Υπόθεση C-51/03
Ποινική δίκη
κατά
Nicoleta Maria Georgescu
(αίτηση του Amtsgericht Löbau για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΚ) 539/2001 – Χώρες για τις οποίες η κατάργηση της υποχρεώσεως θεωρήσεως αναστέλλεται μέχρι νεότερης αποφάσεως του Συμβουλίου – Έκταση της αναστολής – Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου»
Περίληψη της διατάξεως
Προδικαστικά ερωτήματα – Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου – Πράξη εκδοθείσα βάσει του τίτλου IV του τρίτου μέρους της Συνθήκης – Κανονισμός 539/2001 περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή – Εθνικά δικαστήρια δυνάμενα να ζητήσουν από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως – Δικαστήρια εκδίδοντα αποφάσεις μη υποκείμενες σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου
(άρθρο 62, σημ. 2, στοιχ. β΄, περίπτ. i, ΕΚ και 68 § 1, ΕΚ· κανονισμός 539/2001 του Συμβουλίου)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 31ης Μαρτίου 2004 (*)
«Κανονισμός (ΕΚ) 539/2001 – Χώρες για τις οποίες η κατάργηση της υποχρεώσεως θεωρήσεως αναστέλλεται μέχρι νεότερης αποφάσεως του Συμβουλίου – Έκταση της αναστολής – Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου»
Στην υπόθεση C-51/03,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Amtsgericht Löbau (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά
Nicoleta Maria Georgescu,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (EE L 81, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και F. Macken, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με διάταξη της 21ης Οκτωβρίου 2002, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Φεβρουαρίου 2003, το Amtsgericht Löbau υπέβαλε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΚ) 539/2001 του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, περί του καταλόγου τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων υπόκεινται στην υποχρέωση θεώρησης για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών και του καταλόγου των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή (ΕΕ L 81, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικών διώξεων κατά της N. M. Georgescu, Ρουμάνας υπηκόου, λόγω παραβιάσεως της γερμανικής νομοθεσίας περί εισόδου και παραμονής των αλλοδαπών στη χώρα.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Όπως προκύπτει από τον τίτλο του, ο κανονισμός 539/2001, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 10 Απριλίου 2001, θεσπίζει τον κατάλογο των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων πρέπει να διαθέτουν θεώρηση κατά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών (άρθρο 1, παράγραφος 1, και παράρτημα Ι) και τον κατάλογο των τρίτων χωρών οι υπήκοοι των οποίων απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή για διαμονή της οποίας η συνολική διάρκεια δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες (άρθρο 1, παράγραφος 2, και παράρτημα ΙΙ).
4 Η Ρουμανία περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος ΙΙ, πλην όμως ένας αστερίσκος υποδηλώνει ότι η νομική κατάσταση των Ρουμάνων υπηκόων παρουσιάζει ορισμένες ιδιομορφίες και παραπέμπει στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, το οποίο έχει ως εξής:
«Ωστόσο, για την έναρξη εφαρμογής του άρθρου πρώτου, παράγραφος 2, όσον αφορά τους υπηκόους της χώρας που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ και σημειώνεται με αστερίσκο, θα ληφθεί απόφαση αργότερα από το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 67, παράγραφος 3, της Συνθήκης και με βάση την έκθεση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.
Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα ζητήσει από την ενδιαφερόμενη χώρα να αναφέρει ποιες δεσμεύσεις είναι διατεθειμένη να αναλάβει όσον αφορά την παράνομη μετανάστευση και την παράνομη διαμονή καθώς και τον επαναπατρισμό των παρανόμως διατελούντων που προέρχονται από αυτήν και θα υποβάλει μια έκθεση στο Συμβούλιο. Η Επιτροπή θα υποβάλει στο Συμβούλιο μια πρώτη έκθεση συνοδευόμενη από κάθε πρόσφορη σύσταση, το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2001.
Έως ότου εκδοθεί από το Συμβούλιο η πράξη η σχετική με την προαναφερόμενη απόφαση, η υποχρέωση που προβλέπεται από το άρθρο 1 παράγραφος 1 ισχύει για τους υπηκόους της χώρας αυτής. Τα άρθρα 2 έως 6 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται πλήρως.»
5 Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 2414/2001 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 2001, για την τροποποίηση του κανονισμού 539/2001 (ΕΕ L 327, σ. 1), προκύπτει ότι η Επιτροπή, με την από 29 Ιουνίου 2001 έκθεσή της, διαπιστώνει, αφενός, την αναμφισβήτητη πρόοδο που έχει πραγματοποιήσει η Ρουμανία όσον αφορά την παράνομη μετανάστευση από το έδαφός της, την πολιτική στον τομέα των θεωρήσεων, καθώς και τους ελέγχους στα σύνορά της και, αφετέρου, καταγράφει τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Ρουμανία στον τομέα αυτό. Συμπερασματικώς, η Επιτροπή συνιστά στο Συμβούλιο να θέσει από 1ης Ιανουαρίου 2002 σε εφαρμογή την απαλλαγή των Ρουμάνων υπηκόων από την υποχρέωση θεωρήσεως.
6 Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2414/2001 ορίζει ότι, «[π]ροκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή η απαλλαγή των Ρουμάνων υπηκόων από την υποχρέωση θεώρησης, ενδείκνυται να καταργηθούν οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 539/2001 που έχουν ως αντικείμενο την προσωρινή διατήρηση της υποχρέωσης θεώρησης».
7 Επομένως, ο κανονισμός 2414/2001 προβλέπει, μεταξύ άλλων, αφενός, την κατάργηση του αστερίσκου που συνοδεύει τη μνεία της Ρουμανίας στο παράρτημα ΙΙ του κανονισμού 539/2001, καθώς και την υποσημείωση που παραπέμπει στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού και, αφετέρου, την αντικατάσταση του άρθρου 8 του κανονισμού αυτού από νέα διάταξη προβλέπουσα ότι ο κανονισμός 539/2001 αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
8 Σύμφωνα με το άρθρο του 2, ο κανονισμός 2414/2001, κατόπιν της δημοσιεύσεώς του στις 12 Δεκεμβρίου 2001, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2002, οπότε, από την ημερομηνία αυτή, οι Ρουμάνοι υπήκοοι απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεωρήσεως για παραμονή που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.
Η εθνική ρύθμιση
9 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Ausländergesetz (νόμου περί αλλοδαπών, στο εξής: AuslG), οι αλλοδαποί υποχρεούνται να έχουν άδεια παραμονής για την είσοδο και παραμονή τους στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
10 Κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, σημείο 1, του AuslG:
«Η είσοδος αλλοδαπού στη χώρα απαγορεύεται όταν:
1. δεν διαθέτει την αναγκαία άδεια παραμονής [...]».
11 Το άρθρο 92, παράγραφος 1, σημεία 1 και 6, του AuslG ορίζει:
«Τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή όποιος:
1. παραμένει επί ομοσπονδιακού εδάφους χωρίς να διαθέτει άδεια παραμονής, κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και δεν διαθέτει προσωρινή άδεια [Duldung]
[...]
6. εισέρχεται σε ομοσπονδιακό έδαφος κατά παράβαση του άρθρου 58, παράγραφος 1, σημεία 1 ή 2 [...]».
12 Το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, του Strafgesetzbuch (γερμανικού ποινικού κώδικα, στο εξής: ποινικός κώδικας) ορίζει:
«3. Σε περίπτωση τροποποιήσεως του νόμου που ισχύει μέχρι να παύσει η παράβαση, εφαρμοστέος είναι ο ηπιότερος νόμος.
4. Ένας νόμος με περιορισμένη χρονική ισχύ έχει εφαρμογή και σε πράξεις που τελέστηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ακόμη και εάν έχει παύσει να ισχύει. Τούτο ισχύει, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.»
13 Το άρθρο 407 του Strafprozessordnung (γερμανικού κώδικα ποινικής δικονομίας) ορίζει:
«1. Στη διαδικασία για τα πλημμελήματα ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου ή του μικτού ορκωτού δικαστηρίου, οι ποινικές συνέπειες της πράξεως είναι δυνατό να καθορισθούν, κατόπιν γραπτής αιτήσεως της εισαγγελικής αρχής, με γραπτή ποινική διάταξη άνευ επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η εισαγγελική αρχή υποβάλλει τη σχετική αίτηση εφόσον κρίνει ότι, κατόπιν των αποτελεσμάτων της προκαταρκτικής εξέτασης, δεν απαιτείται επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η αίτηση πρέπει να αφορά συγκεκριμένες ποινές. Με την αίτηση ασκείται η ποινική δίωξη.
2. Με την ποινική διάταξη μπορούν να επιβληθούν μόνον οι ακόλουθες ποινές, ενδεχομένως σωρευτικώς:
1) χρηματική ποινή, προειδοποίηση με επιφύλαξη ποινής, απαγόρευση οδήγησης, αφαίρεση του παρανόμως κτηθέντος περιουσιακού οφέλους, δήμευση, καταστροφή, αχρήστευση, δημοσίευση της καταδίκης και πρόστιμο σε βάρος νομικού προσώπου ή ενώσεως προσώπων,
2) αφαίρεση της άδειας οδήγησης μέχρι δύο έτη,
3) μη επιβολή ποινής.
Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος παρίσταται με συνήγορο, μπορεί να επιβληθεί και ποινή στερητική της ελευθερίας μέχρι ένα έτος, εφόσον η εκτέλεσή της αναστέλλεται υπό όρους.
3. Η προηγούμενη ακρόαση του κατηγορουμένου από το δικαστήριο (άρθρο 33, παράγραφος 3) δεν είναι αναγκαία.»
14 Σύμφωνα με το άρθρο 408, παράγραφοι 2 και 3, του ίδιου κώδικα:
«2. Εάν ο δικαστής κρίνει ότι δεν υπάρχουν αποχρώσες ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου, δεν εκδίδει ποινική διάταξη. Η άρνησή του ισοδυναμεί με διάταξη περί μη παραπομπής της υποθέσεως στο ακροατήριο (άρθρα 204, 210, παράγραφος 2, και 211).
3. Εφόσον δεν υπάρχουν αντιρρήσεις για την έκδοση της ποινικής διατάξεως, ο δικαστής οφείλει να δεχθεί την αίτηση της εισαγγελικής αρχής. Ορίζει ημερομηνία για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εφόσον κρίνει ότι δεν μπορεί να αποφασίσει άνευ επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ή προτίθεται να αποκλίνει από τη νομική εκτίμηση που έγινε δεκτή με την αίτηση εκδόσεως ποινικής διατάξεως ή να επιβάλει άλλη από τη ζητηθείσα με την αίτηση ποινή και η εισαγγελική αρχή εμμένει στην αίτησή της. […]»
15 Κατά το άρθρο 210, παράγραφος 2, του κώδικα ποινικής δικονομίας:
«Η εισαγγελική αρχή δύναται να ασκήσει άμεση προσφυγή κατά της διατάξεως με την οποία απορρίφθηκε η παραπομπή της υποθέσεως στο ακροατήριο ή διατάχθηκε, κατά παρέκκλιση από την αίτηση της εισαγγελικής αρχής, η παραπομπή σε κατώτερο δικαστήριο.»
16 Το άρθρο 410 του εν λόγω κώδικα ορίζει:
«1. Ο κατηγορούμενος μπορεί να ασκήσει, εγγράφως ή με δήλωση για την οποία συντάσσεται πρακτικό στη γραμματεία του δικαστηρίου, ανακοπή κατά της ποινικής διατάξεως ενώπιον του δικαστηρίου που την εξέδωσε εντός δύο εβδομάδων από την επίδοση αυτής. Τα άρθρα 297 έως 300 και 302, παράγραφοι 1, πρώτη περίοδος, και 2, εφαρμόζονται αναλόγως.
2. Η ανακοπή μπορεί να περιοριστεί σε συγκεκριμένες αιτιάσεις.
3. Αν δεν ασκηθεί εγκαίρως ανακοπή κατά ποινικής διατάξεως, αυτή ισοδυναμεί με τελεσίδικη απόφαση.»
17 Το άρθρο 411 του ίδιου κώδικα προβλέπει:
«1. Η ανακοπή απορρίπτεται με διάταξη, χωρίς να προηγηθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αν ασκήθηκε εκπροθέσμως ή αν είναι απαράδεκτη για άλλο λόγο. Στις λοιπές περιπτώσεις ορίζεται ημερομηνία για την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
2. Ο κατηγορούμενος μπορεί να εκπροσωπηθεί κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση από συνήγορο που έχει έγγραφη πληρεξουσιότητα. Το άρθρο 420 τυγχάνει εφαρμογής.
3. Παραίτηση από την ποινική δίωξη και την ανακοπή χωρεί έως την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως. Το άρθρο 303 εφαρμόζεται αναλόγως. Εάν η ποινική διάταξη εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 408a, δεν χωρεί παραίτηση από την ποινική δίωξη.
4. Αν ασκηθεί ανακοπή, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την ποινική διάταξη κατά την έκδοση της αποφάσεώς του.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
18 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Staatsanwaltschaft Görlitz (Εισαγγελία του Görlitz) (Γερμανία) ζήτησε την έκδοση ποινικής διατάξεως («Strafbefehl») κατά της κατηγορουμένης της κύριας δίκης.
19 Η Εισαγγελία του Görlitz προσάπτει στην ενδιαφερομένη ότι εισήλθε και παρέμεινε σε ομοσπονδιακό έδαφος στις 15 Νοεμβρίου 2001, κατά παράβαση των άρθρων 3, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, 55, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, 58, παράγραφος 1, 92, παράγραφος 1, σημείο 1, και 6 του AuslG, καθώς και του άρθρου 52 του ποινικού κώδικα. Δεδομένου ότι η παράνομη είσοδος και παραμονή συνιστούν περίπτωση κατ’ ιδέαν συρροής, η εν λόγω Εισαγγελία ζήτησε να καταδικαστεί η N. M. Georgescu σε χρηματική ποινή 40 ημερήσιων μονάδων προς 9 ευρώ έκαστη.
20 Κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο εισόδου της στο γερμανικό έδαφος, η κατηγορούμενη της κύριας δίκης υπέκειτο, δυνάμει των διατάξεων του κανονισμού 539/2001, στην υποχρέωση θεωρήσεως για την είσοδο και παραμονή της στη Γερμανία. Η απάντηση στο ζήτημα αν η επίδικη συμπεριφορά είναι σήμερα αξιόποινη εξαρτάται από την απάντηση στο υποβληθέν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα.
21 Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του ποινικού κώδικα θεσπίζει την αρχή της πλέον ευνοϊκής ρυθμίσεως, σύμφωνα με την οποία ο δράστης δεν τιμωρείται ή τιμωρείται ηπιότερα όταν ο ποινικός νόμος έχει στο μεταξύ καταστεί ηπιότερος ή έχει καταργηθεί. Στην περίπτωση λευκών κανόνων δικαίου, όπως το άρθρο 92, παράγραφος 1, σημεία 1 και 6, του AuslG, μέρος του νόμου θεωρείται ότι αποτελούν και οι συμπληρωματικές του διατάξεις. Τούτο ισχύει για την κοινοτική ρύθμιση που απαλλάσσει τους υπηκόους ορισμένων τρίτων χωρών από την υποχρέωση κατοχής αδείας παραμονής, με αποτέλεσμα, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, η συμπεριφορά της κατηγορουμένης να μην είναι πλέον, κατά γενικό κανόνα, αξιόποινη σύμφωνα με την αρχή της αναδρομικής ισχύος του ηπιότερου ποινικού νόμου.
22 Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 4, του ποινικού κώδικα εισάγει εξαίρεση από την αρχή αυτή στην περίπτωση νόμων περιορισμένης χρονικής ισχύος. Νόμος αυτού του είδους υφίσταται όταν από τη θέσπιση μιας προθεσμίας ή και άλλως προκύπτει η βούληση του νομοθέτη να ισχύσει η θεσπισθείσα ρύθμιση μόνο για ορισμένο χρόνο. Όσον αφορά τον κανονισμό 539/2001, η εξαίρεση θα μπορούσε να συνίσταται στο γεγονός ότι η Ρουμανία περιλαμβανόταν ήδη στον κατάλογο των χωρών των οποίων οι υπήκοοι απαλλάσσονταν από την υποχρέωση θεωρήσεως και ότι η απαλλαγή αυτή απλώς μετετίθετο χρονικώς.
23 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, εντούτοις, ότι το Amtsgericht Görlitz, με διάταξη της 10ης Φεβρουαρίου 2002, έκρινε ότι από τον κανονισμό 539/2001 δεν μπορεί να συναχθεί σαφής βούληση του νομοθέτη να υπαγάγει τους Ρουμάνους υπηκόους στην υποχρέωση θεωρήσεως μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα.
24 Στο πλαίσιο της εφέσεως που ασκήθηκε κατά της εν λόγω διατάξεως, η Εισαγγελία του Görlitz υποστήριξε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 539/2001 εκφράζει τη νομοθετική βούληση να ισχύσει η υποχρέωση θεωρήσεως για τους Ρουμάνους υπηκόους μόνο για ορισμένο χρόνο και ότι το Συμβούλιο, περιλαμβάνοντας τη Ρουμανία στον κατάλογο των προνομιούχων κρατών, έλαβε θέση υπέρ της επικείμενης απαλλαγής των Ρουμάνων υπηκόων από την υποχρέωση θεωρήσεως. Υπέρ της θέσεως αυτής συνηγορεί και το προοίμιο του κανονισμού 2414/2001, από το οποίο προκύπτει ότι η ρύθμιση για την απαλλαγή από την υποχρέωση θεωρήσεως υπέρ των Ρουμάνων υπηκόων θεσπίστηκε ήδη με τον κανονισμό 539/2001 και μόνον η εφαρμογή της μετατέθηκε προσωρινώς για ορισμένο και βραχείας διάρκειας χρονικό διάστημα.
25 Τέλος, το Oberlandesgericht Dresden (Γερμανία), με διάταξη της 9ης Απριλίου 2002, έκρινε ότι οι κανονισμοί 539/2001 και 2414/2001 σαφώς δεν αποσκοπούσαν σε μεταβολή του νομικού καθεστώτος όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις που είχαν τελεστεί προ της εκδόσεως του δευτέρου εκ των προαναφερθέντων κανονισμών.
26 Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προδικαστικό ερώτημα η επίμαχη συμπεριφορά εξακολουθεί να είναι αξιόποινη, ενώ το αντίθετο συμβαίνει αν το Δικαστήριο δώσει αρνητική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα.
27 Υπό τις συνθήκες αυτές, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 2, και με το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού [539/2001], να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, από της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού, οι Ρουμάνοι υπήκοοι που επιθυμούν να εισέλθουν στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως για διάστημα μη υπερβαίνον τους τρεις μήνες υπόκεινται στην υποχρέωση θεωρήσεως μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα;»
Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
28 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
29 Επιβάλλεται η επισήμανση ότι, κατά το άρθρο 68, παράγραφος 1, ΕΚ, «[τ]ο άρθρο 234 εφαρμόζεται στον παρόντα τίτλο [τίτλος IV “Θεωρήσεις, άσυλο, μετανάστευση και άλλες πολιτικές σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων”] κατά τις ακόλουθες περιστάσεις και υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις: Εάν ανακύπτει ζήτημα επί της ερμηνείας [...] πράξεων των οργάνων της Κοινότητας βάσει του παρόντος τίτλου σε υπόθεση η οποία εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, το δικαστήριο αυτό, εάν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ’ αυτού».
30 Ο κανονισμός 539/2001, όπως και ο κανονισμός 2414/2001, εκδόθηκε βάσει του άρθρου 62, σημείο 2, στοιχείο β΄, περίπτωση i, ΕΚ, το οποίο περιλαμβάνεται στο τρίτο μέρος, τίτλος IV, της Συνθήκης ΕΚ. Υπό τις συνθήκες αυτές, μόνον εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί ζητήματος ερμηνείας των κανονισμών αυτών.
31 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι το Amtsgericht Löbau ενεργεί, κατόπιν αιτήσεως της εισαγγελικής αρχής, στο πλαίσιο συνοπτικής ποινικής διαδικασίας, η οποία μπορεί να καταλήξει είτε στην έκδοση ποινικής διατάξεως, υποκείμενης σε ανακοπή εκ μέρους του κατηγορουμένου που οδηγεί στην έναρξη της συνήθους ποινικής διαδικασίας σε πρώτο βαθμό, είτε στην άρνηση του δικαστηρίου να εκδώσει τη ζητηθείσα από την εισαγγελική αρχή ποινική διάταξη, απόφαση η οποία υπόκειται σε άμεση προσφυγή εκ μέρους της εισαγγελικής αρχής.
32 Επομένως, είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί του υποβληθέντος από το Amtsgericht Löbau ερωτήματος, δεδομένου ότι η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου υπόκειται σε ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας και η αυτεπάγγελτη διαπίστωση της αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου.
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι προδήλως αναρμόδιο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Amtsgericht Löbau (Γερμανία) με διάταξη της 21ης Οκτωβρίου 2002.
Λουξεμβούργο, 31 Μαρτίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του τετάρτου τμήματος
R. Grass
J. N. Cunha Rodrigues
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy