ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 21ης Οκτωβρίου 2004
Υπόθεση T-49/03
Gunda Schumann
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Γενικός διαγωνισμός – Δοκιμασίες προεπιλογής – Ακύρωση μιας από τις ερωτήσεις πολλαπλών απαντήσεων – Αρχή της αναλογικότητας – Παραβίαση της προκηρύξεως του διαγωνισμού»
Πλήρες κείμενο στη γερμανική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του γενικού διαγωνισμού COM/A/11/01 με την οποία η προσφεύγουσα αποκλείστηκε από τις μετά τις δοκιμασίες προεπιλογής εξετάσεις.
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη στο μέτρο που σκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 2002. Η προσφυγή απορρίπτεται ως αβάσιμη στο μέτρο που σκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως της 4ης Ιουνίου 2002. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Απόφαση της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προαιρετικός χαρακτήρας – Υποβολή ενστάσεως – Συνέπειες – Τήρηση των διαδικαστικών κανόνων αναγκαστικού χαρακτήρα που συνδέονται με την προηγουμένη διοικητική ένσταση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Σύμπτωση αντικειμένου και αιτίας – Ισχυρισμοί και επιχειρήματα που δεν περιλαμβάνονται στην ένσταση, αλλά συνδέονται στενά μ’ αυτή – Παραδεκτό
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων – Παρατυπίες ή σφάλματα που σημειώθηκαν κατά τη διεξαγωγή γενικού διαγωνισμού – Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής για την εξάλειψη των παρατυπιών ή σφαλμάτων χωρίς διεξαγωγή νέων εξετάσεων
4. Υπάλληλοι – Διαγωνισμός – Διαγωνισμός βάσει τίτλων και εξετάσεων – Εξουσία εκτιμήσεως της εξεταστικής επιτροπής – Όρια – Προκήρυξη διαγωνισμού
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα III, άρθρο 1 § 1)
1. Το μέσο ένδικης προστασίας που διαθέτουν οι ενδιαφερόμενοι έναντι αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής διαγωνισμού συνίσταται κανονικά στην απευθείας άσκηση προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή. Η υποβολή προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως, ανεξαρτήτως της νομικής της σημασίας, παρατείνει μεν την προθεσμία ασκήσεως της ένδικης προσφυγής, δεν απαλλάσσει ωστόσο τους ενδιαφερομένους από την υποχρέωση τηρήσεως του συνόλου των διαδικαστικών κανόνων αναγκαστικού χαρακτήρα που συνδέονται με το επιλεγέν βοήθημα της προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως.
(βλ. σκέψη 25)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 7 Μαΐου 1986, 52/85, Rihoux κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 1555, σκέψεις 9 επ.
2. Η αρχή της υποχρεωτικής συμπτώσεως μεταξύ διοικητικής ενστάσεως και προσφυγής, η οποία ισχύει για όλους τους προσφεύγοντες, είτε είναι κοινοτικοί υπάλληλοι είτε επιδιώκουν να γίνουν, επιβάλλει να έχουν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, για να είναι παραδεκτοί, ήδη προβληθεί κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, ούτως ώστε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να είναι σε θέση να γνωρίζει με επαρκή ακρίβεια τις αιτιάσεις που διατυπώνει ο ενδιαφερόμενος κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, για να μπορέσει να λύσει τη διαφορά με φιλικό διακανονισμό. Ωστόσο, μολονότι τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δεν μπορούν να περιλαμβάνουν παρά μόνο τις ίδιες ακριβώς και στηριζόμενες στην ίδια αιτία αιτιάσεις με εκείνες που περιέχονταν στην ένσταση, οι αιτιάσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του κοινοτικού δικαστή με την προβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονταν κατ’ ανάγκη στην ένσταση, αλλά συνδέονται στενά με αυτή.
Πράγματι, εφόσον η διαδικασία που προηγείται της δίκης έχει άτυπο χαρακτήρα και οι ενδιαφερόμενοι ενεργούν γενικά, στο στάδιο αυτό, χωρίς την επικουρία δικηγόρου, η διοίκηση δεν πρέπει να ερμηνεύει τις ενστάσεις κατά τρόπο συσταλτικό, αλλά πρέπει, αντιθέτως, να τις ερευνά με ευρύ πνεύμα.
(βλ. σκέψεις 37 έως 39)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 14 Μαρτίου 1989, 133/88, Del Amo Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 689, σκέψη 11· ΠΕΚ, 6 Ιουνίου 1996, T-262/94, Baiwir κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I-A-257 και II-739, σκέψη 41· ΠΕΚ, 14 Οκτωβρίου 2003, T-174/02, Wieme κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-241 και II-1165, σκέψη 18, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία
3. Στην εξεταστική επιτροπή διαγωνισμού πρέπει να αναγνωρίζεται ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όταν αυτή καλείται να αντιμετωπίσει παρατυπίες ή σφάλματα που σημειώθηκαν κατά τη διεξαγωγή ενός γενικού διαγωνισμού με αθρόα συμμετοχή υποψηφίων και που δεν μπορούν, κατ’ εφαρμογήν των αρχών της αναλογικότητας και της χρηστής διοικήσεως, να αποκατασταθούν με την επανάληψη των εξετάσεων του διαγωνισμού. Έτσι, η εξεταστική επιτροπή κάνει κανονική χρήση των εξουσιών του και προσφεύγει σε μέτρο το οποίο ανταποκρίνεται στις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας όταν, εντοπίζοντας ένα σφάλμα σε μία από τις 40 ερωτήσεις μιας δοκιμασίας προεπιλογής, ακυρώνει την ερώτηση αυτή και κατανέμει τις μονάδες που αντιπροσωπεύει η δοκιμασία αυτή μεταξύ των ερωτήσεων που απομένουν.
(βλ. σκέψεις 53 έως 55)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 17 Ιανουαρίου 2001, T-189/99, Γεροχρήστος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-11 και II-53, σκέψη 25· ΠΕΚ, 2 Μαΐου 2001, T-167/99 και T-174/99, Giulietti κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-93 και II-441, σκέψη 58
4. Η εξεταστική επιτροπή διαθέτει μεν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προς καθορισμό των όρων ενός διαγωνισμού, δεσμεύεται, ωστόσο, από το κείμενο της προκηρύξεως του διαγωνισμού όπως αυτή έχει δημοσιευθεί. Οι όροι της προκηρύξεως του διαγωνισμού συνιστούν τόσο το πλαίσιο νομιμότητας όσο και το πλαίσιο εκτιμήσεως για την εξεταστική επιτροπή.
(βλ. σκέψη 63)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 18 Φεβρουαρίου 1982, 67/81, Ruske κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 661, σκέψη 9· ΠΕΚ, 16 Απριλίου 1997, T-80/96, Fernandes Leite Mateus κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I-A-87 και II-259, σκέψη 27· ΠΕΚ, 5 Μαρτίου 2003, T-24/01, Staelen κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I-A-79 και II-423, σκέψη 47
Full & Egal Universal Law Academy