ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 19ης Φεβρουαρίου 2004
Υπόθεση T-19/03
Σπυριδούλα Κωνσταντοπούλου
κατά
Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Γενικός διαγωνισμός – Αποκλεισμός από τις προφορικές εξετάσεις»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του γενικού διαγωνισμού CJ/LA/14 της 23ης Οκτωβρίου 2002, με την οποία αποκλείστηκε η προσφεύγουσα από τις προφορικές εξετάσεις του εν λόγω διαγωνισμού.
Απόφαση: Απορρίπτεται η προσφυγή. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Εξεταστική επιτροπή – Απόρριψη αιτήσεως υποψηφιότητας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο – Τήρηση του απορρήτου των εργασιών
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ, άρθρο 6)
2. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Αξιολόγηση των ικανοτήτων των υποψηφίων – Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής – Απόφαση περί μη εγγραφής στον πίνακα επιτυχόντων – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ)
3. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Αξιολόγηση των ικανοτήτων των υποψηφίων – Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής – Δικαστικός έλεγχος – Όρια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ, άρθρο 5)
4. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων – Λεπτομέρειες διεξαγωγής και περιεχόμενο των εξετάσεων – Μέθοδος διορθώσεως – Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής – Δικαστικός έλεγχος – Όρια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΙΙ)
1. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας βλαπτικής αποφάσεως αποσκοπεί, αφενός, στο να παράσχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι ή δεν είναι βάσιμη και, αφετέρου, στο να καταστήσει δυνατό τον δικαστικό έλεγχο.
Όσον αφορά τις αποφάσεις εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού, αυτή η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει, πάντως, να συμβιβάζεται με την τήρηση του απορρήτου που περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής. H τήρηση του απορρήτου αποκλείει τόσο τη δημοσιοποίηση της στάσεως που τήρησαν τα μέλη εξεταστικής επιτροπής όσο και την αποκάλυψη οποιουδήποτε στοιχείου που αφορά εκτιμήσεις προσωπικής ή συγκριτικής φύσεως σχετικές με τους υποψηφίους. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποχρέωση αιτιολογήσεως των αποφάσεων εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού πρέπει να συσχετίζεται με τη φύση των εν λόγω εργασιών.
Oι εργασίες εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού περιλαμβάνουν, κατά κανόνα, δύο τουλάχιστον διακεκριμένα στάδια, ήτοι, πρώτον, την εξέταση των αιτήσεων συμμετοχής προκειμένου να επιλεγούν οι υποψήφιοι στους οποίους θα επιτραπεί να μετάσχουν στον διαγωνισμό και, δεύτερον, την εξέταση των προσόντων των υποψηφίων για την προς πλήρωση θέση, ώστε να καταρτιστεί πίνακας επιτυχόντων. Tο δεύτερο στάδιο των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής είναι κυρίως συγκριτικής φύσεως και επομένως καλύπτεται από το απόρρητο που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τις εργασίες της.
Τα κριτήρια διορθώσεως των γραπτών που καθορίζει η εξεταστική επιτροπή πριν από τις δοκιμασίες αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των συγκριτικής φύσεως εκτιμήσεων στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή ως προς τα προσόντα των υποψηφίων. Πράγματι, σκοπός τους είναι να διασφαλίσουν, προς το συμφέρον των υποψηφίων, μια κάποια ομοιογένεια των εκτιμήσεων της εξεταστικής επιτροπής, ιδίως στην περίπτωση που ο αριθμός των υποψηφίων είναι υψηλός. Επομένως, τα κριτήρια αυτά καλύπτονται από το απόρρητο των διασκέψεων, ακριβώς όπως και οι εκτιμήσεις της εξεταστικής επιτροπής.
Οι συγκριτικής φύσεως εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή αντανακλώνται στους βαθμούς που η εξεταστική επιτροπή δίνει στους υποψηφίους. Οι βαθμοί αυτοί αποτελούν την έκφραση των αξιολογικών κρίσεων που διατυπώνονται για έκαστον από αυτούς. Λαμβανομένου υπόψη του απορρήτου που πρέπει να περιβάλλει τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, η γνωστοποίηση των βαθμών που λαμβάνουν οι υποψήφιοι στις διάφορες δοκιμασίες συνιστά επαρκή αιτιολογία των αποφάσεων της εξεταστικής επιτροπής. Μια τέτοια αιτιολογία δεν θίγει τα δικαιώματα των υποψηφίων. Τους επιτρέπει να πληροφορηθούν την εκτίμηση της αξίας των επιδόσεών τους και τους παρέχει τη δυνατότητα να εξακριβώσουν, ενδεχομένως, ότι πράγματι δεν έλαβαν τον βαθμό που απαιτείτο από την προκήρυξη του διαγωνισμού προκειμένου να τους επιτραπεί η συμμετοχή σε ορισμένες δοκιμασίες ή στο σύνολο των δοκιμασιών.
(βλ. σκέψεις 26 έως 33)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 26 Νοεμβρίου 1981, 195/80, Michel κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψη 22· ΔΕΚ, 4 Ιουλίου 1996, C-254/95 P, Κοινοβούλιο κατά Innamorati, Συλλογή 1996, σ. Ι-3423, σκέψεις 23 έως 25 και 28 έως 32· ΠΕΚ, 25 Ιουνίου 2003, Τ-72/01, Pyres κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 63, 65 και 66
2. Ενόψει της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού ως προς την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών ενός διαγωνισμού, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να υποχρεούται, κατά την αιτιολόγηση της αποτυχίας ενός υποψηφίου σε μια δοκιμασία, να διευκρινίζει ποιες απαντήσεις του υποψηφίου κρίθηκαν ανεπαρκείς ή να εξηγεί γιατί οι απαντήσεις αυτές κρίθηκαν ανεπαρκείς. Μια τόσο λεπτομερής αιτιολογία δεν είναι αναγκαία.
(βλ. σκέψη 34)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 14 Ιουλίου 1995, Τ-291/94, Pimley-Smith κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. Ι-Α-209 και ΙΙ-637, σκέψεις 63 και 64· ΠΕΚ, 27 Μαρτίου 2003, Τ-33/00, Martínez Páramo κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 52
3. Οι εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η εξεταστική επιτροπή κατά την αξιολόγηση των γνώσεων και των ικανοτήτων των υποψηφίων είναι συγκριτικής φύσεως. Οι εκτιμήσεις αυτές, καθώς και οι αποφάσεις με τις οποίες η εξεταστική επιτροπή διαπιστώνει την αποτυχία ενός υποψηφίου σε μια δοκιμασία, αποτελούν την έκφραση αξιολογικής κρίσεως ως προς την επίδοση του υποψηφίου κατά τη δοκιμασία, εμπίπτουν στην ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η εξεταστική επιτροπή και δεν μπορούν να ελεγχθούν από τον κοινοτικό δικαστή παρά μόνο σε περίπτωση παραβάσεως των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της.
(βλ. σκέψη 43)
Παραπομπή: Pimley-Smith κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 63· ΠΕΚ, 17 Σεπτεμβρίου 2003, Τ-233/02, Αλεξανδράτος και Παναγιώτου κατά Συμβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 50, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία
4. Η εξεταστική επιτροπή έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τις λεπτομέρειες διεξαγωγής και το αναλυτικό περιεχόμενο των εξετάσεων που προβλέπονται στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού. Ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί να ελέγξει τις λεπτομέρειες διεξαγωγής μιας εξέτασης παρά μόνο κατά το μέτρο που επιβάλλεται για να διασφαλιστούν η ίση μεταχείριση των υποψηφίων και η αντικειμενικότητα της μεταξύ τους επιλογής. Δεν μπορεί εξάλλου ο κοινοτικός δικαστής να ελέγξει το αναλυτικό περιεχόμενο μιας εξέτασης, εκτός αν αυτό εκφεύγει από το πλαίσιο που καθορίζει η προκήρυξη του διαγωνισμού ή δεν έχει καμιά σχέση με τους σκοπούς της εξέτασης ή του διαγωνισμού.
Το ίδιο ισχύει και για τις επιλεγείσες από την εξεταστική επιτροπή μεθόδους διορθώσεως. Κατά συνέπεια, αυτές δεν μπορούν να ελεγχθούν παρά μόνο κατά το μέτρο που επιβάλλεται για να διασφαλιστούν η ίση μεταχείριση των υποψηφίων και η αντικειμενικότητα της μεταξύ τους επιλογής.
(βλ. σκέψεις 48 και 60)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 24 Μαρτίου 1988, 228/86, Goossens κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1819, σκέψη 14· ΠΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 2002, Τ-193/00, Felix κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. Ι-Α-23 και ΙΙ-101, σκέψη 35· ΠΕΚ, 30 Σεπτεμβρίου 2003, Τ-214/02, Martínez Valls κατά Κοινοβουλίου, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 35, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία
Full & Egal Universal Law Academy