Υπόθεση T-13/03
Nintendo Co., Ltd και Nintendo of Europe GmbH
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά κονσολών βιντεοπαιχνιδιών και κασετών παιχνιδιών Nintendo – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Περιορισμός των παράλληλων εξαγωγών – Πρόστιμα – Αποτρεπτικό αποτέλεσμα – Διάρκεια της παραβάσεως – Επιβαρυντικές περιστάσεις – Ρόλος πρωτοστάτη ή υποκινητή – Ελαφρυντικές περιστάσεις – Συνεργασία κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κατανομή των εμπλεκομένων επιχειρήσεων σε κατηγορίες με βάση ένα ειδικό σημείο αφετηρίας – Κάθετες παραβάσεις
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 A)
2. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Αποτρεπτικός χαρακτήρας – Κριτήρια εκτιμήσεως της αποτρεπτικότητας – Υποχρέωση συνυπολογισμού του ενδεχομένου υποτροπής της τιμωρούμενης επιχειρήσεως – Δεν υφίσταται
(Άρθρο 81 § 1 ΕΚ· Συμφωνία ΕΟΧ, άρθρο 53 § 1· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
3. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Εφαρμογή ενός προγράμματος συμμορφώσεως προς τους κοινοτικούς κανόνες ανταγωνισμού – Αποζημιώσεις προς τρίτους
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
4. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Αποτρεπτικός χαρακτήρας – Κριτήρια εκτιμήσεως της αποτρεπτικότητας – Κάθετες παραβάσεις
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
5. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Επιβαρυντικές περιστάσεις – Ρόλος πρωτοστάτη ή υποκινητή της παραβάσεως
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
6. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Αποτρεπτικός χαρακτήρας – Κριτήρια εκτιμήσεως της αποτρεπτικότητας – Εφαρμογή διαφορετικών συντελεστών στις μετέχουσες σε σύμπραξη επιχειρήσεις
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
7. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Αποτρεπτικός χαρακτήρας – Γενική επιταγή που πρέπει να καθοδηγεί την Επιτροπή καθ’ όλη τη διαδικασία υπολογισμού των προστίμων – Δεν επιβάλλεται να υπάρχει ένα ειδικό στάδιο προς συνολική εκτίμηση όλων των κρίσιμων περιστάσεων
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής)
8. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Διάρκεια της παραβάσεως – Μακροχρόνιες παραβάσεις – Προσαύξηση κατά 10 % του αρχικού ποσού ανά έτος
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 1 B)
9. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Επιβαρυντικές περιστάσεις – Ρόλος του επικεφαλής
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 2)
10. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Επιβαρυντικές περιστάσεις – Ρόλος πρωτοστάτη της παραβάσεως
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 2)
11. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Σοβαρότητα της παραβάσεως – Επιβαρυντικές περιστάσεις – Συνέχιση της παραβάσεως μετά την επέμβαση της Επιτροπής
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2)
12. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Μη επιβολή ή μείωση του προστίμου έναντι της συνεργασίας της εμπλεκομένης επιχειρήσεως – Κάθετες παραβάσεις – Μη εφαρμογή της ανακοινώσεως περί συνεργασίας
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 96/C 207/04 της Επιτροπής)
13. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Κριτήρια – Στάση της επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας – Εκτίμηση του βαθμού της συνεργασίας την οποία επέδειξε καθεμία από τις επιχειρήσεις που μετείχαν στη σύμπραξη – Τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2· ανακοίνωση 98/C 9/03 της Επιτροπής, σημείο 3)
14. Ανταγωνισμός – Πρόστιμα – Ύψος – Προσδιορισμός – Δικαίωμα ακροάσεως – Σχετικές λεπτομέρειες
(Κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 19 § 1· κανονισμός 2842/98 της Επιτροπής, άρθρο 7)
15. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Προϋποθέσεις – Συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις εκ μέρους της διοικήσεως – Ανεπίσημη δήλωση υπαλλήλου της Επιτροπής σχετικά με τον ανταγωνισμό – Δεν περιλαμβάνεται
1. Στο πλαίσιο του εκ μέρους της Επιτροπής προσδιορισμού των αρχικών ποσών των προστίμων λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, με τη σχετική διαφορετική μεταχείριση σκοπείται να ληφθεί υπόψη το ειδικό βάρος κάθε εμπλεκομένης επιχειρήσεως και, κατά συνέπεια, των ουσιαστικών αποτελεσμάτων της παραβατικής συμπεριφοράς της, ιδίως καθόσον οι επιχειρήσεις που διέπραξαν παραβάσεις του ιδίου είδους είναι πολύ διαφορετικού μεγέθους.
Προκειμένου για ένα σύνολο συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών κάθετης φύσεως που έχουν ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα να περιορίζουν τις παράλληλες εξαγωγές προϊόντων, το μερίδιο που έχει κάθε εμπλεκόμενη επιχείρηση στη διανομή των σχετικών προϊόντων εκφράζει το ειδικό βάρος της στο οικείο σύστημα διανομής. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί να αναφέρεται στο μερίδιο κάθε επιχειρήσεως επί του συνολικού όγκου των προϊόντων που αγοράζονται με σκοπό την εμπορική διανομή τους εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους της οικείας παραβάσεως, επιφυλάσσοντας συναφώς διαφορετική μεταχείριση σε κάθε επιχείρηση στο πλαίσιο του προσδιορισμού των προκαταρκτικών ποσών των επιβλητέων προστίμων.
Δεδομένου ότι η αναφορά στα μερίδια της αγοράς καθεμιάς από τις επιχειρήσεις που ασχολούνταν με την εμπορική διανομή των προϊόντων αυτών χρησιμοποιήθηκε απλώς για να εκτιμηθεί η σχετική ευθύνη καθεμιάς από αυτές στην παράβαση που είχε ως σκοπό να περιοριστεί ο ανταγωνισμός σε επίπεδο διανομής των σχετικών προϊόντων, η περίσταση ότι η αγορά των προϊόντων αυτών χαρακτηρίζεται περισσότερο από έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των κατασκευαστών παρά από ανταγωνισμό μεταξύ των προϊόντων του κάθε κατασκευαστή δεν είναι στοιχείο που θα έπρεπε να λάβει υπόψη η Επιτροπή προς προσδιορισμό του ειδικού προκαταρκτικού αρχικού ποσού του προστίμου των εμπλεκομένων επιχειρήσεων.
(βλ. σκέψεις 45, 49-51)
2. Η Επιτροπή έχει την εξουσία να αποφασίζει για το ύψος των προστίμων προκειμένου να ενισχύσει το αποτρεπτικό τους αποτέλεσμα όταν παραβάσεις συγκεκριμένου είδους εξακολουθούν να εμφανίζονται σχετικά συχνά, παρά το ότι ο παράνομος χαρακτήρας τους είναι βέβαιος από την αρχή της υπάρξεως της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, λόγω του κέρδους το οποίο μπορούν να αποκομίσουν από αυτές ορισμένες από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Δεδομένου ότι ο σκοπός προσδόσεως αποτρεπτικού χαρακτήρα στο πρόστιμο αφορά τις ενέργειες των επιχειρήσεων εντός της Κοινότητας ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), ο συναρτώμενος προς το επιδιωκόμενο αποτρεπτικό αποτέλεσμα συντελεστής αξιολογείται με γνώμονα πλειάδα στοιχείων και όχι μόνο με βάση την ειδική κατάσταση της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως. Συνεπώς, η Επιτροπή, όταν εξετάζει την ανάγκη προσαυξήσεως των προστίμων με σκοπό να τους προσδώσει αποτρεπτικό χαρακτήρα, ουδόλως υποχρεούται να προβαίνει σε εκτίμηση της πιθανότητας υποτροπής των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων. Η επιδίωξη προσδόσεως αποτρεπτικού χαρακτήρα στο πρόστιμο δεν εκτιμάται αποκλειστικά σε συνάρτηση με τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά ειδικά η απόφαση περί επιβολής προστίμου. Το πρόστιμο πρέπει επίσης να αποθαρρύνει τη συμμετοχή σε τέτοιες παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού επιχειρήσεις με παρόμοιο μέγεθος και διαθέτουσες ανάλογους πόρους.
(βλ. σκέψεις 71-73)
3. Τα προληπτικά μέτρα εκ μέρους επιχειρήσεων κατά των οποίων έχει κινηθεί διαδικασία λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, τα οποία συνίστανται, ιδίως, σε ένα πρόγραμμα συμμορφώσεως προς τους κανόνες αυτούς, στη συνεργασία τους κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και σε αποζημιώσεις προς τρίτους, δεν επηρεάζουν το υποστατό της διαπραχθείσας παραβάσεως και δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο στάδιο της εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως προς προσδιορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, ενδεχομένως, στο πλαίσιο της εξετάσεως της υπάρξεως ελαφρυντικών περιστάσεων.
(βλ. σκέψη 74)
4. Στο πλαίσιο της προσαυξήσεως του αρχικού ποσού των προστίμων που επιβάλλονται λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, με σκοπό να έχουν αυτά αποτρεπτικό αποτέλεσμα, η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι μια επιχείρηση έχει μοναδική θέση σε ένα σύστημα διανομής, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητάς της ως κατασκευαστή των οικείων προϊόντων. Ναι μεν το μέγεθος των επιχειρήσεων είναι γενικά ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ύψους του προστίμου, όμως, για να έχει επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα το πρόστιμο, δεν μπορεί να αποκλείεται ο συνυπολογισμός και άλλων στοιχείων. Συναφώς, σε περίπτωση παραβάσεων κάθετης φύσεως, η ιδιότητα του κατασκευαστή των προϊόντων, όπως και το μέγεθος της οικείας επιχειρήσεως, μπορεί να συνιστά στοιχείο που είναι ενδεικτικό της ουσιαστικής δυνατότητας της επιχειρήσεως να βλάψει τον ανταγωνισμό. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο κατασκευαστής των προϊόντων, που έχει κεντρική θέση στο σύστημα διανομής των προϊόντων αυτών, πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και να βεβαιώνεται ότι τηρεί τους κανόνες ανταγωνισμού στο πλαίσιο της συνάψεως συμφωνιών διανομής.
(βλ. σκέψεις 78-80)
5. Στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ύψους των επιβαλλομένων προστίμων λόγω κάθετης φύσεως παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού, η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει υπόψη, ως επιβαρυντική περίσταση, το γεγονός ότι η επιχείρηση που κατασκευάζει τα οικεία προϊόντα είναι ο πρωτοστάτης και ο υποκινητής της παραβάσεως. Προς τούτο, η Επιτροπή μπορεί να αναφέρεται στο γεγονός ότι η εν λόγω επιχείρηση ελέγχει, θέτει σε εφαρμογή και επιβλέπει την τήρηση ορισμένων μέτρων που έχουν ως σκοπό τον περιορισμό του παράλληλου εμπορίου.
Δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι ρόλος πρωτοστάτη ή υποκινητή μιας παραβάσεως μπορεί να διαπιστώνεται μόνο στο πλαίσιο οριζοντίων συμπράξεων και όχι στο πλαίσιο καθέτων συμπράξεων. Το γεγονός ότι, όσον αφορά κάθετες συμπράξεις, ο ρόλος αυτός συγχέεται γενικά με εκείνον του κατασκευαστή δεν αποκλείει τη δυνατότητα συνυπολογισμού μια τέτοιας επιβαρυντικής περιστάσεως στον καθορισμό του ύψους του προστίμου λόγω της ιδιότητας του πρωτοστάτη ή του υποκινητή. Επιπλέον, ο πρωτοστάτης δεν είναι οπωσδήποτε ο κατασκευαστής των οικείων προϊόντων, δεδομένου ότι κανένα στοιχείο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι πρωτοστάτης σε μια παράβαση κάθετης φύσεως μια επιχείρηση έχουσα μόνον την ιδιότητα του διανομέα και όχι του κατασκευαστή των οικείων προϊόντων.
(βλ. σκέψεις 83, 128-129, 131)
6. Στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ύψους του προστίμου λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, η Επιτροπή, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων, δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως εφαρμόζοντας, προς εξασφάλιση αποτρεπτικού αποτελέσματος, διαφορετικό συντελεστή προσαυξήσεως σε δύο επιχειρήσεις που μετείχαν σε σύμπραξη οι οποίες δεν έχουν παρόμοια θέση στο εμπορικό σύστημα.
Προκειμένου περί παραβάσεως κάθετης φύσεως, η Επιτροπή μπορεί να κρίνει ότι οι επιχειρήσεις δεν βρίσκονται σε παρόμοια θέση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα μερίδιά τους στις πωλήσεις των οικείων προϊόντων και τις θέσεις τους στο σύστημα εμπορικής διανομής.
(βλ. σκέψεις 95-96)
7. Στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, γίνεται λόγος περί του αποτρεπτικού χαρακτήρα των προστίμων στο σημείο 1 A, κατά το οποίο το ύψος του προστίμου πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να έχει τον ενδεδειγμένο αποτρεπτικό χαρακτήρα. Η ανάγκη εξασφαλίσεως ενός τέτοιου αποτελέσματος είναι γενική απαίτηση που πρέπει να καθοδηγεί την Επιτροπή καθ’ όλη τη διαδικασία υπολογισμού του ύψους του προστίμου και δεν επιβάλλει οπωσδήποτε ο υπολογισμός αυτός να έχει ένα ειδικό στάδιο προοριζόμενο να περιλάβει μια γενική εκτίμηση όλων των κρίσιμων στοιχείων όσον αφορά την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι η προσαύξηση του προστίμου με σκοπό να έχει αυτό αποτρεπτικό χαρακτήρα πρέπει να πραγματοποιείται στο τελικό στάδιο του προσδιορισμού του ύψους των προστίμων.
(βλ. σκέψεις 98-99)
8. Σύμφωνα με το σημείο 1 B των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, όσον αφορά τις παραβάσεις μεγάλης διάρκειας η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να προσαυξάνει το ποσό που καθορίζεται με βάση τη σοβαρότητα της παραβάσεως με συντελεστή μέχρι 10 % για κάθε έτος παραβάσεως. Απλώς και μόνον το γεγονός ότι η Επιτροπή επιφύλαξε υπέρ αυτής τη δυνατότητα προσαυξήσεως μέχρι 10 % για κάθε έτος παραβάσεως ουδόλως την υποχρεώνει να προσδιορίζει το σχετικό ποσοστό σε συνάρτηση με την ένταση της παραβάσεως ή ακόμη σε συνάρτηση με τον εκάστοτε διαφορετικό βαθμό συμμετοχής σ’ αυτήν καθενός των παραβατών. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι, όταν η παράβαση είναι πολύ διαφορετικής εντάσεως και σοβαρότητας, η Επιτροπή οφείλει να ορίζει μικρότερο συντελεστή προσαυξήσεως, τουλάχιστον για ένα μέρος της επίμαχης περιόδου. Πράγματι, η δυνατότητα προσαυξήσεως του προστίμου σε συνάρτηση με τη διάρκεια της παραβάσεως δεν περιορίζεται στην περίπτωση στην οποία υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της διάρκειας και μιας μεγαλύτερης ζημίας σε βάρος των σκοπών των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού.
(βλ. σκέψεις 110, 112-113)
9. Όταν μια παράβαση των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού διαπράττεται από πολλές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ύψους των προστίμων πρέπει να εξετάζεται η σχετική σοβαρότητα της συμμετοχής καθεμιάς από αυτές, πράγμα το οποίο σημαίνει, ειδικότερα, ότι πρέπει να διαπιστώνεται ο ρόλος καθεμιάς από αυτές στην παράβαση κατά τη διάρκεια της συμμετοχής σ’ αυτή. Από αυτό προκύπτει, ιδίως, ότι ο ρόλος του επικεφαλής που μπορούν να έχουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις στο πλαίσιο μιας συμπράξεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, καθόσον οι επιχειρήσεις που έχουν έναν τέτοιο ρόλο φέρουν, ως εκ τούτου, ιδιαίτερη ευθύνη σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπουν, στο σημείο 2, ένα μη εξαντλητικό κατάλογο περιστάσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση του βασικού ποσού του προστίμου, στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η εμπλεκόμενη επιχείρηση «έχει πρωτοστατήσει στην παράβαση ή έχει προτρέψει άλλες επιχειρήσεις να τη διαπράξουν».
(βλ. σκέψεις 126-127)
10. Για να χαρακτηριστεί μια επιχείρηση ως «πρωτοστάτης» και για να αυξηθεί, κατά συνέπεια, το ύψος του προστίμου που αυτή πρέπει να καταβάλει, δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η διαπραχθείσα παράβαση θα ήταν λιγότερο σοβαρή αν η εμπλεκόμενη επιχείρηση δεν είχε ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε, καθόσον, ένα τέτοιο επιχείρημα οφείλεται σε σύγχυση μεταξύ της εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως καθαυτής και της εξετάσεως της σχετικής σοβαρότητας της συμμετοχής καθεμιάς από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της εξετάσεως των επιβαρυντικών και των ελαφρυντικών περιστάσεων.
(βλ. σκέψη 130)
11. Η Επιτροπή δικαίως λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντική περίσταση την εκ μέρους εμπλεκόμενης επιχειρήσεως εξακολούθηση της παραβάσεως μετά την έναρξη της σχετικής έρευνας, δεδομένου ότι η συμπεριφορά αυτή μαρτυρεί ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη είναι ιδιαίτερα αποφασισμένοι να εξακολουθήσουν την παράβασή τους παρά τον κίνδυνο να τους επιβληθεί κύρωση.
(βλ. σκέψη 142)
12. Από την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις αφορώσεις συμπράξεις του έτους 1996, σκοπός της οποίας είναι να ενθαρρύνονται οι επιχειρήσεις να αποκαλύπτουν την ύπαρξη ιδιαίτερα δυσχερώς εξακριβώσιμων συμπράξεων, προκύπτει σαφώς ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν οριζόντιες παραβάσεις, όπως οι οριζόντιες συμπράξεις. Το σημείο A, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ανακοινώσεως αυτής αφορά τις «μυστικές συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων με στόχο τον καθορισμό τιμών, ποσοστώσεων παραγωγής ή πώλησης, κατανομής των αγορών ή απαγόρευσης εισαγωγών ή εξαγωγών». Επομένως, αποκλείεται η εφαρμογή της ανακοινώσεως αυτής όταν επιχειρήσεις μετέχουν σε παράβαση κάθετης φύσεως με σκοπό τον περιορισμό των παράλληλων εξαγωγών προϊόντων. Επιπλέον, έστω και αν μια τέτοια παράβαση τυγχάνει της ίδιας μεταχειρίσεως με τις συμπράξεις από πλευράς επιβλητέας ποινής, δεν συντρέχει λόγος ανάλογης εφαρμογής τής ως άνω ανακοινώσεως. Πράγματι, δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του χαρακτηρισμού της παραβάσεως ως πολύ σοβαρής και της εκ μέρους της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας εκτιμήσεως της επιδειχθείσας συνεργασίας.
(βλ. σκέψεις 157-158)
13. Ναι μεν, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της συνεργασίας των μετεχόντων σε σύμπραξη κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας κινηθείσας λόγω απαγορευόμενης συμπράξεως η Επιτροπή δεν μπορεί να αγνοεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, διαθέτει όμως ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να αξιολογεί την ποιότητα και τη χρησιμότητα της συνεργασίας των διαφόρων μελών μιας συμπράξεως, ενώ μόνον ένα πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως μπορεί ενδεχομένως να ελεγχθεί.
Η εκτίμηση του βαθμού της συνεργασίας που επιδεικνύουν οι επιχειρήσεις δεν μπορεί να εξαρτάται από καθαρά τυχαίους παράγοντες. Επομένως, μια διαφορετική μεταχείριση των εμπλεκομένων επιχειρήσεων πρέπει να θεωρηθεί ότι οφείλεται στον διαφορετικό βαθμό συνεργασίας τους, ιδίως καθόσον οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν ήταν διαφορετικές ή προσκομίστηκαν σε διαφορετικά στάδια της διοικητικής διαδικασίας ή υπό διαφορετικές περιστάσεις. Έτσι, όταν διάφορες επιχειρήσεις παρέχουν στην Επιτροπή, κατά το ίδιο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και υπό ανάλογες περιστάσεις, παρόμοιες πληροφορίες που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά που τους καταλογίζονται, η συνεργασία καθεμιάς από αυτές πρέπει να θεωρείται συγκρίσιμη προς αυτήν των άλλων επιχειρήσεων, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους του επιβλητέου προστίμου.
Επομένως, πρέπει να γίνεται σύγκριση της συνεργασίας που επιδείχθηκε τόσο από χρονολογικής απόψεως, πράγμα το οποίο συνεπάγεται καταρχάς εξέταση του σταδίου κατά το οποίο παρασχέθηκε η συνεργασία, όσο και από ποιοτικής απόψεως, πράγμα το οποίο οδηγεί ακολούθως σε σύγκριση των συνθηκών υπό τις οποίες συνεργάστηκαν οι επιχειρήσεις και της ουσιαστικής αξίας των πληροφοριών που παρέσχε καθεμία από αυτές στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας. Προκειμένου να γίνει η ως άνω συγκριτική εξέταση της αξίας της συνεργασίας από χρονική άποψη, για θεωρηθεί η συνεργασία μιας επιχειρήσεως συγκρίσιμη προς αυτήν άλλης επιχειρήσεως η συνεργασία αυτή δεν πρέπει να επιδεικνύεται οπωσδήποτε αυθημερόν, αλλά στο ίδιο στάδιο της διαδικασίας.
(βλ. σκέψεις 161, 171-172, 176, 178)
14. Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και το άρθρο 7 του κανονισμού 2842/98, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ, προβλέπουν ρητά ότι, οσάκις η Επιτροπή προτίθεται να επιβάλει πρόστιμο, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις πρέπει να έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των αιτιάσεων που τους προσάπτει η Επιτροπή. Επομένως, τα δικαιώματα άμυνας των οικείων επιχειρήσεων διασφαλίζονται κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, με την υποβολή των παρατηρήσεών τους επί της διάρκειας, της σοβαρότητας και της δυνατότητας προβλέψεως του αντίθετου προς τους κανόνες του ανταγωνισμού χαρακτήρα της παραβάσεως.
(βλ. σκέψη 194)
15. Έχει το δικαίωμα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κάθε ιδιώτης που βρίσκεται σε μια κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι ένα κοινοτικό όργανο του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες. Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση της αρχής αυτής αν δεν υφίστανται σαφείς διαβεβαιώσεις εκ μέρους της διοικήσεως. Εν πάση περιπτώσει, για να μπορεί να δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, οι παρεχόμενες διαβεβαιώσεις πρέπει να προέρχονται από εξουσιοδοτημένες και αξιόπιστες πηγές.
Στο πλαίσιο της εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού, η δήλωση εκπροσώπου της Επιτροπής σε εκπρόσωπο επιχειρήσεως κατά τη διάρκεια ανεπίσημης συναντήσεως ότι η καταβολή αποζημιώσεως σε τρίτους θα ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό του προστίμου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συγκεκριμένη και ανεπιφύλλακτη διαβεβαίωση περί αφαιρέσεως του συνόλου των σχετικών αποζημιώσεων από το τελικό ποσό του προστίμου. Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, λαμβανομένης υπόψη της αποκλειστικής αρμοδιότητας του σώματος των επιτρόπων προς έκδοση αποφάσεως επιβάλλουσας πρόστιμο, ένας υπάλληλος της Επιτροπής δεν μπορεί να παρέχει σε επιχείρηση, στο πλαίσιο ανεπίσημης συναντήσεως, συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις προερχόμενες από εξουσιοδοτημένη και αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την αφαίρεση από το τελικό ποσό του προστίμου του ποσού των αποζημιώσεων που καταβάλλονται σε τρίτους.
(βλ. σκέψεις 203, 206-208)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 30ής Απριλίου 2009 (*)
«Ανταγωνισμός – Συμπράξεις – Αγορά κονσολών βιντεοπαιχνιδιών και κασετών παιχνιδιών Nintendo – Απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ – Περιορισμός των παράλληλων εξαγωγών – Πρόστιμα – Αποτρεπτικό αποτέλεσμα – Διάρκεια της παραβάσεως – Επιβαρυντικές περιστάσεις – Ρόλος πρωτοστάτη ή υποκινητή – Ελαφρυντικές περιστάσεις – Συνεργασία κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας»
Στην υπόθεση T-13/03,
Nintendo Co., Ltd, με έδρα το Kyoto (Ιαπωνία),
Nintendo of Europe GmbH, με έδρα το Grossostheim (Γερμανία),
εκπροσωπούμενη από τους I. Forrester, QC, J. Pheasant, M. Powell, C. Kennedy-Loest, solicitors, και J. Killick, barrister,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης αρχικώς από τους O. Beynet και A. Whelan, στη συνέχεια, από τους X. Lewis και Beynet,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως ή μειώσεως του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες με το άρθρο 3, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 2003/675/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Οκτωβρίου 2002, σχετικά με διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 81 της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (COMP/35.587 PO Video Games, COMP/35.706 PO Nintendo Distribution και COMP/36.321 Omega – Nintendo) (ΕΕ 2003, L 255, σ. 33),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (όγδοο τμήμα),
αποτελούμενο από τους M. E. Martins Ribeiro, πρόεδρο, Σ. Παπασάββα και N. Wahl (εισηγητή),
γραμματέας: Κ. Καντζά, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Μαΐου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1. Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις
1 Η πρώτη προσφεύγουσα, η Nintendo Co., Ltd (στο εξής: NCL ή Nintendo), εταιρία εισηγμένη στο χρηματιστήριο με έδρα το Kyoto (Ιαπωνία), είναι η επικεφαλής εταιρία του ομίλου εταιριών Nintendo, που ειδικεύονται στην παραγωγή και στη διανομή κονσολών βιντεοπαιχνιδιών και κασετών παιχνιδιών που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στις εν λόγω κονσόλες.
2 Οι δραστηριότητες της Nintendo εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ) ασκούνται, σε ορισμένες χώρες ή περιοχές, από θυγατρικές που αυτή ελέγχει κατά 100 %, η δε κύρια θυγατρική είναι η Nintendo of Europe GmbH (στο εξής: NOE ή Nintendo), η δεύτερη προσφεύγουσα. Κατά την περίοδο των πραγματικών περιστατικών η NOE συντόνιζε ορισμένες εμπορικές δραστηριότητες της Nintendo στην Ευρώπη και ήταν ο αποκλειστικός εμπορικός διανομέας της στη Γερμανία.
3 Σε άλλες περιοχές πωλήσεων, η Nintendo είχε ορίσει ανεξάρτητους αποκλειστικούς διανομείς. Έτσι, η The Games Ltd, μια εμπορική υπηρεσία της John Menzies Distribution Ltd, θυγατρικής κατά 100 % της John Menzies plc, κατέστη τον Αύγουστο του 1995 ο αποκλειστικός διανομέας της Nintendo για το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία, ιδιότητα που διατήρησε τουλάχιστον μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997.
2. Διοικητική διαδικασία
Η έρευνα σχετικά με τον τομέα των βιντεοπαιχνιδιών (υπόθεση IV/35.587 PO Video Games)
4 Τον Μάρτιο του 1995 η Επιτροπή άρχισε έρευνα σχετικά με τον τομέα των βιντεοπαιχνιδιών (υπόθεση IV/35.587 PO Video Games). Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής η Επιτροπή απηύθυνε, στις 26 Ιουνίου και στις 19 Σεπτεμβρίου 1995, αιτήματα παροχής πληροφοριών στη Nintendo, βάσει του άρθρου 11 του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/00 1, σ. 25), προκειμένου να λάβει πληροφορίες αφορώσες ιδίως τους διανομείς και τις θυγατρικές της, τις συμφωνίες διανομής που είχαν συναφθεί επισήμως με τις επιχειρήσεις αυτές και τους γενικούς όρους πωλήσεων. Η NOE απάντησε στα αιτήματα αυτά με έγγραφα της 31ης Ιουλίου και της 26ης Σεπτεμβρίου 1995.
Η συμπληρωματική έρευνα που αφορά ειδικά το σύστημα διανομής της Nintendo (υπόθεση IV/35.706 PO Nintendo Distribution)
5 Κατόπιν των προκαταρκτικών συμπερασμάτων της, η Επιτροπή προέβη, τον Σεπτέμβριο του 1995, σε συμπληρωματική έρευνα αφορώσα ειδικά το σύστημα διανομής της Nintendo (υπόθεση IV/35.706 PO Nintendo Distribution).
6 Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, στις 9 Οκτωβρίου 1995 η Επιτροπή απηύθυνε στη Nintendo αίτημα παροχής πληροφοριών. Διενεργήθηκαν πολλές συσκέψεις σχετικές με την πολιτική εμπορικής διανομής της Nintendo μεταξύ εκπροσώπων αυτής και της Επιτροπής. Εξάλλου, η Nintendo προσκόμισε διάφορα κείμενα των συμφωνιών που είχε συνάψει με ορισμένους από τους διανομείς της.
Η έρευνα κατόπιν της καταγγελίας που υπέβαλε η Omega Electro BV (υπόθεση IV/36.321 Omega – Nintendo)
7 Στις 26 Νοεμβρίου 1996 η Omega Electro, εταιρία ασχολούμενη με την εισαγωγή και την πώληση ηλεκτρονικών παιχνιδιών, υπέβαλε καταγγελία δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, του κανονισμού 17, αφορώσα ουσιαστικά τη διανομή κασετών και κονσολών παιχνιδιών Nintendo, για τον λόγο, ιδίως, ότι η Nintendo παρεμπόδιζε το παράλληλο εμπόριο και ακολουθούσε ένα σύστημα υποχρεωτικών για τις Κάτω Χώρες τιμών μεταπωλήσεως. Κατόπιν της καταγγελίας αυτής, η Επιτροπή επεξέτεινε την έρευνά της (υπόθεση IV/36.321 Omega – Nintendo). Στις 7 Μαρτίου 1997 απηύθυνε αίτημα παροχής πληροφοριών στη Nintendo και στην John Menzies. Με την από 16 Μαΐου 1997 απάντησή της η Nintendo δέχθηκε ότι ορισμένες από τις συμφωνίες διανομής και ορισμένοι από τους γενικούς όρους της περιελάμβαναν περιορισμούς του παράλληλου εμπορίου εντός του ΕΟΧ. Τον Οκτώβριο του 1997 η Επιτροπή απηύθυνε στην John Menzies νέο αίτημα παροχής πληροφοριών, στο οποίο η τελευταία απάντησε την 1η Δεκεμβρίου 1997, παρέχοντας ορισμένες πληροφορίες επί της επίμαχης συμπράξεως.
8 Με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 1997 η Nintendo ανέφερε στην Επιτροπή ότι είχε αντιληφθεί την ύπαρξη «ενός σοβαρού προβλήματος σχετικού με το παράλληλο εμπόριο εντός της Κοινότητας» και εξέφρασε την επιθυμία της να συνεργαστεί με την Επιτροπή.
9 Στις 13 Ιανουαρίου 1998 η John Menzies παρέσχε και άλλες σχετικές πληροφορίες. Στις 21 Ιανουαρίου, την 1η Απριλίου και στις 15 Μαΐου 1998 η Nintendo διαβίβασε στην Επιτροπή εκατοντάδες έγγραφα. Στις 15 Δεκεμβρίου 1998 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ Επιτροπής και εκπροσώπων της Nintendo, κατά τη διάρκεια της οποίας έγινε λόγος περί της παροχής ενδεχόμενης αποζημιώσεως στους τρίτους θιγόμενους από την επίμαχη σύμπραξη.
10 Επιπλέον, κατόπιν της ομολογίας της, η Nintendo έλαβε μέτρα προς εξασφάλιση της τηρήσεως του κοινοτικού δικαίου και παρέσχε οικονομική αντιστάθμιση στους τρίτους που είχαν υποστεί οικονομική ζημία λόγω της δράσεώς της.
11 Στις 26 Απριλίου 2000 η Επιτροπή απηύθυνε ανακοίνωση αιτιάσεων στη Nintendo και στις άλλες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, λόγω παραβάσεως του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (στο εξής: Συμφωνία ΕΟΧ). Η Nintendo και οι λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις διαβίβασαν γραπτές παρατηρήσεις σε απάντηση στις αιτιάσεις της Επιτροπής, με τις οποίες η Nintendo και ορισμένες από τις εν λόγω επιχειρήσεις ζήτησαν την εφαρμογή της ανακοινώσεως της Επιτροπής της 18ης Ιουλίου 1996 σχετικά με τη μη επιβολή ή τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (ΕΕ C 207, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας). Κανένα από τα μέρη δεν ζήτησε τη διεξαγωγή επίσημης ακροάσεως. Η Nintendo δεν αμφισβήτησε το υποστατό των πραγματικών περιστατικών που εκτίθεντο στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
12 Όσον αφορά ειδικότερα τις προσφεύγουσες, η απάντηση στην ανακοίνωση των αιτιάσεων απεστάλη στην Επιτροπή στις 7 Ιουλίου 2000.
3. Η επίδικη απόφαση
13 Στις 30 Οκτωβρίου 2002 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2003/675/ΕΚ, σχετικά με διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 81 της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (COMP/35.587 PO Video Games, COMP/35.706 PO Nintendo Distribution και COMP/36.321 Omega – Nintendo) (ΕΕ 2003, L 255, σ. 33, στο εξής: Απόφαση). Η Απόφαση κοινοποιήθηκε στη NOE και στην NCL, αντιστοίχως, στις 8 και στις 11 Νοεμβρίου 2002.
14 Η Απόφαση περιλαμβάνει ιδίως τις ακόλουθες διατάξεις:
«Άρθρο 1
Οι κατωτέρω αναφερόμενες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, της Συνθήκης και το άρθρο 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ συμμετέχοντας, κατά το αναφερόμενο κατωτέρω χρονικό διάστημα, σε πλέγμα συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών στις αγορές κονσολών παιχνιδιών και κασετών παιχνιδιών συμβατών με τις κονσόλες παιχνιδιών που κατασκευάζει η Νintendo με αντικείμενο και αποτέλεσμα τον περιορισμό των παράλληλων εξαγωγών κονσολών και κασετών παιχνιδιών της Νintendo:
– [NCL και NOE], από τον Ιανουάριο [του] 1991 μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου [του] 1997,
[…]
Άρθρο 3
Τα ακόλουθα πρόστιμα επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 για την παράβαση που αναφέρεται στο ίδιο άρθρο:
– [NCL και NOE], ευθυνόμενες αλληλεγγύως, πρόστιμο ύψους 149,128 εκατομμυρίων ευρώ,
[…]»
15 Για να υπολογίσει το ύψος των προστίμων, η Επιτροπή ακολούθησε, στην Απόφαση, τη μεθοδολογία που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, [ΑΧ] (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές). Αντιθέτως, αποφάσισε να μη λάβει υπόψη την ανακοίνωση περί συνεργασίας, λόγω του κάθετου χαρακτήρα της παραβάσεως.
16 Πρώτον, η Επιτροπή καθόρισε το βασικό ποσό των προστίμων σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως.
17 Συναφώς, η Επιτροπή θεώρησε, καταρχάς, ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είχαν διαπράξει μια πολύ σοβαρή παράβαση, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως αυτής, των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων της στην αγορά και της εκτάσεως της σχετικής γεωγραφικής αγοράς.
18 Στη συνέχεια, η Επιτροπή θεώρησε ότι, αφού η εν λόγω ενιαία και διαρκής παράβαση αφορούσε πολλές επιχειρήσεις πολύ διαφορετικού μεγέθους, έπρεπε να μεταχειριστεί διαφορετικά τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις προκειμένου να λάβει υπόψη το ειδικό βάρος καθεμιάς από αυτές και, κατά συνέπεια, τα πραγματικά αποτελέσματα της παραβατικής συμπεριφοράς τους επί του ανταγωνισμού. Συναφώς, οι εν λόγω επιχειρήσεις χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, σε συνάρτηση με το σχετικό μέγεθος καθεμιάς από αυτές έναντι της Nintendo, ως διανομέα των σχετικών προϊόντων εντός του ΕΟΧ. Η σύγκριση πραγματοποιήθηκε σε συνάρτηση με το μερίδιο κάθε επιχειρήσεως στη συνολική ποσότητα κονσολών και κασετών παιχνιδιών Nintendo που αγοράζονταν με σκοπό τη λιανική διανομή τους εντός του ΕΟΧ το 1997, ήτοι του τελευταίου έτους διαπράξεως της παραβάσεως. Επί της βάσεως αυτής, η Nintendo κατατάχθηκε μόνη στην πρώτη ομάδα, ενώ η John Menzies περιλαμβανόταν μόνη στη δεύτερη ομάδα. Για τις επιχειρήσεις αυτές, η Επιτροπή καθόρισε το προκαταρκτικό αρχικό ποσό βάσει της σοβαρότητας της παραβάσεως σε 23 εκατομμύρια ευρώ στην περίπτωση της Nintendo και σε 8 εκατομμύρια ευρώ στην περίπτωση της John Menzies. Όσον αφορά τις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, ορίστηκε ένα προκαταρκτικό αρχικό ποσό 1 εκατομμυρίου ευρώ.
19 Επιπλέον, προκειμένου να έχει το πρόστιμο επαρκώς αποτρεπτικό χαρακτήρα, αφενός, και για να ληφθούν υπόψη το μέγεθος και οι συνολικοί πόροι της Nintendo, της John Menzies και της Itochu Corp., αφετέρου, η Επιτροπή αύξησε τα εν λόγω αρχικά ποσά. Όσον αφορά, ειδικότερα, τη Nintendo, η Επιτροπή θεώρησε ότι, πέραν του μεγέθους της, σαφώς μικρότερου από εκείνο της Itochu, έπρεπε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι ήταν ο παραγωγός των προϊόντων που αποτελούσαν το αντικείμενο της παραβάσεως. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή πολλαπλασίασε επί 3 τα ποσά που είχαν καθοριστεί για τη Nintendo και για την Itochu και επί 1,25 όσον αφορά την John Menzies, οπότε τα αρχικά ποσά καθορίστηκαν σε 69 εκατομμύρια ευρώ στην περίπτωση της Nintendo, σε 10 εκατομμύρια ευρώ σ’ εκείνη της John Menzies και σε 3 εκατομμύρια ευρώ για την Itochu.
20 Όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως που είχε διαπράξει η κάθε επιχείρηση, το αρχικό ποσό αυξήθηκε κατά 10 % ετησίως, καταλήγοντας σε προσαύξηση κατά 65 % για τη Nintendo και κατά 20 % για την John Menzies.
21 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή καθόρισε το βασικό ποσό του προστίμου της Nintendo σε 113,85 εκατομμύρια ευρώ.
22 Δεύτερον, λόγω των επιβαρυντικών περιστάσεων, το βασικό ποσό του επιβληθέντος στη Nintendo προστίμου προσαυξήθηκε, αφενός, κατά 50 % με την αιτιολογία ότι η εν λόγω επιχείρηση ήταν πρωτοστάτης και υποκινητής της παραβάσεως και, αφετέρου, κατά 25 % διότι συνέχισε την παράβαση μετά τους πρώτους ελέγχους στο πλαίσιο της έρευνας της Επιτροπής, τον Ιούνιο του 1995. Το βασικό ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε στην John Menzies προσαυξήθηκε κατά 20 %, ποσοστό που αντιστοιχεί, πρώτον, σε αύξηση κατά 10 % για να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι αυτή συνέχισε την παράβαση μετά την έναρξη της έρευνας της Επιτροπής και, δεύτερον, σε αύξηση κατά 10 % λόγω της αρνήσεώς της να συνεργαστεί με την Επιτροπή.
23 Τρίτον, στο πλαίσιο της εξετάσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων, η Επιτροπή, καταρχάς, θεώρησε ότι ήταν δικαιολογημένο να μειωθεί το επιβληθέν σε μία από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις πρόστιμο, την Concentra – Produtos para crianças, SA, αποκλειστικό διανομέα της Nintendo για την Πορτογαλία, λόγω του καθαρά παθητικού ρόλου της κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της επίμαχης περιόδου. Η Επιτροπή προέβη, στη συνέχεια, σε μείωση κατά 300 000 ευρώ, για να ληφθούν υπόψη οι αποζημιώσεις που παρέσχε η εν λόγω επιχείρηση στους τρίτους ζημιωθέντες από την επίμαχη σύμπραξη που κατονομάζονταν στην ανακοίνωση των αιτιάσεων. Τέλος, χορηγήθηκαν μειώσεις κατά 40 % και κατά 25 % αντιστοίχως στην John Menzies και στη Nintendo λαμβανομένης υπόψη της ουσιαστικής συνεργασίας τους με την Επιτροπή. Αντιθέτως, για τις λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις δεν αναγνωρίστηκε καμία ελαφρυντική περίσταση.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
24 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Ιανουαρίου 2003, οι προσφεύγουσες άσκησαν την παρούσα προσφυγή.
25 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (όγδοο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
26 Με έγγραφο της 7ης Μαΐου 2008 οι προσφεύγουσες δήλωσαν ότι παραιτούνται από τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη αύξηση του προστίμου βάσει του πρώτου έτους παραβάσεως.
27 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Μαΐου 2008. Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν είχε παρατηρήσεις επί της προαναφερθείσας παραιτήσεως.
28 Κατά την ίδια επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες διένειμαν στα μέλη του Πρωτοδικείου και στην καθής έγγραφο περιλαμβάνον διορθωμένο κείμενο ενός παραρτήματος του υπομνήματος ανταπαντήσεως. Με το παράρτημα αυτό η Επιτροπή ήθελε να δείξει την ουσιαστική συνεργασία των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων στην έρευνά της. Αφού άκουσε τους διαδίκους, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να προσθέσει στη δικογραφία το έγγραφο αυτό και έταξε στην Επιτροπή προθεσμία για να διατυπώσει παρατηρήσεις επί του εν λόγω εγγράφου. Κατόπιν της καταθέσεως των σχετικών παρατηρήσεων, η προφορική διαδικασία περατώθηκε.
29 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει το άρθρο 3 της Αποφάσεως, καθόσον τους επιβάλλει πρόστιμο·
– στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του πλήρους δικαιοδοσίας, να ακυρώσει το πρόστιμο ή να μειώσει το ύψος του προστίμου σε ποσό που θα κρίνει πρόσφορο·
– να λάβει κάθε άλλο πρόσφορο μέτρο·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
30 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της·
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
31 Προς στήριξη της προσφυγή τους οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή διέπραξε παράβαση ουσιώδους τύπου, παρέβη τη Συνθήκη ΕΚ και τους κανόνες περί εφαρμογής της επιβάλλοντάς τους πρόστιμο ύψους σχεδόν 150 εκατομμυρίων ευρώ, που αποτελεί το μεγαλύτερο πρόστιμο που έχει επιβληθεί για παράβαση κάθετου χαρακτήρα, και, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της Αποφάσεως, το τέταρτο μεγαλύτερο πρόστιμο που επιβλήθηκε ποτέ σε μία επιχείρηση για ενιαία παράβαση. Κατά τις προσφεύγουσες, το πρόστιμο είναι παράνομο, αφενός, λόγω του προδήλως αντίθετου προς την αρχή της αναλογικότητας ύψους του και, αφετέρου, λόγω πλημμελειών που σημειώθηκαν σε καθένα από τα διάφορα στάδια του υπολογισμού του.
32 Τα επιχειρήματα που επικαλούνται οι προσφεύγουσες και σχετίζονται όλα με τον καθορισμό του ύψους του προστίμου αφορούν, πρώτον, τη σοβαρότητα της παραβάσεως, δεύτερον, τον πολλαπλασιασμό του προστίμου επί ένα συντελεστή στο πλαίσιο του αποτρεπτικού του χαρακτήρα, τρίτον, τη διάρκεια της παραβάσεως, τέταρτον, την αύξηση του προστίμου λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων και, πέμπτον, την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων.
33 Πριν από την εξέταση των λόγων που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, πρέπει να υπομνησθεί ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις 366 έως 464 της Αποφάσεως προκύπτει ότι τα πρόστιμα που επέβαλε η Επιτροπή λόγω παραβάσεων του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 53, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΕΟΧ επιβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και ότι η Επιτροπή, όπως το επιβεβαίωσε ρητά, καθόρισε το ύψος των προστίμων εφαρμόζοντας τη μέθοδο που ορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές.
34 Μολονότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται ως κανόνας δικαίου τον οποίο οφείλει να τηρεί σε κάθε περίπτωση η διοίκηση, ωστόσο προβλέπουν έναν ενδεικτικό κανόνα συμπεριφοράς από τον οποίο η διοίκηση δεν μπορεί να παρεκκλίνει σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να προσδιορίσει τους σχετικούς λόγους, που πρέπει να είναι σύμφωνοι προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 2006, C-397/03 P, Archer Daniels Midland και Archer Daniels Midland Ingredients κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-4429, σκέψη 91 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
1. Επί του καθορισμού του προκαταρκτικού αρχικού ποσού του προστίμου των προσφευγουσών
Επιχειρήματα των διαδίκων
35 Οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι καθόρισε το αρχικό ποσό του προστίμου βάσει της σοβαρότητας της παραβάσεως σε 23 εκατομμύρια ευρώ και προβάλλουν συναφώς δύο λόγους, που αντλούνται, αντιστοίχως, από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και από έλλειψη αιτιολογίας.
36 Οι προσφεύγουσες προσάπτουν, κυρίως, στην Επιτροπή ότι καθόρισε το ύψος του προστίμου βάσει της σοβαρότητας της παραβάσεως, στηριζόμενη «στο μερίδιο κάθε επιχειρήσεως στη συνολική ποσότητα κονσολών και κασετών παιχνιδιών Nintendo που αγοράζονταν με σκοπό τη λιανική διανομή τους εντός του ΕΟΧ». Η άνευ προηγουμένου προσφυγή σε ένα τέτοιο στοιχείο είναι αυθαίρετη και απρόσφορη. Πρώτον, ο τρόπος ενέργειας της Επιτροπής συνεπάγεται ότι το ποσό αυτό θα ήταν υψηλότερο αν η Nintendo είχε επιλέξει να διανέμει τα προϊόντα της μέσω θυγατρικών κατεχόμενων κατά 100 %, και λιγότερο υψηλό αν είχε επιλέξει να διανέμει τα προϊόντα της μέσω ανεξαρτήτων διανομέων, ενώ δεν υπάρχει καμία λογική σχέση μεταξύ της σχετικής και απόλυτης υπαιτιότητας μιας επιχειρήσεως που διαπράττει παράβαση και του συστήματος εμπορικής διανομής των προϊόντων της το οποίο αυτή επιλέγει. Δεύτερον, με τον ως άνω τρόπο ενέργειας ουδόλως λαμβάνεται υπόψη ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων του κλάδου ή μεταξύ των διαφόρων επί μέρους προϊόντων κάθε κατασκευαστή. Συναφώς, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι η αγορά κονσολών και κασετών βιντεοπαιχνιδιών χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων κατασκευαστριών επιχειρήσεων. Τέλος, η θέση της Nintendo ως παραγωγού ελήφθη υπόψη δύο φορές, καθόσον η εν λόγω θέση επίσης συνυπολογίστηκε στο στάδιο των επιβαρυντικών περιστάσεων (αιτιολογική σκέψη 229 της Αποφάσεως).
37 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, επικουρικώς, ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε, ή, τουλάχιστον, δεν αιτιολόγησε επαρκώς, τη μεθοδολογία που ακολούθησε και το βάσει αυτής προκύψαν ποσό. Θεωρούν ότι ούτε οι εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως είναι ικανοποιητικές, καθόσον είναι εσφαλμένες και αντίθετες τόσο προς την ακολουθηθείσα στην Απόφαση συλλογιστική όσο και προς τις κατευθυντήριες γραμμές.
38 Συναφώς, πρώτον, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η Επιτροπή απομακρύνεται από την ακολουθηθείσα στην Απόφαση συλλογιστική υποστηρίζοντας, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι το αρχικό ποσό των 23 εκατομμυρίων ευρώ αντιστοιχεί σε μία μόνη πτυχή της σοβαρότητας της παραβάσεως, δηλαδή στις σχέσεις μεταξύ των επιφορτισμένων με την εμπορική διανομή θυγατρικών της Nintendo και των πελατών, ενώ ο πολλαπλασιασμός επί ένα συντελεστή συνδέεται με μιαν άλλη πτυχή, δηλαδή με τον ρόλο των προσφευγουσών ως κατασκευαστών και προμηθευτών των ανεξαρτήτων διανομέων τους. Κατά την Επιτροπή, ο ως άνω συντελεστής χρησιμοποιήθηκε μόνο διότι υπήρχε ανάγκη αποθαρρύνσεως των επιχειρήσεων από τη διάπραξη παραβάσεων, ενώ το ποσό των 23 εκατομμυρίων καθορίστηκε στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως.
39 Εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως είναι εσφαλμένη. Από το υπόμνημα αυτό συνάγεται ότι το ποσό του προστίμου που επιβλήθηκε για μια πτυχή της παραβάσεως στηρίχθηκε στο ποσό που αφορούσε μιαν άλλη πτυχή αυτής, ενώ ήταν δυνατό να υπολογιστούν διαφορετικά ποσά στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως, για καθεμία από τις πτυχές αυτές, βάσει του συνόλου των πραγματικών περιστατικών.
40 Δεύτερον, η Επιτροπή απομακρύνθηκε επίσης από τις δικές της κατευθυντήριες γραμμές εφαρμόζοντας ένα συντελεστή στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου για να προσαρμόσει τη στάθμιση των αρχικών ποσών στο πλαίσιο της σοβαρότητας, ενώ οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν σαφή διάκριση μεταξύ σταθμίσεως με σκοπό να ληφθεί υπόψη ο ουσιαστικός αντίκτυπος της παραβατικής συμπεριφοράς κάθε επιχειρήσεως σε υποθέσεις όπου εμπλέκονται πλείονες επιχειρήσεις και της προσαρμογής του ποσού που προσδιορίστηκε στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως προς εξασφάλιση του επαρκούς αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου.
41 Τρίτον, οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν, σε απάντηση στο επιχείρημα της Επιτροπής ότι πραγματοποιήθηκε στην περίπτωσή τους σημαντική μείωση σε σχέση με τα πρόστιμα που επιβάλλονται για συμπράξεις, ότι πρέπει να γίνεται μια θεμελιώδης διάκριση μεταξύ των υποθέσεων που αφορούν οριζόντιους περιορισμούς του ανταγωνισμού και εκείνων που αφορούν κάθετους περιορισμούς, διάκριση η οποία επιβεβαιώνεται από τη δυνατότητα εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας μόνο στους οριζόντιους περιορισμούς.
42 Η Επιτροπή αμφισβητεί το σύνολο των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
43 Όπως προκύπτει από την Απόφαση, η Επιτροπή καθόρισε, εν προκειμένω, το ύψος των προστίμων που επιβλήθηκαν στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στηριζόμενη σε πολλά στοιχεία, σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ορίζουν οι κατευθυντήριες γραμμές.
44 Πράγματι, η Επιτροπή, σε ένα πρώτο στάδιο, ανέφερε ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του κοινού σχεδίου, τα αποτελέσματά του στην αγορά και το γεγονός ότι περιόρισε το παράλληλο εμπόριο στο σύνολο του ΕΟΧ, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις είχαν διαπράξει μια πολύ σοβαρή παράβαση του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, για την οποία θα μπορούσε να τους επιβληθεί πρόστιμο τουλάχιστον 20 εκατομμυρίων ευρώ, σύμφωνα με το σημείο 1 A, δεύτερο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών (αιτιολογικές σκέψεις 374 έως 384 της Αποφάσεως).
45 Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι επρόκειτο για μια ενιαία διαρκή παράβαση στην οποία εμπλέκονταν πολλές επιχειρήσεις πολύ διαφορετικών μεγεθών, επιφύλαξε, στη συνέχεια, διαφορετική μεταχείριση σε καθεμία από αυτές, σύμφωνα προς το σημείο 1 A, τρίτο εδάφιο, των κατευθυντήριων γραμμών (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 385 έως 391 της Αποφάσεως). Προς τούτο, έλαβε υπόψη το μερίδιο που είχε κάθε εμπλεκόμενη επιχείρηση στην συνολική ποσότητα κονσολών και κασετών παιχνιδιών Nintendo που αγοράζονταν με σκοπό τη λιανική διανομή τους εντός του ΕΟΧ κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους παραβάσεως, ήτοι του 1997 (βλ. αιτιολογική σκέψη 386 της Αποφάσεως).
46 Επί της βάσεως αυτής, «το προκαταρκτικό αρχικό ποσό» του προστίμου της Nintendo καθορίστηκε σε 23 εκατομμύρια ευρώ (αιτιολογική σκέψη 391 της Αποφάσεως). Τέλος, για να εξασφαλίσει το αρκούντως αποτρεπτικό αποτέλεσμα του προστίμου, η Επιτροπή πολλαπλασίασε το ποσό αυτό επί συντελεστή 3, λαμβανομένου υπόψη όχι μόνον του μεγέθους και των συνολικών πόρων της Nintendo, αλλά και της ιδιότητάς της ως κατασκευαστή των σχετικών προϊόντων. Επομένως, το αρχικό ποσό του προστίμου της Nintendo καθορίστηκε σε 69 εκατομμύρια ευρώ (αιτιολογικές σκέψεις 392 έως 396 της Αποφάσεως).
47 Από το σύνολο των παρατηρήσεων αυτών προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στα αριθμητικά στοιχεία που αντιστοιχούν στο μερίδιο κάθε επιχειρήσεως στον συνολικό όγκο πωλήσεων κονσολών και κασετών Nintendo κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς.
48 Εξάλλου, αν η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών πρέπει να νοηθεί ως βάλλουσα κατά των ως άνω αριθμητικών στοιχείων στο πλαίσιο της διαφορετικής μεταχειρίσεως την οποία επιφύλαξε η Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 385 έως 391 της Αποφάσεως, η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
49 Πράγματι, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως εξέθεσε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 385 της Αποφάσεως, με την εν λόγω διαφορετική μεταχείριση σκοπείται να ληφθεί υπόψη το ειδικό βάρος κάθε εμπλεκομένης επιχειρήσεως και, κατά συνέπεια, των ουσιαστικών αποτελεσμάτων της παραβατικής συμπεριφοράς της, ιδίως καθόσον οι επιχειρήσεις που διέπραξαν παραβάσεις του ιδίου είδους είναι πολύ διαφορετικού μεγέθους.
50 Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα σύνολο συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών κάθετης φύσεως που έχουν ως αντικείμενο και ως αποτέλεσμα να περιορίσουν τις παράλληλες εξαγωγές κονσολών και κασετών παιχνιδιών, το μερίδιο που έχει κάθε εμπλεκόμενη επιχείρηση στη διανομή των σχετικών προϊόντων εκφράζει το ειδικό βάρος της στο επίμαχο σύστημα διανομής. Επομένως, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως αναφερόμενη στα ως άνω μερίδια επιφυλάσσοντας διαφορετική μεταχείριση σε κάθε επιχείρηση στο πλαίσιο του προσδιορισμού των προκαταρκτικών ποσών των προστίμων που επέβαλε στις εμπλεκόμενες εταιρίες.
51 Αντιθέτως προς όσα διατείνονται οι προσφεύγουσες, με την ενέργειά της αυτή η Επιτροπή δεν αγνόησε το γεγονός ότι η αγορά κονσολών και κασετών βιντεοπαιχνιδιών χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των κατασκευαστών. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, η αναφορά στα μερίδια της αγοράς καθεμιάς από τις επιχειρήσεις που ασχολούνταν με την εμπορική διανομή των προϊόντων της Nintendo χρησιμοποιήθηκε απλώς για να εκτιμηθεί η σχετική ευθύνη καθεμιάς από αυτές στην επίδικη παράβαση. Όμως, όπως σαφώς προκύπτει από την Απόφαση (βλ., ιδίως, αιτιολογική σκέψη 374), σκοπός της παραβάσεως ήταν ακριβώς να περιοριστεί ο ανταγωνισμός σε επίπεδο διανομής των προϊόντων της Nintendo. Επομένως, η περίσταση ότι η αγορά κονσολών και κασετών παιχνιδιών χαρακτηρίζεται περισσότερο από έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των κατασκευαστών παρά από ανταγωνισμό μεταξύ των προϊόντων του κάθε κατασκευαστή, ακόμα και αν υποτεθεί ότι τούτο αληθεύει, δεν είναι στοιχείο που θα έπρεπε να λάβει υπόψη η Επιτροπή προς προσδιορισμό του ειδικού προκαταρκτικού αρχικού ποσού του προστίμου των προσφευγουσών.
52 Το ότι η Επιτροπή ουδέποτε έκανε χρήση στοιχείων τα οποία αμφισβητούνταν στο πλαίσιο της κατατάξεως σε κατηγορίες επιχειρήσεων που μετείχαν σε ενιαία παράβαση εξηγείται από το γεγονός ότι είναι η πρώτη φορά που το κοινοτικό αυτό όργανο προέβη σε μια τέτοια κατάταξη στο πλαίσιο αποφάσεως αφορώσας ενέργειες κάθετης φύσεως, όπως εξάλλου επιβεβαίωσε η ίδια με τα υπομνήματά της.
53 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, όσον αφορά τον καθορισμό των προστίμων λόγω παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού, η Επιτροπή ικανοποιεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως όταν εκθέτει, με την απόφασή της, τα στοιχεία εκείνα τα οποία της παρέσχαν τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της διαπραχθείσας παραβάσεως, χωρίς να υποχρεούται να παραθέτει λεπτομέρειες ή αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού του προστίμου (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-279/98 P, Cascades κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9693, σκέψεις 38 έως 47, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-191/98, T-212/98 έως T-214/98, Atlantic Container Line κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3275, σκέψη 1522).
54 Εν προκειμένω, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέθεσε επαρκώς τα διάφορα στάδια του προσδιορισμού του ύψους των προστίμων σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα των παραβάσεων και ότι, επομένως, τήρησε την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
55 Κατά συνέπεια, το σύνολο των αιτιάσεων κατά του προσδιορισμού του προκαταρκτικού αρχικού ποσού του προστίμου σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της παραβάσεως πρέπει να απορριφθεί.
2. Επί της αυξήσεως του προκαταρκτικού αρχικού ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες προκειμένου να έχει το πρόστιμο αυτό επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα
56 Οι προσφεύγουσες βάλλουν όχι μόνον κατά της ενέργειας της Επιτροπής να πολλαπλασιάσει επί 3 το προκαταρκτικό αρχικό ποσό του προστίμου προς εξασφάλιση του αποτρεπτικού του χαρακτήρα, αλλά επίσης κατά της ίδιας της αρχής της προσαυξήσεως του προστίμου για τον λόγο αυτόν. Συναφώς, οι προσφεύγουσες επικαλούνται δύο λόγους, που αντλούνται, αφενός, από πρόδηλη νομική πλάνη, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής non bis in idem, καθώς και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και από ασυμφωνία προς την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής, και, αφετέρου, από έλλειψη αιτιολογίας, από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και από εσφαλμένη εφαρμογή της μεθοδολογίας που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από πρόδηλη νομική πλάνη, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής non bis in idem, καθώς και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και από ασυμφωνία προς την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής
Επιχειρήματα των διαδίκων
57 Πρώτον, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, καθόσον δεν ήταν αναγκαίος ο πολλαπλασιασμός του προστίμου επί ένα συντελεστή προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι αυτές θα σέβονταν στο μέλλον το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
58 Κατ’ αυτές, η Επιτροπή, πριν προσφύγει στον πολλαπλασιασμό του ποσού ενός προστίμου επί κάποιο συντελεστή προς εξασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου, πρέπει να εξετάσει αν υφίσταται το ενδεχόμενο, σε περίπτωση που δεν προβεί σε μια τέτοια προσαύξηση, ο δράστης της παραβάσεως να παραβεί εκ νέου τους κανόνες του ανταγωνισμού. Όμως, εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων ή της Αποφάσεως δεν προέκυπτε ότι υφίστατο ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην περίπτωση των προσφευγουσών. Αντιθέτως μάλιστα, η ίδια η Επιτροπή παραδέχθηκε, τόσο με την ανακοίνωση των αιτιάσεων όσο και με την Απόφαση (αιτιολογική σκέψη 95), ότι «η Νintendo έλαβε επίσης μέτρα που φαίνονται αξιόπιστα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με το κοινοτικό δίκαιο στο μέλλον». Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν, συναφώς, ότι έλαβαν πολλά μέτρα, ήτοι ομολόγησαν χωρίς έξωθεν εξαναγκασμό την παράβαση και έπαυσαν κάθε παραβατική συμπεριφορά τον Δεκέμβριο του 1997, ότι συνεργάστηκαν πλήρως με την Επιτροπή, ότι κατέβαλαν οικονομική αντιστάθμιση στους τρίτους, ότι συνήψαν μη αποκλειστικές συμφωνίες διανομής με τους διανομείς τους και ότι έθεσαν σε εφαρμογή ένα παγκόσμιο πρόγραμμα συμμορφώσεώς τους προς τους κανόνες του ανταγωνισμού.
59 Όσον αφορά τη διάκριση στην οποία προέβη η Επιτροπή, με το υπόμνημα αντικρούσεως, μεταξύ γενικού και ειδικού αποτρεπτικού χαρακτήρα και όσον αφορά το επιχείρημα ότι η εφαρμογή ενός συντελεστή μπορεί να δικαιολογείται στο πλαίσιο του πρώτου, οι προσφεύγουσες αντιτείνουν ότι το επιχείρημα αυτό αντιβαίνει τόσο προς τις κατευθυντήριες γραμμές όσο και προς την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής. Έτσι, στη λεγόμενη υπόθεση «Προμονωμένοι σωλήνες» που παρέθεσε η Επιτροπή, ο σκοπός του συντελεστή αυτού ήταν να εμποδίσει κάθε ενδεχόμενο υποτροπής εκ μέρους της ABB Asea Brown Boveri Ltd (στο εξής: ABB) [απόφαση 1999/60/ΕΚ της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με διαδικασία κινηθείσα βάσει του άρθρου [81 ΕΚ] (IV/35.691/E-4 – Καρτέλ προμονωμένων σωλήνων) (ΕΕ 1999, L 24, σ. 1), αιτιολογική σκέψη 168]. Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα διατείνεται η Επιτροπή, η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί προηγούμενο υπέρ της χρησιμοποιήσεως ενός συντελεστή όσον αφορά το πρόστιμο σε επιχείρηση που ακολούθησε πρόγραμμα συμμορφώσεως προς το δίκαιο του ανταγωνισμού, καθόσον η Επιτροπή ρητά αμφισβήτησε την αποτελεσματικότητα του προϋφισταμένου προγράμματος της ABB (προαναφερθείσα απόφαση «Προμονωμένοι σωλήνες», αιτιολογική σκέψη 172).
60 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι πολλαπλασιάζοντας για πρώτη φορά το πρόστιμο επί κάποιο συντελεστή, σε μια υπόθεση αφορώσα περιορισμούς κάθετης φύσεως, στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου αυτού, η Επιτροπή παρεξέκλινε από την προηγούμενη πρακτική της.
61 Συναφώς, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι, για να δικαιολογήσει εν προκειμένω την επιβολή του συντελεστή προς εξασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου, η Επιτροπή στηρίχθηκε, αφενός, στο μέγεθος της Nintendo και, αφετέρου, στην ιδιότητά της ως κατασκευαστή. Όμως, σε προηγούμενες υποθέσεις σχετικές με παραβάσεις κάθετου χαρακτήρα, δεν είχε χρησιμοποιηθεί κανένας τέτοιος συντελεστής όσον αφορά παραγωγούς στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου, παρά το γεγονός ότι, σε καθεμία από τις υποθέσεις αυτές, είχε επιβληθεί πρόστιμο στους εν λόγω παραγωγούς και οι επιχειρήσεις που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν πρόστιμο ήταν, εκτός μιας εξαιρέσεως, πολύ μεγαλύτερες από τις προσφεύγουσες. Τούτο συνέβη στις λεγόμενες υποθέσεις «Volkswagen I» και «Volkswagen II», «Mercedes Benz» και «Opel» [αντιστοίχως, απόφαση 98/273/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιανουαρίου 1998, στο πλαίσιο διαδικασίας του άρθρου [81 ΕΚ] (IV/35.733 – VW) (ΕΕ L 124, σ. 60)· απόφαση 2001/711/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2001, σε μια διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/F-2/36.693 – Volkswagen) (ΕΕ L 262, σ. 14)· απόφαση 2002/758/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2001, σε διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/36.264 – Mercedes-Benz) (ΕΕ 2002, L 257, σ. 1), και απόφαση 2001/146/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 2000, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP/36.653 – Opel) (ΕΕ 2001, L 59, σ. 1)]. Εξάλλου, καμία από τις εμπλεκόμενες στις υποθέσεις αυτές επιχειρήσεις δεν έπαυσε εκουσίως την παράβασή της ούτε συνεργάστηκε με την Επιτροπή καθ’ οποιονδήποτε τρόπο. Ορισμένες μάλιστα από τις επιχειρήσεις αυτές ήταν παραβάτες καθ’ υποτροπή.
62 Σε απάντηση στον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι πρέπει να προσφεύγει σε πολλαπλασιασμό του ποσού του προστίμου επί ένα συντελεστή προς εξασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματός του μόνο σε υποθέσεις όπου επιβάλλεται πρόστιμο σε πολλές επιχειρήσεις, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε για να δικαιολογήσει, εν προκειμένω, την προσφυγή σε έναν τέτοιο συντελεστή, ήτοι το μέγεθος της Nintendo και η ιδιότητα του κατασκευαστή, είναι κοινά στις υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται είτε μια είτε πολλές επιχειρήσεις. Επομένως, ο τρόπος αυτός ενεργείας της Επιτροπής είναι παράλογος και εισάγει δυσμενείς διακρίσεις.
63 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η προσφυγή στη χρήση συντελεστή στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου δικαιολογείται από την ανάγκη προσδιορισμού χαμηλού προκαταρκτικού ποσού του προστίμου ώστε να μην περιέλθουν εξ αυτού σε δυσμενή θέση οι λοιπές εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, ιδίως οι μικροί διανομείς, οι προσφεύγουσες αντιτείνουν ότι η Απόφαση δεν προσδιορίζει καμία άμεση νομική ή μαθηματική σχέση μεταξύ του ποσού που καθορίστηκε στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως για τη Nintendo και του ποσού που καθορίστηκε στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως για τους διανομείς. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αυξήσει το ποσό που είχε καθοριστεί στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως για τους μικρούς διανομείς απλώς και μόνο για τον λόγο ότι είχε καθορίσει υψηλότερο ποσό για τη Nintendo.
64 Τρίτον, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη, στην αιτιολογική σκέψη 395 της Αποφάσεως, την ιδιότητα της Nintendo ως κατασκευαστή των επίμαχων προϊόντων προκειμένου να χρησιμοποιήσει ένα συντελεστή στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου, στηρίχθηκε σε στοιχείο που δεν ασκούσε επιρροή εν προκειμένω, υποπίπτοντας με τον τρόπο αυτόν σε πρόδηλη νομική πλάνη.
65 Επί του σημείου αυτού, η απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 1825, σκέψη 75), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί προηγούμενο που να επηρεάζει την υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε με την απόφαση αυτή ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι μια επιχείρηση είναι και κατασκευαστής δικαιολογεί αυτό καθαυτό αύξηση του προστίμου. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το ουσιώδες στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου είναι ο ρόλος του κατασκευαστή στην παράβαση και όχι η ιδιότητα του κατασκευαστή. Επιπλέον, η σκέψη 75 της αποφάσεως αυτής του Δικαστηρίου, περί της οποίας κάνει λόγο η Επιτροπή, δεν αφορά τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, αλλά το ζήτημα αν ο κατασκευαστής μετέσχε σε κάθετη παράβαση μαζί με τους διανομείς του.
66 Εν πάση περιπτώσει, κατά τις προσφεύγουσες, το γεγονός ότι η Nintendo είναι ο κατασκευαστής των επίμαχων προϊόντων δεν σημαίνει ότι αυτή είναι ικανή, περισσότερο από κάθε άλλη εμπλεκόμενη επιχείρηση, να παραβεί αργότερα το δίκαιο του ανταγωνισμού.
67 Οι προσφεύγουσες θεωρούν, τέταρτον, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή non bis in idem λαμβάνοντας υπόψη την ιδιότητα της Nintendo ως κατασκευαστή όχι μόνον όσον αφορά την προσαύξηση του προστίμου στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του, αλλά και στο πλαίσιο της επιβαρυντικής περιστάσεως που συνιστά ο ρόλος του πρωτοστάτη και του υποκινητή της παραβάσεως τον οποίο είχε η Nintendo. Υποστηρίζουν ότι, σε περίπτωση κάθετης παραβάσεως, οι ρόλοι του κατασκευαστή και του πρωτοστάτη συγχέονται στην πράξη. Ο κατασκευαστής έχει κεντρική θέση, καθόσον καθορίζει τους διανομείς, εγκρίνει τους όρους υπό τους οποίους αυτοί προμηθεύονται τα οικεία προϊόντα και έχει μόνιμες εμπορικές σχέσεις με καθέναν από αυτούς. Επομένως, κάθε κατασκευαστής που εμπλέκεται σε κάθετη παράβαση στην οποία μετέχουν επίσης οι διανομείς του έχει κεντρικό ρόλο στην παράβαση.
68 Πέμπτον, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνάς τους παραλείποντας να εκθέσει με την ανακοίνωση των αιτιάσεων την πρόθεσή της να χρησιμοποιήσει ένα συντελεστή στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου. Μεταξύ άλλων παρατηρούν ότι, στην υπόθεση «Προμονωμένοι σωλήνες», η Επιτροπή είχε ειδικά ενημερώσει την ABB ότι θα λαμβανόταν υπόψη η ανάγκη εξασφαλίσεως του αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T-31/99, ABB Asea Brown Boveri κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1881, σκέψεις 64 και 83).
69 Η Επιτροπή αρνείται το σύνολο των αιτιάσεων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
70 Πρέπει να υπομνησθεί ότι η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα στις επιχειρήσεις που, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραβαίνουν τις διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ ή του άρθρου 82 ΕΚ συνιστά ένα από τα μέσα που παρέχονται στην Επιτροπή για να μπορεί να εκπληρώνει την αποστολή εποπτείας την οποία της αναθέτει το κοινοτικό δίκαιο. Η αποστολή αυτή περιλαμβάνει το καθήκον ασκήσεως μιας γενικής πολιτικής με σκοπό την εφαρμογή στον τομέα του ανταγωνισμού των αρχών που καθορίζει η Συνθήκη και τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων προς αυτές (απόφαση Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 65 ανωτέρω, σκέψη 105, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2006, T-43/02, Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II-3435, σκέψη 297).
71 Επομένως, η Επιτροπή έχει την εξουσία να αποφασίζει για το ύψος των προστίμων προκειμένου να ενισχύσει το αποτρεπτικό τους αποτέλεσμα όταν παραβάσεις συγκεκριμένου είδους εξακολουθούν να εμφανίζονται σχετικά συχνά, παρά το ότι ο παράνομος χαρακτήρας τους είναι βέβαιος από την αρχή της υπάρξεως της κοινοτικής πολιτικής ανταγωνισμού, λόγω του κέρδους το οποίο μπορούν να αποκομίσουν από αυτές ορισμένες από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις (αποφάσεις Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 65 ανωτέρω, σκέψη 108, και Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, σκέψη 70 ανωτέρω, σκέψη 298). Δεδομένου ότι ο σκοπός προσδόσεως αποτρεπτικού χαρακτήρα στο πρόστιμο αφορά τις ενέργειες των επιχειρήσεων εντός της Κοινότητας ή του ΕΟΧ, ο συναρτώμενος προς το επιδιωκόμενο αποτρεπτικό αποτέλεσμα συντελεστής αξιολογείται με γνώμονα πλειάδα στοιχείων και όχι μόνο με βάση την ειδική κατάσταση της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2006, C-289/04 P, Showa Denko κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-5859, σκέψη 23· βλ. επίσης, επ’ αυτού, απόφαση Jungbunzlauer κατά Επιτροπής, σκέψη 70 ανωτέρω, σκέψη 300).
72 Συνεπώς, η Επιτροπή, όταν εξετάζει την ανάγκη προσαυξήσεως των προστίμων με σκοπό να τους προσδώσει αποτρεπτικό χαρακτήρα, ουδόλως υποχρεούται να προβαίνει σε εκτίμηση της πιθανότητας υποτροπής των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2007, T-101/05 και T-111/05, BASF και UCB κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-4949, σκέψη 47).
73 Επομένως, εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας διότι δεν εδικαιούτο να προσαυξήσει ένα πρόστιμο προς εξασφάλιση του αποτρεπτικού του αποτελέσματος παρά μόνο σε περίπτωση υπάρξεως κινδύνου να παραβούν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις εκ νέου τους κανόνες του ανταγωνισμού. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, η επιδίωξη προσδόσεως αποτρεπτικού χαρακτήρα στο πρόστιμο δεν εκτιμάται αποκλειστικά σε συνάρτηση με τις επιχειρήσεις τις οποίες αφορά ειδικά η απόφαση περί επιβολής προστίμου. Το πρόστιμο πρέπει επίσης να αποθαρρύνει τη συμμετοχή σε τέτοιες παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού επιχειρήσεις με παρόμοιο μέγεθος και διαθέτουσες ανάλογους πόρους.
74 Τα προληπτικά μέτρα που έλαβαν οι προσφεύγουσες, τα οποία συνίστανται, ιδίως, σε ένα πρόγραμμα συμμορφώσεως προς το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού, στη συνεργασία τους κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας και σε αποζημιώσεις που παρέσχαν στους τρίτους δεν επηρεάζουν το υποστατό της διαπραχθείσας παραβάσεως και δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο στάδιο της εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, ενδεχομένως, στο πλαίσιο της εξετάσεως της υπάρξεως των ελαφρυντικών περιστάσεων.
75 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από το ότι η Επιτροπή απομακρύνθηκε από την προηγούμενη πολιτική της, διότι ουδέποτε μέχρι τότε είχε πραγματοποιηθεί προσαύξηση προστίμου επιβληθέντος σε επιχειρήσεις που μετείχαν σε κάθετη παράβαση στο πλαίσιο του αποτρεπτικού του χαρακτήρα, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η πρακτική της Επιτροπής κατά τη λήψη αποφάσεών της δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως νομικό πλαίσιο για τα πρόστιμα στον τομέα του ανταγωνισμού και ότι αποφάσεις σχετικές με άλλες υποθέσεις έχουν μόνον ενδεικτικό χαρακτήρα όσον αφορά την ενδεχόμενη ύπαρξη δυσμενών διακρίσεων, δεδομένου ότι είναι ελάχιστα πιθανό να είναι πανομοιότυπες οι ιδιαίτερες περιστάσεις των υποθέσεων αυτών, όπως είναι οι σχετικές αγορές, τα σχετικά προϊόντα, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και οι σχετικές χρονικές περίοδοι (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, C-167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-8935, σκέψεις 201 και 205, και της 7ης Ιουνίου 2007, C-76/06 P, Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-4405, σκέψη 60).
76 Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι ως άνω επιχειρήσεις οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη ιδίως τη δυνατότητα που έχει η Επιτροπή να αποφασίσει ανά πάσα στιγμή να αυξήσει το ύψος των προστίμων σε σχέση με εκείνο το οποίο η ίδια καθόριζε στο παρελθόν (απόφαση Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής, σκέψη 75 ανωτέρω, σκέψη 61).
77 Επομένως, η αιτίαση που αντλείται από ύπαρξη ασυμφωνίας προς την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
78 Ακόμη, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ούτε ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε νομική πλάνη αναφερόμενη, στο πλαίσιο της αυξήσεως του προστίμου με σκοπό να έχει αυτό αποτρεπτικό χαρακτήρα, στο γεγονός ότι η Nintendo ήταν ο κατασκευαστής των επίμαχων προϊόντων.
79 Πράγματι, ναι μεν το μέγεθος των επιχειρήσεων είναι γενικά ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ύψους του προστίμου, όμως, για να έχει επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα το πρόστιμο, δεν μπορεί να αποκλείεται ο συνυπολογισμός και άλλων στοιχείων. Συναφώς, σε περίπτωση παραβάσεων κάθετης φύσεως, η ιδιότητα του κατασκευαστή των προϊόντων, όπως και το μέγεθος της οικείας επιχειρήσεως, μπορεί να συνιστά στοιχείο που είναι ενδεικτικό της ουσιαστικής δυνατότητας της επιχειρήσεως να βλάψει τον ανταγωνισμό. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, ο κατασκευαστής των προϊόντων, που έχει κεντρική θέση στο σύστημα διανομής των προϊόντων αυτών, πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και να βεβαιώνεται ότι τηρεί τους κανόνες ανταγωνισμού στο πλαίσιο της συνάψεως συμφωνιών διανομής.
80 Συνεπώς, κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου σε επίπεδο που να εξασφαλίζει ένα επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα, η Επιτροπή μπορούσε να λάβει υπόψη, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, το γεγονός ότι η Nintendo είχε μια εξαιρετική θέση στο επίδικο σύστημα διανομής, λαμβανομένης υπόψη της ιδιότητάς της ως κατασκευαστή.
81 Οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να κλονίσουν την εκτίμηση αυτή προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι ο κατασκευαστής των επίμαχων προϊόντων δεν έχει περισσότερες πιθανότητες από άλλες επιχειρήσεις να παραβεί αργότερα το δίκαιο του ανταγωνισμού. Πράγματι, όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 72 ανωτέρω, η προσαύξηση του προστίμου με σκοπό να έχει αυτό αποτρεπτικό χαρακτήρα ουδόλως σχετίζεται με την πιθανότητα υποτροπής των εν λόγω επιχειρήσεων.
82 Όσον αφορά τον ισχυρισμό των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή παρέβη την αρχή non bis in idem λαμβάνοντας υπόψη την ιδιότητά τους ως κατασκευαστών όχι μόνο στο πλαίσιο της προσαυξήσεως προς εξασφάλιση του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου, αλλά επίσης στο πλαίσιο των επιβαρυντικών περιστάσεων, διαπιστώνεται καταρχάς ότι η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Πράγματι, η εν λόγω αρχή απαγορεύει την επιβολή κυρώσεως στον ίδιο ενδιαφερόμενο περισσότερο από μία φορά για την ίδια παραβατική συμπεριφορά (απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Ιανουαρίου 2004, C-204/00 P, C-205/00 P, C-211/00 P, C-213/00 P, C-217/00 P και C-219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-123, σκέψη 338). Όμως, δεν επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες κύρωση δύο φορές για την ίδια συμπεριφορά.
83 Εν πάση περιπτώσει, αντιθέτως προς όσα διατείνονται οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή έλαβε υπόψη, στο πλαίσιο των επιβαρυντικών περιστάσεων, όχι το γεγονός ότι η Nintendo ήταν ο κατασκευαστής των επίμαχων προϊόντων, στοιχείο αντικειμενικής φύσεως, αλλά το γεγονός ότι ήταν ο πρωτοστάτης και ο υποκινητής της παραβάσεως, πράγμα το οποίο αποτελεί υποκειμενικό στοιχείο σχετικό με τον χαρακτηρισμό του ρόλου της στην επίμαχη παράβαση. Κατά του συμπεράσματος αυτού δεν μπορεί να προβάλλεται ότι, στο πλαίσιο παραβάσεων κάθετης φύσεως, ο κατασκευαστής των οικείων προϊόντων έχει οπωσδήποτε τον ρόλο του πρωτοστάτη. Πράγματι, κανένα στοιχείο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι υποκινητής σε μια παράβαση κάθετης φύσεως μια επιχείρηση έχουσα μόνον την ιδιότητα του διανομέα και όχι του κατασκευαστή των οικείων προϊόντων.
84 Όσον αφορά, τέλος, την αιτίαση που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας καθόσον η Επιτροπή δεν έκανε λόγο, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, περί της προθέσεώς της να προσαυξήσει τα πρόστιμα των προσφευγουσών ώστε αυτά να έχουν επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή, εφόσον αναφέρει ρητώς, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, ότι θα εξετάσει κατά πόσον πρέπει να επιβληθούν πρόστιμα στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις και εκθέτει τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία που μπορούν να προκαλέσουν την επιβολή προστίμου, όπως η σοβαρότητα και η διάρκεια της υποτιθεμένης παραβάσεως και το γεγονός ότι διαπράχθηκε «εκ προθέσεως ή εξ αμελείας», εκπληρώνει την υποχρέωση σεβασμού του δικαιώματος ακροάσεως των επιχειρήσεων (απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 2002, T-23/99, LR AF 1998 κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II-1705, σκέψη 199· βλ. επίσης, επ’ αυτού, απόφαση Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 65 ανωτέρω, σκέψη 21).
85 Επομένως, όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους των προστίμων, τα δικαιώματα άμυνας των εμπλεκομένων επιχειρήσεων διασφαλίζονται ενώπιον της Επιτροπής μέσω της δυνατότητας υποβολής παρατηρήσεων ως προς τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της παραβάσεως καθώς και τον αντίθετο προς τους κανόνες του ανταγωνισμού χαρακτήρα των περιστατικών που τους προσάπτονται. Εξάλλου, προβλέπεται μια επιπλέον εγγύηση υπέρ των επιχειρήσεων όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους των προστίμων, καθόσον το Πρωτοδικείο αποφαίνεται κατά πλήρη δικαιοδοσία και μπορεί, επομένως, να ακυρώσει ή να μειώσει το πρόστιμο, δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 17 (απόφαση LR AF 1998 κατά Επιτροπής, σκέψη 84 ανωτέρω, σκέψη 200).
86 Εν προκειμένω, η Επιτροπή σαφώς εξέθεσε, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, τα κύρια στοιχεία που είχε την πρόθεση να λάβει υπόψη στο πλαίσιο του καθορισμού του ύψους των προστίμων, στοιχεία τα οποία αφορούν όχι μόνον τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της παραβάσεως (σημεία 353 έως 360 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων), αλλά και άλλες παραμέτρους (σημείο 361 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων).
87 Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν μνημόνευσε τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως ενός συντελεστή προς εξασφάλιση του αποτρεπτικού αποτελέσματος των επιβαλλομένων στις προσφεύγουσες προστίμων δεν μπορεί να συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας αυτών. Πράγματι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, η έκταση του αποτρεπτικού χαρακτήρα των προστίμων αποτελεί ένα από τα στοιχεία σε συνάρτηση με τα οποία πρέπει να διαπιστώνεται η σοβαρότητα των παραβάσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουλίου 1997, C-219/95 P, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-4411, σκέψη 33, και απόφαση BASF και UCB κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 45). Δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή να εκθέτει λεπτομερέστερα όλα τα στοιχεία που προτίθεται να λάβει υπόψη κατά τον προσδιορισμό του ύψους των προστίμων στο στάδιο της ανακοινώσεως των αιτιάσεων.
88 Κατά συνέπεια, η αιτίαση που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει επίσης να απορριφθεί.
89 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, ο παρών λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθώς και από εσφαλμένη εφαρμογή της μεθοδολογίας που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές
Επιχειρήματα των διαδίκων
90 Πρώτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι πολλαπλασιάζοντας επί ένα συντελεστή ίσο προς 3 το προκαταρκτικό ποσό του προστίμου προς εξασφάλιση του αποτρεπτικού του αποτελέσματος η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Συγκεκριμένα, ο συντελεστής αυτός επί τον οποίο πολλαπλασιάστηκε το πρόστιμο των προσφευγουσών στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του έπρεπε να ισούται ή να είναι ανάλογος προς τον συντελεστή 1,25 που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωση της John Menzies, δεδομένου ότι η Nintendo είχε κύκλο εργασιών είκοσι και πλέον φορές μικρότερο από αυτόν της Itochu, αλλά μόνο δύο φορές μεγαλύτερο από αυτόν της John Menzies. Εν προκειμένω, η προσαύξηση του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του είναι αναλογικά η ίδια με εκείνη που αφορά την Itochu και οκτώ φορές μεγαλύτερη από εκείνη που αφορά την John Menzies. Σε απόλυτους αριθμούς, η εν λόγω αύξηση είναι 57 φορές μεγαλύτερη από την αφορώσα την John Menzies.
91 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες εκθέτουν ότι η χρησιμοποίηση ενός συντελεστή στο πλαίσιο του αποτρεπτικού αποτελέσματος του προστίμου προκάλεσε αύξηση του επιβληθέντος προστίμου κατά 99,6 εκατομμύρια ευρώ. Συναφώς, υποστηρίζουν ότι, παραλείποντας να εξηγήσει για ποιους λόγους χρησιμοποιήθηκε έναντι αυτών ένας συντελεστής ίσος προς 3 και γιατί ήταν αναγκαία μια τέτοια αύξηση, ενώ μια αύξηση κατά 1,73 εκατομμύρια ευρώ κρίθηκε επαρκής στην περίπτωση της John Menzies, η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως.
92 Απαντώντας στο επιχείρημα της Επιτροπής ότι η διαφορά μεταξύ της αυξήσεως του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του προστίμου και εκείνης που επιβλήθηκε στην John Menzies εξηγείται από το γεγονός ότι η Nintendo ήταν ο κατασκευαστής των επίμαχων προϊόντων, οι προσφεύγουσες εκθέτουν ειδικότερα ότι η αύξηση των προστίμων στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα τους δεν έπρεπε να στηριχθεί στη θέση των επιχειρήσεων στην όλη αλυσίδα της σχετικής οικονομικής δραστηριότητας, αλλά στην ανάγκη να εξασφαλιστεί στο μέλλον η τήρηση του δικαίου του ανταγωνισμού.
93 Τέλος, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η Επιτροπή παρέβη τις κατευθυντήριες γραμμές πολλαπλασιάζοντας το πρόστιμο επί ένα συντελεστή στο πλαίσιο του αποτρεπτικού του χαρακτήρα ήδη από το δεύτερο στάδιο του υπολογισμού του προστίμου αυτού. Κατ’ αυτές, η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει αν το πρόστιμο έχει επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα αποκλειστικά σε σχέση με το τελικό ποσό του προστίμου, δηλαδή μετά την αύξηση λόγω της διάρκειας της παραβάσεως και των επιβαρυντικών περιστάσεων.
94 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του συνόλου των αιτιάσεων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
95 Όσον αφορά, πρώτον, τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως καθόσον ο συντελεστής που χρησιμοποιήθηκε στην περίπτωσή της όφειλε να είναι ο ίδιος με εκείνον που χρησιμοποιήθηκε για την John Menzies, ήτοι ένας συντελεστής 1,25 και όχι 3, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να αντιμετωπίζει παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό ή διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 2005, T-38/02, Groupe Danone κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II-4407, σκέψη 453 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
96 Όμως, διαπιστώνεται ότι η Nintendo και η John Menzies κάθε άλλο παρά βρίσκονται σε συγκρίσιμη θέση: όχι μόνον τα μερίδιά τους στις πωλήσεις των επίμαχων προϊόντων (ύψους, αντιστοίχως, [εμπιστευτικό] (1) % και [εμπιστευτικό] %) διαφέρουν κατά πολύ, αλλά και οι θέσεις τους στο σύστημα διανομής (αντιστοίχως κατασκευαστής και αποκλειστικός διανομέας μεγάλου μεγέθους) δεν είναι συγκρίσιμες. Επομένως, η Επιτροπή, επιδιώκοντας να εξασφαλίζει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα των προστίμων δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
97 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, αρκεί να υπομνησθεί ότι, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών στον τομέα της αιτιολογήσεως των αποφάσεων που λαμβάνονται στον τομέα των προστίμων (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω) καθώς και των αιτιολογικών σκέψεων 392 έως 396 της Αποφάσεως, η Απόφαση αυτή δεν πάσχει λόγω ελλείψεως αιτιολογίας όσον αφορά το αποτρεπτικό αποτέλεσμα του επιβληθέντος προστίμου.
98 Τέλος, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ούτε ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή παρέβη τις κατευθυντήριες γραμμές καθόσον η προσαύξηση του προστίμου με σκοπό να έχει αυτό αποτρεπτικό χαρακτήρα έπρεπε να πραγματοποιηθεί στο τελικό στάδιο του προσδιορισμού του ύψους των προστίμων.
99 Η αιτίαση αυτή οφείλεται σε εσφαλμένη ανάγνωση των κατευθυντήριων γραμμών. Πράγματι, στις κατευθυντήριες γραμμές γίνεται λόγος περί του αποτρεπτικού χαρακτήρα των προστίμων στο σημείο 1 A, κατά το οποίο «το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται κάθε φορά πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να έχει την ενδεδειγμένη αποτρεπτική χρησιμότητα [αποτρεπτικό χαρακτήρα]». Όπως έχει κρίνει ειδικότερα το Πρωτοδικείο, η ανάγκη εξασφαλίσεως ενός τέτοιου αποτελέσματος είναι γενική απαίτηση δεσμεύουσα την Επιτροπή στο σύνολο της διαδικασίας υπολογισμού του ύψους του προστίμου και δεν επιβάλλει οπωσδήποτε ο υπολογισμός αυτός να έχει ένα ειδικό στάδιο προοριζόμενο να περιλάβει μια γενική εκτίμηση όλων των κρίσιμων στοιχείων όσον αφορά την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ., επ’ αυτού, απόφαση BASF και UCB κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
100 Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι οι λόγοι που προβάλλονται κατά του προσδιορισμού του αρχικού ποσού σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα της παραβάσεως πρέπει να απορριφθούν.
3. Επί της αυξήσεως του αρχικού ποσού του προστίμου λόγω της διάρκειας της παραβάσεως
101 Με το δικόγραφο της προσφυγής οι προσφεύγουσες προέβαλαν, βάλλοντες κατά της αυξήσεως του προστίμου λόγω της διάρκειας της παραβάσεως, δύο λόγους, που αντλούνται, αφενός, από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, από νομική πλάνη και από έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον η Επιτροπή αύξησε το πρόστιμο κατά 10 % για κάθε έτος συμμετοχής στην παράβαση, και, αφετέρου, από νομική πλάνη λόγω της αυξήσεως του προστίμου για το πρώτο έτος συμμετοχής στην παράβαση.
102 Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες δήλωσαν ότι παραιτούνται από τον δεύτερο λόγο (βλ. σκέψη 26 ανωτέρω), θα εξεταστεί κατωτέρω μόνον ο πρώτος λόγος.
Επιχειρήματα των διαδίκων
103 Πρώτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και σε νομική πλάνη εφαρμόζοντας στο πρόστιμο τη μέγιστη προσαύξηση 10 % για κάθε πλήρες έτος συμμετοχής στην παράβαση, καταλήγοντας σε συνολική αύξηση ύψους 65 %.
104 Κατά τις προσφεύγουσες, αυτός ο τρόπος ενεργείας της Επιτροπής θα ήταν ενδεδειγμένος μόνον αν η σοβαρότητα της παραβάσεως ήταν η ίδια για κάθε έτος. Όμως, δεν συνέβη κάτι τέτοιο εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, κατά την Απόφαση, η ένταση, το αποτέλεσμα και η γεωγραφική έκταση της παραβάσεως εξελίχθηκαν κατά την πάροδο του χρόνου. Έτσι, η παράβαση ήταν λιγότερο σοβαρή κατά τη διάρκεια της περιόδου τεσσάρων ετών και τριών μηνών που περιλαμβάνεται στο διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου 1991 και Μαρτίου 1995 σε σχέση με τη σοβαρότητά της κατά τη διάρκεια δύο ετών και οκτώ μηνών στο διάστημα μεταξύ Απριλίου 1995 και Δεκεμβρίου 1997. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το σχετικό αίτημα που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες με την απάντησή τους στην ανακοίνωση των αιτιάσεων.
105 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν επίσης ότι η Επιτροπή, εφαρμόζοντας τη μέγιστη αύξηση του προστίμου κατά 10 % για κάθε πλήρες έτος συμμετοχής στην παράβαση, παρεξέκλινε από την πρακτική που ακολουθούσε μέχρι τότε όσον αφορά τον προσδιορισμό των προστίμων για τις κάθετες παραβάσεις μεγάλης διάρκειας, πρακτική από την οποία προκύπτει ότι μια τέτοια αύξηση πραγματοποιείται μόνο για τα έτη κατά τη διάρκεια των οποίων η παράβαση είναι σοβαρότερη. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Volkswagen I, η Επιτροπή επέβαλε τη μέγιστη προσαύξηση κατά 10 % μόνο για τα τέσσερα έτη κατά τη διάρκεια των οποίων η παράβαση ήταν εντονότερη, ενώ η παράβαση, συνολικής διάρκειας δέκα ετών, είχε επηρεάσει το παράλληλο εμπόριο καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
106 Δεύτερον, η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε, ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς, την παρέκκλιση αυτή από την προγενέστερη πολιτική ή πρακτική της.
107 Τρίτον, απαντώντας στην εξήγηση της Επιτροπής, κατά την οποία η μέγιστη αύξηση κατά 10 % δικαιολογούνταν από την πολύ σοβαρή φύση της παραβάσεως σε όλα τα στάδιά της, οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι δυνάμει των κατευθυντήριων γραμμών η πολύ σοβαρή φύση μιας παραβάσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο στο στάδιο του καθορισμού του αρχικού ποσού στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως (σημείο 1 A των κατευθυντήριων γραμμών).
108 Τέλος, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι ήταν αναγκαία η μέγιστη προσαύξηση λόγω της διάρκειας της παραβάσεως, ώστε να αντισταθμιστεί το σχετικά χαμηλό ποσό που καθορίστηκε λόγω της σοβαρότητας, οι προσφεύγουσες αντιτείνουν ότι η συλλογιστική αυτή αντιβαίνει προς τις κατευθυντήριες γραμμές και συνεπάγεται τριπλό συνυπολογισμό της σοβαρότητας της παραβάσεως, πράγμα το οποίο προκύπτει, πρώτον, από τον προσδιορισμό του αρχικού ποσού των 23 εκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο της σοβαρότητας, δεύτερον, από τον πολλαπλασιασμό του προστίμου επί ένα συντελεστή στο πλαίσιο του αποτρεπτικού χαρακτήρα του, συντελεστής ο οποίος, όμως, κατά την Επιτροπή, προσδιορίστηκε σε σχέση επίσης με τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και, τρίτον, από την εφαρμογή της εν λόγω μέγιστης αυξήσεως κατά 10 % λόγω της διάρκειας της παραβάσεως για να αντισταθμιστεί το αρχικώς καθορισθέν σε πολύ χαμηλό ύψος ποσό.
109 Η Επιτροπή αμφισβητεί τη βασιμότητα του συνόλου των επιχειρημάτων αυτών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
110 Σύμφωνα με το σημείο 1 B των κατευθυντήριων γραμμών, όσον αφορά τις παραβάσεις μεγάλης διάρκειας (άνω των πέντε ετών), η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να προσαυξάνει το ποσό που καθορίζεται με βάση τη σοβαρότητα της παραβάσεως με συντελεστή μέχρι 10 % για κάθε έτος παραβάσεως.
111 Εν προκειμένω, η Επιτροπή διαπίστωσε, με την αιτιολογική σκέψη 397 της Αποφάσεως, ότι οι προσφεύγουσες μετείχαν στην παράβαση επί έξι έτη και ένδεκα μήνες, ήτοι για περίοδο μεγάλης διάρκειας υπό την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών, και αύξησε το πρόστιμο λόγω της διάρκειας κατά 65 %. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτόν, η Επιτροπή τήρησε τους κανόνες που δεσμεύτηκε να ακολουθεί με τις κατευθυντήριες γραμμές. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας της παραβάσεως, η εν λόγω αύξηση κατά 65 % δεν είναι απρόσφορη εν προκειμένω.
112 Απλώς και μόνον το γεγονός ότι η Επιτροπή επιφύλαξε υπέρ αυτής τη δυνατότητα προσαυξήσεως μέχρι 10 % για κάθε έτος παραβάσεως ουδόλως την υποχρεώνει να προσδιορίζει το σχετικό ποσοστό σε συνάρτηση με την ένταση της παραβάσεως ή ακόμη σε συνάρτηση με τον εκάστοτε διαφορετικό βαθμό συμμετοχής σ’ αυτήν καθενός των παραβατών.
113 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός ότι, δεδομένου ότι η προσαπτόμενη παράβαση ήταν διαχρονικά πολύ διαφορετικής εντάσεως και σοβαρότητας, η Επιτροπή όφειλε να ορίσει μικρότερο συντελεστή προσαυξήσεως, τουλάχιστον για ένα μέρος της επίμαχης περιόδου. Πράγματι, η δυνατότητα προσαυξήσεως του προστίμου σε συνάρτηση με τη διάρκεια της παραβάσεως δεν περιορίζεται στην περίπτωση στην οποία υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ της διάρκειας και μιας μεγαλύτερης ζημίας σε βάρος των κοινοτικών σκοπών των κανόνων ανταγωνισμού (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2001, T-202/98, T-204/98 και T-207/98, Tate & Lyle κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II-2035, σκέψη 106, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T-203/01, Michelin κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-4071, σκέψη 278).
114 Αντιθέτως προς όσα διατείνονται οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή ουδόλως δήλωσε, αμυνόμενη, ότι ήταν αναγκαία η μέγιστη δυνατή αύξηση του προστίμου λόγω της διάρκειας της παραβάσεως προκειμένου να αντισταθμιστεί το σχετικά χαμηλό ποσό που είχε καθοριστεί στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως αυτής, αλλά μόνον ότι έλαβε υπόψη τον διαφορετικό βαθμό εντάσεως της παραβάσεως κατά τον καθορισμό του αρχικού ποσού του προστίμου στο πλαίσιο της σοβαρότητας.
115 Όσον αφορά την εκ μέρους των προσφευγουσών μνεία των προγενεστέρων αποφάσεων της Επιτροπής, ιδίως της υποθέσεως Volkswagen I, πρέπει να υπομνησθεί ότι πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή όταν λαμβάνει αποφάσεις δεν οριοθετεί το νομικό πλαίσιο των προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού (βλ. παρατιθέμενη στη σκέψη 75 ανωτέρω νομολογία).
116 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν εναπέκειτο στην Επιτροπή να εξηγήσει γιατί το συγκεκριμένο ύψος της προσαυξήσεως λόγω της διάρκειας της παραβάσεως ήταν διαφορετικό από εκείνο άλλων προγενέστερων αποφάσεών της. Συναφώς, η Επιτροπή δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 253 ΕΚ.
117 Από το σύνολο των παρατηρήσεων αυτών προκύπτει ότι ο λόγος που αφορά την προσαύξηση του προστίμου λόγω της διάρκειας της παραβάσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
4. Επί της αυξήσεως, λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων, του βασικού ποσού του επιβληθέντος στις προσφεύγουσες προστίμου
Επί του συνυπολογισμού του ρόλου του πρωτοστάτη και του υποκινητή της συμπράξεως
118 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον κατά την άποψη της Επιτροπής ρόλο του πρωτοστάτη και του υποκινητή της παραβάσεως. Επικαλούνται, στο πλαίσιο αυτό, δύο λόγους, που αντλούνται, πρώτον, από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και από νομική πλάνη και, δεύτερον, από ασυμφωνία προς την προγενέστερη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής, καθώς και από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και από νομική πλάνη όσον αφορά την εκτίμηση της Επιτροπής ότι οι προσφεύγουσες διαδραμάτισαν ρόλο πρωτοστάτη και υποκινητή της παραβάσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
119 Οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και σε νομική πλάνη συνάγοντας ότι ο ρόλος που είχαν στην παράβαση συνιστούσε επιβαρυντική περίσταση, αυξάνοντας κατά συνέπεια το πρόστιμο.
120 Συναφώς, υπενθυμίζουν, καταρχάς, ότι, στο πλαίσιο των καθέτων παραβάσεων, ο ρόλος του κατασκευαστή και του πρωτοστάτη στην πράξη αποτελεί ένα και το αυτό πράγμα. Οι προσφεύγουσες εκθέτουν ειδικότερα, στη συνέχεια, ότι, για να αποτελεί επιβαρυντική περίσταση ο ρόλος που έχει μια επιχείρηση, απαιτείται να καθιστά την παράβαση, ή τη συμμετοχή της επιχειρήσεως στην παράβαση αυτή, σοβαρότερη σε σχέση με την κατάσταση που θα υφίστατο αν η εμπλεκόμενη επιχείρηση δεν εμπλεκόταν με την ιδιότητα του πρωτοστάτη.
121 Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο της Αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο ρόλος της Nintendo, αφενός, υπερέβη τα όρια που συνεπάγεται η ιδιότητα του κατασκευαστή και, αφετέρου, ότι αυτός κατέστησε σοβαρότερη την παράβαση.
122 Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ρόλο της Nintendo ως πρωτοστάτη και υποκινητή της συμπράξεως, όπως εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 228 έως 238 της Αποφάσεως, αφορούν τρία είδη συμπεριφοράς, ήτοι τον «έλεγχο» και την «εφαρμογή» της παραβάσεως και τη «συμμόρφωση» προς αυτή. Ο «έλεγχος» αφορά τον έλεγχο του παράλληλου εμπορίου, ενώ η «συμμόρφωση» αφορά το γεγονός ότι η NOE, στο πλαίσιο της συμπράξεως, επιδίωξε να έχει τη στήριξη άλλων εταιριών του ομίλου Nintendo. Όμως, καμία από αυτές τις κατηγορίες ενεργειών δεν καθιστά σοβαρότερη την παράβαση ή τον ρόλο της Nintendo σ’ αυτή. Όσον αφορά την «εφαρμογή» της παραβάσεως, τα σχετικά με αυτήν πραγματικά περιστατικά που παραθέτει η αιτιολογική σκέψη 237 της Αποφάσεως αποδεικνύουν ότι η Nintendo επηρεαζόταν έντονα από ανεξάρτητους διανομείς της. Επομένως, τα περιστατικά αυτά μπορούν να ερμηνευθούν ως αντίδραση, τουλάχιστον μερική, στις ενέργειες των διανομέων και όχι ως «μια εξαιρετική περίπτωση οργανώσεως και εφαρμογή μιας παραβάσεως», όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με το υπόμνημα αντικρούσεως.
123 Τέλος, με το υπόμνημα απαντήσεως, οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι η Επιτροπή αναφέρεται στην πρακτική λήψεως αποφάσεων που ακολουθεί στις αφορώσες οριζόντιες συμπράξεις υποθέσεις. Η Επιτροπή παραδέχεται έτσι ότι όφειλε να μεταχειριστεί τις προσφεύγουσες ως εάν είχαν μετάσχει σε σύμπραξη, ενώ η ίδια είχε αρνηθεί να εφαρμόσει υπέρ αυτών την ανακοίνωση περί συνεργασίας.
124 Η Επιτροπή αμφισβητεί το σύνολο των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
125 Πρέπει να υπογραμμιστεί, εισαγωγικώς, ότι ο συνυπολογισμός του ρόλου του «επικεφαλής» είναι σύμφωνος προς τη νομολογία και τις κατευθυντήριες γραμμές.
126 Όσον αφορά τη νομολογία, έχει κριθεί ότι, όταν μια παράβαση διαπράττεται από πολλές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο του προσδιορισμού του ύψους των προστίμων πρέπει να εξετάζεται η σχετική σοβαρότητα της συμμετοχής καθεμιάς από αυτές (απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975, 40/73 έως 48/73, 50/73, 54/73 έως 56/73, 111/73, 113/73 και 114/73, Suiker Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 507), πράγμα το οποίο σημαίνει, ειδικότερα, ότι πρέπει να διαπιστώνεται ο ρόλος καθεμιάς από αυτές στην παράβαση κατά τη διάρκεια της συμμετοχής σ’ αυτή (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni, Συλλογή 1999, σ. I-4125, σκέψη 150). Από αυτό προκύπτει, ιδίως, ότι ο ρόλος του «επικεφαλής» που μπορούν να έχουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις στο πλαίσιο μιας συμπράξεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου, καθόσον οι επιχειρήσεις που είχαν έναν τέτοιο ρόλο φέρουν, ως εκ τούτου, ιδιαίτερη ευθύνη σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 8ης Νοεμβρίου 1983, 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, IAZ International Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψεις 57 και 58, και της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-298/98 P, Finnboard κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-10157, σκέψη 45· απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T-347/94, Mayr-Melnhof κατά Επιτροπής, T-347/94, Συλλογή 1998, σ. II-1751, σκέψη 291).
127 Περαιτέρω, όσον αφορά τις επιβαρυντικές περιστάσεις, οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν, στο σημείο 2, ένα μη εξαντλητικό κατάλογο περιστάσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση του βασικού ποσού του προστίμου, στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η εμπλεκόμενη επιχείρηση «έχει πρωτοστατήσει στην παράβαση ή έχει προτρέψει άλλες επιχειρήσεις να τη διαπράξουν».
128 Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή παρέθεσε ορισμένα στοιχεία συνάγοντας ότι η Nintendo ήταν ο πρωτοστάτης και ο υποκινητής της επίδικης παραβάσεως (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 228 έως 238 και 406 της Αποφάσεως). Πράγματι, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η Nintendo φρόντιζε για τον έλεγχο και την εφαρμογή ορισμένων μέτρων προς περιορισμό του παράλληλου εμπορίου, καθώς και για τη συμμόρφωση προς αυτά των λοιπών εμπλεκομένων.
129 Διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή δεν διέπραξε σφάλμα εκτιμώντας ότι τα εν λόγω πραγματικά στοιχεία, το υποστατό των οποίων δεν αμφισβήτησαν οι προσφεύγουσες, συνιστούν ενδείξεις ότι η Nintendo ήταν ο πρωτοστάτης και ο υποκινητής της παραβάσεως.
130 Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, για να χαρακτηριστεί μια επιχείρηση ως «πρωτοστάτης» και για να αυξηθεί, κατά συνέπεια, το ύψος του προστίμου που αυτή πρέπει να καταβάλει, δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η διαπραχθείσα παράβαση θα ήταν λιγότερο σοβαρή αν η εμπλεκόμενη επιχείρηση δεν είχε ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Πράγματι, ένα τέτοιο επιχείρημα οφείλεται σε σύγχυση μεταξύ της εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως καθαυτής και της εξετάσεως της σχετικής σοβαρότητας της συμμετοχής καθεμιάς από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της εξετάσεως των επιβαρυντικών και των ελαφρυντικών περιστάσεων.
131 Ομοίως, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να ισχυρίζονται ούτε ότι ένας τέτοιος ρόλος πρωτοστάτη ή υποκινητή της παραβάσεως μπορεί να διαπιστώνεται μόνο στο πλαίσιο οριζοντίων συμπράξεων και όχι στο πλαίσιο καθέτων συμπράξεων όπως η προκείμενη. Πράγματι, το γεγονός ότι, όσον αφορά τέτοιους περιορισμούς, ο ρόλος αυτός συγχέεται γενικά με εκείνον του κατασκευαστή δεν αποκλείει τη δυνατότητα συνυπολογισμού μια τέτοιας επιβαρυντικής περιστάσεως στον καθορισμό του ύψους του προστίμου.
132 Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα που αντλείται από ασυμφωνία του συμπεράσματος ότι η Nintendo ήταν ο πρωτοστάτης της συμπράξεως προς την άρνηση της Επιτροπής να εφαρμόσει την ανακοίνωση περί συνεργασίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προσφεύγουσες δεν εξέθεσαν πού έγκειται η σχέση μεταξύ εφαρμογής τής εν λόγω ανακοινώσεως και της εκτιμήσεως της υπάρξεως επιβαρυντικών περιστάσεων έναντι των επιχειρήσεων στο πλαίσιο του υπολογισμού του ύψους των προστίμων.
133 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, ο παρών λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου, που στηρίζεται σε ασυμφωνία προς την προγενέστερη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής και σε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθώς και σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
134 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή, αυξάνοντας το πρόστιμο κατά 50 % λαμβανομένου υπόψη του ρόλου της Nintendo ως πρωτοστάτη και υποκινητή της παραβάσεως, παρεξέκλινε από την προγενέστερη πρακτική της στον τομέα των καθέτων παραβάσεων. Η παρέκκλιση αυτή είναι ουσιώδης διότι συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Συγκεκριμένα, ο ρόλος της Nintendo δεν ήταν σημαντικότερος από αυτόν των κατασκευαστών που εμπλέκονταν σε παλαιότερες υποθέσεις στον τομέα των καθέτων συμφωνιών, υποθέσεις στις οποίες επιβλήθηκαν σαφώς μικρότερες προσαυξήσεις λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων, όπως είναι η κατά 20 % αύξηση που επιβλήθηκε στις υποθέσεις Volkswagen I και II.
135 Επιπλέον, η Επιτροπή δεν δικαιολόγησε, ή δεν δικαιολόγησε επαρκώς, την παρέκκλιση αυτή σε σχέση με την προγενέστερη πολιτική ή πρακτική της.
136 Η Επιτροπή αντικρούει το σύνολο των επιχειρημάτων των προσφευγουσών.
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
137 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από το ότι η Επιτροπή παρεξέκλινε από την προγενέστερη πρακτική της στον τομέα των καθέτων παραβάσεων, αρκεί να υπομνησθεί ότι η ακολουθούμενη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής δεν οριοθετεί το νομικό πλαίσιο των προστίμων στον τομέα του ανταγωνισμού (βλ. παρατιθέμενη στη σκέψη 75 ανωτέρω νομολογία). Επομένως, η αντλούμενη από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων αιτίαση, που στηρίζεται στη διαφορά μεταξύ της πραγματοποιηθείσας εν προκειμένω αυξήσεως και εκείνων που αποφάσισε η Επιτροπή σε άλλες υποθέσεις, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
138 Ομοίως, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν εναπέκειτο στην Επιτροπή να εξηγήσει γιατί το ποσό της πραγματοποιηθείσας εν προκειμένω αυξήσεως ήταν διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων αποφάσεών της. Εν πάση περιπτώσει, η Απόφαση (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 228 έως 238 και 406) εκθέτει σαφώς τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη η Επιτροπή και ικανοποιεί με τον τρόπο αυτόν τις επιταγές στον τομέα της αιτιολογήσεως, όπως αυτές προκύπτουν από τη νομολογία (βλ. σκέψη 53 ανωτέρω). Έτσι, η Επιτροπή δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 253 ΕΚ.
139 Επομένως, ο παρών λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί της αυξήσεως του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες λόγω εξακολουθήσεως της παραβάσεως
140 Ως εκ περισσού, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι η Επιτροπή ουδέποτε επέβαλε τόσο υψηλό ποσοστό (25 %) προστίμου ή τόσο σημαντική χρηματική κύρωση (28,5 εκατομμύρια ευρώ) στο πλαίσιο επιβαρυντικών περιστάσεων λόγω εξακολουθήσεως της παραβάσεως. Η αύξηση αυτή είναι προδήλως υπερβολική, σε σύγκριση ιδίως με το αρχικό ποσό των 23 εκατομμυρίων ευρώ που είχε καθοριστεί στο πλαίσιο της σοβαρότητας της παραβάσεως.
141 Η Επιτροπή απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών αυτών.
142 Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή ορθώς λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντική περίσταση την εκ μέρους εμπλεκόμενης επιχειρήσεως εξακολούθηση της παραβάσεως μετά την έναρξη της σχετικής έρευνας, δεδομένου ότι η συμπεριφορά αυτή μαρτυρεί ότι οι μετέχοντες στη σύμπραξη είναι ιδιαίτερα αποφασισμένοι να εξακολουθήσουν την παράβασή τους παρά τον κίνδυνο να τους επιβληθεί κύρωση (απόφαση LR AF 1998 κατά Επιτροπής, σκέψη 84 ανωτέρω, σκέψη 369).
143 Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν επί της αρχής την ως άνω αύξηση, αλλά το ύψος αυτής.
144 Η αύξηση του επιβληθέντος στη Nintendo προστίμου κατά 25 % λόγω της εξακολουθήσεως της παραβάσεως δικαιολογείται από τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως. Πράγματι, από τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσε η Επιτροπή στην Απόφαση, το υποστατό των οποίων ουδόλως αμφισβητήθηκε, προκύπτει ότι η NOE και η NCL εξακολούθησαν τις επίμαχες ενέργειές τους αφού έλαβαν γνώση της έρευνας της Επιτροπής. Τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 410 της Αποφάσεως αποδεικνύουν εξάλλου ότι οι NOE και NCL ήταν ιδιαίτερα αποφασισμένες να εξακολουθήσουν την παράβασή τους τα έτη 1996 και 1997, ήτοι δύο σχεδόν έτη αφού έλαβαν γνώση της έρευνας, η οποία άρχισε το αργότερο τον Ιούνιο του 1995.
145 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δικαίως προσήψε στις προσφεύγουσες, ως επιβαρυντική περίσταση, την ως άνω εξακολούθηση της παραβάσεως και, κατά συνέπεια, προσαύξησε κατά 25 % το πρόστιμό τους.
146 Επομένως, ο παρών λόγος πρέπει να απορριφθεί.
5. Επί της μειώσεως του προστίμου που χορηγήθηκε στις προσφεύγουσες λόγω των ελαφρυντικών περιστάσεων
147 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η συνεργασία τους και το σύνολο των ελαφρυντικών περιστάσεων δικαιολογούν σημαντικά μεγαλύτερη μείωση του προστίμου έναντι της πραγματοποιηθείσας μειώσεως κατά 25 %. Συγκεκριμένα, υφίστανται διάφοροι λόγοι βάσει των οποίων θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μεγαλύτερη μείωση, ήτοι η εφαρμογή, στην υπό κρίση υπόθεση, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, η ίση μεταχείριση έναντι της John Menzies, ο ορθός χαρακτηρισμός της συνεργασίας που πρότειναν οι προσφεύγουσες και ο συνυπολογισμός των αποζημιώσεων προς τους τρίτους και το πρόγραμμα συμμορφώσεως προς το δίκαιο του ανταγωνισμού που ακολούθησαν οι προσφεύγουσες.
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από νομική πλάνη και από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να εφαρμόσει την ανακοίνωση περί συνεργασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
148 Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή, αρνούμενη να εφαρμόσει την ανακοίνωση περί συνεργασίας και στερώντας τες, ως εκ τούτου, τη δυνατότητα να τύχουν της μέγιστη μειώσεως κατά 50 % που προβλέπει το σημείο Δ της ανακοινώσεως αυτής, υπέπεσε σε νομική πλάνη και σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
149 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι εκουσίως παραδέχθηκαν την παράβαση και συνεργάστηκαν πλήρως με την Επιτροπή από τις 23 Δεκεμβρίου 1997. Η Nintendo υπήρξε έτσι η πρώτη επιχείρηση που ομολόγησε εκουσίως και, επομένως, η πρώτη που συνεργάστηκε με την Επιτροπή. Από όσα γνωρίζουν οι προσφεύγουσες, δεν υπήρξε άλλη περίπτωση τόσο ουσιαστικής και αυτόβουλης συνεργασίας όπως αυτή την οποία επέδειξαν εν προκειμένω.
150 Όσον αφορά, ειδικότερα, την άρνηση της Επιτροπής να εφαρμόσει την ανακοίνωση περί συνεργασίας, με την αιτιολογία ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά κάθετη παράβαση και όχι μυστική σύμπραξη, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η άρνηση αυτή δεν συμβιβάζεται με το γεγονός ότι η Επιτροπή επιφύλαξε στην επίμαχη παράβαση μεταχείριση μιας τέτοιας μυστικής συμπράξεως όσον αφορά την επιβληθείσα κύρωση. Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ταυτόχρονα ότι το ύψος του προστίμου ήταν δικαιολογημένο διότι η παράβαση ήταν συγκρίσιμη προς οριζόντια σύμπραξη και να αρνείται ότι πρόκειται για μια τέτοια σύμπραξη στο πλαίσιο της εξετάσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων. Εξάλλου, κάθε είδους συμπεριφορά που δικαιολογεί μείωση του προστίμου, κατά την ανακοίνωση περί συνεργασίας, θα πρέπει να θεωρείται ως «ελαφρυντική περίσταση» υπό την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών. Επομένως, η Επιτροπή, οσάκις προτίθεται να επιβάλει πρόστιμο, υποχρεούται να λάβει υπόψη το σύνολο των ελαφρυντικών περιστάσεων και, ιδίως, εκείνες που μνημονεύει στην εν λόγω ανακοίνωση.
151 Συναφώς, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι εμπίπτουν, τουλάχιστον, στις διατάξεις του σημείου Δ, παράγραφος 2, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, που προβλέπουν μείωση κατά 10 έως 50 % του προστίμου σε περίπτωση που, αφενός, πριν την αποστολή ανακοινώσεως αιτιάσεων, μια επιχείρηση παρέχει στην Επιτροπή πληροφορίες, έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που συμβάλλουν στην επιβεβαίωση της υπάρξεως της διαπραχθείσας παραβάσεως και, αφετέρου, μετά τη λήψη της ανακοινώσεως αιτιάσεων, η επιχείρηση ενημερώνει την Επιτροπή ότι δεν αμφισβητεί το υποστατό των πραγματικών περιστατικών επί των οποίων αυτή στηρίζει τις κατηγορίες της.
152 Πράγματι, τα έγγραφα στοιχεία που παρέσχαν εκουσίως οι προσφεύγουσες πριν την ανακοίνωση των αιτιάσεων αντιπροσωπεύουν το 74 % των εγγράφων στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να συντάξει την ανακοίνωση των αιτιάσεων και το 84 % των εγγράφων στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή για να εκδώσει την Απόφαση. Η Επιτροπή το αναγνώρισε αυτό, εξάλλου, στο σημείο 216 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες παραδέχθηκαν όχι μόνον τα πραγματικά περιστατικά που παρέθεσε η Επιτροπή στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, αλλά επίσης τα συμπεράσματα που συνήγαγε από αυτά.
153 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων αυτών, οι προσφεύγουσες φρονούν ότι έπρεπε να τύχουν της μέγιστης μειώσεως κατά 50 % που προβλέπει το σημείο Δ της ανακοινώσεως περί συνεργασίας. Τούτο είναι εξάλλου σύμφωνο προς την πρακτική της Επιτροπής περί χορηγήσεως ουσιαστικών μειώσεων του προστίμου, μεταξύ 30 και 50 %, σε επιχειρήσεις των οποίων η συνεργασία ήταν προδήλως λιγότερο πλήρης και μικρότερης εκτάσεως από εκείνη των προσφευγουσών.
154 Επ’ αυτού, επικαλούνται ιδίως τη λεγόμενη υπόθεση «Nathan Bricolux» [απόφαση 2001/135/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2000, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] (υπόθεση COMP.F.1. 36.516 – Nathan-Bricolux) (ΕΕ 2001, L 54, σ. 1), αιτιολογική σκέψη 134], όπου η Επιτροπή είχε χορηγήσει μείωση κατά 40 % στο πλαίσιο συνεργασίας, η οποία όμως δεν περιελάμβανε την εκούσια προσκόμιση εγγράφων αποδείξεων. Παραθέτουν επίσης την υπόθεση «Προμονωμένοι σωλήνες», στο πλαίσιο της οποίας το Δικαστήριο χορήγησε στην ABB μείωση κατά 30 % λόγω παροχής στην Επιτροπή πληροφοριών περί της προελεύσεως της συμπράξεως, οι οποίες τη βοήθησαν στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με την παράβαση, καθώς και χωριστή μείωση λόγω μη αμφισβητήσεως των πραγματικών περιστατικών μετά την αποστολή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων.
155 Τέλος, κατά τις προσφεύγουσες, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι αποδείξεις ήταν περιορισμένης αξίας ελλείψει ταχείας συνεργασίας. Πράγματι, οι προσφεύγουσες είχαν ήδη τιμωρηθεί με αύξηση κατά 25 % στο πλαίσιο επιβαρυντικών περιστάσεων λόγω εξακολουθήσεως της παραβάσεως, οπότε η μείωση του προστίμου λόγω καθυστερημένης συνεργασίας σημαίνει ότι το στοιχείο αυτό ελήφθη υπόψη δύο φορές, κατά παραβίαση της αρχής non bis in idem. Εν πάση περιπτώσει, η μείωση στο πλαίσιο της συνεργασίας δεν εξαρτάται από τη χρονολογική σειρά με την οποία κατατέθηκαν οι σχετικές αποδείξεις [βλ., επ’ αυτού, απόφαση 2001/418/ΕΚ της Επιτροπής, της 7ης Ιουνίου 2000, σχετικά με διαδικασία δυνάμει του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/36.545/F3 – Αμινοξέα) (ΕΕ 2001, L 152, σ. 24), και απόφαση 2002/742/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/E-1/36.604 – Κιτρικό οξύ) (ΕΕ 2002, L 239, σ. 18)].
156 Η Επιτροπή αμφισβητεί το σύνολο των αιτιάσεων των προσφευγουσών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
157 Πρώτον, εν προκειμένω πρέπει να αποκλειστεί η εφαρμογή της ανακοινώσεως περί συνεργασίας. Πράγματι, από την εν λόγω ανακοίνωση, σκοπός της οποίας είναι να ενθαρρύνονται οι επιχειρήσεις να αποκαλύπτουν την ύπαρξη ιδιαίτερα δυσχερώς εξακριβώσιμων συμπράξεων, προκύπτει σαφώς ότι αυτή εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που αφορούν οριζόντιες παραβάσεις, όπως οι συμπράξεις. Το σημείο A, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της ανακοινώσεως αυτής αφορά τις «μυστικές συμπράξεις μεταξύ επιχειρήσεων με στόχο τον καθορισμό τιμών, ποσοστώσεων παραγωγής ή πώλησης, κατανομής των αγορών ή απαγόρευσης εισαγωγών ή εξαγωγών».
158 Κατά το μέτρο που τα επιχειρήματα των προσφευγουσών πρέπει να νοηθούν ως αίτημα κατ’ αναλογία εφαρμογής της εν λόγω ανακοινώσεως, διότι η Επιτροπή μεταχειρίστηκε την παράβαση εν προκειμένω ως εάν επρόκειτο για σύμπραξη όσον αφορά την επιβολή κυρώσεως, τα επιχειρήματα αυτά επίσης δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. Πράγματι, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του χαρακτηρισμού της επίμαχης παραβάσεως ως πολύ σοβαρής και της εκ μέρους της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας εκτιμήσεως της συνεργασίας. Ομοίως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση να χορηγήσει μεγαλύτερη μείωση του προστίμου διότι κατέληξε ότι υφίστατο επιβαρυντική περίσταση λόγω εξακολουθήσεως της παραβάσεως.
159 Επομένως, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλούνται την ανακοίνωση περί συνεργασίας ούτε τους κανόνες που αυτή προβλέπει για να θεμελιώσουν αίτημα για μεγαλύτερη μείωση του προστίμου λόγω της συνεργασίας τους.
160 Δεύτερον, όσον αφορά την εκτίμηση της εκτάσεως της συνεργασίας των προσφευγουσών, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, μείωση του προστίμου λόγω συνεργασίας κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας δικαιολογείται μόνον εάν η συμπεριφορά διευκόλυνε την εκ μέρους της Επιτροπής διαπίστωση της παραβάσεως (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Μαΐου 1998, T-311/94, BPB de Eendracht κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-1129, σκέψη 325, και T-338/94, Finnboard κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-1617, σκέψη 363). Επομένως, για να δικαιολογεί μείωση του προστίμου λόγω συνεργασίας, η συμπεριφορά μιας επιχειρήσεως πρέπει να διευκολύνει το έργο της Επιτροπής που συνίσταται στη διαπίστωση και στη δίωξη των παραβάσεων των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 2004, T-67/00, T-68/00, T-71/00 και T-78/00, JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-2501, σκέψη 499 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
161 Ναι μεν, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της συνεργασίας των μετεχόντων σε σύμπραξη, η Επιτροπή δεν μπορεί να αγνοεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ζήτημα που θα εξεταστεί στη συνέχεια, διαθέτει όμως ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για να αξιολογεί την ποιότητα και τη χρησιμότητα της συνεργασίας των διαφόρων μελών μιας συμπράξεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαΐου 2007, C-328/05 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I-3921, σκέψη 88). Επομένως, μόνον ένα πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως μπορεί ενδεχομένως να ελεγχθεί.
162 Εν προκειμένω, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως χορηγώντας στις προσφεύγουσες μείωση του προστίμου λόγω συνεργασίας της τάξεως του 25 %. Ειδικότερα, όπως εξάλλου συμβαίνει σε περιπτώσεις στις οποίες έχει εφαρμογή η ανακοίνωση περί συνεργασίας, το γεγονός ότι η συνεργασία βαίνει πέραν της μη αμφισβητήσεως των πραγματικών περιστατικών δεν είναι αποφασιστικής σημασίας, καθόσον η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια προς εκτίμηση του ύψους της μειώσεως του προστίμου την οποία προτίθεται να δεχθεί για τον λόγο αυτόν.
163 Εντούτοις, απομένει να εξεταστεί αν η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως χορηγώντας στην John Menzies μεγαλύτερη μείωση του προστίμου της έναντι της μειώσεως που χορηγήθηκε στις προσφεύγουσες.
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
164 Οι προσφεύγουσες διατείνονται, καταρχάς, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως χορηγώντας τους μείωση κατά 25 % λόγω συνεργασίας έναντι 40 % στην John Menzies, ενώ η εκούσια συνεργασία τους ήταν προγενέστερη εκείνης της John Menzies και σημαντικά πιο εκτεταμένη.
165 Απαντώντας στο επιχείρημα της Επιτροπής ότι το έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 1997 αποτελεί απλώς προσφορά συνεργασίας, οι προσφεύγουσες εκθέτουν ειδικότερα ότι, τόσο στην ανακοίνωση των αιτιάσεων (σημείο 217) όσο και στην Απόφαση (αιτιολογική σκέψη 458), η Επιτροπή αναφέρει ότι η Nintendo παραδέχθηκε την παράβαση τον Δεκέμβριο του 1997. Εν πάση περιπτώσει, από πλευράς του σημείου Δ, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της ανακοινώσεως περί συνεργασίας, μια επιχείρηση δεν απαιτείται να είναι η πρώτη που παρέχει αποδείξεις προκειμένου να δικαιούται μείωση κατά 50 %. Το ποσοστό μειώσεως εξαρτάται στην πραγματικότητα από την αξία των παρεχομένων αποδείξεων. Συναφώς, οι προσφεύγουσες συνάπτουν στο υπόμνημα απαντήσεως τις παρασχεθείσες στην Επιτροπή αποδείξεις, οι οποίες δικαιολογούν από μόνες τους μείωση ύψους τουλάχιστον 50 %.
166 Οι προσφεύγουσες φρονούν εξάλλου ότι η διαφορετική μεταχείρισή τους σε σχέση με την John Menzies δεν αιτιολογήθηκε στην Απόφαση.
167 Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η συμβολή τους ήταν προγενέστερη εκείνης της John Menzies, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το επιχείρημα στηρίζεται αποκλειστικά στο έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 1997 που απηύθυναν στην Επιτροπή. Όμως, το εν λόγω έγγραφο αποτελεί απλώς προσφορά συνεργασίας, η οποία υλοποιήθηκε αργότερα, πιο συγκεκριμένα στις 21 Ιανουαρίου 1998, ήτοι μετά από εκείνη της John Menzies, στις 13 Ιανουαρίου 1998. Το έγγραφο αυτό δεν περιλαμβάνει ούτε άρνηση προγενέστερων γραπτών δηλώσεων ούτε αναγνώριση της παραβάσεως. Με αυτό οι προσφεύγουσες αναγνωρίζουν ασφαλώς κάτι, χωρίς όμως να εκθέτουν περί τίνος πρόκειται ή στοιχεία που να παρέχουν τη δυνατότητα στην Επιτροπή να στηριχθεί μόνο στο έγγραφο αυτό ως απόδειξη της εμπλοκής των προσφευγουσών στην παράβαση.
168 Η σχετική με έλλειψη αιτιολογίας αιτίαση είναι αβάσιμη, καθόσον η Απόφαση διευκρινίζει τους λόγους για τους οποίους χορηγήθηκε στις προσφεύγουσες μικρότερη μείωση, που συνίσταντο στην ταχύτερη συμβολή της John Menzies και στην πιο περιορισμένη αποδεικτική αξία των από 21 Ιανουαρίου 1998 ανακοινώσεων των προσφευγουσών (αιτιολογικές σκέψεις 455 έως 460 της Αποφάσεως).
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
169 Από το σημείο 3, έκτη περίπτωση, των κατευθυντήριων γραμμών, που είναι η εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη, προκύπτει ότι το βασικό ποσό του επιβαλλόμενου σε επιχείρηση προστίμου μπορεί να μειωθεί αν αυτή συνεργάστηκε ουσιαστικά στη διαδικασία πέραν του πεδίου εφαρμογής της ανακοινώσεως περί συνεργασίας.
170 Από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της συνεργασίας των επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας που κινείται σχετικά με απαγορευόμενη σύμπραξη, δεν μπορεί να αγνοεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία, κατά πάγια νομολογία, παραβιάζεται όταν παρόμοιες καταστάσεις τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως ή όταν διαφορετικές καταστάσεις έχουν την ίδια μεταχείριση, εκτός αν μια τέτοια μεταχείριση δικαιολογείται αντικειμενικά (βλ. παρατιθέμενη στη σκέψη 95 ανωτέρω νομολογία).
171 Η εκτίμηση του βαθμού της συνεργασίας που παρέχουν οι επιχειρήσεις δεν μπορεί να εξαρτάται από καθαρά τυχαίους παράγοντες. Επομένως, η διαφορετική μεταχείριση των εμπλεκομένων επιχειρήσεων πρέπει να θεωρηθεί ότι οφείλεται στον διαφορετικό βαθμό συνεργασίας τους, ιδίως καθόσον οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν ήταν διαφορετικές ή προσκομίστηκαν σε διαφορετικά στάδια της διοικητικής διαδικασίας ή υπό διαφορετικές περιστάσεις (βλ. απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 95 ανωτέρω, σκέψη 454 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
172 Έτσι, όταν διάφορες επιχειρήσεις παρέχουν στην Επιτροπή, κατά το ίδιο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και υπό ανάλογες περιστάσεις, παρόμοιες πληροφορίες που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά που τους καταλογίζονται, η συνεργασία καθεμιάς από αυτές πρέπει να θεωρείται συγκρίσιμη προς αυτήν των άλλων επιχειρήσεων, πράγμα το οποίο έχει ως συνέπεια ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχειρίσεως όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους του επιβλητέου προστίμου (βλ., επ’ αυτού, απόφαση JFE Engineering κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 160 ανωτέρω, σκέψεις 501 και 573 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
173 Εν προκειμένω, η Επιτροπή εξέθεσε, όσον αφορά την έκταση της συνεργασίας της John Menzies στην έρευνα, τα ακόλουθα:
– η δήλωση της John Menzies της 13ης Ιανουαρίου 1998 ήταν αυθόρμητη (αιτιολογική σκέψη 455 της Αποφάσεως)·
– η δήλωση αυτή συνέβαλε κατά πολύ στην απόδειξη μιας εκτεταμένης συνέργειας μεταξύ John Menzies και Nintendo προς παρεμπόδιση των παράλληλων εξαγωγών (αιτιολογική σκέψη 456, πρώτη περίοδος, της Αποφάσεως)·
– η εν λόγω δήλωση περιελάμβανε πληροφορίες σχετικές με τα μέτρα της John Menzies που αποσκοπούσαν σε παθητικές εξαγωγικές πωλήσεις (αιτιολογική σκέψη 456, δεύτερη περίοδος, της Αποφάσεως).
174 Όσον αφορά, αντιθέτως, την εκ μέρους της Nintendo προσφορά συνεργασίας, η Επιτροπή σημείωσε ότι:
– η Nintendo παραδέχτηκε τα πραγματικά περιστατικά στις 23 Δεκεμβρίου 1997 (αιτιολογική σκέψη 94 και αιτιολογική σκέψη 458, πρώτη περίοδος, της Αποφάσεως)·
– η Nintendo ανακοίνωσε αυθόρμητα στην Επιτροπή μετά την John Menzies μεγάλο αριθμό εγγράφων, στις 21 Ιανουαρίου, την 1η Απριλίου και στις 15 Μαΐου 1998, που «συνέβαλαν» στην απόδειξη της παραβάσεως και βελτίωσαν τις γνώσεις που είχε αποκτήσει η Επιτροπή για τα πραγματικά περιστατικά από τις δικές της έρευνες και από τα παρασχεθέντα από την John Menzies έγγραφα (αιτιολογική σκέψη 458, πρώτη και δεύτερη περίοδος, της Αποφάσεως [458 και 459, πρώτη περίοδος, στο ελληνικό κείμενο])·
– τα έγγραφα αυτά «βοήθησαν» επίσης στην απόδειξη της συμμετοχής αρκετών επιχειρήσεων και της γεωγραφικής εκτάσεως της παραβάσεως (αιτιολογική σκέψη 458, τρίτη περίοδος, της Αποφάσεως [459, δεύτερη περίοδος, στο ελληνικό κείμενο]).
175 Από τις διαπιστώσεις αυτές προκύπτει ότι η Επιτροπή εξέθεσε σαφώς τα στοιχεία τα οποία έλαβε υπόψη για τη μείωση των προστίμων λόγω συνεργασίας των επιχειρήσεων και ότι τηρήθηκε η υποχρέωση αιτιολογήσεως όσον αφορά τον συνυπολογισμό τής εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως.
176 Όσον αφορά την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, για να συναχθεί η ύπαρξη σημαντικής διαφοράς μεταξύ του βαθμού συνεργασίας καθεμιάς των επιχειρήσεων πρέπει να γίνει σύγκριση της συνεργασίας που επιδείχθηκε τόσο από χρονολογικής απόψεως, πράγμα το οποίο συνεπάγεται καταρχάς εξέταση του σταδίου κατά το οποίο παρασχέθηκε η συνεργασία, όσο και από ποιοτικής απόψεως, πράγμα το οποίο οδηγεί ακολούθως σε σύγκριση των συνθηκών υπό τις οποίες συνεργάστηκαν οι επιχειρήσεις και της ουσιαστικής αξίας των πληροφοριών που παρέσχε καθεμία από αυτές στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας (βλ. σκέψη 172 ανωτέρω).
177 Όμως, όσον αφορά, καταρχάς, τα στάδια της διοικητικής διαδικασίας κατά τα οποία συνεργάστηκαν οι εν λόγω επιχειρήσεις, δεν αμφισβητείται εν προκειμένω ότι η ουσιαστική συνεργασία της John Menzies είναι ελαφρώς προγενέστερη εκείνης των προσφευγουσών. Πράγματι, η αυθόρμητη συνεργασία της John Menzies υλοποιήθηκε με την από 13 Ιανουαρίου 1998 δήλωσή της, ενώ αυτή των προσφευγουσών άρχισε στις 21 Ιανουαρίου 1998. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες όντως άρχισαν να συνεργάζονται με την Επιτροπή οκτώ ημέρες μετά την John Menzies δεν δικαιολογεί από μόνο του μεγαλύτερη μείωση του προστίμου της John Menzies λόγω συνεργασίας έναντι εκείνης που χορηγήθηκε στη Nintendo.
178 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, για θεωρηθεί η συνεργασία μιας επιχειρήσεως συγκρίσιμη προς αυτήν άλλης επιχειρήσεως, δεν πρέπει να επιδεικνύεται οπωσδήποτε αυθημερόν, αλλά στο ίδιο στάδιο της διαδικασίας.
179 Όμως, δεν προκύπτει ούτε από την Απόφαση ούτε από τη δικογραφία ότι την ημερομηνία κατά την οποία άρχισε τη συνεργασία της η John Menzies και εκείνη κατά την οποία η Επιτροπή έλαβε τις σχετικές πληροφορίες από τη Nintendo αντιστοιχούν σε διαφορετικά στάδια της έρευνας του κοινοτικού αυτού οργάνου. Η Επιτροπή επιβεβαίωσε εξάλλου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Πρωτοδικείου, ότι οι πληροφορίες περί υπάρξεως της συμπράξεως τις οποίες παρέσχε η Nintendo είχαν παρασχεθεί στο ίδιο στάδιο της διοικητικής διαδικασίας όπως και εκείνες που παρέσχε η John Menzies.
180 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι πληροφορίες και τα έγγραφα που παρέσχε η Nintendo ήταν πιο περιορισμένης αξίας έναντι εκείνων της John Menzies διότι δόθηκαν αργότερα. Κατά συνέπεια, κανένα στοιχείο χρονολογικής φύσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποφασιστικής σημασίας για τη συγκριτική εκτίμηση της αξίας της συνεργασίας (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Groupe Danone, σκέψη 95 ανωτέρω, σκέψη 467).
181 Όσον αφορά, στη συνέχεια, τις συνθήκες υπό τις οποίες οι εν λόγω επιχειρήσεις συνεργάστηκαν με την Επιτροπή, από την Απόφαση προκύπτει σαφώς ότι η Nintendo όπως και η John Menzies γνωστοποίησαν αυθόρμητα τα έγγραφα τα οποία χρησίμευσαν στη διαπίστωση της υπάρξεως και της γεωγραφικής εκτάσεως της παραβάσεως.
182 Όσον αφορά, τέλος, το περιεχόμενο των πληροφοριών που παρέσχαν η John Menzies και η Nintendo, αντιστοίχως, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την Επιτροπή, η συμβολή του εγγράφου της 4ης Απριλίου 1996 της NOE προς την John Menzies και της από 11 Απριλίου 1996 απαντήσεως της τελευταίας αυτής εταιρίας «ήταν σημαντική στο να αποδειχθεί η εκτεταμένη συνεργασία […] στόχος της οποίας ήταν να ενισχυθεί ο έλεγχος των παράλληλων εξαγωγών» (βλ. αιτιολογική σκέψη 456 της Αποφάσεως). Όμως, από τη δικογραφία, ειδικότερα από το έγγραφο που κατέθεσαν οι προσφεύγουσες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επί του οποίου η Επιτροπή είχε την ευκαιρία να υποβάλει παρατηρήσεις (βλ. σκέψη 28 ανωτέρω), προκύπτει ότι τα δύο αυτά έγγραφα, περί των οποίων γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις 127 έως 131 της Αποφάσεως, παρασχέθηκαν αυθόρμητα όχι μόνον από την John Menzies, αλλά και από τη Nintendo.
183 Επομένως, η συνεργασία της Nintendo στη διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή πρέπει να θεωρηθεί ως συγκρίσιμη προς εκείνη της John Menzies. Για τον λόγο αυτό, έπρεπε να αναγνωριστεί υπέρ της Nintendo το ίδιο επίπεδο μειώσεως του προστίμου έναντι εκείνου του οποίου έτυχε η John Menzies, ήτοι 40 %, διότι οι δύο αυτές επιχειρήσεις παρέσχαν κρίσιμα έγγραφα στο ίδιο στάδιο της διαδικασίας.
184 Όσον αφορά ακόμη το ζήτημα αν έπρεπε να γίνει δεκτή υπέρ των προσφευγουσών, όπως υποστηρίζουν, μείωση του προστίμου μεγαλύτερη του 40 %, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως εξέθεσε η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 458 της Αποφάσεως [459 στο ελληνικό κείμενο], τα λοιπά έγγραφα που παρέσχαν αυθόρμητα οι προσφεύγουσες στις 21 Ιανουαρίου, την 1η Απριλίου και στις 15 Μαΐου 1998 όχι μόνον είχαν συμβάλει στην καλύτερη γνώση των πραγματικών περιστατικών που είχε από τη δική της έρευνα, αλλά «βοήθησαν επίσης στην απόδειξη της συμμετοχής αρκετών μερών και [της γεωγραφικής έκτασης] της παράβασης».
185 Ειδικότερα, από το έγγραφο που κατέθεσαν οι προσφεύγουσες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επί του οποίου η Επιτροπή είχε την ευκαιρία να διατυπώσει παρατηρήσεις, προκύπτει ότι ορισμένες διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην Απόφαση, στις αιτιολογικές σκέψεις 103 έως 108, 110, 116 έως 119, 122 έως 125, 127 έως 130, 132, 133, 136, 138 έως 150, 152 έως 157, 160, 164 και 167 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιρλανδία)· στις αιτιολογικές σκέψεις 170 έως 181 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στην Ισπανία)· στις αιτιολογικές σκέψεις 182, 184 και 185 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στις Κάτω Χώρες)· στις αιτιολογικές σκέψεις 187 έως 189 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στη Γαλλία)· στις αιτιολογικές σκέψεις 190 έως 197 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο)· στις αιτιολογικές σκέψεις 199 έως 201 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στη Γερμανία)· στις αιτιολογικές σκέψεις 204 και 206 έως 209 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στην Ελλάδα)· στις αιτιολογικές σκέψεις 210, 211 και 213 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στην Πορτογαλία)· στις αιτιολογικές σκέψεις 214 έως 215 και 217 έως 219 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στην Ιταλία) και στις αιτιολογικές σκέψεις 223, 224, 226 και 227 (σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν στη Δανία, στη Νορβηγία, στη Σουηδία, στη Φινλανδία και στην Ισλανδία), στηρίζονται σε πληροφορίες που είχε παράσχει η Nintendo. Συναφώς, διαπιστώνεται επίσης ότι η Nintendo, με την ιδιότητα του μετέχοντος στο σύνολο των επίμαχων συμφωνιών διανομής, ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες περί των όρων και περί της εφαρμογής των συμφωνιών αυτών.
186 Εντούτοις, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, παρά τον σημαντικό όγκο των παρασχεθεισών πληροφοριών, τα έγγραφα αυτά δεν ήταν απαραίτητα για να μπορέσει η Επιτροπή να διαπιστώσει την ύπαρξη των επίμαχων συμφωνιών και των εναρμονισμένων πρακτικών και, επομένως, τη διάπραξη της προσαπτομένης παραβάσεως. Πράγματι, οι ενδείξεις που παρέσχε η Nintendo, αντιθέτως προς τα έγγραφα της 4ης και της 11ης Απριλίου 1996 (βλ. σκέψη 182 ανωτέρω), δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αυτά καθαυτά ως κύρια αποδεικτική βάση της αποφάσεως περί διαπιστώσεως παραβάσεως στην αγορά κονσολών βιντεοπαιχνιδιών που κατασκευάζει η Nintendo και κασετών παιχνιδιών συμβατών με τις ως άνω κονσόλες παιχνιδιών. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι πληροφορίες οι οποίες αποτελούν τη βάση των διαπιστώσεων που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 103 έως 108, 110, 116 έως 119, 122 έως 125, 127 έως 130, 132, 133, 136, 138 έως 150, 152 έως 157, 160, 164, 167, 170 έως 182, 184, 185, 187 έως 197, 199 έως 201, 204, 206 έως 211, 213 έως 215, 217 έως 219, 223, 224, 226 και 227 απλώς κατέστησαν δυνατό τον προσδιορισμό των διανομέων που εμπλέκονταν στην παράβαση και της γεωγραφικής εκτάσεώς της.
187 Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ορισμένες από τις πληροφορίες αυτές, ήτοι εκείνες που αποτελούν, στο πλαίσιο της Αποφάσεως, τη βάση των αιτιολογικών σκέψεων 103 (ύπαρξη, διάρκεια και όροι της συμφωνίας διανομής μεταξύ Nintendo UK Ltd και Nintendo), 108, 110, 123, 167 (πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συμφωνίες διανομής μεταξύ Nintendo και The Games), 170, 171, 176 (ύπαρξη, διάρκεια και όροι της συμφωνίας διανομής μεταξύ Nintendo España, SA, και Nintendo), 182 (όροι επισήμων συμφωνιών μεταξύ Nintendo Netherlands BV και των πελατών της), 189 (έγγραφο που απέστειλε η Nintendo France SARL όσον αφορά τον κίνδυνο πραγματοποιήσεως εξαγωγών από τη Γαλλία), 190, 191, 194, 196 (ύπαρξη και όροι των συμφωνιών διανομής στο Βέλγιο και στο Λουξεμβούργο), 199 (παράλληλες εξαγωγές από τη Γερμανία), 204 (όροι της συμφωνίας μεταξύ Itochu Hellas ΕΠΕ και Nintendo), 210, 211 (όροι και διάρκεια των συμφωνιών διανομής μεταξύ Nintendo και διανομέων της στην Πορτογαλία), 214, 215 (όροι και διάρκεια των συμφωνιών διανομής μεταξύ της Nintendo και του διανομέα της στην Ιταλία), παρασχέθηκαν στην Επιτροπή σε απάντηση σε αιτήματα παροχής πληροφοριών που είχε απευθύνει στις προσφεύγουσες (βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 86 έως 93 της Αποφάσεως, ειδικότερα τις αιτιολογικές σκέψεις 86 και 87, που αναφέρονται στην πρόσκληση της Επιτροπής προς παροχή πληροφοριών σχετικών ιδίως με τους διανομείς και τις θυγατρικές και με το περιεχόμενο των επισήμων συμφωνιών διανομής μεταξύ της Nintendo και των διανομέων της στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία), απαντήσεις για τις οποίες αποκλείεται μείωση του προστίμου λόγω συνεργασίας, διότι επρόκειτο για συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που υπείχαν οι προσφεύγουσες από το άρθρο 11, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 17 (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Groupe Danone κατά Επιτροπής, σκέψη 95 ανωτέρω, σκέψη 451 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, οι ενδείξεις περί της γεωγραφικής εκτάσεως της επίμαχης συμπράξεως και περί των εμπλεκόμενων σε αυτή διανομέων δεν δικαιολογούσαν συμπληρωματική μείωση του προστίμου στο πλαίσιο της ουσιαστικής συνεργασίας της Nintendo. Πράγματι, η Επιτροπή ήταν σε θέση να διαπιστώσει τη γεωγραφική έκταση της συμπράξεως και να εντοπίσει του εμπλεκόμενους σ’ αυτή διανομείς ακόμα και χωρίς τις πληροφορίες που παρέσχαν αυθόρμητα οι προσφεύγουσες.
188 Από τις παρατηρήσεις αυτές απορρέει ότι η συνεργασία της Nintendo δεν δικαιολογούσε μείωση του προστίμου της μεγαλύτερη του 40 %.
189 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, ο παρών λόγος πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει, οπότε η Απόφαση πρέπει να μεταρρυθμιστεί και να χορηγηθεί στις προσφεύγουσες μείωση του προστίμου ισόποση με εκείνη που χορηγήθηκε στην John Menzies. Οι συγκεκριμένες συνέπειες της μεταρρυθμίσεως αυτής θα διευκρινιστούν κατωτέρω.
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω της παρερμηνείας των ενεργειών της Nintendo
Επιχειρήματα των διαδίκων
190 Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η Επιτροπή προσέβαλε τα δικαιώματά τους άμυνας τοποποιώντας εις βάρος τους την αρχική της εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως ή/και τα νομικής φύσεως συμπεράσματα που είχε συναγάγει εξ αυτών. Συναφώς, οι προσφεύγουσες παρατηρούν ότι, στο σημείο 216 της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, η Επιτροπή δήλωσε ότι έλαβε υπόψη «τη συμβολή των προσφευγουσών στην απόδειξη της υπάρξεως παραβάσεως», ενώ, στην Απόφαση, δήλωσε ότι τα παρασχεθέντα έγγραφα απλώς συνέβαλαν στην επιβεβαίωση της υπάρξεως της παραβάσεως.
191 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
192 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την προσφυγή τους, οι προσφεύγουσες ζητούν αποκλειστικά την ακύρωση ή μείωση του προστίμου που τους επιβλήθηκε.
193 Επομένως, ο παρών λόγος πρέπει να κριθεί αλυσιτελής, καθόσον οι προσφεύγουσες δεν εκθέτουν με ποιο τρόπο η διαφορετική ορολογία μεταξύ της ανακοινώσεως των αιτιάσεων και της Αποφάσεως, όσον αφορά τη συμβολή τους στη διαπίστωση της υπάρξεως της παραβάσεως, μπορούσε να ασκήσει επιρροή επί του ύψους του επιβληθέντος προστίμου.
194 Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 και το άρθρο 7 του κανονισμού (EK) 2842/98 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με τις ακροάσεις στο πλαίσιο ορισμένων διαδικασιών κατ’ εφαρμογήν των άρθρων [81 ΕΚ] και [82 ΕΚ] (ΕΕ L 354, σ. 18), προβλέπουν ρητά ότι, οσάκις η Επιτροπή προτίθεται να επιβάλει πρόστιμο, οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις πρέπει να έχουν την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των αιτιάσεων που τους προσάπτει η Επιτροπή. Επομένως, τα δικαιώματα άμυνας των οικείων επιχειρήσεων διασφαλίζονται κατά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, μέσω των παρατηρήσεών τους ως προς τη διάρκεια και τη σοβαρότητα της παραβάσεως καθώς και τη δυνατότητά τους να προβλέψουν ότι η παράβαση βλάπτει τον ανταγωνισμό (απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 1994, T-83/91, Tetra Pak κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II-755, σκέψη 235).
195 Κατά συνέπεια, ο παρών λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τετάρτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης διότι δεν εκτιμήθηκαν δεόντως οι αποζημιώσεις που παρασχέθηκαν στους τρίτους και διότι δεν ελήφθη υπόψη καθόλου το πρόγραμμα συμμορφώσεως προς τους κανόνες του ανταγωνισμού
Επιχειρήματα των διαδίκων
196 Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αφενός, παραλείποντας να μειώσει το πρόστιμο κατά ποσό ίσο προς τις αποζημιώσεις που κατέβαλαν στους τρίτους οι οποίοι κατονομάζονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και, αφετέρου, μη λαμβάνοντας υπόψη το πρόγραμμα συμμορφώσεως προς το δίκαιο του ανταγωνισμού που ακολούθησαν.
197 Όσον αφορά τις αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν στους τρίτους, πρώτον, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι οι εν λόγω αποζημιώσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται «σημαντικές» στην Απόφαση ανέρχονταν στο ποσό των 375 000 ευρώ.
198 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες υπογραμμίζουν ότι προχώρησαν στην καταβολή των εν λόγω αποζημιώσεων μόνον κατόπιν της διαβεβαιώσεως της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της συσκέψεως της 15ης Δεκεμβρίου 1998, ότι το μέτρο αυτό θα λαμβανόταν υπόψη για τον υπολογισμό του ύψους του προστίμου. Συναφώς, οι προσφεύγουσες εκθέτουν ειδικότερα ότι δικαιολογημένη εμπιστοσύνη γεννάται όταν ένας υψηλόβαθμος υπάλληλος της Επιτροπής, επιφορτισμένος από αυτήν με συγκεκριμένη υπόθεση, παρέχει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις στο πλαίσιο μιας επίσημης έρευνας γνωρίζοντας ότι η επιχείρηση που αποτελεί το αντικείμενο της έρευνας θα στηριχθεί στις εν λόγω διαβεβαιώσεις προκειμένου να προβεί σε σημαντικά έξοδα.
199 Τρίτον, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η καταβολή αποζημιώσεως σε τρίτους συνιστούσε «ελαφρυντική περίσταση» υπό την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών (αιτιολογικές σκέψεις 421 έως 464 της Αποφάσεως). Ωστόσο, δεν χορήγησε καμία κατά κυριολεξία μείωση στις προσφεύγουσες υπό την οικονομική έννοια του όρου, διότι το πρόστιμο μειώθηκε μόλις κατά 300 000 ευρώ.
200 Τέλος, ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή μεταχειρίστηκε τις προσφεύγουσες δεν ενθαρρύνει άλλες επιχειρήσεις να καταβάλλουν εκουσίως τέτοιες αποζημιώσεις στο μέλλον.
201 Η Επιτροπή αμφισβητεί το σύνολο των επιχειρημάτων αυτών.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
202 Με τον λόγο αυτόν οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή, αντιθέτως προς τις διαβεβαιώσεις που τους έδωσε κατά τη διάρκεια της συσκέψεως της 15ης Δεκεμβρίου 1998, δεν έλαβε ή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη, αφενός, τις αποζημιώσεις που οι ίδιες κατέβαλαν σε τρίτους και, αφετέρου, το πρόγραμμα συμμορφώσεώς τους προς τη νομοθεσία που επέβαλαν στους υπαλλήλους τους.
203 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι το δικαίωμα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχει κάθε ιδιώτης που βρίσκεται σε μια κατάσταση από την οποία προκύπτει ότι ένα κοινοτικό όργανο του δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες. Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί παραβίαση της αρχής αυτής αν δεν υφίστανται σαφείς διαβεβαιώσεις εκ μέρους του οργάνου αυτού (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Ιουλίου 2003, T-220/00, Cheil Jedang κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-2473, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
204 Όσον αφορά, καταρχάς, τις αποζημιώσεις που κατέβαλε η Nintendo στους ζημιωθέντες τρίτους, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή αποφάσισε να μειώσει το πρόστιμο της NOE και της NCL κατά 300 000 ευρώ προκειμένου να λάβει υπόψη τις αποζημιώσεις τις οποίες οι εταιρίες αυτές κατέβαλαν σε τρίτους οι οποίοι κατονομάζονται στην ανακοίνωση των αιτιάσεων ως οικονομικώς ζημιωθέντες λόγω της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράς (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 440 και 441 της Αποφάσεως).
205 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το συνολικό ποσό των καταβολών προς τρίτους είναι 375 000 ευρώ.
206 Όμως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή ουδέποτε τους παρέσχε τη διαβεβαίωση ότι το σύνολο των εν λόγω καταβολών θα αφαιρείτο από το ύψος του επιβλητέου προστίμου.
207 Πράγματι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συσκέψεως της 15ης Δεκεμβρίου 1998, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής απλώς ανέφερε ότι η καταβολή αποζημιώσεων σε τρίτους «θα αποτελούσε κρίσιμο στοιχείο κατά τον υπολογισμό του προστίμου». Η δήλωση αυτή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί ως συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη διαβεβαίωση ότι το σύνολο των σχετικών αποζημιώσεων θα αφαιρείτο από το τελικό ποσό του προστίμου.
208 Εν πάση περιπτώσει, για να μπορεί να δημιουργηθεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη, οι παρεχόμενες διαβεβαιώσεις πρέπει να προέρχονται από εξουσιοδοτημένες και αξιόπιστες πηγές (βλ., επ’ αυτού, όσον αφορά μια δήλωση του αρμοδίου στον τομέα του ανταγωνισμού γενικού διευθυντή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Απριλίου 2004, T-236/01, T-239/01, T-244/01 έως T-246/01, T-251/01 και T-252/01, Tokai Carbon κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II-1181, σκέψεις 152 και 153). Λαμβανομένης υπόψη της αποκλειστικής αρμοδιότητας του σώματος των επιτρόπων προς έκδοση αποφάσεως επιβάλλουσας πρόστιμο, ένας υπάλληλος της Επιτροπής ουδόλως μπορεί να παρέσχε στη Nintendo, κατά τη διάρκεια ανεπίσημης συναντήσεως με τους εκπροσώπους της, συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις προερχόμενες από εξουσιοδοτημένη και αξιόπιστη πηγή όσον αφορά την αφαίρεση από το τελικό ποσό του προστίμου του ποσού των αποζημιώσεων που καταβλήθηκαν σε τρίτους.
209 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά τον συνυπολογισμό των αποζημιώσεων που κατέβαλε η Nintendo σε τρίτους κατά τον προσδιορισμό του τελικού ποσού του προστίμου.
210 Οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν επίσης όσον αφορά τον συνυπολογισμό του προγράμματος συμμορφώσεως προς το δίκαιο του ανταγωνισμού που ακολούθησε η Nintendo.
211 Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή ουδόλως ήταν υποχρεωμένη να λάβει υπόψη το εν λόγω πρόγραμμα συμμορφώσεως, το οποίο, ακόμα και αν υποτεθεί ότι μπορεί να ερμηνευθεί ως μια μορφή συνεργασίας, ακολουθήθηκε από την επιχείρηση με δικής της πρωτοβουλία, και όχι κατόπιν συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων της Επιτροπής.
212 Κατά συνέπεια, ο παρών λόγος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
6. Επί του προσδιορισμού του τελικού ποσού του προστίμου
213 Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 169 έως 189 ανωτέρω, η Απόφαση πρέπει να μεταρρυθμιστεί, καθόσον μειώνει το πρόστιμο κατά 25 % λόγω της συνεργασίας των προσφευγουσών.
214 Κατά τα λοιπά, είναι βάσιμες οι περιλαμβανόμενες στην Απόφαση παρατηρήσεις της Επιτροπής, όπως και η μέθοδος υπολογισμού των προστίμων που ακολουθήθηκε εν προκειμένω.
215 Επομένως, το τελικό ποσό του προστίμου υπολογίζεται ως ακολούθως: το βασικό ποσό του προστίμου (113,85 εκατομμύρια ευρώ) προσαυξάνεται κατά 75 %, αφενός, λόγω του ρόλου ως πρωτοστάτη της συμπράξεως που είχε η Nintendo (50 %) και, αφετέρου, λόγω της εξακολουθήσεως της παραβάσεως (25 %), ήτοι αυξανόμενο σε 199,2375 εκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό μειώνεται κατά 40 % στο πλαίσιο της συνεργασίας και κατά ένα ποσό 300 000 ευρώ λόγω των αποζημιώσεων που κατέβαλαν οι προσφεύγουσες σε τρίτους, πράγμα το οποίο καταλήγει στο συνολικό ποσό των 119,2425 εκατομμυρίων ευρώ.
Επί των δικαστικών εξόδων
216 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το Πρωτοδικείο μπορεί να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να αποφασιστεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Καθορίζει το ύψος του επιβαλλόμενου στις Nintendo Co., Ltd και Nintendo of Europe GmbH προστίμου σε 119,2425 εκατομμύρια ευρώ.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Martins Ribeiro
Παπασάββας
Wahl
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 30 Απριλίου 2009.
(υπογραφές)
Πίνακας περιεχομένων
Ιστορικό της διαφοράς
1. Οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις
2. Διοικητική διαδικασία
Η έρευνα σχετικά με τον τομέα των βιντεοπαιχνιδιών (υπόθεση IV/35.587 PO Video Games)
Η συμπληρωματική έρευνα που αφορά ειδικά το σύστημα διανομής της Nintendo (υπόθεση IV/35.706 PO Nintendo Distribution)
Η έρευνα κατόπιν της καταγγελίας που υπέβαλε η Omega Electro BV (υπόθεση IV/36.321 Omega – Nintendo)
3. Η επίδικη απόφαση
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
1. Επί του καθορισμού του προκαταρκτικού αρχικού ποσού του προστίμου των προσφευγουσών
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
2. Επί της αυξήσεως του προκαταρκτικού αρχικού ποσού του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες προκειμένου να έχει το πρόστιμο αυτό επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από πρόδηλη νομική πλάνη, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της αρχής non bis in idem, καθώς και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και από ασυμφωνία προς την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθώς και από εσφαλμένη εφαρμογή της μεθοδολογίας που εκτίθεται στις κατευθυντήριες γραμμές
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
3. Επί της αυξήσεως του αρχικού ποσού του προστίμου λόγω της διάρκειας της παραβάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
4. Επί της αυξήσεως, λόγω επιβαρυντικών περιστάσεων, του βασικού ποσού του επιβληθέντος στις προσφεύγουσες προστίμου
Επί του συνυπολογισμού του ρόλου του πρωτοστάτη και του υποκινητή της συμπράξεως
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και από νομική πλάνη όσον αφορά την εκτίμηση της Επιτροπής ότι οι προσφεύγουσες διαδραμάτισαν ρόλο πρωτοστάτη και υποκινητή της παραβάσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του δευτέρου λόγου, που στηρίζεται σε ασυμφωνία προς την προγενέστερη πρακτική λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής και σε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθώς και σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί της αυξήσεως του προστίμου που επιβλήθηκε στις προσφεύγουσες λόγω εξακολουθήσεως της παραβάσεως
5. Επί της μειώσεως του προστίμου που χορηγήθηκε στις προσφεύγουσες λόγω των ελαφρυντικών περιστάσεων
Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από νομική πλάνη και από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως λόγω της αρνήσεως της Επιτροπής να εφαρμόσει την ανακοίνωση περί συνεργασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του δευτέρου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του τρίτου λόγου, που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας λόγω της παρερμηνείας των ενεργειών της Nintendo
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του τετάρτου λόγου, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης διότι δεν εκτιμήθηκαν δεόντως οι αποζημιώσεις που παρασχέθηκαν στους τρίτους και διότι δεν ελήφθη υπόψη καθόλου το πρόγραμμα συμμορφώσεως προς τους κανόνες του ανταγωνισμού
Επιχειρήματα των διαδίκων
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
6. Επί του προσδιορισμού του τελικού ποσού του προστίμου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
1 – Αποκρυπτόμενα εμπιστευτικά δεδομένα.
Full & Egal Universal Law Academy