Υπόθεση C-478/03
Celtec Ltd
κατά
John Astley κ.λπ.
(αίτηση του House of Lords
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Οδηγία 77/187/ΕΟΚ — Άρθρο 3, παράγραφος 1 — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως — Δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εκχωρητή από σχέση εργασίας υφιστάμενη κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως — Έννοια της “ημερομηνίας μεταβιβάσεως”»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Poiares Maduro της 27ης Ιανουαρίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 26ης Μαΐου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινωνική πολιτική — Προσέγγιση των νομοθεσιών — Μεταβίβαση επιχειρήσεων — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων — Οδηγία 77/187 — Μεταβίβαση των συμβάσεων και των σχέσεων εργασίας στον εκδοχέα — Ημερομηνία επελεύσεως των εννόμων αποτελεσμάτων — Ημερομηνία της μεταβιβάσεως — Ημερομηνία μη δυνάμενη να μετατεθεί — Διαδικασία συμφωνηθείσα μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα — Δεν ασκεί επιρροή
(Οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 1)
Η μεταβίβαση συμβάσεων και σχέσεων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, χωρεί οπωσδήποτε κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως. Η ημερομηνία μεταβιβάσεως αντιστοιχεί σε αυτή της μεταβιβάσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα της ιδιότητας του υπεύθυνου επιχειρηματία για την εκμετάλλευση του μεταβιβαζόμενου φορέα. Η ημερομηνία αυτή είναι συγκεκριμένη και δεν δύναται να μετατεθεί κατά τη βούληση του εκχωρητή ή του εκδοχέα.
Επομένως, κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 1, οι συμβάσεις και οι σχέσεις εργασίας που υφίστανται μεταξύ του εκχωρητή και των εργαζομένων της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται ότι μεταβιβάστηκαν στον εκδοχέα την ημερομηνία αυτή, ανεξαρτήτως της διαδικασίας που συμφώνησαν οι συμβαλλόμενοι για τη μεταβίβαση.
(βλ. σκέψεις 39, 43-44, διατακτ. 1-2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 26ης Μαΐου 2005(*)
«Οδηγία 77/187/ΕΟΚ – Άρθρο 3, παράγραφος 1 – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως – Δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εκχωρητή από σχέση εργασίας υφιστάμενη κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως – Έννοια της “ημερομηνίας μεταβιβάσεως”»
Στην υπόθεση C-478/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το House of Lords (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 17 Νοεμβρίου 2003, στο πλαίσιο της δίκης
Celtec Ltd
κατά
John Astley κ.λπ.,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts (εισηγητή), N. Colneric, E. Juhász και E. Levits, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro,
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 2ας Δεκεμβρίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– η Celtec Ltd, εκπροσωπούμενη από τους J. Bowers, QC, καθώς και από τους P. Watson, A. Sendall και J. Lewis, barristers,
– οι M. Astley κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους G. Millar, QC, και T. Linden, barrister,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκπροσωπούμενη από τους G. Rozet και N. Yerrell,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιανουαρίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ L 61, σ. 26).
2 Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ, αφενός, της εταιρίας Celtec Ltd (στο εξής: Celtec) και, αφετέρου, του J. Astley, καθώς και των J. Owens και D. Hawkes σχετικά με τον προσδιορισμό της διάρκειας της συνεχούς περιόδου εργασίας που οι τελευταίοι δικαιούνται να επικαλεστούν ως υπάλληλοι θιγόμενοι από την ιδιωτικοποίηση των προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση.
4 Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας 77/187, ως εκχωρητής, κατά την έννοια της οδηγίας, νοείται «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μιας μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, χάνει την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως» και, επομένως, ως εκδοχέας νοείται «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, αποκτά την ιδιότητα του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως».
5 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 ορίζει:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, μεταβιβάζονται, εξ αιτίας της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα.
Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι ο εκχωρητής παραμένει και μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, και παράλληλα προς τον εκδοχέα, υπεύθυνος ως προς τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση».
Η εθνική νομοθεσία
6 Η οδηγία 77/187 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο της Βρετανίας με τον κανονισμό του 1981 περί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων – προστασία των εργαζομένων [Transfer of Undertakings (Protection of Employment) Regulations 1981].
7 Σύμφωνα με το άρθρο 155 του νόμου του 1996 για τα δικαιώματα των εργαζομένων (Employment Rights Act), ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση σε περίπτωση απολύσεως για οικονομικούς λόγους, αν εργαζόταν συνεχώς για δύο τουλάχιστον έτη πριν την απόλυσή του. Δυνάμει του άρθρου 162 του ίδιου νόμου, το ύψος της αποζημιώσεως αυτής εξαρτάται από τον αριθμό των ετών της συνεχούς περιόδου εργασίας, τα οποία όμως δεν μπορεί να είναι περισσότερα από 20.
8 Δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 1, του ως άνω νόμου, η έννοια της συνεχούς περιόδου εργασίας αφορά την εργασία υπό τον ίδιο εργοδότη. Ωστόσο, η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού περιέχει ειδική διάταξη για την περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, κατά την οποία, «αν ένα εμπορικό κατάστημα, μία εγκατάσταση ή μία επιχείρηση (είτε έχει ιδρυθεί δυνάμει νόμου είτε όχι) μεταβιβαστεί από ένα πρόσωπο σε άλλο […], η περίοδος εργασίας ενός μισθωτού στο εμπορικό κατάστημα, στην εγκατάσταση ή στην επιχείρηση προσμετράται ως περίοδος εργασίας στον εκδοχέα, η [δε] μεταβίβαση δεν διακόπτει τη συνέχεια της εργασίας»
Τα πραγματικά περιστατικά και τα προδικαστικά ερωτήματα
Η μεταρρύθμιση των προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο
9 Μέχρι το 1989, το Department of Employment (Υπουργείο Εργασίας του Ηνωμένου Βασιλείου, στο εξής: υπουργείο) διαχειριζόταν, μέσω εξήντα περίπου τοπικών γραφείων, προγράμματα καταρτίσεως για νέους και ανέργους στην Αγγλία και στην Ουαλία.
10 Το 1989, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αποφάσισε να αναθέσει μέρος των αρμοδιοτήτων της στον τομέα της επαγγελματικής καταρτίσεως σε ιδιωτικούς φορείς υπό την αιγίδα των Training and Enterprise Councils (Συμβουλίων επαγγελματικής καταρτίσεως και επιχειρηματικότητας, στο εξής: TEC). Ιδρύθηκαν 82 TEC από διάφορες ενώσεις εργοδοτών. Τα TEC αυτά υποκατέστησαν τα τοπικά γραφεία του υπουργείου και απέκτησαν τον έλεγχο των σχετικών πόρων. Τον Νοέμβριο του 1991 είχαν τεθεί σε λειτουργία όλα τα TEC.
11 Στο πλαίσιο της ιδιωτικοποιήσεως αυτής, οι υπάλληλοι που εργάζονταν στα τοπικά γραφεία του υπουργείου κλήθηκαν να δηλώσουν αν επιθυμούσαν να αποσπαστούν, για τρεις μήνες, σε κάποιο TEC. Κατά την απόσπασή τους, οι ενδιαφερόμενοι διατήρησαν την ιδιότητα του υπαλλήλου.
12 Τον Δεκέμβριο του 1991, η εν λόγω κυβέρνηση κάλεσε τα TEC να καταστούν εργοδότες όλου του προσωπικού τους το αργότερο εντός πέντε ετών από την έναρξη της λειτουργίας τους.
13 Λόγω των ανησυχιών που εξέφρασαν τα TEC, το υπουργείο συμφώνησε με αυτά τον καθορισμό των αμοιβαίων υποχρεώσεων σε περίπτωση που ένας αποσπασμένος υπάλληλος επέλεγε οριστικά να εργαστεί σε κάποιο TEC. Η συμφωνία περιείχε, μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις για τα δικαιώματα των αποσπασμένων υπαλλήλων, σύμφωνα με τις οποίες η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεσμευόταν να ενισχύσει οικονομικά τα TEC, αν κάποιο δικαστήριο αποφάσιζε, σε περίπτωση απολύσεως πρώην υπαλλήλου, ότι η περίοδος εργασίας του τελευταίου τόσο στη δημόσια διοίκηση όσο και στα TEC πρέπει να θεωρηθεί συνεχής για τον υπολογισμό των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου.
Η κατάσταση των καθών της κύριας δίκης
14 Στην Ουαλία, οι δραστηριότητες του τοπικού γραφείου του Wrexham, καθώς και οι εγκαταστάσεις, τα συστήματα πληροφορικής και οι βάσεις δεδομένων περιήλθαν στο TEC Βόρειας Ουαλίας (North East Wales TEC, στο εξής: Newtec). Το Newtec άρχισε να λειτουργεί τον Σεπτέμβριο του 1990. Οι δραστηριότητες και οι εγκαταστάσεις του τοπικού γραφείου του Bangor περιήλθαν σε ένα άλλο TEC, το Targed. Την 1η Απριλίου 1997, το Newtec και το Targed συγχωνεύθηκαν και σχημάτισαν το Celtec.
15 Όταν συστάθηκε το Newtec, τα τοπικά γραφεία του Wrexham και του Bangor απέσπασαν 43 υπαλλήλους τους στο εν λόγω TEC για διάστημα τριών ετών. Όταν έληξε η απόσπαση, 18 από αυτούς παραιτήθηκαν από τη δημόσια διοίκηση και προσλήφθηκαν στο Newtec.
16 Οι καθών της κύριας δίκης J. Astley, J. Hawkes και D. Owens προσλήφθηκαν στη δημόσια διοίκηση στις 31 Αυγούστου 1973, 4 Νοεμβρίου 1985 και 21 Απριλίου 1986 αντιστοίχως. Ως υπεύθυνοι των προγραμμάτων επαγγελματικής καταρτίσεως στην Ουαλία, αποσπάστηκαν στο Newtec. Κατά τη λήξη της τριετούς αποσπάσεώς τους, επέλεξαν να παραιτηθούν από τη δημόσια διοίκηση και να εργαστούν στο Newtec. Η ημερομηνία της παραιτήσεώς τους συμπίπτει με αυτήν της προσλήψεώς τους στο Newtec. Η σύμβαση εργασίας των J. Hawkes και D. Owens με το Newtec άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1993 ενώ αυτή του J. Astley την 1η Σεπτεμβρίου 1993.
17 Το 1998, η J. Hawkes απολύθηκε από το Celtec, το οποίο αρνήθηκε να της αναγνωρίσει προϋπηρεσία από τον διορισμό της στη δημόσια διοίκηση. Οι δύο άλλοι εκ των καθών της κύριας δίκης φοβούνται ότι πρόκειται να απολυθούν σύντομα. Και οι τρεις άσκησαν ενώπιον του Employment Tribunal Abergele προσφυγή με αίτημα να προσδιοριστεί η διάρκεια της συνεχούς περιόδου εργασίας που μπορούν να επικαλεστούν, υποστηρίζοντας ότι η περίοδος αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τόσο την υπηρεσία τους στη δημόσια διοίκηση όσο και την εργασία τους στο Newtec και στο Celtec.
Η ένδικη διαδικασία στο Ηνωμένο Βασίλειο
18 Με απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 1999, το Employment Tribunal Abergele έκρινε ότι στο επίκεντρο της διαφοράς μεταξύ του Celtec και των καθών της κύριας δίκης βρίσκεται μεταβίβαση επιχειρήσεως κατά την έννοια της οδηγίας 77/187. Στη σκέψη 11 του αιτιολογικού της αποφάσεως, η μεταβιβασθείσα επιχείρηση ορίζεται ως εξής: «διεύθυνση των χρηματοδοτούμενων από την κυβέρνηση δραστηριοτήτων για την επαγγελματική κατάρτιση και την επιχειρηματικότητα, για νέους άνω των 16 ετών στην Αγγλία και στην Ουαλία, περιλαμβανομένων των συστημάτων πληροφορικής, των βάσεων δεδομένων, μέρους του προσωπικού και ορισμένων εγκαταστάσεων». Τονίζοντας τη σημασία του ανθρώπινου δυναμικού για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων της εν λόγω επιχειρήσεως, το Tribunal έκρινε ότι η απόσπαση υπαλλήλου του υπουργείου στα TEC συνιστά, στο πλαίσιο αυτό, ουσιώδες στοιχείο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως.
19 Το Employment Tribunal Abergele έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, οι καθών της κύριας δίκης νομίμως επικαλούνται συνεχή περίοδο εργασίας υπολογιζόμενη από τον διορισμό τους στη δημόσια διοίκηση.
20 Με απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2001, το Employment Appeal Tribunal δέχθηκε την έφεση του Celtec κατά της αποφάσεως του Employment Tribunal Abergele. Έκρινε ότι η επίμαχη μεταβίβαση επιχειρήσεως ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1990, ήτοι πριν την πρόσληψη των καθών της κύριας δίκης στο Newtec.
21 Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με απόφαση του Court of Appeal (England & Wales) της 19ης Ιουλίου 2002. Αυτό έκρινε, αφενός, ότι η περίπτωση της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, η οποία εξελίσσεται επί περισσότερα του ενός έτη εμπίπτει στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 και, αφετέρου, ότι το Employment Tribunal Abergele ορθώς έκρινε ότι οι επαγγελματικές ικανότητες των υπαλλήλων που αποσπάστηκαν από το υπουργείο στο Celtec αποτελούν μέρος του ενεργητικού της μεταβιβασθείσας επιχειρήσεως.
22 Το Celtec άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του House of Lords, το οποίο έκρινε αναγκαία την αναστολή της διαδικασίας και την υποβολή στο Δικαστήριο των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Πρέπει η φράση “τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που δημιουργούνται για τον εκχωρητή από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως” του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 […], να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι υπάρχει συγκεκριμένη ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί η μεταβίβαση επιχειρήσεως ή τμήματος αυτής και ότι έχει πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1;
2) Εάν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, πώς προσδιορίζεται η συγκεκριμένη αυτή ημερομηνία;
3) Εάν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι αρνητική, πώς πρέπει να ερμηνεύεται η φράση “κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως” του άρθρου 3, παράγραφος 1;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
23 Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση περί παραπομπής στηρίζεται στη διαπίστωση στην οποία κατέληξε το Employment Tribunal Abergele με την απόφασή του της 22ας Δεκεμβρίου 1999, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη μεταβίβαση, από το υπουργείο στο Newtec, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187.
24 Δεδομένης της διευκρινίσεως αυτής, επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού τα δύο πρώτα ερωτήματα, με τα οποία το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, πρέπει να θεωρηθεί ότι η μεταβίβαση της οικείας επιχειρήσεως, καθώς και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από σχέσεις εργασίας μεταξύ αυτής και των εργαζομένων της λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πώς αυτό προσδιορίζεται.
25 Για να δοθούν λυσιτελείς απαντήσεις στα δύο αυτά ερωτήματα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός της οδηγίας 77/187 και, ιδίως, αυτός του άρθρου 3, παράγραφος 1.
26 Όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-362/89, D’Urso κ.λπ., Συλλογή 1991, σ. Ι-4105, σκέψη 26, και της 12ης Νοεμβρίου 1998, C-399/96, Europièces, Συλλογή 1998, σ. Ι-6965, σκέψη 37), επιδίωξη της οδηγίας είναι η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επικεφαλής της επιχειρήσεως, επιτρέποντάς τους να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τις αυτές προϋποθέσεις που είχαν συμφωνηθεί με τον εκχωρητή. Σκοπός της οδηγίας είναι να διασφαλίσει, κατά το μέτρο του δυνατού, τη χωρίς τροποποίηση συνέχιση των συμβάσεων ή των σχέσεων εργασίας με τον εκδοχέα, κατά τρόπον ώστε οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι να μην περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση για τον μοναδικό λόγο της μεταβιβάσεως.
27 Οι κανόνες που εφαρμόζονται σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως σε άλλον επιχειρηματία αποβλέπουν, επομένως, στη διαφύλαξη, προς το συμφέρον των εργαζομένων και, καθόσον τούτο είναι δυνατό, των υφισταμένων σχέσεων εργασίας που αποτελούν τμήμα του μεταβιβασθέντος οικονομικού συνόλου (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C132/91, C138/91 και C139/91, Κατσικάς κ.λπ., Συλλογή 1992, σ. Ι6577, σκέψη 21).
28 Προς τούτο, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 περιλαμβάνει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση ή σχέση εργασίας υφιστάμενες κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως και συναφθείσες με τους εργαζομένους που ανήκουν, για την άσκηση των καθηκόντων τους, στο μεταβιβασθέν τμήμα της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση D’Urso κ.λπ., σκέψη 10).
29 Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια «ημερομηνία της μεταβιβάσεως» στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 αποσκοπεί στο να προσδιοριστούν οι εργαζόμενοι που δύνανται να επικαλεστούν την προστασία της οδηγίας. Από την προστασία αυτή καλύπτονται οι εργαζόμενοι της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως, των οποίων η σύμβαση ή σχέση εργασίας βρισκόταν σε ισχύ κατά την «ημερομηνία της μεταβιβάσεως», αποκλειομένων εκείνων που δεν εργάζονται πλέον για τον εκχωρητή κατά την ημερομηνία αυτή (βλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 19/83, Wendelboe κ.λπ., Συλλογή 1985, σ. 457, σκέψεις 13 και 15), καθώς και αυτών που προσλήφθηκαν από τον εκχωρητή μετά την ως άνω ημερομηνία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ny Mølle Kro, σκέψεις 24 έως 26).
30 Τόσο η επιλογή του όρου «ημερομηνία», όσο και λόγοι ασφάλειας δικαίου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με το πνεύμα της κοινοτικής νομοθεσίας, οι εργαζόμενοι που δικαιούνται να επικαλεστούν τη νομική προστασία του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 πρέπει να καθορίζονται βάσει συγκεκριμένου χρονικού σημείου της μεταβιβάσεως και όχι ανάλογα με το μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτή εξελίσσεται.
31 Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, η έννοια της μεταβιβάσεως στη φράση «ημερομηνία της μεταβιβάσεως» που περιέχει η διάταξη αυτή νοείται «κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, [της οδηγίας αυτής]».
32 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων «σε άλλον επιχειρηματία». Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, η οδηγία αυτή αποσκοπεί στην προστασία των εργαζομένων «σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα». Στο άρθρο 2 της οδηγίας οι έννοιες «εκχωρητής» και «εκδοχέας» ορίζονται αντιστοίχως βάσει της απώλειας και της αποκτήσεως της ιδιότητας «του επιχειρηματία στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως».
33 Επιπλέον, έχει επανειλημμένως κριθεί ότι η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται εφόσον υπάρχει αλλαγή του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως φυσικού ή νομικού προσώπου, χωρίς να έχει σημασία αν μεταβιβάζεται η κυριότητα της επιχειρήσεως (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ny Mølle Kro, σκέψη 12· αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Daddy’s Dance Hall, Συλλογή 1988, σ. 739, σκέψη 9, και της 5ης Μαΐου1988, 144/87 και 145/87, Berg και Busschers, Συλλογή 1988, σ. 2559, σκέψη 17).
34 Προς εξακρίβωση του αν πρόκειται η όχι για μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας 77/187, πρέπει να εξεταστεί αν ο εν λόγω φορέας διατηρεί την ταυτότητά του, πράγμα που προκύπτει, ιδίως, από το αν ο νέος επιχειρηματίας συνεχίζει πράγματι ή αρχίζει εκ νέου την εκμετάλλευση της εν λόγω μονάδας, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες (βλ. αποφάσεις της 18ης Μαρτίου 1986, 24/85, Spijkers, Συλλογή 1985, σ. 1119, σκέψεις 11, 12 και 15, καθώς και της 19ης Σεπτεμβρίου 1995, C-48/94, Rygaard, Συλλογή 1995, σ. Ι2745, σκέψεις 15 και 16).
35 Επομένως, το αποφασιστικό κριτήριο για τη διαπίστωση μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 στηρίζεται στο αν ο νέος επιχειρηματίας συνεχίζει ή αρχίζει εκ νέου την εκμετάλλευση της εν λόγω επιχειρήσεως, διατηρώντας αναλλοίωτη την ταυτότητά της.
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, η «ημερομηνία μεταβιβάσεως», κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, πρέπει να νοείται ως η ημερομηνία κατά την οποία συντελείται η μεταβίβαση από τον εκχωρητή στον εκδοχέα της ιδιότητας του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση του εν λόγω φορέα επιχειρηματία.
37 Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, η ισχύς των δικαιωμάτων που παρέχει στους εργαζομένους το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συγκατάθεση του εκχωρητή, του εκδοχέα ή των εκπροσώπων των εργαζομένων, ούτε καν των ίδιων των εργαζομένων, εξαιρουμένης της δυνατότητας των τελευταίων να αποφασίσουν ελεύθερα να μη συνεχίσουν τη σχέση εργασίας με τον νέο επιχειρηματία μετά την εν λόγω μεταβίβαση (βλ. αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1985, 105/84, Danmols Inventar, Συλλογή 1985, σ. 2639, σκέψη 16, και την προπαρατεθείσα D’Urso, κ.λπ., σκέψη 11).
38 Κατά συνέπεια, εκτός της περιπτώσεως αυτής, οι συμβάσεις και οι σχέσεις εργασίας που υφίστανται μεταξύ εκχωρητή και εργαζομένων κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον εκδοχέα ως συνέπεια της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως και μόνον (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση D’Urso κ.λπ., σκέψη 20, και απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1996, C-305/94, Rotsart de Hertaing, Συλλογή 1996, σ. I‑5927, σκέψη 18).
39 Εξάλλου, με τη σκέψη 26 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Rotsart de Hertaing, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μεταβίβαση των συμβάσεων και των σχέσεων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 χωρεί οπωσδήποτε κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως και δεν μπορεί να μετατεθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία κατ’ επιλογή του εκχωρητή ή του εκδοχέα.
40 Προς στήριξη της ερμηνείας αυτής, το Δικαστήριο επισήμανε καταρχάς ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 77/187 παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να προβλέψουν ότι ο εκχωρητής παραμένει, και μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, υπεύθυνος, παράλληλα με τον εκδοχέα, ως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας, πράγμα που συνεπάγεται ότι οι υποχρεώσεις αυτές μεταβιβάζονται οπωσδήποτε στον εκδοχέα κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Rotsart de Hertaing, σκέψη 23).
41 Περαιτέρω, αναφερόμενο στη σκέψη 14 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Berg και Busschers, με την οποία έκρινε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 έχει την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, ο μεταβιβάζων, λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο, απαλλάσσεται καταρχήν των υποχρεώσεών του που απορρέουν από σύμβαση ή σχέση εργασίας, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού προστασίας των εργαζομένων που επιδιώκει η οδηγία, το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον οι επίμαχες υποχρεώσεις μεταβιβάζονται στον εκδοχέα ήδη από την ημερομηνία της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (προπαρατεθείσα απόφαση Rotsart de Hertaing, σκέψη 24).
42 Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι η αναγνώριση στον εκχωρητή ή στον εκδοχέα ευχέρειας επιλογής της ημερομηνίας κατά την οποία μεταβιβάζεται η σύμβαση ή η σχέση εργασίας θα είχε ως συνέπεια να γίνει δεκτό ότι οι εργοδότες μπορούν να παρεκκλίνουν, προσωρινώς έστω, από τις διατάξεις της οδηγίας 77/187, παρά το ότι αυτές έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται δυσμενής για τους εργαζομένους παρέκκλιση από αυτές (προπαρατεθείσα απόφαση Rotsart de Hertaing, σκέψεις 17 και 25).
43 Για τους ίδιους λόγους με αυτούς που εκτίθενται στις σκέψεις 40 έως 42 της παρούσας αποφάσεως, επιβάλλεται η κρίση ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, οι συμβάσεις και οι σχέσεις εργασίας που υφίστανται μεταξύ εκχωρητή και εργαζομένων στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187, θεωρούνται ότι μεταβιβάστηκαν στον εκδοχέα κατά την ημερομηνία αυτή, ανεξαρτήτως της διαδικασίας που συμφώνησαν οι συμβαλλόμενοι για τη μεταβίβαση.
44 Κατόπιν των σκέψεων που προηγήθηκαν, επιβάλλεται να δοθεί στα δύο πρώτα ερωτήματα η απάντηση ότι:
– Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 πρέπει να ερμηνευθεί κατά την έννοια ότι η διαλαμβανόμενη στη διάταξη αυτή ημερομηνία μεταβιβάσεως αντιστοιχεί σε αυτή της μεταβιβάσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα της ιδιότητας του υπεύθυνου επιχειρηματία για την εκμετάλλευση του μεταβιβαζόμενου φορέα. Η ημερομηνία αυτή είναι συγκεκριμένη και δεν δύναται να μετατεθεί κατά τη βούληση του εκχωρητή ή του εκδοχέα.
– Για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, οι συμβάσεις και οι σχέσεις εργασίας που υφίστανται μεταξύ του εκχωρητή και των εργαζομένων της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, κατά την ως άνω έννοια, θεωρούνται ότι μεταβιβάστηκαν στον εκδοχέα την ημερομηνία αυτή, ανεξαρτήτως της διαδικασίας που συμφώνησαν οι συμβαλλόμενοι για τη μεταβίβαση.
45 Δεδομένων των απαντήσεων που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, απόκειται σε αυτό να αποφανθεί επί των εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν για την υποβολή παρατηρήσεων στο Δικαστήριο άλλοι εκτός των ως άνω διαδίκων δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 3, παράγραφος 1,της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η ημερομηνία μεταβιβάσεως κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αντιστοιχεί σε αυτή της μεταβιβάσεως από τον εκχωρητή στον εκδοχέα της ιδιότητας του υπεύθυνου επιχειρηματία για την εκμετάλλευση του μεταβιβαζόμενου φορέα. Η ημερομηνία αυτή είναι συγκεκριμένη και δεν δύναται να μετατεθεί κατά τη βούληση του εκχωρητή ή του εκδοχέα.
2) Για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, οι συμβάσεις και οι σχέσεις εργασίας που υφίστανται μεταξύ του εκχωρητή και των εργαζομένων της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως κατά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, υπό την ως άνω έννοια, θεωρούνται ότι μεταβιβάστηκαν στον εκδοχέα την ημερομηνία αυτή, ανεξαρτήτως της διαδικασίας που συμφώνησαν οι συμβαλλόμενοι για τη μεταβίβαση.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy