Υπόθεση C-196/03 P
Arnaldo Lucaccioni
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπάλληλοι – Αγωγή αποζημιώσεως – Παραδεκτό»
Περίληψη της διατάξεως
1. Αναίρεση – Λόγοι – Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών – Απαράδεκτο – Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων – Αποκλείεται, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραμορφώσεώς τους
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58)
2. Αναίρεση – Λόγοι – Απλή επανάληψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου – Απαράδεκτο – Απόρριψη
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 § 1, στοιχείο γ΄)
1. Από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και ότι, επομένως, μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του απορρέει από στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά. Εξαιρουμένης της περιπτώσεως αλλοιώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο, ως τέτοιο, θα υπέκειτο στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
(βλ. σκέψη 36)
2. Από τα άρθρα 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα προβαλλόμενα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν ειδικά την αίτηση αυτή.
Δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους το τελευταίο έχει απορρίψει ρητά. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση προς απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής ή αγωγής, πράγμα το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
(βλ. σκέψεις 40-41)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 19ης Μαρτίου 2004 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπάλληλοι – Αγωγή αποζημιώσεως – Παραδεκτό»
Στην υπόθεση C-196/03 P,
Arnaldo Lucaccioni, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος St-Leonards-on-Sea (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενος από τον Μ. Cimino, avvocato,
αναιρεσείων,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) της 26ης Φεβρουαρίου 2003, T-164/01, Lucaccioni κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), καθόσον αυτή απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή που άσκησε ο ενάγων και νυν αναιρεσείων,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η:
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Currall, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
εναγόμενη πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, S. von Bahr και R. Silva de Lapuerta, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαΐου 2003 ο A. Lucaccioni άσκησε αναίρεση, δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 26ης Φεβρουαρίου 2003, T-164/01, Lucaccioni κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του βάσει του κοινού δικαίου περί εξωσυμβατικής ευθύνης, με αίτημα την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και την αποκατάσταση της σωματικής βλάβης που υπέστη ο ίδιος κατά την περίοδο προ της εμφανίσεως της επαγγελματικής του ασθενείας και, αφετέρου, αποφάσισε ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 236 ΕΚ προβλέπει ότι «το Δικαστήριο είναι αρμόδιο επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της, εντός των ορίων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής τους καταστάσεως ή οι οποίες προκύπτουν από το καθεστώς που τους διέπει».
3 Το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ορίζει τα ακόλουθα:
«Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για κάθε διαφορά μεταξύ των Κοινοτήτων και ενός προσώπου που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό, περί της νομιμότητας ενός μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2. Στις χρηματικές διαφορές το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα πλήρους δικαιοδοσίας.»
4 Κατά το άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ:
«Προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [είναι παραδεκτή] μόνο:
– αν προηγουμένως έχει διατυπωθεί στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο,
και
– αν αυτή η ένσταση έχει αποτελέσει αντικείμενο ρητής ή σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως.»
5 Το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 2, του ΚΥΚ, ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό δύναται να προσφύγει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ζητώντας της να λάβει απόφαση περί αυτού. Η αρχή κοινοποιεί την αιτιολογημένη απόφασή της στον ενδιαφερόμενο εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα υποβολής της αιτήσεως. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η έλλειψη απαντήσεως στην αίτηση σημαίνει σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας δύναται να υποβληθεί [ένσταση] κατά την έννοια της παραγράφου 2.
2. Κάθε πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό δύναται να υποβάλει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή [ένσταση] κατά οιασδήποτε πράξεως η οποία θίγει τα συμφέροντά του, τόσο στην περίπτωση που η εν λόγω αρχή έχει ήδη λάβει απόφαση όσο και όταν παρέλειψε να λάβει μέτρο που επιβάλλεται από τον κανονισμό. [Η ένσταση] πρέπει να [υποβληθεί] εντός προθεσμίας τριών μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει:
– από την ημέρα της δημοσιεύσεως της πράξεως, αν πρόκειται για μέτρο γενικού χαρακτήρα,
– από την ημέρα της κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον αποδέκτη, όχι όμως αργότερα από την ημέρα κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση της αποφάσεως αν πρόκειται για μέτρο ατομικού χαρακτήρα· εντούτοις, σε περίπτωση που η πράξη ατομικού χαρακτήρα θίγει τα συμφέροντα τρίτου, η εν λόγω προθεσμία για το πρόσωπο αυτό αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία αυτό έλαβε γνώση της πράξεως, όχι όμως αργότερα από την ημέρα της δημοσιεύσεως,
– από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας απαντήσεως, εφόσον [η ένσταση] αναφέρεται σε σιωπηρή απορριπτική απόφαση κατά την έννοια της παραγράφου 1.
Η αρχή κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο την αιτιολογημένη απόφασή της εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα της υποβολής της ενστάσεως. Μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η παράλειψη απαντήσεως στην ένσταση σημαίνει σιωπηρή απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας δύναται να ασκηθεί προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 91.»
6 Το άρθρο 73, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ προβλέπει ότι, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται βάσει ρυθμίσεως που θεσπίζεται με κοινή συμφωνία των οργάνων των Κοινοτήτων, ο υπάλληλος καλύπτεται από την ημέρα αναλήψεως της υπηρεσίας κατά των κινδύνων επαγγελματικών ασθενειών και των κινδύνων ατυχημάτων.
7 Κατά το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχεία β΄ και γ΄, του ΚΥΚ, οι παροχές που εξασφαλίζονται σε περίπτωση ολικής μόνιμης αναπηρίας είναι η καταβολή στον ενδιαφερόμενο κεφαλαίου ίσου προς το οκταπλάσιο του ετήσιου βασικού μισθού, υπολογιζομένου βάσει των μηνιαίων μισθών που είχαν χορηγηθεί κατά τους δώδεκα μήνες πριν από το ατύχημα, ενώ σε περίπτωση μερικής μόνιμης αναπηρίας καταβάλλεται μέρος του κεφαλαίου αυτού, υπολογιζόμενο σε συνάρτηση με τα ποσά που προβλέπει η ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
8 Η ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση έναντι των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ασφαλιστική ρύθμιση) ορίζει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 73 του ΚΥΚ, τις προϋποθέσεις ασφαλιστικής καλύψεως του υπαλλήλου κατά των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθενείας.
9 Το άρθρο 12 της ρυθμίσεως αυτής έχει ως ακολούθως:
«1. Σε περίπτωση ολικής διαρκούς αναπηρίας του υπαλλήλου συνεπεία ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου τού καταβάλλεται το κεφάλαιο που προβλέπεται στο άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
2. Σε περίπτωση μερικής διαρκούς αναπηρίας του υπαλλήλου συνεπεία ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου τού καταβάλλεται το κεφάλαιο που ορίζεται σε συνάρτηση με τα ποσά που προβλέπονται στον πίνακα ποσοστών αναπηρίας που παρατίθεται στο παράρτημα.»
10 Το άρθρο 14 της ασφαλιστικής ρυθμίσεως ορίζει:
«Ύστερα από γνωμάτευση των συμβούλων ιατρών που αναφέρονται στο άρθρο 19 ή της ιατρικής επιτροπής που αναφέρεται στο άρθρο 23, χορηγείται στον υπάλληλο αποζημίωση για κάθε μόνιμη βλάβη ή παραμόρφωση η οποία, αν και δεν επηρεάζει την ικανότητά του προς εργασία, προσβάλλει ωστόσο τη σωματική ακεραιότητα του ατόμου και επηρεάζει πραγματικά δυσμενώς τις κοινωνικές του σχέσεις.
Η αποζημίωση αυτή καθορίζεται ανάλογα με τα ποσά που προβλέπονται στους πίνακες ποσοστών αναπηρίας που αναφέρονται στο άρθρο 12. Όταν μια βλάβη ανατομικού και λειτουργικού χαρακτήρα συνοδεύεται και από αισθητικές βλάβες, τα ποσά αυτά επαυξάνονται δεόντως.»
Το ιστορικό της διαφοράς
11 Το ιστορικό της διαφοράς, όπως εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 12 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να συνοψιστεί ως ακολούθως.
12 Ο αναιρεσείων άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το 1962.
13 Το 1990, ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι είχε εκτεθεί σε σκόνη αμιάντου την περίοδο κατά την οποία ασκούσε τα καθήκοντά του στο κτίριο Berlaymont των Βρυξελλών (Βέλγιο), ζήτησε να αναγνωριστούν ως επαγγελματική ασθένεια οι βλάβες στους πνεύμονες για τις οποίες παραπονούνταν, καθώς και να προσδιοριστεί σχετικά ένα ποσοστό μόνιμης αναπηρίας.
14 Μετά το πέρας της κατά το άρθρο 78 του ΚΥΚ διαδικασίας, ο αναιρεσείων συνταξιοδοτήθηκε με χορήγηση συντάξεως αναπηρίας ίσης προς το 70 % του βασικού μισθού του. Παράλληλα, η βάσει του άρθρου 73 του ΚΥΚ διαδικασία οδήγησε στην αναγνώριση της επαγγελματικής φύσεως της ασθένειας του αναιρεσείοντος. Διαπιστώθηκε ολική μόνιμη αναπηρία και προσδιορίστηκε σε ποσοστό 100 %. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των μονίμων ενδείξεων και των σοβαρών ψυχολογικών διαταραχών του ενδιαφερομένου, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάσισε να του χορηγήσει αποζημίωση ύψους 30 % του προβλεπόμενου για την ολική μόνιμη αναπηρία, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14 της ασφαλιστικής ρυθμίσεως.
15 Ο αναιρεσείων, θεωρώντας ότι το ποσό αυτό δεν αποκαθιστούσε πλήρως τη ζημία που υπέστη, υπέβαλε στην Επιτροπή στις 15 Μαΐου 1994 ένσταση βάσει των άρθρων 28 της ασφαλιστικής ρυθμίσεως και 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ένσταση την οποία η Επιτροπή χαρακτήρισε ως «αίτηση», ελλείψει προηγούμενης βλαπτικής πράξεως έχουσας τον χαρακτήρα αποφάσεως. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με ρητή απόφαση της Επιτροπής με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1994.
16 Στις 15 Δεκεμβρίου 1994 ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητική ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά της ως άνω απορριπτικής αποφάσεως. Με απόφαση της 25ης Απριλίου 1995, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα με ταχυδρομική επιστολή της 3ης Μαΐου 1995, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση αυτή.
17 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 29 Αυγούστου 1995, πρωτοκολληθέν με τον αριθμό T‑165/95, ο αναιρεσείων άσκησε αγωγή με αίτημα, αφενός, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει αποζημίωση και, αφετέρου, να ακυρωθεί, καθόσον απαιτείται, η απόφαση της Επιτροπής της 22ας Σεπτεμβρίου 1994.
18 Με απόφαση της 14ης Μαΐου 1998, T‑165/95, Lucaccioni κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-203 και II-627), το Πρωτοδικείο απέρριψε την εν λόγω αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε αναίρεση, που απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C-257/98 P, Lucaccioni κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-5251).
19 Στις 29 Μαΐου 2000 ο αναιρεσείων υπέβαλε αίτηση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, ζητώντας αποζημίωση, βάσει του κοινού δικαίου, για την ηθική και σωματική βλάβη που υπέστη κατά την περίοδο προ της εμφανίσεως της επαγγελματικής ασθένειας από την οποία έχει προσβληθεί.
20 Ελλείψει απαντήσεως στην αίτηση αυτή εντός της προθεσμίας που τάσσει η προαναφερθείσα διάταξη του ΚΥΚ ο αναιρεσείων υπέβαλε ένσταση, η οποία επίσης απορρίφθηκε σιωπηρά.
21 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Ιουλίου 2001 ο αναιρεσείων άσκησε αγωγή, δυνάμει του άρθρου 91 του ΚΥΚ, που απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η εν λόγω απόρριψη έδωσε λαβή για την παρούσα αίτηση αναιρέσεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
22 Προς στήριξη της αγωγής του με την οποία ζητούσε την αποκατάσταση της ηθικής και σωματικής βλάβης που του προκάλεσε η Επιτροπή κατά τα έτη 1967 έως 1990, δηλαδή προ της εμφανίσεως της επαγγελματικής του ασθενείας, ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ένα μόνον επιχείρημα, στηριζόμενο στην καταδίωξη που είχε υποστεί λόγω των συνθηκών εργασίας τις οποίες εγνωσμένα του επέβαλε η Επιτροπή, καθώς και λόγω του συγκαλυμμένου και κρυφού τρόπου με τον οποίο η τελευταία αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία περί χορηγήσεως συντάξεως αναπηρίας έναντι αυτού.
23 Στο πλαίσιο του επιχειρήματος αυτού, ο αναιρεσείων προσήψε στην Επιτροπή ή/και στους προϊσταμένους των διοικητικών της υπηρεσιών ότι φέρουν άμεση ή/και έμμεση ευθύνη απορρέουσα από το γεγονός ότι του επιβλήθηκε η υποχρέωση, επί ποινή παραπομπής του στο πειθαρχικό συμβούλιο, να εργαστεί σε κτίριο το οποίο ήταν γνωστό ότι είχε μόνωση με αμίαντο, συγκαλύπτοντας όμως το γεγονός αυτό με ψευδείς διαβεβαιώσεις κατά τη διάρκεια πολλών ετών, γνωρίζοντας παράλληλα ότι ο αμίαντος είναι εξαιρετικά επιβλαβής για την υγεία.
24 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη και αποφάσισε ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
25 Με την ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο εξέτασε χωριστά τους λόγους απαραδέκτου σχετικά με την ηθική βλάβη και εκείνους που αφορούσαν τη σωματική βλάβη.
26 Όσον αφορά την ηθική βλάβη, το Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε τις ενστάσεις απαραδέκτου που στηρίζονταν στο δεδικασμένο και στον κανόνα non bis in idem τις οποίες προέβαλε η Επιτροπή, έκρινε την αγωγή απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως των προθεσμιών που προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ.
27 Σε αντίθεση με όσα υποστήριξε ο αναιρεσείων, το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε το έγγραφο που είχε αποστείλει ο ίδιος στην Επιτροπή στις 15 Μαΐου 1994 ως αίτηση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Δεδομένου ότι η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την απόφαση της Επιτροπής της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 και ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε την απόφαση αυτή όσον αφορά τη βλάβη, ιδίως την ηθική, που υπέστη λόγω της ασθενείας του, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η από 29 Μαΐου 2000 νέα αίτηση στην οποία στηριζόταν η διαδικασία της οποίας είχε επιληφθεί δεν υποβλήθηκε εντός της δεσμευτικής προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο αυτό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι δεν υφίστανται νέα περιστατικά ικανά να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από τους κανόνες περί προθεσμιών προς άσκηση προσφυγής ή αγωγής.
28 Όσον αφορά τη σωματική βλάβη που υπέστη ο αναιρεσείων προ της εμφανίσεως της επαγγελματικής ασθενείας του, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν ήταν επαρκώς σαφές και, επομένως, δεν πληρούσε τις ελάχιστες προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
29 Μεταξύ άλλων το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής ήταν αόριστοι και δεν του παρείχαν τη δυνατότητα να προσδιορίσει τις βλάβες της υγείας του αναιρεσείοντος τις οποίες αυτός επικαλείτο προς στήριξη της αγωγής του. Εξάλλου, με τη σκέψη 68 της ως άνω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε κανένα αντικειμενικό στοιχείο ικανό να παράσχει στο Πρωτοδικείο και στην Επιτροπή τη δυνατότητα να προσδιορίσουν τον χαρακτήρα και την έκταση των προβαλλομένων βλαβών.
Η αίτηση αναιρέσεως
Τα αιτήματα των διαδίκων και οι λόγοι αναιρέσεως
30 Με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ο A. Lucaccioni ζητεί από το Δικαστήριο:
– να κρίνει παραδεκτή την παρούσα αίτηση αναιρέσεως και, κατά συνέπεια, την αρχική αγωγή·
– να του επιδικάσει, βάσει του κοινού δικαίου, του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, αποζημίωση λόγω της σωματικής βλάβης και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που του προξένησε η Επιτροπή τα έτη 1967 έως 1990 και που αποτελούν βλάβες μη υπαγόμενες (ή και υπαγόμενες) στο άρθρο 73 του ΚΥΚ, οι οποίες οφείλονται σε πταίσμα και σε ασύγγνωστη υπαιτιότητα της Επιτροπής, διότι η τελευταία προσέβαλε την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του και το δικαίωμά του στη σωματική του ακεραιότητα, βλάβες οι οποίες εκτιμώνται σε ποσό 3 500 000 ευρώ (7 000 000 000 ιταλικών λιρών [ITL]), κατ’ αναλογία προς τα ποσά που είχε επιδικάσει σε καθέναν από τους παθόντες (συνολικά περίπου 500 000 ευρώ ή 1 000 000 000 ITL) η Pretura Circondariale di Torino (Ιταλία) με την απόφαση 4840/96 της 5ης Ιουλίου 1996, και προς την αποζημίωση που είχε επιδικαστεί σε καθέναν από τους παθόντες στην υπόθεση του τελεφερίκ του Cermis, δηλαδή 2 000 000 ευρώ (4 000 000 000 ITL)·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
31 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή/και ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
32 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως ο A. Lucaccioni επικαλείται δύο λόγους προς αμφισβήτηση των λόγων απαραδέκτου τους οποίους δέχθηκε το Πρωτοδικείο. Οι ως άνω λόγοι αναιρέσεως στηρίζονται, αφενός, στην ύπαρξη γεγονότος το οποίο συνιστά περίσταση δικαιολογούσα παρέκκλιση από τους κανόνες που διέπουν την προθεσμία ασκήσεως προσφυγής ή αγωγής και, αφετέρου, στην ύπαρξη αντικειμενικών στοιχείων στο δικόγραφο της ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγής που μπορούσαν να παράσχουν τη δυνατότητα στο Πρωτοδικείο να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των βλαβών που επικαλείται ο αναιρεσείων.
33 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο A. Lucaccioni διατείνεται ότι, σε αντίθεση με όσα έκρινε το Πρωτοδικείο, το δικόγραφο της αγωγής περιλαμβάνει πολλά πραγματικά περιστατικά που μπορούν να συνιστούν περιστάσεις ικανές να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από τους κανόνες περί της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να ασκείται η αγωγή ή η προσφυγή. Παραθέτει, ιδίως, δύο περιστάσεις που τον εμπόδισαν να υποβάλει την αίτησή του εντός της προβλεπόμενης από τον ΚΥΚ προθεσμίας: αφενός, ο φόβος ενδεχομένων αντιποίνων εκ μέρους της Επιτροπής έναντί του και, αφετέρου, η διαρκής καταδίωξη που υφίστατο εκ μέρους της.
34 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο A. Lucaccioni εκθέτει αυτό το οποίο θεωρεί ως ανακριβή εκτίμηση των περιστατικών τα οποία παραθέτει με το δικόγραφο της αγωγής και τα οποία συνδέονται με τον προσδιορισμό και με την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη την περίοδο που προηγήθηκε της αναγνωρίσεως της αναπηρίας του. Συναφώς, θεωρεί ότι η περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που περιλαμβάνεται στο δικόγραφο της αγωγής μπορεί να ληφθεί ως βάση για τον προσδιορισμό της υποχρεώσεως αποζημιώσεως που υπέχει η Επιτροπή, καθώς και της εκτάσεως της υποχρεώσεως αυτής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
35 Προεισαγωγικώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη.
36 Κατά πάγια νομολογία, από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και ότι, επομένως, μόνον το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του απορρέει από στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά. Εξαιρουμένης της αλλοιώσεως αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο, ως τέτοιο, θα υπέκειτο στον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 5ης Ιουνίου 2003, C‑121/01 P, Eoghan O’Hannrachain κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2003, σ. I‑5539, σκέψη 35, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37 Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται μια πραγματική εκτίμηση στην οποία δεν προέβη το Πρωτοδικείο, δηλαδή την ύπαρξη ενός νέου γεγονότος ικανού να δικαιολογήσει διακοπή της προθεσμίας ασκήσεως αγωγής ή προσφυγής. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθά, με τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «ουδόλως εξάλλου προκύπτει από τη δικογραφία, πράγμα το οποίο ούτε καν διατείνεται ο ενάγων, ότι υφίσταται κάποια μεταβολή των περιστάσεων ικανή να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τους κανόνες που διέπουν την προθεσμία ασκήσεως αγωγής». Όμως, ο λόγος αυτός, όπως τον διευκρίνισε ο αναιρεσείων, αφορά μόνον την ύπαρξη ή την ίδια τη διαπίστωση ενός γεγονότος ικανού να συνιστά μια τέτοια μεταβολή των περιστάσεων.
38 Επιπλέον, η άποψη στην οποία στηρίζεται ο αναιρεσείων, δηλαδή περί της υπάρξεως νέου γεγονότος, δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο που να δίνει λαβή έστω περί τούτου. Η δικογραφία δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει μια νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όπως διατείνεται ο αναιρεσείων. Επειδή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών που απαριθμεί, δεν κάνει καμία μνεία της «καταδιώξεως» που επικαλείται ο αναιρεσείων, ο τελευταίος θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο αναγνώρισε τον σχετικό ισχυρισμό ως διαπιστωμένο γεγονός, που απορρέει από μια διάταξη η οποία, όπως φαίνεται, ελάχιστη σχέση έχει με την υπό κρίση υπόθεση. Επομένως, η καταδίωξη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένη, πράγμα το οποίο στερεί από κάθε πραγματική βάση τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
40 Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο που προβάλλει ο αναιρεσείων προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, από τα άρθρα 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει επακριβώς τα επικρινόμενα στοιχεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα προβαλλόμενα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν ειδικά την αίτηση αυτή (διάταξη της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C‑49/96 P, Προγούλης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I‑6803, σκέψη 23, και απόφαση της 6ης Μαρτίου 2003, C‑41/00 P, Interporc κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑2125, σκέψη 15).
41 Κατά επίσης πάγια νομολογία, δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, περιλαμβανομένων και εκείνων που στηρίζονται σε πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους το τελευταίο έχει απορρίψει ρητά. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση προς απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής ή αγωγής, πράγμα το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (διάταξη της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C‑26/94 P, Χ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι‑4379, σκέψη 13, και απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι‑5291, σκέψη 35).
42 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η επιχειρηματολογία που προβάλλει ο αναιρεσείων προς στήριξη του δευτέρου λόγου αναιρέσεως δεν παραθέτει συγκεκριμένα τα επικρινόμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ούτε τους νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται προς στήριξη του αναιρετικού αιτήματος. Πράγματι, ο λόγος αυτός δεν αφορά ένα νομικό ζήτημα και δεν περιλαμβάνει καμία νομική επιχειρηματολογία προς απόδειξη του ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα κατά την εκτίμηση του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή άσκησε την εξουσία της.
43 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, εν πάση περιπτώσει, ως απαράδεκτος.
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που έχει εφαρμογή στη διαδικασία αναιρέσεως βάσει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα και ο τελευταίος ηττήθηκε, αυτός πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τον A. Lucaccioni στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας.
Λουξεμβούργο, 19 Μαρτίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του πέμπτου τμήματος
R. Grass
C. Gulmann
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy