Υπόθεση C-297/03
Sozialhilfeverband Rohrbach
κατά
Arbeiterkammer Oberösterreich
και
Österreichischer Gewerkschaftsbund
(αίτηση του Oberster Gerichtshof
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας — Οδηγία 2001/23/EΚ — Μεταβίβαση επιχειρήσεων — Δυνατότητα επικλήσεως οδηγίας κατά ιδιώτη — Εναντίωση του εργαζομένου στη μεταβίβαση των εκ της συμβάσεώς του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στον εκδοχέα»»
Διάταξη του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 26ης Μαΐου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Κοινωνική πολιτική — Προσέγγιση των νομοθεσιών — Μεταβίβαση επιχειρήσεων — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων — Οδηγία 2001/23 — Άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄ — Αποτέλεσμα όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κράτους και ιδιωτών — Εταιρία περιορισμένης ευθύνης ιδιωτικού δικαίου έχουσα ως μόνο εταίρο πανδημοτικό επαγγελματικό σύνδεσμο κοινωνικής προνοίας δημοσίου δικαίου — Φορέας εναντίον του οποίου μπορούν να προβληθούν τα εν λόγω άρθρα
(Οδηγία 2001/23 του Συμβουλίου, άρθρα. 1 § 1, στοιχ. γ΄, εδ. 1, και 3 § 1)
2. Κοινωνική πολιτική — Προσέγγιση των νομοθεσιών — Μεταβίβαση επιχειρήσεων — Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων — Οδηγία 2001/23 — Άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄ — Δυνατότητα προβολής των εν λόγω άρθρων κατά ιδιώτη — Αποκλείεται — Αδυναμία για κρατικό οργανισμό που μεταβιβάζει την εγκατάστασή του να επιβάλει σε εργαζόμενο τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεώς του με εκδοχέα
(Οδηγία 2001/23 του Συμβουλίου, άρθρα. 1 § 1, στοιχ. γ΄, και 3 § 1)
1. Μεταξύ των οντοτήτων κατά των οποίων είναι δυνατόν να αντιταχθούν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/23, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως των επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, ληφθέντος υπόψη ότι και τα δύο αποτελούν διατάξεις πληρούσες τις προϋποθέσεις για την παραγωγή αμέσου αποτελέσματος, περιλαμβάνεται και εταιρία περιορισμένης ευθύνης ιδιωτικού δικαίου, της οποίας μοναδικός εταίρος είναι ένας δημοσίου δικαίου πανδημοτικός επαγγελματικός σύνδεσμος κοινωνικής προνοίας.
Το ότι, δυνάμει συμβάσεως μεταβιβάσεως που εξαρτάται μόνον από τη συμφωνία της προεδρίας του συνδέσμου αυτού, τα κατεχόμενα από τον τελευταίο εταιρικά μερίδια πρόκειται να μεταβιβασθούν σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης της οποίας μοναδικός εταίρος είναι ένωση ιδιωτικού δικαίου ουδεμία έχει εν προκειμένω σημασία, δοθέντος ότι τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί, αυτό καθ’ εαυτό, να μεταβάλει τη νομική φύση της πρώτης εταιρίας.
(βλ. σκέψεις 28-30, διατακτ. 1)
2. Ένας κρατικός οργανισμός που μεταβιβάζει την εγκατάστασή του δεν μπορεί να επικαλεστεί τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/23, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως των επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, έναντι των εργαζομένων με σκοπό να τους επιβάλει τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεώς του με τον εκδοχέα. Πράγματι, μια οδηγία δεν μπορεί, από μόνη της, να δημιουργήσει υποχρεώσεις όσον αφορά έναν ιδιώτη και μια διάταξη οδηγίας δεν μπορεί, όπως είναι επόμενο, να προβληθεί, αυτή καθ’ εαυτή, κατά του τελευταίου.
(βλ. σκέψεις 32-33, 35, διατακτ. 2)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 26ης Μαΐου 2005 (*)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας – Οδηγία 2001/23/EΚ – Μεταβίβαση επιχειρήσεων – Δυνατότητα επικλήσεως οδηγίας κατά ιδιώτη – Εναντίωση του εργαζομένου στη μεταβίβαση των εκ της συμβάσεώς του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στον εκδοχέα»
Στην υπόθεση C-297/03,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Αυστρία), με απόφαση της 4ης Ιουνίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 10 Ιουλίου 2003, στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας
Sozialhilfeverband Rohrbach
κατά
Arbeiterkammer Oberösterreich,
Österreichischer Gewerkschaftsbund,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, N. Colneric (εισηγήτρια) και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη ότι το αιτούν δικαστήριο ενημερώθηκε σχετικά με το ότι το Δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί μέσω αιτιολογημένης διατάξεως, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού του Διαδικασίας,
λαμβάνοντας υπόψη ότι οι μνημονευόμενοι στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερόμενοι εκλήθησαν να υποβάλουν τις τυχόν εν προκειμένω παρατηρήσεις τους,
κατόπιν ακροάσεως του γενικού εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82, σ. 16).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, του Sozialhilfeverband Rohrbach, δημοσίου δικαίου πανδημοτικός επαγγελματικός σύνδεσμος κοινωνικής πρόνοιας (στο εξής: Sozialhilfeverband) και του Arbeiterkammer Oberösterreich, περιφερειακού εργατικού επιμελητηρίου (στο εξής: Arbeiterkammer) και, αφετέρου, του Österreichischer Gewerkschaftsbund, Gewerkschaft öffentlicher Dienst, συνδικαλιστικού φορέα εκπροσωπούντος τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα (στο εξής: Gewerkschaftsbund) σχετικά με το ζήτημα εάν τα εκ των συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων του Sozialhilfeverband δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν, αντιστοίχως, σε δύο νέες δημοσίας ωφελείας εταιρίες περιορισμένης ευθύνης.
Το νομικό πλαίσιο
Κοινοτική νομοθεσία
3 Η οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 201, σ. 88), κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2001/23. Η τελευταία ισχύει από τις 11 Απριλίου 2001. Με την ευκαιρία αυτή δεν παρασχέθηκε καμιά νέα προθεσμία μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο.
4 Το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά «την οδηγία 77/187/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ (νυν οδηγία 2001/23/ΕΟΚ)».
5 Δεδομένου ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης μεταβίβαση έλαβε χώρα ύστερα από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 2001/23, η τελευταία αποτελεί και την ασκούσα εν προκειμένω επιρροή οδηγία.
6 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ορίζει:
«1. α) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.
β) […]
γ) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες. Η διοικητική αναδιοργάνωση δημοσίων διοικητικών αρχών ή η μεταβίβαση διοικητικών καθηκόντων μεταξύ δημοσίων διοικητικών αρχών δεν θεωρείται ως μεταβίβαση κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.»
7 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας προβλέπει:
«Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, διά της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα.
Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν ότι, μετά την ημερομηνία της μεταβίβασης, ο εκχωρητής και ο εκδοχέας εξακολουθούν να ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, ως προς υποχρεώσεις που γεννήθηκαν πριν από τη μεταβίβαση και απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή εργασιακή σχέση, οι οποίες υφίσταντο κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης.»
Η εθνική νομοθεσία
8 Ο Arbeitsvertragsrechts-Anpassungsgesetz (νόμος περί προσαρμογής της σχετικής με τις συμβάσεις εργασίας νομοθεσίας) της 9ης Ιουλίου 1993 (BGBl. 459/1993, στο εξής: ΑVRAG) θεσπίστηκε για τη μεταφορά στο αυστριακό δίκαιο της οδηγίας 77/187. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το σχετικό εθνικό καθεστώς τροποποιήθηκε ύστερα από την έκδοση των οδηγιών 98/50 και 2001/23.
9 Δυνάμει του άρθρου του 1, παράγραφος 2, σημείο 1, ο AVRAG δεν εφαρμόζεται επί των συμβάσεων εργασίας που συνάπτονται με τα ομόσπονδα κράτη, τους επαγγελματικούς συνδέσμους δήμων ή τους δήμους, έστω και αν οι συμβάσεις αυτές είναι ιδιωτικού δικαίου. Οι οικείοι, όσον αφορά την κύρια δίκη, επί συμβάσει υπάλληλοι υπάγονται στον Oberösterreichisches Gemeindebedienstetengesetz 2001 (νόμο ισχύοντα επί των δημοτικών υπαλλήλων του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας, LGBl. 48/2001). Σύμφωνα με την απόφαση περί παραπομπής, ούτε ο νόμος αυτός ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη του δικαίου του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας προβλέπουν μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της επίμαχης οδηγίας όσον αφορά αυτήν την κατηγορία προσώπων.
10 Το άρθρο 3 του AVRAG, με τίτλο «Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλον επιχειρηματία», ορίζει:
«1) Όταν μια επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκαταστάσεως μεταβιβάζεται σε άλλον επιχειρηματία (μεταβίβαση εγκαταστάσεως), ο τελευταίος αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη και υποκαθιστά τον παλαιό εργοδότη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις υφιστάμενες κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως εργασιακές σχέσεις.
[…]
4) Οι εργαζόμενοι μπορούν να αντιτάσσονται στη μεταβίβαση των εκ της εργασιακής σχέσεώς τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εάν ο εκδοχέας δεν αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν είτε από συλλογική σύμβαση (άρθρο 4) είτε από τα δικαιώματα των εργαζομένων για ασφαλιστικές παροχές γήρατος (άρθρο 5). [...]. Στην περίπτωση αυτή, η εργασιακή σχέση με τον εκχωρητή παραμένει αναλλοίωτη […]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το Sozialhilfeverband αποτελεί προβλεπόμενο από τη νομοθεσία ενός ομόσπονδου κράτους πανδημοτικό επαγγελματικό σύνδεσμο, ο οποίος, ως περιφερειακός οργανισμός διαχειρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 31 του Oberösterreichisches Sozialhilfegesetz 1998 (νόμου του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας σχετικά με την κοινωνική πρόνοια του 1998, LGBl. 82/1998), ασκεί δραστηριότητες κοινωνικής πρόνοιας σύμφωνα με το άρθρο 29, δεύτερο εδάφιο, του νόμου αυτού, όσον αφορά τον τομέα που του έχει ανατεθεί.
12 Ο εν λόγω σύνδεσμος απασχολεί στις δύο εγκαταστάσεις του περίπου 100 εργαζομένους, εκ των οποίων ένα μέρος θεωρείται ως πάσχον από σωματικό ή νοητικό μειονέκτημα, κατά την έννοια του Behinderteneinstellungsgesetz (νόμου σχετικά με την πρόσληψη ατόμων με ειδικές ανάγκες, BGBl. 22/1970). Οι ασκούμενες από τον Sozialhilfeverband δραστηριότητες, όταν αυτός διαχειρίζεται και συντηρεί τα εργαστήρια για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, αποτελούν δραστηριότητες όχι δημόσιας εξουσίας αλλά ιδιωτικής διαχειρίσεως.
13 Για οικονομικούς και οργανωτικούς λόγους, ο Sozialhilfeverband εκπόνησε σχέδιο διαχωρισμού δύο επιχειρήσεων μεταβιβάζοντας τις εγκαταστάσεις τους σε δύο εταιρίες περιορισμένης ευθύνης που είχαν συσταθεί προσφάτως.
14 Κατ’ εφαρμογήν του σχεδίου αυτού, η εταιρία Altenfeldner Werkstätten gemeinnützige GmbH (στο εξής: Altenfeldner Werkstätten) καταχωρίστηκε, στις 28 Δεκεμβρίου 2002, στο μητρώο εταιριών, στη στήλη υπό τον τίτλο «Εκμετάλλευση εργαστηρίων για άτομα με ειδικές ανάγκες». Την ίδια ημέρα, η εταιρία Artegra Werkstätten gemeinnützige GmbH (στο εξής: Artegra Werkstätten) καταχωρίστηκε στο ίδιο μητρώο, στη στήλη με τον τίτλο «Δραστηριότητες κηπουρικής και καθαρισμού ασπρορούχων». Οι δύο εταιρίες αποτελούν δημοσίας ωφελείας εταιρίες περιορισμένης ευθύνης. Το Sozialhilfeverband κατέχει ολόκληρο το κεφάλαιο όσον αφορά καθεμιά από τις εταιρίες αυτές.
15 Δυνάμει των συμβάσεων εισφοράς κεφαλαίων που έχουν συναφθεί μεταξύ του Sozialhilfeverband και, αντιστοίχως, του Altenfeldner Werkstätten καθώς και του Artegra Werkstätten, οι δύο εγκαταστάσεις του Sozialhilfeverband αποτελούσαν τις εις είδος εισφορές σ’ αυτές τις δύο εταιρίες. Το Sozialhilfeverband μεταβίβασε επίσης, αντιστοίχως, σ’ αυτές τα δικαιώματα διαθέσεως των εγκαταστάσεων που αφορούσε ο διαχωρισμός. Σύμφωνα με τις συμβάσεις εισφοράς κεφαλαίου, οι νέες εταιρίες πρόκειται να υποκαταστήσουν τον Sozialhilfeverband σε όλες τις υφιστάμενες έννομες σχέσεις, όσον αφορά τις δύο μεταβιβασθείσες επιχειρήσεις, μεταξύ του Sozialhilfeverband και τρίτων. Ο τελευταίος διασφαλίζει, δυνάμει πραγματικής υπέρ τρίτου συμβάσεως (echter Vertrag zugunsten Dritter), ότι τα δικαιώματα των μετακινηθέντων εργαζομένων θα διατηρούνται απαραμείωτα από τις νέες επιχειρήσεις.
16 Στη συνέχεια, προβλέπεται ότι τα εταιρικά μερίδια του Sozialhilfeverband στις δύο εταιρίες θα μεταβιβασθούν στην Arcus Sozialnetzwerk gemeinnützige GmbH, δημοσίας ωφελείας εταιρία περιορισμένης ευθύνης (στο εξής: Arcus Sozialnetzwerk»), της οποίας μοναδικός εταίρος είναι ένωση ιδιωτικού δικαίου. Η ένωση αυτή, όπως ακριβώς και η Arcus Sozialnetzwerk, ασκεί δραστηριότητα στον τομέα της αρωγής προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Μέλη της είναι ιδιώτες και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως περί παραπομπής δεν είχε εισέτι πραγματοποιηθεί αυτή η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων, διότι τούτο εξηρτάτο από ιδιαίτερη διαβούλευση της διευθύνσεως του Sozialhilfeverband, πράγμα που δεν είχε γίνει κατά την ημερομηνία εκείνη.
17 Σύμφωνα με τη συναφθείσα με τον Sozialhilfeverband σύμβαση εκχωρήσεως, η Arcus Sozialnetzwerk δεν θα μπορεί να μεταβιβάσει ή να υποθηκεύσει τα εταιρικά της μερίδια στις δύο νεοσυσταθείσες εταιρίες παρά μόνον κατόπιν συμφωνίας του τελευταίου. Εξάλλου, η σύμβαση περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις σχετικά με την επιστροφή των εταιρικών μεριδίων, ιδίως σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων, εξαλείψεως του εταιρικού αντικειμένου και σχεδίου διαλύσεως. Η μεταβίβαση των εταιρικών μεριδίων στην Arcus Sozialnetzwerk ουδόλως μεταβάλλει την υποχρέωση του Sozialhilfeverband για διασφάλιση των δικαιωμάτων των μετακινηθέντων εργαζομένων. Οι εγκαταστάσεις του Sozialhilfeverband δεν μεταβιβάσθηκαν απευθείας στην Arcus Sozialnetzwerk, για τον λόγο ότι η τελευταία προτίθεται να διευθύνει τις δύο εγκαταστάσεις στο πλαίσιο αυτόνομων λογιστικών συστημάτων αλλά και προκειμένου να αποφευχθούν ορισμένες σχετικές με θέματα ευθύνης συνέπειες.
18 Σύμφωνα με τον Oberster Gerichtshof, οι εργαζόμενοι αμφισβητούν το ότι υπήρξε μεταβίβαση των εκ των συμβάσεών τους εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στις νεοσυσταθείσες εταιρίες. Ισχυρίζονται ότι εξακολουθούν να συνδέονται συμβατικώς με τον Sozialhilfeverband.
19 Ο τελευταίος υπέβαλε ενώπιον του Oberster Gerichtshof αίτημα βάσει του άρθρου 54, παράγραφος 2, του Arbeits- und Sozialgerichtsgesetz (νόμου περί οργανώσεως των δικαστηρίων εργατικών και ασφαλιστικών διαφορών, BGBl. 104/1985), με το οποίο ζήτησε να αναγνωριστεί ότι ο εκ μέρους του Sozialhilfeverband διαχωρισμός των εργαστηρίων και η μεταβίβαση στις εταιρίες Artegra Werkstätten και Altenfeldner Werkstätten των δικαιωμάτων διαθέσεως των εγκαταστάσεων αυτών συνεπάγονται τη μεταβίβαση σ’ αυτές τις ίδιες εταιρίες των εκ των συμβάσεων εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των απασχολουμένων μέχρι τότε από τον Sozialhilfeverband εργαζομένων.
20 Ο ίδιος υποστήριξε ότι είναι δυνατή η προσφυγή στην άμεση εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας, και τούτο μολονότι το άρθρο 3 του AVRAG δεν τυγχάνει εφαρμογής, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, σημείο 1, του AVRAG, στις εργασιακές σχέσεις με τους πανδημοτικούς επαγγελματικούς συνδέσμους και παρά την παράλειψη του ομόσπονδου κράτους της Άνω Αυστρίας, αρμόδιου νομοθέτη, το οποίο δεν θέσπισε καμιά διάταξη ισχύουσα επί των επί συμβάσει δημοτικών υπαλλήλων, με σκοπό τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής.
21 Παραπέμποντας στις αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1982, 8/81, Becker (Συλλογή 1982, σ. 53), και της 22ας Ιουνίου 1989, 103/88, Fratelli Costanzo (Συλλογή 1989, σ. 1839), το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί, σχετικά με το πρώτο προδικαστικό ερώτημά του, ότι ο Sozialhilfeverband αποτελεί αναμφιβόλως δημόσιο οργανισμό κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, κατά του οποίου ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται τις ανεπιφύλακτες και αρκούντως συγκεκριμένες διατάξεις μιας οδηγίας. Παρ’ όλ’ αυτά, θα ήταν δυνατό να υφίστανται αμφιβολίες όσον αφορά τις εταιρίες ιδιωτικού δικαίου στις οποίες διαβιβάσθηκαν οι εγκαταστάσεις. Το σημείο αυτό θα μπορούσε να είναι σημαντικό στο μέτρο που, σύμφωνα με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. I-3325), οι οδηγίες δεν μπορούν να εφαρμόζονται κατά τρόπο άμεσο επί ιδιωτών. Ως εκ τούτου, οι προβλεπόμενες από την οδηγία συνέπειες της μεταβιβάσεως επιχειρήσεων δεν θα ήταν δυνατό να έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
22 Βεβαίως, υπό το φως της αποφάσεως της 14ης Σεπτεμβρίου 2000, C-343/98, Collino και Chiappero (Συλλογή 2000, σ. I-6659), θα μπορούσε να θεωρηθεί ως δεδομένο το γεγονός ότι οι εκδοχείς στην υπόθεση της κύριας δίκης εταιρίες ιδιωτικού δικαίου πρέπει, και αυτές, να χαρακτηρισθούν ως δημόσιες, οπότε η εν λόγω οδηγία θα ετύγχανε άμεσης εφαρμογής, δοθέντος ότι ο εκχωρητής δημοτικός επαγγελματικός σύνδεσμος αποτελεί τον κατά 100 % εταίρο των μεταβιβασθεισών εταιριών. Ωστόσο, θα έπρεπε, επιπλέον, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα μερίδια σ’ αυτές τις εκδοχείς εταιρίες προορίζονται να μείνουν απλώς προσωρινώς στα χέρια του εκχωρητή επαγγελματικού συνδέσμου και ότι, υπό την επιφύλαξη της συμφωνίας της προεδρίας του δημοτικού επαγγελματικού συνδέσμου, υφίσταται σύμβαση μεταβιβάσεως αυτών των εταιρικών μεριδίων σε μια αποκλειστικώς ιδιωτική εταιρία. Ως εκ τούτου, εάν οι προς ας η μεταβίβαση εταιρίες δεν επρόκειτο να θεωρηθούν ως δημόσιος οργανισμός, τότε θα προέκυπτε ότι, γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, η εν λόγω οδηγία δεν θα μπορούσε να τύχει άμεσης εφαρμογής.
23 Εξάλλου, σχετικά με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, μέχρι τώρα έχει εξεταστεί μόνον η περίπτωση κατά την οποία ένας ιδιώτης προβάλλει τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής μιας οδηγίας κατά κρατικής οντότητας. Όμως, όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, οι οικείοι εργαζόμενοι δεν θα ήθελαν ακριβώς να επικαλεστούν τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής ως προς αυτούς μιας, εξάλλου άμεσα εφαρμοστέας, οδηγίας. Ο ίδιος ο δημόσιος οργανισμός είναι αυτός που επικαλείται μία τέτοια δυνατότητα άμεσης εφαρμογής προς όφελός του και προς όφελος της εταιρίας που είναι ο εκδοχέας. Σ’ αυτό προστίθεται το γεγονός ότι ο δημόσιος οργανισμός που προβάλλει την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας δεν έχει ο ίδιος καμιά αρμοδιότητα όσον αφορά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής.
24 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, σε περίπτωση που ένας δημόσιος οργανισμός δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη δυνατότητα άμεσης εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, δεν θα μπορούσε να προβάλει έναντι των εργαζομένων του τη μεταβίβαση των εκ των συμβάσεων εργασίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και τούτο μολονότι ορισμένοι από τους απασχολουμένους του θα μπορούσαν να επικαλεσθούν υπέρ εαυτών το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας αυτής.
25 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Oberster Gerichtshof αποφάσισε την αναστολή της σχετικής διαδικασίας και την υποβολή στο Δικαστήριο των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1) Πρέπει μια εταιρία περιορισμένης ευθύνης του ιδιωτικού δικαίου, της οποίας μοναδικός εταίρος είναι πανδημοτικός επαγγελματικός σύνδεσμος κοινωνικής προνοίας δημοσίου δικαίου, εταιρία στην οποία είχε ανατεθεί αποστολή ιδιωτικής διαχειρίσεως (κοινωνική πρόνοια υπό τη μορφή εκμεταλλεύσεως εργαστηρίου για άτομα με ειδικές ανάγκες) να θεωρηθεί ως «δημόσιος οργανισμός», οπότε θα είναι δυνατό να τύχουν άμεσης ως προς αυτήν εφαρμογής οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ (νυν οδηγία 2001/23/ΕΚ), που δεν έχουν εξ ολοκλήρου μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο, και τούτο μολονότι, δυνάμει συμβάσεως μεταβιβάσεως που εξαρτάται μόνον από τη συμφωνία της προεδρίας του συνδέσμου, τα εταιρικά μερίδια πανδημοτικού επαγγελματικού συνδέσμου κοινωνικής προνοίας πρόκειται να μεταβιβασθούν σε καθαρώς ιδιωτική εταιρία περιορισμένης ευθύνης;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
2) Δύναται ένας πανδημοτικός επαγγελματικός σύνδεσμος κοινωνικής προνοίας που μεταβιβάζει εγκατάστασή του ως «δημόσιος οργανισμός», κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, να επικαλεστεί, σε περίπτωση ανεπαρκούς μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των προπαρατεθεισών στο πρώτο ερώτημα διατάξεων της οδηγίας, την άμεση εφαρμογή των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της προπαρατεθείσας οδηγίας, έναντι των εργαζομένων του οι οποίοι αντιτίθενται στη μεταβίβαση των εκ των συμβάσεων εργασίας τους δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στον εκδοχέα (κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος), και εμμένουν στη διατήρηση των σχέσεών τους εργασίας με τον εκχωρητή, οπότε τα εκ των συμβάσεών τους εργασίας δικαιώματα και υποχρεώσεις θεωρούνται ως μεταβιβασθέντα στον εκδοχέα· παίζει εν προκειμένω κάποιον ρόλο το γεγονός ότι ο εκχωρητής «δημόσιος οργανισμός» δεν διαθέτει, ο ίδιος, καμιά αρμοδιότητα νομοθέτη όσον αφορά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας, ληφθέντος υπόψη ότι η αρμοδιότητα αυτή ανήκει σε υπέρτερη αρχή (ομόσπονδο κράτος);»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
26 Κρίνοντας ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα μπορεί σαφώς να συναχθεί από τη νομολογία του, το Δικαστήριο ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του, ότι επροτίθετο να αποφανθεί μέσω αιτιολογημένης διατάξεως και κάλεσε τους ενδιαφερομένους στο άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ενδιαφερομένους να υποβάλουν τις τυχόν εν προκειμένω παρατηρήσεις τους.
Επί του πρώτου ερωτήματος
27 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι πολίτες μπορούν να επικαλούνται τις ανεπιφύλακτες και αρκούντως συγκεκριμένες διατάξεις μιας οδηγίας κατά οργανισμών ή οντοτήτων που υπόκεινται στην εξουσία ή τον έλεγχο δημόσιας αρχής όπως οι δήμοι (βλ. αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84, Marshall (Συλλογή 1986, σ. 723, σκέψεις 46 και 49· προπαρατεθείσα απόφαση Fratelli Costanzo, σκέψη 31, και απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-188/89, Foster κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I-3313, σκέψη 18).
28 Δεδομένου ότι τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/23 πληρούν τις προϋποθέσεις για να υφίσταται άμεσο αποτέλεσμα, είναι δυνατή, όπως είναι επόμενο, η επίκληση των εν λόγω διατάξεων κατά εταιρίας περιορισμένης ευθύνης του ιδιωτικού δικαίου της οποίας μοναδικός εταίρος είναι ένας δημοσίου δικαίου πανδημοτικός επαγγελματικός σύνδεσμος κοινωνικής πρόνοιας.
29 Συναφώς, ουδεμία σημασία έχει το γεγονός ότι, δυνάμει συμβάσεως μεταβιβάσεως που εξαρτάται μόνον από τη συμφωνία της προεδρίας του συνδέσμου, τα κατεχόμενα από ένα τέτοιο σύνδεσμο εταιρικά μερίδια πρόκειται να μεταβιβασθούν σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης της οποίας μοναδικός εταίρος είναι ένωση ιδιωτικού δικαίου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για σχέδιο το οποίο, αυτό καθεαυτό, δεν μπορεί να μεταβάλει τη νομική φύση της πρώτης εταιρίας.
30 Επομένως, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μεταξύ των οντοτήτων κατά των οποίων μπορούν να αντιταχθούν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, σημείο γ΄, πρώτη φράση, της οδηγίας 2001/23 περιλαμβάνεται και εταιρία περιορισμένης ευθύνης του ιδιωτικού δικαίου της οποίας μοναδικός εταίρος είναι ένας δημοσίου δικαίου πανδημοτικός επαγγελματικός σύνδεσμος κοινωνικής προνοίας.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
31 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να μάθει αν ένας δημόσιος οργανισμός που μεταβιβάζει την εγκατάστασή του μπορεί να επικαλεστεί, αυτές καθεαυτές, τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/23 κατά εργαζομένου με σκοπό να του επιβάλει τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεώς του με τον εκδοχέα.
32 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-168/95, Arcaro, Συλλογή 1996, σ. I-4705, σκέψη 36 και την παρατιθέμενη σ’ αυτή νομολογία), μία οδηγία δεν μπορεί, από μόνη της, να δημιουργήσει υποχρεώσεις όσον αφορά ιδιώτη και ότι, επομένως, δεν είναι δυνατή η επίκληση διατάξεως μιας οδηγίας, αυτής καθεαυτής, κατ’ αυτού.
33 Ως εκ τούτου, ένας δημόσιος οργανισμός δεν μπορεί να επικαλεσθεί την οδηγία 2001/23 κατά εργαζομένου προκειμένου να του επιβάλει τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεώς του με μία ή περισσότερες εκδοχείς επιχειρήσεις.
34 Στην αλληλουχία αυτή, ουδεμία ασκεί επιρροή το γεγονός ότι ο εν λόγω κρατικός οργανισμός είναι ή δεν είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τη μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της εν λόγω οδηγίας.
35 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ένας κρατικός οργανισμός που μεταβιβάζει την εγκατάστασή του δεν μπορεί να επικαλεστεί τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/23 κατά εργαζομένου με σκοπό να του επιβάλει τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεώς του με τον εκδοχέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν προκειμένου να υποβάλουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο έτεροι πλην των εν λόγω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Μεταξύ των οντοτήτων κατά των οποίων είναι δυνατό να αντιταχθούν τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, πρώτη περίοδος, της οδηγίας 2001/23/EΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως των επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, περιλαμβάνεται και εταιρία περιορισμένης ευθύνης του ιδιωτικού δικαίου της οποίας μοναδικός εταίρος είναι ένας δημοσίου δικαίου πανδημοτικός επαγγελματικός σύνδεσμος κοινωνικής προνοίας.
2) Ένας κρατικός οργανισμός που μεταβιβάζει την εγκατάστασή του δεν μπορεί να επικαλεστεί τα άρθρα 3, παράγραφος 1, και 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/23 κατά εργαζομένου με σκοπό να του επιβάλει τη συνέχιση της εργασιακής σχέσεώς του με τον εκδοχέα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy