Υπόθεση C-3/03 P
Matratzen Concord GmbH, πρώην Matratzen Concord AG,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 – Ομοιότητα μεταξύ δύο σημάτων – Κίνδυνος συγχύσεως – Αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού εικονιστικού σήματος που περιέχει τη λέξη “Matratzen” – Προγενέστερο λεκτικό σήμα MATRATZEN»
Περίληψη της διατάξεως
1. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος ? Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενεστέρου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος, καταχωρισθέντος για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή για πανομοιότυπες ή παρόμοιες υπηρεσίες ? Ομοιότητα μεταξύ των οικείων σημάτων – Κριτήρια εκτιμήσεως – Σύνθετο σήμα
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχ. β΄)
2. Αναίρεση – Λόγοι – Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των υποβληθέντων στην κρίση του Πρωτοδικείου πραγματικών περιστατικών – Αποκλείεται – Λεκτικό και εικονιστικό σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
3. Κοινοτικό σήμα – Δικαίωμα του δικαιούχου ενός κοινοτικού σήματος να αντιταχθεί σε οποιαδήποτε χρήση ικανή να αλλοιώσει την εγγύηση προελεύσεως ? Δικαίωμα το οποίο εμπίπτει στο ειδικό αντικείμενο του δικαίου των σημάτων ? Ανακοπή κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, ασκηθείσα από τον δικαιούχο εθνικού σήματος το οποίο θεωρείται περιγραφικό στη γλώσσα άλλου κράτους μέλους ? Επιτρέπεται από πλευράς της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
(Άρθρο 30 ΕΚ· κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου)
1. Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων δεν σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον ένα από τα στοιχεία που αποτελούν το σύνθετο σήμα και να συγκρίνεται με ένα άλλο σήμα. Αντιθέτως, η σύγκριση αυτή πρέπει να γίνεται με εξέταση των επιμάχων σημάτων στο πλαίσιο της οποίας έκαστο θεωρείται ως σύνολο. Τούτο δεν αποκλείει ότι στη συνολική εντύπωση που προκαλεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του ενδιαφερομένου κοινού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να κυριαρχεί ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το αποτελούν.
(βλ. σκέψη 32)
2. Δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, καθαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προβαίνει το Πρωτοδικείο και κατόπιν της οποίας κρίνει ότι, όσον αφορά ένα λεκτικό και εικονιστικό σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος, το λεκτικό τμήμα αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του επίμαχου σήματος.
(βλ. σκέψη 34)
3. Το δικαίωμα του δικαιούχου του σήματος να αντιτάσσεται σε κάθε χρησιμοποίηση του σήματος αυτού ικανή να αλλοιώσει την εγγύηση προελεύσεως, η οποία αποτελεί την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, ανάγεται στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος, του οποίου η προστασία μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Έτσι, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να καταχωρίσει, ως εθνικό σήμα, ένα σημείο το οποίο, στη γλώσσα άλλου κράτους μέλους, είναι περιγραφικό των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών ούτε στον δικαιούχο ενός τέτοιου σήματος να αντιτάσσεται, οσάκις υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ αυτού του εθνικού σήματος και ενός σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος, στην καταχώριση του σημείου αυτού.
(βλ. σκέψεις 41-42)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 28ης Απριλίου 2004 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 – Ομοιότητα μεταξύ δύο σημάτων – Κίνδυνος συγχύσεως – Αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού εικονιστικού σήματος που περιέχει τη λέξη “Matratzen” – Προγενέστερο λεκτικό σήμα MATRATZEN»
Στην υπόθεση C-3/03 P,
Matratzen Concord GmbH, πρώην Matratzen Concord AG, με έδρα την Κολωνία (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον W.-W. Wodrich, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 23ης Οκτωβρίου 2002, T-6/01, Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ – Hukla Germany (Matratzen) (Συλλογή 2002, σ. II-4335), με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής, με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) της 31ης Οκτωβρίου 2000, περί μη καταχωρίσεως ενός εικονιστικού σήματος ως κοινοτικού σήματος (συνεξετασθείσες υποθέσεις R 728/1999-2 και R 792/1999-2),
όπου ο έτερος διάδικος είναι το:
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), εκπροσωπούμενο από τους A. von Mühlendahl και G. Schneider, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τον J. N. Cunha Rodrigues, πρόεδρο τμήματος, την F. Macken (εισηγήτρια) και τον K. Lenaerts, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,
εκδίδει την παρούσα
Διάταξη
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Ιανουαρίου 2003, η εταιρία Matratzen Concord GmbH (στο εξής: Matratzen) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑6/01, Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ – Hukla Germany (Matratzen) (Συλλογή 2002, σ. II‑4335, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής, με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: Γραφείο) της 31ης Οκτωβρίου 2000, περί μη καταχωρίσεως ενός εικονιστικού σήματος ως κοινοτικού σήματος (συνεξετασθείσες υποθέσεις R 728/1999‑2 και R 792/1999‑2) (στο εξής: επίδικη απόφαση).
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«1. Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση:
[…]
β) εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ως «προγενέστερα σήματα» νοούνται:
α) τα σήματα τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αίτησης κοινοτικού σήματος, αφού ληφθεί υπόψη, ενδεχομένως, το προβαλλόμενο δικαίωμα προτεραιότητας, για τα σήματα αυτά και τα οποία ανήκουν στις ακόλουθες κατηγορίες:
[…]
(ii) σήματα καταχωρισμένα σε κράτος μέλος ή, όσον αφορά το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες, στο Γραφείο σημάτων της Μπενελούξ […]
[…]»
3 Το άρθρο 12 του ίδιου κανονισμού, που τιτλοφορείται «Περιορισμός των αποτελεσμάτων του κοινοτικού σήματος», ορίζει τα εξής:
«Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές:
[...]
β) ενδείξεων περί το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, τον χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών τους·
[...]
εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο.»
4 Κατά το άρθρο 106, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, το οποίο τιτλοφορείται «Απαγόρευση της χρήσης κοινοτικών σημάτων»:
«Εκτός αντιθέτου διατάξεως, ο παρών κανονισμός δεν επηρεάζει το δικαίωμα, που παρέχει το δίκαιο των κρατών μελών, για άσκηση αγωγών κατά της χρήσης μεταγενέστερου κοινοτικού σήματος λόγω παραβίασης προγενέστερων δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 8 ή του άρθρου 52, παράγραφος 2. Οι αγωγές που στρέφονται κατά της παραβίασης προγενέστερων δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 4, δεν δύνανται ωστόσο να ασκηθούν εάν ο δικαιούχος του προγενέστερου δικαιώματος δεν δικαιούται πλέον, σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, να ζητήσει την ακυρότητα του κοινοτικού σήματος.»
Το ιστορικό της διαφοράς
5 Στις 10 Οκτωβρίου 1996, η αναιρεσείουσα υπέβαλε ενώπιον του Γραφείου αίτηση καταχωρίσεως ως κοινοτικού σήματος του κατωτέρω λεκτικού και εικονιστικού σήματος:
για προϊόντα των κλάσεων 10 (μαξιλάρια, μαξιλάρια κεφαλής, στρώματα, μαξιλάρια αέρος και κλίνες για ιατρικές χρήσεις), 20: (στρώματα, στρώματα αέρος, κλίνες, μη μεταλλικές σχάρες, στρωματσόπανα, κλινοστρωμνές) και 24 (κλινοσκεπάσματα, μαξιλαροθήκες, κλινοσέντονα, κλινοσκεπάσματα με πούπουλα, επενδύσεις, καλύμματα στρωμάτων, υπνόσακκοι), υπό την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας σχετικά με τη διεθνή κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί.
6 Στις 21 Απριλίου 1998, η Hukla Germany SA (στο εξής: Hukla), δικαιούχος ενός λεκτικού σήματος αποτελούμενου από τη λέξη «Matratzen», καταχωρισθέντος στην Ισπανία για προϊόντα της κλάσεως 20 (στο εξής: προγενέστερο σήμα), άσκησε ανακοπή ενώπιον του τμήματος ανακοπών του Γραφείου δυνάμει του άρθρου 42 του κανονισμού 40/94.
7 Με απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1999, το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή όσον αφορά τις κατηγορίες προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 10 και τη δέχθηκε όσον αφορά τα προϊόντα των κλάσεων 20 και 24. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν προσφυγή τόσο η Matratzen όσο και η Hukla.
8 Με την επίδικη απόφαση, το δεύτερο τμήμα προσφυγών του Γραφείου απέρριψε την προσφυγή της Matratzen και δέχθηκε την προσφυγή της Hukla. Κατ’ ουσίαν, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι, στην Ισπανία, τα δύο επίδικα σήματα θεωρούνταν παρόμοια και ότι, μεταξύ των διακρινομένων από τα δύο αυτά σήματα προϊόντων, ορισμένα είναι πανομοιότυπα και ορισμένα είναι κατά πολύ όμοια. Βάσει της αναλύσεως αυτής, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως, υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, ως προς όλα τα προϊόντα που αφορά η αίτηση.
Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
9 Στις 9 Ιανουαρίου 2001, η Matratzen άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου με αίτημα την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως λόγω παραβάσεως, αφενός, του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄ του κανονισμού 40/94 και, αφετέρου, της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
10 Όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, το Πρωτοδικείο, υπενθυμίζοντας ότι η αντίληψη του μέσου καταναλωτή των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών έχει καθοριστική σημασία για την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, επισήμανε, με τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η άποψη του κοινού στο κράτος μέλος στο οποίο έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα, δηλαδή στην Ισπανία.
11 Το Πρωτοδικείο έκρινε πρώτα, με τη σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δύο σήματα είναι παρόμοια οσάκις, κατά την άποψη του ενδιαφερομένου κοινού, υπάρχει μια τουλάχιστον μερική ομοιότητα μεταξύ τους όσον αφορά μία ή πλείονες ουσιώδεις πτυχές, ιδίως την οπτική, την ακουστική και την εννοιολογική πτυχή. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, εν προκειμένω, η λέξη «Matratzen» αποτελεί συγχρόνως το προγενέστερο σήμα και ένα από τα σημεία που αποτελούν το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση και ότι, επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το προγενέστερο σήμα ταυτίζεται, από οπτικής και ακουστικής απόψεως, με ένα από τα σημεία που αποτελούν το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση. Ωστόσο, κατά το Πρωτοδικείο, η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί από μόνη της για να θεωρηθεί ότι τα δύο επίμαχα σήματα, θεωρούμενα έκαστο ως σύνολο, είναι παρόμοια.
12 Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Προσέθεσε, με τη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η σύγκριση αυτή δεν σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον ένα από τα στοιχεία που αποτελούν το σύνθετο σήμα και να συγκρίνεται με ένα άλλο σήμα, αλλά, αντιθέτως, ότι πρέπει να γίνεται με εξέταση των επίμαχων σημάτων στο πλαίσιο της οποίας έκαστο θεωρείται ως σύνολο. Εντούτοις, με την ίδια σκέψη υπογράμμισε ότι τούτο δεν αποκλείει ότι στη συνολική εντύπωση που προκαλεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του ενδιαφερομένου κοινού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να κυριαρχεί ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το αποτελούν.
13 Στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τα ουσιώδη για τη συγκεκριμένη περίπτωση κριτήρια, το Πρωτοδικείο ανέλυσε τα στοιχεία που αποτελούν το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση, δηλαδή τις λέξεις «Matratzen», «Concord» και «markt», καθώς και το εικονιστικό σημείο εκατέρου σε σχέση προς τα άλλα. Με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έκρινε ότι οι λέξεις «Matratzen» και «Concord» μπορούν να θεωρηθούν ως τα σημαντικότερα στοιχεία που αποτελούν το σήμα. Πάντως, κατά το Πρωτοδικείο, η λέξη «Matratzen», η οποία χαρακτηρίζεται από την υπεροχή των συμφώνων σκληρής προφοράς και η οποία ουδεμία ομοιότητα παρουσιάζει προς οποιαδήποτε ισπανική λέξη, έχει προφανώς περισσότερες πιθανότητες από τη λέξη «Concord» να διατηρηθεί στη μνήμη του ενδιαφερομένου κοινού. Το Πρωτοδικείο συνήγαγε εντεύθεν ότι η λέξη «Matratzen» αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Ως εκ τούτου, με τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατέληξε ότι, για το ενδιαφερόμενο κοινό, υπάρχει οπτική και ακουστική ομοιότητα μεταξύ των δύο σημάτων.
14 Τέλος, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, σωρευτικώς θεωρούμενοι, ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των επίμαχων σημάτων και ο βαθμός ομοιότητας μεταξύ των προσδιοριζόμενων από τα σήματα αυτά προϊόντων είναι αρκούντως υψηλοί και ότι, επομένως, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των επίμαχων σημάτων.
15 Με τη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αποδυναμώνεται από τα επιχειρήματα που αντλεί η Matratzen από το άρθρο 12, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Κατά το Πρωτοδικείο, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η διάταξη αυτή μπορεί να ασκεί επιρροή στη διαδικασία καταχωρίσεως, η επιρροή αυτή περιορίζεται, όσον αφορά την εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, στον αποκλεισμό του ενδεχομένου να θεωρηθεί ένα περιγραφικό σημείο το οποίο αποτελεί μέρος ενός συνθέτου σήματος ως διακριτικό και κυρίαρχο στοιχείο στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το σήμα αυτό. Εν προκειμένω, η λέξη «Matratzen» δεν είναι, κατά την άποψη του ενδιαφερομένου κοινού, περιγραφική των προϊόντων που προσδιορίζει το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.
16 Όσον αφορά την προβληθείσα παραβίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η καταχώριση ως εθνικού σήματος ενός σημείου το οποίο, στη γλώσσα ενός άλλου κράτους μέλους, είναι περιγραφικό των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών δεν αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Με τη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 30 ΕΚ επιτρέπει τις παρεκκλίσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων οι οποίες απορρέουν από την άσκηση δικαιωμάτων αντλουμένων από εθνικό σήμα μόνο στο μέτρο που οι παρεκκλίσεις αυτές δικαιολογούνται από τη διασφάλιση των δικαιωμάτων που συνιστούν το ειδικό αντικείμενο της οικείας βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Το δικαίωμα του δικαιούχου του σήματος να αντιτάσσεται σε κάθε χρησιμοποίηση του σήματος αυτού ικανή να αλλοιώσει την εγγύηση προελεύσεως, νοούμενη κατά τα ανωτέρω, ανάγεται στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος.
17 Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, με τη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά το άρθρο 106, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, ο κανονισμός αυτός δεν επηρεάζει το δικαίωμα, που παρέχει το δίκαιο των κρατών μελών, για άσκηση αγωγών κατά της χρήσεως μεταγενέστερου κοινοτικού σήματος λόγω προσβολής των δικαιωμάτων επί προγενεστέρων εθνικών σημάτων. Υπογράμμισε ότι, εφόσον σε μια συγκεκριμένη περίπτωση υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ προγενεστέρου εθνικού σήματος και σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος, η χρησιμοποίηση του σημείου αυτού μπορεί να απαγορευθεί από το εθνικό δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας λόγω απομιμήσεως σήματος.
18 Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή.
Η αίτηση αναιρέσεως
19 Η Matratzen ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να απορρίψει την ανακοπή που άσκησε η Hukla στις 21 Απριλίου 1998. Ζητεί επίσης να καταδικασθεί το Γραφείο στα δικαστικά έξοδα.
20 Το Γραφείο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει τη Matratzen στα δικαστικά έξοδα.
21 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
22 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Matratzen ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας την έννοια της ομοιότητας κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, δεν εκτίμησε συνολικώς, όπως απαιτεί η νομολογία του Δικαστηρίου, τον κίνδυνο συγχύσεως του κοινού, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση. Συγκεκριμένα, ούτε το εικονιστικό στοιχείο ούτε κανένα από τα λεκτικά στοιχεία πρέπει να αγνοηθούν, προκειμένου να αναλυθεί και να εκτιμηθεί ορθώς το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση.
23 Κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστάσεων που είναι ουσιώδεις για την αξιολόγηση του κινδύνου συγχύσεως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα καταλήγοντας ότι η λέξη «Matratzen» αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση. Κατά τη Matratzen, το Πρωτοδικείο έπρεπε να καταλήξει ότι υπερισχύει η λέξη «Concord». Το Πρωτοδικείο έπρεπε να λάβει ως αφετηρία την αρχή ότι, στο πλαίσιο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, το στοιχείο «Matratzen», το οποίο ηχεί ξενικό στον Ισπανό καταναλωτή, έχει δευτερεύουσα σπουδαιότητα, ενώ ο όρος «Concord», ο οποίος προέρχεται από τη ρωμανική γλωσσική ζώνη, η οποία του είναι οικεία, παραμένει χαραγμένος στη μνήμη του σαφέστερα και ευκολότερα.
24 Από την πλήρη έλλειψη στοιχείων ως προς τη χρησιμοποίηση του σήματος, ως προς την ενδεχόμενη σπουδαιότητά του, ως προς τις ενδείξεις υπέρ ενός ενδεχομένως αυξημένου διακριτικού χαρακτήρα, ως προς το μέγεθος της φήμης του στη αγορά και ως προς άλλες ανάλογες πληροφορίες προκύπτει ότι πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία μόνον ότι το σήμα αυτό έχει ένα μόλις και μετά βίας επαρκή και επομένως μάλλον περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο μιας ανάλογης εφαρμογής των αρχών περί του περιορισμού των αποτελεσμάτων ενός σήματος, που περιέχονται, ιδίως, στο άρθρο 12, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, το λεκτικό σήμα «Matratzen», το οποίο έχει περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να αντιταχθεί επιτυχώς σε ένα λεκτικό και εικονιστικό σήμα το οποίο έχει έντονο διακριτικό χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτό επίσης, δεν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση καταχωρίσεως του οικείου σήματος στο μητρώο κοινοτικών σημάτων το οποίο τηρεί το Γραφείο.
25 Αντιθέτως, το Γραφείο ισχυρίζεται, αφενός, ότι ο προβληθείς λόγος αναιρέσεως έχει ως σκοπό να θέσει υπό αμφισβήτηση διαπιστώσεις και εκτιμήσεις περί τα πραγματικά περιστατικά οι οποίες δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να υποβληθούν στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία, όσον αφορά ιδίως την ορθή μεθοδολογική προσέγγιση προκειμένου να συγκριθούν τα δύο σήματα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
26 Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν γίνεται δεκτό αν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού εντός του εδαφικού χώρου στον οποίο απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Αυτός ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα.
27 Επομένως, από το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι η εφαρμογή της αποκλείεται αν δεν υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού [βλ., όσον αφορά την πανομοιότυπη διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑39/97, Canon, Συλλογή 1998, σ. Ι‑5507, σκέψη 18, και της 22ας Ιουνίου 2000, C‑425/98, Marca Mode, Συλλογή 2000, σ. Ι‑4861, σκέψη 34].
28 Η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως του κοινού πρέπει να εκτιμάται συνολικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, C‑251/95, SABEL, Συλλογή 1997, σ. I‑6191, σκέψη 22, της 22ας Ιουνίου 1999, C‑342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, Συλλογή 1999, σ. I‑3819, σκέψη 18, και Marca Mode, προπαρατεθείσα, σκέψη 40).
29 Εξάλλου, η συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, ακουστική ή εννοιολογική ομοιότητα των εξεταζομένων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών προσλαμβάνει τα σήματα έχει καθοριστική σημασία για τη συνολική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Ο μέσος καταναλωτής όμως προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως μια ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις SABEL, σκέψη 23, και Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 25).
30 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο, κατά τον καθορισμό του αν υπάρχει, κατά την άποψη του εν λόγω καταναλωτή, οπτική και ακουστική ομοιότητα μεταξύ των δύο σημάτων, δεν υπέπεσε σε κανένα νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
31 Συναφώς, αφενός, δεν είναι βάσιμη η αιτίαση ότι το Πρωτοδικείο, εξετάζοντας χωριστά τα στοιχεία του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, παρέλειψε να εξετάσει συνολικά τον κίνδυνο συγχύσεως, λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
32 Πράγματι, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ορθώς, με τη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημάτων δεν σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον ένα από τα στοιχεία που αποτελούν το σύνθετο σήμα και να συγκρίνεται με ένα άλλο σήμα, αλλά ότι, αντιθέτως, η σύγκριση αυτή πρέπει να γίνεται με εξέταση των επιμάχων σημάτων στο πλαίσιο της οποίας έκαστο θεωρείται ως σύνολο. Το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι τούτο δεν αποκλείει ότι στη συνολική εντύπωση που προκαλεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του ενδιαφερομένου κοινού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να κυριαρχεί ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το αποτελούν.
33 Επιπλέον, όπως προκύπτει σαφώς από τις σκέψεις 38 έως 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, προκειμένου να προσδιορίσει αν τα δύο σήματα είναι παρόμοια κατά την άποψη του ενδιαφερομένου κοινού, αφιέρωσε σημαντικό μέρος της συλλογιστικής του στην εκτίμηση των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους καθώς και του κινδύνου συγχύσεως του κοινού, τον οποίο εκτίμησε συνολικά και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους παράγοντες που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
34 Εξάλλου, υποστηρίζοντας ότι το Πρωτοδικείο, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, έκρινε ότι η λέξη «Matratzen» αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, στην πραγματικότητα η Matratzen απλώς αμφισβητεί, χωρίς εξάλλου να επικαλείται κάποια πλημμέλεια συνιστάμενη στην παραποίηση των στοιχείων της δικογραφίας που υποβλήθηκε στο Πρωτοδικείο, την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία αυτό προέβη. Η εκτίμηση αυτή όμως δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, καθαυτό, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑104/00 P, DKV κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2000, σ. I‑7561, σκέψη 22, καθώς και διατάξεις της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C‑326/01 P, Telefon & Buch κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2004, σ. Ι‑1374, σκέψη 35, και C‑150/02 P, Streamserve κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2004, σ. Ι‑1461, σκέψη 30).
35 Αφετέρου, όσον αφορά το επιχείρημα που αντλεί η Matratzen από το άρθρο 12, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή αφορά τον περιορισμό των αποτελεσμάτων του κοινοτικού σήματος καθαυτό, προβλέποντας ότι το δικαίωμα που παρέχει η καταχώρισή του δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ενδείξεων για το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, τον χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή για άλλα χαρακτηριστικά τους, δηλαδή περιγραφικών ενδείξεων. Η διάταξη αυτή δεν αφορά το καθεστώς ενός προγενεστέρου σήματος, υπό την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε κανένα νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι το επιχείρημα που αντλείται από το άρθρο 12, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 είναι αλυσιτελές.
36 Επομένως, οι σκέψεις αυτές δεν ενέχουν νομικό σφάλμα.
37 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
38 Η Matratzen ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα διαπιστώνοντας, με τη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ουδόλως προκύπτει ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων απαγορεύει σε κράτος μέλος να καταχωρίζει, ως εθνικό σήμα, ένα σημείο το οποίο, στη γλώσσα άλλου κράτους μέλους, είναι περιγραφικό των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών. Εν προκειμένω, η ανακοπή που ασκήθηκε κατά του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση, με την αιτιολογία ότι το σήμα αυτό είναι παρόμοιο προς καταχωρισθέν στην Ισπανία προγενέστερο σήμα, το οποίο, στη Γερμανία, είναι περιγραφικό των σχετικών προϊόντων, αποτελεί καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η νομοθεσία ενός κράτους μέλους στον τομέα της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, από πλευράς του άρθρου 30, δεύτερη περίοδος, ΕΚ.
39 Το Γραφείο αντιτείνει ότι, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ανακοπής, δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί ένα προγενέστερο εθνικό σήμα ούτε να τεθεί υπό αμφισβήτηση το κύρος του. Το Γραφείο θεωρεί ότι η συνύπαρξη του νομικού συστήματος του κοινοτικού σήματος και των εθνικών συστημάτων συνεπάγεται, ιδίως, ότι η δυνατότητα προστασίας ενός σήματος εκτιμάται σύμφωνα με τα ίδια νομικά κριτήρια, αλλά ότι το αποτέλεσμα της εξετάσεως μπορεί να διαφέρει από χώρα σε χώρα, διότι καθοριστική είναι η άποψη του ενδιαφερομένου κοινού κάθε χώρας. Επομένως, είναι απολύτως κατανοητό το να έχει καταχωρισθεί ένα σήμα εντός ενός κράτους μέλους ενώ είναι περιγραφικό σε γλώσσα διαφορετική από τη γλώσσα του κράτους αυτού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40 Κατά παγία νομολογία, στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η Συνθήκη ΕΚ δεν θίγει την ύπαρξη των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους περί βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, αλλά περιορίζει απλώς, αναλόγως των περιστάσεων, την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 22ας Ιουνίου 1976, 119/75, Terrapin, Συλλογή τόμος 1976, σ. 383, σκέψη 5, και της 22ας Ιανουαρίου 1981, 58/80, Dansk Supermarked, Συλλογή 1981, σ. 181, σκέψη 11).
41 Το άρθρο 30 ΕΚ επιτρέπει τις παρεκκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών μόνο στο μέτρο που αυτές δικαιολογούνται από τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων που συνιστούν το ειδικό αντικείμενο της οικείας βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Συναφώς, η ουσιώδης λειτουργία του σήματος συνίσταται στην παροχή στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη της εγγυήσεως ότι το προϊόν που φέρει το σήμα έχει συγκεκριμένη προέλευση, με το να του δίδει τη δυνατότητα να διακρίνει το προϊόν αυτό, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, από προϊόντα άλλης προελεύσεως. Επομένως, το δικαίωμα του δικαιούχου του σήματος να αντιτάσσεται σε κάθε χρησιμοποίηση του σήματος αυτού ικανή να αλλοιώσει την εγγύηση προελεύσεως, νοούμενη κατά τα ανωτέρω, ανάγεται στο ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος επί του σήματος, του οποίου η προστασία μπορεί να δικαιολογήσει παρεκκλίσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1996, C‑427/93, C‑429/93 και C‑436/93, Bristol‑Myers Squibb κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I‑3457, σκέψη 48, και της 23ης Απριλίου 2002, C‑143/00, Boehringer Ingelheim κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I‑3759, σκέψεις 12 και 13).
42 Έτσι, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας με τις σκέψεις 54 και 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να καταχωρίσει, ως εθνικό σήμα, ένα σημείο το οποίο, στη γλώσσα άλλου κράτους μέλους, είναι περιγραφικό των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών ούτε στον δικαιούχο ενός τέτοιου σήματος να αντιτάσσεται, οσάκις υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ αυτού του εθνικού σήματος και ενός σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος, στην καταχώριση του σημείου αυτού, δεν έσφαλε ως προς τους σκοπούς των νομοθετικών διατάξεων στις οποίες αναφέρονται οι σκέψεις 40 και 41 της παρούσας διατάξεως και, στη συνέχεια, ερμήνευσε ορθώς τις διατάξεις αυτές.
43 Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
44 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική δίκη δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Γραφείο ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα και ότι αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 28 Απριλίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
R. Grass
J. N. Cunha Rodrigues
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy