Υπόθεση C-325/03 P
José Luis Zuazaga Meabe
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Προσφυγή ακυρώσεως – Απαράδεκτο λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως – Αίτηση αναιρέσεως προδήλως αβάσιμη»
Διάταξη του Δικαστηρίου (τέταρτο τμήμα) της 18ης Ιανουαρίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Διαδικασία – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής – Άσκηση προσφυγής με τηλεομοιοτυπία – Προθεσμία για την κατάθεση του υπογραμμένου πρωτοτύπου – Χρόνος ενάρξεως – Η ημερομηνία λήψεως της τηλεομοιοτυπίας και όχι η της λήξεως της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 43 § 6 και 102 § 2· κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 63 § 5)
2. Διαδικασία – Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής – Λήξη – Ανωτέρα βία – Έννοια – Όρια – Ιδιαίτερες περιστάσεις
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 45)
1. Σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, για τον έλεγχο της τηρήσεως των δικονοµικών προθεσµιών λαµβάνεται υπόψη η ηµεροµηνία κατά την οποία το αντίγραφο του υπογεγραµµένου πρωτοτύπου ενός διαδικαστικού εγγράφου περιέρχεται στη Γραµµατεία του Πρωτοδικείου µε τηλεοµοιοτυπία, υπό τον όρον ότι το υπογεγραµµένο πρωτότυπο του εγγράφου κατατίθεται σ’ αυτήν το αργότερο δέκα ηµέρες µετά τη λήψη της τηλεομοιοτυπίας.
Επομένως, προκειμένου περί προσφυγής ασκουμένης κατ’ αποφάσεως τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), η εν λόγω δεκαήμερη προθεσμία αρχίζει από της ημερομηνίας λήψεως της τηλεομοιοτυπίας και όχι από της λήξεως της προθεσμίας δύο μηνών και δέκα ημερών, που προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα και 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Ειδικότερα, όταν η τηλεομοιοτυπία έχει ληφθεί πλέον των δέκα ημερών προ της λήξεως της προθεσμίας που ορίζεται για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, οι διατάξεις του άρθρου 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου δεν επιφέρουν επιμήκυνση αυτής της προθεσμίας.
(βλ. σκέψεις 17-18)
2. Η κατά το άρθρο 45 του Οργανισμού του Δικαστηρίου έννοια της «ανωτέρας βίας» εμπεριέχει ένα αντικειμενικό στοιχείο, το οποίο σχετίζεται με μη φυσιολογικές και ξένες προς τον ενδιαφερόμενο περιστάσεις, και ένα υποκειμενικό στοιχείο, το οποίο συνδέεται με την υποχρέωση του ενδιαφερομένου να προφυλαχθεί από τις συνέπειες του μη φυσιολογικού γεγονότος, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα χωρίς να υποβληθεί σε υπερβολικές θυσίες. Συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παρακολουθεί προσεκτικά την εξέλιξη της διαδικασίας και, ιδίως, να επιδεικνύει επιμέλεια όσον αφορά την τήρηση των προβλεπομένων προθεσμιών. Έτσι, ανωτέρα βία δεν συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ένα επιμελές και συνετό άτομο είναι αντικειμενικά σε θέση να αποφύγει την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.
Αυτό ισχύει στην περίπτωση που ο προσφεύγων αύξησε τον κίνδυνο το δικόγραφο της αναιρέσεώς του να περιέλθει εκπρόθεσμα στο κοινοτικό δικαστήριο αφήνοντας να παρέλθουν ημέρες αφότου απέστειλε την τηλεομοιοτυπία του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου του δικογράφου, πριν παραδώσει το πρωτότυπο αυτό όχι απ’ ευθείας στην ταχυδρομική υπηρεσία, αλλά σε μεσολαβούσα επιχείρηση, η οποία καθυστέρησε και άλλες ημέρες πριν αποστείλει αυτό το έγγραφο με συστημένη επιστολή στη Γραμματεία του εν λόγω κοινοτικού δικαστηρίου.
(βλ. σκέψεις 25-26)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 18ης Ιανουαρίου 2005 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως Κοινοτικό σήμα Προσφυγή ακυρώσεως Απαράδεκτο λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως Αίτηση αναιρέσεως προδήλως αβάσιμη»
Στην υπόθεση C-325/03 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως βάσει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ασκηθείσα στις 21 Ιουλίου 2003,
José Luis Zuazaga Meabe, κάτοικος Bilbao (Ισπανία), εκπροσωπούμενος από τους J. A. Calderón Chavero και N. Moya Fernández, abogados,
αναιρεσείων,
όπου οι έτεροι διάδικοι ήταν:
το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τους O. Montalto και I. de Medrano Caballero,
καθού πρωτοδίκως,
η Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA (BBVA), με έδρα τη Μαδρίτη (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τον J. de Rivera Lamo de Espinosa, abogado,
διάδικος στην ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασία, παρεμβαίνουσα στην αναιρετική διαδικασία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, J. N. Cunha Rodrigues και M. Ilešič (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με αίτηση αναιρέσεως, ο J. L. Zuazaga Meabe ζητεί την εξαφάνιση της διατάξεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 28ης Απριλίου 2003, Zuazaga Meabe κατά ΓΕΕΑ – BBVA (BLUE) (T-15/03, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, στο εξής: προσβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή του περί ακυρώσεως της αποφάσεως του δευτέρου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: ΓΕΕΑ) της 24ης Οκτωβρίου 2002 (υπόθεση R 918/2001-2) (στο εξής: επίδικη απόφαση), με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή την οποία είχε ασκήσει ο Zuazaga Meabe κατά της καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος BLUE, την οποία είχε ζητήσει η Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA (στο εξής: BBVA).
Το ιστορικό της διαφοράς, η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η προσβαλλόμενη διάταξη
2 Αφού η BBVA υπέβαλε στο ΓΕΕΑ αίτηση να καταχωρισθεί ως κοινοτικό σήμα το λεκτικό σήμα BLUE, ο Zuazaga Meabe άσκησε ανακοπή, βάσει του άρθρου 42 του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), επικαλούμενος κίνδυνο συγχύσεως με το εθνικό λεκτικό σήμα BILBAO BLUE, του οποίου είναι δικαιούχος.
3 Η εν λόγω ανακοπή, αφού πρώτα έγινε δεκτή από το τμήμα ανακοπών του ΓΕΕΑ, ακολούθως απορρίφθηκε με την επίδικη απόφαση, που κοινοποιήθηκε στον Zuazaga Meabe με συστημένη επιστολή με απόδειξη παραλαβής και παρελήφθη στις 4 Νοεμβρίου 2002.
4 Ο Zuazaga Meabe άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή προς ακύρωση της επίδικης αποφάσεως. Αντίγραφο του δικογράφου της προσφυγής του περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με τηλεομοιοτυπία στις 3 Ιανουαρίου 2003, το δε πρωτότυπο ελήφθη στις 15 Ιανουαρίου 2003.
5 Το Πρωτοδικείο κατ’ αρχάς διαπίστωσε, στις σκέψεις 8 έως 11 της προσβαλλομένης διατάξεως, ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, την οποία διέθετε ο προσφεύγων κατ’ εφαρμογή των άρθρων 63, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 και 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, είχε λήξει στις 14 Ιανουαρίου 2003.
6 Ακολούθως, στη σκέψη 12 της προσβαλλομένης διατάξεως, επισήμανε ότι, ναι μεν το δικόγραφο είχε κατατεθεί στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου με τηλεομοιοτυπία στις 3 Ιανουαρίου 2003, πριν λήξει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, το πρωτότυπο όμως του δικογράφου περιήλθε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου μόλις στις 15 Ιανουαρίου 2003, ήτοι πέραν της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, οπότε πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνον η ημερομηνία καταθέσεως του πρωτοτύπου, πράγμα που σημαίνει ότι η προσφυγή ασκήθηκε εκπροθέσμως.
7 Τέλος, στη σκέψη 13 της προσβαλλομένης διατάξεως, τόνισε ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποδείξει, αλλ’ ούτε και επικαλεστεί, την ύπαρξη τυχαίου συµβάντος ή ανωτέρας βίας, που θα επέτρεπε παρέκκλιση από την εν λόγω προθεσμία βάσει του άρθρου 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
8 Συνεπώς, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη.
Η αίτηση αναιρέσεως
9 Με την αίτηση αναιρέσεως, προς στήριξη της οποίας προβάλλει πέντε λόγους, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη διάταξη και ν’ αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο.
10 Το ΓΕΕΑ δεν κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.
11 Η BBVA ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
12 Κατά το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν µέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιµη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, εν όλω ή εν µέρει, µε αιτιολογηµένη διάταξη.
Επί του δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγου
13 Με τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, που ενδείκνυται να συνεξετασθούν, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη τα άρθρα 102 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και 81, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τα άρθρα 103 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και 82 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, καθώς και το άρθρο 43, παράγραφοι 3 και 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, αντιστοίχως.
14 Κατ’ ουσίαν υποστηρίζει ότι οι διατάξεις αυτές αποτελούν έκφραση της αρχής της αναλογικότητας και ενός «περιθωρίου ανοχής του νόμου» ως προς την παράταση των δικονομικών προθεσμιών, οπότε η τασσόμενη για την κατάθεση του πρωτοτύπου του δικογράφου δεκαήμερη προθεσμία του άρθρου 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου δεν αρχίζει από του χρόνου λήψεως της τηλεομοιοτυπίας, αλλ’ από της λήξεως της προθεσμίας δύο μηνών και δέκα ημερών, που προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 και 102, παράγραφος 2, του εν λόγω Κανονισμού Διαδικασίας.
15 Επομένως, υποστηρίζει, η τασσόμενη προς κατάθεση του πρωτοτύπου του δικογράφου προθεσμία δεν έληγε, εν προκειμένω, στις 14 Ιανουαρίου, αλλά στις 24 Ιανουαρίου 2003, οπότε η προσφυγή του δεν έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη.
16 Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, δεν χωρεί παρέκκλιση από την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων περί δικονομικών προθεσμιών παρά μόνον υπό περιστάσεις εντελώς εξαιρετικές, τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας, κατά το άρθρο 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων αυτών ανταποκρίνεται στην επιταγή της ασφάλειας δικαίου και στην ανάγκη να αποφεύγεται κάθε δυσμενής διάκριση ή κάθε αυθαίρετη μεταχείριση κατά την απονομή της δικαιοσύνης (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 7ης Μαΐου 1998, C-239/97, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή, σ. I-2655, σκέψη 7, και της 19ης Φεβρουαρίου 2004, C-369/03 P, Forum des migrants de l’Union européenne κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 16).
17 Σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, για τον έλεγχο της τηρήσεως των δικονοµικών προθεσµιών λαµβάνεται υπόψη η ηµεροµηνία κατά την οποία το αντίγραφο του υπογεγραµµένου πρωτοτύπου ενός διαδικαστικού εγγράφου περιέρχεται στη Γραµµατεία του Πρωτοδικείου µε τηλεοµοιοτυπία, υπό τον όρον ότι το υπογεγραµµένο πρωτότυπο του εγγράφου κατατίθεται σ’ αυτήν το αργότερο δέκα ημέρες μετά τη λήψη της τηλεομοιοτυπίας.
18 Επομένως, η ερμηνεία κατά την οποία η εν λόγω προθεσμία αρχίζει από της λήξεως της προθεσμίας δύο μηνών και δέκα ημερών, που προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 63, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 και 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ασχέτως της ημερομηνίας λήψεως της τηλεομοιοτυπίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Τονίζεται ειδικότερα ότι, όταν, όπως εν προκειμένω, η τηλεομοιοτυπία έχει ληφθεί πλέον των δέκα ημερών προ της λήξεως της προθεσμίας που ορίζεται για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, οι διατάξεις του άρθρου 43, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου δεν επιφέρουν παράταση αυτής της προθεσμίας.
19 Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων διαβίβασε το δικόγραφό του με τηλεομοιοτυπία που έφτασε στις 3 Ιανουαρίου 2003, το πρωτότυπο του δικογράφου έπρεπε, για να ληφθεί υπόψη η τηλεομοιοτυπία αυτή, να κατατεθεί στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 13 Ιανουαρίου 2003 το αργότερο. Επειδή το πρωτότυπο του δικογράφου περιήλθε στη Γραμματεία μόλις στις 15 Ιανουαρίου 2003, ορθώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι μόνον αυτή η τελευταία ημερομηνία έπρεπε να ληφθεί υπόψη για να κριθεί η τήρηση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.
20 Επομένως, ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθούν ως προδήλως αβάσιμοι.
Επί του πρώτου λόγου
21 Με τον πρώτο λόγο, ο αναιρεσείων θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 45 του Οργανισμού του Δικαστηρίου καθ’ όσον δεν διαπίστωσε τη συνδρομή περιπτώσεως ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου αυτού.
22 Ο αναιρεσείων αναφέρει ότι παρέδωσε το πρωτότυπο του δικογράφου της προσφυγής του στην εταιρία Cibeles Mailing SA (στο εξής: Cibeles Mailing) στις 7 Ιανουαρίου 2003, ήτοι επτά ημέρες πριν λήξει η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής, για να το παραδώσει αυτή στην υπηρεσία των ισπανικών ταχυδρομείων. Συνεπώς, η καθυστέρηση με την οποία περιήλθε η αλληλογραφία αυτή στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου ήταν απρόβλεπτη. Θεωρεί ότι δεν μπορεί να του προσαφθεί ότι δεν προσέφυγε σε ταχύτερο τρόπο αποστολής (ιδιωτική επιχείρηση ταχυδρομείου), διότι η υπηρεσία του ταχυδρομείου αποτελεί το ασφαλέστερο και αποτελεσματικότερο μέσο που υπάρχει στην Ισπανία.
23 Προσθέτει ότι, όταν ο διάδικος έπραξε παν το δυνατόν για ν’ αναθέσει σε κοινή διοικητική υπηρεσία την αποστολή βεβαιωτικής αλληλογραφίας, η αρχή της αναλογικότητας υποχρεώνει το Πρωτοδικείο να κάμψει τις προθεσμίες.
24 Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται ότι το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο μέσω διατάξεως βάσει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του, δεν γνωστοποίησε στον Zuazaga Meabe την πρόθεσή του ν’ απορρίψει την προσφυγή ως εκπρόθεσμη και δεν τον κάλεσε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση της αφίξεως του δικογράφου στη Γραμματεία. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στον αναιρεσείοντα το ότι επικαλείται τη συνδρομή περιπτώσεως ανωτέρας βίας για πρώτη φορά στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας.
25 Η κατά το άρθρο 45 του Οργανισμού του Δικαστηρίου έννοια της «ανωτέρας βίας» εμπεριέχει ένα αντικειμενικό στοιχείο, το οποίο σχετίζεται με μη φυσιολογικές και ξένες προς τον ενδιαφερόμενο περιστάσεις, και ένα υποκειμενικό στοιχείο, το οποίο συνδέεται με την υποχρέωση του ενδιαφερομένου να προφυλαχθεί από τις συνέπειες του μη φυσιολογικού γεγονότος, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα χωρίς να υποβληθεί σε υπερβολικές θυσίες. Συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παρακολουθεί προσεκτικά την εξέλιξη της διαδικασίας και, ιδίως, να επιδεικνύει επιμέλεια όσον αφορά την τήρηση των προβλεπομένων προθεσμιών (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-195/91 P, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. I-5619, σκέψη 32). Έτσι, ανωτέρα βία δεν συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία ένα επιμελές και συνετό άτομο είναι αντικειμενικά σε θέση να αποφύγει την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 209/83, Ferriera Valsabbia κατά Επιτροπής, Συλλογή σ. 3089, σκέψη 22).
26 Εν προκειμένω, από την αίτηση αναιρέσεως προκύπτει ότι ο Zuazaga Meabe άφησε να παρέλθουν τέσσερις ημέρες αφότου απέστειλε την τηλεομοιοτυπία, πριν παραδώσει –επτά μόλις ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής– το πρωτότυπο του δικογράφου όχι απ’ ευθείας στην ταχυδρομική υπηρεσία, αλλά στην Cibeles Mailing, η οποία καθυστέρησε άλλες δύο ημέρες πριν αποστείλει αυτό το έγγραφο με συστημένη επιστολή στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου. Επομένως, με τη συμπεριφορά του, ο Zuazaga Meabe αύξησε τον κίνδυνο το δικόγραφο της αναιρέσεώς του να περιέλθει εκπρόθεσμα στο Πρωτοδικείο και, επομένως, δεν κατέβαλε τη συνήθη επιμέλεια που αναμένεται να καταβάλλει ένας συνετός διάδικος για να τηρήσει τις προθεσμίες.
27 Μια τέτοια έλλειψη επιμέλειας αποκλείει τη συνδρομή περιπτώσεως ανωτέρας βίας και, επομένως, πρέπει ν’ απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμος.
28 Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη.
Επί των δικαστικών εξόδων
29 Το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο, δυνάμει του άρθρου 118 του ίδιου κανονισμού, εφαρμόζεται και επί αναιρετικής διαδικασίας, ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι απόφαση για τα έξοδα λαµβάνεται µε την απόφαση ή τη διάταξη που περατώνει τη δίκη, στη δε παράγραφο 2, ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτηµα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η BBVA ζήτησε να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, αυτός δε ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί να φέρει, πέραν των δικών του, και τα έξοδα της παρεμβαίνουσας. Αντιθέτως, το ΓΕΕΑ, δεδομένου ότι δεν ζήτησε να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Ο José Luis Zuazaga Meabe φέρει, πέραν των δικών του, και τα δικαστικά έξοδα της Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA.
3) Το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy