ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 11ης Ιουλίου 2007
Υπόθεση T-93/03
Σπύρος Κονιδάρης
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Θέση διευθυντή βαθμού A 2 – Απόρριψη της υποψηφιότητας – Προσφυγή ακυρώσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Σύννομο της συγκριτικής εξετάσεως των υποψηφιοτήτων – Εκτίμηση των προσόντων του επιλεγέντος υποψηφίου»
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής περί απορρίψεως της υποψηφιότητας του προσφεύγοντος για τη θέση του διευθυντή στη Γενική Διεύθυνση «Κοινωνία των πληροφοριών».
Απόφαση: Η προσφυγή απορρίπτεται. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της καθώς και τα έξοδα του προσφεύγοντος.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Βλαπτική απόφαση – Απόρριψη υποψηφιότητας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως το αργότερο κατά το στάδιο της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 25, εδ. 2 και 90 § 2)
2. Υπάλληλοι – Ανακοίνωση κενής θέσεως – Καθορισμός των κατ’ ελάχιστο όριο απαιτουμένων προσόντων για τη θέση του διευθυντή
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 29)
3. Υπάλληλοι – Κενή θέση – Πλήρωση διά προαγωγής – Συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 29 § 1 και 45)
4. Υπάλληλοι – Κενή θέση – Συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5 § 3 και 29)
5. Υπάλληλοι – Κενή θέση – Συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 4 και 29)
1. Μολονότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται να αιτιολογεί τις αποφάσεις περί προαγωγής έναντι των μη προαχθέντων υποψηφίων, υποχρεούται, αντιθέτως, να αιτιολογεί την απόφασή της, με την οποία απέρριψε διοικητική ένσταση υποβληθείσα από μη προαχθέντα υποψήφιο δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), καθόσον η αιτιολογία της αποφάσεως αυτής θεωρείται ότι συμπίπτει με την αιτιολογία κατά της οποίας στρεφόταν η διοικητική ένσταση. Συναφώς, αρκεί η αιτιολογία της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητα ενός υπαλλήλου για την πλήρωση θέσεως διά προαγωγής να αφορά τη συνδρομή των νομικών προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται κατά τον ΚΥΚ το σύννομο της διαδικασίας.
Μολονότι η παντελής έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την απόρριψη της υποψηφιότητας υποψηφίου υπαλλήλου για την πλήρωση θέσεως διά προαγωγής δεν μπορεί να καλυφθεί με εξηγήσεις της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής δοθείσες μετά την άσκηση ένδικης προσφυγής, αντιθέτως η απλώς ανεπαρκής αιτιολογία η δοθείσα κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία δεν μπορεί να δικαιολογήσει την ακύρωση της ληφθείσας αποφάσεως, εάν η διοίκηση παράσχει συμπληρωματικές διευκρινίσεις κατά τη διάρκεια της δίκης. Επομένως, μια αρχικώς ανεπαρκής αιτιολογία μπορεί να θεραπευθεί με την παροχή συμπληρωματικών διευκρινίσεων, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δίκης, εφόσον, πριν την άσκηση της προσφυγής του, ο ενδιαφερόμενος διέθετε ήδη τα πρώτα στοιχεία μιας αιτιολογίας.
(βλ. σκέψεις 51, 53, 54 και 58)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 30 Οκτωβρίου 1974, 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1974, σ. 445, σκέψη 14· ΔΕΚ, 9 Δεκεμβρίου 1993, C‑115/92 P, Κοινοβούλιο κατά Volger, Συλλογή 1993, σ. I‑6549, σκέψη 22· ΔΕΚ, 19 Νοεμβρίου 1998, C‑316/97 P, Κοινοβούλιο κατά Gaspari, Συλλογή 1998, σ. I‑7597, σκέψη 29· ΠΕΚ, 12 Φεβρουαρίου 1992, T‑52/90, Volger κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II‑121, σκέψη 40, επιβεβαιωθείσα με την απόφαση Κοινοβούλιο κατά Volger, προπαρατεθείσα, σκέψεις 22 έως 24· ΠΕΚ, 18 Μαρτίου 1997, T‑178/95 και T‑179/95, Picciolo και Caló κατά Επιτροπής των Περιφερειών, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑51 και II‑155, σκέψη 34· ΠΕΚ, 26 Ιανουαρίου 2000, T‑86/98, Γκουλούσης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑5 και II‑23, σκέψεις 73 έως 77· ΠΕΚ, 20 Φεβρουαρίου 2002, T‑117/01, Roman Parra κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑27 και II‑121, σκέψεις 26 και 30· ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 2002, T‑135/00, Morello κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑265 και II‑1313, σκέψεις 34 και 37· ΠΕΚ, 15 Σεπτεμβρίου 2005, T‑132/03, Casini κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑253 και II‑1169, σκέψη 36
2. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως των ικανοτήτων που απαιτούνται για την πλήρωση κενών θέσεων και μόνον μια πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των κατ’ ελάχιστο όριο απαιτουμένων προϋποθέσεων για την πλήρωση της συγκεκριμένης θέσεως μπορεί να καταστήσει παράνομη την ανακοίνωση της κενής θέσεως.
Όσον αφορά τη θέση του διευθυντή, το κοινοτικό όργανο μπορεί, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, να κρίνει ότι η εμπειρία ή οι ειδικές γνώσεις στον τομέα της σχετικής διευθύνσεως μπορεί να είναι ήσσονος σημασίας σε σύγκριση με την κατοχή γενικών διευθυντικών, αναλυτικών και κριτικών δεξιοτήτων υψηλού επιπέδου, καθόσον η εμπειρία και οι τεχνικές γνώσεις μπορούν πάντα να αποκτηθούν στο πλαίσιο απασχολήσεως εντός της ιδίας της διευθύνσεως.
(βλ. σκέψεις 72 και 74)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 16 Οκτωβρίου 1990, T‑132/89, Gallone κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. II‑549, σκέψη 27· ΠΕΚ, 3 Μαρτίου 1993, T‑58/91, Booss και Fischer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑147, σκέψη 69· ΠΕΚ, 29 Μαΐου 1997, T‑6/96, Κονταργύρης κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑119 και II‑357, σκέψη 100· Morello κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 69
3. Η έκθεση βαθμολογήσεως συνιστά απαραίτητο στοιχείο εκτιμήσεως κάθε φορά που λαμβάνεται υπόψη από την ιεραρχικώς προϊσταμένη αρχή η σταδιοδρομία ενός υπαλλήλου. Η διαδικασία προαγωγής δεν είναι σύννομη όταν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπόρεσε να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων διότι οι εκθέσεις βαθμολογήσεως ενός ή περισσοτέρων εξ αυτών συντάχθηκαν στην πράξη από τη διοίκηση με σημαντική καθυστέρηση. Εντούτοις, η παρατυπία αυτή μπορεί να έχει ως επακόλουθο την ακύρωση αποφάσεως διορισμού μόνον εάν η έλλειψη της εκθέσεως βαθμολογήσεως μπορεί να ασκήσει σημαντική επιρροή στη διαδικασία.
Συναφώς, υφίστανται διαφορές μεταξύ της διαδικασίας πληρώσεως μιας κενής θέσεως διά μεταθέσεως ή προαγωγής, κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του ΚΥΚ, και της διαδικασίας προαγωγής του άρθρου 45 του ΚΥΚ Ενώ με τη δεύτερη διαδικασία επιδιώκεται η διαμόρφωση της σταδιοδρομίας των υπαλλήλων βάσει των προσπαθειών που κατέβαλαν και των προσόντων που επέδειξαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, δηλαδή σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η ανταμοιβή των υπαλλήλων που απέδειξαν, στο παρελθόν, ότι διαθέτουν συνολικώς ανώτερα προσόντα, σκοπός της διαδικασίας πληρώσεως κενής θέσεως είναι η εύρεση, αποκλειστικά προς το συμφέρον της υπηρεσίας, του πιο ικανού υπαλλήλου για την εκτέλεση των καθηκόντων της προς πλήρωση θέσεως. Επομένως, στο πλαίσιο συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν οφείλει να στηρίξει την εκτίμησή της στις εκθέσεις βαθμολογήσεως, αλλά μπορεί να λάβει υπόψη άλλα στοιχεία σχετικά με τα προσόντα των υποψηφίων, όπως στοιχεία που αφορούν τη διοικητική ή προσωπική κατάστασή τους. Τα στοιχεία αυτά μπορεί να είναι σε θέση να περιορίσουν τη σημασία της εκτιμήσεως βάσει των εκθέσεων βαθμολογήσεως.
(βλ. σκέψεις 88 και 90 έως 92)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 27 Ιανουαρίου 1983, 263/81, List κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 103, σκέψεις 25 και 26· ΔΕΚ, 12 Φεβρουαρίου 1987, 233/85, Bonino κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 739, σκέψη 5· ΠΕΚ, 3 Μαρτίου 1993, T‑25/92, Vela Palacios κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1993, σ. II‑201, σκέψεις 40 και 43· ΠΕΚ, 25 Νοεμβρίου 1993, T‑89/91, T‑21/92 και T‑89/92, X κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1235, σκέψεις 49 και 50· ΠΕΚ, 5 Μαρτίου 1998, T‑221/96, Manzo- Tafaro κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑115 και II‑307, σκέψη 18· ΠΕΚ, 24 Φεβρουαρίου 2000, T‑82/98, Jacobs κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑39 και II‑169, σκέψη 36· ΠΕΚ, 5 Οκτωβρίου 2000, T‑202/99, Rappe κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑201 και II‑911, σκέψη 40· Morello κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 89
4. Στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή για τον καθορισμό των κανόνων συγκριτικής εξετάσεως των υποψηφιοτήτων, εναπόκειται στην αρχή αυτή καθώς και στους διαφόρους αρμοδίους, ιεραρχικώς ανωτέρους, των οποίων ζητείται η γνώμη κατά τη συγκεκριμένη διαδικασία προαγωγής ή μεταθέσεως, να εκτιμούν σε κάθε στάδιο της εξετάσεως των υποψηφιοτήτων, αν συντρέχει λόγος να συγκεντρωθούν, στο στάδιο αυτό, συμπληρωματικές πληροφορίες ή στοιχεία εκτιμήσεως διά της πραγματοποιήσεως συνεντεύξεως με όλους τους υποψηφίους ή μόνο με ορισμένους από αυτούς, προκειμένου να αποφανθούν έχοντας πλήρη γνώση του θέματος. Καμία διάταξη του ΚΥΚ δεν παρέχει σε υποψήφιο, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας προσλήψεως, το δικαίωμα συνεντεύξεως με τον ενδεχόμενο ιεραρχικώς προϊστάμενό του. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να υποχρεωθεί να καλέσει σε συνέντευξη τους υποψηφίους για την πλήρωση θέσεως, εκτός αν, και στο μέτρο που, η υποχρέωση αυτή προκύπτει από το νομικό πλαίσιο που η ίδια έχει καθορίσει.
Εντούτοις, η αναγνωριζόμενη στη διοίκηση διακριτική εξουσία καθορισμού της διαδικασίας ή της μεθόδου συγκριτικής εξετάσεως των υποψηφιοτήτων περιορίζεται από την ανάγκη να διεξάγεται η εξέταση αυτή επιμελώς και αμερολήπτως, προς το συμφέρον της υπηρεσίας και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων, την οποία καθιερώνει, εν γένει, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ΚΥΚ Στην πράξη, η συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων πρέπει να διεξάγεται επί ίσης βάσεως και αφού ληφθούν υπόψη συγκρίσιμες πηγές πληροφορήσεως και πληροφορίες.
(βλ. σκέψεις 107, 108 και 110)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 21 Απριλίου 1983, 282/81, Ragusa κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1245, σκέψη 21· ΠΕΚ, 30 Νοεμβρίου 1993, T‑78/92, Πετράκης κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑1299, σκέψη 15· ΠΕΚ, 30 Νοεμβρίου 1993, T‑76/92, Τσιριμώκος κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑1281, σκέψη 20· ΠΕΚ, 5 Νοεμβρίου 2003, T‑240/01, Cougnon κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑263 και II‑1283, σκέψεις 67 και 70
5. Ως προς την εκτίμηση του συμβατού μιας υποψηφιότητας προς τις προϋποθέσεις που θέτει μια ανακοίνωση κενής θέσεως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, ιδίως όταν η προς πλήρωση θέση είναι βαθμού A 1 ή A 2, διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τη σύγκριση των προσόντων των υποψηφίων μιας τέτοιας θέσεως. Η άσκηση αυτής της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως προϋποθέτει, εντούτοις, ενδελεχή εξέταση των φακέλων υποψηφιότητας και επιμελή εφαρμογή των προϋποθέσεων που θέτει η ανακοίνωση κενής θέσεως, ούτως ώστε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να οφείλει να απορρίπτει κάθε υποψήφιο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Η ανακοίνωση κενής θέσεως αποτελεί, όντως, το νομικό πλαίσιο που η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή θέτει στον εαυτό της και οφείλει να τηρεί με αυστηρότητα.
(βλ. σκέψεις 120 και 121)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 9 Ιουλίου 2002, T‑158/01, Tilgenkamp κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑111 και II‑595, σκέψεις 50 και 51· ΠΕΚ, 11 Νοεμβρίου 2003, T‑248/02, Faita κατά ΟΚΕ, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑281 και II‑1365, σκέψη 70
Full & Egal Universal Law Academy