ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 2ας Μαρτίου 2004
Υπόθεση T-14/03
Colette Di Marzio
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Προϋποθέσεις παραδεκτού της προσφυγής – Αποδοχές – Μεταβολή του τόπου προσλήψεως – Κατάργηση του ευεργετήματος του γαλλικού διορθωτικού συντελεστή και του επιδόματος αποδημίας – Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων – Καθήκον αρωγής»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως περί παρακρατήσεως επί του μισθού της προσφεύγουσας-ενάγουσας, της αποφάσεως περί καταργήσεως του επιδόματος γραμματείας, της αποφάσεως περί καταργήσεως του κατ’ αποκοπήν επιδόματος εξόδων ταξιδίου καθώς και αγωγή αποκαταστάσεως της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη η προσφεύγουσα-ενάγουσα.
Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδά.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες – Χαρακτήρας δημοσίας τάξεως – Σημείο αφετηρίας – Γνωστοποίηση του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών – Αποκλειστική προθεσμία – Συγχωρητέα πλάνη – Έννοια
?? ?? (Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Απόφαση περί απορρίψεως διοικητικής ενστάσεως – Σαφής και αμιγής απόρριψη – Βεβαιωτική πράξη – Απαράδεκτη
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 1)
3. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αντικείμενο – Εντολή προς τη διοίκηση – Απαράδεκτο
(Άρθρο 233 ΕΚ· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
4. Υπάλληλοι – Αναρρωτική άδεια – Διαμονή εκτός της χώρας υπηρεσίας χωρίς έγκριση – Δικαίωμα επί του διορθωτικού συντελεστή της χώρας διαμονής – Δεν υφίσταται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 60, εδ. 2)
5. Υπάλληλοι – Ίση μεταχείριση – Έννοια – Όρια
6. Υπάλληλοι – Αναζήτηση αχρεωστήτου – Προϋποθέσεις – Πρόδηλη παρατυπία ως προς την καταβολή – Κριτήρια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 85)
7. Υπάλληλοι – Καθήκον μέριμνας που υπέχει η διοίκηση – Περιεχόμενο – Όρια
8. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αγωγή αποζημιώσεως – Έλλειψη παράνομης συμπεριφοράς της διοικήσεως – Απόρριψη
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
1. H τρίμηνη προθεσμία υποβολής διοικητικής ενστάσεως κατά πράξεως που θίγει τον ενδιαφερόμενο και η τρίμηνη προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατόπιν ρητής ή σιωπηρής απορρίψεως της ενστάσεως, τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, είναι προθεσμίες δημοσίας τάξεως και δεν εξαρτώνται από τους διαδίκους και τον δικαστή, δεδομένου ότι έχουν ταχθεί για να εξασφαλίζεται η σαφήνεια και η βεβαιότητα των εννόμων καταστάσεων. Στον δικαστή εναπόκειται επομένως να εξετάσει, αυτεπαγγέλτως, την τήρησή τους.
Οι διοικητικές ενστάσεις πρέπει να ασκούνται εντός προθεσμίας τριών μηνών από «την ημέρα κοινοποιήσεως της αποφάσεως στον αποδέκτη και σε κάθε περίπτωση το αργότερο από την ημέρα που έλαβε γνώση ο ενδιαφερόμενος όταν πρόκειται για μέτρο ατομικού χαρακτήρα». Συναφώς, η κοινοποίηση του μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος αποδοχών συνεπάγεται την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά μιας διοικητικής αποφάσεως, όταν από το σημείωμα αυτό προκύπτει σαφώς η ύπαρξη και το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής.
Ο προσφεύγων έχει δικαίωμα να επικαλεστεί συγγνωστή πλάνη, ικανή να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της προσφυγής του, διότι η πλάνη αυτή μπορεί να προκληθεί, μεταξύ άλλων, όταν το οικείο κοινοτικό όργανο ακολούθησε συμπεριφορά δυνάμενη να προκαλέσει, αυτή και μόνον ή σε καθοριστικό βαθμό, επιτρεπτή σύγχυση σε καλόπιστο πολίτη και σε συναλλασσόμενο έχοντα τη συνήθη ενημέρωση ο οποίος επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια.
(βλ. σκέψεις 37 έως 40)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 4 Φεβρουαρίου 1987, 276/85, Κλαδάκης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 495, σκέψη 11· ΔΕΚ, 22 Σεπτεμβρίου 1988, 159/86, Canters κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 4859, σκέψη 6· ΔΕΚ, 15 Μαΐου 2003, C-193/01 P, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και ΕΚΤ, Συλλογή 2003, σ. I 4837, σκέψη 24· ΠΕΚ, 17 Οκτωβρίου 1991, T-129/89, Offermann κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1991, σ. II-855, σκέψεις 30, 31 και 34· ΠΕΚ, 1 Οκτωβρίου 1992, T-7/91, Schavoir κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II-2307, σκέψη 34· ΠΕΚ, 24 Μαρτίου 1998, T-232/97, Becret-Danieau κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-157 και II-495, σκέψη 32
2. Κάθε απόφαση απορριπτική διοικητικής ενστάσεως, είτε ρητή είτε σιωπηρή, δεν κάνει τίποτε άλλο, όταν είναι σαφής και αμιγής, παρά να επιβεβαιώνει την πράξη ή την παράλειψη για την οποία παραπονείται ο ενιστάμενος και δεν συνιστά, μεμονωμένως λαμβανομένη, πράξη δεκτική προσβολής. Μόνον όταν με την απόφαση αυτή γίνει δεκτή, εν όλω ή εν μέρει, η ένσταση του ενδιαφερομένου, μπορεί η απόφαση αυτή να συνιστά, αφ’ εαυτής, πράξη δυνάμενη να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως βλαπτική μια καθαρώς επιβεβαιωτική πράξη, όπως είναι η πράξη η οποία δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με προγενέστερη βλαπτική πράξη την οποία, επομένως, δεν αντικαθιστά.
(βλ. σκέψη 54)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 10 Δεκεμβρίου 1980, 23/80, Grasselli κατά Επιτροπής, Συλλογή 1980, σ. 3709, σκέψη 18· ΔΕΚ, 16 Ιουνίου 1988, 371/87, Προγούλης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 3081, σκέψη 17· ΠΕΚ, 27 Ιουνίου 2000, T-608/97, Plug κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-125 και II-569, σκέψη 23· ΠΕΚ, 9 Απριλίου 2003, T-134/02, Tejada Fernández κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 16
3. Δεδομένου ότι οι κανόνες περί του παραδεκτού για τα θέματα αρμοδιότητας είναι δημοσίας τάξεως, το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να τους εξετάσει αυτεπαγγέλτως. Συναφώς, στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 91 του ΚΥΚ, το Πρωτοδικείο δεν έχει αρμοδιότητα να προβαίνει σε δηλώσεις αρχής ή να απευθύνει διαταγές στα κοινοτικά όργανα. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση ακυρώσεως πράξεως, το οικείο όργανο οφείλει, δυνάμει του άρθρου 233 ΕΚ, να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 62 και 63)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 9 Ιουνίου 1994, X κατά Επιτροπής, T-94/92, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-149 και II-481, σκέψη 33· ΠΕΚ, 8 Ιουνίου 1995, T-583/93, P κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I-A-137 και II-433, σκέψη 17· ΠΕΚ, 9 Ιουνίου 1998, T-172/95, Chesi κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-265 και II-817, σκέψη 33· ΠΕΚ, 17 Ιουνίου 1998, T-174/95, Svenska Journalistförbundet κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II-2289, σκέψη 80
4. Υπάλληλος ο οποίος, ενώ βρίσκεται με αναρρωτική άδεια, διαμένει, χωρίς να έχει λάβει την απαιτούμενη σύμφωνα με το άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, έγκριση, σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο είναι διορισμένος δεν μπορεί να επικαλεστεί την παρατυπία αυτή για να αξιώσει το ευεργέτημα του διορθωτικού συντελεστή του τόπου παραμονής του. Το να του αναγνωριστεί το ευεργέτημα αυτό θα αποτελούσε, πράγματι, παραβίαση της αρχής της ισότητας στο μέτρο που οι υπάλληλοι που βρίσκονται στην ίδια θέση νομίμως θα περιέρχονταν σε μειονεκτική θέση.
(βλ. σκέψη 73)
5. Η αρχή της αποφυγής των διακρίσεων εφαρμόζεται μόνο σε άτομα που βρίσκονται υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Η αρχή της αποφυγής των διακρίσεων επιτάσσει οι διαφορές ως προς τη μεταχείριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών μονίμων ή εκτάκτων υπαλλήλων να δικαιολογούνται βάσει αντικειμενικού και ευλόγου κριτηρίου και η διαφορά αυτή να είναι ανάλογη με τον σκοπό που επιδιώκεται με τη διαφοροποίηση αυτή.
(βλ. σκέψη 83)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 23 Μαρτίου 1994, T-8/93, Huet κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1994, σ. II-103, σκέψη 45
6. Ο υπάλληλος υποχρεούται να επιστρέψει τα αχρεωστήτως εισπραχθέντα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 85 του ΚΥΚ, εφόσον πρόκειται για σφάλμα που δεν διαφεύγει της προσοχής ενός χαρακτηριζομένου από συνήθη επιμέλεια υπαλλήλου, ο οποίος θεωρείται ότι γνωρίζει τους κανόνες που διέπουν τις αποδοχές του. Εξάλλου, δεν είναι απαραίτητο να μπορεί ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος, στο πλαίσιο του καθήκοντος επιμελείας που υπέχει, να καθορίσει με ακρίβεια την έκταση του σφάλματος της διοικήσεως. Αρκεί, συναφώς, να αμφιβάλλει ως προς την κανονικότητα των επίμαχων καταβολών, οπότε είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει σχετικά τη διοίκηση ώστε αυτή να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους. Επιβάλλεται να λαμβάνεται υπόψη η ικανότητα του ενδιαφερομένου να προβεί στις αναγκαίες εξακριβώσεις. Τα στοιχεία που λαμβάνει συναφώς υπόψη ο κοινοτικός δικαστής αφορούν το επίπεδο ευθύνης του υπαλλήλου, τον βαθμό και την αρχαιότητά του, το κατά πόσον είναι σαφείς οι διατάξεις του ΚΥΚ που καθορίζουν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση του επιδόματος, καθώς και τη σημασία των μεταβολών που επήλθαν στην προσωπική ή οικογενειακή του κατάσταση όταν η καταβολή του επίδικου ποσού συνδέεται με την εκ μέρους της διοικήσεως εκτίμηση μιας τέτοιας καταστάσεως.
Το ότι ο υπάλληλος είναι στον βαθμό C δεν συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους και δεν αποκλείει την περίπτωση να του ζητηθεί η επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
(βλ. σκέψεις 90, 91 και 94)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 17 Ιανουαρίου 1989, 310/87, Stempels κατά Επιτροπής, Συλλογή, σ. 43, σκέψη 10· ΠΕΚ, 10 Φεβρουαρίου 1994, T-107/92, White κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-41 και II-143, σκέψεις 37 έως 43· ΠΕΚ, 24 Φεβρουαρίου 1994, T-38/93, Stahlschmidt κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-65 και II-227, σκέψη 19· ΠΕΚ, 13 Ιουλίου 1995, T-545/93, Kschwendt κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I-A-185 και II-565, σκέψη 104· ΠΕΚ, 1η Φεβρουαρίου 1996, T-122/95, Chabert κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-19 και II-63, σκέψη 35· ΠΕΚ, 17 Ιανουαρίου 2001, T-14/99, Kraus κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-7 και II-39, σκέψη 41· ΠΕΚ, 5 Νοεμβρίου 2002, T-205/01, Ronsse κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I-A-211 και II-1065, σκέψεις 46 και 47
7. Η υποχρέωση αρωγής της διοικήσεως έναντι των υπαλλήλων της καθώς και η αρχή της χρηστής διοικήσεως συνεπάγονται ιδίως ότι, όταν η αρμόδια αρχή αποφασίζει σχετικά με την κατάσταση ενός υπαλλήλου, λαμβάνει υπόψη της το σύνολο των στοιχείων που μπορεί να καθορίζουν την απόφασή της και ότι με την ενέργειά της αυτή σταθμίζει όχι μόνον το συμφέρον της υπηρεσίας αλλά και το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου. Η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί εξάλλου σε καμία περίπτωση να εξαναγκάσει τη διοίκηση να ενεργήσει κατά παράβαση των ισχυουσών διατάξεων. Ειδικότερα, η υποχρέωση αρωγής δεν μπορεί να οδηγήσει τη διοίκηση στην εφαρμογή μιας κοινοτικής διατάξεως κατά τρόπο αντίθετο προς το σαφές και συγκεκριμένο κείμενο της διατάξεως αυτής. Επομένως, ένας υπάλληλος δεν μπορεί να επικαλεστεί την υποχρέωση αρωγής προκειμένου να αποκτήσει πλεονεκτήματα που δεν προβλέπει ο ΚΥΚ.
(βλ. σκέψεις 99 και 100)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 23 Οκτωβρίου 1986, 321/85, Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 3199, σκέψη 18· ΠΕΚ, 17 Ιουνίου 1993, T-65/92, Arauxo-Dumay κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-597, σκέψη 37· ΠΕΚ, 15 Μαρτίου 1994, T-100/92, La Pietra κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-83 και II-275, σκέψη 58· ΠΕΚ, 16 Απριλίου 1997, T-66/95, Kuchlenz-Winter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-637, σκέψη 43· ΠΕΚ,6 Ιουλίου 1999, T-203/97, Forvass κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I-A-129 και II-705, σκέψη 54· ΠΕΚ, 27 Ιουνίου 2000, T-67/99, K κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I-A-127 και II-579, σκέψεις 68 και 69· ΠΕΚ, 7 Νοεμβρίου 2002, T-199/01, G κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ.2002, σ. I-A-217 και II-1085, σκέψη 71· ΠΕΚ, 6 Φεβρουαρίου 2003, T-7/01, Pyres κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-37 και II-239, σκέψη 77
8. Εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας στοιχειοθετείται μόνον εφόσον συντρέχει ένα σύνολο προϋποθέσεων όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτομένης στα κοινοτικά όργανα ενέργειας, το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης ενέργειας και της προβαλλομένης ζημίας. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί αίτημα υπαλλήλου για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω του παράνομου χαρακτήρα της ενέργειας του κοινοτικού οργάνου, εφόσον ο παράνομος αυτός χαρακτήρας δεν αποδεικνύεται.
(βλ. σκέψη 106)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 9 Φεβρουαρίου 1994, T-3/92, Latham κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. I-A-23 και II-83, σκέψεις 63 έως 66· ΠΕΚ, 15 Φεβρουαρίου 1996, T-589/93, Ryan-Sheridan κατά FEACVT, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-27 και II-77, σκέψεις 141 και 142
Full & Egal Universal Law Academy