Υπόθεση C-499/03 P
Peter Biegi Nahrungsmittel GmbH
και
Commonfood Handelsgesellschaft für Agrar-Produkte mbH
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινό δασμολόγιο – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Μη είσπραξη – Προϋποθέσεις – Άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 – Σφάλμα των τελωνειακών αρχών – Σφάλμα δυνάμενο να εντοπιστεί – Συνδυασμένη ονοματολογία – Ενδείξεις – Περιεχόμενο»
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 14 Οκτωβρίου 2004
Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 3ης Μαρτίου 2005.
Περίληψη της αποφάσεως
1. Αναίρεση – Λόγοι – Εσφαλμένη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών – Απαράδεκτο – Απόρριψη – Νομικός χαρακτηρισμός των πραγματικών περιστατικών – Παραδεκτό
(Άρθρο 225 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 58)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών – Προϋποθέσεις για τη μη βεβαίωση εισαγωγικών δασμών, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2913/92 – Σφάλμα της διοικήσεως «το οποίο λογικά δεν μπορούσε να εντοπιστεί από τον οφειλέτη» – Κριτήρια εκτιμήσεως – Διατάξεις του κανονισμού 1359/95 που μπορούν να χαρακτηριστούν πολύπλοκες
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 2913/92, άρθρο 220 § 2, β΄, και 1359/95)
1. Από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναίρεση περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Το Πρωτοδικείο είναι, επομένως, το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ’ αυτό στοιχεία της δικογραφίας, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναιρετικής δίκης. Αντιθέτως, αν το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ή εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ έλεγχο επί του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών αυτών περιστατικών και των νομικών συνεπειών που συνήγαγε συναφώς το Πρωτοδικείο. Ο χαρακτηρισμός αυτός συνιστά νομικό ζήτημα το οποίο, ως τέτοιο, μπορεί να υπαχθεί στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
(βλ. σκέψεις 40-41)
2. Κατά το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, οι αρμόδιες αρχές δεν βεβαιώνουν εκ των υστέρων δασμούς, εφόσον πληρούνται σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις, ήτοι η μη είσπραξη των δασμών πρέπει να οφείλεται σε σφάλμα των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το σφάλμα αυτό να μην είναι δυνατόν να εντοπιστεί από τον καλόπιστο οφειλέτη και, τέλος, ο οφειλέτης να έχει τηρήσει όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση.
Όσον αφορά τη δυνατότητα εντοπισμού του σφάλματος των αρμόδιων τελωνειακών αρχών, αυτή πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη της φύσεως του σφάλματος, της επαγγελματικής πείρας των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών και της επιμέλειας που οι τελευταίοι επέδειξαν. Όσον αφορά τη φύση του σφάλματος, αυτή πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας της σχετικής νομοθεσίας και του διαστήματος κατά το οποίο διάρκεσε η εμμονή των αρχών στο σφάλμα τους.
Συναφώς, από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού 1359/95, με τον οποίον τροποποιήθηκαν τα παραρτήματα Ι και ΙΙ του κανονισμού 2658/87, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, και καταργήθηκε ο κανονισμός 802/80, προκαλούν μία κατάσταση η οποία δεν ήταν αρκετά απλή, ώστε από την εξέτασή της να εντοπιστεί ευχερώς ότι η χρήση, από 1ης Ιουλίου 1995, των δασμολογικών ποσοστώσεων για τα εν λόγω εμπορεύματα εξακολουθεί να υπόκειται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής σύμφωνα με τον κανονισμό 1431/94, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής στον τομέα του κρέατος πουλερικών του καθεστώτος εισαγωγής που προβλέπεται από τον κανονισμό 774/94. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εν λόγω νομοθεσία μπορεί αντικειμενικά να χαρακτηριστεί ως πολύπλοκη, τα δε σφάλματα των τελωνειακών αρχών, οι οποίες τροποποίησαν το δασμολόγιο χρήσεώς τους χωρίς να διευκρινίσουν ότι η εισαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων υπόκειται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής, είναι τέτοιας φύσεως που οι επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν ευλόγως να τα εντοπίσουν.
(βλ. σκέψεις 46-48, 54-56)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 3ης Μαρτίου 2005 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινό δασμολόγιο – Εκ των υστέρων είσπραξη εισαγωγικών δασμών – Μη είσπραξη – Προϋποθέσεις – Άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 – Σφάλμα των τελωνειακών αρχών – Σφάλμα δυνάμενο να εντοπιστεί – Συνδυασμένη ονοματολογία – Ενδείξεις – Περιεχόμενο»
Στην υπόθεση C-499/03 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η οποία ασκήθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2003,
Peter Biegi Nahrungsmittel GmbH, με έδρα τη Φρανκφούρτη επί του Μάιν (Γερμανία),
Commonfood Handelsgesellschaft für Agrar-Produkte mbH, με έδρα το Langen (Γερμανία),
εκπροσωπούμενες από τους K. Landry και L. Harings, Rechtsanwälte,
αναιρεσείουσες,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους X. Lewis και J. Schieferer, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Borg Barthet, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και J. Malenovský (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2004,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Οκτωβρίου 2004,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτηση αναιρέσεως, η Peter Biegi Nahrungsmittel GmbH και η Commonfood Handelsgesellschaft für Agrar-Produkte mbH (στο εξής, αντιστοίχως: Biegi και Commonfood, και, από κοινού: αναιρεσείουσες) ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 17ης Σεπτεμβρίου 2003, T-309/01 και T-239/02, Biegi Nahrungsmittel και Commonfood κατά Επιτροπής (η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε, αφενός, την προσφυγή της Biegi, με αίτημα τη μερική ακύρωση της αποφάσεως C(2001) 2533 της Επιτροπής, της 14ης Αυγούστου 2001 (REC 4/00), με την οποία διαπιστώθηκε ότι ορθώς βεβαιώθηκαν εκ των υστέρων οι μη καταβληθέντες εισαγωγικοί δασμοί για τις εισαγωγές κρέατος πουλερικών προελεύσεως Ταϊλάνδης, κατά το διάστημα 13 έως 18 Ιουλίου 1995 και 4 έως 22 Σεπτεμβρίου 1995, και, αφετέρου, την προσφυγή της Commonfood, με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως C(2002) 857 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2002 (REC 4/01), με την οποία διαπιστώθηκε ότι ορθώς βεβαιώθηκαν εκ των υστέρων οι μη καταβληθέντες εισαγωγικοί δασμοί για την εισαγωγή κρέατος πουλερικών προελεύσεως Ταϊλάνδης, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 24 Ιουλίου 1995 (στο εξής: οι επίδικες αποφάσεις).
Το νομικό πλαίσιο
2 Με τη σκέψη 1 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Πρωτοδικείο διευκρίνισε:
«1 Το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 774/94 του Συμβουλίου, της 29ης Μαρτίου 1994, για το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων για το βόειο κρέας υψηλής ποιότητας, το χοίρειο κρέας, το κρέας πουλερικών, το σιτάρι και το σμιγάδι, καθώς και τα πίτουρα εν γένει και άλλα υπολείμματα (ΕΕ L 91, σ. 1), άνοιξε, [από 1ης Ιανουαρίου 1994] ετήσια κοινοτική δασμολογική ποσόστωση 15 500 τόνων συνολικώς, για το κρέας από πετεινούς ή κότες που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 0207 41 10, 0207 41 41 και 0207 41 71. Στο πλαίσιο της ποσοστώσεως, ο επιβαλλόμενος δασμός του Κοινού Δασμολογίου καθορίσθηκε σε 0 %. Η ετήσια αυτή κοινοτική ποσόστωση με μηδενικό δασμό διατηρήθηκε από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 2198/95 της Επιτροπής, της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, για την τροποποίηση του κανονισμού 774/94 (ΕΕ L 221, σ. 3), ο οποίος ίσχυε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού, από 1ης Ιουλίου 1995.»
3 Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1431/94 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1994, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής στον τομέα του κρέατος πουλερικών του καθεστώτος εισαγωγής που προβλέπεται από τον κανονισμό 774/94 (ΕΕ L 156, σ. 9), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο του 8, στις 26 Ιουνίου 1994, έχει ως εξής:
«Κάθε εισαγωγή στην Κοινότητα, που πραγματοποιείται στα πλαίσια της δασμολογικής ποσόστωσης που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού [...] 774/94, των προϊόντων που ανήκουν στις ομάδες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι, υπόκειται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής.
Η ποσότητα των προϊόντων που απολαύουν του καθεστώτος αυτού, καθώς και τα ποσοστά των εισφορών, περιλαμβάνονται για κάθε ομάδα στο παράρτημα Ι.»
4 Με το παράρτημα Ι του κανονισμού 1431/94 καθορίσθηκε συντελεστής εισφοράς 0 % για ποσότητα έως 5 100 τόνους, ανά έτος, κρέατος κοτόπουλου προελεύσεως Ταϊλάνδης που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 0207 41 10, 0207 41 41 και 0207 41 71 (ομάδα 2). Ο ίδιος συντελεστής εισφοράς εφαρμόσθηκε για ετήσια ποσότητα 7 100 τόνων κρέατος κοτόπουλου προελεύσεως Βραζιλίας, που υπάγεται στους προαναφερθέντες κωδικούς ΣΟ (ομάδα 1) και για ετήσια ποσότητα 3 300 τόνων του ίδιου κρέατος προελεύσεως τρίτων χωρών (ομάδα 3).
5 Με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), καθιερώθηκε νέα ονοματολογία των εμπορευμάτων, καλούμενη «συνδυασμένη ονοματολογία» ή κατά σύντμηση «ΣΟ». Η συνδυασμένη ονοματολογία περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού αυτού, με το οποίο καθορίζονται επίσης οι εφαρμοστέοι δασμοί, καθώς και τα άλλα αναγκαία στοιχεία.
6 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1359/95 της Επιτροπής, της 13ης Ιουνίου 1995, τροποποίησε τα παραρτήματα Ι και ΙΙ του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 και κατάργησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 802/80 (ΕΕ L 142, σ. 1). Δυνάμει του άρθρου 3, ο κανονισμός 1359/95 τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1995.
7 Κατόπιν της τροποποιήσεως, το τρίτο μέρος, «Παραρτήματα δασμολογίου», τμήμα ΙΙΙ, «Ποσοστώσεις», της συνδυασμένης ονοματολογίας περιελάμβανε ένα παράρτημα 7 με τίτλο «Δασμολογικές ποσοστώσεις ΠΟΕ ανοιγόμενες από τις αρμόδιες κοινοτικές υπηρεσίες». Στον αύξοντα αριθμό 18 του παραρτήματος αυτού, διαλαμβάνονται τα εξής:
Αύξων αριθμός
Κωδικός ΣΟ
Περιγραφή εμπορεύματος
Ποσότητα ποσόστωσης
Δασμολογικός συντελεστής (%)
Άλλοι γενικοί και ειδικοί όροι
1
2
3
4
5
6
…
…
…
…
…
…
18
Τεμάχια πετεινών και κοτών κατεψυγμένα:
15 500 t
0
0207 41 10
Χωρίς κοκάλα
0207 41 41
Μισά ή τέταρτα
0207 41 71
Άλλα
8 Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: ΚΤΚ) προβλέπει:
«2. [...] δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων βεβαίωση όταν:
[...]
β) το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να εντοπιστεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση».
9 Το άρθρο 871 του κανονισμού 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (ΕΕ L 253 σ. 1), ορίζει:
«[…] όταν οι τελωνειακές αρχές, είτε κρίνουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κώδικα, είτε έχουν επιφυλάξεις όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων της προαναφερθείσας διάταξης σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, διαβιβάζουν την υπόθεση στην Επιτροπή για να εξεταστεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 872 έως 876 […]».
10 Κατά το άρθρο 873 του ίδιου κανονισμού:
«Μετά από διαβούλευση με ομάδα εμπειρογνωμόνων που απαρτίζεται από αντιπροσώπους όλων των κρατών μελών, οι οποίοι συνέρχονται στο πλαίσιο της επιτροπής για να εξετάσουν τη συγκεκριμένη υπόθεση, η Επιτροπή αποφασίζει είτε ότι η εξετασθείσα περίπτωση δικαιολογεί την εκ των υστέρων βεβαίωση των δασμών, είτε ότι δεν τη δικαιολογεί […]».
Το ιστορικό της διαφοράς
11 Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 8 έως 18 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως εξής:
«8 [Η] Biegi […] και η Commonfood […] είναι εταιρίες του γερμανικού δικαίου, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους και δραστηριοποιούνται στον τομέα της εμπορίας κρέατος πουλερικών. Οι προσφεύγουσες καταλέγονται στους βασικούς εισαγωγείς κρέατος κοτόπουλου στη Γερμανία.
9 Με διάταγμα της 29ης Ιουνίου 1995 (καλούμενο “Eilverteiler”), το γερμανικό ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών τροποποίησε το δασμολόγιο χρήσεως των γερμανικών τελωνείων, εισάγοντας, μεταξύ άλλων, τη δασμολογική ποσόστωση Κ 4047 (κρέας κοτόπουλου) με μηδενικό δασμό, εφαρμοζόμενη από 1ης Ιουλίου 1995. Η ποσόστωση αυτή αντιστοιχεί στους προαναφερθέντες κωδικούς ΣΟ 0207 41 10, 0207 41 41 και 0207 41 71. Το Eilverteiler δεν περιείχε καμία ένδειξη ως προς την απαίτηση πιστοποιητικού εισαγωγής για τα προϊόντα που υπάγονται στην προαναφερθείσα δασμολογική ποσόστωση.
10 Κατά το χρονικό διάστημα από 13 έως 18 Ιουλίου 1995 και από 4 έως 22 Σεπτεμβρίου 1995, η Biegi διασάφησε την εισαγωγή, για διάφορες παρτίδες, κατεψυγμένων τεμαχίων κοτόπουλων (κωδικός ΣΟ 0207 41 10) προελεύσεως Ταϊλάνδης. Στις 24 Ιουλίου 1995, η Commonfood διασάφησε την εισαγωγή, για διάφορες παρτίδες, κατεψυγμένων τεμαχίων κοτόπουλων προελεύσεως Ταϊλάνδης, τα οποία υπάγονται στον ίδιο κωδικό. Οι προσφεύγουσες δεν επισύναψαν πιστοποιητικά εισαγωγής στις τελωνειακές τους διασαφήσεις.
11 Εντούτοις, μετά την τροποποίηση του δασμολογίου χρήσεως των γερμανικών τελωνείων από το Eilverteiler, το αρμόδιο τελωνειακό γραφείο έκανε χρήση της προαναφερθείσας κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως και απάλλαξε τις προσφεύγουσες από την καταβολή τελωνειακών δασμών.
12 Τον Αύγουστο του 1995, οι προσφεύγουσες, διατηρώντας αμφιβολίες ως προς τους εφαρμοσθέντες στις πράξεις εκτελωνισμού του Ιουλίου 1995 δασμούς, επικοινώνησαν τηλεφωνικώς, μέσω του υπευθύνου τους για τα πιστοποιητικά εισαγωγής, με το ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών και με την κεντρική υπηρεσία ελέγχου των δασμολογικών ποσοστώσεων, προκειμένου να λάβουν διευκρινίσεις επί του καθεστώτος που εφαρμόζεται στις εισαγωγές των εν λόγω προϊόντων. Οι ερωτηθείσες υπηρεσίες δήλωσαν τηλεφωνικώς, κατ’ αρχάς, ότι ορθώς εφαρμόσθηκαν οι συγκεκριμένοι δασμοί, ακόμη και χωρίς την προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής προς στήριξη των τελωνειακών διασαφήσεων. Οι προσφεύγουσες ζήτησαν γραπτή επιβεβαίωση της δηλώσεως αυτής.
13 Εντούτοις, η γραπτή απάντηση της διοικήσεως των γερμανικών τελωνείων, η οποία κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες με έγγραφο της 22ας Αυγούστου 1995, ανέφερε ότι για τη χρήση της ποσοστώσεως ήταν αναγκαία η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής προς στήριξη της τελωνειακής διασαφήσεως. Την ίδια μέρα, το ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών τροποποίησε αναδρομικώς το δασμολόγιο χρήσεως των γερμανικών τελωνείων. Η τροποποίηση αυτή είχε ως συνέπεια να καταστεί αναγκαία από 1ης Ιουλίου 1995 η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής κατά τη χρήση της εν λόγω δασμολογικής ποσοστώσεως.
14 Με δύο τροποποιητικές δημοσιονομικές αποφάσεις, εκδοθείσες στις 12 και 13 Αυγούστου 1996, το αρμόδιο τελωνειακό γραφείο, ήτοι το Hauptzollamt Bremen Freihafen, ανέλαβε να προβεί στην εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών δασμών, ήτοι συνολικού ποσού 222 116,06 γερμανικών μάρκων (DEM), για τις εισαγωγές της Commonfood (απόφαση της 12ης Αυγούστου 1996), και συνολικού ποσού 259 270,23 DEM για τις εισαγωγές της Biegi, εκ των οποίων 218 605,64 DEM για τις εισαγωγές του Ιουλίου 1995 και 40 664,59 DEM για τις εισαγωγές του Σεπτεμβρίου 1995 (απόφαση της 13ης Αυγούστου 1996).
15 Επικαλούμενες την καλή τους πίστη, το σφάλμα των γερμανικών αρχών και το γεγονός ότι αυτό δεν μπορούσε να εντοπισθεί, οι προσφεύγουσες ζήτησαν να μη βεβαιωθούν εκ των υστέρων εισαγωγικοί δασμοί.
16 Μετά την απόρριψη των αιτήσεών τους, στις 30 Ιουλίου 1997, από το αρμόδιο τελωνειακό γραφείο, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht Bremen (Γερμανία). Όπως προκύπτει από το πρακτικό της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Δεκεμβρίου 1999, το δικαστήριο αυτό, κατόπιν εξετάσεως της υποθέσεως, έκρινε ότι η προσφυγή της Biegi είχε ελάχιστες πιθανότητες ευδοκιμήσεως ως προς τις τελωνειακές διασαφήσεις του Σεπτεμβρίου 1995, δεδομένου ότι η εν λόγω εταιρία είχε ενημερωθεί δεόντως, με το από 22 Αυγούστου 1995 έγγραφο της διοικήσεως των γερμανικών τελωνείων, για την υφιστάμενη, εν προκειμένω, νομική κατάσταση. Ως εκ τούτου, το Finanzgericht Bremen συνέστησε στην Biegi να εξετάσει το ενδεχόμενο αποσύρσεως της προσφυγής της ως προς τις διασαφήσεις αυτές. Αντιθέτως, όσον αφορά τις τελωνειακές διασαφήσεις του Ιουλίου 1995, το ίδιο δικαστήριο έκρινε, προσωρινά, ότι ήταν δυνατό να προστατεύσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των προσφευγουσών, κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα, και προέτρεψε το αρμόδιο τελωνειακό γραφείο να εξετάσει το ενδεχόμενο ανακλήσεως των προαναφερθεισών τροποποιητικών δημοσιονομικών αποφάσεων της 12ης και 13ης Αυγούστου 1996, στο μέτρο που αφορούσαν τις εν λόγω διασαφήσεις.
17 Σύμφωνα με το άρθρο 871 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 […], η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, με έγγραφα της 2ας Αυγούστου 2000 και της 17ης Απριλίου 2001, από την Επιτροπή να αποφασίσει, δυνάμει του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα, αν ήταν δικαιολογημένη η μη βεβαίωση εκ των υστέρων των εισαγωγικών δασμών στο πλαίσιο των διαφορών μεταξύ της διοικήσεως και των Biegi και Commonfood.
18 Εκτιμώντας ότι από τις περιστάσεις των υποθέσεων δεν προέκυπτε σφάλμα των ίδιων των τελωνειακών αρχών που δεν μπορούσε να εντοπισθεί από καλόπιστο επιχειρηματία, κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του τελωνειακού κώδικα, η Επιτροπή έκρινε, με αποφάσεις εκδοθείσες στις 14 Αυγούστου 2001 (υπόθεση Τ-309/01) και στις 5 Μαρτίου 2002 (υπόθεση Τ-239/02) […], ότι οι εισαγωγικοί δασμοί που αποτελούσαν το αντικείμενο των προαναφερθεισών αιτήσεων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έπρεπε να βεβαιωθούν.»
Η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
12 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Δεκεμβρίου 2001 και στις 8 Αυγούστου 2002, οι αναιρεσείουσες άσκησαν προσφυγές με αίτημα την ακύρωση των επίδικων αποφάσεων.
13 Προς στήριξη των προσφυγών τους, οι αναιρεσείουσες προέβαλαν τρεις λόγους ακυρώσεως που αντλούνται, πρώτον, από παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ, δεύτερον, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και, τρίτον, από παραβίαση των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ίσης μεταχειρίσεως.
14 Αφού αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων T-309/01 και Τ-239/02, το Πρωτοδικείο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε καθ’ ολοκληρίαν τις δύο προσφυγές των οποίων είχε επιληφθεί, κρίνοντας αβάσιμους όλους τους λόγους που προέβαλαν οι αναιρεσείουσες.
15 Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι δεν επληρούτο, εν προκειμένω, η δεύτερη εκ των σωρευτικών προϋποθέσεων του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ περί της δυνατότητας εντοπισμού του σφάλματος των τελωνειακών αρχών και ότι ήταν δικαιολογημένη η εκ των υστέρων βεβαίωση εισαγωγικών δασμών για τις επίμαχες εισαγωγές.
16 Για να καταλήξει στη διαπίστωση αυτή, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε την ισχύουσα νομολογία, έκρινε, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι γερμανικές αρχές είχαν αναμφισβήτητα υποπέσει σε δύο σφάλματα, τα οποία ήταν το εσφαλμένο κείμενο του Eilverteiler και ο εκτελωνισμός των εισαχθέντων από τις αναιρεσείουσες εμπορευμάτων τον Ιούλιο του 1995 με χορήγηση δασμολογικής προτιμήσεως άνευ προσκομίσεως πιστοποιητικού εισαγωγής.
17 Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών για έτερο σφάλμα που συνίσταται στην παροχή εσφαλμένων, όπως ισχυρίζεται, πληροφοριών στον συνεργάτη τους V. Steiner από υπάλληλο της κεντρικής υπηρεσίας ελέγχου των δασμολογικών ποσοστώσεων πριν τις 13 Ιουλίου 1995, ήτοι πριν τις επίδικες εισαγωγές. Το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 58 και 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, ανεξαρτήτως της καθυστερημένης προσκομίσεώς τους και της αμφισβητούμενης από την Επιτροπή λυσιτέλειάς τους, οι τηλεφωνικές αυτές πληροφορίες ουδόλως αποδεικνύονται από τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στις δικογραφίες.
18 Προς απόρριψη του ισχυρισμού περί πολυπλοκότητας της εφαρμοστέας νομοθεσίας, το Πρωτοδικείο επισήμανε, με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από το άρθρο 1 του κανονισμού 1431/94 προκύπτει σαφώς ότι κάθε εισαγωγή που πραγματοποιείται στα πλαίσια της επίδικης πολυετούς δασμολογικής ποσοστώσεως υπόκειται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής.
19 Εξάλλου, με τις σκέψεις 65 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι το παράρτημα 7 του κανονισμού 1359/95, περί της νέας συνδυασμένης ονοματολογίας των εμπορευμάτων, εφαρμοστέας από 1ης Ιουλίου 1995, περιέχει κατάλογο δασμολογικών ποσοστώσεων του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) προς χορήγηση από τις αρμόδιες κοινοτικές υπηρεσίες και ότι οι εκεί περιλαμβανόμενες αναφορές σε άλλους κανόνες του τελωνειακού δικαίου έχουν δηλωτική μόνον αξία. Επομένως, ο κανονισμός 1359/95 δεν άνοιξε, από 1ης Ιουλίου 1995, μια νέα προτιμησιακή δασμολογική ποσόστωση, φερόμενη ως μη συνδεόμενη με αυτήν του κανονισμού 774/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2198/95.
20 Το Πρωτοδικείο έλαβε επίσης υπόψη του ότι οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές δεν ενέμειναν στο σφάλμα τους και επανόρθωσαν πολύ σύντομα, ήτοι εντός μηνός αφότου το διέπραξαν.
21 Το Πρωτοδικείο επισήμανε, ακόμη, με τις σκέψεις 70 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αναιρεσείουσες καταλέγονται στους πεπειραμένους επιχειρηματίες και ότι είχαν επίγνωση της σημασίας του εν λόγω πιστοποιητικού για την υπαγωγή στο ευεργέτημα της πολυετούς δασμολογικής ποσοστώσεως.
22 Τέλος, για να αποφανθεί ότι οι αναιρεσείουσες δεν επέδειξαν την οφειλόμενη επιμέλεια, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ένας επιχειρηματίας του οποίου η δραστηριότητα συνίσταται, κατ’ ουσίαν, σε πράξεις εισαγωγής και εξαγωγής και ο οποίος διαθέτει ορισμένη πείρα στον τομέα αυτόν πρέπει να βεβαιώνεται, διαβάζοντας τα σχετικά τεύχη της Επίσημης Εφημερίδας, για το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο στις πράξεις που πραγματοποιεί. Κατέληξε ότι ο επιχειρηματίας αυτός δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να βασίζεται, για τον καθορισμό του εφαρμοστέου δασμολογικού συντελεστή, αποκλειστικώς στους συντελεστές που περιλαμβάνονται στο δασμολόγιο προς χρήση σε εθνικό επίπεδο. Εξάλλου, με τις σκέψεις 76 έως 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσείουσες δεν μπορούν να στηριχθούν σε απλές πληροφορίες που έλαβαν τηλεφωνικώς ούτε να ισχυριστούν ότι δεν διέθεταν τον αναγκαίο χρόνο για να ζητήσουν εγγράφως από τις αρμόδιες αρχές έγγραφες διευκρινίσεις επί της εν λόγω νομικής καταστάσεως.
23 Για να απορρίψει τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, εν προκειμένω, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ, η εκ των υστέρων βεβαίωση, με τις επίδικες αποφάσεις, των δασμών για τις επίδικες εισαγωγές δεν συνιστά, καθαυτή, παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
24 Για να απορρίψει τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 93 έως 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε, αφενός, ότι ουδόλως τεκμηριώνεται η αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και, αφετέρου, ότι αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως είναι αλυσιτελής λόγω ανομοιότητας των καταστάσεων που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες προς στήριξη της εν λόγω αιτιάσεως.
Τα αιτήματα των διαδίκων
25 Η Biegi και η Commonfood ζητούν από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να ακυρώσει μερικώς την απόφαση C(2001) 2533, της Επιτροπής, της 14ης Αυγούστου 2001 (REC 4/00), στο μέτρο που αναγνωρίζεται ως δικαιολογημένη η εκ των υστέρων βεβαίωση εισαγωγικών δασμών ύψους 218 605,65 DEM,
– να ακυρώσει την απόφαση C(2002) 857 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2002 (REC 4/01), στο μέτρο που αναγνωρίζεται ως δικαιολογημένη η εκ των υστέρων βεβαίωση εισαγωγικών δασμών ύψους 222 116,06 DEM,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
26 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
– να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
27 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν δύο λόγους που αντλούνται ο πρώτος από παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ, και ο δεύτερος από διαδικαστική πλημμέλεια.
28 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κυρίως, ότι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι είναι αβάσιμοι.
Επί του λόγου που αντλείται από παράβαση του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
29 Οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι, προς απόρριψη των προσφυγών τους με το αιτιολογικό ότι ήταν δυνατός ο εντοπισμός, από αυτές, του σφάλματος των τελωνειακών αρχών, υπερέβαλε ως προς την υποχρέωση επιμέλειας που υπέχουν οι επιχειρηματίες και ότι δεν έλαβε υπόψη του την πολυπλοκότητα της εφαρμοστέας νομοθεσίας.
30 Κατά τις αναιρεσείουσες, το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του σκοπού της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στην προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του οφειλέτη ως προς το βάσιμο όλων των στοιχείων που υπεισέρχονται στην απόφαση περί εισπράξεως των τελωνειακών δασμών (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-251/00, Ilumitrónica, Συλλογή 2002, σ. Ι-10433, σκέψη 39). Κατά τη νομολογία, αν και η φύση του σφάλματος συναρτάται με την πολυπλοκότητα της επίμαχης νομοθεσίας και με τη διάρκεια της εμμονής των αρχών σε αυτό, εντούτοις η διάρκεια αυτή συνιστά απλή ένδειξη και όχι αναγκαία αυτοτελή προϋπόθεση για να χαρακτηριστεί το εν λόγω σφάλμα ως μη δυνάμενο να εντοπιστεί. Εν προκειμένω, το σφάλμα των αρμοδίων γερμανικών υπηρεσιών είναι σταθερά επαναλαμβανόμενο. Η πολυπλοκότητα της νομοθεσίας οφείλεται στην ασαφή εφαρμογή διαφόρων συνδυαζόμενων ρυθμίσεων, η δε ανάγνωση της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν αρκεί για να προσδιοριστεί ακριβώς το εφαρμοστέο δίκαιο.
31 Οι αναιρεσείουσες προβάλλουν ότι, κατά τον χρόνο λήψεως των αποφάσεών τους, το Eilverteiler δεν περιείχε καμία ένδειξη ως προς την υποχρέωση προσκομίσεως πιστοποιητικού εισαγωγής και παρέπεμπε στον κανονισμό 1359/95, το παράρτημα του οποίου, υπό τον αύξοντα αριθμό 18, περί των επίμαχων νέων δασμολογικών ποσοστώσεων ΠΟΕ, δεν περιείχε καμία ένδειξη στη στήλη 6, ενώ για τις περισσότερες από τις λοιπές ποσοστώσεις διευκρινιζόταν στην ίδια αυτή στήλη ότι η υπαγωγή στο ευεργέτημα των ποσοστώσεων αυτών εξαρτάται από όρους που προβλέπονται στις σχετικές κοινοτικές διατάξεις. Ελλείψει τέτοιας διευκρινίσεως υπό τον αύξοντα αριθμό 18, οι αρμόδιες γερμανικές αρχές και οι αναιρεσείουσες οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι δεν απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής για τις δύο συγκεκριμένες δασμολογικές ποσοστώσεις κρέατος πουλερικών που θεσπίστηκαν με τις συμφωνίες στο πλαίσιο των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), οι οποίες συνήφθησαν με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 336, σ. 1), εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας όσον αφορά τα ζητήματα αρμοδιότητάς της.
32 Κατά τις αναιρεσείουσες, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά, κρίνοντας ως σύντομο το διάστημα των δύο μηνών, εντός του οποίου οι ανώτατες τελωνειακές αρχές της Γερμανίας έσφαλαν κατά την άσκηση της ρυθμιστικής τους αρμοδιότητας. Το ότι οι αρχές τέτοιου επιπέδου υπέπεσαν σε αυτό το σφάλμα αρκεί για να αποδειχθεί ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστεί από έμπειρους επαγγελματίες, καθόσον εξάλλου αφορούσε νέες κοινοτικές δασμολογικές ποσοστώσεις που δεν περιλαμβάνονταν στις προϋφιστάμενες κοινοτικές διατάξεις.
33 Όσον αφορά την υποχρέωση επιμέλειας, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται ότι οι τελωνειακές αρχές διόρθωσαν το σφάλμα στο Eilverteiler κατόπιν επανειλημμένων ερωτημάτων των αναιρεσειουσών προς τις διάφορες εμπλεκόμενες υπηρεσίες, των σχετικών αποκλειστικά με την υποχρέωση προσκομίσεως πιστοποιητικού εισαγωγής. Όσον αφορά την κρίση του Πρωτοδικείου ότι διέθεταν επαρκή χρόνο για να απευθυνθούν εγγράφως στην Επιτροπή, οι αναιρεσείουσες παραπέμπουν στους ισχυρισμούς που ανέπτυξαν πρωτοδίκως με το υπόμνημα απαντήσεως. Προσθέτουν ότι η εφαρμογή του τελωνειακού δικαίου απόκειται στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών και ότι το άρθρο 220, παράγραφος 2, ΚΤΚ θα στερούνταν εντελώς περιεχομένου αν οι επιχειρήσεις όφειλαν να ζητούν πληροφορίες από την Επιτροπή.
34 Κατά την Επιτροπή, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι, κατ’ ουσίαν, αποτελεί απλή επανάληψη των λόγων ακυρώσεως και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου ή διότι αφορά πραγματικά περιστατικά. Όσο για τα αποδεικτικά στοιχεία που το Πρωτοδικείο δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει, η αίτηση αναιρέσεως αφορά πραγματικό ζήτημα και, κατ’ ουσίαν, αποτελεί απλή επανάληψη της προσφυγής. Επανάληψη της προσφυγής αποτελεί επίσης και η επιχειρηματολογία στην αίτηση αναιρέσεως, που αντλείται από πολυπλοκότητα της νομοθεσίας, από αδυναμία εντοπισμού, σε ορισμένες περιπτώσεις, των σφαλμάτων των τελωνειακών αρχών και από το καθήκον επιμέλειας των επιχειρήσεων. Η αιτίαση περί εσφαλμένης εκτιμήσεως, από το Πρωτοδικείο, των περιστάσεων βάσει των οποίων κρίθηκε σύντομο το διάστημα κατά το οποίο διαπράχθηκε το σφάλμα αφορά εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
35 Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν είναι βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως που αντλείται από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Τονίζει ότι η προπαρατεθείσα απόφαση Ilumitrónica, την οποία επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, αφορούσε σφάλμα στο οποίο είχαν υποπέσει οι τουρκικές αρχές για περισσότερο από είκοσι έτη και μια νομοθεσία προγενέστερη του ΚΤΚ, η οποία ήταν πολύ περισσότερο πολύπλοκη, διότι ήταν κατακερματισμένη. Αφορούσε επίσης τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα, μεταξύ της Τουρκίας, αφενός, και της Κοινότητας και των κρατών μελών της ΕΟΚ, αφετέρου, και συνήφθη, εγκρίθηκε και επικυρώθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. εκδ. 11/001 σ. 48), οι δε επίμαχες αποφάσεις του Συμβουλίου Συνδέσεως που θεσπίστηκε με τη συμφωνία δεν δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η πολυπλοκότητα της υποθέσεως αυτής ουδόλως συγκρίνεται με αυτή της παρούσας υποθέσεως.
36 Κατά την Επιτροπή, δεν αποδείχθηκε ότι το σφάλμα δεν ήταν δυνατόν να εντοπιστεί, διότι οι αναιρεσείουσες δεν απέδειξαν τους ισχυρισμούς τους ότι οι γερμανικές τελωνειακές αρχές επιβεβαίωσαν κατ’ επανάληψη, τηλεφωνικώς, ότι δεν απαιτείται πιστοποιητικό εισαγωγής. Εν προκειμένω, δεν είναι λυσιτελής η επίκληση της πολυπλοκότητας της νομοθεσίας, αφού είναι προφανές ότι η υποχρέωση προσκομίσεως τέτοιου πιστοποιητικού για την υπαγωγή στις δασμολογικές ποσοστώσεις, υποχρέωση που κατά τον χρόνο των επίδικων εισαγωγών ίσχυε πλέον του ενός έτους, δεν μπορούσε να καταργηθεί με τον κανονισμό 1359/95, ο οποίος αφορούσε μόνον τη δασμολογική ονοματολογία και τη στατιστική. Οι αναφορές του κανονισμού σε άλλους κανόνες του τελωνειακού δικαίου είχαν δηλωτικό απλώς χαρακτήρα, η δε απουσία τέτοιων αναφορών ουδόλως αποτελεί ένδειξη ότι οι κανόνες αυτοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Το προς χρήση στη Γερμανία δασμολόγιο αποτελεί ένα απλό εγχειρίδιο διευκολύνσεως της εργασίας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
– Επί του παραδεκτού του πρώτου λόγου αναιρέσεως
37 Ως προς το παραδεκτό αυτού του λόγου αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, από τα άρθρα 225 ΕΚ, 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C-41/00 P, Interporc κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι-2125, σκέψη 15, και της 29ης Απριλίου 2004, C-496/99 P, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, Συλλογή 2004, σ. Ι-3801, σκέψη 48).
38 Δεν πληροί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από τις διατάξεις αυτές η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ρητώς απορριφθεί από αυτό (βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Interporc κατά Επιτροπής, σκέψη 16, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, σκέψη 49).
39 Εντούτοις, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν να συζητηθούν εκ νέου κατά την εκδίκαση αιτήσεως αναιρέσεως. Πράγματι, αν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει, κατά τον τρόπο αυτό, την αίτηση αναιρέσεως σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η διαδικασία της αναιρέσεως θα στερούνταν μέρος του νοήματός της (βλ., μεταξύ άλλων, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Interporc κατά Επιτροπής, σκέψη 17, Επιτροπή κατά CAS Succhi di Frutta, σκέψη 50).
40 Δεύτερον, πρέπει να υπομνηστεί ότι από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναίρεση περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Κατά πάγια νομολογία, το Πρωτοδικείο είναι, επομένως, το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ’ αυτό στοιχεία της δικογραφίας, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο αναιρετικής δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψεις 47 έως 49, και της 29ης Απριλίου 2004, C-470/00 P, Κοινοβούλιο κατά Ripa di Meana κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. Ι-4167, σκέψη 40).
41 Αντιθέτως, δεν αμφισβητείται ότι, αν το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ή εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ έλεγχο επί του νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών αυτών περιστατικών και των νομικών συνεπειών που συνήγαγε συναφώς το Πρωτοδικείο. Όπως το Δικαστήριο κατ’ επανάληψη έκρινε, αυτός ο χαρακτηρισμός συνιστά πράγματι νομικό ζήτημα το οποίο, ως τέτοιο, μπορεί να υπαχθεί στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. I-3319, σκέψη 26, και την προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Ripa di Meana κ.λπ., σκέψη 41).
42 Εν προκειμένω, η Biegi και η Commonfood υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο, κρίνοντας ότι οι αναιρεσείουσες μπορούσαν να εντοπίσουν τα σφάλματα των γερμανικών τελωνειακών αρχών. Ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι, με τη διαπίστωσή του αυτή, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ, όπως αυτό ερμηνεύεται από το Δικαστήριο, υπερέβαλε σχετικά με την υποχρέωση επιμέλειας που υπέχουν οι εν λόγω επιχειρηματίες και προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση ως προς την πολυπλοκότητα της κρίσιμης τελωνειακής νομοθεσίας.
43 Υπό τις περιστάσεις αυτές, οι αναιρεσείουσες αμφισβητούν την απάντηση του Πρωτοδικείου σε ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού των πραγματικών περιστατικών και, επομένως, υποβάλλουν στον έλεγχο του Δικαστηρίου ένα νομικό ζήτημα.
44 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
– Επί της βασιμότητας του πρώτου λόγου αναιρέσεως
45 Καταρχάς, υπενθυμίζεται η επισήμανση του Πρωτοδικείου, στη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, εν προκειμένω, δεν αμφισβητούνται δύο σφάλματα των γερμανικών τελωνειακών αρχών, ήτοι το εσφαλμένο κείμενο του Eilverteiler και ο εκτελωνισμός των εισαχθέντων από τις αναιρεσείουσες εμπορευμάτων τον Ιούλιο του 1995 με χορήγηση δασμολογικής προτιμήσεως άνευ προσκομίσεως πιστοποιητικού εισαγωγής.
46 Κατά το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ, οι αρμόδιες αρχές δεν βεβαιώνουν εκ των υστέρων δασμούς, εφόσον πληρούνται σωρευτικώς τρεις προϋποθέσεις. Καταρχάς, η μη είσπραξη των δασμών πρέπει να οφείλεται σε σφάλμα των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο, επιπλέον, να μην είναι δυνατόν να εντοπιστεί από τον καλόπιστο οφειλέτη και, τέλος, ο οφειλέτης να έχει τηρήσει όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση (βλ., αναλόγως, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1989, 161/88, Binder, Συλλογή 1989, σ. 2415, σκέψεις 15 και 16, απόφαση της 14ης Μαΐου 1996, C-153/94 και C-204/94, Faroe Seafood κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I-2465, σκέψη 83, διάταξη της 9ης Δεκεμβρίου 1999, C-299/98 P, CPL Imperial 2 και Unifrigo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-8683, σκέψη 22, και διάταξη της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-30/00, William Hinton & Sons, Συλλογή 2001, σ. I-7511, σκέψεις 68, 69, 71 και 72).
47 Όσον αφορά της δεύτερη από τις ως άνω προϋποθέσεις, τη μόνη που εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η δυνατότητα εντοπισμού του σφάλματος των αρμοδίων τελωνειακών αρχών πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη της φύσεως του σφάλματος, της επαγγελματικής πείρας των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών και της επιμέλειας που οι τελευταίοι επέδειξαν (βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Faroe Seafood κ.λπ., σκέψη 99, και Ilumitrónica, σκέψη 54).
48 Όσον αφορά τη φύση του σφάλματος, αυτή πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη ιδίως της πολυπλοκότητας της σχετικής νομοθεσίας (βλ. απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C-187/91, Belovo, Συλλογή 1992, σ. Ι-4937, σκέψη 18, και την προπαρατεθείσα απόφαση Faroe Seafood κ.λπ., σκέψη 100) και του διαστήματος κατά το οποίο διάρκεσε η εμμονή των αρχών στο σφάλμα τους (βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C-38/95, Foods Import, Συλλογή 1996, σ. Ι-6543, σκέψη 30, και την προπαρατεθείσα απόφαση Ilumitrónica, σκέψη 56).
49 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο, για να απορρίψει τον ισχυρισμό περί πολυπλοκότητας της σχετικής νομοθεσίας, στηρίχθηκε, με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο ότι οι κανόνες που εφαρμόζονται για τη χρήση της επίδικης κοινοτικής δασμολογικής ποσοστώσεως καθορίζονται με τα κείμενα που ρυθμίζουν το άνοιγμα και τη διαχείριση της εν λόγω ποσοστώσεως και θεσπίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής της, ήτοι με τον κανονισμό 774/94, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2198/95, και με τον κανονισμό 1431/94, το άρθρο 1 του οποίου προβλέπει σαφώς ότι κάθε εισαγωγή στην Κοινότητα, που πραγματοποιείται στα πλαίσια αυτής της πολυετούς δασμολογικής ποσοστώσεως, υπόκειται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής.
50 Επιβάλλεται, ωστόσο, η επισήμανση ότι η Επιτροπή δημοσίευσε το νέο κείμενο της συνδυασμένης ονοματολογίας των εμπορευμάτων, εφαρμοστέας από 1ης Ιουλίου 1995, με τον κανονισμό 1359/95, στο παράρτημα 7 του οποίου περιλαμβάνεται κατάλογος των προς χορήγηση από τις αρμόδιες κοινοτικές υπηρεσίες δασμολογικών ποσοστώσεων ΠΟΕ. Η στήλη 6 του παραρτήματος 7, η οποία τιτλοφορείται «Άλλοι γενικοί και ειδικοί όροι» και παρατίθεται στη σκέψη 7 της παρούσας αποφάσεως, δεν περιέχει καμία ένδειξη υπό τον αύξοντα αριθμό 18, περί της συνδυασμένης ονοματολογίας των επίδικων στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως εμπορευμάτων, ενώ στην ίδια στήλη διευκρινίζεται, για άλλα εμπορεύματα, ότι «η υπαγωγή στο ευεργέτημα της ποσόστωσης αυτής εξαρτάται από τους όρους που προβλέπονται από τις σχετικές κοινοτικές διατάξεις».
51 Από τις διαπιστώσεις αυτές, προκύπτει, αφενός, ότι από 1ης Ιουλίου 1995 εμφανίζονται για πρώτη φορά στη συνδυασμένη ονοματολογία του κανονισμού 1359/95 χωριστές δασμολογικές ποσοστώσεις ΠΟΕ προς χορήγηση από τις αρμόδιες κοινοτικές αρχές. Επομένως, με τον κανονισμό αυτόν, στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του οποίου διευκρινίζεται ότι είναι απαραίτητο να τεθούν σε εφαρμογή από 1ης Ιουλίου 1995 ορισμένα δασμολογικά μέτρα, που αφορούν κυρίως γεωργικά προϊόντα, όπως αυτά καθορίσθηκαν στα πλαίσια των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, φαίνεται να ανοίγουν, από την ημερομηνία αυτή, νέες δασμολογικές ποσοστώσεις, χωριστές από αυτές που είχαν ανοίξει την 1η Ιανουαρίου 1994, με τον κανονισμό 774/94. Εξάλλου, οι ίδιες δασμολογικές ποσοστώσεις για τα εμπορεύματα που εισήχθησαν με τις επίδικες εισαγωγές άνοιξαν αναδρομικά από 1ης Ιουλίου 1995 δυνάμει του κανονισμού 2198/95 της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, ο οποίος είναι μεταγενέστερος των εν λόγω εισαγωγών.
52 Αφετέρου, δεδομένων των σχετικών με άλλα εμπορεύματα ενδείξεων, η απουσία οποιασδήποτε διευκρινίσεως στη νέα συνδυασμένη ονοματολογία, σχετικής με τους όρους υπαγωγής των επίμαχων στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως εμπορευμάτων στο ευεργέτημα των ποσοστώσεων, αφήνει επίσης να εννοηθεί ότι η χρήση των οικείων δασμολογικών ποσοστώσεων δεν υπόκειται σε κανέναν όρο.
53 Τέλος, ο κανονισμός 1359/95 δεν περιέχει καμία ένδειξη που να επιτρέπει στους επιχειρηματίες να συναγάγουν ότι οι πληροφορίες που περιέχουν τα παραρτήματα του κανονισμού έχουν αποκλειστικώς δηλωτική αξία.
54 Από τις σκέψεις αυτές, συνάγεται ότι ο ίδιος ο κανονισμός 1359/95 είναι διφορούμενος ως προς το πραγματικό περιεχόμενο των σχετικών με τις δασμολογικές ποσοστώσεις ΠΟΕ στοιχείων, ιδίως όσον αφορά τα εμπορεύματα που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 0207 41 10, 0207 41 41 και 0207 41 71. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό του τίτλου και των ενδείξεων της στήλης 6 του παραρτήματος 7 του ως άνω κανονισμού γεννάται μία κατάσταση η οποία δεν ήταν αρκετά απλή, ώστε από την εξέτασή της να εντοπιστεί ευχερώς ότι η χρήση, από 1ης Ιουλίου 1995, των δασμολογικών ποσοστώσεων για τα εν λόγω εμπορεύματα εξακολουθεί να υπόκειται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής σύμφωνα με τον κανονισμό 1431/94. Επομένως, η εφαρμοστέα νομοθεσία μπορεί, εν προκειμένω, να χαρακτηριστεί αντικειμενικώς ως πολύπλοκη (βλ., π.χ., την προπαρατεθείσα απόφαση Ilumitrónica, σκέψη 57).
55 Ο χαρακτηρισμός αυτός απορρέει απευθείας από το περιεχόμενο του παραρτήματος 7, στο οποίο, μερικές μόνον ημέρες πριν από την επίδικη εισαγωγή, εμφανίζονταν για πρώτη φορά στη συνδυασμένη ονοματολογία χωριστές δασμολογικές ποσοστώσεις ΠΟΕ. Κατά συνέπεια, η πείρα των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών στον τομέα της εμπορίας των επίμαχων εμπορευμάτων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ώστε να κριθεί ότι μπορούσαν ευχερώς να εντοπίσουν το σφάλμα στο Eilverteiler. Εξάλλου, στο σφάλμα αυτό υπέπεσαν οι ίδιες οι ανώτατες τελωνειακές αρχές της Γερμανίας, οι οποίες, τροποποιώντας το δασμολόγιο χρήσεώς τους για να το προσαρμόσουν στον κανονισμό 1359/95, παρέλειψαν να διευκρινίσουν ότι η εισαγωγή των εμπορευμάτων που υπάγονται στους ως άνω κωδικούς υπόκειται στην προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής. Επιπλέον, το σφάλμα αυτό διορθώθηκε αρκετές εβδομάδες μετά τη δημοσίευση του κειμένου και κατόπιν ενεργειών στις οποίες προέβησαν, κατά τον αρμόζοντα τρόπο, οι επιχειρηματίες προς τις αρχές αυτές, ώστε να βεβαιωθούν για τη νομιμότητα των εισαγωγών τους. Δεν μπορεί, συναφώς, να προσαφθεί στους επιχειρηματίες ότι δεν επέδειξαν την οφειλόμενη επιμέλεια, επειδή δεν απευθύνθηκαν εγγράφως στις αρμόδιες αρχές πριν προχωρήσουν στις επίδικες εισαγωγές.
56 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων, προκύπτει ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι τα σφάλματα των τελωνειακών αρχών ήταν τέτοιας φύσεως που οι αναιρεσείουσες ευλόγως μπορούσαν να τα εντοπίσουν. Επομένως, οι αναιρεσείουσες βασίμως υποστηρίζουν ότι ο χαρακτηρισμός αυτός και η συνακόλουθη κρίση ότι δεν πληρούται εν προκειμένω η δεύτερη εκ των προϋποθέσεων που προβλέπει σωρευτικώς το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ συνιστούν νομική πλάνη του Πρωτοδικείου. Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί για τον λόγο αυτόν, χωρίς να απαιτείται εξέταση του άλλου λόγου αναιρέσεως που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες.
Επί της ουσίας
57 Σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί της ουσίας σχετικά με τα αιτήματα των αναιρεσειουσών περί ακυρώσεως των επίδικων αποφάσεων.
58 Υπό το πρίσμα των σκέψεων που προηγήθηκαν, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι Επιτροπή, για να δικαιολογήσει, με τις επίδικες αποφάσεις, την εκ των υστέρων βεβαίωση των εισαγωγικών δασμών στο πλαίσιο των διαφορών μεταξύ των αναιρεσειουσών και των γερμανικών τελωνειακών αρχών, εκτίμησε εσφαλμένα ότι από τις σχετικές με τις επίδικες υποθέσεις περιστάσεις δεν προκύπτει σφάλμα των τελωνειακών αρχών μη δυνάμενο να εντοπιστεί από έναν καλόπιστο επιχειρηματία κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΚΤΚ.
59 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος ακυρώσεως που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες και που αντλείται από παράβαση του ως άνω άρθρου. Κατά συνέπεια, οι επίδικες αποφάσεις πρέπει να ακυρωθούν, χωρίς να απαιτείται εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Biegi και η Commonfood ζήτησαν να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα έξοδα της δίκης.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει:
1) Αναιρεί την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 17ης Σεπτεμβρίου 2003, T-309/01 και T-239/02, Biegi Nahrungsmittel και Commonfood κατά Επιτροπής.
2) Ακυρώνει την απόφαση C(2001) 2533 της Επιτροπής, της 14ης Αυγούστου 2001 (REC 4/00), στο μέτρο που διατάσσει την εκ των υστέρων βεβαίωση των οφειλόμενων από την Peter Biegi Nahrungsmittel GmbH εισαγωγικών δασμών ύψους 218 605,64 DEM.
3) Ακυρώνει την απόφαση C(2002) 857 της Επιτροπής, της 5ης Μαρτίου 2002 (REC 4/01), με την οποία διατάσσεται η εκ των υστέρων βεβαίωση των οφειλομένων από την Commonfood Handelsgesellschaft für Agrar-Produkte mbH εισαγωγικών δασμών ύψους 222 116, 06 DEM.
4) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy