Υπόθεση C-250/03
Giorgio Emanuele Mauri
κατά
Ministero della Giustizia και Commissione per gli esami di avvocato presso la Corte d’appello di Milano
(αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας – Πρόσβαση στο δικηγορικό λειτούργημα – Διατάξεις περί των εξετάσεων προς απόκτηση αδείας ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος»
Διάταξη του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 17ης Φεβρουαρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Δικηγόροι – Εξετάσεις προσβάσεως στο λειτούργημα – Συγκρότηση της εξεταστικής επιτροπής – Συμμετοχή δικηγόρων – Επιτρέπεται – Παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ – Δεν υφίσταται
(Άρθρα 43 ΕΚ, 81 ΕΚ και 82 ΕΚ)
Τα άρθρα 43 ΕΚ, 81 ΕΚ και 82 ΕΚ δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι, στο πλαίσιο των εξετάσεων για την πρόσβαση στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, η εξεταστική επιτροπή απαρτίζεται από πέντε μέλη διοριζόμενα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ήτοι δύο δικαστές, έναν καθηγητή Νομικής και δύο δικηγόρους, οι δε τελευταίοι υποδεικνύονται από το Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων κατόπιν κοινής προτάσεως των συμβουλίων των δικηγορικών συλλόγων της οικείας περιφερείας.
Πράγματι, σε σχέση με το άρθρο 43 ΕΚ, μολονότι εξετάσεις προσβάσεως στο δικηγορικό λειτούργημα μπορούν, βεβαίως, να παρεμποδίζουν την άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι καθ’ εαυτήν η διάταξη περί της συγκροτήσεως της εξεταστικής επιτροπής συνεπάγεται περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, ανεξαρτήτως του περιορισμού που απορρέει, ενδεχομένως, από τις ίδιες τις εξετάσεις. Εν πάση περιπτώσει, η συμμετοχή δικηγόρων στην επιτροπή κρατικών εξετάσεων, ακόμη και αν υποτεθεί ότι συνιστά καθ’ εαυτήν περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως, μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη από το γενικό συμφέρον, ήτοι από την ανάγκη της όσο το δυνατόν καλύτερης αξιολογήσεως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των προσώπων που καλούνται να ασκήσουν το δικηγορικό λειτούργημα, είναι δε πρόσφορη προς επίτευξη του σκοπού αυτού.
Μολονότι, εξάλλου, υπάρχει παράβαση των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ όταν κράτος μέλος είτε επιβάλλει είτε ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων αντιθέτων προς το άρθρο 81 ΕΚ ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων, επιβάλλει ή ενισχύει καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσεως αντίθετες προς το άρθρο 82 ΕΚ ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων καταχρήσεων, ή, τέλος, αφαιρεί από τη δική του κανονιστική ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, μεταθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη λήψεως αποφάσεων περί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα, τούτο δεν συμβαίνει οσάκις το οικείο κράτος μέλος αναθέτει σε εξεταστική επιτροπή, στην οποία μετέχουν δικηγόροι, την ευθύνη λήψεως αποφάσεων περί της προσβάσεως στο δικηγορικό λειτούργημα, εφόσον το κράτος κατέχει σημαντική θέση εντός της ίδιας της εξεταστικής επιτροπής, διά της παρουσίας δύο δικαστών, το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες που του επιτρέπουν να ελέγχει σε κάθε στάδιο τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, ακόμη δε και να παρεμβαίνει στις εργασίες αυτές, εάν παρίσταται ανάγκη, και, τέλος, ενδεχομένη απορριπτική απόφαση της εξεταστικής επιτροπής δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον των δικαστηρίων.
(βλ. σκέψεις 30-33, 35, 37, 42-45, 47 και διατακτ.)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (*)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας – Πρόσβαση στο δικηγορικό λειτούργημα – Διατάξεις περί των εξετάσεων προς απόκτηση αδείας ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος»
Στην υπόθεση C-250/03,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia (Ιταλία), με απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 2002, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 11 Ιουνίου 2003, στο πλαίσιο της δίκης
Giorgio Emanuele Mauri
κατά
Ministero della Giustizia,
Commissione per gli esami di avvocato presso la Corte d’appello di Milano,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, R. Schintgen, J. Makarczyk, J. Klučka, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
αφού το αιτούν δικαστήριο ενημερώθηκε ότι το Δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας,
αφού οι ενδιαφερόμενοι, οι οποίοι μνημονεύονται στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, εκλήθησαν να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους εν προκειμένω,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία «των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ περί προστασίας των κοινοτικών αρχών του ελεύθερου ανταγωνισμού και της απαγορεύσεως των διακρίσεων».
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του G. E. Mauri, αφενός, και του Ministero della Giustizia (Υπουργείου Δικαιοσύνης) και της Commissione per gli esami di avvocato presso la Corte d’appello di Milano (εξεταστικής επιτροπής διορισμού δικηγόρων παρά τω Εφετείω Μιλάνου), αφετέρου, λόγω του αποκλεισμού του πρώτου από το στάδιο της προφορικής δοκιμασίας στο πλαίσιο των κρατικών εξετάσεων για την απόκτηση αδείας ασκήσεως του δικηγορικού λειτουργήματος (εφεξής: κρατικές εξετάσεις).
Οι εθνικές διατάξεις
3 Από την περί παραπομπής απόφαση προκύπτει ότι, στην Ιταλία, η πρόσβαση στην άσκηση της δικηγορικής δραστηριότητας υπόκειται σε κρατικές εξετάσεις.
4 Δυνάμει του άρθρου 22 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1578, της 27ης Νοεμβρίου 1933 (GURI αριθ. 281 της 5ης Δεκεμβρίου 1933, σ. 5521, εφεξής: νομοθετικό διάταγμα 1578/33), όπως ίσχυε τη στιγμή που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, οι επιτροπές των κρατικών εξετάσεων διορίζονται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και απαρτίζονται από πέντε τακτικά μέλη, ήτοι δύο δικηγόρους, εγγεγραμμένους από οκταετίας και πλέον σε δικηγορικό σύλλογο της περιφερείας του Εφετείου όπου διεξάγονται οι εξετάσεις, δύο δικαστές της αυτής περιφερείας με βαθμό τουλάχιστον εφέτη και έναν τακτικό ή αναπληρωτή καθηγητή νομικής πανεπιστημίου ή άλλης ανωτάτης σχολής.
5 Το Consiglio nazionale forense (Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων, εφεξής: CNF) υποδεικνύει τους δύο δικηγόρους που μετέχουν στην εν λόγω εξεταστική επιτροπή, κατόπιν κοινής προτάσεως των διοικητικών συμβουλίων των συλλόγων της οικείας περιφερείας, και ο Υπουργός Δικαιοσύνης τούς διορίζει πρόεδρο και αντιπρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής.
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
6 Τον Δεκέμβριο του 2001, ο G. E. Mauri έλαβε μέρος, εντός της περιφερείας του Εφετείου Μιλάνου, στις γραπτές δοκιμασίες των κρατικών εξετάσεων. Μετά τη διόρθωση των γραπτών δοκιμίων από την εξεταστική επιτροπή, έλαβε βαθμολογία μη επαρκούσα για να γίνει δεκτός στις προφορικές εξετάσεις, από τις οποίες, κατά συνέπεια, αποκλείστηκε.
7 Ο G. E. Mauri άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου σκοπούσα στην ακύρωση της εις βάρος του αποφάσεως. Προέβαλε, ιδίως, ότι η συγκρότηση της εξεταστικής επιτροπής, όπως προβλέπεται από το άρθρο 22 του νομοθετικού διατάγματος 1578/33, δεν παρέχει τη δυνατότητα αμερόληπτης αξιολογήσεως και δεν εγγυάται δίκαιη διαδικασία άμιλλας για την πρόσβαση στο δικηγορικό λειτούργημα, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 3, στοιχείο ζ΄, ΕΚ, 28 ΕΚ, 49 ΕΚ επ., 81 ΕΚ καθώς και 82 ΕΚ.
8 Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, η αιτίαση που διατυπώνει ο G. E. Mauri δεν φαίνεται πλήρως στερημένη ερείσματος όσον αφορά την εξουσία που έχουν τα διοικητικά συμβούλια των συλλόγων, διευθύνοντα όργανα των δικηγορικών συλλόγων στους οποίους μετέχουν υποχρεωτικώς οι δικηγόροι που ασκούν το λειτούργημά τους εντός της οικείας περιφερείας, να υποδεικνύουν τα ασκούντα τη μεγαλύτερη επιρροή μέλη της εξεταστικής επιτροπής και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να ασκούν επιρροή, μέχρις ορισμένου σημείου άμεση, στις αξιολογήσεις της.
9 Συγκεκριμένα, το εν λόγω συμβούλιο υποδεικνύει δύο από τα πέντε μέλη της εξεταστικής επιτροπής, τα οποία ασκούν, επί πλέον, τα καθήκοντα του προέδρου και του αντιπροέδρου, είναι δε πιθανόν, και μάλιστα σύνηθες, το τρίτο μέλος, ο καθηγητής νομικής, να είναι επίσης δικηγόρος και, κατά συνέπεια, εγγεγραμμένος στον ίδιο δικηγορικό σύλλογο.
10 Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, το γεγονός αυτό φαίνεται να παρέχει στον δικηγορικό σύλλογο τη δυνατότητα, τουλάχιστον θεωρητικώς, να περιορίζει, κατά κάποιον τρόπο, την πρόσβαση στο δικηγορικό λειτούργημα, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα των ήδη ασκούντων δικηγορία, προβαίνοντας όχι μόνο σε ποιοτική, αλλά και σε ποσοτική επιλογή, συνδεόμενη με μια λογική αγοράς.
11 Το Tribunale amministrativo regionale per la Lombardia, κρίνοντας ότι για την επίλυση της διαφοράς της οποίας επελήφθη είναι αναγκαία η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχουν οι διατάξεις της Συνθήκης, οι οποίες, σύμφωνα με την ερμηνεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προβλέπουν την προστασία των κοινοτικών αρχών του ανταγωνισμού και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, την έννοια ότι είναι αντίθετη [προς τη Συνθήκη] και, κατά συνέπεια, παράνομη, η εθνική ιταλική ρύθμιση και, συγκεκριμένα, το άρθρο 22 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1578, της 27ης Νοεμβρίου 1933, η οποία εξαρτά τη δυνατότητα ασκήσεως της οικονομικής δραστηριότητας του δικηγορικού λειτουργήματος από προηγούμενες κρατικές εξετάσεις, παρέχουσα ευρείες αρμοδιότητες ως προς την αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών επαγγελματικών προσόντων στα τοπικά διευθυντικά όργανα του επαγγελματικού συλλόγου, του οποίου μέλη είναι οι επαγγελματίες που ήδη ασκούν το λειτούργημά τους εντός της οικείας περιφερείας;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
12 Κρίνοντας ότι η απάντηση στο τεθέν ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία, το Δικαστήριο πληροφόρησε το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους εν προκειμένω.
13 Στην κλήση του Δικαστηρίου ανταποκρίθηκαν η Ιταλική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι δύο κυβερνήσεις δήλωσαν, κατ’ ουσίαν, ότι προτιμούν να αποφανθεί το Δικαστήριο με απόφαση, λόγω της σπουδαιότητας που έχει, κατά την άποψή τους, η υπόθεση. Αντιθέτως, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν έχει αντίρρηση να αποφανθεί το Δικαστήριο με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί του παραδεκτού
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
14 Η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο, καθόσον δεν είναι αναγκαίο για την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής που άσκησε υποψήφιος αποκλεισθείς από τις κρατικές εξετάσεις και, εν πάση περιπτώσει, τέτοια ανάγκη δεν μπορεί να συναχθεί από την απόφαση περί παραπομπής.
15 Εξάλλου, το εν λόγω ερώτημα, εφόσον αφορά την κοινοτική αρχή περί απαγορεύσεως των διακρίσεων –ακριβέστερα, κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, την αρχή περί μεταχειρίσεως του ενδιαφερομένου ως ημεδαπού όσον αφορά την ελευθερία εγκαταστάσεως ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών–, πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτο και για τον λόγο ότι οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας, περιλαμβανομένης της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, δεν έχουν εφαρμογή επί δραστηριοτήτων οι οποίες, ως προς το σύνολο των στοιχείων τους, περιορίζονται εντός ενός μόνον κράτους μέλους.
16 Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι το προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο.
17 Ειδικότερα, η διαφορά της κύριας δίκης αφορά το ιταλικό εκπαιδευτικό σύστημα, ενώ η οργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και όχι στην αρμοδιότητα της Κοινότητας. Εξάλλου, το προδικαστικό ερώτημα παραμένει υποθετικό, καθώς η περί παραπομπής απόφαση εκθέτει ότι η συγκρότηση της εξεταστικής επιτροπής ενδέχεται να συνιστά, «τουλάχιστον θεωρητικώς», εμπόδιο για την πρόσβαση στο λειτούργημα. Τέλος, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τη λειτουργία του συστήματος που αποτελεί αντικείμενο της κύριας δίκης ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αποφανθεί.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
18 Πρέπει να υπομνησθεί ότι εναπόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη για την επικείμενη δικαστική απόφαση, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ’ αρχήν, να απαντήσει. Το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος εθνικού δικαστηρίου μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία ή η εκτίμηση του κύρους ενός κοινοτικού κανόνα δικαίου, την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., ιδίως, την απόφαση της 25ης Μαρτίου 2004, C-480/00 έως C-482/00, C-484/00, C-489/00 έως C-491/00 και C-497/00 έως C-499/00, Azienda Agricola Ettore Ribaldi κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. Ι‑2943, σκέψη 72, και την παρατιθέμενη νομολογία).
19 Αυτό όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
20 Ειδικότερα, δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας ο προσφεύγων επικαλείται λόγο ακυρώσεως αντλούμενο από την παραβίαση αρχών του κοινοτικού δικαίου λόγω της συγκροτήσεως της εξεταστικής επιτροπής η οποία αποφάσισε τον αποκλεισμό του από την προφορική δοκιμασία κρατικών εξετάσεων, δεν μπορεί ευλόγως να γίνει δεκτό ότι το τεθέν από το εθνικό δικαστήριο ερώτημα δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ότι το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως.
21 Εξάλλου, επί της αντιρρήσεως της Ιταλικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας δεν έχουν εν προκειμένω εφαρμογή διότι το σύνολο των στοιχείων της επίδικης στην κύρια δίκη δραστηριότητας ευρίσκονται εντός ενός μόνον κράτους μέλους, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η απάντηση μπορεί, παρά ταύτα, να είναι χρήσιμη στο αιτούν δικαστήριο στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό του δίκαιο θα επέβαλλε, στο πλαίσιο διαδικασίας όπως η εν προκειμένω, να αναγνωρίσει σε Ιταλό υποψήφιο στις κρατικές εξετάσεις τα ίδια δικαιώματα με εκείνα τα οποία υποψήφιος από άλλο κράτος μέλος στην ίδια κατάσταση αρύεται από το κοινοτικό δίκαιο (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, τις αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98, Guimont, Συλλογή 2000, σ. Ι-10663, σκέψη 23, και της 5ης Μαρτίου 2002, C-515/99, C-519/99 έως C-524/99 και C-526/99 έως C-540/99, Reisch κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-2157, σκέψη 26).
22 Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην περί παραπομπής απόφαση και στις παρατηρήσεις που του υποβλήθηκαν, ώστε να μπορεί να δώσει χρήσιμη απάντηση στο τεθέν ερώτημα.
23 Επομένως, πρέπει να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
Επί της ουσίας
24 Εκ προοιμίου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το προδικαστικό ερώτημα περιλαμβάνει δύο σκέλη.
25 Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται, κατ’ αρχάς, στις «κοινοτικές αρχές του ελεύθερου ανταγωνισμού» και θέτει, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ερώτημα περί της ερμηνείας των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ.
26 Ακολούθως, το εν λόγω δικαστήριο, αναφερόμενο στις «κοινοτικές αρχές περί απαγορεύσεως των διακρίσεων», ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 43 ΕΚ το οποίο, πράγματι, επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρέωση άρσεως των διακρίσεων (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, 2/74, Reyners, Συλλογή τόμος 1974, σ. 317, σκέψεις 15 και 16).
27 Αντιθέτως, παρέλκει να εξεταστεί το τεθέν ερώτημα υπό το πρίσμα του άρθρου 49 ΕΚ, μολονότι το άρθρο αυτό παράγει επίσης υποχρέωση καταργήσεως των διακρίσεων (απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, Van Binsbergen, Συλλογή τόμος 1974, σ. 513, σκέψη 27). Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισημαίνει η Ιρλανδική Κυβέρνηση, δεν υπάρχει καμία ένδειξη περί του ότι δικηγόρος από άλλο κράτος μέλος, ο οποίος θα παρείχε υπηρεσίες στην Ιταλία, θα υπέκειτο στις κρατικές εξετάσεις.
Επί των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ
28 Με το πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει εάν τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ απαγορεύουν διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 22 του νομοθετικού διατάγματος 1578/33, η οποία προβλέπει ότι, στο πλαίσιο των κρατικών εξετάσεων, η εξεταστική επιτροπή απαρτίζεται από πέντε μέλη διοριζόμενα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ήτοι δύο δικαστές, έναν καθηγητή νομικής και δύο δικηγόρους, οι τελευταίοι δε υποδεικνύονται από το CNF κατόπιν κοινής προτάσεως των συμβουλίων των δικηγορικών συλλόγων της οικείας περιφερείας.
29 Κατά πάγια νομολογία, μολονότι είναι αληθές ότι τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, καθ’ εαυτά, ρυθμίζουν αποκλειστικώς τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και δεν αφορούν τα θεσπιζόμενα από τα κράτη μέλη νομοθετικά ή κανονιστικά μέτρα, ωστόσο, τα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό προς το άρθρο 10 ΕΚ, το οποίο ιδρύει υποχρέωση συνεργασίας, επιβάλλουν στα κράτη μέλη να μη θεσπίζουν ή διατηρούν σε ισχύ μέτρα, έστω και νομοθετικής ή κανονιστικής φύσεως, δυνάμενα να εξουδετερώσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των εφαρμοστέων επί επιχειρήσεων κανόνων ανταγωνισμού (βλ., ιδίως, τις αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-35/99, Arduino, Συλλογή 2002, σ. I-1529, σκέψη 34, και της 9 Σεπτεμβρίου 2003, C-198/01, CIF, Συλλογή 2003, σ. I-8055, σκέψη 45, και την παρατιθέμενη νομολογία).
30 Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι υπάρχει παράβαση των άρθρων 10 ΕΚ και 81 ΕΚ όταν κράτος μέλος είτε επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων αντιθέτων προς το άρθρο 81 ΕΚ ή ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων, είτε αφαιρεί από τη δική του κανονιστική ρύθμιση τον κρατικό της χαρακτήρα, μεταθέτοντας σε ιδιώτες επιχειρηματίες την ευθύνη λήψεως αποφάσεων περί παρεμβάσεως σε οικονομικά θέματα (προπαρατεθείσες αποφάσεις Arduino, σκέψη 35, καθώς και CIF, σκέψη 46, και την παρατιθέμενη νομολογία).
31 Ακόμη και εάν υποτεθεί, όμως, ότι οι δικηγόροι, ως μέλη της επιτροπής κρατικών εξετάσεων, μπορούν να χαρακτηριστούν ως επιχειρήσεις κατά την έννοια των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης δεν προκύπτει ότι το Κράτος αφαίρεσε τον κρατικό της χαρακτήρα από τη δική του κανονιστική ρύθμιση περί της προσβάσεως στο δικηγορικό λειτούργημα, αναθέτοντας σε δικηγόρους την ευθύνη λήψεως αποφάσεων περί της προσβάσεως στο λειτούργημά τους.
32 Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι το Κράτος κατέχει σημαντική θέση εντός της ίδιας της εξεταστικής επιτροπής, διά της παρουσίας, επί πέντε μελών, δύο δικαστών οι οποίοι, μολονότι δεν υπόκεινται ιεραρχικώς στον Υπουργό Δικαιοσύνης, πρέπει, παρά ταύτα, να θεωρηθεί ότι ανήκουν στο Κράτος.
33 Δεύτερον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαθέτει σημαντικές αρμοδιότητες που του επιτρέπουν να ελέγχει σε κάθε στάδιο τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, ακόμη δε και να παρεμβαίνει στις εργασίες αυτές εάν παρίσταται ανάγκη.
34 Συγκεκριμένα, το εν λόγω υπουργείο διορίζει τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής, επιλέγει τα θέματα των εξετάσεων, δύναται να τις ακυρώσει σε περίπτωση παρατυπιών και να παρέμβει υποδεικνύοντας τον εκπρόσωπό του προς εκτέλεση των οδηγιών που δόθηκαν, προκειμένου να διασφαλισθούν η πειθαρχία και η εύρυθμη διεξαγωγή των εξετάσεων.
35 Τρίτον, ενδεχομένη απορριπτική απόφαση της εξεταστικής επιτροπής δύναται να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του διοικητικού δικαστή ο οποίος θα προβεί σε επανεξέτασή της.
36 Επομένως, από τον ασκούμενο εκ μέρους του Κράτους έλεγχο σε όλα τα στάδια των επίδικων εξετάσεων στην υπόθεση της κύριας δίκης μπορεί να συναχθεί ότι τούτο δεν παραιτήθηκε των εξουσιών του προς όφελος ιδιωτών.
37 Για τους αυτούς λόγους, δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στο Κράτος ότι επιβάλλει ή ευνοεί τη σύναψη συμπράξεων αντιθέτων προς το άρθρο 81 ΕΚ ή ότι ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων συμπράξεων (βλ., επίσης, υπ’ αυτό το πνεύμα, την προπαρατεθείσα απόφαση Arduino, σκέψη 43), είτε ακόμη ότι επιβάλλει ή ενισχύει καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσεως αντίθετες προς το άρθρο 82 ΕΚ ή ότι ενισχύει τα αποτελέσματα τέτοιων καταχρήσεων.
38 Κατά συνέπεια, πρέπει να συναχθεί ότι τα άρθρα 81 ΕΚ και 82 ΕΚ δεν απαγορεύουν διάταξη όπως αυτή του άρθρου 22 του νομοθετικού διατάγματος 1578/33.
Επί του άρθρου 43 ΕΚ
39 Με το δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει αν το άρθρο 43 ΕΚ απαγορεύει διάταξη όπως αυτή του άρθρου 22 του νομοθετικού διατάγματος 1578/33.
40 Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 43 ΕΚ επιβάλλει την κατάργηση των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως, καθώς και ότι ως τέτοιος περιορισμός πρέπει να θεωρείται κάθε μέτρο το οποίο απαγορεύει, παρακωλύει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής (βλ., ιδίως, την απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2002, C-79/01, Payroll κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-8923, σκέψη 26, και την παρατιθέμενη νομολογία).
41 Εξάλλου, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, οσάκις μέτρα εισάγοντα περιορισμούς εφαρμόζονται σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητα εντός της επικρατείας του κράτους μέλους υποδοχής, αυτά δύνανται να θεωρηθούν δικαιολογημένα όταν υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον είναι πρόσφορα προς επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δεν εξικνούνται πέραν του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ., ιδίως, την προπαρατεθείσα απόφαση, Payroll κ.λπ., σκέψη 28, και την παρατιθέμενη νομολογία).
42 Συναφώς, μολονότι εξετάσεις προσβάσεως στο δικηγορικό λειτούργημα μπορούν, βεβαίως, να παρεμποδίζουν την άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, την απόφαση της 7ης Μαΐου 1991, C-340/89, Βλασοπούλου, Συλλογή 1991, σ. I-2357, σκέψη 15), επιβάλλεται, παρά ταύτα, η διαπίστωση ότι στο πλαίσιο της κύριας δίκης αμφισβητείται μόνον η διάταξη περί συγκροτήσεως της εξεταστικής επιτροπής και όχι το γεγονός ότι οργανώνονται τέτοιες εξετάσεις.
43 Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι μια τέτοια διάταξη συνεπάγεται περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, ανεξαρτήτως του περιορισμού που απορρέει, ενδεχομένως, από τις ίδιες τις εξετάσεις.
44 Εν πάση περιπτώσει, η συμμετοχή δικηγόρων στην επιτροπή κρατικών εξετάσεων, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι συνιστά καθεαυτή περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως, μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη εν προκειμένω, όπως ορθώς επισημαίνουν η Ιταλική και η Ιρλανδική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή.
45 Συγκεκριμένα, η συμμετοχή αυτή υπαγορεύεται από σπουδαίο λόγο γενικού συμφέροντος, ήτοι από την ανάγκη της όσο το δυνατόν καλύτερης αξιολογήσεως των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των προσώπων που καλούνται να ασκήσουν το δικηγορικό λειτούργημα. Είναι πρόσφορη προς επίτευξη του σκοπού αυτού, υπό την έννοια ότι οι δικηγόροι διαθέτουν επαγγελματική εμπειρία που τους καθιστά ιδιαιτέρως καταλλήλους να αξιολογήσουν τους υποψηφίους υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων απαιτήσεων του λειτουργήματός τους. Τέλος, με τους περιορισμούς, περί των οποίων γίνεται λόγος στις σκέψεις 32 έως 35 της παρούσας διατάξεως, εξασφαλίζεται επίσης ότι το μέτρο δεν εξικνείται πέραν του αναγκαίου προς επίτευξη του προμνημονευθέντος σκοπού.
46 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το άρθρο 43 ΕΚ δεν απαγορεύει διάταξη όπως αυτή του άρθρου 22 του νομοθετικού διατάγματος 1578/33.
47 Κατά συνέπεια, στο προδικαστικό ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι τα άρθρα 81 ΕΚ, 82 ΕΚ και 43 ΕΚ δεν απαγορεύουν διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 22 του νομοθετικού διατάγματος 1578/33, η οποία προβλέπει ότι, στο πλαίσιο των εξετάσεων που αποτελούν προϋπόθεση για την πρόσβαση στο δικηγορικό λειτούργημα, η εξεταστική επιτροπή απαρτίζεται από πέντε μέλη διοριζόμενα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ήτοι δύο δικαστές, έναν καθηγητή νομικής και δύο δικηγόρους, οι δε τελευταίοι υποδεικνύονται από το CNF κατόπιν κοινής προτάσεως των συμβουλίων των δικηγορικών συλλόγων της οικείας περιφερείας.
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν άλλοι από τους προμνημονευθέντες διάδικοι, οι οποίοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 81 ΕΚ, 82 ΕΚ και 43 ΕΚ δεν απαγορεύουν διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 22 του νομοθετικού διατάγματος 1578 της 27ης Νοεμβρίου 1933, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των επίδικων στην κύρια δίκη πραγματικών περιστατικών, η οποία προβλέπει ότι, στο πλαίσιο των εξετάσεων που αποτελούν προϋπόθεση για την πρόσβαση στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, η εξεταστική επιτροπή απαρτίζεται από πέντε μέλη διοριζόμενα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ήτοι δύο δικαστές, έναν καθηγητή νομικής και δύο δικηγόρους, οι δε τελευταίοι υποδεικνύονται από το Consiglio nazionale forense (Εθνικό Συμβούλιο των Δικηγορικών Συλλόγων) κατόπιν κοινής προτάσεως των συμβουλίων των δικηγορικών συλλόγων της οικείας περιφερείας.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy