Υπόθεση C-547/03 P
Asian Institute of Technology (AIT)
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως — Πρόγραμμα Asia-Invest — Πρόσκληση προς υποβολή προτάσεων — Σύμβαση — Άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου — Προδήλως απαράδεκτο — Έλλειψη εννόμου συμφέροντος — Άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου — Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας — Αίτηση προσκομίσεως εγγράφων — Πρόσκληση των διαδίκων να λάβουν εγγράφως θέση επί ορισμένων ζητημάτων της διαφοράς»
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 13ης Σεπτεμβρίου 2005
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 19ης Ιανουαρίου 2006
Περίληψη της αποφάσεως
Διαδικασία — Απόφαση που λαμβάνεται με αιτιολογημένη διάταξη — Λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 64 και 111)
Εφόσον τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 64, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου σκοπούν, κατά τη διάταξη του άρθρου αυτού, στην υπό τους καλύτερους όρους προετοιµασία των υποθέσεων, εξέλιξη των διαδικασιών και επίλυση των διαφορών, η χρήση των μέτρων αυτών δεν δύναται καθαυτή να αποτελέσει πρόσκομμα για την έκδοση αιτολημένης διατάξεως βάσει του άρθρου 111 του ιδίου Κανονισμού.
(βλ. σκέψη 30)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 19ης Ιανουαρίου 2006 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Πρόγραμμα Asia-Invest – Πρόσκληση προς υποβολή προτάσεων – Σύμβαση – Άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου – Προδήλως απαράδεκτο – Έλλειψη εννόμου συμφέροντος – Άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου – Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας – Αίτηση προσκομίσεως εγγράφων – Πρόσκληση των διαδίκων να λάβουν εγγράφως θέση επί ορισμένων ζητημάτων της διαφοράς»
Στην υπόθεση C-547/03 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η οποία υποβλήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2003,
Asian Institute of Technology (AIT), με έδρα το Pathumthani (Tαΐλάνδη), εκπροσωπούμενο από τον H. Teissier du Cros, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείον,
αντίδικος:
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P.-J. Kuijper και την B. Schöfer, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, J. Makarczyk, R. Silva de Lapuerta, P. Kūris και Γ. Αρέστη (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: K. Sztranc, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Μαΐου 2005,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2005,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με την αίτησή του αναιρέσεως, το Asian Institute of Technology (στο εξής: AIT) ζητεί την εξαφάνιση της διατάξεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 15ης Οκτωβρίου 2003, T-288/02, AIT κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία απορρίφθηκε ως προδήλως απαράδεκτη η προσφυγή του για την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 22ας Φεβρουαρίου 2002, με την οποία συνήφθη σύμβαση έρευνας στο πλαίσιο του προγράμματος «Asia-Invest» με το «Center for Energy-Environment Research & Development [Κέντρο Ενέργειας – Έρευνας για το Περιβάλλον και Ανάπτυξης] (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Νομικό πλαίσιο
2 Ο τίτλος ΙΙ του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, όπως ο κανονισμός αυτός ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, περιλαμβάνει το κεφάλαιο 3, με τίτλο «Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και αποδεικτικά μέσα». Το τμήμα Ι του κεφαλαίου αυτού, με τίτλο «Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας», περιλαμβάνει το άρθρο 64, οι παράγραφοι 1 έως 4 του οποίου ορίζουν τα εξής:
«§ 1 Τα µέτρα οργανώσεως της διαδικασίας αποβλέπουν στην υπό τους καλύτερους όρους προετοιµασία των υποθέσεων, εξέλιξη των διαδικασιών και επίλυση των διαφορών. Το Πρωτοδικείο αποφασίζει για τη λήψη των µέτρων αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα.
§ 2 Σκοπός των µέτρων οργανώσεως της διαδικασίας είναι ιδίως:
α) να εξασφαλίζουν την οµαλή εξέλιξη της έγγραφης ή προφορικής διαδικασίας και να διευκολύνουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων·
β) να καθορίζουν τα σηµεία στα οποία οι διάδικοι οφείλουν να συµπληρώσουν την επιχειρηµατολογία τους ή τα οποία απαιτούν τη διεξαγωγή αποδείξεων·
γ) να καθιστούν σαφές το περιεχόµενο των αιτηµάτων, καθώς και των ισχυρισµών και επιχειρηµάτων των διαδίκων και να διευκρινίζουν τα σηµεία τα οποία αποτελούν το αντικείµενο της διαφοράς·
δ) να διευκολύνουν τον φιλικό διακανονισµό των διαφορών.
§ 3 Τα µέτρα οργανώσεως της διαδικασίας µπορούν ιδίως να συνίστανται σε:
α) υποβολή ερωτήσεων στους διαδίκους·
β) πρόσκληση των διαδίκων να λάβουν εγγράφως ή προφορικώς θέση σε ορισµένα θέµατα της διαφοράς·
γ) αίτηση παροχής από τους διαδίκους ή τρίτους πληροφοριών ή ενηµερωτικών στοιχείων·
δ) αίτηση προσκοµίσεως εγγράφων ή οποιουδήποτε στοιχείου που έχει σχέση µε την υπόθεση·
ε) κλήση των εκπροσώπων των διαδίκων ή των ιδίων των διαδίκων σε συνεδριάσεις.
§ 4 Κάθε διάδικος µπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να προτείνει τη λήψη ή την τροποποίηση µέτρων οργανώσεως της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, ακούγονται οι άλλοι διάδικοι προτού διαταχθούν τα µέτρα αυτά.
Όταν οι περιστάσεις της υποθέσεως το απαιτούν, το Πρωτοδικείο ενηµερώνει τους διαδίκους για τα µέτρα που προτίθεται να λάβει και τους παρέχει την ευκαιρία να υποβάλουν προφορικώς ή γραπτώς τις παρατηρήσεις τους.»
3 Ο τίτλος III του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας περιλαμβάνει το κεφάλαιο 2, με τίτλο «Παρεμπίπτοντα ζητήματα». Το κεφάλαιο αυτό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 111, 113 και 114, τα οποία ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 111
Όταν το Πρωτοδικείο είναι προδήλως αναρµόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως στερούµενη παντελώς νοµικής βάσεως, το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, µπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί µε αιτιολογηµένη διάταξη.
Άρθρο 113
Το Πρωτοδικείο µπορεί οποτεδήποτε, αυτεπαγγέλτως, αφού ακούσει τους διαδίκους, να αποφανθεί ως προς το απαράδεκτο για λόγους δηµοσίας τάξεως ή να διαπιστώσει ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειµένου και ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί· η απόφαση λαµβάνεται σύµφωνα µε τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 114, παράγραφοι 3 και 4.
Άρθρο 114
[…]
§ 3 Η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
§ 4 Το Πρωτοδικείο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, αποφασίζει επί της αιτήσεως ή επιφυλάσσεται να την εξετάσει µαζί µε την ουσία της υποθέσεως· παραπέµπει την υπόθεση ενώπιον του ∆ικαστηρίου αν αυτή εµπίπτει στην αρµοδιότητα του τελευταίου.
Αν το Πρωτοδικείο απορρίψει την αίτηση ή επιφυλαχθεί να την εξετάσει µαζί µε την ουσία της υποθέσεως, ο πρόεδρος καθορίζει νέες προθεσµίες για τη συνέχιση της δίκης.»
Το ιστορικό της διαφοράς
4 Το ΑΙΤ είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός τεχνολογικής εκπαιδεύσεως και έρευνας με έδρα στην Ταϊλάνδη.
5 Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, έως το 2001 το ΑΙΤ αποτελούσε υπηρεσία χωρίς νομική προσωπικότητα με την ονομασία «Center for Energy-Environment Research and Development» (στο εξής: CEERD), διευθυντής του οποίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001 ήταν ο Τ. Lefèvre.
6 Το πρόγραμμα «Asia-Invest» εντάσσεται σε μια σειρά πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για την προώθηση των συναλλαγών και της συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ασίας, διά της ενισχύσεως της εμπορικής συνεργασίας. Στο πλαίσιο του προγράμματος αυτού, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δημοσίευσε στις 10 Απριλίου 2001 πρόσκληση προς υποβολή προτάσεων υπ’ αριθ. EUROPEAID/112441/C/G (ΕΕ C 109, σ. 9).
7 Κατόπιν της δημοσιεύσεως αυτής, το «Center for Energy-Environment Research and Development – Foundation for International Human Resource Development» (στο εξής: CEERD-FIHRD») υπέβαλε στις 19 Νοεμβρίου 2001 πρόταση υπογεγραμμένη από τον Τ. Lefèvre, υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή του οργανισμού αυτού.
8 Μετά την αξιολόγηση των υποβληθεισών προτάσεων, η Επιτροπή αποφάσισε να προκρίνει, μεταξύ άλλων, την πρόταση αυτή και εξέδωσε την επίδικη απόφαση. Η συναφθείσα με το CEERD σύμβαση αριθ. ASI/B7-301/95/108-174 υπογράφηκε στις 27 Φεβρουαρίου 2002 από τον Τ. Lefèvre, ο οποίος εμφανίσθηκε ως διευθυντής του οργανισμού αυτού. Η εν λόγω σύμβαση προέβλεπε την προκαταβολή του ποσού των 27 481,88 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε σε λογαριασμό της τράπεζας Thai Farmers Bank επ’ ονόματι του «Foundation for International Human Resource Development» (στο εξής: FIHRD).
9 Με έγγραφο της 17ης Ιουλίου 2002, το συμβούλιο του AIT ζήτησε από το EuropeAid, το Γραφείο Συνεργασίας της Επιτροπής (στο εξής: EuropeAid), πληροφορίες σχετικά με ένα σχέδιο με τίτλο «Facilitating the Dissemination of European Clean Technologies in Thailand» [προώθηση της διαδόσεως ευρωπαϊκών καθαρών τεχνολογιών στην Ταϊλάνδη]. Με το έγγραφο αυτό το συμβούλιο του ΑΙΤ επισήμανε ότι το CEERD ήταν «μια απλή υπηρεσία του ΑΙΤ στερούμενη νομικής προσωπικότητας, η οποία δεν [είχε] ικανότητα να συνάπτει συμβάσεις ιδιοποιούμενη το όνομα αυτό, ιδίως μέσω του Τ. Lefèvre ο οποίος από πολλού χρόνου δεν [ήταν] πλέον διευθυντής του οργανισμού αυτού».
10 Απαντώντας στην επιστολή αυτή, ο E. W. Muller, διευθυντής του EuropeAid, απέστειλε, στις 21 Ιουλίου 2002, στο συμβούλιο του ΑΙΤ επιστολή, με την οποία ενημέρωσε το εν λόγω συμβούλιο ότι είχε υπογραφεί σύμβαση για λογαριασμό της Επιτροπής, αφενός, από τον ίδιο και τον Eich στις 22 Φεβρουαρίου 2002, και, αφετέρου, από τον T. Lefèvre, διευθυντή του CEERD, στις 27 Φεβρουαρίου 2002. Με την εν λόγω επιστολή ο E. W. Muller διευκρίνισε επίσης ότι στο πλαίσιο της συμβάσεως αυτής είχε ήδη προκαταβληθεί το ποσό των 27 481,88 ευρώ και ότι, δεδομένου ότι ο χρόνος εκτελέσεως της συμβάσεως είχε οριστεί σε 15 μήνες, το σχέδιο επρόκειτο να περατωθεί στις 28 Μαΐου 2003.
11 Με την ίδια αυτή επιστολή η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι στις 4 Ιουλίου 2000 είχε υπογράψει ανάλογη σύμβαση, διάρκειας 17 μηνών, με τον T. Lefèvre, διευθυντή του CEERD, και ότι το ποσό της προβλεπόμενης από τη σύμβαση αυτή επιδοτήσεως, ύψους 42 227,50 ευρώ, είχε καταβληθεί στο σύνολό του.
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
12 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Σεπτεμβρίου 2002, το ΑΙΤ άσκησε προσφυγή για την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Η υπόθεση αυτή πρωτοκολλήθηκε υπό τον αριθμό Τ‑288/02.
13 Την ίδια ημέρα το AIT άσκησε προσφυγή για την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 2000, με την οποία συνήφθη η σύμβαση έρευνας για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 11 της παρούσας αποφάσεως. Η υπόθεση αυτή πρωτοκολλήθηκε υπό τον αριθμό T-287/02.
14 Στις 20 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή κατέθεσε υπομνήματα αντικρούσεως στις υποθέσεις ΑΙΤ κατά Επιτροπής, επί των οποίων εκδόθηκε η διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 2003 (Τ‑287/02, Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-2179), καθώς και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη (Τ‑288/02, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), ζητώντας, μεταξύ άλλων, τη συνεκδίκαση των υποθέσεων αυτών. Η Γραμματεία του Πρωτοδικείου έταξε στο ΑΙΤ προθεσμία προκειμένου αυτό να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως συνεκδικάσεως. Το ΑΙΤ εναντιώθηκε στη συνεκδίκαση των εν λόγω υποθέσεων.
15 Με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑288/02, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής. Σε παράρτημα του υπομνήματος αυτού παρατίθενται επίσης οι πρώτες σελίδες του κειμένου της προτάσεως του CEERD-FIHRD την οποία είχε υπογράψει στις 19 Νοεμβρίου 2001 ο Τ. Lefèvre, ως διευθυντής του CEERD-FIHRD, καθώς και η σύμβαση που συνήφθη στις 27 Φεβρουαρίου 2002 μεταξύ της Επιτροπής και του CEERD.
16 Mε δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Μαΐου 2003, το AIT υπέβαλε αίτηση αναστολής εκτελέσεως της επίδικης αποφάσεως. Με τη διάταξη της 9ης Ιουλίου 2003, T‑288/02 R, AIT κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. ΙΙ‑2885), ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου απέρριψε την αίτηση αυτή και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα. Το AIT άσκησε αναίρεση κατά της διατάξεως αυτής, την οποία ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου, αποφαινόμενος, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, απέρριψε με τη διάταξη της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-348/03 P(R), AIT κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή).
17 Στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Πρωτοδικείο ζήτησε στις 30 Ιουνίου 2003 από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, να του κοινοποιήσει την πρόσκληση προς υποβολή προτάσεων EUROPEAID/112441/C/G, για την οποία γίνεται λόγος στη σκέψη 6 της παρούσας αποφάσεως, τα κείμενα σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο που αφορά τις προβλεπόμενες από το πρόγραμμα «Asia-Invest» επιδοτήσεις, καθώς και το πλήρες κείμενο της προτάσεως του CEERD-FIHRD της 19ης Νοεμβρίου 2001.
18 Δεδομένου ότι η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στην αίτηση αυτή στις 22 Ιουλίου 2003, το Πρωτοδικείο κάλεσε το ΑΙΤ, κατά το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του, να λάβει θέση επί των εγγράφων που προσκόμισε το κοινοτικό αυτό όργανο και να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως.
19 Στις 11 Σεπτεμβρίου 2003, το ΑΙΤ ανταποκρίθηκε στην αίτηση αυτή. Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε, το ΑΙΤ επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι στις 2 Σεπτεμβρίου 2003 είχε κινήσει κατά του Τ. Lefèvre διαδικασία για παραποίηση ενώπιον του tribunal de grande instance de Paris.
20 Με την προμνημονευθείσα διάταξη της 25ης Ιουνίου 2003, ΑΙΤ κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 113 και 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του, την προσφυγή που άσκησε το ΑΙΤ στο πλαίσιο της αντίστοιχης υποθέσεως.
21 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, το Πρωτοδικείο απέρριψε, δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, την ασκηθείσα κατά της επίδικης αποφάσεως προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.
22 Η εκτίμηση του Δικαστηρίου συναφώς είναι η ακόλουθη:
«27 Κατά πάγια νομολογία, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να προσβάλει, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, EΚ, μόνον τις πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντά του, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψη 9· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 18ης Μαΐου 1994, T-37/92, BEUC και NCC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-285, σκέψη 27, και της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Τ‑178/94, ATM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-2529, σκέψη 53).
28 Από τα υπομνήματα της Επιτροπής καθώς και από τα κοινοποιηθέντα στο Πρωτοδικείο έγγραφα και, ιδίως, από τη σύμβαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002 και από την πρόταση της 19ης Νοεμβρίου 2001 την οποία υπέβαλε το [CEERD-FIHRD] προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση εν πλήρει γνώσει της καταστάσεως, ήτοι έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι το αντισυμβαλλόμενο μέρος ήταν φορέας διαφορετικός από το ΑΙΤ και ότι το CEERD και ο διευθυντής του δεν συνδέονταν πλέον με το ΑΙΤ. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως, στην πρόταση της 19ης Νοεμβρίου 2001 και ιδίως στο τμήμα II με τίτλο «The Applicant», γίνεται ρητή αναφορά στη μεταβίβαση του CEERD από το AIT στο FIHRD, καθώς και στο γεγονός ότι ο Τ. Lefèvre δεν εργαζόταν πλέον στο AIT. Επιπλέον, με τα εν λόγω έγγραφα η Επιτροπή είχε ενημερωθεί, προ της συνάψεως της συμβάσεως, για μια σειρά νέων δεδομένων που αφορούσαν το CEERD και το FIHRD.
29 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απόφαση της Επιτροπής περί συνάψεως της συμβάσεως της 27ης Φεβρουαρίου 2002 δεν ενείχε καμία πλάνη όσον αφορά την ταυτότητα του συμβαλλομένου, ούτε βασιζόταν σε απάτη σχετικά με την ύπαρξη δεσμού μεταξύ του συμβαλλομένου και του προσφεύγοντος. Η Επιτροπή γνώριζε ότι ο Τ. Lefèvre είχε επιδιώξει τη σύναψη της συμβάσεως για λογαριασμό του [CEERD-FIHRD], νέου και διακριτού φορέα, και συνήψε τη σύμβαση εν γνώσει του γεγονότος αυτού.
30 Επομένως, αποδέκτης της προσβαλλόμενης αποφάσεως της Επιτροπής είναι το [CEERD-FIHRD], και όχι το προσφεύγον, η δε σύμβαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002 δεν επιβάλλει στο προσφεύγον καμία υποχρέωση και δεν του απονέμει κανένα δικαίωμα. Συνεπώς, η απόφαση της Επιτροπής περί συνάψεως της συμβάσεως αυτής ουδόλως αφορά το προσφεύγον, ενώ η ακύρωσή της δεν δύναται να επηρεάσει τη νομική του κατάσταση ούτε να του αποφέρει όφελος.
31 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το προσφεύγον δεν δύναται να υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρήγαγε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντά του, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση.
32 Καθόσον το προσφεύγον εκτιμά ότι έχει υποστεί βλάβη από τη φερόμενη παράνομη συμπεριφορά του Τ. Lefèvre καθώς και από τη φερόμενη “ιδιοποίηση” του CEERD, απόκειται στο ίδιο να επιδιώξει την προστασία των δικαιωμάτων του ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων. Η ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν δύναται να αποκαταστήσει τη ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη από τη φερόμενη “ιδιοποίηση”».
Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
23 Με την αίτησή του αναιρέσεως το AIT ζητεί από το Δικαστήριο:
– να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
– να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο·
– άλλως, να κρατήσει την υπόθεση και να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία·
– να ακυρώσει την επίδικη απόφαση.
24 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει το ΑΙΤ στα δικαστικά έξοδα.
25 Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Μαρτίου 2004, το ΑΙΤ ζήτησε, κατά το άρθρο 117 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να του επιτραπεί να καταθέσει υπόμνημα απαντήσεως. Με απόφαση της 23ης Μαρτίου 2004 ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αυτή.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
26 Προς στήριξη του αιτήματός του περί εξαφανίσεως της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, το ΑΙΤ προβάλλει τρεις λόγους αναιρέσεως. Ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αντλούνται, αντιστοίχως, από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και από παράβαση του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει το ΑΙΤ αντλείται από παράβαση του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως του οποίου η διακήρυξη έγινε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1, στο εξής: Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων).
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
27 Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, το ΑΙΤ υποστηρίζει, καταρχάς, ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του, καθόσον, εν προκειμένω, πριν αποφανθεί δυνάμει του άρθρου αυτού, είχε ήδη διατάξει μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 64 του ιδίου κανονισμού.
28 Πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας επιτρέπει στο Πρωτοδικείο να απορρίψει μια προσφυγή με αιτιολογημένη διάταξη και να μη συνεχίσει τη διαδικασία, όταν η προσφυγή αυτή δεν δύναται να ευδοκιμήσει, για τους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη λόγους.
29 Αφετέρου, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το άρθρο 64, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, τα μέτρα που διατάσσονται δυνάμει του άρθρου αυτού σκοπούν στην υπό τους καλύτερους όρους προετοιµασία των υποθέσεων, εξέλιξη των διαδικασιών και επίλυση των διαφορών.
30 Επομένως, εφόσον τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 64, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου σκοπούν, κατά τη διάταξη του άρθρου αυτού, στην υπό τους καλύτερους όρους προετοιµασία των υποθέσεων, εξέλιξη των διαδικασιών και επίλυση των διαφορών, η χρήση των μέτρων αυτών δεν δύναται καθαυτή να αποτελέσει πρόσκομμα για την έκδοση διατάξεως βάσει του άρθρου 111 του ιδίου Κανονισμού.
31 Συναφώς, το ΑΙΤ υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογή του άρθρου 111 είναι εν προκειμένω εσφαλμένη για τον λόγο ότι η ασκηθείσα προσφυγή δεν ήταν προδήλως απαράδεκτη υπό την έννοια του άρθρου αυτού. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο έκρινε την προσφυγή απαράδεκτη μετά τη λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, τα οποία διετάχθησαν ένα έτος μετά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής και κατόπιν μιας πρώτης ανταλλαγής υπομνημάτων.
32 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 30 και 31 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, η ασκηθείσα ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή απορρίφθηκε ως προδήλως απαράδεκτη για τον λόγο ότι το AIT δεν δικαιολογούσε έννομο συμφέρον. Για τον συγκεκριμένο λόγο απαραδέκτου γινόταν ήδη αναφορά στο υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής. Επιπλέον, τα έγγραφα επί των οποίων στηρίχθηκε η συλλογιστική του Πρωτοδικείου, ήτοι η πρόταση του CEERD-FIHRD της 19ης Νοεμβρίου 2001 και η σύμβαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002, περιλαμβάνονταν κατά το πλείστον μεταξύ των διαδικαστικών εγγράφων που παρατίθενται στο παράρτημα του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής.
33 Επομένως, ο ισχυρισμός του AIT κατά τον οποίο, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε, εντός της ταχθείσας από το Πρωτοδικείο προθεσμίας, ορισμένα έγγραφα στα οποία αναφέρεται ρητώς η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η προσφυγή δεν έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη, στερείται παντελώς βάσεως και πρέπει ως εκ τούτου να απορριφθεί.
34 Δεύτερον, το AIT υποστηρίζει ότι η έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως βάσει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, μετά την πρώτη ανταλλαγή υπομνημάτων, θίγει τα δικονομικά του δικαιώματα, καθόσον δεν είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του ακροάσεως. Προς τούτο, υποστηρίζει ότι το απαράδεκτο για το οποίο γίνεται εν προκειμένω λόγος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 113 του ιδίου κανονισμού, το οποίο του απονέμει πρόσθετα δικαιώματα, όπως το δικαίωμα ακροάσεως στο πλαίσιο προφορικής διαδικασίας.
35 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εφαρμογή του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου δεν εξασφαλίζει τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, καθόσον το Πρωτοδικείο μπορεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 113 του ιδίου κανονισμού, να αποφανθεί μετά το πέρας της έγγραφης και μόνο διαδικασίας.
36 Μολονότι, τέλος, το AIT προβάλλει, κατ’ ουσίαν, με τους ισχυρισμούς του προσβολή των δικονομικών του δικαιωμάτων, για τον λόγο ότι, όπως υποστηρίζει, δεν είχε τη δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του ακροάσεως, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να υπομνησθεί ότι το Πρωτοδικείο κάλεσε το ΑΙΤ να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως και ότι το ΑΙΤ ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση αυτή.
37 Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν και τα πρόσθετα αυτά επιχειρήματα που προβάλλει το ΑΙΤ προς στήριξη του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
38 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε κανένα νομικό σφάλμα κατά την εφαρμογή του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
39 Το AIT υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639), παρέβη τη διάταξη του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, EΚ. Κατά το ΑΙT, το παραδεκτό της προσφυγής του έπρεπε να εξετασθεί βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 937). Συναφώς, το AIT εκτιμά ότι εν προκειμένω πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθόρισε η νομολογία αυτή. Συγκεκριμένα, το ΑΙΤ, επικαλούμενο την απόφαση της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I-1853), υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση προσέβαλε, μεταξύ άλλων, το δικαίωμά του να χρησιμοποιεί το όνομα και τον λογότυπο του CEERD τα οποία εμφανίζονται σε διάφορα έγγραφα του φακέλου, στοιχείο που διακρίνει την περίπτωσή του από αυτήν των λοιπών οικονομικών φορέων.
40 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο του λόγου αυτού, το ΑΙΤ δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ικανό να αποδείξει ότι η εκτίμηση που το Πρωτοδικείο διατυπώνει με τη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, κατά την οποία η επίδικη απόφαση δεν παρήγαγε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντά του, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση, είναι εσφαλμένη.
41 Αφενός, το AIT δεν αμφισβήτησε τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου που εκτίθενται, αντιστοίχως, στις σκέψεις 28 και 30 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή είχε εκδώσει την επίδικη απόφαση έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι ο αντισυμβαλλόμενός της ήταν διαφορετικός από το ΑΙΤ και ότι αποδέκτης της εν λόγω αποφάσεως ήταν το CEERD και όχι το ΑΙΤ. Επιπροσθέτως, το ΑΙΤ δεν αμφισβητεί ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της επίμαχης συμβάσεως το CEERD και ο διευθυντής του δεν συνδέονταν πλέον με το AIT.
42 Αφετέρου, το AIT δεν αντικρούει με κανένα επιχείρημα τη διαπίστωση που διατυπώνεται με τη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, κατά την οποία η επίδικη απόφαση δεν του επιβάλλει καμία υποχρέωση και δεν του απονέμει κανένα δικαίωμα.
43 Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Τ. Lefèvre ιδιοποιήθηκε το όνομα και τον λογότυπο του CEERD, στοιχεία που εμφανίζονται σε διάφορα έγγραφα του προσκομισθέντος ενώπιον του Πρωτοδικείου φακέλου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το στοιχείο αυτό δεν δικαιολογεί έννομο συμφέρον του AIT για προσβολή της επίδικης αποφάσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου.
44 Εξάλλου, όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, εάν το AIT εκτιμούσε ότι η φερόμενη παράνομη συμπεριφορά του Τ. Lefèvre το έβλαπτε, μπορούσε να επιδιώξει προστασία των δικαιωμάτων του ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων.
45 Συναφώς, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που υπέβαλε το ΑΙΤ μετά την κοινοποίηση σε αυτό των εγγράφων που κατέθεσε η Επιτροπή στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο οργανισμός αυτός επισήμανε ότι έχει εναγάγει τον Τ. Lefèvre για παραποίηση ενώπιον του tribunal de grande instance de Paris στις 2 Σεπτεμβρίου 2003.
46 Από τις ανωτέρω εκτιμήσεις προκύπτει ότι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
47 Επικουρικώς, το ΑΙΤ υποστηρίζει ότι η απόρριψη της προσφυγής του ως απαράδεκτης από πλευράς του άρθρου 230 EΚ προσβάλει το δικαίωμα του για αποτελεσματική δικαστική προστασία, όπως αυτό κατοχυρώνεται με το άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Συναφώς, το ΑΙΤ υποστηρίζει ότι η προσφυγή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, εν αντιθέσει προς τα διαλαμβανόμενα στη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, δεν πληροί τους όρους που απαιτούνται κατά τη νομολογία προκειμένου ένα ένδικο βοήθημα να θεωρείται αποτελεσματικό. Συγκεκριμένα, μολονότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 2002, C-50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-6677), δεν ακολούθησε την πρόταση του γενικού εισαγγελέα, οι λόγοι επί των οποίων στήριξε την απόφασή του δεν ισχύουν για νομικό πρόσωπο που δεν εδρεύει σε κράτος μέλος της Ένωσης, όπως το ΑΙΤ.
48 Ο υπό εξέταση λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, πρέπει να επισημανθεί ότι το Πρωτοδικείο, αφού κατέληξε, με τη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως, στη διαπίστωση ότι το AIT δεν δύναται να υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση παρήγαγε δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντά του, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση, επισήμανε, με τη σκέψη 32 της ίδιας διατάξεως, ότι, καθόσον το ΑΙΤ εκτιμά ότι η φερόμενη παράνομη συμπεριφορά του Τ. Lefèvre καθώς και η φερόμενη «ιδιοποίηση» του λογοτύπου «CEERD», το έβλαπτε, απόκειται σ’ αυτό να επιδιώξει προστασία των δικαιωμάτων του ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων.
49 Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι είναι γεγονός ότι το ΑΙΤ έχει ασκήσει αγωγή κατά του Τ. Lefèvre για παραποίηση ενώπιον του tribunal de grande instance de Paris στις 2 Σεπτεμβρίου 2003.
50 Επομένως, εν προκειμένω, το AIT δεν δύναται, εν πάση περιπτώσει, να προβάλει ισχυρισμό περί προσβολής του δικαιώματός του αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
51 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει, ομοίως, να απορριφθεί ως αβάσιμος και, κατά συνέπεια, να απορριφθεί το αίτημα περί αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως.
52 Δεδομένου ότι τα λοιπά αιτήματα της αιτήσεως αναιρέσεως υποβλήθηκαν για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο θα εξαφάνιζε την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
53 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως βάσει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του ΑΙΤ στα δικαστικά έξοδα και το ΑΙΤ ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει το Asian Institute of Technology (AIT) στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy