ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (μονομελούς)
της 25ης Μαΐου 2004
Υπόθεση T-69/03
W
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
«Υπάλληλοι ─ Αποζημίωση επανεγκαταστάσεως ─ Έννοια της κατοικίας ─ Αποδείξεις»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή με κύριο αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της από 3 Ιουνίου 2002 αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου περί αρνήσεως χορηγήσεως στον προσφεύγοντα αποζημιώσεως επανεγκαταστάσεως.
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι –Προσφυγή – Αντικείμενο – Διαταγή προς τη διοίκηση – Απαράδεκτο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως βάσει των πραγματικών και νομικών στοιχείων που υπήρχαν κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
3. Υπάλληλοι – Απόδοση εξόδων – Αποζημίωση επανεγκαταστάσεως – Όροι χορηγήσεως – Πραγματική μεταφορά της συνήθους διαμονής – Έννοια της συνήθους διαμονής – Ο υπάλληλος φέρει το βάρος αποδείξεως της επαναγκατασταστάσεως – Προθεσμία τριών ετών που προβλέπεται για τη μεταφορά, αλλά όχι και για την απόδειξη αυτής
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, παράρτημα VII, άρθρο 6)
1. Το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να απευθύνει διαταγές στα κοινοτικά θεσμικά όργανα ή να τα υποκαθιστά. Επομένως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο το αίτημα πρώην υπαλλήλου με το οποίο επιδιώκεται να διαταχθεί θεσμικό όργανο να του χορηγήσει αποζημίωση επανεγκαταστάσεως.
(βλ. σκέψεις 20 και 22)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 8 Ιουλίου 1999, C-5/93 P, DSM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4695, σκέψη 36· ΠΕΚ, 24 Φεβρουαρίου 2000, T-145/98, ADT Projekt κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-387, σκέψη 83
2. Η νομιμότητα ατομικής πράξεως που προσβάλλεται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή εκτιμάται βάσει των πραγματικών και νομικών στοιχείων που υπήρχαν κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της. Ειδικότερα, αν το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει τη νομιμότητα αυτή υπό το πρίσμα πραγματικών στοιχείων που δεν υπήρχαν κατά την ημερομηνία αυτή, θα υποκαθιστούσε το θεσμικό όργανο που εξέδωσε τη συγκεκριμένη πράξη. Το Πρωτοδικείο όμως δεν μπορεί να υποκαθιστά τα θεσμικά όργανα.
(βλ. σκέψη 28)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 17 Μαΐου 2001, C-449/98 P, IECC κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-3875, σκέψη 87· ΠΕΚ, 11 Ιουλίου 1991, T-19/90, Von Hoessle κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1991, σ. II-615, σκέψη 30
3. Ναι μεν το άρθρο 6 του παραρτήματος VII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ) εξαρτά τη χορήγηση της αποζημιώσεως επαναγκαταστάσεως μόνον από τη μεταφορά της κατοικίας του ενδιαφερομένου υπαλλήλου σε τόπο που απέχει τουλάχιστον 70 χιλιόμετρα από τον τόπο υπηρεσίας του, ωστόσο η μεταφορά της κατοικίας στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή σημαίνει πραγματική μεταφορά της συνήθους διαμονής του υπαλλήλου στον νέο τόπο που δηλώνεται ως τόπος επανεγκαταστάσεώς του.
Η έννοια της συνήθους διαμονής πρέπει να ερμηνεύεται ως ο τόπος στον οποίο ο ενδιαφερόμενος έχει εγκαταστήσει το μόνιμο ή σύνηθες κέντρο των συμφερόντων του, με τη βούληση να προσδώσει σ’ αυτό σταθερό χαρακτήρα. Περαιτέρω, η έννοια της κατοικίας, παρότι δεν στηρίζεται στο καθαρά ποσοτικό δεδομένο του χρόνου παραμονής του υπαλλήλου στο έδαφος της μιας ή της άλλης χώρας, εμπεριέχει εντούτοις, εκτός από το πραγματικό γεγονός της παραμονής σε ορισμένο τόπο, την πρόθεση να προσδοθεί στο γεγονός αυτό συνέχεια που προκύπτει από μια βιοτική συνήθεια και την εξέλιξη των κανονικών κοινωνικών σχέσεων, κατά τρόπον ώστε η μίσθωση ενός διαμερίσματος να μην αρκεί για την απόδειξη της μεταφοράς της συνήθους διαμονής.
Στον υπάλληλο εναπόκειται να αποδείξει, με κάθε νόμιμο μέσο, ότι άλλαξε πράγματι τόπο κατοικίας εντός τριών ετών από την οριστική λήξη των καθηκόντων του, με τη διευκρίνιση ότι τα στοιχεία που αποδεικνύουν την πραγματοποίηση της επανεγκαταστάσεως εντός της εν λόγω προθεσμίας επιτρέπεται να προσκομισθούν και μετά τη λήξη της. Εντούτοις, από τα στοιχεία αυτά πρέπει να προκύπτει ότι ο υπάλληλος άλλαξε πράγματι τόπο κατοικίας εντός τριών ετών από την οριστική λήξη των καθηκόντων του.
(βλ. σκέψεις 41 έως 43 και 48)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 28 Σεπτεμβρίου 1993, T-57/92 και T-75/92, Yorck von Wartenburg κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II-925, σκέψεις 65 και 66· ΠΕΚ, 24 Απριλίου 2001, T-37/99, Miranda κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-87 και II-413, σκέψεις 30, 31 και 32
Full & Egal Universal Law Academy