αυστρία, επιτρέπεται στους ειδικευμένους ιατρούς να φέρουν τον τίτλο «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde», οπότε δεν υποχρεούνται να φέρουν τον τίτλο «Zahnarzt», είναι αντίθετο προς το άρθρο 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως.
32 Πρέπει εκ προοιμίου να σημειωθεί ότι, μολονότι η Επιτροπή, με το δικόγραφο της προσφυγής της, παραθέτει τα άρθρα 17 και 23 του Ärztegesetz, είναι σαφές ότι το γεγονός ότι επιτρέπεται στους ειδικευμένους στην οδοντιατρική ιατρούς να φέρουν τον βαλλόμενο από την Επιτροπή τίτλο «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde» απορρέει από το άρθρο 43, παράγραφος 7, του νόμου αυτού.
33 Η Επιτροπή στηρίζεται, πρώτον, στην κατά γράμμα ερμηνεία του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Επισημαίνει ότι «αυτοί που χρησιμοποιούν το δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλον τίτλο που αναφέρεται στο παράρτημα Α», οι οποίοι διαλαμβάνονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου αυτού, είναι οι οδοντίατροι και μπορούν να χρησιμοποιούν μόνον τον τίτλο «Zahnarzt». Η Επιτροπή συνάγει ότι, για να πληρούται η προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου, κατά την οποία πρέπει να επιτρέπεται στα πρόσωπα αυτά να ασκούν τη δραστηριότητά τους «υπό τις ίδιες συνθήκες», ούτε οι ειδικευμένοι στην οδοντιατρική ιατροί μπορούν να επικαλούνται άλλον τίτλο πλην αυτού.
34 Η Αυστριακή Κυβέρνηση περιορίζεται στο να υπενθυμίσει ότι επιτρέπεται στους ειδικευμένους στην οδοντιατρική ιατρούς να ασκούν τη δραστηριότητά τους υπό τον τίτλο «Zahnarzt».
35 Επιβάλλεται, συναφώς, η διαπίστωση ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, από το κείμενο του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ως προς το αν οι διαλαμβανόμενοι στο εν λόγω άρθρο ιατροί πρέπει υποχρεωτικώς να φέρουν τον ίδιο τίτλο με τους οδοντιάτρους ή αν, αντιθέτως, απλώς τους επιτρέπεται να τον φέρουν. Η προϋπόθεση «να επιτρέπεται [στους ενδιαφερόμενους] να ασκούν τη δραστηριότητά τους υπό τις ίδιες συνθήκες» με τους οδοντιάτρους επιδέχεται δύο ερμηνείες. Αφενός, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, το άρθρο 19 β μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει προϋπόθεση να ασκούνται οι εν λόγω δραστηριότητες «υπό τις ίδιες συνθήκες», πράγμα που έρχεται σε αντίθεση με το ότι οι δύο επίμαχοι επαγγελματικοί κλάδοι δεν υπόκεινται στις ίδιες προϋποθέσεις εγκρίσεως όσον αφορά τη χρήση των τίτλων στην Αυστρία. Αφετέρου, αν τονιστεί η χρήση του ρήματος «επιτρέπεται», η ίδια διάταξη μπορεί να ερμηνευθεί μόνον υπό την έννοια ότι επιτρέπεται στους ειδικευμένους στην οδοντιατρική ιατρούς, όπως συμβαίνει δυνάμει του άρθρου 43, παράγραφος 7, του Ärztegesetz, να φέρουν τον ίδιο τίτλο με τους οδοντιάτρους και, ως εκ τούτου, να τους «επιτρέπεται» –χωρίς να υποχρεούνται προς τούτο– να ασκούν το επάγγελμά τους υπό τις ίδιες συνθήκες με αυτούς, υπό τον τίτλο «Zahnarzt».
36 Δεδομένου ότι το γράμμα του άρθρου 19 β δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή ως προς την επίλυση του ζητήματος αυτού, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί βάσει των λοιπών διατάξεων των οδηγιών περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι τα άρθρα 8 και 17 της πρώτης από αυτές τις οδηγίες περιέχουν ειδικές διατάξεις σχετικές με τη χρήση των τίτλων που αποδεικνύουν ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν επιθυμούσε να επιβάλει την ενιαία χρήση των τίτλων στον οδοντιατρικό τομέα. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται, επίσης, από το γεγονός ότι ο κατάλογος του άρθρου 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως περιέχει, όσον αφορά ορισμένα κράτη μέλη, περισσότερους του ενός τίτλους.
37 Ναι μεν αληθεύει ότι οι οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού αποβλέπουν στον σαφή διαχωρισμό των επαγγελμάτων του οδοντιάτρου και του ιατρού, πλην όμως η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το να επιτρέπεται στους διαλαμβανόμενους στο άρθρο 19 β ιατρούς να συνεχίζουν να ασκούν το επάγγελμά τους υπό τον επαγγελματικό τίτλο «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde» αποτελεί πηγή πραγματικού κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των ειδικευμένων στην οδοντιατρική ιατρών και των λοιπών ιατρών.
38 Επιβάλλεται, εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση ότι, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, ούτε το άρθρο 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως ούτε τα άρθρα της 8 και 17 θέτουν περιορισμούς σχετικούς με το ακριβές περιεχόμενο των επαγγελματικών τίτλων που τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν στο έδαφός τους.
39 Ακολούθως, το να επιβληθεί στους ιατρούς που εμπίπτουν στο μεταβατικό καθεστώς του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως να εγκαταλείψουν τον επαγγελματικό τίτλο «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde» υπέρ του «Zahnarzt» θα ισοδυναμούσε με το να υποχρεωθούν στην πράξη να παρουσιάζονται στους ασθενείς ως οδοντίατροι και να μην εμφανίζουν την αρχική τους εκπαίδευση και δεξιότητα ως γενικών ιατρών, πράγμα που θα έθιγε την άσκηση του επαγγέλματός τους (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, C‑202/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2001, σ. I-9319, σκέψη 51).
40 Τέλος, η βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 7, του Ärztegesetz δυνατότητα των ειδικευμένων στην οδοντιατρική ιατρών να συνεχίζουν να φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde» δικαιολογείται χάριν διαφάνειας, καθότι μπορεί να παράσχει στους ασθενείς τη δυνατότητα να διακρίνουν τους οδοντιάτρους που έχουν παρακολουθήσει την πλήρη οδοντιατρική εκπαίδευση που καθιερώθηκε με τον Ärztegesetz («Zahnarzt») από τους γενικούς ιατρούς που έχουν ακολουθήσει μεταπτυχιακή οδοντιατρική ειδίκευση («Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde»).
41 Δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο τίτλος «Facharzt für Zahn‑, Mund‑ und Kieferheilkunde» δεν μπορεί να περιληφθεί στο άρθρο 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, δεδομένου ότι η εκπαίδευση αυτών των επαγγελματιών δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 της οδηγίας περί συντονισμού, καθότι σκοπός του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, όπως αναγνωρίζει και η Επιτροπή, είναι να παράσχει τη δυνατότητα στους ειδικευμένους στην οδοντιατρική ιατρούς να συνεχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους.
42 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να σημειωθεί ότι κακώς η Επιτροπή επικαλείται τη νομολογία κατά την οποία δεν εναπόκειται στα κράτη μέλη η δημιουργία μιας κατηγορίας οδοντιάτρων μη αντιστοιχούσας σε καμιά από τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω οδηγίες (απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, C‑40/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1995, σ. I‑1319, σκέψη 24). Σε αντίθεση με το κράτος μέλος το οποίο αφορούσε η ως άνω απόφαση, η Δημοκρατία της Αυστρίας, αφενός, δεν δημιούργησε νέα κατηγορία οδοντιάτρων, αλλ’ απλώς διατήρησε μια υφιστάμενη κατηγορία και, αφετέρου, οι ειδικευμένοι στην οδοντιατρική ιατροί δεν συνιστούν κατηγορία οδοντιάτρων μη προβλεπόμενη από τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού. Αντιθέτως, μνημονεύονται ειδικώς στο άρθρο 19 β της πρώτης από τις εν λόγω οδηγίες.
43 Κατόπιν του συνόλου των ως άνω εκτιμήσεων, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
44 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, επιτρέποντας στους Dentisten που διαλαμβάνονται στα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 6 του Dentistengesetz (νόμου περί πρακτικών οδοντιάτρων) να ασκούν τη δραστηριότητά τους υπό τον τίτλο «Zahnarzt» ή «Zahnarzt (Dentist)» και να επικαλούνται την παρέκκλιση του άρθρου 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, καίτοι δεν πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις του άρθρου 1 της οδηγίας περί συντονισμού ώστε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1 και 19 β της οδηγίας περί αναγνωρίσεως και από το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού, και ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Συναφώς, η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Επειδή η Επιτροπή και η Δημοκρατία της Αυστρίας ηττήθηκαν μερικώς, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Δημοκρατία της Αυστρίας, επιτρέποντας στους «Dentisten» (πρακτικούς οδοντιάτρους) που διαλαμβάνονται στα άρθρα 4, παράγραφος 3, και 6 του Dentistengesetz (νόμου περί πρακτικών οδοντιάτρων)
– να ασκούν τη δραστηριότητα τους υπό τον τίτλο «Zahnarzt» ή «Zahnarzt (Dentist)» και
– να επικαλούνται την παρέκκλιση του άρθρου 19 β της οδηγίας 78/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, όπως έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαΐου 2001,
καίτοι δεν πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις του άρθρου 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 2001/19, ώστε να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών αυτών,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1 και 19 β της οδηγίας 78/686 και από το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy