ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 28ης Οκτωβρίου 2004
Υπόθεση T-76/03
Herbert Meister
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς
(εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Υπάλληλοι – Τοποθέτηση προϊσταμένου σε νέα θέση εργασίας – Συμφέρον της υπηρεσίας – Ισοτιμία των θέσεων εργασίας – Ελευθερία εκφράσεως – Καθήκον αρωγής – Αιτιολογία – Δικαίωμα ακροάσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο, αφενός, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως PERS-AFFECT-02-30 του ΓΕΕΑ, της 22ας Απριλίου 2002, περί διορισμού του προσφεύγοντος-ενάγοντος προς το συμφέρον της υπηρεσίας, με τη θέση εργασίας του, ως νομικού συμβούλου στην υπεύθυνη για τις νομικές υποθέσεις αντιπροεδρία, και, αφετέρου, αίτημα αποζημιώσεως.
Απόφαση: Υποχρεώνει το ΓΕΕΑ να καταβάλει στον προσφεύγοντα-ενάγοντα 5 000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω υπηρεσιακού πταίσματος. Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά. Το ΓΕΕΑ φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα και το ένα πέμπτο των εξόδων του προσφεύγοντος-ενάγοντος. Ο προσφεύγων-ενάγων φέρει τα τέσσερα πέμπτα των δικών του δικαστικών εξόδων.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή-αγωγή – Αντικείμενο – Διαταγή απευθυνόμενη στη διοίκηση – Απαράδεκτο
(Άρθρο 233 ΕΚ· Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
2. Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Τοποθέτηση του προσωπικού – Εξουσία εκτιμήσεως της διοικήσεως – Όρια – Συμφέρον της υπηρεσίας – Τήρηση της αρχής περί ισοτιμίας των θέσεων – Δικαστικός έλεγχος – Όρια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)
3. Υπάλληλοι – Τοποθέτηση – Αναδιοργάνωση των υπηρεσιών – Τήρηση της αρχής περί ισοτιμίας των θέσεων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)
4. Υπάλληλοι – Μέτρο εσωτερικής οργανώσεως το οποίο λαμβάνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και δεν θίγει την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου ούτε παραβιάζει την αρχή της αντιστοιχίας μεταξύ βαθμού και θέσεως – Υποχρέωση της διοικήσεως περί προηγούμενης ακροάσεως του υπαλλήλου και αιτιολογήσεως της αποφάσεώς της – Δεν υφίσταται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 25)
5. Υπάλληλοι – Δικαιώματα και υποχρεώσεις – Ελευθερία εκφράσεως – Άσκηση – Όρια – Προστασία των θεμιτών συμφερόντων των κοινοτικών οργάνων – Δικαστικός έλεγχος
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)
6. Υπάλληλοι – Καθήκον αρωγής της διοικήσεως – Περιεχόμενο – Όρια
7. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη της διοικήσεως – Υπηρεσιακό πταίσμα – Κοινοποίηση από κοινοτικό όργανο, στο σύνολο του προσωπικού, απολύτως σύννομης και μη πειθαρχικής αποφάσεως περί τοποθετήσεως ενός υπαλλήλου σε νέα θέση εργασίας – Κοινοποίηση δυνάμενη να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ελήφθη μέτρο πειθαρχικού χαρακτήρα – Σπίλωση της φήμης του οικείου υπαλλήλου – Ηθική βλάβη
1. Στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 91 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ), το Πρωτοδικείο δεν έχει αρμοδιότητα να προβαίνει σε δηλώσεις αρχής ή να απευθύνει διαταγές στα κοινοτικά όργανα. Σε περίπτωση ακυρώσεως πράξεως, το οικείο όργανο οφείλει, δυνάμει του άρθρου 233 ΕΚ, να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως.
(βλ. σκέψη 38)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 25 Μαρτίου 2003, T‑243/02, J κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑99 και II‑523, σκέψη 4· ΠΕΚ, 2 Μαρτίου 2004, T‑14/03, Di Marzio κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 63
2. Τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την οργάνωση των υπηρεσιών τους, με γνώμονα την αποστολή που τους έχει ανατεθεί, καθώς και κατά την τοποθέτηση του προσωπικού που έχουν στη διάθεσή τους, υπό τον όρο, πάντως, αφενός, ότι η εν λόγω τοποθέτηση γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και, αφετέρου, ότι τηρείται η ισοτιμία των θέσεων.
Λαμβανομένης υπόψη της εκτάσεως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα κατά την αξιολόγηση του συμφέροντος της υπηρεσίας, ο έλεγχος από το Πρωτοδικείο της σχετικής με το συμφέρον της υπηρεσίας προϋποθέσεως πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα αν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κινήθηκε εντός ευλόγων ορίων και αν δεν άσκησε την εξουσία εκτιμήσεως κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο.
Ένα κοινοτικό όργανο δύναται, κατ’ εφαρμογή της ευρείας εξουσίας που διαθέτει για την οργάνωση των υπηρεσιών του, να θεωρήσει ότι το συμφέρον της υπηρεσίας δικαιολογεί ένα μέτρο τοποθετήσεως υπαλλήλου σε νέα θέση εργασίας, το οποίο λαμβάνεται στο λειτουργικό πλαίσιο της αναδιοργανώσεως των διοικητικών δομών του εν λόγω κοινοτικού οργάνου. Όταν ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος αντιτίθεται στην αναδιοργάνωση αυτή και δημιουργεί για τον λόγο αυτό σοβαρή και μη αναστρέψιμη ένταση στις σχέσεις με τη διεύθυνσή του, το συμφέρον της υπηρεσίας δικαιολογεί, κατά μείζονα λόγο, ένα τέτοιο μέτρο τοποθετήσεως του υπαλλήλου αυτού σε νέα θέση εργασίας.
(βλ. σκέψεις 61, 64, 75 και 104)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 23 Μαρτίου 1988, 19/87, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1681, σκέψη 6· ΔΕΚ, 7 Μαρτίου 1990, C‑166/88 και C‑149/88, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑599, σκέψη 11· ΠΕΚ, 22 Ιανουαρίου 1998, T‑98/96, Costacurta κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑21 και II‑49, σκέψη 36· ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 2000, T‑223/99, Dejaiffe κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑277 και II‑1267, σκέψη 53· ΠΕΚ, 16 Απριλίου 2002, T‑51/01, Fronia κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑43 και II‑187, σκέψη 55· ΠΕΚ, 26 Νοεμβρίου 2002, T‑103/01, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑229 και II‑1137, σκέψη 30
3. Σε περίπτωση τροποποιήσεως των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σε υπάλληλο, ο κανόνας της αντιστοιχίας βαθμού και θέσεως δεν συνεπάγεται τη σύγκριση μεταξύ των παρόντων και των προηγουμένων καθηκόντων του υπαλλήλου, αλλά μεταξύ των παρόντων καθηκόντων του και του βαθμού του στην ιεραρχία. Επομένως, είναι απολύτως νόμιμη η απόφαση που επιβάλλει νέα καθήκοντα τα οποία, καίτοι διαφέρουν από τα προηγουμένως ασκηθέντα και θεωρούνται από τον ενδιαφερόμενο ως περιοριστικά των αρμοδιοτήτων του, συνάδουν εντούτοις προς τη θέση που αντιστοιχεί στον βαθμό του. Κατά συνέπεια, ο πραγματικός περιορισμός των αρμοδιοτήτων του υπαλλήλου παραβιάζει την αρχή της αντιστοιχίας βαθμού και θέσεως μόνον αν οι εν λόγω αρμοδιότητες είναι, στο σύνολό τους, προδήλως λιγότερες από τις αντιστοιχούσες στον βαθμό και στη θέση του υπαλλήλου, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως, της σημασίας και της εκτάσεώς τους.
(βλ. σκέψη 113)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 10 Ιουλίου 1992, Eppe κατά Επιτροπής, T‑59/91 και T‑79/91,Rec. p. II‑2061, σκέψεις 49 και 51· ΠΕΚ, 28 Μαΐου 1998, T‑78/96 και T‑170/96, W κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑239 και II‑745, σκέψη 104 και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία· προαναφερθείσα απόφαση Fronia κατά Επιτροπής, σκέψη 50
4. Εφόσον ένα απλό μέτρο εσωτερικής οργανώσεως, το οποίο λαμβάνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας, δεν θίγει την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου ούτε παραβιάζει την αρχή της αντιστοιχίας μεταξύ βαθμού και θέσεως, η διοίκηση δεν υποχρεούται ούτε να ακούσει προηγουμένως τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο ούτε να αιτιολογήσει την απόφασή της.
(βλ. σκέψεις 132 και 178)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 17 Μαΐου 1984, 338/82, Albertini κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2123, σκέψη 46· ΔΕΚ, 23 Μαρτίου 1988, προαναφερθείσα απόφαση Hecq κατά Επιτροπής, σκέψη 14· προαναφερθείσα απόφαση Cwik κατά Επιτροπής, σκέψη 62
5. Στο πλαίσιο της ασκήσεως της ελευθερίας εκφράσεως κατά το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, ο μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει κάθε δικαίωμα να ασκεί κριτική στην αναδιάρθρωση την οποία σχεδιάζει η διεύθυνση του κοινοτικού οργάνου, πλην όμως η άσκηση του δικαιώματος αυτού υπόκειται σε περιορισμούς. Συναφώς, το άρθρο 10, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι, καθόσον η άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες, δύναται να υπαχθεί σε ορισμένες προϋποθέσεις ή περιορισμούς. Συγκεκριμένοι περιορισμοί κατά την άσκηση της ελευθερίας εκφράσεως μπορούν, κατ’ αρχήν, να δικαιολογούνται από τον θεμιτό σκοπό της προστασίας των δικαιωμάτων των θεσμικών οργάνων που είναι επιφορτισμένα με αποστολές γενικού συμφέροντος, στην ορθή εκπλήρωση των οποίων πρέπει να μπορούν να υπολογίζουν οι πολίτες.
Ασκώντας τον έλεγχό του, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να ελέγχει, ενόψει του συνόλου των περιστάσεων της εκάστοτε υποβαλλόμενης ενώπιόν του διαφοράς, αν τηρήθηκε η αρμόζουσα ισορροπία μεταξύ του θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου στην ελευθερία εκφράσεως και του θεμιτού συμφέροντος του θεσμικού οργάνου να επαγρυπνεί ώστε οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό του να ενεργούν τηρώντας τα καθήκοντα και τις ευθύνες που συνδέονται με την αποστολή τους.
Όσον αφορά τη στάθμιση μεταξύ του δικαιώματος ελεύθερης εκφράσεως των υπαλλήλων και του δικαιώματος των κοινοτικών οργάνων να τοποθετούν, δυνάμει του άρθρου 7 του ΚΥΚ, το διαθέσιμο προσωπικό σε συγκεκριμένες θέσεις με σκοπό την οργάνωση των υπηρεσιών αναλόγως προς τις ανάγκες τους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το συμφέρον της υπηρεσίας και η ισοτιμία των θέσεων αποτελούν προδήλως προϋποθέσεις ικανές να διασφαλίσουν την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων αυτών. Πράγματι, οι προϋποθέσεις αυτές εξασφαλίζουν στο οικείο κοινοτικό όργανο την αναγκαία εξουσία εκτιμήσεως κατά την οργάνωση των υπηρεσιών του, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να αναθέτει στους υπαλλήλους άλλα καθήκοντα από τα αρχικώς ασκηθέντα, με την ταυτόχρονη εγγύηση, αφενός, ότι η τοποθέτηση αυτή σε νέα θέση δεν στηρίζεται σε αυθαίρετους και ξένους προς το συμφέρον της υπηρεσίας λόγους και, αφετέρου, ότι δεν θίγει την υπηρεσιακή τους κατάσταση. Κατά συνέπεια, η απόφαση περί τοποθετήσεως σε νέα θέση, εφόσον δεν προσκρούει στο συμφέρον της υπηρεσίας και στην ισοτιμία των θέσεων, δεν προσβάλλει το δικαίωμα ελεύθερης εκφράσεως του ενδιαφερομένου.
(βλ. σκέψεις 157 έως 162)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 6 Μαρτίου 2001, C‑274/99 P, Connolly κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑1611, σκέψεις 43 έως 48
6. Το καθήκον αρωγής που υπέχει η διοίκηση αντανακλά την εξισορρόπηση των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιούργησε ο ΚΥΚ στις σχέσεις μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων της. Μολονότι, σύμφωνα με την αρχή αυτή, η αρμόδια αρχή υποχρεούται κατά την αξιολόγηση του συμφέροντος της υπηρεσίας να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που μπορούν να καθορίσουν την απόφασή της, ιδίως δε το συμφέρον του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, εντούτοις η συνεκτίμηση του ιδιωτικού συμφέροντος του υπαλλήλου δεν μπορεί να φθάνει έως του σημείου να απαγορεύεται στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να τοποθετεί υπάλληλο σε νέα θέση ενάντια στη θέλησή του.
(βλ. σκέψη 192)
Παραπομπή: προαναφερθείσα απόφαση Costacurta κατά Επιτροπής, σκέψη 78· προαναφερθείσα απόφαση Cwik κατά Επιτροπής, σκέψη 52
7. Η κοινοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στο σύνολο του προσωπικού ενός κοινοτικού οργάνου, του περιεχομένου ατομικής αποφάσεως περί τοποθετήσεως ενός υπαλλήλου σε νέα θέση εργασίας, η οποία δεν βαρύνεται με πταίσμα ικανό να θίξει τη νομιμότητά της και η οποία δεν συνιστά, αυτή καθαυτή, πειθαρχική κύρωση, δεδομένου ότι είναι σύμφωνη προς το συμφέρον της υπηρεσίας και σέβεται την ισοτιμία των θέσεων, δεν παύει να αποτελεί υπηρεσιακό πταίσμα που γεννά αξίωση αποζημιώσεως, διότι ο συντάκτης της δημιούργησε, με τη χρήση της φράσεως «απαλλάσσεται των καθηκόντων του» και τις πρόδηλες πειθαρχικές συνυποδηλώσεις της, την εσφαλμένη εντύπωση ότι η εν λόγω απόφαση είχε τον χαρακτήρα κυρώσεως αυτού του είδους, καθόσον το προσωπικό ή τουλάχιστον ένα τμήμα αυτού παρασύρθηκε ευλόγως στο συμπέρασμα ότι στον αποδέκτη της αποφάσεως επιβλήθηκε ως δικαιολογημένη κύρωση η μετάθεσή του σε άλλη υπηρεσία. Το πταίσμα αυτό προξένησε ηθική βλάβη στον ενδιαφερόμενο, του οποίου οι επαγγελματικές ικανότητες έχαιραν της εκτιμήσεως τόσο των ιεραρχικώς ανωτέρων του όσο και των συναδέλφων του, δεδομένου ότι τον υποχρέωσε να δικαιολογείται συνεχώς έναντι των συναδέλφων του ως προς το μέτρο που τον αφορούσε.
(βλ. σκέψεις 202 έως 210)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 6 Μαρτίου 2001, T‑100/00, Campoli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A 71 και II‑347, σκέψη 76· ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 2002, T‑338/00 και T‑376/00, Morello κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑301 και II‑1457, σκέψη 150
Full & Egal Universal Law Academy