Υπόθεση C-511/03
Staat der Nederlanden (Ministerie van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij)
κατά
Ten Kate Holding Musselkanaal BV κ.λπ.
(αίτηση του Hoge Raad der Nederlanden
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Αστυκτηνιατρική υπηρεσία — Προστασία κατά της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (νόσος των τρελών αγελάδων) — Εκτροφή μηρυκαστικών με πρωτεΐνες προερχόμενες από μη μηρυκαστικά ζώα — Ευθύνη κράτους μέλους προς αποκατάσταση ζημίας που προκάλεσε σε ιδιώτη καταλογιστέα στο εν λόγω κράτος μέλος παραβίαση του κοινοτικού δικαίου — Εφαρμοστέο δίκαιο — Υποχρέωση ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως στρεφομένης κατά της Επιτροπής»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 17ης Φεβρουαρίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 20ής Οκτωβρίου 2005
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό δίκαιο — Προσφυγή ακυρώσεως ή κατά παραλείψεως — Υποχρέωση κράτους μέλους να ασκήσει τέτοια προσφυγή υπέρ ενός των πολιτών του — Δεν υφίσταται — Ύπαρξη τέτοιας υποχρεώσεως και ευθύνη του Δημοσίου δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας — Επιτρέπεται — Όρια
(Άρθρο 10 ΕΚ, 230 ΕΚ και 232 ΕΚ)
2. Γεωργία — Προσέγγιση των νομοθεσιών στον αγορανομικό τομέα — Κτηνιατρικοί και ζωοτεχνικοί έλεγχοι στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου ζώντων ζώων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως— Μέτρα προστασίας κατά της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών — Απόφαση 94/381 — Σύστημα που καθιστά δυνατή τη διαφοροποίηση των προερχομένων από μηρυκαστικά πρωτεϊνών σε σχέση με τις πρωτεΐνες που προέρχονται από μη μηρυκαστικά — Αίτηση κράτους μέλους να του επιτραπεί να δώσει άδεια εκτροφής μηρυκαστικών με πρωτεΐνες προερχόμενες από μη μηρυκαστικά ζώα — Υποχρέωση της Επιτροπής να υποβάλει πρόταση στο Συμβούλιο — Δεν υφίσταται — Προϋποθέσεις
(Οδηγίες του Συμβουλίου 89/662, άρθρο 17, και 90/425, άρθρο 17· απόφαση 94/381 της Επιτροπής, άρθρο 1 § 2)
1. Το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ασκούν προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ ή προσφυγή κατά παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 232 ΕΚ, υπέρ ενός των πολιτών τους. Πάντως, δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, να επιβάλλει μια εθνική νομοθεσία τέτοια υποχρέωση ή να προβλέπει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους σε περίπτωση μη εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεώς του.
Ως προς το ζήτημα αυτό, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι θα έθιγε το κοινοτικό δίκαιο διάταξη εθνικού δικαίου επιβάλλουσα τέτοια υποχρέωση ή προβλέπουσα ευθύνη του κράτους μέλους σε μια τέτοια περίπτωση. Εντούτοις, θα μπορούσε να συνιστά αθέτηση της κατά το άρθρο 10 ΕΚ υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας η μη διατήρηση, εκ μέρους κράτους μέλους, περιθωρίου εκτιμήσεως ως προς την αναγκαιότητα ασκήσεως προσφυγής, με τον εξ αυτού κίνδυνο του κατακλυσμού του κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου με προσφυγές, πολλές από τις οποίες προφανώς αβάσιμες, και της υπονομεύσεως, εξ αυτού του λόγου, της εύρυθμης λειτουργίας του.
(βλ. σκέψεις 31-32, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/381/ΕΚ, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων προστασίας που αφορούν τη σπογγοειδή εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και τη χορήγηση πρωτεϊνών που προέρχονται από θηλαστικά, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, και του άρθρου 17 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, έχει την έννοια ότι σε περίπτωση κατά την οποία από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκύπτει ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συστήματος διασφαλίζοντος τη διαφοροποίηση των προερχομένων από μηρυκαστικά ζωικών πρωτεϊνών σε σχέση με τις πρωτεΐνες που προέρχονται από μη μηρυκαστικά, το οποίο έχει υποβληθεί από κράτος μέλος στην Επιτροπή προς αξιολόγηση και έγκριση, δεν διασφαλίζουν επαρκώς την προστασία της δημόσιας υγείας και σε περίπτωση κατά την οποία η Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή επελήφθη της αιτήσεως κράτους μέλους, χωρίς όμως να εκδώσει γνωμοδότηση, ιδίως λόγω της υπάρξεως νέων επιστημονικών δεδομένων που μεταβάλλουν τις αντιλήψεις περί του κινδύνου που διατρέχει η δημόσια υγεία, πρέπει να θεωρείται ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση ληπτέων μέτρων.
(βλ. σκέψεις 41-43, διατακτ. 2)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)|
της 20ής Οκτωβρίου 2005(*)
«Αστυκτηνιατρική υπηρεσία – Προστασία κατά της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (νόσος των τρελών αγελάδων) – Εκτροφή μηρυκαστικών με πρωτεΐνες προερχόμενες από μη μηρυκαστικά ζώα – Ευθύνη κράτους μέλους προς αποκατάσταση ζημίας που προκάλεσε σε ιδιώτη καταλογιστέα στο εν λόγω κράτος μέλος παραβίαση του κοινοτικού δικαίου – Εφαρμοστέο δίκαιο – Υποχρέωση ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως στρεφομένης κατά της Επιτροπής»
Στην υπόθεση C-511/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Hoge Raad der Nederlanden (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2003, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Δεκεμβρίου 2003, στο πλαίσιο της δίκης
Staat der Nederlanden (Ministerie van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij)
κατά
Ten Kate Holding Musselkanaal BV,
Ten Kate Europrodukten BV,
Ten Kate Producktie Maatschappij BV,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, S. von Bahr, U. Lõhmus και A. Ó Caoimh, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 2ας Δεκεμβρίου 2004,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– οι Ten Kate Holding Musselkanaal BV, Ten Kate Europrodukten BV και Ten Kate Producktie Maatschappij BV, εκπροσωπούμενες από τους H. Bronkhorst και J. A. M. A. Sluysmans, advocaten,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις H. G. Sevenster και J. G. M. van Bakel,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους R. Abraham και E. Puisais,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους T. van Rijn, A. Bordes και H. van Vliet,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά ουσιαστικώς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου ως προς το ζήτημα της ευθύνης κράτους μέλους επειδή παρέλειψε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Ολλανδικού Δημοσίου και των Ten Kate Holding Musselkanaal BV, Ten Kate Europrodukten BV και Ten Kate Produktie Maatschappij BV (στο εξής: Ten Kate κ.λπ.), εταιριών παραγωγής πρωτεϊνών χρησιμοποιουμένων στην παραγωγή τεχνητού γάλακτος για μόσχους και προερχομένων από τη μεταποίηση χοιρινού λίπους. Αντικείμενο της διαφοράς είναι να αναγνωριστεί η ευθύνη του Ολλανδικού Δημοσίου για τη ζημία που υπέστησαν οι Ten Kate κ.λπ. λόγω του γεγονότος ότι κατέστη αδύνατη η εκ μέρους τους εμπορία τέτοιων πρωτεϊνών.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
3 Η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 94/381/ΕΚ, της 27ης Ιουνίου 1994, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων προστασίας που αφορούν τη σπογγοειδή εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και τη χορήγηση πρωτεϊνών που προέρχονται από θηλαστικά (ΕΕ L 172, σ. 23), στο πλαίσιο της προσπάθειας καταστολής αυτής της νόσου (στο εξής: ΣΕΒ). Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι:
«1. Εντός 30 ημερών από τη γνωστοποίηση της παρούσας απόφασης, τα κράτη μέλη απαγορεύουν τη χορήγηση στα μηρυκαστικά ζωοτροφών με πρωτεΐνη που προέρχεται από ιστούς θηλαστικών.
2. Ωστόσο, σε κράτη μέλη που θέτουν σε ισχύ σύστημα που καθιστά δυνατή τη διάκριση της πρωτεΐνης που προέρχεται από μηρυκαστικά από εκείνη που δεν προέρχεται από μηρυκαστικά, πρέπει να εγκρίνεται από την Επιτροπή, βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 17 της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ, η χορήγηση σε μηρυκαστικά ζωοτροφών με πρωτεΐνη από είδη άλλα εκτός των μηρυκαστικών.»
4 Το άρθρο 17 της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29), προβλέπει ότι:
«Σε περίπτωση αναφοράς στη διαδικασία του παρόντος άρθρου, η Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή, η οποία έχει συσταθεί με την απόφαση 68/361/ΕΟΚ, αποφασίζει σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 17 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ.»
5 Το άρθρο 17 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13), όπως διορθώθηκε (ΕΕ 1990, L 151, σ. 40), προβλέπει ότι:
«1. Στις περιπτώσεις όπου γίνεται μνεία της διαδικασίας του παρόντος άρθρου, η Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή, η οποία έχει συσταθεί με την απόφαση 68/361/ΕΟΚ, στο εξής αποκαλούμενη «επιτροπή», συγκαλείται αμέσως από τον πρόεδρό της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε με αίτηση ενός κράτους μέλους .
2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό εντός προθεσμίας δύο ημερών. Η γνώμη διατυπώνεται με την πλειοψηφία που προβλέπει το άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης [νυν άρθρο 205, παράγραφος 2, ΕΚ] για την έκδοση των αποφάσεων τις οποίες το Συμβούλιο καλείται να λάβει μετά από πρόταση της Επιτροπής. Κατά την ψηφοφορία στο πλαίσιο της επιτροπής, οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο. Ο πρόεδρος δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία.
3. Η Επιτροπή θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής.
4. Όταν τα προτεινόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής ή όταν δεν έχει διατυπωθεί γνώμη, η Επιτροπή υποβάλλει αμέσως στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.
Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
Αν το Συμβούλιο δεν λάβει απόφαση εντός δεκαπέντε ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία του υπεβλήθη το θέμα, τα προτεινόμενα μέτρα θεσπίζονται από την Επιτροπή εκτός εάν το Συμβούλιο αποφασίσει με απλή πλειοψηφία κατά των εν λόγω μέτρων.»
6 Στην απόφασή του, το αιτούν δικαστήριο παραθέτει το άρθρο 17 ως είχε αρχικώς, πριν από τη διόρθωσή του το 1990. Στην αρχική της διατύπωση, στην παράγραφο 2 προβλεπόταν ότι:
«Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό εντός προθεσμίας που καθορίζεται από τον πρόεδρο σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος».
7 Η απόφαση 96/449/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1996, σχετικά με την έγκριση εναλλακτικών συστημάτων θερμικής επεξεργασίας για την επεξεργασία ζωικών αποβλήτων με σκοπό την αδρανοποίηση των παθογόνων παραγόντων της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (ΕΕ L 184, σ. 43), απαγόρευσε τη μεταποίηση ζωικών αποβλήτων θηλαστικών, πλην της μεταποιήσεως που γίνεται σύμφωνα με ορισμένη μέθοδο, ιδίως, τη θερμική επεξεργασία. Προκειμένου να παρασχεθεί χρόνος στις επιχειρήσεις να προσαρμόσουν ή να αντικαταστήσουν τις εγκαταστάσεις τους, ορίστηκε ως ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της αποφάσεως 96/449 η 1η Απριλίου 1997.
Η εθνική νομοθεσία
8 Από την απόφαση παραπομπής προκύπτει ότι προκειμένου να λάβει από την Επιτροπή την κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/381 έγκριση, η δημοσίου δικαίου διεπαγγελματική ένωση του τομέα των ζωοτροφών (Productschap voor veevoeder, στο εξής: Productschap), κατόπιν συνεννοήσεως με τους οικείους επιχειρηματίες και τις αρμόδιες αρχές, διαμόρφωσε, υπό μορφή πρωτοκόλλου για την «διαφοροποίηση των πρωτεϊνών», το οποίο προσαρτήθηκε στην κανονιστική απόφαση περί μεταποιήσεως ζωικής προελεύσεως προϊόντων σε ζωοτροφές του 1994, της 9ης Νοεμβρίου 1994 (Verordening Vvr regeling verwerking dierlikje produkten in diervoeders 1994, στο εξής: κανονιστική απόφαση του 1994), σύστημα παραγωγής και ελέγχου στο πλαίσιο του οποίου οι προερχόμενες από μηρυκαστικά πρωτεΐνες μπορούσαν να διαφοροποιηθούν από τις πρωτεΐνες τις μη προερχόμενες από μηρυκαστικά, π.χ. τις προερχόμενες από χοίρους.
9 Η Ολλανδική Κυβέρνηση με την από 29 Νοεμβρίου 1994 επιστολή ζήτησε από την Επιτροπή να της επιτρέψει, κατά τη διαδικασία του άρθρου 17 της οδηγίας 90/425, σύμφωνα με την απόφαση 94/381, να εφαρμόσει το πρωτόκολλο για τη διαφοροποίηση των πρωτεϊνών.
10 Αναμένοντας την έγκριση της Επιτροπής, ο αρμόδιος υπουργός δεν προέβη σε έγκριση της κανονιστικής αποφάσεως του 1994. Οι Ten Kate κ.λπ. προσάρμοσαν την παραγωγική τους διαδικασία στο πρωτόκολλο για τη διαφοροποίηση των πρωτεϊνών. Η εθνική υπηρεσία εποπτείας κτηνοτροφίας και κρεάτων (Rijksdienst voor de keuring van Vee en Vlees, στο εξής: RVV) ενέκρινε αυτόν τον τρόπο λειτουργίας τους.
11 Η Ολλανδική Κυβέρνηση, με την από 18 Δεκεμβρίου 1995 επιστολή της, ζήτησε από την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία εγκρίσεως. Επανέλαβε το αίτημά της με την από 27 Ιουνίου 1997 επιστολή της, υπογραμμίζοντας τη σημασία μιας οριστικής αποφάσεως, ώστε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να μπορέσει να δώσει σαφείς απαντήσεις στις επιχειρήσεις επί του ζητήματος αυτού.
12 Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως 96/449, η ολλανδική κανονιστική ρύθμιση τροποποιήθηκε με την κανονιστική απόφαση της 25ης Μαρτίου 1997, περί συστημάτων θερμικής επεξεργασίας και τελικών προϊόντων (Regeling warmtebehandelingssytemen en einproducten, Stcrt. 1997, αριθ. 61), που τέθηκε σε ισχύ στις 30 Ιουλίου 1997. Λόγω των σημαντικών επενδύσεων που απαιτεί η θερμική επεξεργασία που προβλέπει η νέα κανονιστική ρύθμιση και επειδή δεν υπήρχε ακόμη καμία ένδειξη ότι η Επιτροπή θα χορηγήσει την έγκρισή της δυνάμει της αποφάσεως 94/381, οι Ten Kate κ.λπ. ανέστειλαν την παραγωγή πρωτεϊνών από χοιρινό λίπος.
13 Με την από 9 Μαρτίου 1998 επιστολή του, ο αρμόδιος υπουργός ζήτησε από την Productschap να εναρμονίσει την κανονιστική απόφαση του 1994 με την απόφαση 94/381, δεδομένου ότι τα κοινοτικά όργανα δεν επρόκειτο να λάβουν συντόμως απόφαση επί του πρωτοκόλλου για τη διαφοροποίηση των πρωτεϊνών. Ο πρόεδρος της Productschap εξέδωσε, στις 30 Ιουνίου 1998, νέα απόφαση απαγορεύουσα την παραγωγή ζωικών αλεύρων σύμφωνα με το εν λόγω πρωτόκολλο.
14 Στις 22 Φεβρουαρίου 1999, ο Υπουργός Γεωργίας, Προστασίας της φύσεως και Αλιείας εξέδωσε κανονιστική απόφαση απαγορεύουσα, από 1ης Μαρτίου 1999, τη χρήση ζωικών αλεύρων στη διατροφή των ζώων (Regeling verbod diermelen in diervoeders, Stcrt. 1999, αριθ. 37), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαρτίου 1999.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15 Στις 24 Φεβρουαρίου 1998, οι Ten Kate κ.λπ. άσκησαν, ενώπιον του Rechtbank te ‘s-Gravenhage, αγωγή με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί το Ολλανδικό Δημόσιο να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν επειδή μετά την 30ή Ιουλίου 1997 δεν παράγουν πλέον πρωτεΐνες από χοιρινό λίπος ούτε μπορούν να διαθέσουν τα προγενέστερα της 30ής Ιουλίου 1997 αποθέματα. Προς στήριξη της αγωγής τους προβάλλουν πταίσμα του Δημοσίου ως προς τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν, ώστε να διασφαλιστεί η εκ μέρους της Επιτροπής χορήγηση της αιτηθείσας εγκρίσεως. Υποστηρίζουν, ιδίως, ότι το Ολλανδικό Δημόσιο όφειλε να ασκήσει προσφυγή κατά παραλείψεως, δυνάμει του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 232 ΕΚ), στρεφόμενη κατά της Επιτροπής.
16 Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό. Το κατ’ έφεση επιληφθέν Gerechtshof te ‘s Gravenhage το δέχθηκε.
17 Ουδείς από τους διαδίκους της κύριας δίκης αμφισβητεί ότι οι Ten Kate κ.λπ. δεν μπορούσαν οι ίδιες να ασκήσουν προσφυγή κατά παραλείψεως στρεφόμενη κατά της Επιτροπής, εφόσον η παράλειψη της Επιτροπής δεν τις αφορούσε άμεσα. Εξάλλου, αγωγή αποζημιώσεως στηριζόμενη στο άρθρο 215 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 288 ΕΚ) δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την παροχή της δυνατότητας στις Ten Kate κ.λπ. να συνεχίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα.
18 Το Hoge Raad der Nederlanden έχει αμφιβολίες ως προς την εξουσία εκτιμήσεως του Δημοσίου όσον αφορά την άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. Επισημαίνει ότι, σε περιπτώσεις απτόμενες της πολιτικής διεθνών σχέσεων, το Δημόσιο έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι προς εκτίμηση τυχόν ευθύνης του Δημοσίου πρέπει προηγουμένως να κριθεί αν έχουν εφαρμογή οι κανόνες του ολλανδικού ή του κοινοτικού δικαίου. Υπέρ της εφαρμογής των κανόνων του κοινοτικού δικαίου συνηγορεί το γεγονός ότι απόφαση βάσει των κανόνων του εθνικού δικαίου θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία νομικής ανισότητας μεταξύ των πολιτών των διαφόρων κρατών μελών στις περιπτώσεις ακριβώς στις οποίες τίθεται ζήτημα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εν λόγω κρατών –και, εμμέσως, των πολιτών τους– έναντι των οργάνων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
19 Το αιτούν δικαστήριο έχει, επίσης, αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη αποκλειστικού δικαιώματος πρωτοβουλίας της Επιτροπής να υποβάλλει σχέδια ληπτέων αποφάσεων στη Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή κατά τη διαδικασία που προβλέπουν οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας 90/425 και του άρθρου 17 της οδηγίας 89/662. Πράγματι, η ύπαρξη τέτοιου δικαιώματος θα απέκλειε την υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί οπωσδήποτε σε μια ενέργεια, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ευδοκιμήσει η προσφυγή κατά παραλείψεως.
20 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Hoge Raad der Nederlanden αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Η απάντηση στο ερώτημα αν, σε περίπτωση όπως η παρούσα, το Δημόσιο υπέχει την υποχρέωση έναντι έχοντος συμφέρον πολίτη, όπως η Ten Kate, να κάνει χρήση της δυνατότητας ασκήσεως της κατά το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΚ […] ή της κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ), καθώς και στο ερώτημα αν, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του αυτής, το Δημόσιο οφείλει να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη εντεύθεν ο ως άνω πολίτης, πρέπει να δοθεί βάσει των κανόνων του ολλανδικού δικαίου ή βάσει των κανόνων του κοινοτικού δικαίου;
2) Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί, εν όλω ή εν μέρει, βάσει των κανόνων του κοινοτικού δικαίου:
α) Θεμελιώνεται κατά το κοινοτικό δίκαιο, σε ορισμένες περιπτώσεις, υποχρέωση και ευθύνη, κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος;
β) Αν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, στοιχείο α΄, είναι καταφατική, ποιοι είναι οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου που σε μια συγκεκριμένη περίπτωση όπως η παρούσα πρέπει να αποτελέσουν το κριτήριο βάσει του οποίου θα δοθεί η απάντηση στο πρώτο ερώτημα;
3) Έχει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/381/ΕΚ, συνδυαζόμενο εν ανάγκη με το άρθρο 17 της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ και το άρθρο 17 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ, την έννοια ότι εντεύθεν απορρέει υποχρέωση για την Επιτροπή ή για το Συμβούλιο να χορηγήσουν μια έγκριση όπως η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση, αν το σύστημα που το αιτούν κράτος μέλος εφαρμόζει ή προτίθεται να εφαρμόσει έχει όντως ως σκοπό να διακρίνει τις πρωτεΐνες των μηρυκαστικών από εκείνες των μη μηρυκαστικών;
4) Κατά πόσον η απάντηση στο τρίτο ερώτημα συνεπάγεται περιορισμό του κατά το πρώτο ερώτημα δικαιώματος ή της υποχρεώσεως του Δημοσίου να εναντιωθεί ασκώντας την προσφυγή του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΚ […] στην παράλειψη χορηγήσεως εγκρίσεως όπως η επίμαχη στην παρούσα υπόθεση ή να εναντιωθεί, ασκώντας την κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης προσφυγή […] στην άρνηση χορηγήσεως τέτοιας εγκρίσεως;»
21 Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το τρίτο ερώτημα έχει ενδιαφέρον, είτε η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί βάσει του ολλανδικού είτε βάσει του κοινοτικού δικαίου, εκτός αν στη δεύτερη περίπτωση, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, στοιχείο α΄, είναι αρνητική. Το τέταρτο ερώτημα έχει ενδιαφέρον μόνον ως λογική προέκταση του δευτέρου ερωτήματος, στοιχείο β΄.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
22 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, που επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ουσιαστικώς να διευκρινιστεί βάσει ποίου δικαίου προσδιορίζεται αν υποχρεούται κράτος μέλος, έναντι ενός πολίτη του, να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ ή προσφυγή κατά παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 232 ΕΚ και αν θεμελιούται ευθύνη του σε περίπτωση που δεν το πράξει. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, επίσης, αν το κοινοτικό δίκαιο επιβάλλει μια τέτοια υποχρέωση έχουσα ως συνέπεια τη στοιχειοθέτηση τέτοιας ευθύνης.
23 Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι κατά το άρθρο 5 ΕΚ η Κοινότητα ενεργεί εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της αναθέτει και των στόχων που της ορίζει η Συνθήκη ΕΚ.
24 Επιπροσθέτως, το άρθρο 234 ΕΚ προβλέπει ότι το Δικαστήριο αποφαίνεται, με προδικαστικές αποφάσεις, επί της ερμηνείας της Συνθήκης και των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς και επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με Πράξη του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εφόσον τα εν λόγω καταστατικά το προβλέπουν.
25 Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να ερμηνεύει την εσωτερική νομοθεσία κράτους μέλους (διάταξη της 21ης Δεκεμβρίου 1995, C‑307/95, Max Mara, Συλλογή 1995, σ. I‑5083, σκέψη 5· απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, C‑58/98, Corsten, Συλλογή 2000, σ. I‑7919, σκέψη 24, και διάταξη της 19ης Ιανουαρίου 2001, C‑391/00, Colapietro, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 8 και 9).
26 Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα αν, σύμφωνα με τους κανόνες του ολλανδικού δικαίου, το Δημόσιο υπέχει έναντι ενός των πολιτών του την υποχρέωση να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως ή προσφυγή κατά παραλείψεως ή αν υπέχει ευθύνη σε περίπτωση που δεν το πράξει.
27 Όσον αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, επιβάλλεται αρχικώς να τονιστεί ότι το γράμμα των άρθρων 230 ΕΚ και 232 ΕΚ δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση ασκήσεως προσφυγής. Αντιθέτως, το άρθρο 232 ΕΚ ορίζει ότι τα κράτη μέλη «δύνανται» να προσφεύγουν στο Δικαστήριο ζητώντας να αναγνωριστεί παραβίαση της Συνθήκης συνιστάμενη σε παράλειψη ενέργειας ενός από τα κοινοτικά όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αυτής της διατάξεως.
28 Δεν συνάγεται, επίσης, τέτοια υποχρέωση από το άρθρο 10 ΕΚ που επικαλέστηκαν οι καθών της κύριας δίκης προς στήριξη της απόψεώς τους. Η αρχή που τίθεται με το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα θεσμικά όργανα αμοιβαία υποχρέωση ειλικρινούς συνεργασίας (απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983, 230/81, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 255, σκέψη 37· διάταξη της 13ης Ιουλίου 1990, C‑2/88, Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. I‑3365, σκέψη 17), χωρίς να μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κράτος μέλος ενδέχεται να έχει την υποχρέωση, έναντι των πολιτών του, να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως ή προσφυγή κατά παραλείψεως.
29 Αντιθέτως, λαμβάνοντας υπόψη τις προϋποθέσεις παραδεκτού που ισχύουν για τις προβλεπόμενες από τις Συνθήκες προσφυγές, καθώς και το δικαίωμα για αποτελεσματική ένδικη προστασία, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει αυτή την αρχή της ειλικρινούς συνεργασίας υπό την έννοια ότι τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τους εσωτερικούς οικονομικούς κανόνες που διέπουν την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων κατά τρόπον ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα φυσικά και νομικά πρόσωπα να αμφισβητούν ενώπιον των δικαστηρίων τη νομιμότητα οποιασδήποτε αποφάσεως ή εθνικού μέτρου σχετικά με την εφαρμογή επ’ αυτών μιας κοινοτικής πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα προβάλλοντας την ακυρότητά της (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σκέψη 42). Το ίδιο ισχύει όταν φυσικό ή νομικό πρόσωπο προβάλλει την παράλειψη ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 232 ΕΚ, παράλειψη την οποία θεωρεί αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
30 Καίτοι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση στα κράτη μέλη να ασκούν προσφυγή ακυρώσεως ή προσφυγή κατά παραλείψεως υπέρ ενός των πολιτών τους, εντούτοις, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται να εξεταστεί αν αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο διάταξη εθνικού δικαίου επιβάλλουσα τέτοια υποχρέωση ή προβλέπουσα ενδεχόμενη ευθύνη του οικείου κράτους σε περίπτωση μη εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεώς του.
31 Ως προς το ζήτημα αυτό, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι θα έθιγε το κοινοτικό δίκαιο διάταξη εθνικού δικαίου επιβάλλουσα τέτοια υποχρέωση ή προβλέπουσα ευθύνη του κράτους μέλους σε μια τέτοια περίπτωση. Εντούτοις, θα μπορούσε να συνιστά αθέτηση της κατά το άρθρο 10 ΕΚ υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας η μη διατήρηση, εκ μέρους κράτους μέλους, περιθωρίου εκτιμήσεως ως προς την αναγκαιότητα ασκήσεως προσφυγής, με τον εξ αυτού κίνδυνο του κατακλυσμού του κοινοτικού δικαιοδοτικού οργάνου με προσφυγές, πολλές από τις οποίες προφανώς αβάσιμες, και της υπονομεύσεως, εξ αυτού του λόγου, της εύρυθμης λειτουργίας του.
32 Βάσει αυτών των στοιχείων, πρέπει στα δύο πρώτα ερωτήματα να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ασκούν προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ ή προσφυγή κατά παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 232 ΕΚ, υπέρ ενός των πολιτών τους. Πάντως, δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, να επιβάλλει μια εθνική νομοθεσία τέτοια υποχρέωση ή να προβλέπει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους σε περίπτωση μη εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεώς του.
Επί του τρίτου ερωτήματος
33 Με το τρίτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/381, σε συνδυασμό, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, με τις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας 90/425 και του άρθρου 17 της οδηγίας 89/662, έχει την έννοια ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποχρεούνται να χορηγούν την έγκριση περί της οποίας πρόκειται αν το σύστημα που το αιτούν κράτος μέλος εφαρμόζει ή πρόκειται να εφαρμόσει εξασφαλίζει πράγματι τη διαφοροποίηση των προερχομένων από μηρυκαστικά πρωτεϊνών σε σχέση με τις μη προερχόμενες από μηρυκαστικά πρωτεΐνες.
Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
34 Οι Ten Kate κ.λπ. υπογραμμίζουν την έκφραση «εγκρίνεται» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/381, η οποία δεν αφήνει περιθώριο για εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής. Την ερμηνεία αυτή επιρρωννύει η έκτη αιτιολογική σκέψη αυτής της αποφάσεως, κατά την οποία «όταν κάποιο κράτος μέλος μπορεί να θέσει σε ισχύ ένα σύστημα που καθιστά δυνατή τη διάκριση της πρωτεΐνης που προέρχεται από μηρυκαστικά από εκείνη που δεν προέρχεται από μηρυκαστικά πρέπει να εγκρίνεται από την Επιτροπή […]».
35 Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, αντιθέτως, φρονούν ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της παρούσας υποθέσεως, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να χορηγήσει την έγκριση. Υπογραμμίζουν ότι, αντιθέτως προς όσα υπονοεί το αιτούν δικαστήριο, ο φάκελος υποβλήθηκε στη Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή κατά τις συνεδριάσεις της της 7ης και της 8ης Μαρτίου 1995. Η επιτροπή αυτή, όμως, δεν εξέφερε γνώμη. Η Επιτροπή δεν υπέβαλε πρόταση στο Συμβούλιο. Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή προβάλλουν τα νέα επιστημονικά δεδομένα που προέκυψαν στον τομέα της ΣΕΒ ως δικαιολογία για τη μη λήψη αποφάσεως. Η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται, επίσης, τις αποφάσεις της 18ης Νοεμβρίου 1999, C‑151/98 P, Pharos κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-8157, σκέψη 25) και της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-5291, σκέψη 66), υποστηρίζοντας ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, καίτοι επέβαλε στην Επιτροπή την υποχρέωση ταχείας ενέργειας, εντούτοις, της άφησε περιθώριο διακρίσεως, καθώς και ότι το νόημα της έκφρασης «υποβάλλει αμέσως στο Συμβούλιο» εξαρτάται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις.
36 Η Επιτροπή επισημαίνει, εξάλλου, ότι ήδη προ της υποβολής της αιτήσεως του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, της 29ης Νοεμβρίου 1994, για χορήγηση εγκρίσεως, με την από 11 Νοεμβρίου 1994 επιστολή της είχε υποβάλει ορισμένες ερωτήσεις στις ολλανδικές αρχές αναφορικά με την εφαρμογή της αποφάσεως 94/381. Επανέλαβε τις ερωτήσεις αυτές με τις από 21 Μαρτίου 1995 και 20 Ιουνίου 1995 επιστολές της, χωρίς, όμως, να λάβει ικανοποιητική απάντηση. Επιπροσθέτως, κατόπιν της ανακοινώσεως στην οποία προέβη η βρετανική Spongiform Encephalopathy Advisory Committee ως προς την πιθανή ύπαρξη σχέσεως μεταξύ της ΣΕΒ και της νόσου Creutzfeldt-Jakob τέθηκε σε εφαρμογή στα κράτη μέλη πρόγραμμα επιθεωρήσεων. Από τις 9 έως τις 13 Δεκεμβρίου 1996 πραγματοποιήθηκε επιθεώρηση στις Κάτω Χώρες. Κατέδειξε ότι οι έλεγχοι εφαρμογής της αποφάσεως 94/381 ήταν ανεπαρκείς, διότι, ιδίως, δεν περιελάμβαναν εργαστηριακούς ελέγχους των τελικών προϊόντων. Στις 7 Ιουλίου 1997 η Επιτροπή κίνησε διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως κατά του Βασιλείου των Κάτω Χωρών, αποστέλλουσα έγγραφο οχλήσεως, διαδικασία στην οποία δεν δόθηκε συνέχεια μετά την ανταλλαγή πληροφοριών, η οποία συνεχίστηκε μέχρι τα έτη 1998 και 1999.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
37 Υπενθυμίζεται ότι η απόφαση 94/381, η απαγορεύουσα τη χρησιμοποίηση προερχομένων από ιστούς θηλαστικών πρωτεϊνών ως τροφή των μηρυκαστικών, συνιστά μέτρο που ελήφθη στο πλαίσιο της προσπάθειας καταστολής της νόσου ΣΕΒ, η οποία την εποχή εκείνη εθεωρείτο αποκλειστικώς ως νόσος των ζώων. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι, κατά παρέκκλιση από την απαγόρευση αυτή, η Επιτροπή παρέχει σε εκείνα τα κράτη μέλη που είναι σε θέση να εφαρμόσουν σύστημα διασφαλίζον τη διαφοροποίηση των προερχομένων από μηρυκαστικά πρωτεϊνών σε σχέση με τις πρωτεΐνες που προέρχονται από μη μηρυκαστικά, στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 17 της οδηγίας 90/425, το οποίο παραπέμπει στο άρθρο 17 της οδηγίας 89/662, τη δυνατότητα να επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση πρωτεϊνών προερχομένων από μη μηρυκαστικά ζώα για την παρασκευή ζωοτροφών για μηρυκαστικά.
38 Το άρθρο 17 της οδηγίας 89/662 προβλέπει τη σύγκληση της Μόνιμης Κτηνιατρικής Επιτροπής, την υποβολή, εκ μέρους της Επιτροπής, σχεδίου ληπτέων μέτρων, τη γνωμοδότηση αυτής της επιτροπής, την έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής όταν αυτή είναι σύμφωνη με τη γνωμοδότηση της κτηνιατρικής επιτροπής, ή την υποβολή προτάσεως στο Συμβούλιο, εκ μέρους της Επιτροπής, σε περίπτωση που τα προτεινόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνωμοδότηση της κτηνιατρικής επιτροπής ή σε περίπτωση ελλείψεως γνωμοδοτήσεως.
39 Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, καθώς και από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, αντιθέτως προς την υπόθεση στην οποία στηρίχθηκε το αιτούν δικαστήριο, η Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή εξέτασε τις συγκεκριμένες αιτήσεις παροχής εγκρίσεως κατά τις συνεδριάσεις της της 7ης και 8ης Μαρτίου 1995, χωρίς όμως να εκφέρει γνώμη.
40 Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το στοιχείο, επιβάλλεται η αναδιατύπωση του ερωτήματος υπό την έννοια ότι ζητείται δι’ αυτού να διευκρινιστεί αν, ελλείψει γνωμοδοτήσεως της Μόνιμης Κτηνιατρικής Επιτροπής, η Επιτροπή υποχρεούται, παρά ταύτα, να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα ληπτέα μέτρα.
41 Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί σχετικά με διαδικασία λήψεως κανονιστικών αποφάσεων όμοια με εκείνη που προβλέπει η απόφαση 94/381, ότι στην Επιτροπή πρέπει να αναγνωρίζεται επαρκές περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να μπορεί να λαμβάνει με πλήρη επίγνωση τα αναγκαία και πρόσφορα για την προστασία της δημόσιας υγείας μέτρα (απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, C-198/03 P, Επιτροπή κατά CEVA και Pfizer, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 80).
42 Στην περίπτωση κατά την οποία, όπως στην περίπτωση της κύριας δίκης, από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή προκύπτει ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συστήματος διασφαλίζοντος τη διαφοροποίηση των προερχομένων από μηρυκαστικά ζωικών πρωτεϊνών σε σχέση με τις πρωτεΐνες που προέρχονται από μη μηρυκαστικά, το οποίο έχει υποβληθεί από κράτος μέλος στην Επιτροπή προς αξιολόγηση και έγκριση, δεν διασφαλίζουν επαρκώς την προστασία της δημόσιας υγείας και σε περίπτωση κατά την οποία η Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή επελήφθη της αιτήσεως κράτους μέλους, χωρίς όμως να εκδώσει γνωμοδότηση, ιδίως λόγω της υπάρξεως νέων επιστημονικών δεδομένων που μεταβάλλουν τις αντιλήψεις περί του κινδύνου που διατρέχει η δημόσια υγεία, πρέπει να θεωρείται ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση ληπτέων μέτρων (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, την προαναφερθείσα απόφαση Pharos κατά Επιτροπής, σκέψεις 23 και 24). Το Συμβούλιο, βεβαίως, λαμβάνει απόφαση μόνον εφόσον του έχει υποβληθεί πρόταση της Επιτροπής.
43 Συνεπώς, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/381, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας 90/425 και του άρθρου 17 της οδηγίας 89/662, έχει την έννοια ότι στην περίπτωση κατά την οποία από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή προκύπτει ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συστήματος διασφαλίζοντος τη διαφοροποίηση των προερχομένων από μηρυκαστικά ζωικών πρωτεϊνών σε σχέση με τις πρωτεΐνες που προέρχονται από μη μηρυκαστικά, το οποίο έχει υποβληθεί από κράτος μέλος στην Επιτροπή προς αξιολόγηση και έγκριση, δεν διασφαλίζουν επαρκώς την προστασία της δημόσιας υγείας και σε περίπτωση κατά την οποία η Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή επελήφθη της αιτήσεως κράτους μέλους, χωρίς όμως να εκδώσει γνωμοδότηση, ιδίως λόγω της υπάρξεως νέων επιστημονικών δεδομένων που μεταβάλλουν τις αντιλήψεις περί του κινδύνου που διατρέχει η δημόσια υγεία, πρέπει να θεωρείται ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση ληπτέων μέτρων.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
44 Με το τέταρτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον η απάντηση στο τρίτο ερώτημα συνεπάγεται περιορισμό του κατά το πρώτο ερώτημα δικαιώματος ή της υποχρεώσεως του κράτους μέλους να αντιταχθεί σε άρνηση χορηγήσεως εγκρίσεως, όπως στην παρούσα υπόθεση, ή να αντιταχθεί στην παράλειψη χορηγήσεως μιας τέτοιας εγκρίσεως.
45 Έχοντας υπόψη τις απαντήσεις που δόθηκαν στα τρία πρώτα ερωτήματα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα, όσον αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. Επιπροσθέτως, όπως τονίστηκε στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να απαντήσει επί ερωτημάτων που αφορούν την ερμηνεία του εθνικού δικαίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
46 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ασκούν προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ ή προσφυγή κατά παραλείψεως δυνάμει του άρθρου 232 ΕΚ, υπέρ ενός των πολιτών τους. Πάντως, δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, να επιβάλλει μια εθνική νομοθεσία τέτοια υποχρέωση ή να προβλέπει την ευθύνη του οικείου κράτους μέλους σε περίπτωση μη εκπληρώσεως αυτής της υποχρεώσεώς του.
2) Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/381/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1994, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων προστασίας που αφορούν τη σπογγοειδή εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και τη χορήγηση πρωτεϊνών που προέρχονται από θηλαστικά, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 17 της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, και του άρθρου 17 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, έχει την έννοια ότι σε περίπτωση κατά την οποία από τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκύπτει ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συστήματος διασφαλίζοντος τη διαφοροποίηση των προερχομένων από μηρυκαστικά ζωικών πρωτεϊνών σε σχέση με τις πρωτεΐνες που προέρχονται από μη μηρυκαστικά, το οποίο έχει υποβληθεί από κράτος μέλος στην Επιτροπή προς αξιολόγηση και έγκριση, δεν διασφαλίζουν επαρκώς την προστασία της δημόσιας υγείας και σε περίπτωση κατά την οποία η Μόνιμη Κτηνιατρική Επιτροπή επελήφθη της αιτήσεως κράτους μέλους, χωρίς όμως να εκδώσει γνωμοδότηση, ιδίως λόγω της υπάρξεως νέων επιστημονικών δεδομένων που μεταβάλλουν τις αντιλήψεις περί του κινδύνου που διατρέχει η δημόσια υγεία, πρέπει να θεωρείται ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση ληπτέων μέτρων.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy