Υπόθεση T-289/03
British United Provident Association Ltd (BUPA) κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Σύστημα αντισταθμίσεως ασφαλισμένων κινδύνων, το οποίο έχει θεσπίσει η Ιρλανδία στην αγορά της ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας – Σύστημα ενισχύσεων – Υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος – Άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ – Απόφαση της Επιτροπής να μη διατυπώσει αντιρρήσεις – Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Αρχή της αναγκαιότητας και αρχή της αναλογικότητας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προδικαστικά ερωτήματα – Ερμηνεία – Διαχρονικά αποτελέσματα των αποφάσεων περί ερμηνείας
(Άρθρα 86 § 2 ΕΚ, 87 § 1 ΕΚ, 231 ΕΚ και 234 ΕΚ)
2. Ανταγωνισμός – Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Ορισμός των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών
(Άρθρα 5 ΕΚ, 16 ΕΚ, 86 § 2 ΕΚ και 87 § 1 ΕΚ· ανακοίνωση 2001/C 17/04 της Επιτροπής, σημείο 22)
3. Ανταγωνισμός – Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Ορισμός των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Ερμηνεία του κριτηρίου του γενικού συμφέροντος
(Άρθρα 86 §§ 1 και 2 ΕΚ και 87 § 1 ΕΚ· ανακοίνωση 2001/C 17/04 της Επιτροπής, σημεία 14 και 15)
4. Ανταγωνισμός – Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Ορισμός των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Καθολικός και υποχρεωτικός χαρακτήρας
(Άρθρα 86 § 2 ΕΚ και 87 § 1 ΕΚ· ανακοίνωση 2001/C 17/04 της Επιτροπής, σημεία 14 και 15)
5. Ανταγωνισμός – Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Αντιστάθμιση του κόστους παροχής δημόσιας υπηρεσίας – Εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών
(Άρθρα 86 § 2 ΕΚ και 87 § 1 ΕΚ)
6. Ανταγωνισμός – Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Αντιστάθμιση του κόστους παροχής δημόσιας υπηρεσίας
(Άρθρα 86 § 2 ΕΚ και 87 § 1 ΕΚ)
7. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Απόφαση της Επιτροπής εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87 ΕΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ
(Άρθρα 86 § 2 ΕΚ και 87 § 1 ΕΚ)
8. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Εξέτασή τους από την Επιτροπή – Σύστημα ενισχύσεων με σκοπό τη διασφάλιση της παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος
(Άρθρα 86 § 2 ΕΚ και 87 § 1 ΕΚ)
9. Προσφυγή ακυρώσεως – Λόγοι ακυρώσεως – Λόγοι δυνάμενοι να προβληθούν κατά αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με κρατικές ενισχύσεις
(Άρθρα 86 ΕΚ, 87 ΕΚ, 88 ΕΚ, 226 ΕΚ και 230 ΕΚ)
10. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Εξέτασή τους από την Επιτροπή – Προκαταρκτική φάση και κατ’ αμφισβήτηση διαδικασία
(Άρθρα 88 §§ 2 και 3 ΕΚ· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρα 4 § 4 και 13 § 1)
1. Η ερμηνεία που το Δικαστήριο δίδει, με την απάντησή του σε προδικαστικό ερώτημα, σε διάταξη κοινοτικού δικαίου περιορίζεται στο να διαφωτίσει και να διευκρινίσει την έννοια και το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, όπως θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται αφότου τέθηκε σε ισχύ. Επομένως, η κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείσα διάταξη μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια ακόμα και επί εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν προ της εκδόσεως της ερμηνευτικής αποφάσεως και μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας του κάθε ενδιαφερομένου να επικαλεστεί μια διάταξη που αυτό έχει ερμηνεύσει για να θέσει υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν συναφθεί καλόπιστα. Τέτοιος περιορισμός μπορεί, πάντως, να τεθεί μόνο με την απόφαση επί της ζητούμενης ερμηνείας. Τα προεκτεθέντα απορρέουν από νομολογία που αφορά, ειδικότερα, την υποχρέωση εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τα εθνικά δικαστήρια και ισχύουν mutatis mutandis για τα κοινοτικά όργανα, οσάκις αυτά καλούνται να εφαρμόσουν διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες έχουν εκ των υστέρων αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας από το Δικαστήριο.
Επομένως, εφόσον το Δικαστήριο δεν περιόρισε χρονικά τα αποτελέσματα της αποφάσεως της 24ης Ιουλίου 2003, C‑280/00, Altmark, τα κριτήρια της ερμηνείας του άρθρου 87, παράγραφος 1, που διατυπώθηκαν με την απόφαση αυτή και έχουν ταυτόσημο ως επί το πλείστον περιεχόμενο με τα κριτήρια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι πλήρως εφαρμοστέα, σύμφωνα με το πνεύμα και τη σκοπιμότητα υπό την οποία διατυπώθηκαν, προσαρμοσμένα στις συγκεκριμένες συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, προκειμένου να κριθεί το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία είναι προγενέστερη της εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου και με την οποία απορρίφθηκε ο χαρακτηρισμός ως κρατικής ενισχύσεως ενός κρατικού μέτρου αναγκαίου για την προστασία της αποστολής γενικού οικονομικού συμφέροντος.
(βλ. σκέψεις 158-160)
2. Τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως να ορίζουν τι θεωρούν υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος. Το προνόμιο αυτό του κράτους μέλους επιβεβαιώνεται τόσο από την έλλειψη ειδικής αρμοδιότητας της Κοινότητας, όσο και από την έλλειψη ακριβούς και πλήρους ορισμού της έννοιας της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος στο κοινοτικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, ο καθορισμός της φύσεως και του περιεχομένου μιας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος σε συγκεκριμένους τομείς δράσης, ως προς τους οποίους η Κοινότητα είτε δεν έχει αρμοδιότητα, κατά την έννοια του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, είτε έχει περιορισμένη ή επικουρική αρμοδιότητα, κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου του άρθρου αυτού, απόκειται, καταρχήν, στα κράτη μέλη. Η κατανομή αυτή αρμοδιοτήτων αντικατοπτρίζεται, εξάλλου, εν γένει στο άρθρο 16 ΕΚ, κατά το οποίο, ενόψει της θέσεως που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στα πλαίσια των κοινών αξιών της Ένωσης, καθώς και της συμβολής τους στην προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη, εντός των πλαισίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους και εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, μεριμνούν ώστε οι υπηρεσίες αυτές να λειτουργούν βάσει αρχών και προϋποθέσεων οι οποίες επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους. Η εξουσία του κράτους μέλους ορίζει τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, δεν είναι απεριόριστη και δεν μπορεί να ασκείται αυθαίρετα, με αποκλειστικό σκοπό να αποφευχθεί η εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού σε συγκεκριμένο τομέα.
Κατά συνέπεια, τα κοινοτικά όργανα είναι αρμόδια να ελέγχουν την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των κρατών μελών κατά τον ορισμό των υποχρεώσεων υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος μόνον ως προς το αν έχει διαπραχθεί πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
Μολονότι το κράτος μέλος διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, όσον αφορά τον καθορισμό του τι θεωρεί υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, εντούτοις η επίκληση της υπάρξεως και της ανάγκης προστασίας της παροχής τέτοιας υπηρεσίας δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωση να μεριμνά ώστε η εν λόγω υπηρεσία να πληροί ορισμένα κοινά για όλες τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος κριτήρια, κατά την έννοια της Συνθήκης, και να αποδεικνύει ότι τα κριτήρια αυτά πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα κριτήρια αυτά είναι, ιδίως, η έκδοση πράξεως δημόσιας εξουσίας με την οποία ανατίθεται στους συγκεκριμένους επιχειρηματίες η παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, καθώς και ο καθολικός και υποχρεωτικός χαρακτήρας της υπηρεσίας αυτής. Αντιστρόφως, η παράλειψη του κράτους μέλους να αποδείξει ότι τα κριτήρια αυτά πληρούνται ή η μη συμμόρφωσή του προς αυτά μπορεί να συνιστά πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, για το οποίο η Επιτροπή υποχρεούται να επιβάλει κυρώσεις, άλλως υποπίπτει η ίδια σε πρόδηλο σφάλμα. Εξάλλου, το κράτος μέλος υποχρεούται να παραθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η συγκεκριμένη υπηρεσία μπορεί, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, να συνιστά υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, διακρινόμενη από άλλες δραστηριότητες της οικονομικής ζωής. Συγκεκριμένα, χωρίς τέτοια αιτιολόγηση, θα ήταν αδύνατο να ελέγξουν τα κοινοτικά όργανα, έστω ακροθιγώς, αν το κράτος μέλος έχει υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως.
(βλ. σκέψεις 166-169, 172)
3. Η παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος πρέπει, εξ ορισμού, να εξυπηρετεί την κοινή ωφέλεια ή το δημόσιο συμφέρον. Στο πλαίσιο αυτό, οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος διακρίνονται, μεταξύ άλλων, από τις υπηρεσίες που εξυπηρετούν ιδιωτικό συμφέρον, ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω ιδιωτικό συμφέρον είναι περισσότερο ή λιγότερο συλλογικό ή αν έχει αναγνωριστεί από το κράτος ως εύλογο ή ωφέλιμο. Εξάλλου, η κοινή ωφέλεια ή το δημόσιο συμφέρον που επικαλείται το κράτος μέλος δεν πρέπει να συνίσταται απλώς στην ανάγκη να υπαχθεί η λειτουργία της οικείας αγοράς σε ορισμένους κανόνες ή να εξαρτηθεί η εμπορική δραστηριότητα των οικείων επιχειρηματιών από τη χορήγηση άδειας από το κράτος. Συγκεκριμένα, μόνη η επιβολή από τον εθνικό νομοθέτη, για λόγους κοινής ωφέλειας κατά την ευρεία έννοια, ορισμένων κανόνων σχετικών με τη χορήγηση αδειών ή την άσκηση ελέγχου σε όλους τους επιχειρηματίες ενός τομέα δεν συνιστά, καταρχήν, ανάθεση αποστολής για την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος.
Αντιθέτως, για να αναγνωριστεί η ύπαρξη υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν απαιτείται οπωσδήποτε να χορηγηθεί στον επιφορτισμένο με την παροχή της επιχειρηματία ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα για την εκπλήρωσή της. Από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 86 ΕΚ προκύπτει ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος χορηγούμενου σε επιχειρηματία και, αφετέρου, της παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, η οποία συναρτάται με το δικαίωμα αυτό. Η χορήγηση ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος σε επιχειρηματία αποτελεί απλώς ένα εύλογο, ενδεχομένως, μέσο δια του οποίου αυτός μπορεί να παράσχει υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος. Επομένως, δεν είναι εσφαλμένη η διαπίστωση στην οποία προβαίνει η Επιτροπή, βάσει των σημείων 14 και 15 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη, ότι η ανάθεση της παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος μπορεί επίσης να συνιστά επιβολή υποχρεώσεως σε πολλούς ή και σε όλους τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά. Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι δυνατόν να απαιτείται η ανάθεση της αποστολής αυτής χωριστά σε κάθε επιχειρηματία με ατομική πράξη ή εντολή.
(βλ. σκέψεις 178-179, 183)
4. Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό μιας υπηρεσίας ως γενικού οικονομικού συμφέροντος, δεν προκύπτει από το κοινοτικό δίκαιο ότι μια τέτοια υπηρεσία πρέπει να έχει καθολικό χαρακτήρα, κατά τη στενή του όρου έννοια. Συγκεκριμένα, η κατά το κοινοτικό δίκαιο έννοια της καθολικής υπηρεσίας δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη υπηρεσία πρέπει να καλύπτει μια ανάγκη κοινή για το σύνολο του πληθυσμού ή να παρέχεται στο σύνολο της επικράτειας. Μολονότι τα χαρακτηριστικά αυτά απαντούν στην κλασική και πλέον διαδεδομένη στα κράτη μέλη μορφή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, τούτο δεν αποκλείει να υπάρχουν και άλλες, επίσης νόμιμες μορφές υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να επιλέξουν, ασκώντας την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν. Επομένως, το ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος έχουν περιορισμένο τοπικό ή υλικό πεδίο εφαρμογής ή το ότι οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται σε σχετικώς περιορισμένο κύκλο προσώπων δεν αναιρεί οπωσδήποτε τον καθολικό χαρακτήρα της παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Επιπλέον, το κριτήριο της καθολικότητας δεν επιβάλλει τη δωρεάν παροχή της επίμαχης υπηρεσίας, χωρίς οικονομική απόδοση. Συγκεκριμένα, το ότι ορισμένοι δυνητικοί χρήστες δεν δύνανται, λόγω των οικονομικών τους, να επωφεληθούν από την υπηρεσία δεν θίγει τον καθολικό χαρακτήρα της, εφόσον αυτή παρέχεται με ενιαίες τιμές, χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, και με την ίδια ποιότητα για όλους τους πελάτες.
Ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της επίμαχης υπηρεσίας αποτελεί, πράγματι, ουσιώδη προϋπόθεση της υπάρξεως υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Ο εν λόγω υποχρεωτικός χαρακτήρας νοείται υπό την έννοια ότι οι επιχειρηματίες που έχουν επιφορτιστεί με την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δυνάμει πράξεως δημόσιας εξουσίας υποχρεούνται, καταρχήν, να παρέχουν την εν λόγω υπηρεσία στην αγορά, τηρώντας τις σχετικές με την υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος υποχρεώσεις που διέπουν την παροχή της. Από την πλευρά του επιχειρηματία που έχει επιφορτιστεί με μια τέτοια αποστολή, ο εν λόγω υποχρεωτικός χαρακτήρας –ο οποίος είναι αντίθετος στην ελευθερία ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας και στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού– μπορεί ιδίως να συνίσταται, ιδιαίτερα σε περίπτωση χορηγήσεως ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος, στην υποχρέωση ασκήσεως ορισμένης εμπορικής δραστηριότητας ανεξαρτήτως του κόστους της. Σε τέτοια περίπτωση, η υποχρέωση αυτή αποτελεί το αντάλλαγμα για την προστασία της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και για την οφειλόμενη στην ανάθεση της εν λόγω αποστολής θέση στην αγορά, σύμφωνα με την πράξη αναθέσεως. Αν δεν έχει χορηγηθεί ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας μιας τέτοιας αποστολής μπορεί να συνίσταται στο ότι στον οικείο επιχειρηματία έχει επιβληθεί, με πράξη δημόσιας εξουσίας, η υποχρέωση να παρέχει ορισμένες υπηρεσίες σε όποιον πολίτη τις ζητήσει.
Πάντως, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν προϋποθέτει την εκ μέρους των δημοσίων αρχών επιβολή στον οικείο επιχειρηματία της υποχρεώσεως να παρέχει υπηρεσία με περιεχόμενο σαφώς καθορισμένο εκ των προτέρων. Συγκεκριμένα, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν αποκλείει να διαθέτει ο επιχειρηματίας ορισμένα περιθώρια κινήσεων στην αγορά, όσον αφορά το περιεχόμενο και τις τιμές των υπηρεσιών που παρέχει. Υπό τις συνθήκες αυτές, διασφαλίζεται ένα ελάχιστο όριο ελευθερίας κινήσεων των επιχειρηματιών και, ως εκ τούτου, ένα ελάχιστο όριο ανταγωνισμού ως προς την ποιότητα και το περιεχόμενο των επίμαχων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά δυνατή την προς το κοινοτικό συμφέρον άμβλυνση των συνεπειών από τον περιορισμό του ανταγωνισμού που εν γένει προκαλεί η ανάθεση αποστολής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, χωρίς όμως να θίγεται ο σκοπός της αποστολής αυτής.
Επομένως, για να χαρακτηριστεί μια υπηρεσία ως υποχρεωτικού χαρακτήρα σε περίπτωση που δεν έχει χορηγηθεί ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα, αρκεί να έχει επιβληθεί στον επιφορτισμένο με την παροχή της επιχειρηματία η υποχρέωση να παρέχει την εν λόγω υπηρεσία σε όποιον τη ζητήσει. Με άλλα λόγια, μια υπηρεσία έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και, επομένως, πρόκειται για υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, εφόσον ο παρέχων την υπηρεσία υποχρεούται να συνάψει σύμβαση με πάγιους συμβατικούς όρους, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει αντισυμβαλλόμενο. Το στοιχείο αυτό καθιστά δυνατή τη διάκριση της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία παρέχεται στην αγορά και, επομένως, από οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα της οποίας η άσκηση είναι απολύτως ελεύθερη.
(βλ. σκέψεις 186-190, 202-203)
5. Οι παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση για την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος πρέπει να έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων κατά τρόπο αντικειμενικό και διαφανή. Η προϋπόθεση αυτή δεν απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να αφήνει στις εθνικές αρχές ορισμένη διακριτική ευχέρεια. Αντιθέτως, το κράτος μέλος διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όχι μόνον κατά τον ορισμό της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, αλλά και κατά τον καθορισμό της αντισταθμίσεως του κόστους, βάσει της εκτιμήσεως πολύπλοκων οικονομικών δεδομένων. Άλλωστε, επειδή ακριβώς ο καθορισμός αυτός υπόκειται σε περιορισμένο μόνον έλεγχο εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων, τα εν λόγω όργανα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν αν έχουν τεθεί αντικειμενικές και διαφανείς παράμετροι, οι οποίες πρέπει να είναι σαφώς ορισμένες, ούτως ώστε να μη χρησιμοποιείται καταχρηστικά η έννοια της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος από το κράτος μέλος. Συναφώς, η πολυπλοκότητα, απλώς και μόνον, των οικονομικών και μαθηματικών τύπων που χρησιμοποιούνται για τους υπολογισμούς δεν σημαίνει ότι οι οικείες παράμετροι δεν είναι ακριβείς και σαφώς ορισμένες.
Ο έλεγχος που δύνανται να ασκήσουν η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο ως προς την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα της αντισταθμίσεως της παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος είναι αναγκαστικά περιορισμένος. Αφενός, λόγω της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τον ορισμό μιας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και των προϋποθέσεων παροχής της, καθώς και κατά τον προσδιορισμό του επιπλέον κόστους παροχής της εν λόγω υπηρεσίας βάσει πολύπλοκων οικονομικών δεδομένων, ο έλεγχος που δύναται να ασκήσει συναφώς η Επιτροπή περιορίζεται στο αν υπάρχει πρόδηλο σφάλμα. Αφετέρου, προκύπτει ότι ο έλεγχος της εκτιμήσεως της Επιτροπής από το Πρωτοδικείο υπόκειται στην ίδια οριοθέτηση, περιορίζεται, δηλαδή, στην εξέταση της ορθότητας της διαπιστώσεως της Επιτροπής περί του αν το κράτος μέλος υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα.
Εξάλλου, στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, ο κοινοτικός δικαστής εξετάζει αν τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει προσκομίσει ο προσφεύγων διάδικος αρκούν ώστε να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία των εκτιμήσεων των πολύπλοκων οικονομικών δεδομένων, οι οποίες έχουν διατυπωθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση. Πλην του ως άνω ελέγχου της αξιοπιστίας, το Πρωτοδικείο δεν επιτρέπεται να υποκαταστήσει την εκτίμηση των οικείων πολύπλοκων οικονομικών δεδομένων από τον εκδότη της αποφάσεως με τη δική του. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο ελέγχει αν η Επιτροπή έχει τηρήσει τους κανόνες διαδικασίας και αιτιολογίας, καθώς και την ακρίβεια των διαπιστώσεων όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και το αν υπάρχει πλάνη περί το δίκαιο, πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ή κατάχρηση εξουσίας.
Όσον αφορά, ειδικότερα, τον έλεγχο του αναλογικού χαρακτήρα της αντισταθμίσεως για την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, καθοριζόμενης με κανονιστική πράξη, ο έλεγχος αυτός περιορίζεται στη διαπίστωση του αν η προβλεπόμενη αντιστάθμιση είναι αναγκαία ώστε η σχετική με την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας αποστολή να εκπληρωθεί υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους, ή, αντιθέτως, αν είναι απολύτως ακατάλληλη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
(βλ. σκέψεις 209, 214, 217, 220-222)
6. Στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που μπορεί εν προκειμένω να ασκηθεί τόσο από την Επιτροπή όσο και από το Πρωτοδικείο σχετικά με την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της αντισταθμίσεως για την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα των επιδιωκόμενων σκοπών ούτε η νομιμότητα των κανόνων λειτουργίας ενός συστήματος αντισταθμίσεως κινδύνων στην αγορά της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας ενός κράτους μέλους, στο πλαίσιο του οποίου οι ασφαλιστές υποχρεούνται να τηρούν, ως παρέχοντες υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος, τις υποχρεώσεις κοινού τιμολογίου, ελεύθερης προσβάσεως, δια βίου καλύψεως και κατώτατων παροχών για κάθε ασφαλισμένο, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και καταστάσεως της υγείας του, και το οποίο ουσιαστικά προβλέπει, αφενός, την καταβολή εισφοράς από τους ασφαλιστές οι οποίοι έχουν χαμηλότερο βαθμό ασφαλισμένων κινδύνων από τον μέσο βαθμό της αγοράς, και, αφετέρου, την καταβολή αντίστοιχης αντισταθμίσεως στους ασφαλιστές που έχουν υψηλότερο βαθμό ασφαλισμένων κινδύνων σε σχέση με τον μέσο βαθμό της αγοράς. Συγκεκριμένα, μολονότι σκοπός της αντισταθμίσεως αυτής δεν είναι η κάλυψη του κόστους ή του επιπλέον κόστους που τυχόν προκύπτει από συγκεκριμένη παροχή ορισμένων υπηρεσιών, αλλά μόνον η αντιστάθμιση των πρόσθετων επιβαρύνσεων που φέρονται προκύπτουσες από την αρνητική διαφορά μεταξύ του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων και του μέσου βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς, οι επιβαρύνσεις αυτές αντιστοιχούν, πάντως, στο επιπλέον κόστος με το οποίο βαρύνεται ο ασφαλιστής σε μία αγορά όπου ισχύει η ελεύθερη πρόσβαση και το ενιαίο τιμολόγιο, λόγω της υποχρεώσεώς του να ασφαλίζει πρόσωπα υψηλού κινδύνου, χωρίς να καθορίζει το ύψος των ασφαλίστρων ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο.
Καθώς η λειτουργία ενός τέτοιου συστήματος διαφέρει θεμελιωδώς από τη λειτουργία των συστημάτων που κρίθηκαν με την απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, C-280/00, Altmark, δεν ισχύει αυστηρά η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως αυτής, η οποία επιβάλλει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του κόστους της παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. Εντούτοις, η ποσοτικοποίηση του επιπλέον κόστους που βαρύνει τους ασφαλιστές που δικαιούνται την αντιστάθμιση αυτή, δια της συγκρίσεως του πραγματικού βαθμού των κινδύνων που έχουν ασφαλίσει με τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς, βάσει των δαπανών που έχουν αποδώσει όλοι οι ασφαλιστές, είναι συμβατή με τον σκοπό και το πνεύμα της προαναφερθείσας προϋποθέσεως, κατά το μέτρο που η αντιστάθμιση υπολογίζεται βάσει αντικειμενικών, συγκεκριμένων, σαφώς προσδιορισμένων και ελέγξιμων στοιχείων. Δεδομένου ότι σκοπός του συστήματος αυτού δεν είναι η αντιστάθμιση του κόστους που συνδέεται ευθέως με την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως συνέβαινε, αντιθέτως, στην περίπτωση για την οποία τέθηκε η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, δεν απαιτείται να συνυπολογιστούν τα έσοδα από την παροχή των υπηρεσιών αυτών κατά τον υπολογισμό του τυχόν επιπλέον κόστους της εν λόγω παροχής, καθώς, αν εφαρμοζόταν αυστηρά η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, η οποία αφορά διαφορετικό είδος αντισταθμίσεως, δεν θα λαμβανόταν υπόψη η ιδιαιτερότητα της λειτουργίας του συστήματος αντισταθμίσεως κινδύνων. Ούτε ο σκοπός ούτε το πνεύμα της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark επιβάλλουν τον συνυπολογισμό των εσόδων στο πλαίσιο ενός συστήματος αντισταθμίσεως που λειτουργεί ανεξαρτήτως αυτών.
Τέλος, λόγω της ουδετερότητας του συστήματος αντισταθμίσεως σε σχέση με τα έσοδα και τα κέρδη των ασφαλιστών, αφενός, και της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει το επιπλέον κόστος που προκύπτει από τον αρνητικό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων των εν λόγω ασφαλιστών, αφετέρου, μολονότι η τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυστηρά στην προκειμένη περίπτωση, καθώς, σύμφωνα με αυτή, αν η ανάθεση της αποστολής ΥΓΟΣ σε μία επιχείρηση δεν πραγματοποιηθεί με διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, πρέπει να γίνεται σύγκριση του κόστους και των εσόδων που συναρτώνται ευθέως με την παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, η Επιτροπή, πάντως, όφειλε να βεβαιωθεί ότι η προβλεπόμενη αντιστάθμιση δεν καλύπτει το κόστος που ενδεχομένως προκύπτει λόγω ελλείψεως αποτελεσματικότητας των ασφαλιστών.
(βλ. σκέψεις 229, 235-238, 241, 246, 249)
7. Δεν προκύπτει ούτε από τη νομοθεσία ούτε από τη νομολογία ότι το διατακτικό αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατόπιν από κοινού εφαρμογής των άρθρων 87 ΕΚ και 86, παράγραφος 2 ΕΚ πρέπει να έχει συνταχθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο. Άλλωστε, για την εκτίμηση του πραγματικού νομικού περιεχομένου μιας πράξεως, της οποίας το διατακτικό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αιτιολογία της, η πράξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο, με βάση τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της. Επομένως, αν και, για λόγους σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, είναι ευκταίο να αναφέρει η Επιτροπή, στο διατακτικό της πράξεως, ποιες διατάξεις της Συνθήκης εφαρμόζει, η παράλειψη να τις αναφέρει δεν συνιστά νομική πλάνη, εφόσον από τον συνδυασμό των αιτιολογικών σκέψεων και του διατακτικού της πράξεως μπορούν να εντοπιστούν ακριβώς οι διατάξεις αυτές.
(βλ. σκέψη 260)
8. Προκειμένου περί συστήματος γενικής ισχύος, δηλαδή συστήματος διεπόμενου από διατάξεις γενικής ισχύος, του οποίου η λειτουργία είναι, έως ένα βαθμό, προκαθορισμένη βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων, χωρίς όμως να είναι δυνατόν να προβλεφθούν όλες οι λεπτομέρειές του, ενόψει της προστασίας της παροχής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, ο έλεγχος που καλείται να ασκήσει στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ, ιδίως όσον αφορά την αναγκαιότητα του κοινοποιηθέντος συστήματος, περιορίζεται αναγκαστικά, αφενός, στο αν το εν λόγω σύστημα στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένα οικονομικά και πραγματικά στοιχεία και, αφετέρου, στο αν το εν λόγω σύστημα είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο οφείλει, κυρίως, να εξετάσει αν η σχετική εκτίμηση της Επιτροπής είναι αρκούντως εύλογη όσον αφορά την αναγκαιότητα του επίμαχου συστήματος. Κατά τον έλεγχο αυτό, πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί, αφενός, αν πιθανολογούνται επαρκώς οι δυσλειτουργίες της αγοράς, τις οποίες επικαλείται το κράτος μέλος για να δικαιολογήσει τη θέσπιση και την προστασία της επίμαχης υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, και, αφετέρου, αν ήταν εύλογη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι ένα τέτοιο σύστημα είναι, ως εκ της φύσεώς του, αναγκαίο και κατάλληλο για την επίλυση των προβαλλομένων προβλημάτων. Απόκειται, εν συνεχεία, στο Πρωτοδικείο να εξετάσει αν η συγκεκριμένη εκτίμηση της Επιτροπής επί των δύο αυτών ζητημάτων είναι βάσιμη υπό το πρίσμα των σημερινών συνθηκών και της πιθανολογούμενης, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξελίξεως στην οικεία αγορά, υπό το φως των στοιχείων που είχε ή έπρεπε να έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή.
Όσον αφορά, ιδίως, το εύρος του ελέγχου της Επιτροπής, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κράτος μέλος, ασκώντας την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που αυτό διαθέτει. Επομένως, η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα, στο πλαίσιο του ελέγχου της αναγκαιότητας, να εξετάζει, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, αφενός, αν η αγορά θα εξελιχθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο και, αφετέρου, αν η εφαρμογή των προβλεπόμενων από το κοινοποιηθέν σύστημα ρυθμιστικών μέτρων θα καταστεί, ως εκ τούτου, κάποια συγκεκριμένη στιγμή, απαραίτητη για την παροχή της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος. Πράγματι, στο πλαίσιο του ελέγχου της αναγκαιότητας, η Επιτροπή δεν απαιτείται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το κράτος μέλος δεν μπορεί, βάσει των υφιστάμενων ή των μελλοντικών συνθηκών της αγοράς, να μη λάβει τα κοινοποιηθέντα μέτρα, αλλά μόνο να διερευνήσει αν το κράτος μέλος υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεώς του, όσον αφορά τον τρόπο που επέλεξε για να διασφαλίσει την παροχή της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους.
Τέλος, το ότι ο έλεγχος που ασκεί η Επιτροπή είναι περιορισμένος πρέπει να ληφθεί υπόψη και στο πλαίσιο του εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή ελέγχου της νομιμότητας της εκτιμήσεως της Επιτροπής. Ο έλεγχος του Πρωτοδικείου περιορίζεται ανάλογα με το κατά πόσον η εκτίμηση της Επιτροπής αφορά πολύπλοκα οικονομικά δεδομένα. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα για τον σχετικό με την αρχή της αναλογικότητας έλεγχο, ιδίως όταν αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι κρατικά μέτρα γενικής ισχύος. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος αυτός του Πρωτοδικείου πρέπει να περιορίζεται στο αν τα μέτρα αυτά είναι προδήλως ακατάλληλα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
(βλ. σκέψεις 265-269)
9. Στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως που στρέφεται κατά αποφάσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, ο προσφεύγων δεν νομιμοποιείται να προβάλει λόγους στηριζόμενους σε παράβαση άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, εκτός αυτών των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με το άρθρο 86 ΕΚ. Συγκεκριμένα, το να υποχρεωθεί η Επιτροπή να εκφέρει οριστικά άποψη, στο πλαίσιο διαδικασίας σχετικά με κρατικές ενισχύσεις, σχετικά με το αν υπάρχει παράβαση άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, θα ήταν αντίθετο, αφενός, στους διαδικαστικούς κανόνες και στις διαδικαστικές εγγυήσεις –οι οποίες παρουσιάζουν ενίοτε σημαντικές αποκλίσεις και έχουν διαφορετικές έννομες συνέπειες– που είναι συναφείς με τις διαδικασίες που προβλέπονται ειδικά για τον έλεγχο και την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, αφετέρου, στην αρχή της αυτοτέλειας των διοικητικών διαδικασιών και των ένδικων βοηθημάτων. Εξάλλου, λόγω της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή, ένας ιδιώτης δεν νομιμοποιείται να αμφισβητήσει, έστω υπό την κάλυψη μιας προσφυγής ακυρώσεως που στρέφεται κατά αποφάσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, την απόφαση της Επιτροπής να μην κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 226 ΕΚ ή την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή σχετικά με ενδεχόμενη παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης από κράτος μέλος.
Δεν είναι, συναφώς, λυσιτελής η επίκληση της νομολογίας κατά την οποία από τη γενική οικονομία της Συνθήκης προκύπτει ότι η διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ ουδέποτε πρέπει να καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, διότι η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη της τις διατάξεις που δεν σχετίζονται αυστηρά με το δίκαιο των ενισχύσεων μόνον εφόσον ορισμένες πτυχές της επίμαχης ενισχύσεως συνδέονται τόσο άρρηκτα με το αντικείμενό της ώστε, σε περίπτωση μη συμβατότητάς τους με τις διατάξεις αυτές, θίγεται η συμβατότητα της ενισχύσεως με την κοινή αγορά.
Εξάλλου, η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88 ΕΚ, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, δεν της παρέχει τη δυνατότητα να επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, πλην εκείνων που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Κατά συνέπεια, αφενός, η Επιτροπή δεν μπορεί να διατυπώσει οριστική γνώμη, στο πλαίσιο διαδικασίας στον τομέα των ενισχύσεων, όσον αφορά λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ο έλεγχος των οποίων γίνεται στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας, και, αφετέρου, δεδομένου ότι η Επιτροπή μπορεί να διατυπώσει οριστική και νομικά δεσμευτική γνώμη μόνον ως προς τις ενισχύσεις, βλάβη μπορεί να προκληθεί μόνον από τις σχετικές εκτιμήσεις της Επιτροπής, και όχι από τις εκτιμήσεις της σχετικά με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες δεν αποτελούν το αναγκαίο για το διατακτικό της αποφάσεώς της έρεισμα. Επομένως, κατά μείζονα λόγο, η παντελής απουσία αναφοράς σε άλλες διατάξεις, πλην αυτών του δικαίου των ενισχύσεων, είτε στο διατακτικό είτε στις αιτιολογικές σκέψεις αποφάσεως εκδοθείσας δυνάμει των άρθρων 87 και 88 ΕΚ και, ενδεχομένως, του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν είναι ικανή να βλάψει έναν ιδιώτη, παρέχοντάς του ενεργητική νομιμοποίηση.
Τέλος, η εκτίμηση αυτή δεν προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 86, παράγραφος 2 in fine, ΕΚ. Το κριτήριο του επηρεασμού των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να ελέγξει, κατά τρόπο οριστικό και πλήρη, αν τα κοινοποιηθέντα μέτρα παραβιάζουν άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, καθώς το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, ως παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης, θα καθίστατο έτσι άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Συγκεκριμένα, μια τέτοια παρέκκλιση δεν θα παρήγαγε ποτέ αποτελέσματα αν, δια της εφαρμογής της, θα έπρεπε παράλληλα να διασφαλιστεί πλήρως η τήρηση κανόνων από τους οποίους αυτή αποκλίνει.
(βλ. σκέψεις 313-316, 318-319)
10. Η διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2 ΕΚ καθίσταται απαραίτητη αφ’ ης στιγμής η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες προκειμένου να εκτιμήσει αν ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να αρκεστεί στην προκαταρκτική εξέταση του άρθρου 88, παράγραφος 3, προκειμένου να λάβει ευνοϊκή απόφαση υπέρ συγκεκριμένου κρατικού μέτρου παρά μόνον αν είναι σε θέση να διαμορφώσει την πεποίθηση, μετά από μια πρώτη εξέταση, ότι είτε το επίμαχο μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση είτε η εν λόγω ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Αντιθέτως, αν από την πρώτη αυτή εξέταση η Επιτροπή σχηματίσει αντίθετη γνώμη ή αν δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την εκτίμηση της συμβατότητας του εν λόγω μέτρου με την κοινή αγορά, οφείλει να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες γνώμες και να κινήσει προς τον σκοπό αυτό τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
Η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας καθίσταται, ειδικότερα, υποχρεωτική οσάκις η Επιτροπή, αφού εξετάσει επαρκώς, με βάση πληροφοριακά στοιχεία που της κοινοποίησε το οικείο κράτος μέλος, το επίδικο κρατικό μέτρο, διατηρεί επιφυλάξεις ως προς τη συνδρομή στοιχείων ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και επί του αν αυτά συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
(βλ. σκέψεις 329-330)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο πενταμελές τμήμα)
της 12ης Φεβρουαρίου 2008 (*)
«Κρατικές ενισχύσεις – Σύστημα αντισταθμίσεως ασφαλισμένων κινδύνων, το οποίο έχει θεσπίσει η Ιρλανδία στην αγορά της ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας – Σύστημα ενισχύσεων – Υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος – Άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ – Απόφαση της Επιτροπής να μη διατυπώσει αντιρρήσεις – Προσφυγή ακυρώσεως – Παραδεκτό – Αρχή της αναγκαιότητας και αρχή της αναλογικότητας»
Στην υπόθεση T-289/03,
British United Provident Association Ltd (BUPA), με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο),
BUPA Insurance Ltd, με έδρα το Λονδίνο,
BUPA Ireland Ltd, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία),
εκπροσωπούμενες από τους N. Green, QC, K. Bacon, J. Burke, barristers, και B. Amory, δικηγόρο,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης, αρχικώς, από τους N. Khan και J. Flett, στη συνέχεια, από τους N. Khan και T. Scharf,
καθής,
υποστηριζόμενης από
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τον N. Bel,
την Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον D. O’Hagan, επικουρούμενο από τους G. Hogan, SC, και E. Regan, barrister,
και
το Voluntary Health Insurance Board, με έδρα το Δουβλίνο, εκπροσωπούμενο από τους D. Collins, G. FitzGerald, D. Clarke, solicitors, και P. Gallagher, SC,
παρεμβαίνοντες,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως, ασκηθείσα, μεταξύ άλλων, από την παρέχουσα υπηρεσίες ασφαλίσεως υγείας στην Ιρλανδία BUPA Ireland Ltd κατά της αποφάσεως C (2003) 1322 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 2003, να μη διατυπώσει αντιρρήσεις, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88 ΕΚ] (ΕΕ L 83, σ. 1), σχετικά με τη θέσπιση συστήματος αντισταθμίσεως ασφαλισμένων κινδύνων (RES) στην ιρλανδική αγορά της ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας (κρατική ενίσχυση N 46/2003-Ιρλανδία),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, Πρόεδρο, V. Tiili, J. Azizi, E. Cremona και O. Czúcz, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Μαρτίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
I – Διατάξεις της Συνθήκης
1 Το άρθρο 16 ΕΚ ορίζει:
«Υπό την επιφύλαξη των άρθρων 73, 86 και 87, και ενόψει της θέσης που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στα πλαίσια των κοινών αξιών της Ένωσης, καθώς και της συμβολής τους στην προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη, εντός των πλαισίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, και εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συνθήκης, μεριμνούν ούτως ώστε οι υπηρεσίες αυτές να λειτουργούν βάσει αρχών και προϋποθέσεων οι οποίες να επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους.»
2 Κατά το άρθρο 43, πρώτο εδάφιο, ΕΚ:
«[…] οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται. Η απαγόρευση αυτή εκτείνεται επίσης στους περιορισμούς για την ίδρυση πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιρειών από τους υπηκόους ενός κράτους μέλους που είναι εγκατεστημένοι στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους.»
3 Κατά το άρθρο 49, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, «οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητας άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής».
4 Το άρθρο 86 ΕΚ ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της παρούσας συνθήκης, ιδίως προς εκείνους των άρθρων 12 και 81 [ΕΚ] μέχρι και 89 [ΕΚ], ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα.
2. Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος […] υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας.
3. Η Επιτροπή μεριμνά για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και απευθύνει, εφόσον είναι ανάγκη, κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις προς τα κράτη μέλη.»
5 Το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει:
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα συνθήκη ορίζει άλλως.»
6 Το άρθρο 88, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ ορίζει:
«2. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 87 [ΕΚ…], αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει.
[…]
3. Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 87 [ΕΚ], κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»
7 Το άρθρο 152, παράγραφοι 1 και 5, ΕΚ ορίζει:
«1. Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Κοινότητας, εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου.
Η δράση της Κοινότητας, η οποία συμπληρώνει τις εθνικές πολιτικές, αποβλέπει στη βελτίωση της δημόσιας υγείας, καθώς και στην πρόληψη της ανθρώπινης ασθένειας σε όλες τις μορφές της και στην αποτροπή των πηγών κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία […].
[…]
5. Η δράση της Κοινότητας στον τομέα της δημόσιας υγείας αναπτύσσεται χωρίς να θίγονται στο παραμικρό οι αρμοδιότητες των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την οργάνωση και την παροχή των υγειονομικών υπηρεσιών και της ιατρικής περίθαλψης […].»
II – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999
8 Το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88 ΕΚ] (ΕΕ L 83, σ. 1), ορίζει:
«3. Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο, ενώ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου [87], παράγραφος 1, [ΕΚ], δεν δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, το κηρύσσει συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά (εφεξής αποκαλούμενη “απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων”). Στην απόφαση αυτή, αναφέρεται η συγκεκριμένη εξαίρεση της συνθήκης που εφαρμόσθηκε.
4. Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, αποφασίζει να κινήσει τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο [88] παράγραφος 2 [ΕΚ] (εφεξής αποκαλούμενη “απόφαση για κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας”).»
III – Οδηγία 92/49/ΕΟΚ
9 Το άρθρο 54, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1, στο εξής: τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), ορίζει:
«Παρά την ύπαρξη αντίθετων διατάξεων, κάθε κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου οι συμβάσεις οι σχετικές με τον κλάδο 2 του σημείου Α του παραρτήματος της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ μπορούν να αντικαταστήσουν εν μέρει ή πλήρως την κάλυψη ασθενείας που παρέχεται από το νόμιμο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης, μπορεί να απαιτεί ότι η σύμβαση πρέπει να είναι σύμφωνη με τις ειδικές νομικές διατάξεις που ισχύουν σε αυτό το κράτος υπέρ του γενικού συμφέροντος για αυτό τον ασφαλιστικό κλάδο και να ανακοινώνονται οι γενικοί και ειδικοί όροι αυτής της ασφάλισης στις αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους μέλους πριν από τη χρησιμοποίησή τους.»
IV – Ανακοίνωση της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη
10 Σύμφωνα με το σημείο 14 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη (ΕΕ 2001, C 17, σ. 4, στο εξής: ανακοίνωση της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη):
«Οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας διαφέρουν από τις συνήθεις υπηρεσίες στο μέτρο που οι δημόσιες αρχές θεωρούν ότι η παροχή τους αποτελεί αναγκαιότητα, ακόμη και αν η αγορά δεν είναι αρκούντως ευνοϊκή για την παροχή αυτών των υπηρεσιών. [...] [Ω]στόσο, αν οι δημόσιες αρχές θεωρούν ότι ορισμένες υπηρεσίες είναι κοινής ωφέλειας και οι μηχανισμοί της αγοράς θα μπορούσαν να μη διασφαλίζουν την επαρκή παροχή αυτών των υπηρεσιών, μπορούν να καθορίσουν έναν αριθμό ειδικών υπηρεσιών με στόχο την ικανοποίηση των αναγκών αυτών με τη μορφή υποχρέωσης παροχής υπηρεσίας κοινής ωφέλειας. […] Η πιο κλασική περίπτωση είναι η υποχρέωση γενικής πρόσβασης […], δηλαδή η υποχρέωση παροχής μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας στο σύνολο της επικράτειας μιας χώρας σε τιμές προσιτές και με την ίδια ποιότητα, ανεξάρτητα από την αποδοτικότητα κάθε μεμονωμένης πράξης.»
11 Στο σημείο 15 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας διαλαμβάνονται τα εξής:
«Οι δημόσιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν να επιβάλουν την υποχρέωση κοινής ωφέλειας στο σύνολο των συναλλασσομένων μιας συγκεκριμένης αγοράς ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ορίσουν ένα μόνο φορέα ή έναν περιορισμένο αριθμό φορέων, στους οποίους επιβάλουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις, χωρίς να τους παρέχουν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα. Με τον τρόπο αυτό, ενθαρρύνεται στο μέτρο του δυνατού ο ανταγωνισμός, και οι χρήστες διατηρούν μεγάλη ελευθερία ως προς την επιλογή του παροχέα […]»
12 Το σημείο 22 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας έχει ως εξής:
«Η ελευθερία ορισμού [των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος] των κρατών μελών σημαίνει ότι [αυτά] είναι υπεύθυνα για τον ορισμό των υπηρεσιών που θεωρούν [ως τέτοιες] βάσει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των δραστηριοτήτων. Ο ορισμός αυτός υπόκειται σε έλεγχο μόνο για προφανή λάθη. Μπορούν να εκχωρήσουν τα απαραίτητα ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα στις επιχειρήσεις στις οποίες ανατίθεται η παροχή αυτών των υπηρεσιών, να ρυθμίσουν τις δραστηριότητές τους και, ενδεχομένως, να τις επιδοτήσουν. Στους τομείς που δεν καλύπτονται ρητά από το κοινοτικό δίκαιο, τα κράτη μέλη διαθέτουν σημαντικά περιθώρια κίνησης ώστε να σχεδιάσουν τις πολιτικές τους, με μόνο όριο να είναι ο έλεγχος που πραγματοποιείται για ενδεχόμενες καταχρήσεις. Η απόφαση για το ποια υπηρεσία πρέπει να θεωρείται κοινής ωφέλειας και πώς θα λειτουργεί λαμβάνεται καταρχάς σε τοπικό επίπεδο. Ο ρόλος της Επιτροπής είναι να διασφαλιστεί ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται είναι συμβιβάσιμα με την κοινοτική νομοθεσία. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να ισχύει η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 86, παράγραφος 2, [ΕΚ], η αποστολή κοινής ωφέλειας πρέπει να ορίζεται σαφώς και να ανατίθεται ρητά από πράξη της δημόσιας αρχής (περιλαμβανομένων και συμβάσεων) […]. Η υποχρέωση αυτή είναι απαραίτητη ώστε να διασφαλίζεται η νομική ασφάλεια καθώς και διαφάνεια έναντι των πολιτών, και είναι επίσης απαραίτητη ώστε να μπορεί να ελέγχει η Επιτροπή αν τηρείται το κριτήριο της αναλογικότητας.»
13 Στο σημείο 23 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας διαλαμβάνονται τα εξής:
«Η αναλογικότητα, που απορρέει από το άρθρο 86 παράγραφος 2, συνεπάγεται ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση του σκοπού κοινής ωφέλειας δεν δημιουργούν μη απαραίτητες νοθεύσεις εμπορίου. Ειδικότερα, πρέπει να διασφαλιστεί ότι όλοι οι περιορισμοί που επιβάλλονται σε σχέση με τους κανόνες της συνθήκης ΕΚ, και ιδιαίτερα οι περιορισμοί του ανταγωνισμού και των ελευθεριών που συνδέονται με την εσωτερική αγορά, δεν υπερβαίνουν το επίπεδο που είναι αυστηρά απαραίτητο για τη διασφάλιση της ικανοποιητικής εκπλήρωσης του σκοπού. Η παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας πρέπει να διασφαλίζεται και οι επιχειρήσεις στις οποίες ανατίθεται η αποστολή αυτή πρέπει να είναι σε θέση να φέρουν το ειδικό βάρος και το συμπληρωματικό καθαρό κόστος που συνεπάγεται η αποστολή αυτή. Η Επιτροπή ασκεί τον εν λόγω έλεγχο αναλογικότητας, υπό τον δικαστικό έλεγχο του [Δικαστηρίου], κατά τρόπο λογικό και ρεαλιστικό, όπως φαίνεται από την προσφυγή της στις δυνατότητες λήψης απόφασης που προβλέπει το άρθρο 86, παράγραφος 3, [ΕΚ].»
Ιστορικό της διαφοράς
I – Δημιουργία του συστήματος αντισταθμίσεως ασφαλισμένων κινδύνων στην ιρλανδική αγορά της ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας
14 Η ιδιωτική ασφάλιση υγείας (στο εξής: ΙΑΥ) καθιερώθηκε στην Ιρλανδία το 1957 με την ίδρυση του Voluntary Health Insurance Board (οργανισμός ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας, στο εξής: VHI), προκειμένου, ουσιαστικά, να δοθεί στα άτομα που δεν είχαν πρόσβαση στις υπηρεσίες του δημοσίου συστήματος ασφαλίσεως υγείας η δυνατότητα καλύψεως των εξόδων νοσηλείας. Ο VHI ήταν τότε ο μόνος φορέας που διέθετε άδεια από τον Υπουργό Υγείας να παρέχει υπηρεσίες ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας (στο εξής: υπηρεσίες ΙΑΥ). Από το 1987, κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Υγείας, ο VHI παρέχει πρόγραμμα ασφαλίσεως με την ονομασία «plan P», το οποίο καλύπτει τις δαπάνες νοσηλείας σε δημόσια νοσοκομεία και στο οποίο εντάχθηκε περίπου το 1 % του πληθυσμού της Ιρλανδίας.
15 Από το 1991, το δημόσιο σύστημα ασφαλίσεως υγείας, το οποίο ουσιαστικά χρηματοδοτείται από τα φορολογικά έσοδα, καλύπτει το σύνολο του πληθυσμού της Ιρλανδίας, ανεξαρτήτως του εισοδήματος των ενδιαφερομένων. Έκτοτε, ο ρόλος των ασφαλιστών που δραστηριοποιούνται στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ (στο εξής: ασφαλιστές ΙΑΥ) συνίσταται στην παροχή επικουρικής, σε σχέση με το δημόσιο σύστημα ασφαλίσεως υγείας, καλύψεως.
16 Η ιρλανδική αγορά ΙΑΥ ελευθερώθηκε με την έκδοση, το 1994, του 1994 Health Insurance Act (νόμου περί ασφαλίσεως υγείας του 1994) και, το 1996, του 1996 Voluntary Health Insurance (Amendment) Act (τροποποιητικού νόμου περί ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας του 1996), καθώς και των εκτελεστικών διατάξεων του 1996 Health Insurance Regulations (κανονισμού περί ασφαλίσεως υγείας του 1996). Ο κανονισμός αυτός απαρτίζεται από διαφόρους κανονισμούς, ήτοι τον Health Insurance Act, 1994 (Open Enrolment) Regulations 1996 (κανονισμού του 1996 περί εκτελέσεως του νόμου περί ασφαλίσεως υγείας του 1994, όσον αφορά την ελεύθερη πρόσβαση), τον Health Insurance Act, 1994 (Lifetime Cover) Regulations 1996 (κανονισμού του 1996 περί εκτελέσεως του νόμου περί ασφαλίσεως υγείας του 1994, όσον αφορά τη δια βίου κάλυψη) και τον Health Insurance Act, 1994 (Minimum Benefit) Regulations 1996 (κανονισμού του 1996 περί εκτελέσεως του νόμου περί ασφαλίσεως υγείας του 1994, όσον αφορά τις κατώτατες παροχές).
17 Η BUPA Ireland, που συστάθηκε σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτή, δραστηριοποιείται στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ από 1ης Ιανουαρίου 1997. Αποτελεί έκτοτε την κύρια ανταγωνίστρια του VHI στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, καθώς, κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής στην υπό κρίση υπόθεση, το μερίδιό της στην αγορά ήταν περίπου 15 %, από πλευράς ασφαλισμένων, και περίπου 11 %, από πλευράς εσόδων, ενώ το μερίδιο του VHI στην αγορά ήταν περίπου 85 % από πλευράς εσόδων και περίπου 80 % από πλευράς ασφαλισμένων. Σήμερα, περίπου το 50 % του πληθυσμού της Ιρλανδίας καλύπτεται από ΙΑΥ.
18 Εξάλλου, με τον 1994 Health Insurance Act, καθώς και με τους 1996 Health Insurance Regulations παρεχόταν στον Υπουργό Υγείας η αρμοδιότητα να θεσπίζει και να ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία του «Risk equalisation scheme» (σύστημα αντισταθμίσεως ασφαλισμένων κινδύνων, στο εξής: RES). Το 1997, ο Υπουργός Υγείας όρισε συμβουλευτική επιτροπή στην οποία ανέθεσε να διατυπώνει συστάσεις σχετικές με τη δημιουργία RES. Με έκθεσή της του 1998, η συμβουλευτική επιτροπή αποφάνθηκε ότι είναι αναγκαία η δημιουργία RES. Το 1999, το Υπουργείο Υγείας δημοσίευσε, καταρχάς, τεχνικό έγγραφο προς διαβούλευση και, κατόπιν, λευκή βίβλο, προτείνοντας τη θέσπιση RES.
19 Στις 2 Μαρτίου 1999, η BUPA Ireland υπέβαλε στην Επιτροπή καταγγελία κατά της εφαρμογής του προτεινόμενου RES, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Μεταξύ Μαρτίου του 1999 και Απριλίου του 2003, συμπλήρωσε την καταγγελία αυτή, υποβάλλοντας στην Επιτροπή υπομνήματα, εκθέσεις και έγγραφα.
20 Το 2001, ο 1994 Health Insurance Act τροποποιήθηκε από τον Health Insurance (Amendment) Act 2001, με τον οποίο εξουσιοδοτήθηκε ο Υπουργός Υγείας να θεσπίσει RES και συστάθηκε η Health Insurance Authority (αρμόδια για την ασφάλιση υγείας αρχή, στο εξής: HIA). Στην HIA ανατέθηκε, μεταξύ άλλων, να συμβουλεύει τον υπουργό σχετικά με την έναρξη των πληρωμών κατ’ εφαρμογή του RES (στο εξής: πληρωμές RES ή πληρωμές αντισταθμίσεως), καθώς και η διαχείριση των πληρωμών αυτών, μέσω ταμείου που συστάθηκε ειδικά για τον σκοπό αυτόν.
21 Η νομοθεσία δυνάμει της οποίας επιτράπηκε η εφαρμογή του RES τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2003.
22 Τον Οκτώβριο του 2004, εισήλθε στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ νέος ασφαλιστής, η εταιρία Vivas Healthcare, η οποία απαλλάχθηκε, δυνάμει του άρθρου 12 bis του 1994 Health Insurance Act, όπως αυτός τροποποιήθηκε, από τις πληρωμές RES για τρία έτη.
23 Στις 29 Απριλίου 2005, η HIA, βασιζόμενη σε έκθεσή της του Απριλίου του 2005, σύμφωνα με την οποία η «απόκλιση ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους» ήταν 4,7 %, συνέστησε στον Υπουργό Υγείας την έναρξη των πληρωμών RES.
24 Κατόπιν ασκήσεως προσφυγής από τις BUPA Insurance Ltd και BUPA Ireland ενώπιον του High Court (ανωτάτου δικαστηρίου της Ιρλανδίας) κατά, αφενός, της ιρλανδικής νομοθεσίας περί RES και, αφετέρου, της συστάσεως της HIA της 29ης Απριλίου 2005, το High Court, με απόφαση της 24ης Μαΐου 2005, η οποία τροποποιήθηκε στις 30 Μαΐου και στις 29 Δεκεμβρίου 2005, απέρριψε το αίτημα να απαγορευθεί στον Υπουργό Υγείας να διατάξει την έναρξη των πληρωμών RES, αναστέλλοντας, όμως, τις πληρωμές RES από τις προσφεύγουσες, μέχρι την έκδοση της επί της ουσίας αποφάσεως στην κύρια δίκη.
25 Στις 27 Ιουνίου 2005, ο Υπουργός Υγείας αποφάσισε να μην ακολουθήσει την από 29 Απριλίου 2005 σύσταση της HIA. Κατόπιν νέας συστάσεως της HIA, ο Υπουργός Υγείας αποφάσισε, στις 23 Δεκεμβρίου 2005, να ορίσει ως ημερομηνία ενάρξεως των πληρωμών RES την 1η Ιανουαρίου 2006, με την επιφύλαξη της αναστολής των πληρωμών αυτών από τις προσφεύγουσες, όπως είχε διατάξει το High Court.
26 Με απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2006, το High Court αποφάνθηκε επί της ουσίας της υποθέσεως, απορρίπτοντας την προσφυγή των προσφευγουσών.
II – Λειτουργία του RES
Σκοπός του RES
27 Κατ’ ουσίαν, το RES αποτελεί μηχανισμό που προβλέπει, αφενός, την καταβολή εισφοράς στην HIA από τους ασφαλιστές ΙΑΥ οι οποίοι έχουν χαμηλότερο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων από τον μέσο βαθμό της αγοράς, και, αφετέρου, την καταβολή αντίστοιχου ποσού από την HIA στους ασφαλιστές ΙΑΥ που έχουν υψηλότερο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων σε σχέση με τον μέσο βαθμό της αγοράς. Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνται μέσω ταμείου που συστάθηκε για τον σκοπό αυτό και το οποίο διαχειρίζεται η HIA (άρθρο 12 του RES).
Β – Έναρξη των πληρωμών RES
28 Κατά την οικεία νομοθεσία, η έναρξη των πληρωμών RES γίνεται κατά τα ακόλουθα στάδια.
29 Οι υπαγόμενοι στο RES ασφαλιστές ΙΑΥ υποχρεούνται να υποβάλλουν στην HIA εξαμηνιαίες εκθέσεις, αρχής γενομένης από 1ης Ιουλίου 2003 (άρθρο 9 του RES). Βάσει των εκθέσεων αυτών, η HIA εξετάζει και αξιολογεί την κατανομή των ασφαλισμένων κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ και υποβάλλει έκθεση, ενδεχομένως δε και σύσταση στον Υπουργό Υγείας (άρθρο 10 του RES).
30 Βάσει της εκθέσεως αυτής και, ενδεχομένως, της συστάσεως της HIA, ο Υπουργός Υγείας αποφασίζει αν θα πραγματοποιηθούν πληρωμές RES. Η απόφαση αυτή υπόκειται στις εξής προϋποθέσεις (άρθρο 10 του RES):
– αν η διαφορά ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους μεταξύ των επιχειρήσεων δεν υπερβαίνει το 2 % δεν γίνονται πληρωμές RES·
– αν η διαφορά ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους είναι από 2 % έως 10 %, ο Υπουργός Υγείας μπορεί να αποφασίσει την έναρξη των πληρωμών RES μόνον κατόπιν συστάσεως της HIA·
– αν η διαφορά ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους των επιχειρηματιών υπερβαίνει το 10 %, ο Υπουργός Υγείας είναι, καταρχήν, υποχρεωμένος να εκδώσει απόφαση περί ενάρξεως των πληρωμών RES, εκτός αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι για το αντίθετο.
Γ – Τρόπος υπολογισμού των πληρωμών RES
31 Ο τρόπος υπολογισμού των πληρωμών RES, οι οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται κατόπιν εκδόσεως σχετικής αποφάσεως, ορίζεται στο παράρτημα II του RES και εξηγείται λεπτομερώς στον Guide to the Risk Equalisation Scheme, 2003 as prescribed in Statutory Instrument No. 261 of 2003, July 2003 (οδηγό της HIA για το RES του 2003, στο εξής: οδηγός για το RES).
32 Οι πληρωμές RES καθορίζονται ευθέως σε σχέση με τις διαφορές που παρατηρούνται στον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ, ο οποίος εκτιμάται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων κινδύνου. Στα κριτήρια αυτά καταλέγονται, πρώτον, η ηλικία και το φύλο των ασφαλισμένων, καθώς και, ενδεχομένως, ένας διορθωτικός συντελεστής (από 0 έως 50 %), ο λεγόμενος «συντελεστής σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας» (health status weight factor), ο οποίος καθορίζεται βάσει της παρατηρούμενης χρήσεως των νοσοκομειακών υποδομών. Έως σήμερα, η HIA δεν έχει κάνει χρήση του εν λόγω διορθωτικού συντελεστή, ο οποίος είναι προς το παρόν μηδενικός, και εκτίμησε τις αποκλίσεις μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους με μοναδικά κριτήρια την ηλικία και το φύλο των ασφαλισμένων.
33 Σύμφωνα με τον οδηγό για το RES (σ. 14 επ.), η αρχή που διέπει τον υπολογισμό των πληρωμών RES είναι ότι κάθε ασφαλιστής ΙΑΥ πρέπει να φέρει το κόστος που θα τον βάρυνε αν είχε βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων ίσο με αυτόν της αγοράς. Το κόστος που αντιστοιχεί στον πραγματικό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων του ασφαλιστή, καθώς και στον αντίστοιχο μέσο βαθμό της αγοράς υπολογίζεται με βάση την ηλικία και το φύλλο των ασφαλισμένων. Προς τούτο, οι ασφαλισμένοι κατανέμονται, καταρχάς, σε διαφορετικές κατηγορίες ηλικίας και φύλου, προκειμένου να προσδιοριστεί το κόστος για κάθε κατηγορία, καθώς και το μέσο πραγματικό κόστος ανά ασφαλισμένο κάθε κατηγορίας. Δυνάμει του άρθρου 3 του RES, το κόστος που λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο αυτό είναι αποκλειστικά αυτό που προκύπτει από τις αιτήσεις αποδόσεως δαπανών (claims costs) που υποβάλλουν, κατά το διάστημα αναφοράς, οι ασφαλισμένοι στους ασφαλιστές ΙΑΥ, για την κάλυψη των εξόδων των υπηρεσιών νοσοκομειακής περίθαλψης. Εν συνεχεία, η HIA προσδιορίζει τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων στην αγορά ανά κατηγορία ηλικίας και φύλου σε σχέση με το σύνολο του ασφαλισμένου πληθυσμού, βάσει των στοιχείων που παρέχουν οι ασφαλιστές ΙΑΥ. Ο μέσος βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς υποκαθιστά, εν συνεχεία, τον αντίστοιχο πραγματικό βαθμό των ασφαλιστών ΙΑΥ ανά κατηγορία ηλικίας και φύλου, για να υπολογιστεί ποιο θα ήταν υποθετικά το κόστος των εν λόγω ασφαλιστών αν είχαν βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων ίσο με αυτόν της αγοράς. Τέλος, η διαφορά κόστους που προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ πραγματικού κόστους (υπολογιζομένου βάσει του πραγματικού βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων του ασφαλιστή) και του υποθετικού κόστους (υπολογιζομένου βάσει του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς) χρησιμοποιείται ως βάση υπολογισμού των διαλαμβανόμενων στη σκέψη 27 πληρωμών αντισταθμίσεως. Οι πληρωμές αυτές πρέπει να αντιστοιχούν ακριβώς στη διαφορά κόστους και μπορούν, με την εφαρμογή του «διορθωτικού συντελεστή εξισορροπήσεως» (zero sum adjustment factor), να υποστούν διορθώσεις, ώστε να διασφαλιστεί η αυτοχρηματοδότηση του συστήματος.
34 Αν και το RES εφαρμόζεται, θεωρητικά, σε κάθε ασφαλιστή ΙΑΥ που δραστηριοποιείται στην ιρλανδική αγορά, οι διάδικοι συμφωνούν ότι, υπό τις παρούσες περιστάσεις, η εφαρμογή του συνεπάγεται, ουσιαστικά, μεταφορά πόρων από την BUPA Ireland στον VHI.
III – Προσβαλλόμενη απόφαση
35 Στις 23 Ιανουαρίου 2003, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή για το RES, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
36 Με την απόφαση C (2003) 1322 τελικό, της 13ης Μαΐου 2003 (κρατική ενίσχυση N 46/2003-Ιρλανδία) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή αποφάσισε να μη διατυπώσει αντιρρήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 659/1999, σχετικά με τη θέσπιση του RES στην Ιρλανδία.
37 Το άρθρο 1 του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει:
«Οι πληρωμές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του [RES] περιορίζονται στο ποσό που είναι απολύτως αναγκαίο, ώστε οι ασφαλιστές [ΙΑΥ] να αποζημιώνονται για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν στο πλαίσιο υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, επομένως, κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.»
38 Εκθέτοντας τα σχετικά με το RES στοιχεία, στις σκέψεις 17 έως 30 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή περιγράφει λεπτομερώς το πεδίο εφαρμογής, καθώς και τη λειτουργία του RES. Στις σκέψεις 20 έως 30 της εν λόγω αποφάσεως περιγράφονται οι προϋποθέσεις ενάρξεως των πληρωμών RES (σκέψεις 20 έως 24), καθώς και τα κριτήρια και ο τρόπος υπολογισμού των πληρωμών RES (σκέψεις 25 έως 30).
39 Από νομικής απόψεως, η Επιτροπή κρίνει ότι το κοινοποιηθέν μέτρο «δεν συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ή, επικουρικώς, μπορεί να κηρυχθεί συμβατό με την κοινή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ» (σκέψεις 37 και 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
40 Προς στήριξη της εκτιμήσεως αυτής, η Επιτροπή ουσιαστικά έκρινε, αφενός, ότι το RES πληροί, καταρχήν, τα κριτήρια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Επισήμανε, συναφώς, ότι οι πληρωμές RES προέρχονται από δημόσιους πόρους, καθώς πραγματοποιούνται από ταμείο που έχει συσταθεί δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, χρηματοδοτείται από υποχρεωτικές εισφορές και ελέγχεται από τις δημόσιες αρχές, οι δε πληρωμές αυτές στην πράξη ωφελούν τον VHI, επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση με 85 % μερίδιο αγοράς, διότι αντισταθμίζουν το κόστος που θα πρέπει κανονικά να επωμιστεί η επιχείρηση αυτή. Έκρινε ότι οι πληρωμές αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τον ανταγωνισμό και το ενδοκοινοτικό εμπόριο και, επομένως, το RES μπορεί να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση (σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
41 Αφετέρου, η Επιτροπή εκτίμησε ότι η αντιστάθμιση που διασφαλίζεται μέσω του RES δεν συνιστά, εντούτοις, κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, διότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2001, C‑53/00, Ferring, Συλλογή 2001, σ. I‑9067, σκέψη 27), αντισταθμίζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στο πλαίσιο υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (στο εξής: υποχρεώσεις ΥΓΟΣ) σε όλους τους ασφαλιστές που δραστηριοποιούνται στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, υποχρεώσεις με τις οποίες επιδιώκεται να διασφαλιστεί για κάθε πρόσωπο στην Ιρλανδία ένα κατώτατο επίπεδο υπηρεσιών ΙΑΥ σε προσιτή τιμή και με την ίδια ποιότητα. Επισήμανε (σκέψεις 40 και 41 της προσβαλλομένης αποφάσεως) ότι τούτο επιτυγχάνεται με την αλληλεγγύη μεταξύ των ασφαλισμένων και ότι ειδικότερα:
– με την υποχρέωση περί ελεύθερης προσβάσεως, δηλαδή την υποχρέωση κάθε ασφαλιστή ΙΑΥ να συνάπτει σύμβαση ΙΑΥ με κάθε πρόσωπο που υποβάλλει σχετικό αίτημα, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου ή καταστάσεως υγείας, διασφαλίζεται ότι δεν θα αποκλειστούν από την ΙΑΥ οι ηλικιωμένοι ή τα πρόσωπα που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες,
– με την υποχρέωση περί δια βίου καλύψεως, διασφαλίζεται ότι οι ασφαλιστές ΙΑΥ δεν θα παύσουν να ασφαλίζουν ασφαλισμένους όταν αυτοί ασθενήσουν ή γεράσουν,
– με το ενιαίο τιμολόγιο οι ασφαλιστές ΙΑΥ υποχρεούνται να επιβάλλουν το ίδιο ασφάλιστρο σε όλους τους ασφαλισμένους για τον ίδιο τύπο προϊόντος, ανεξαρτήτως της καταστάσεως της υγείας τους, της ηλικίας τους ή του φύλου τους· κατά συνέπεια, τα ασφάλιστρα είναι υψηλότερα από αυτά που θα κατέβαλλαν οι νέοι σε ηλικία για την παροχή υπηρεσιών ΙΑΥ, οι οποίες θα τιμολογούνταν βάσει εκτιμήσεως του ασφαλιστικού κινδύνου, ενώ τα ασφάλιστρα που καταβάλλουν οι ηλικιωμένοι ή οι ασθενείς είναι σαφώς χαμηλότερα απ’ ό,τι θα ήταν αν καθορίζονταν με βάση τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο· το ενιαίο τιμολόγιο αποτελεί, έτσι, τη βάση της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών, διασφαλίζοντας για όλους τους ασφαλισμένους ότι μια χρόνια ασθένεια ή ένας σοβαρός τραυματισμός δεν θα καταστήσει απρόσιτο το κόστος της ασφαλίσεως·
– τέλος, οι κανόνες περί κατώτατων παροχών διασφαλίζουν ότι τα προτεινόμενα προϊόντα πληρούν ορισμένα κατώτατα κριτήρια ποιότητας, έστω και αν οι ασφαλιστές ΙΑΥ μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα ασφαλιστικά τους προϊόντα.
42 Σχετικά με το αν οι διαλαμβανόμενες στη σκέψη 41 υποχρεώσεις αποτελούν υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, πράγμα που αμφισβητούν οι προσφεύγουσες με την καταγγελία τους, η Επιτροπή έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι οι εθνικές αρχές έχουν την ευχέρεια να κρίνουν ότι ορισμένες υπηρεσίες είναι κοινής ωφέλειας και η παροχή τους πρέπει να διασφαλίζεται με την επιβολή υποχρεώσεων ΥΓΟΣ, εφόσον η αγορά δεν διαθέτει επαρκείς δυνάμεις για να διασφαλίσει την παροχή τους. Επισήμανε, εξάλλου, ότι, ελλείψει εναρμονίσεως, σε κοινοτικό επίπεδο, στον τομέα της ασφαλίσεως υγείας, οι εθνικές αρχές έχουν την αρμοδιότητα να επιβάλλουν υποχρεώσεις ΥΓΟΣ σε όλους τους επιχειρηματίες της οικείας αγοράς. Συναφώς, κατά την Επιτροπή, η ελευθερία που έχουν οι επιχειρηματίες στην Ιρλανδία να καθορίζουν τις τιμές και τα ασφαλιστικά προϊόντα δεν αναιρεί το ότι οι προβλεπόμενες στην οικεία νομοθεσία υποχρεώσεις συνιστούν υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, κατά το μέτρο που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων μιας αποστολής στο πλαίσιο υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (στο εξής: αποστολή ΥΓΟΣ), όπως είναι η πρόσβαση όλων όσων κατοικούν στην Ιρλανδία σε υπηρεσίες ΙΑΥ ορισμένου επιπέδου σε προσιτή τιμή και με την ίδια ποιότητα. Εκτίμησε, συναφώς, ότι οι ιρλανδικές αρχές δεν υπέπεσαν σε πρόδηλο σφάλμα, χαρακτηρίζοντας ως ΥΓΟΣ υπηρεσίες πέραν των παρεχομένων από το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και δέχθηκε, κατά συνέπεια, ότι οι επίμαχες εν προκειμένω υποχρεώσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ως υποχρεώσεις ΥΓΟΣ κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου (σκέψεις 42 έως 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
43 Εν συνεχεία, η Επιτροπή διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι η εφαρμογή του RES ήταν απολύτως αναγκαία για τη διατήρηση της σταθερότητας της οικείας αγοράς, για την εξουδετέρωση των διαφορών ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ και για την αντιστάθμιση της εκτελέσεως των επίμαχων υποχρεώσεων ΥΓΟΣ. Κατέληξε, έτσι, ότι το RES έχει αναλογικό χαρακτήρα (σκέψεις 50 έως 59 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
44 Σχετικά με την αναγκαιότητα του RES, επισήμανε ότι, σύμφωνα με οικονομικές μελέτες, σε ένα σύστημα όπου ισχύει ενιαίο τιμολόγιο, αν δεν υπάρχει RES, οι ασφαλιστές ΙΑΥ έχουν ισχυρό κίνητρο, παρά την υποχρέωση περί ελεύθερης προσβάσεως, να στοχεύουν, π.χ. μέσω επιλεκτικού μάρκετινγκ, τους υγιείς καταναλωτές μειωμένου ασφαλιστικού κινδύνου, ώστε να έχουν χαμηλότερο ενιαίο ασφάλιστρο από τους ανταγωνιστές τους. Επισήμανε, ακόμη, ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και χωρίς δυνατότητα κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων, οι καταναλωτές θα επιδίωκαν να αλλάξουν ασφαλιστή, πράγμα που θα προκαλούσε σπειροειδή αύξηση του κόστους για τους ασφαλιστές ΙΑΥ που έχουν περισσότερους, κατ’ αναλογία, ασφαλισμένους με κακή υγεία, οι οποίοι διαμορφώνουν αναλόγως τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων.
45 Σχετικά με την ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, η Επιτροπή έκρινε, βάσει της εκθέσεως της Irish Society of Actuaries του Απριλίου του 2002 και των διαθέσιμων στοιχείων, ότι η υφιστάμενη κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί σε «φαύλο κύκλο», κατά το μέτρο που ορισμένοι ασφαλιστές ΙΑΥ θα επιχειρούσαν να προσελκύσουν νέους σε ηλικία και υγιείς κατά κανόνα καταναλωτές μάλλον μέσω μιας στρατηγικής βασιζόμενης στην κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων, παρά μέσω μιας στρατηγικής βασιζόμενης στην ποιότητα και την αποτελεσματικότητα (υποσημείωση 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Κατά συνέπεια, εκτίμησε ότι, μολονότι δεν έχει παρατηρηθεί ακόμη αστάθεια στην αγορά, δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, στην οποία ισχύει ενιαίο τιμολόγιο, με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η διατήρηση της σταθερότητας στην αγορά, δια της θεσπίσεως του RES, το οποίο διασφαλίζει κατάλληλη κατανομή των ασφαλιστικών κινδύνων στην εν λόγω αγορά. Πράγματι, σε μία αγορά ΙΑΥ όπου η τιμολόγηση γίνεται βάσει του ασφαλιζομένου κινδύνου, το RES δεν θα ήταν αναγκαίο (σκέψεις 50 έως 52 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
46 Σχετικά με το αν το RES έχει αναλογικό χαρακτήρα, η Επιτροπή, αφενός, επισήμανε ότι η άνιση κατανομή ασφαλιστικών κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ δεν συνεπάγεται αυτομάτως την κίνηση του μηχανισμού RES, αλλά ότι τούτο συμβαίνει οσάκις πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, ιδίως αν οι αποκλίσεις ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων υπερβούν ορισμένα ποσοστά. Αφετέρου, παρατήρησε ότι το RES περιορίζει τις πληρωμές μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ στο επίπεδο που είναι απολύτως αναγκαίο ώστε να εξουδετερωθούν οι μεταξύ τους αποκλίσεις ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους. Εκτίμησε ότι ένα σύστημα που αποζημιώνει τους ασφαλιστές ΙΑΥ ανάλογα με τις δαπάνες τους για την κάλυψη «μεγάλων» κινδύνων, οι οποίοι υπερβαίνουν τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων στην αγορά, αποτελεί το αναγκαίο αντιστάθμισμα των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ που υπέχουν και λόγω των οποίων δεν επιτρέπεται να καθορίζουν τα ασφάλιστρα σε συνάρτηση με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο και να αρνούνται να ασφαλίσουν «μεγάλους» κινδύνους.
47 Η Επιτροπή επισήμανε, ακόμη, ότι οι ασφαλιστές ΙΑΥ δεν δικαιούνται αντιστάθμισμα για όλες τις δαπάνες που αποδίδουν στους ασφαλισμένους, διότι το RES θέτει συγκεκριμένο ανώτατο όριο, το οποίο αντιστοιχεί στο επίπεδο των παροχών που λαμβάνει η πλειονότητα των ασφαλισμένων στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, αποκλειομένων των παροχών «πολυτελείας». Επισήμανε, επίσης, ότι, στο πλαίσιο του RES, λαμβάνεται υπόψη το μέσο κόστος που βαρύνει τον ασφαλιστή και το οποίο διαμορφώνεται βάσει των αιτήσεων αποδόσεως δαπανών, ούτως ώστε να μην υπάρξει εξίσωση του μέσου κόστους ανά κατηγορία ασφαλισμένων και να μπορούν οι ασφαλιστές ΙΑΥ να διατηρήσουν τα κέρδη που έχουν πραγματοποιήσει λόγω της αποτελεσματικότητάς τους. Εκτίμησε, τέλος, ότι το RES περιορίζει την εφαρμογή του συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας, για τον προσδιορισμό του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων, στο 50 % της παρατηρούμενης χρήσεως των νοσοκομειακών υποδομών (ονομάζεται, επίσης, «πείρα της αγοράς»), πράγμα που αποτελεί πρόσθετο κίνητρο για τους ασφαλιστές να επιδιώκουν τη μείωση της διάρκειας της νοσηλείας, την έγκαιρη πραγματοποίηση εξετάσεων και την εν γένει ορθή διαχείριση. Επισήμανε ότι, κατά συνέπεια, το RES δεν αντισταθμίζει ποτέ στο σύνολό τους τις παρατηρούμενες στην αγορά διαφορές ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους (σκέψεις 27, 28 και 53 έως 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
48 Η Επιτροπή κατέληξε ότι, ακόμη και αν η αντιστάθμιση των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ θεωρούνταν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, πρόκειται για ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, με την επιφύλαξη της συμβατότητάς της με άλλους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα με την τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, πράγμα που πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της αρμόζουσας διαδικασίας (σκέψεις 60 και 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
49 Η Επιτροπή, με έγγραφο της 2ας Ιουνίου 2003, το οποίο απέστειλε σε απάντηση του εγγράφου των προσφευγουσών της 7ης Μαΐου 2003, τις ενημέρωσε ότι, κατά την εκτίμησή της, το RES δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ ή ότι κρίνεται συμβατό με την κοινή αγορά, δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
50 Με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 2003, η Επιτροπή διαβίβασε στις προσφεύγουσες, κατόπιν αιτήματός τους, αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο περιήλθε σε αυτές στις 11 Ιουνίου 2003.
51 Με έγγραφο της 23ης Ιουλίου 2003, η Επιτροπή επιβεβαίωσε στις προσφεύγουσες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά απόρριψη της καταγγελίας τους και τους διαβίβασε, σε απάντηση άλλου αιτήματός τους, κατάλογο με επτά οικονομικές μελέτες, τις οποίες είχαν προσκομίσει οι ιρλανδικές αρχές προς στήριξη του κοινοποιηθέντος σχεδίου ενισχύσεως, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για μελέτες «δημοσιευμένες».
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
52 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 20 Αυγούστου 2003, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να αναθέσει την υπόθεση σε πενταμελές τμήμα.
53 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αυθημερόν, οι προσφεύγουσες ζήτησαν από το Πρωτοδικείο, δυνάμει του άρθρου 76α, του Κανονισμού Διαδικασίας, να διεξαγάγει τη δίκη με την ταχεία διαδικασία. Με έγγραφο της 5ης Σεπτεμβρίου 2003, η καθής υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του αιτήματος αυτού. Με έγγραφο της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, το Πρωτοδικείο ενημέρωσε τις προσφεύγουσες σχετικά με την απόφασή του να απορρίψει το αίτημα για ταχεία διαδικασία.
54 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Νοεμβρίου και στις 12 και 17 Δεκεμβρίου 2003, αντιστοίχως, η Ιρλανδία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και ο VHI ζήτησαν να παρέμβουν στη δίκη υπέρ της καθής. Με διατάξεις της 3ης Φεβρουαρίου και της 2ας Απριλίου 2004, αντιστοίχως, ο πρόεδρος του τρίτου πενταμελούς τμήματος επέτρεψε, αφενός, στην Ιρλανδία και στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών και, αφετέρου, στον VHI να παρέμβουν στη δίκη υπέρ της καθής.
55 Με έγγραφο της 28ης Απριλίου 2004, η Ιρλανδία αντιτάχθηκε στην αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες και ζήτησε από το Πρωτοδικείο να της κοινοποιήσει όλα τα έγγραφα της διαδικασίας. Με διάταξη της 4ης Μαρτίου 2005, ο πρόεδρος του τρίτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου απέρριψε την υποβληθείσα από τις προσφεύγουσες αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως έναντι της Ιρλανδίας και διέταξε να της κοινοποιηθεί το πλήρες κείμενο των δικογράφων.
56 Οι παρεμβαίνοντες υπέβαλαν τα υπομνήματά τους παρεμβάσεως και οι προσφεύγουσες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί των υπομνημάτων αυτών εμπροθέσμως.
57 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Ιουνίου 2005, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση προσωρινών μέτρων, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑289/03 R και είχε ως αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με έγγραφο της 1ης Ιουλίου 2005, οι προσφεύγουσες παραιτήθηκαν από την αίτηση προσωρινών μέτρων. Με διάταξη της 12ης Σεπτεμβρίου 2005, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου διέταξε τη διαγραφή της υποθέσεως T‑289/03 R και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
58 Στις 19 Ιανουαρίου 2006, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση για την κατά προτεραιότητα εκδίκαση δυνάμει του άρθρου 55, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Επί της αιτήσεως αυτής, παρατηρήσεις κατέθεσαν η καθής, η Ιρλανδία και ο VHI.
59 Κατόπιν εισηγήσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (τρίτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και να εκδικάσει την υπόθεση κατά προτεραιότητα, δυνάμει του άρθρου 55, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, στο πλαίσιο δε των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 64 του κανονισμού αυτού κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε έγγραφες ερωτήσεις προ της διεξαγωγής της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Οι διάδικοι απάντησαν στις ερωτήσεις αυτές εμπροθέσμως.
60 Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τα αιτήματά τους και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Πρωτοδικείου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Μαρτίου 2007.
61 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,
– να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα,
– να απορρίψει ως απαράδεκτα τα επιχειρήματα που αντλούν η Ιρλανδία και ο VHI από το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ,
– να καταδικάσει τους παρεμβαίνοντες στα δικαστικά έξοδα.
62 Η καθής και οι υπέρ αυτής παρεμβαίνοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή,
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
I – Επί του παραδεκτού
Α – Επιχειρήματα των διαδίκων
63 Η καθής αμφισβητεί, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, το παραδεκτό της προσφυγής, για τον λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
64 Συναφώς, η καθής υποστηρίζει, αφενός, ότι το RES έχει εφαρμογή στο σύνολο των ασφαλιστών ΙΑΥ που δραστηριοποιούνται στην ιρλανδική αγορά και, επομένως, εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων προσδιοριζομένων αφηρημένως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την έκθεση της HIA προς τον Υπουργό Υγείας, της 28ης Απριλίου 2004, η οποία διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 14 Μαΐου 2004, και αντιθέτως προς τον ισχυρισμό που διατυπώνεται στο δικόγραφο της προσφυγής, ότι μόνον οι προσφεύγουσες και ο VHI υπόκεινται στο RES, στο σύστημα αυτό υπόκειται και τρίτος ασφαλιστής ΙΑΥ, το Staff Medical Provident Fund του Electricity Supply Board (στο εξής: SMPF). Επομένως, οι προσφεύγουσες δεν θίγονται ατομικά λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή λόγω υπάρξεως μιας πραγματικής κατάστασης που τις διακρίνει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο (απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 2002, C‑50/00 P, Unión de Pequeños Agricultores κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. I‑6677, σκέψη 36), η δε περίπτωσή τους διαφέρει από εκείνη που κρίθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαΐου 1991, C‑358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. I‑2501). Το ότι είναι δυνατόν, σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, να πιθανολογηθεί η ταυτότητα των δικαιούχων του RES ουδέν προδικάζει όσον αφορά τον κύκλο των προσώπων που υπόκεινται στο εν λόγω σύστημα.
65 Αφετέρου, η καθής υποστηρίζει ότι η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε εφαρμογή του RES, διότι τούτο προϋποθέτει, επιπλέον, σύσταση της HIA και αποδοχή της από τον υπουργό (απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Νοεμβρίου 2001, T‑9/98, Mitteldeutsche Erdöl-Raffinerie κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑3367, σημείο 51). Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η καθής διευκρίνισε, συναφώς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα, διότι η εφαρμογή του RES προϋποθέτει την εκ μέρους των ιρλανδικών αρχών λήψη ενδιάμεσων μέτρων δυναμένων να προσβληθούν στα εθνικά δικαστήρια.
66 Με τις παρατηρήσεις επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, η καθής προσθέτει ότι η προσφυγή σκοπεί, κατ’ ουσίαν, στην αμφισβήτηση του βασίμου της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, η προσφυγή δεν μπορεί να κριθεί παραδεκτή με το αιτιολογικό ότι σκοπεί στην προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων των προσφευγουσών, κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, όπως αυτά έχουν αναγνωριστεί με την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 1993, C‑198/91, Cook κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑2487).
67 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η καθής είναι αντίθετη στο άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, διότι προβλήθηκε εκπροθέσμως με το υπόμνημα ανταπαντήσεως. Επιπλέον, υπενθυμίζουν, αφενός, ότι η κίνηση του μηχανισμού του RES συνεπάγεται αναπόφευκτα πληρωμές από την BUPA Ireland στον VHI και, αφετέρου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την περάτωση της προκαταρκτικής εξετάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Εντούτοις, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι το SMPF υπόκειται επίσης στο RES και ότι ενδέχεται να λάβει χρηματικά ποσά στο πλαίσιο της εφαρμογής του.
68 Οι προσφεύγουσες καταλήγουν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η προσβαλλόμενη απόφαση τις αφορά άμεσα και ατομικά. Επιπλέον, η προσφυγή τους στηρίζεται επίσης σε λόγο αντλούμενο από παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, και σκοπεί την προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων τους. Επικαλούνται την απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Μαρτίου 2004, T‑157/01, Danske Busvognmænd κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑917, σκέψη 41), με την οποία το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε ότι ο προσφεύγων διάδικος, εφόσον ζητεί την ολική ή μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί θεμιτώς να επικαλεσθεί οποιονδήποτε από τους λόγους ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
Β – Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
1. Επί του παραδεκτού της ενστάσεως απαραδέκτου
69 Σε απάντηση του επιχειρήματος των προσφευγουσών ότι η ένσταση απαραδέκτου προβλήθηκε εκπροθέσμως, κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, αρκεί η επισήμανση ότι, σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως του προσφεύγοντος αποτελεί δημοσίας τάξεως λόγο απαραδέκτου, κατά την έννοια του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, τον οποίο το Πρωτοδικείο μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της δίκης και ανεξαρτήτως των λόγων και των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι διάδικοι (βλ., σχετικώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Απριλίου 2005, T‑141/03, Sniace κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1197, σκέψεις 20 έως 22, και της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑210/02, British Aggregates κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑2789, σκέψη 57). Διαπιστώνεται, εξάλλου, ότι η καθής επικαλείται, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, νέο πραγματικό περιστατικό, για το οποίο η Ιρλανδία την ενημέρωσε μόλις στις 14 Μαΐου 2004 και το οποίο συνίσταται στο ότι ένας τρίτος ασφαλιστής ΙΑΥ, το SMPF, είναι επίσης υπόχρεος πληρωμών RES.
70 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το βάσιμο της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η καθής.
2. Επί του βασίμου της ενστάσεως απαραδέκτου
Σχετικά με το αν οι προσφεύγουσες θίγονται ατομικά
71 Η καθής αμφισβητεί κυρίως το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τις προσφεύγουσες ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
72 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τα πρόσωπα που δεν είναι αποδέκτες αποφάσεως μπορούν να επικαλεστούν ότι η εν λόγω απόφαση τα αφορά ατομικά μόνον αν η απόφαση αυτή τα θίγει λόγω ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και έτσι τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939, Cook κατά Επιτροπής, σκέψη 66 ανωτέρω, σκέψη 20, και απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑298/00 P, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑4087, σκέψη 36). Όταν πρόκειται, ειδικότερα, για απόφαση της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 88 ΕΚ διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, της προβλεπόμενης στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού προκαταρκτικής εξετάσεως των ενισχύσεων, η οποία έχει ως μοναδικό σκοπό να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να σχηματίσει μια πρώτη γνώμη ως προς το αν η συγκεκριμένη ενίσχυση συμβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει με την κοινή αγορά, και, αφετέρου, της προβλεπόμενης στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου εξετάσεως. Μόνο στο πλαίσιο αυτής της φάσεως, σκοπός της οποίας είναι να διαφωτιστεί πλήρως η Επιτροπή εφ’ όλων των στοιχείων της υποθέσεως, προβλέπει η Συνθήκη υποχρέωση της Επιτροπής να ζητήσει από τους ενδιαφερομένους να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους (αποφάσεις του Δικαστηρίου Cook κατά Επιτροπής, σκέψη 66 ανωτέρω, σκέψη 22, της 15ης Ιουνίου 1993, C-225/91, Matra κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3203, σκέψη 16, της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 Ρ, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. Ι-1719, σκέψη 38, και της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C‑78/03 P, Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, Συλλογή 2005, σ. I‑10737, σκέψεις 33 και 34).
73 Όταν η Επιτροπή, χωρίς να έχει κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, διαπιστώνει, με απόφαση εκδιδόμενη βάσει της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, ότι μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, εκείνοι υπέρ των οποίων έχουν τεθεί αυτές οι διαδικαστικές εγγυήσεις μπορούν να επιτύχουν την τήρησή τους μόνον αν έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την απόφαση αυτή της Επιτροπής ενώπιον του κοινοτικού δικαστηρίου (αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής, σκέψη 66 ανωτέρω, σκέψη 23, Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 17, και Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 40). Για τους λόγους αυτούς, η προσφυγή ακυρώσεως κατά τέτοιας αποφάσεως, την οποία έχει ασκήσει ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, κρίνεται παραδεκτή από τον κοινοτικό δικαστή εφόσον ο προσφεύγων επιδιώκει, με την άσκηση της προσφυγής του, την προστασία των διαδικαστικών δικαιωμάτων που αντλεί από τη διάταξη αυτή (αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής, σκέψη 66 ανωτέρω, σκέψεις 23 έως 26, και Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψεις 17 έως 20). Όμως, ενδιαφερόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, δυνάμενοι να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, είναι τα πρόσωπα, οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις των οποίων τα συμφέροντα θίγονται, ενδεχομένως, από τη χορήγηση ενισχύσεως, δηλαδή ιδίως οι ανταγωνίστριες των δικαιούχων της ενισχύσεως αυτής επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές οργανώσεις (αποφάσεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 41, και Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψεις 35 και 36).
74 Αντιθέτως, αν ο προσφεύγων αμφισβητεί το βάσιμο αυτής καθαυτής της αποφάσεως περί εκτιμήσεως της ενισχύσεως, το γεγονός και μόνον ότι μπορεί να θεωρηθεί ενδιαφερόμενος κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ δεν αρκεί ώστε να κριθεί παραδεκτή η προσφυγή. Οφείλει, τότε, να αποδείξει ότι η περίπτωσή του παρουσιάζει ιδιαιτερότητες, κατά την έννοια της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω. Τούτο ισχύει, ιδίως, στην περίπτωση που η θέση του προσφεύγοντος στην αγορά επηρεάζεται αισθητά από την ενίσχυση που αποτελεί το αντικείμενο της αμφισβητούμενης αποφάσεως (βλ., απόφαση Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 37, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
75 Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες ουσιαστικά αμφισβητούν, ιδίως με τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, την επί της ουσίας νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ μόνον ο έκτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας και, ως εκ τούτου, από μη τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, τις οποίες θα μπορούσαν να επικαλεστούν οι προσφεύγουσες ως ενδιαφερόμενοι. Στο πλαίσιο του τελευταίου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προβάλλουν, εξάλλου, ότι η Επιτροπή έπρεπε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας λόγω αμφιβολιών ως προς τη συμβατότητα του RES με την κοινή αγορά, οφειλόμενων στην πολυπλοκότητα των πραγματικών περιστατικών και των οικονομικών πτυχών της υποθέσεως.
76 Όσον αφορά, καταρχάς, το αν οι προσφεύγουσες νομιμοποιούνται ενεργητικώς να αξιώσουν τον σεβασμό των διαδικαστικών δικαιωμάτων τους, η καθής δεν αμφισβητεί ότι οι προσφεύγουσες, και ιδίως η BUPA Ireland, ως κύρια ανταγωνίστρια του VHI στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, είναι ενδιαφερόμενοι κατά την έννοια της παρατεθείσας στη σκέψη 69 νομολογίας. Συναφώς, το ότι, εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες είχαν τη δυνατότητα, αφού υπέβαλαν τη σχετική με το RES καταγγελία το 1999, δηλαδή προτού η Επιτροπή διεξαγάγει την έρευνά της σχετικά με το RES, περί του οποίου η Ιρλανδία ενημέρωσε την Επιτροπή το 2003, να προβάλουν τα επιχειρήματά τους στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ προκαταρκτικής εξετάσεως δεν αρκεί για να τους στερήσει το δικαίωμά τους να τηρηθεί η διαδικαστική εγγύηση που ρητώς τους παρέχει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2006, T‑34/02, Le Levant 001 κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑267, σκέψεις 94 έως 98). Επομένως, οι προσφεύγουσες έχουν ενεργητική νομιμοποίηση κατά το μέτρο που αξιώνουν τον σεβασμό των διαδικαστικών δικαιωμάτων που αντλούν από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
77 Όσον αφορά, περαιτέρω, το αν οι προσφεύγουσες έχουν την ενεργητική νομιμοποίηση να αμφισβητήσουν τη βασιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός της καθής ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν τις αφορά ατομικά, κατά την έννοια της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω.
78 Συγκεκριμένα, όσον αφορά, καταρχάς, την BUPA Ireland, δεν αμφισβητείται ότι, αν και το RES εφαρμόζεται θεωρητικώς σε όλους τους ασφαλιστές που δραστηριοποιούνται στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, αφενός, η BUPA Ireland αποτελεί τον κύριο ανταγωνιστή του VHI στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, στην οποία ο VHI κατέχει δεσπόζουσα θέση και, αφετέρου, η εφαρμογή του RES συνεπάγεται οπωσδήποτε, αρχικώς, πληρωμές RES από την BUPA Ireland αποκλειστικά προς το VHI, μέσω του ταμείου που διαχειρίζεται η HIA. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση όχι μόνο θίγει ουσιωδώς τη θέση της BUPA Ireland στην ιρλανδική αγορά από απόψεως ανταγωνισμού, αλλά και την καθιστά, κατά τον χρόνο εκδόσεώς της, τον μοναδικό χρηματοδότη του ταμείου που συστάθηκε για το RES. Δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, συναφώς, το επιχείρημα της καθής ότι στα πρόσωπα που θίγονται από το RES και, ως εκ τούτου, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως περιλαμβάνεται και το SMPF, καθόσον δεν προβάλλεται ότι το γεγονός αυτό μετριάζει την επιβάρυνση της BUPA Ireland ως μόνου χρηματοδότη. Επιπλέον, η BUPA Ireland, καθώς και η δεύτερη και η τρίτη προσφεύγουσα, υπέβαλαν καταγγελία στην Επιτροπή λόγω του φόβου τους ότι η θέση τους θα θιγεί σε σημαντικό βαθμό, από πλευράς ανταγωνισμού, ή ακόμη ότι θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, η δε BUPA Ireland ήταν η μόνη τρίτη ενδιαφερόμενη που είχε ενεργό συμμετοχή, κατόπιν διαμάχης που διήρκεσε περίπου τρία έτη, στη διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, της οποίας το περιεχόμενο διαμόρφωσε, τουλάχιστον εν μέρει (βλ., μεταξύ άλλων, σκέψεις 33 έως 35 και 42 έως 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
79 Από τα προεκτεθέντα, το Πρωτοδικείο συνάγει ότι η BUPA Ireland απέδειξε ένα σύνολο στοιχείων που στοιχειοθετούν ιδιαίτερη κατάσταση, η οποία τη χαρακτηρίζει έναντι της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματία (βλ., σχετικά, την απόφαση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, σκέψη 64 ανωτέρω, σκέψη 17). Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση εξατομικεύει την BUPA Ireland ως αποδέκτρια.
80 Εν συνεχεία, όσον αφορά το αν η δεύτερη και η τρίτη προσφεύγουσα θίγονται ατομικά, αρκεί η διαπίστωση ότι οι διαλαμβανόμενες στις σκέψεις 78 και 79 εκτιμήσεις ισχύουν mutatis mutandis διότι, κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής και μέχρι σήμερα, οι εν λόγω προσφεύγουσες αποτελούν, μαζί με την BUPA Ireland, όμιλο επιχειρήσεων στο πλαίσιο του οποίου η πρώτη προσφεύγουσα, η BUPA United Provident Association Ltd, ελέγχει τις θυγατρικές BUPA Insurance Ltd (δεύτερη προσφεύγουσα) και BUPA Ireland (τρίτη προσφεύγουσα) κατά 100 % (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Απριλίου 1999, T‑112/97, Monsanto κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑1277, σκέψεις 57 και 58, οι οποίες δεν αναιρέθηκαν με την απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιανουαρίου 2002, C‑248/99 P, Γαλλία κατά Monsanto και Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑1).
Σχετικά με το αν οι προσφεύγουσες θίγονται άμεσα
81 Όσον αφορά το ζήτημα που θέτει η καθής, περί του αν οι προσφεύγουσες θίγονται άμεσα, αποτελεί πάγια νομολογία ότι η αμφισβητούμενη πράξη πρέπει να επηρεάζει άμεσα τη νομική κατάσταση του ενδιαφερομένου, η δε εφαρμογή της να έχει καθαρώς αυτόματο χαρακτήρα και να απορρέει αποκλειστικώς από την κοινοτική ρύθμιση, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλομένων πράξεων. Το ίδιο ισχύει και για απόφαση περί εγκρίσεως ενισχύσεων, οσάκις η πιθανότητα να αποφασίσουν οι εθνικές αρχές να μη χορηγήσουν τις επιτραπείσες με την προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπή ενισχύσεις είναι απλώς θεωρητική και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εν λόγω αρχές θα ενεργήσουν κατά τον τρόπο αυτό (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις του Πρωτοδικείου Mitteldeutsche Erdöl-Raffinerie κατά Επιτροπής, σκέψη 65 ανωτέρω, σκέψεις 47 και 48, της 27ης Απριλίου 1995, T‑435/93, ASPEC κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑1281, σκέψεις 60 και 61, και AAC κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑442/93, Συλλογή 1995, σ. II‑1329, σκέψεις 45 και 46· βλ., επίσης, απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου 1998, C‑386/96 P, Dreyfus κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑2309, σκέψεις 43 και 44).
82 Εν προκειμένω, από τα περιστατικά προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ιδίως, από τις ενέργειες μετά την ελευθέρωση της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ, περιλαμβανομένης της συστάσεως της HIA (βλ. σκέψεις 18 επ. ανωτέρω), προκύπτει ότι οι ιρλανδικές αρχές είχαν σαφώς την πρόθεση να εφαρμόσουν το RES, του οποίου το περιεχόμενο συζητήθηκε και αναθεωρήθηκε επανειλημμένως, ενώ τα μόνα ζητήματα που έμειναν εκκρεμή ήταν η ακριβής ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής του RES και των πληρωμών RES, καθώς και ο καθορισμός του ύψους των πληρωμών αυτών. Επομένως, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η πιθανότητα οι ιρλανδικές αρχές να μην εφαρμόσουν το RES ήταν καθαρά θεωρητική, η δε καθυστέρηση της εφαρμογής του οφειλόταν αποκλειστικά στην άσκηση προσφυγών από τις προσφεύγουσες ενώπιον του High Court κατά των εκτελεστικών διατάξεων της οικείας ιρλανδικής νομοθεσίας.
83 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της καθής ότι η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνεπαγόταν οπωσδήποτε την εφαρμογή του RES, δεδομένου ότι οι ιρλανδικές αρχές έπρεπε να εκδώσουν ορισμένες παρεμβαλλόμενες πράξεις, κατά των οποίων μπορούσε να ασκηθεί ένδικο βοήθημα.
84 Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα και ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, και η προσφυγή κρίνεται παραδεκτή στο σύνολό της.
85 Συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η καθής απορρίπτεται.
ΙΙ – Επί του βασίμου
Α – Προκαταρκτική παρατήρηση
86 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν επτά λόγους προς στήριξη της προσφυγής τους, οι οποίοι αντλούνται ο πρώτος από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ο δεύτερος από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, ο τρίτος από νομική πλάνη συνιστάμενη στην παράλειψη εξετάσεως της νομιμότητας του RES υπό το πρίσμα του άρθρου 86, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 ΕΚ, ο τέταρτος από νομική πλάνη συνιστάμενη στην παράλειψη εξετάσεως της νομιμότητας του RES υπό το πρίσμα των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ, ο πέμπτος από νομική πλάνη και από πλημμελή αιτιολογία, λόγω μη δέουσας εξετάσεως της νομιμότητας του RES υπό το πρίσμα της τρίτης οδηγίας για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, ο έκτος από παράνομη παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, και ο έβδομος από παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
87 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, καταρχάς, ότι τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου λόγου αλληλοεπικαλύπτονται σε πολύ μεγάλο βαθμό. Με τα επιχειρήματα αυτά τίθεται, ειδικότερα, το ζήτημα του αν υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ, καθώς και το ζήτημα της αναγκαιότητας του RES, σε σχέση με την εκπλήρωση της αποστολής αυτής, και του αναλογικού χαρακτήρα του. Επομένως, πρέπει να προηγηθεί ουσιαστική ανάλυση όλων των επιχειρημάτων, ώστε να ληφθούν, εν συνεχεία, λυσιτελώς υπόψη κατά την εξέταση των δύο αυτών λόγων ακυρώσεως.
Β – Επί του πρώτου και του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ
i) Επιχειρήματα των προσφευγουσών
1) Γενικές παρατηρήσεις
88 Καταρχάς, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, αμφισβητούν το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το οποίο το RES «δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, [ΕΚ]». Παρατηρούν ότι η καθής δεν προβάλλει επιχειρήματα προς αντίκρουση του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως οπότε, γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
89 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, ακόμη, ότι η Επιτροπή ορθώς επισήμανε, στη σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το RES πληροί, καταρχήν, τα κριτήρια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και ότι μπορεί, ως εκ τούτου, να συνιστά κρατική ενίσχυση. Ωστόσο, στις σκέψεις 61 και 62 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή δέχεται, εσφαλμένως, ότι το RES δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, διότι λειτουργεί ως αντιστάθμισμα υποχρεώσεων ΥΓΟΣ. Ωστόσο, δεν πληρούνται, εν προκειμένω, οι καθορισθείσες από το Δικαστήριο προϋποθέσεις αντισταθμίσεως τέτοιων υποχρεώσεων (απόφαση Ferring, σκέψη 41 ανωτέρω, σκέψη 27, και απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, C‑280/00, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg, Συλλογή 2003, σ. I‑7747, στο εξής: απόφαση Altmark, σκέψεις 87 έως 93). Ειδικότερα, με την απόφαση Altmark, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον μια κρατική παρέμβαση θεωρείται ως αντιστάθμιση αποτελούσα την αντιπαροχή έναντι παρεχομένων εκ μέρους των δικαιούχων επιχειρήσεων υπηρεσιών προς εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, έτσι ώστε οι επιχειρήσεις αυτές να μην επωφελούνται στην πραγματικότητα από ένα οικονομικό πλεονέκτημα, με αποτέλεσμα να μη περιέρχονται οι επιχειρήσεις αυτές, λόγω της ως άνω παρεμβάσεως, σε ευνοϊκότερη θέση ως προς τον ανταγωνισμό σε σχέση με τις επιχειρήσεις που τις ανταγωνίζονται, η παρέμβαση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (προπαρατεθείσα απόφαση Altmark, σκέψη 87). Εξάλλου, κατά το Δικαστήριο, πρέπει προς τούτο να πληρούνται σωρευτικώς τέσσερις προϋποθέσεις (προπαρατεθείσα απόφαση Altmark, σκέψεις 88 έως 93), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
90 Συναφώς, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η προσπάθεια της καθής να αποφύγει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στηριζόμενη αποκλειστικά στο άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, διότι το διατακτικό της εν λόγω αποφάσεως δεν παραπέμπει στο άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ και η σχετική αιτιολογία, στη σκέψη 61 της αποφάσεως αυτής, είναι ανεπαρκής. Ακόμη και αν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ είναι αντίστοιχες με αυτές του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, πράγμα που δεν θα αμφισβητούσε η καθής, η επιχειρηματολογία της δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, διότι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη υποχρεώσεως ΥΓΟΣ, δυνάμενης να δικαιολογήσει το RES, ούτε ο αναλογικός χαρακτήρα του συστήματος αυτού, κατά την έννοια της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
91 Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες προβάλλουν, ακόμη, ότι, αντιθέτως προς την καθής και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Ιρλανδία και ο VHI επιχειρούν να υπερασπιστούν τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τον ισχυρισμό ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω. Ωστόσο, κατά το άρθρο 116, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι παρεμβαίνοντες διάδικοι οφείλουν να αποδέχονται τη δίκη στο στάδιο που αυτή βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς τους, χωρίς να μπορούν να τροποποιήσουν το πλαίσιο της διαφοράς (απόφαση του Πρωτοδικείου της 24ης Οκτωβρίου 1997, T‑243/94, British Steel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑1887, σκέψη 70), όπως αυτό καθορίζεται από τα δικόγραφα των προσφευγουσών και της καθής. Δεδομένου, όμως, ότι η καθής δεν προέβαλε επιχειρήματα αντλούμενα από το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, το πλαίσιο της διαφοράς, κατά τον χρόνο της παρεμβάσεως, ορίζεται αποκλειστικά από το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Γι’ αυτό, κατά τις προσφεύγουσες, τα σχετικά με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ επιχειρήματα της Ιρλανδίας και του VHI πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
92 Σε κάθε περίπτωση, οι πλημμέλειες στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι δυνατόν να θεραπευθούν κατά τη διάρκεια της δίκης και αναδρομικά, με την προβολή νέων πραγματικών και νομικών επιχειρημάτων από τους παρεμβαίνοντες (απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Οκτωβρίου 2002, T‑5/02, Tetra Laval κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑4381, σκέψεις 255, 271 και 282· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Fennelly στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2000, C‑15/98 και C‑105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑8855, I‑8894, σημείο 70). Επομένως, τα επιχειρήματα της Ιρλανδίας και του VHI πρέπει, ούτως ή άλλως, να απορριφθούν ως αβάσιμα.
93 Τέλος, όσον αφορά το υπόμνημα παρεμβάσεως της Ιρλανδίας, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, κατά το άρθρο 116, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας και κατά τη νομολογία (απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1997, T‑84/96, Cipeke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑2081, σκέψεις 31 και 34), τα επιχειρήματα επί της ουσίας που περιλαμβάνονται στα συνημμένα έγγραφα υπ’ αριθ. 4, 7, 9 και 10 του υπομνήματος αυτού είναι παραδεκτά μόνον εφόσον έχουν προβληθεί με αυτό καθαυτό το υπόμνημα.
94 Οι προσφεύγουσες τονίζουν ότι, εν προκειμένω, οι τέσσερις προϋποθέσεις της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, δεν πληρούνται ως προς το RES. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν εξέτασε καθόλου τη δεύτερη, την τρίτη και την τέταρτη προϋπόθεση, διότι δέχθηκε την άποψη των ιρλανδικών αρχών σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, χωρίς να διατυπώσει δική της εκτίμηση.
2) Επί της πρώτης προϋποθέσεως, να είναι οι υποχρεώσεις ΥΓΟΣ πραγματικές και σαφώς καθορισμένες
95 Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν την πρώτη προϋπόθεση που διατύπωσε το Δικαστήριο με τη σκέψη 89 της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, κατά την οποία η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας και οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένες.
96 Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι, λόγω, ιδίως, της στενής σχέσεως μεταξύ του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, η χρησιμοποιούμενη από το Δικαστήριο έννοια της υποχρεώσεως δημόσιας υπηρεσίας είναι ισοδύναμη με αυτή της υποχρεώσεως ΥΓΟΣ (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ferring, σημείο 41 ανωτέρω, Συλλογή 2001, σ. I‑9069, σημεία 51 και 60, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Νοεμβρίου 2003, C‑126/01, GEMO, Συλλογή 2003, σ. I‑13769, I‑13772). Η Επιτροπή δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι δύο αυτές έννοιες έχουν αντίστοιχο περιεχόμενο. Επιπλέον, έχει δημοσίως διευκρινίσει ότι αυτές οι δύο έννοιες αναφέρονται σε υπηρεσίες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, οι οποίες καλύπτουν τις ανάγκες του ευρύτερου κοινού (έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την πρόοδο των εργασιών όσον αφορά τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που συνδέονται με τις υπηρεσίες [ΥΓΟΣ], τμήμα 2, δεν λειτουργούν προς όφελος ειδικών κατηγοριών χρηστών (ανεπίσημο έγγραφο της Επιτροπής σχετικά με τις ΥΓΟΣ και τις κρατικές ενισχύσεις, της 12ης Νοεμβρίου 2002, σ. 21) και, συνεπώς, έχουν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: «την καθολική υπηρεσία, τη συνέχεια της υπηρεσίας, την ποιότητα της υπηρεσίας, το προσιτό κόστος, καθώς και την προστασία των χρηστών και των καταναλωτών» (πράσινο βιβλίο της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, της 21ης Μαΐου 2003, COM (2003) 270 τελικό, σημείο 49).
97 Κατά την άποψη των προσφευγουσών, υπό το πρίσμα της σχετικής με τις υποχρεώσεις ΥΓΟΣ νομολογίας, οι ως άνω προϋποθέσεις περιέχουν ένα επιπλέον ουσιώδες χαρακτηριστικό, ότι, δηλαδή, λόγω του καθολικού χαρακτήρα της υπηρεσίας, η παροχή της πρέπει να είναι υποχρεωτική (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1981, 172/80, Züchner, Συλλογή 1981, σ. 2021, σκέψη 7, της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C‑179/90, Merci Convenzionali Porto di Genova, Συλλογή 1991, σ. I‑5889, σκέψη 27, της 27ης Απριλίου 1994, C‑393/92, Almelo, Συλλογή 1994, σ. I‑1477, σκέψη 48, της 17ης Ιουλίου 1997, C‑242/95, GT‑Link, Συλλογή 1997, σ. I‑4449, και της 18ης Ιουνίου 1998, C‑266/96, Corsica Ferries France, Συλλογή 1998, σ. I‑3949, σκέψη 45).
98 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, εξάλλου, ότι, λόγω του ειδικού και περιορισμένου περιεχομένου της έννοιας της υποχρεώσεως ΥΓΟΣ, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι όλες οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, που επιβάλλουν υποχρεώσεις σε μια επιχείρηση, έχουν τεθεί για λόγους κοινής ωφέλειας ή δημοσίου συμφέροντος, τούτο δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι υποχρεώσεις αποτελούν υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, υπό τη στενή του όρου έννοια, για την εκτέλεση των οποίων το κράτος μέλος μπορεί νομίμως να αποζημιώνει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νομολογία και την πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή κατά τη λήψη των αποφάσεών της, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, της επιβολής υποχρεώσεων ΥΓΟΣ και, αφετέρου, του ελέγχου και της ρυθμίσεως της δραστηριότητας των επιχειρήσεων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Μαρτίου 1983, 7/82, GVL κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 483, σκέψεις 31 και 32, και της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C‑18/88, GB-Inno-BM, Συλλογή 1991, σ. I‑5941, σκέψη 22, απόφαση 97/606/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 1997, δυνάμει του άρθρου [86, παράγραφος 3, ΕΚ], σχετικά με το αποκλειστικό δικαίωμα μετάδοσης τηλεοπτικών διαφημίσεων στη Φλάνδρα, ΕΕ L 244, σ. 18, αιτιολογική σκέψη 14, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 1999, T‑266/97, Vlaamse Televisie Maatschappij κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑2329). Κατά τις προσφεύγουσες, αν τούτο δεν ίσχυε και αν τα κράτη μέλη δεν ήταν υποχρεωμένα να συμμορφώνονται προς αυτόν τον ειδικό και περιορισμένο ορισμό της έννοιας της υποχρεώσεως ΥΓΟΣ, θα μπορούσαν να καταστρατηγήσουν το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, παρέχοντας αποζημίωση για πάσης φύσεως υποχρέωση που επιβάλλουν στις επιχειρήσεις για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
99 Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι η υποχρέωση ΥΓΟΣ αποτελεί έννοια του κοινοτικού δικαίου και ερμηνεύεται αντικειμενικά, όπως και η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ έννοια της κρατικής ενισχύσεως, της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο μέρος (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 13, και της 16ης Μαΐου 2000, C‑83/98 P, Γαλλία κατά Ladbroke Racing και Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑3271, σκέψη 25, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση GEMO, σκέψη 96 ανωτέρω, σημείο 73). Αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία κατά την οποία η έννοια της ΥΓΟΣ του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται στενά (αποφάσεις του Δικαστηρίου GT‑Link, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 50, και της 23ης Οκτωβρίου 1997, C‑157/94, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1997, σ. I‑5699, σκέψη 37), ώστε τα κράτη μέλη να μην έχουν τη δυνατότητα να αποφύγουν την εφαρμογή των σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις κανόνων.
100 Ενώ το κράτος μέλος μπορεί ελεύθερα να αποφασίσει, ασκώντας την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει, τον τρόπο με τον οποίον επιθυμεί να διασφαλίσει και να ρυθμίσει την εκπλήρωση μιας ΥΓΟΣ [έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την πρόοδο των εργασιών όσον αφορά τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις που συνδέονται με τις υπηρεσίες (ΥΓΟΣ), τμήμα 4.1, απόφαση της Επιτροπής SG (99) D/10201, της 14ης Δεκεμβρίου 1999, περί της κρατικής ενισχύσεως NN 88/98 – Ηνωμένο Βασίλειο], ο χαρακτηρισμός μιας υποχρεώσεως ως υποχρεώσεως ΥΓΟΣ υπόκειται στον πλήρη έλεγχο των κοινοτικών οργάνων (απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου 1985, 41/83, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 873, σκέψη 30).
101 Συναφώς, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τους ισχυρισμούς της καθής και των παρεμβαινόντων, ότι, αφενός, η έννοια της υποχρεώσεως ΥΓΟΣ και της εφαρμογής της ελέγχονται μόνο για πρόδηλο σφάλμα και, αφετέρου, ο ορισμός του περιεχομένου της έννοιας αυτής απόκειται στην εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών. Επιπλέον, η νομολογία την οποίαν επικαλούνται οι παρεμβαίνοντες (απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑67/96, Albany, Συλλογή 1999, σ. I‑5751, σκέψη 104, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1997, T‑106/95, FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑229, σκέψη 137) επιβεβαιώνει, αντιθέτως, την άποψη των προσφευγουσών. Τέλος, κατά τις προσφεύγουσες, οι παρεμβαίνοντες δεν προβάλλουν κανένα επιχείρημα ικανό να αμφισβητήσει ότι ο ορισμός της έννοιας της υποχρεώσεως ΥΓΟΣ είναι κοινοτικός.
102 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι δεν πληρούται, εν προκειμένω, η πρώτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, διότι δεν υφίστανται υποχρεώσεις ΥΓΟΣ στο πλαίσιο του RES. Η περί του αντιθέτου εκτίμηση της Επιτροπής, στη σκέψη 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι διττώς εσφαλμένη.
103 Αφενός, η Επιτροπή δεν εξέτασε αν οι προβαλλόμενες από τις ιρλανδικές αρχές υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, δηλαδή οι υποχρεώσεις ελεύθερης προσβάσεως, ενιαίου τιμολογίου, δια βίου καλύψεως και κατώτατων παροχών (στο εξής: υποχρεώσεις ΙΑΥ), όντως αποτελούν, αντικειμενικά, υποχρεώσεις ΥΓΟΣ. Η Επιτροπή ουσιαστικά απέφυγε να εξετάσει το ζήτημα αυτό, κρίνοντας, εσφαλμένως, ότι εμπίπτει στην αρμοδιότητα των ιρλανδικών αρχών και ότι ο έλεγχός της περιορίζεται στο αν οι αρχές αυτές υπέπεσαν σε πρόδηλα σφάλματα κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής. Η Επιτροπή αγνόησε, έτσι, ότι η υποχρέωση ΥΓΟΣ είναι έννοια κοινοτική, αντικειμενικά οριζόμενη και στενά ερμηνευόμενη, εκχωρώντας παρανόμως στις ιρλανδικές αρχές την εξουσία να ορίσουν τι συνιστά τέτοια υποχρέωση. Επομένως, η Επιτροπή δεν άσκησε τον έλεγχο που απαιτεί το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
104 Αφετέρου, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι υποχρεώσεις ΙΑΥ δεν αποτελούν υποχρέωση ΥΓΟΣ για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω.
105 Πρώτον, βάσει της νομολογίας και της πρακτικής που ακολουθεί η Επιτροπή κατά την έκδοση αποφάσεων, οι υποχρεώσεις ΙΑΥ δεν διαφέρουν από τις συνήθεις κανονιστικού χαρακτήρα υποχρεώσεις που είναι συναφείς με την άδεια παροχής υπηρεσίας και με τον εκ μέρους των δημοσίων αρχών έλεγχο της δραστηριότητας των οικείων επιχειρηματιών. Συγκεκριμένα, η επίμαχη ρύθμιση δεν υποχρεώνει τους οικείους επιχειρηματίες να παρέχουν υπηρεσίες ΙΑΥ, ούτε τους επιβάλλει κάποιο κατώτατο επίπεδο παρεχομένων υπηρεσιών ή την παροχή καθολικής υπηρεσίας. Πρόκειται απλώς για άδεια παροχής τέτοιων υπηρεσιών, ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς, χορηγούμενη υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω επιχειρηματίας τηρεί τις αρχές της ελεύθερης προσβάσεως, της δια βίου καλύψεως, του ενιαίου τιμολογίου και των κατώτατων παροχών. Τούτο ισχύει επίσης για τον VHI, ο οποίος, εξαιρουμένου του plan P, δεν υπέχει καμία εκ του νόμου υποχρέωση παροχής ειδικών υπηρεσιών ΙΑΥ.
106 Δεύτερον, είναι προδήλως εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής ότι σκοπός των υποχρεώσεων ΙΑΥ είναι να διασφαλιστεί ένα κατώτατο επίπεδο υπηρεσιών ΙΑΥ για όλα τα πρόσωπα που κατοικούν στην Ιρλανδία σε προσιτή τιμή και της ίδιας ποιότητας, δεδομένου ότι οι ηλικιωμένοι και οι ασθενείς είναι δυνατόν να αποκλειστούν από την παροχή υπηρεσιών ΙΑΥ. Είναι, έτσι, εσφαλμένος ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι ο κανόνας της ελεύθερης προσβάσεως αποτρέπει τον αποκλεισμό των προσώπων αυτών. Αντιθέτως, οι ασφαλιστές ΙΑΥ έχουν το δικαίωμα να αποκλείουν τα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών, ήτοι περίπου το 8 % του πληθυσμού της Ιρλανδίας, που επιθυμούν να ασφαλιστούν για πρώτη φορά (σκέψη 34, τρίτη περίπτωση, της προσβαλλομένης αποφάσεως) και, στην πράξη, ο VHI και η BUPA Ireland δεν διαθέτουν ασφαλιστικά προγράμματα για τα πρόσωπα αυτά. Εξάλλου, οι ασφαλιστές ΙΑΥ έχουν το δικαίωμα να περιορίζουν την ασφαλιστική κάλυψη των ήδη ασθενών, μη παρέχοντάς τους κάλυψη πριν την παρέλευση πέντε έως δέκα ετών, ανάλογα με την ηλικία τους, και, στην πράξη, τόσο ο VHI –με την εξαίρεση του plan P– όσο και η BUPA Ireland κάνουν χρήση του δικαιώματος αυτού. Τέλος, σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα στατιστικά στοιχεία, το 49 % περίπου του πληθυσμού της Ιρλανδίας δεν λαμβάνει υπηρεσίες ΙΑΥ. Επιπλέον, το επίπεδο καλύψεως που προβλέπει η σχετική με τις κατώτατες παροχές ρύθμιση είναι τόσο χαμηλό, ώστε, στην πράξη, η χρησιμότητα της ρυθμίσεως αυτής αποβαίνει ελάχιστη, λόγω του ότι η κάλυψη στο επίπεδο αυτό είναι πολύ περιορισμένη σε σχέση με την παρεχόμενη από τα πλέον στοιχειώδη ασφαλιστικά προγράμματα που διατίθενται στην αγορά, όπως το ονομαζόμενο «plan A» του VHI.
107 Τρίτον, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι οι υποχρεώσεις ΙΑΥ διασφαλίζουν τιμές προσιτές σε όλους. Ακόμη και για τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές και, επομένως, ωφελούνται από το ενιαίο τιμολόγιο, οι τιμές, πλην αυτών στο πλαίσιο του plan P, καθορίζονται από την αγορά. Γι’ αυτό, σημαντική έκπτωση ή μείωση των ασφαλίστρων είναι δυνατή κυρίως για τα πρόσωπα ηλικίας κάτω των 18 ετών ή ηλικίας μεταξύ 18 και 23 ετών. Επομένως, η υποχρέωση ενιαίου τιμολογίου αφορά μόνον τιμολόγια καθοριζόμενα ελεύθερα από τους ασφαλιστές ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.
108 Τέταρτον, σε κάθε περίπτωση, οι υποχρεώσεις ΙΑΥ δεν έχουν χαρακτήρα υποχρεώσεως ΥΓΟΣ. Συγκεκριμένα, μακράν του να αντιστοιχούν σε καθολική υπηρεσία κοινής ωφέλειας, όπως είναι μια υπηρεσία που αντικαθιστά το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, οι επίμαχες υπηρεσίες ΙΑΥ αποτελούν απλώς προαιρετικές υπηρεσίες χρηματοοικονομικής φύσεως, που έχουν ως σκοπό την παροχή συμπληρωματικής ή επιπλέον καλύψεως σε σχέση με την καθολική υπηρεσία. Συναφώς, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Μαρτίου 2004, C‑264/01, C‑306/01, C‑354/01 και C‑355/01, AOK-Bundesverband κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑2493), σχετικά με το γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως υγείας, το οποίο είναι υποχρεωτικό για τη μεγάλη πλειονότητα των Γερμανών εργαζομένων και υποκαθιστά την παροχή (δημόσιας) καθολικής υπηρεσίας υγείας (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση AOK-Bundesverband κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I‑2495, και απόφαση Albany, σκέψη 101 ανωτέρω). Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, ακόμη, ότι η υπό κρίση περίπτωση παρουσιάζει περισσότερες αναλογίες με την περίπτωση που κρίθηκε με την απόφαση Danske Busvognmænd κατά Επιτροπής, σκέψη 68 ανωτέρω (σκέψεις 90 έως 92), όπου το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τον χαρακτηρισμό μιας υπηρεσίας μεταφοράς ως ΥΓΟΣ, με το σκεπτικό ότι οι συγκεκριμένες δραστηριότητες μεταφοράς ήταν ανοιχτές στον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων μεταφορών που δραστηριοποιούνταν στην αγορά και βρίσκονταν όλες στην ίδια κατάσταση.
109 Συναφώς, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την άποψη που προβάλλει η καθής, ουσιαστικά με το υπόμνημα αντικρούσεως (σημεία 13 και 35 έως 43) και όχι με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι υπηρεσίες ΙΑΥ –και όχι υποχρεώσεις ΙΑΥ– είναι που συνιστούν πραγματικά την αποστολή ΥΓΟΣ και ότι, χωρίς το RES, η ιρλανδική αγορά ΙΑΥ δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους. Συγκεκριμένα, τούτο δεν ισχύει, διότι ούτε η BUPA Ireland ούτε ο VHI, με την εξαίρεση του plan P, έχουν υποχρέωση παροχής υπηρεσιών ΙΑΥ. Στην πράξη, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μόνον την τήρηση υποχρεώσεων ΙΑΥ, τις οποίες χαρακτηρίζει εσφαλμένως ως υποχρεώσεις ΥΓΟΣ. Εξάλλου, καίτοι οι υπηρεσίες ΙΑΥ, ως χρηματοοικονομικές υπηρεσίες προαιρετικής φύσεως, διασφαλίζουν ταχύτερη και καλύτερη πρόσβαση στην περίθαλψη, εντούτοις δεν καλύπτουν κάποια ανάγκη και, όπως επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων, έχουν προαιρετικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστούν το δημόσιο σύστημα. Πάντως, αν η Επιτροπή ήθελε να αποδείξει ότι οι σχετικοί με τις υπηρεσίες ΙΑΥ κανόνες, καθαυτοί, ισοδυναμούν με υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, ζήτημα που δεν ενδιαφέρει στην υπό κρίση υπόθεση, έπρεπε να αποδείξει, πράγμα που δεν έπραξε, ότι οι εν λόγω κανόνες έχουν χαρακτήρα υποχρεώσεως ΥΓΟΣ.
110 Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει η δια του υπομνήματος ανταπαντήσεως προσπάθεια της καθής να θεραπεύσει την αντίφαση στην οποία έχει υποπέσει, ισχυριζόμενη ότι, ουσιαστικά, η παροχή υπηρεσιών ΙΑΥ καθαυτή, σε συνδυασμό ενδεχομένως με τις υποχρεώσεις ΙΑΥ, συνιστά την επίμαχη ΥΓΟΣ. Οι μόνες υποχρεώσεις που σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση αποτελούν υποχρεώσεις ΥΓΟΣ και επιβάλλονται σε όλους τους ασφαλιστές ΙΑΥ, και των οποίων το κόστος μπορεί να αντισταθμιστεί κατά την έννοια της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, είναι οι υποχρεώσεις ΙΑΥ και όχι οι υπηρεσίες ΙΑΥ καθαυτές, τις οποίες ουδείς ασφαλιστής υποχρεούται να παρέχει. Άλλωστε, την άποψη αυτή συμμερίζονται επίσης ο VHI και η Ιρλανδία.
111 Τέλος, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες προέβαλαν, επιπλέον, ότι, όπως επιβεβαιώνεται από την απόφαση του High Court, η Επιτροπή θεμελιώνει τη συλλογιστική της σε εσφαλμένη κατανόηση της αρχής του ενιαίου τιμολογίου και, επομένως, σε αλυσιτελή πραγματικά περιστατικά, διότι αναφέρεται μόνο στην υποχρέωση καθορισμού ενιαίου τιμολογίου για τις ατομικές συμβάσεις ΙΑΥ, κατά την έννοια του άρθρου 7 του 1994 Health Insurance Act, όπως έχει τροποποιηθεί, ενώ η δικαιολογία που προβάλλει η Ιρλανδία σχετικά με την αναγκαιότητα της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως στηρίζεται στην εφαρμογή της αρχής του ενιαίου τιμολογίου στο σύνολο της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ κατά την έννοια του άρθρου 12 του νόμου αυτού.
3) Επί της δεύτερης προϋποθέσεως, περί αντικειμενικών και διαφανών παραμέτρων υπολογισμού της αντισταθμίσεως
112 Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν τη δεύτερη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω (σκέψη 90), κατά την οποία οι παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση πρέπει να έχουν προσδιοριστεί εκ των προτέρων κατά τρόπο αντικειμενικό και διαφανή, προς αποφυγή του ενδεχομένου να περιλαμβάνει η αντιστάθμιση αυτή οικονομικό πλεονέκτημα υπέρ της δικαιούχου επιχειρήσεως έναντι των ανταγωνιστριών της. Κατά τις προσφεύγουσες, ο καθορισμός της αντισταθμίσεως βάσει αυστηρών, διαφανών, αντικειμενικών και προκαθορισμένων κριτηρίων αποτελεί ουσιώδη εγγύηση για τους ανταγωνιστές της δικαιούχου επιχειρήσεως, διότι τους παρέχει τη δυνατότητα να σχεδιάσουν καλύτερα τις εμπορικές αποφάσεις τους, γνωρίζοντας το ύψος της αντισταθμίσεως που θα λάβει ο ανταγωνιστής τους (απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, σκέψη 59).
113 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ούτε η δεύτερη προϋπόθεση πληρούται εν προκειμένω, διότι δεν έχουν τεθεί αντικειμενικές παράμετροι υπολογισμού της αντισταθμίσεως των προβαλλομένων υποχρεώσεων ΥΓΟΣ. Κατά τις προσφεύγουσες, οι παράμετροι που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των πληρωμών RES δεν είναι αντικειμενικές και διαφανείς, εξαρτώνται δε από την άσκηση της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν η HIA και ο Υπουργός Υγείας.
114 Πρώτον, η HIA διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά τον προσδιορισμό της διαφοράς μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους βάσει του μαθηματικού τύπου που ονομάζεται «ποσοστό αντισταθμίσεως της αγοράς», πράγμα που ενδεχομένως επηρεάζει το ύψος των πληρωμών RES. Το ποσοστό αυτό πρέπει, καταρχήν, να καθορίζεται σε συνάρτηση με την ηλικία και το φύλο των ασφαλισμένων κάθε ασφαλιστή ΙΑΥ, αλλά η HIA έχει δυνατότητα διορθώσεώς του, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της πραγματικής χρήσεως των υπηρεσιών υγείας από τους ασφαλισμένους (άρθρο 10 του RES, οδηγός για το RES, σ. 14). Ο συντελεστής αυτός σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας καθορίζεται στο πλαίσιο του RES ως ποσοστό το οποίο η HIA «μπορεί να ορίζει κατά τακτά χρονικά διαστήματα» (παράρτημα II, παράγραφος 1, του RES) και μπορεί να κυμαίνεται μεταξύ 0 και 50 %. Εξάλλου, η Επιτροπή ρητώς αναγνωρίζει ότι η HIA «έχει την ευχέρεια να καθορίζει κατά πόσο λαμβάνεται υπόψη ο συντελεστής αυτός, εντός των ορίων των προβλεπομένων παραμέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι η HIA αποδεικνύει ότι τούτο δικαιολογείται από διαφορές ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστών [ΙΑΥ] και είναι προς το συμφέρον όλων των ασφαλιστικών εταιριών».
115 Δεύτερον, η HIA υποχρεούται να γνωστοποιεί στον Υπουργό Υγείας τις διαφορές ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους και, όπως έχει ρητώς διαπιστώσει η Επιτροπή, απόκειται στη διακριτική της ευχέρεια να συστήσει, σε περίπτωση που το ποσοστό της διαφοράς αυτής κυμαίνεται μεταξύ 2 και 10 %, την κίνηση του μηχανισμού αντισταθμίσεως κινδύνων (άρθρο 10, παράγραφος 4, του RES). Τρίτον, ο Υπουργός Υγείας διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την αποδοχή της εν λόγω συστάσεως της HIA, όταν οι διαφορές ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους κυμαίνονται μεταξύ 2 και 10 %. Ακόμη και όταν η διαφορά αυτή υπερβαίνει το 10 % και η κίνηση του μηχανισμού αντισταθμίσεως είναι, καταρχήν, υποχρεωτική, ο Υπουργός Υγείας μπορεί και πάλι να ασκήσει τη διακριτική ευχέρειά του, εξετάζοντας αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να μη κινηθεί ο μηχανισμός αντισταθμίσεως κινδύνων (άρθρο 10, παράγραφοι 6 και 7, του RES). Τέταρτον, σε περίπτωση που αποφασιστεί η κίνηση του μηχανισμού του RES, ο καθορισμός της ημερομηνίας ενάρξεως των πληρωμών RES απόκειται πλήρως στη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Υγείας (άρθρο 13 του RES). Πέμπτον, ο υπολογισμός των πληρωμών RES πραγματοποιείται από την HIA, κατά διακριτική ευχέρεια, βάσει συμπληρωματικών εκθέσεων των ασφαλιστών, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους ή του «ποσοστού αντισταθμίσεως της αγοράς», το οποίο ενδεχομένως καθορίζεται δια της εφαρμογής του συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας.
116 Βάσει των προεκτεθέντων, οι προσφεύγουσες καταλήγουν ότι η απόφαση για την κίνηση του μηχανισμού RES και για τον καθορισμό του ύψους των πληρωμών RES δεν λαμβάνεται με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, κατά την έννοια της δεύτερης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, αλλά εξαρτάται, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από τη διακριτική ευχέρεια των ιρλανδικών αρχών. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις τρεις εκθέσεις που έχει καταρτίσει η HIA από το 2003, όπου διαπιστώνονται αποκλίσεις από 3 % έως 10 % ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους και το συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η αγορά υπήρξε ή πρόκειται να καταστεί ασταθής. Πάντως, για λόγους άγνωστους στις προσφεύγουσες, με την τρίτη έκθεση συστήνεται η έναρξη των πληρωμών RES. Αντιθέτως προς την άποψη της Ιρλανδίας και του VHI, αυτή η έλλειψη αντικειμενικότητας και διαφάνειας δεν θεραπεύεται από το γεγονός ότι οι παράμετροι λειτουργίας του RES είναι «σαφώς διατυπωμένες» και εκ των προτέρων δημοσιοποιημένες, δεδομένου ότι οι παράμετροι αυτές περιλαμβάνουν πολλά κριτήρια καθοριζόμενα κατά διακριτική ευχέρεια. Ελλείψει, πάντως, αντικειμενικών κριτηρίων σχετικών με την έλλειψη ισορροπίας στην αγορά, η HIA και ο Υπουργός Υγείας έχουν, στην πράξη, τη δυνατότητα να στηρίζουν τις εκτιμήσεις τους σε άλλα στοιχεία, αυτό δε ακριβώς είναι που επιδιώκεται να αποτραπεί με τη δεύτερη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω.
4) Επί της τρίτης προϋποθέσεως, περί απόλυτης αναγκαιότητας της αντισταθμίσεως
117 Οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν την τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, (σκέψη 92), κατά την οποία η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το μέτρο του αναγκαίου για την εν όλω ή εν μέρει κάλυψη των δαπανών προς εκπλήρωση της υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός ευλόγου κέρδους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Κατά τις προσφεύγουσες, η προϋπόθεση αυτή επιβάλλει να είναι η αντιστάθμιση απολύτως αναγκαία για την εκπλήρωση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων ΥΓΟΣ (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση GEMO, σκέψη 96 ανωτέρω, σημείο 119). Γι’ αυτό, απαιτείται, τουλάχιστον, να καθοριστούν επακριβώς οι υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, να προσδιοριστεί το κόστος εκπληρώσεώς τους, καθώς και το πάγιο και το μεταβλητό κόστος, με κατάλληλο συνυπολογισμό των σχετικών με τις υποχρεώσεις ΥΓΟΣ γενικών δαπανών, να ποσοτικοποιηθούν τα έσοδα της δικαιούχου επιχειρήσεως από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ, να καθοριστεί ποιο είναι το εύλογο κέρδος από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ και, τέλος, να διασφαλιστεί ότι το κέρδος που προκύπτει από την ενίσχυση δεν υπερβαίνει το πρόσθετο κόστος εκπληρώσεως της υποχρεώσεως ΥΓΟΣ, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός εύλογου κέρδους.
118 Κατά τις προσφεύγουσες, η προϋπόθεση αυτή, αντίστοιχη του κριτηρίου της αναλογικότητας του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, επίσης δεν πληρούται εν προκειμένω. Αφενός, η Επιτροπή δεν εξέτασε τα διαλαμβανόμενα στην σκέψη 117 ανωτέρω στοιχεία και η παράλειψη αυτή συνιστά νομικό σφάλμα και πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά το κριτήριο της αναλογικότητας. Αφετέρου, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή του άρθρου 87 ΕΚ, η καθής αλυσιτελώς επικαλείται την απόφαση του Πρωτοδικείου της 1ης Δεκεμβρίου 1999, T‑125/96 και T‑152/96, Boehringer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑3427), σχετικά με τον περιορισμένο έλεγχο της εξουσίας εκτιμήσεως του κοινοτικού νομοθέτη στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής.
119 Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν η Επιτροπή είχε πραγματοποιήσει την εξέταση αυτή, το RES δεν θα πληρούσε την προϋπόθεση περί απόλυτης αναγκαιότητας, για τρεις ουσιαστικά λόγους.
120 Πρώτον, οι υποχρεώσεις ΙΑΥ, ακόμη και αν μπορούσαν, έστω εν μέρει, να χαρακτηριστούν υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, δεν επιβαρύνουν οικονομικά τους ασφαλιστές ΙΑΥ, περιλαμβανομένου του VHI. Κατά τις προσφεύγουσες, όπως προκύπτει από το τμήμα 3 της συνημμένης στο δικόγραφο της προσφυγής εκθέσεως της συμβουλευτικής εταιρίας NERA (στο εξής: έκθεση NERA), οι υποχρεώσεις ΙΑΥ δεν εμποδίζουν τους ασφαλιστές ΙΑΥ να διατηρήσουν την κερδοφορία τους, λαμβάνοντας, ιδίως, μέτρα εμπορικής φύσεως. Μπορούν, έτσι, να προστατευθούν από τους «μεγάλους» κινδύνους, μη δεχόμενοι να ασφαλίσουν το πρώτον άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών ή επιβάλλοντας μακρά διαστήματα αναμονής στους ασθενείς. Ομοίως, οι ασφαλιστές ΙΑΥ θα μπορούν να προσαρμόζουν τους συμβατικούς όρους και να διαφοροποιούν τα ασφάλιστρα, ανάλογα με τους κινδύνους που υποχρεούνται να ασφαλίσουν βάσει των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Επομένως, θα μπορούν να επιβάλλουν διαχωρισμούς στην αγορά, ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, και να αντισταθμίσουν τις υψηλότερες δαπάνες που σχετίζονται με την κάλυψη των «μεγάλων» κινδύνων με την επιβολή υψηλότερων ασφαλίστρων.
121 Δεύτερον, το κόστος που υποτίθεται ότι προκαλεί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων ΙΑΥ δεν μπορεί να αντισταθμιστεί από το RES. Οι πληρωμές RES δεν συνδέονται με τις υποχρεώσεις ΙΑΥ και με το ενδεχόμενο κόστος τους, αλλά υπολογίζονται βάσει της διαφοράς μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους, η οποία μετρείται βάσει του «ποσοστού αντισταθμίσεως στην αγορά». Ο προσδιορισμός, πάντως, της εν λόγω διαφοράς δεν εξαρτάται ούτε από τον υπολογισμό του κόστους εκπληρώσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ, στην αντιστάθμιση του οποίου αποσκοπεί το RES. Τούτο θα προϋπέθετε, μεταξύ άλλων, διαχωρισμό του κόστους αυτού από το κόστος άλλων δραστηριοτήτων, ποσοτικοποίηση του κόστους αυτού και υπολογισμό των οικείων εσόδων, καθώς και ενός εύλογου κέρδους. Οι προσφεύγουσες διευκρινίζουν ότι, από τα επιχειρήματα που προβάλλει η καθής με το υπόμνημα αντικρούσεως, επιβεβαιώνεται ότι, στην πράξη, σκοπός του RES είναι να αντισταθμίζει το κόστος παροχής αυτών καθαυτών των υπηρεσιών ΙΑΥ. Ωστόσο, υπό το πρίσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι υπηρεσίες αυτές δεν συνιστούν, σε κάθε περίπτωση, ΥΓΟΣ. Δεν αρκεί να υπάρχει αφηρημένη σχέση μεταξύ υποχρεώσεων ΙΑΥ και του κόστους που βαρύνει τον κάθε ασφαλιστή ΙΑΥ, διότι έτσι δεν πληρούται η προϋπόθεση να καλύπτει το RES αυστηρά και μόνον το (επακριβώς ποσοτικοποιημένο) κόστος εκπληρώσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Τέλος, το επιχείρημα της Ιρλανδίας ότι η συγκεκριμένη οικονομική επιβάρυνση από τις υποχρεώσεις ΙΑΥ μπορεί να συνίσταται στην «απόκλιση μεταξύ του ισχύοντος στην αγορά ενιαίου τιμολογίου και του κόστους των δαπανών που έχει καλύψει ο κάθε ασφαλιστής» δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, δεν υφίσταται σχέση με το πραγματικό κόστος που συνεπάγεται η εξυπηρέτηση των αιτήσεων αποδόσεως δαπανών.
122 Τρίτον, το RES δεν είναι ικανό να αντισταθμίσει τους «μεγάλους» κινδύνους που έχουν ασφαλίσει οι ασφαλιστές ΙΑΥ. Αντιθέτως, όπως εκτίθεται στο τμήμα 4.2 της εκθέσεως NERA, δεν λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του RES τα ασφάλιστρα που εισπράττει και τα έσοδα που πραγματοποιεί κάθε ασφαλιστής ΙΑΥ. Επομένως, το RES δεν λαμβάνει υπόψη ότι το κόστος αποδόσεως των πρόσθετων δαπανών που ζητούν οι πελάτες υψηλού κινδύνου αντισταθμίζεται στην πράξη από τα αυξημένα ασφάλιστρα. Αν, όμως, δεν ληφθούν υπόψη τα έσοδα αυτά, δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν η ασφάλιση «μεγάλων» κινδύνων συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση του ασφαλιστή ΙΑΥ, για την οποία πρέπει να χορηγηθεί αντιστάθμισμα.
5) Σχετικά με την τέταρτη προϋπόθεση, περί συγκρίσεως με μία αποτελεσματικώς λειτουργούσα επιχείρηση
123 Τέλος, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν την τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω (σκέψη 93), ότι, όταν η επιλογή της επιχειρήσεως στην οποία πρόκειται να ανατεθεί η εκπλήρωση υποχρεώσεως παροχής δημόσιας υπηρεσίας, σε συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, παρέχουσας τη δυνατότητα επιλογής του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες με το μικρότερο, για το κοινωνικό σύνολο, κόστος, το ύψος της απαραίτητης αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως του κόστους μιας μέσης επιχειρήσεως, με ορθή διαχείριση και κατάλληλα εξοπλισμένη προς ικανοποίηση των σχετικών με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας απαιτήσεων, προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός εύλογου κέρδους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι το νόημα της προϋποθέσεως αυτής έγκειται, ουσιαστικά, στο ότι, αν δεν πραγματοποιηθεί διαδικασία συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, το ύψος της αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην σκέψη 117 κριτήρια, με βάση το τι θα απαιτούνταν από μια (υποθετική) επιχείρηση με αποτελεσματική λειτουργία και όχι με βάση το υποκειμενικό κόστος συγκεκριμένης επιχειρήσεως. Επιπλέον, παράλληλα προς τη σχετική με τη δικαιούχο επιχείρηση ποσοτικοποίηση, πρέπει να γίνεται σύγκριση μεταξύ του κόστους και του κέρδους άλλων επιχειρήσεων του τομέα ή με το ποια θα μπορούσαν ευλόγως να είναι τα μεγέθη αυτά υπό συνθήκες ανταγωνισμού. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή στην από 3 Μαΐου 2005 απόφασή της, περί μη διατυπώσεως αντιρρήσεων σχετικά με το καθεστώς αντισταθμίσεως κινδύνων και επισχέσεως αποθεματικών που είχαν θεσπίσει οι ολλανδικές αρχές στον τομέα της ασφαλίσεως υγείας, η αντιστάθμιση πρέπει να καλύπτει μόνον το έκτακτο κόστος ενός αποτελεσματικού επιχειρηματία, λαμβανομένων υπόψη των ασφαλίστρων (απόφαση της Επιτροπής, της 3ης Μαΐου 2005, περί των κρατικών ενισχύσεων N 541/04 και N 542/04 – Κάτω Χώρες – Καθεστώς αντιστάθμισης κινδύνων και κατακράτηση αποθεματικών, ΕΕ 2005, C 324, σ. 28, στο εξής: σχετική με το ολλανδικό RES απόφαση).
124 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, δεν πληρούται εν προκειμένω, διότι δεν έγινε σύγκριση προς μια αποτελεσματικώς λειτουργούσα επιχείρηση. Προβάλλουν ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε καν αν το κόστος που τυχόν βαρύνει τον VHI λόγω της τηρήσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ είναι συγκρίσιμο προς αυτό που θα βάρυνε έναν αποτελεσματικό επιχειρηματία. Παρατηρούν ότι, όσον αφορά τον καθορισμό της διαφοράς ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους, το RES δεν προβλέπει σημείο αναφοράς για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας, ούτε μηχανισμό συγκρίσεως των ασφαλιστών ΙΑΥ με έναν αποτελεσματικό επιχειρηματία ως προς τις τιμές, τη δομή των συμβάσεων και τον τρόπο διαχειρίσεως των κινδύνων. Προβάλλουν, ακόμη, ότι, στη σχετική με το ολλανδικό RES απόφαση η Επιτροπή επισήμανε ακριβώς ότι οι καταβαλλόμενες αντισταθμίσεις δεν πληρούσαν την τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω.
ii) Επιχειρήματα της καθής
125 Η καθής παρατηρεί, καταρχάς, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, στηριζόμενη στην υφιστάμενη μέχρι την έκδοσή της νομολογία, κυρίως στην απόφαση Ferring, σκέψη 41 ανωτέρω, διαπιστώνει ότι το RES δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Πάντως, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο εξειδίκευσε, με την απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, τις διατυπωθείσες με την απόφαση Ferring προϋποθέσεις. Εντούτοις, κατά την καθής, η απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, δεν έχει καθοριστική σημασία στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία στηρίζεται επίσης στο άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, αναγνωρίζει ότι, ακόμη και αν το RES συνιστά κρατική ενίσχυση, αυτή είναι πάντως συμβατή με την κοινή αγορά. Η καθής επισημαίνει ότι, για τον λόγο αυτόν, επικεντρώνει την επιχειρηματολογία της στο άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ και, επομένως, δεν προβάλλει επιχειρήματα σχετικά με τον λόγο που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
iii) Επιχειρήματα της Ιρλανδίας και του VHI
126 Η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, ταυτίζεται, ουσιαστικά, με αυτή των αποφάσεων της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 240/83, ADBHU (Συλλογή 1985, σ. 531, σκέψεις 3 και 18), και Ferring, σκέψη 41 ανωτέρω (σκέψη 27). Επιπλέον, η Ιρλανδία και ο VHI έχουν την άποψη ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, το RES, καθώς και η εκτίμηση που διατύπωσε επ’ αυτού η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, πληρούν όλες τις προϋποθέσεις της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω.
iv) Επιχειρήματα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών
127 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρατηρεί, όπως η καθής, ότι η υπό κρίση διαφορά αφορά, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ και ότι σκοπεύει, ως εκ τούτου, να περιορίσει την παρέμβασή του στην ερμηνεία της διατάξεως αυτής και, ιδίως, στην έννοια της ΥΓΟΣ και στις προϋποθέσεις εφαρμογής της σε μια επιχείρηση.
Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
i) Επιχειρήματα των προσφευγουσών
1) Προκαταρκτική παρατήρηση
128 Κατά τις προσφεύγουσες, η εκτίμηση της Επιτροπής ότι, σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία κρατικής ενισχύσεως που τυχόν εντοπίζονται στο RES μπορούν να θεωρηθούν συμβατά με την κοινή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε αιτιολογείται επαρκώς με την εν λόγω απόφαση. Εξάλλου, η εκτίμηση αυτή είναι προδήλως εσφαλμένη από νομικής απόψεως. Κατά τις προσφεύγουσες, το RES και οι συναφείς με αυτό υποχρεώσεις ΙΑΥ δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής.
2) Σχετικά με το ότι δεν υφίστανται υποχρεώσεις ΥΓΟΣ
129 Πρώτον, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως (βλ. σκέψεις 95 έως 100 ανωτέρω), οι υποχρεώσεις ΙΑΥ δεν πληρούν τις αντικειμενικές και αυστηρές προϋποθέσεις που, κατά το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, ισχύουν για τις υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, η δε Επιτροπή παρανόμως μεταβίβασε την αρμοδιότητα ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών στις ιρλανδικές αρχές.
3) Σχετικά με το ότι δεν υφίσταται πράξη αναθέσεως αποστολής ΥΓΟΣ
130 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, κατά το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, οι επιχειρήσεις «επιφορτίζονται» με τη διαχείριση μιας ΥΓΟΣ, πράγμα που σημαίνει ότι οι δημόσιες αρχές τους επιβάλλουν κάποια υποχρέωση. Σύμφωνα, όμως, με την πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή κατά την έκδοση αποφάσεων, δεν αρκεί να χορηγηθεί απλώς άδεια παροχής της υπηρεσίας αυτής (απόφαση της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1981 αναφερόμενη σε διαδικασία εφαρμογής του άρθρου [82 ΕΚ] IV/29.839 – GVL, ΕΕ L 370, σ. 49, σημείο 66, απόφαση 97/606/ΕΚ, σημείο 14, και σχετική με το ολλανδικό RES απόφαση). Με την προϋπόθεση αυτή λαμβάνεται υπόψη ιδίως η καθολικότητα της επίμαχης ΥΓΟΣ, η παροχή της οποίας δεν πρέπει να εξαρτάται μόνον από τις δυνάμεις της αγοράς. Εντούτοις, εν προκειμένω, εξαιρουμένης της επιβληθείσας στον VHI υποχρεώσεως παροχής του plan P, δεν πρόκειται για γνήσια ανάθεση αποστολής στο πλαίσιο καθολικής υπηρεσίας υποχρεωτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, συνδεόμενης με τις υποχρεώσεις ΙΑΥ, αλλ’ απλώς για χορήγηση άδειας στους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες να παρέχουν ορισμένες υπηρεσίες, τηρώντας ορισμένες κανονιστικού χαρακτήρα υποχρεώσεις. Συναφώς, δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει η προσπάθεια του Βασιλείου των Κάτω Χωρών να δικαιολογήσει, κατά τη διάρκεια της δίκης, το ότι δεν εξετάστηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η ανάθεση αποστολής ΥΓΟΣ. Ειδικότερα, δεν θεμελιώνεται νομικώς η άποψη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ότι, όταν περισσότερες επιχειρήσεις είναι επιφορτισμένες με την εκπλήρωση μιας αποστολής ΥΓΟΣ, δεν απαιτείται να επιβληθεί ρητώς η υποχρέωση εκπληρώσεώς της και ότι αρκεί ένα σύστημα χορηγήσεως αδειών ή ελέγχου. Αντιθέτως, κατά την άποψη των προσφευγουσών, η τήρηση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ προϋποθέτει οπωσδήποτε την ανάθεση αποστολής ΥΓΟΣ με πράξη δημόσιας εξουσίας, η οποία εν προκειμένω δεν υφίσταται. Επικαλούνται, συναφώς, το σχέδιο αποφάσεως της Επιτροπής, σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 86, παράγραφος 2, [ΕΚ] στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση [ΥΓΟΣ] και τη σχετική με το ολλανδικό RES απόφαση (τμήμα 4.2.1).
4) Περί της μη αναγκαιότητας και της ελλείψεως αναλογικού χαρακτήρα του RES
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
131 Τρίτον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι, υπό το πρίσμα του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ δεν επιτρέπει την εκτέλεση των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ που έχουν επιβληθεί στην επιχείρηση. Σε περίπτωση χορηγήσεως ειδικών δικαιωμάτων ή χρηματοδοτήσεως μιας επιχειρήσεως, τα μέτρα αυτά πρέπει, κατά τη νομολογία, να επιτρέπουν στην εν λόγω επιχείρηση να λειτουργεί υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 1993, C‑320/91, Corbeau, Συλλογή 1993, σ. I‑2533, σκέψεις 14 έως 16, της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑115/97 έως C‑117/97, Brentjens’, Συλλογή 1999, σ. I‑6025, σκέψη 107, και της 10ης Φεβρουαρίου 2000, C‑147/97 και C‑148/97, Deutsche Post, Συλλογή 2000, σ. I‑825, σκέψη 49, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Stix-Hackl στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, C‑34/01 έως C‑38/01, Enirisorse, Συλλογή 2003, σ. I‑14243, I‑14247, σημείο 102 και υποσημείωση 76). Αυτό σημαίνει ότι το μέτρο πρέπει να είναι αναγκαίο και ανάλογο σε σχέση με την οικονομική βιωσιμότητα της παροχής ΥΓΟΣ, χωρίς να κατατείνει στην προστασία αυτής καθαυτής της επιφορτισμένης με την παροχή ΥΓΟΣ επιχειρήσεως (απόφαση 97/310/ΕΚ της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1997, σχετικά με τη χορήγηση προσθέτων μεταβατικών περιόδων στην Πορτογαλία για την εφαρμογή των οδηγιών 90/388/ΕΟΚ και 96/2/ΕΚ σχετικά με το πλήρες άνοιγμα των αγορών τηλεπικοινωνιών στον ανταγωνισμό, ΕΕ L 133, σ. 19, σημείο 10, απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Ιουνίου 1982, 258/78, Nungesser κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 2015, σκέψεις 8 και 9). Η επιταγή περί αναλογικότητας αντιστοιχεί, ή και ταυτίζεται, με το κριτήριο της απόλυτης αναγκαιότητας, κατά την έννοια της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, σχετικά με την αντιστάθμιση των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ, καθόσον επιβάλλει να μην υπερβαίνει η επιδότηση το ποσό που είναι αναγκαίο για την αντιστάθμιση ενδεχόμενων ζημιών από την παροχή της συγκεκριμένης καθολικής υπηρεσίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 2001, C‑340/99, TNT Traco, Συλλογή 2001, σ. I‑4109, σκέψεις 57 και 58).
Περί της μη αναγκαιότητας του RES
132 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την αναγκαιότητα του RES. Συναφώς, η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλματα ως προς την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και σε πλάνη περί τα πράγματα.
133 Αφενός, σχετικά με τα σφάλματα ως προς την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε εσφαλμένως ότι το RES είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της εφαρμογής των αρχών του ενιαίου τιμολογίου, της δια βίου καλύψεως και της ελεύθερης προσβάσεως. Η κρίση αυτή αναιρείται από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου αναφέρεται ότι η εξεταζόμενη αγορά, μετά την ελευθέρωσή της και την είσοδο της BUPA Ireland σε αυτή, δεν είχε προβλήματα σταθερότητας. Συναφώς, μόνη η πιθανολόγηση του κινδύνου της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως –κίνδυνος καθαρά θεωρητικός, εικαζόμενος, μη επικείμενος και μη αριθμητικώς συγκεκριμενοποιημένος βάσει οικονομικών στοιχείων– δεν αρκεί, σε κάθε περίπτωση, προς απόδειξη της ελλείψεως σταθερότητας.
134 Αφετέρου, όσον αφορά τις περιπτώσεις πλάνης περί τα πράγματα, οι προσφεύγουσες χαρακτηρίζουν προδήλως εσφαλμένες τις εκτιμήσεις της Επιτροπής σχετικά με την πιθανότητα και τις συνέπειες της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων. Αντιθέτως προς τα επιχειρήματα των ιρλανδικών αρχών, που παρατίθενται στη σκέψη 31 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ασφαλιστές ΙΑΥ δεν έχουν κίνητρο να επιλέγουν να ασφαλίζουν μόνον τους «μικρούς» κινδύνους, αποκλείοντας τους «μεγάλους». Αντιθέτως, δεδομένου ότι οι εν λόγω ασφαλιστές παρέχουν ποικίλες υπηρεσίες, με διαφοροποιημένα ασφάλιστρα, και έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τους συμβατικούς όρους ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, δύνανται, ανεξαρτήτως του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων, να αντισταθμίζουν τους αυξημένους κινδύνους αυξάνοντας τα ασφάλιστρα και διαφοροποιώντας την παρεχόμενη κάλυψη. Συνεπώς, δεν θα υπήρχε οικονομικό όφελος από την ασφάλιση πελατών χαμηλού κινδύνου σε σχέση με τους πελάτες υψηλού κινδύνου. Ομοίως, αντιθέτως προς τη διαπίστωση της Επιτροπής, στη σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν ευσταθεί ούτε η διαπίστωση περί κατ’ έμμεση επιλογή ασφαλίσεως κινδύνων, λόγω της προβαλλόμενης τάσεως των πελατών να αλλάζουν ασφαλιστή ΙΑΥ. Συναφώς, η παραπομπή σε επτά οικονομικές μελέτες, οι οποίες δεν αναφέρονται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι οποίες γνωστοποιήθηκαν με καθυστέρηση στις προσφεύγουσες, δεν αρκεί προς επίρρωση των διαπιστώσεων της Επιτροπής, οι οποίες δεν τεκμηριώνονται ούτε με το υπόμνημα αντικρούσεως. Μόνο μία από τις μελέτες αυτές, η οποία δεν ασκεί επιρροή διότι αφορά την ελβετική αγορά, επισημαίνει τη βούληση των καταναλωτών να αλλάζουν ασφαλιστή ΙΑΥ, ενώ, σύμφωνα με τη σχετική με την ιρλανδική αγορά μελέτη (The Private Health Insurance Market in Ireland, Μάρτιος 2003, η οποία καταρτίστηκε από την Amárach Consulting για την HIA, στο εξής: έκθεση Amárach), την οποία επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες κατά τη διοικητική διαδικασία, αλλά η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της, οι ασφαλισμένοι ηλικίας 18 έως 34 ετών έχουν λιγότερο την τάση να αλλάζουν ασφαλιστή ΙΑΥ σε σχέση με τους ηλικίας 35 έως 64 ετών.
135 Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες διαφωνούν με την άποψη ότι η ασυμμετρία στον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων, όπως αυτή που υφίσταται μεταξύ της BUPA Ireland και του VHI ως προς την ηλικία των ασφαλισμένων, οφείλεται στην κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων. Οι διαφορές αυτές είναι απόρροια δύο άλλων παραγόντων, δηλαδή, αφενός, της διστακτικότητας και της όχι ιδιαίτερα έντονης βουλήσεως των ασφαλισμένων να αλλάζουν ασφαλιστή ΙΑΥ και, αφετέρου, της τιμολογιακής στρατηγικής του VHI. Ως προς τον πρώτο παράγοντα, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, απέδειξαν ότι ο νεοεισερχόμενος στην αγορά ασφαλιστής, όντας αναγκασμένος να παρέχει υπηρεσίες ΙΑΥ με σημαντικά διαφοροποιημένες τιμές, ώστε οι ασφαλισμένοι να έχουν κίνητρο να αλλάξουν ασφαλιστή ΙΑΥ, πρέπει οπωσδήποτε να αποβλέπει στους «νέους» πελάτες, οι οποίοι είναι εξ ορισμού οι νεότεροι σε ηλικία. Ως προς τον δεύτερο παράγοντα, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι τα ασφάλιστρα που προτείνει ο VHI στα άτομα υψηλού κινδύνου δεν καλύπτουν των κόστος των συνήθων βλαβών της υγείας. Ο VHI, δηλαδή, πωλεί επί ζημία και, ως εκ τούτου, η BUPA Ireland δεν είναι σε θέση να τον ανταγωνιστεί όσον αφορά τους εν γένει μεγαλύτερους σε ηλικίας πελάτες.
136 Εξάλλου, η Επιτροπή κατέληξε εσφαλμένως, με μοναδικό κριτήριο την ασυμμετρία ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων και χωρίς να διαθέτει κατάλληλα πραγματικά ή οικονομικά αποδεικτικά στοιχεία, ότι υπάρχει ενδεχόμενο αστάθειας στην αγορά. Ωστόσο, τόσο ο VHI όσο και η BUPA Ireland είναι απολύτως σε θέση να προσελκύσουν, και όντως προσελκύουν, νέους πελάτες, μειωμένου κινδύνου. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι οι ασφαλιζόμενοι στον VHI έχουν, κατά μέσον όρο, μικρότερη ηλικία από τους ασφαλιζόμενους στην BUPA Ireland. Επιπλέον, το υψηλό κόστος που συνεπάγεται η μετακίνηση ενός πελάτη από έναν ασφαλιστή ΙΑΥ σε άλλον λειτουργεί σταθεροποιητικά, πράγμα που αντικρούει την άποψη της Επιτροπής περί «φαύλου κύκλου». Αντιθέτως, το RES ενδέχεται να θίξει σε σημαντικό βαθμό τη σταθερότητα της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ, διότι έχει ως συνέπεια την αύξηση των ασφαλίστρων για τους νέους σε ηλικία πελάτες, τον αποκλεισμό της BUPA Ireland από την αγορά αυτή και την αύξηση των εμποδίων εισόδου στην αγορά. Άλλωστε, το επιχείρημα που προβάλλει η καθής με το υπόμνημα αντικρούσεως, αλλά όχι με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι δείκτες φερεγγυότητας του VHI κάθε άλλο παρά ικανοποιητικοί ήταν και ότι έπρεπε να αποτραπεί η επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεώς του, αποτελεί απλή εικασία, μη στηριζόμενη σε αποδεικτικά στοιχεία και, επιπλέον, αντιφάσκουσα προς την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέτρο που η απόφαση αυτή διαπιστώνει ότι δεν υπήρχε αστάθεια στην αγορά κατά το παρελθόν. Επιπλέον, κατά τις προσφεύγουσες, το ότι δεν απειλείται άμεσα η σταθερότητα της εξεταζόμενης αγοράς επιβεβαιώνεται ρητώς από τις τρεις εκθέσεις που έχει υποβάλει η HIA από το 2003 (βλ. σκέψη 116 ανωτέρω), με τις οποίες διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της Ιρλανδίας είτε αποτελούν εικασίες είτε είναι αλυσιτελή, διότι αφορούν συστήματα ασφαλίσεως υγείας άλλων χωρών. Σε κάθε περίπτωση, τα νέα αυτά επιχειρήματα δεν αρκούν προς δικαιολόγηση του RES, δεδομένου ότι σκοπός του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ είναι η προστασία των ΥΓΟΣ αυτών καθαυτών και όχι συγκεκριμένων επιχειρήσεων (απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 43).
Σχετικά με την έλλειψη αναλογικότητας του RES
137 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, ακόμη, ότι είναι εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής περί αναλογικότητας του RES υπό το πρίσμα του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι πληρωμές RES δεν υπερβαίνουν το ποσό που είναι αναγκαίο ώστε να αντισταθμιστεί το κόστος των υποχρεώσεων ΙΑΥ που υπέχει ο VHI.
138 Συναφώς, τα πέντε επιχειρήματα της Επιτροπής είναι αλυσιτελή. Πρώτον, το όριο του 2 % στη διαφορά ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους, πέραν του οποίου κινείται ο μηχανισμός RES, στερείται πρακτικής σημασίας, διότι ο βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων υπολογίζεται βάσει της ηλικίας και του φύλου και οι ασφαλισμένοι της BUPA Ireland έχουν κατά μέσον όρο μικρότερη ηλικία από αυτούς του VHI, με συνέπεια να είναι αναπόφευκτη η υπέρβαση του ορίου αυτού. Δεύτερον, είναι προδήλως ανακριβής ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι δεν αντισταθμίζονται όλες οι πληρωμές προς τους ασφαλισμένους και ιδίως αυτές που αφορούν παροχές «πολυτελείας». Αντιθέτως, οι διατάξεις περί «ανώτατων αντισταθμιζομένων πληρωμών» καλύπτουν, καταρχήν, όλα τα ασφαλιστικά προϊόντα ΙΑΥ, εξαιρουμένων μόνον των πολύ υψηλών δαπανών. Τρίτον, αντιθέτως προς τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι, στο πλαίσιο του RES, λαμβάνεται υπόψη το μέσο κόστος των αιτήσεων αποδόσεως δαπανών, ώστε οι ασφαλιστές ΙΑΥ να αντλούν όφελος από την αποτελεσματικότητά τους, η συνεκτίμηση του εξατομικευμένου πραγματικού κόστους έχει ως συνέπεια οι ασφαλιστές ΙΑΥ που λειτουργούν με υψηλότερο κόστος να λαμβάνουν μεγαλύτερα ποσά, μη έχοντας, επομένως, κίνητρο να καταστούν αποτελεσματικότεροι. Γι’ αυτό, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο VHI, το RES επιτρέπει την αντιστάθμιση κόστους που δεν θα βάρυνε έναν αποτελεσματικό ασφαλιστή ΙΑΥ. Τέταρτον, η Επιτροπή επικαλείται, εσφαλμένως, τον περιορισμό του συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας στο 50 %, χωρίς, όμως, ο περιορισμός αυτός να σχετίζεται με τις υποχρεώσεις ΙΑΥ ή με τη δικαιολόγηση του RES. Εξάλλου, η στάθμιση αυτή επίσης ευνοεί την αναποτελεσματικότητα, διότι λαμβάνεται υπόψη το πραγματικό κόστος, αντί του κόστους που βαρύνει τον αποτελεσματικό επιχειρηματία. Πέμπτον, όσον αφορά την απαλλαγή των νεοεισερχομένων στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ από το RES κατά τα τρία πρώτα έτη της δραστηριότητάς τους, οι προσφεύγουσες εκτιμούν ότι η απαλλαγή αυτή δεν καθιστά το RES λιγότερο αποθαρρυντικό για τους επιχειρηματίες αυτούς. Έκτον, αντιθέτως προς το ολλανδικό RES, το RES δεν προβλέπει διορθωτικό μηχανισμό για την αποφυγή των υπέρμετρων αντισταθμίσεων.
139 Τέλος, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες προέβαλαν, επιπροσθέτως, ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν η καθής και η Ιρλανδία, το κριτήριο της αποτελεσματικότητας του επιχειρηματία δικαιούχου της ενισχύσεως πρέπει να εφαρμόζεται, όταν εξετάζεται ο αναλογικός χαρακτήρας του μέτρου στο πλαίσιο του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, με τον τρόπο που εφαρμόζεται στο πλαίσιο της αναλύσεως της τέταρτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, σχετικά με τον αν υφίσταται ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Αφενός, η εκτίμηση περί αποτελεσματικότητας είναι συνυφασμένη με την εκτίμηση του επίσης προβλεπόμενου στο άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ κριτηρίου της αναλογικότητας, το οποίο επιτάσσει να μην υπερβαίνει η αντιστάθμιση το ποσό που θα ήταν αναγκαίο για έναν αποτελεσματικό επιχειρηματία. Αφετέρου, η επιταγή αυτή απορρέει από τη νομολογία σύμφωνα με την οποία σκοπός του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ δεν είναι η προστασία συγκεκριμένων επιχειρηματιών. Εξάλλου, το να μη λαμβάνεται υπόψη το κριτήριο της αποτελεσματικότητας δεν συνάδει προς την αρχή της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με υγιή ανταγωνισμό ούτε, επομένως, προς το κοινοτικό συμφέρον. Πάντως, όσον αφορά τον αντίκτυπο που έχει σε όλους τους ασφαλιστές η ενδεχόμενη μειωμένη αποτελεσματικότητα ενός επιχειρηματία, λόγω του ότι, κατά τον υπολογισμό των πληρωμών RES, λαμβάνεται υπόψη ο «διορθωτικός συντελεστής εξισορροπήσεως» (zero sum adjustment factor), οι προσφεύγουσες διευκρίνισαν ότι δεν στοχεύουν την πτυχή αυτή και δέχθηκαν ότι τα ποσά των πληρωμών RES που η αιτίασή τους ενδεχομένως αφορά είναι αμελητέα. Τέλος, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι προσφεύγουσες δήλωσαν επίσης ότι, ούτε κατά τη διαδικασία που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ούτε κατά τη δίκη, διατυπώθηκαν παρατηρήσεις ως προς το ενδεχόμενο μειωμένης αποτελεσματικότητας λόγω υπέρμετρης κατανάλωσης ιατρικών υπηρεσιών ή το ενδεχόμενο ένας ασφαλιστής ΙΑΥ να παρακινήσει τους ασφαλισμένους του να υποβληθούν σε μη απαραίτητες από ιατρικής απόψεως θεραπείες και να ζητήσουν την απόδοση των σχετικών δαπανών, η δε αιτίασή τους επικεντρώνεται στην αναγκαιότητα συγκρίσεως ενός δικαιούχου ασφαλιστή ΙΑΥ προς έναν αποτελεσματικό επιχειρηματία.
5) Σχετικά με την επίδραση στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών
140 Κατά τις προσφεύγουσες, το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ επιβάλλει η απόκλιση από τους κανόνες περί ανταγωνισμού της Συνθήκης να μην επηρεάζει την ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο στο συμφέρον της Κοινότητας. Πάντως, αντιθέτως προς τις επιταγές της νομολογίας (απόφαση Danske Busvognmænd κατά Επιτροπής, σκέψη 68 ανωτέρω, σκέψη 96), η Επιτροπή δεν εξέτασε ούτε απέδειξε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν υπάρχουν επιπτώσεις στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών.
ii) Επιχειρήματα της καθής
1) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
141 Η καθής υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η προβληθείσα με το υπόμνημα απαντήσεως αιτίαση ότι στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν γίνεται μνεία του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και, σε κάθε περίπτωση αβάσιμη, και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί.
2) Επί της αρμοδιότητας ορισμού των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ
142 Σχετικά με το ζήτημα του χαρακτηρισμού των υποχρεώσεων ΙΑΥ ως υποχρεώσεων ΥΓΟΣ, η καθής διαφωνεί, καταρχάς, με την άποψη των προσφευγουσών ότι ο χαρακτηρισμός αυτός εμπίπτει καταρχήν στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων και σχετίζεται με την ερμηνεία μιας αντικειμενικής και ειδικής έννοιας του κοινοτικού δικαίου. Αντιθέτως, από την πρακτική της Επιτροπής κατά την έκδοση αποφάσεων προκύπτει ότι απόκειται ουσιαστικά στα κράτη μέλη να ορίζουν τι συνιστά ΥΓΟΣ και η Επιτροπή ελέγχει μόνον πρόδηλα σφάλματα.
143 Η καθής υποστηρίζει ότι οι σκέψεις 44, 48 και 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι απολύτως σύμφωνες με την προϋπόθεση αυτή και δεν περιέχουν σφάλματα.
3) Σχετικά με τον χαρακτηρισμό των υποχρεώσεων ΙΑΥ ως υποχρεώσεων ΥΓΟΣ
144 Σχετικά με τον χαρακτηρισμό των υποχρεώσεων ΙΑΥ ως υποχρεώσεων ΥΓΟΣ, κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, η καθής παρατηρεί ότι στις σκέψεις 44 έως 46 της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτίθενται ορισμένοι λόγοι υπέρ ενός τέτοιου χαρακτηρισμού, όπως είναι το περιθώριο εκτιμήσεως που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη για τον ορισμό των ΥΓΟΣ, η περιορισμένη εναρμόνιση των σχετικών με την ασφάλιση υγείας νομοθετικών διατάξεων και η αρμοδιότητα που διατηρούν τα κράτη μέλη στον τομέα της υγείας σύμφωνα με το άρθρο 152 ΕΚ. Συναφώς, είναι εσφαλμένες οι αντιρρήσεις των προσφευγουσών, οι οποίες στηρίζονται, πρώτον, στο ότι οι υποχρεώσεις ΙΑΥ αποτελούν απλώς προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος για λόγους κοινής ωφέλειας, προς ρύθμιση της εμπορικής δραστηριότητας των ασφαλιστών ΙΑΥ, δεύτερον, στο ότι δεν υπάρχει εγγύηση περί ενός κατωτάτου επιπέδου υπηρεσιών ΙΑΥ και περί ελεύθερης προσβάσεως στις υπηρεσίες αυτές σε προσιτή τιμή και, τρίτον, στο ότι οι υπηρεσίες ΙΑΥ δεν υποκαθιστούν το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
4) Σχετικά με την επιβολή των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ στους ασφαλιστές ΙΑΥ
145 Κατά την καθής, οι προσφεύγουσες εσφαλμένως υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση του VHI και της BUPA Ireland να παρέχουν υπηρεσίες ΙΑΥ πρέπει να απορρέει από τον νόμο, καθώς, κατά τη νομολογία, αρκεί να υποχρεούται ένας επιχειρηματίας να τηρεί προϋποθέσεις προβλεπόμενες από σύμβαση παραχωρήσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Οκτωβρίου 1997, C‑159/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ. I‑5815). Εν προκειμένω, ο 1994 Health Insurance Act υποχρεώνει τους ασφαλιστές ΙΑΥ να εγγράφονται στο μητρώο επιχειρήσεων και να τηρούν, επί ποινή διαγραφής από το μητρώο αυτό, τις υποχρεώσεις ΙΑΥ. Η περίπτωση αυτή είναι παρόμοια με εκείνη που εξετάστηκε με την απόφαση Ferring, σκέψη 41 ανωτέρω.
5) Σχετικά με την αναγκαιότητα του RES
146 Σχετικά με την αναγκαιότητα του RES, η καθής υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη, όταν αναθέτουν ΥΓΟΣ, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς της εθνικής τους πολιτικής. Κατά τη νομολογία, (απόφαση Albany, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψεις 107 έως 111), το ουσιώδες ζήτημα δεν είναι αν το RES πρέπει να είναι απολύτως αναγκαίο, αλλά αν είναι προδήλως εσφαλμένη η διαπίστωση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι, αν δεν υπήρχε το RES, η ιρλανδική αγορά ΙΑΥ δεν θα λειτουργούσε υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους. Επομένως, η αναγκαιότητα του RES πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το τι είναι οικονομικώς αποδεκτό και όχι με το τι είναι απολύτως αναγκαίο.
147 Σχετικά με τον κίνδυνο της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων, η καθής ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι η τήρηση των υποχρεώσεων ΙΑΥ, όπως η ελεύθερη πρόσβαση και το ενιαίο τιμολόγιο, αναγκάζει τους ασφαλιστές ΙΑΥ να επιλέγουν τους κινδύνους που ασφαλίζουν και να μειώνουν το αριθμό των ασφαλισμένων υψηλού κινδύνου. Επιπλέον, η καθής διευκρινίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει ότι η είσοδος των προσφευγουσών στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ συνεπάγεται αναπόφευκτα αστάθεια στην αγορά αυτή, αλλά εκκινεί από την παραδοχή ότι η κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων αποτελεί παράγοντα αστάθειας. Αυτό είναι αρκετό υπό το πρίσμα της αποφάσεως Albany, σκέψη 101 ανωτέρω, και στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που δύναται να ασκήσει το Πρωτοδικείο όσον αφορά το αν πληρούται το κριτήριο αυτό.
6) Σχετικά με τον αναλογικό χαρακτήρα του RES
148 Σχετικά με το αν το ύψος των πληρωμών RES είναι ανάλογο προς τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες, η καθής επισημαίνει ότι οι προσφεύγουσες, αν και φέρουν το σχετικό βάρος, δεν απέδειξαν ότι είναι προδήλως εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τον αναλογικό χαρακτήρα του RES (απόφαση Boehringer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 118 ανωτέρω, σκέψεις 74 επ.). Λόγω της εξουσίας εκτιμήσεως των κρατών μελών τόσο κατά τον ορισμό μιας ΥΓΟΣ όσο και κατά τον καθορισμό της μεθόδου υπολογισμού της αντισταθμίσεως των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ, κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, οι προσφεύγουσες έπρεπε να αποδείξουν ότι το RES είναι προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με τον σκοπό της διασφαλίσεως της λειτουργίας της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση AOK-Bundesverband κ.λπ., σκέψη 108 ανωτέρω, σημεία 95 έως 101). Συγκεκριμένα, από τη νομολογία προκύπτει ότι, αν και απόκειται στο κράτος μέλος που επικαλείται το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ «να αποδείξει ότι πληρούνται οι προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, ωστόσο το βάρος αποδείξεως δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του σημείου να απαιτείται από αυτό το κράτος μέλος, οσάκις εκθέτει εμπεριστατωμένα τους λόγους για τους οποίους, σε περίπτωση καταργήσεως των προσαπτομένων μέτρων, η εκπλήρωση, υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους, της ανατεθείσας σε επιχείρηση αποστολής γενικού οικονομικού συμφέροντος θα ετίθετο, κατά τη γνώμη του, σε κίνδυνο, να προχωρήσει περαιτέρω προκειμένου να αποδείξει, κατά τρόπο θετικό, ότι κανένα άλλο νοητό, εξ υποθετικού ορισμού, μέτρο δεν μπορεί να διασφαλίσει την εκπλήρωση της εν λόγω αποστολής υπό τους αυτούς όρους» (απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χώρες, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 58). Οι προσφεύγουσες, πάντως, δεν απέδειξαν κάτι τέτοιο.
149 Η καθής ζητεί, συνεπώς, την απόρριψη του κρινόμενου λόγου ακυρώσεως.
iii) Επιχειρήματα της Ιρλανδίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών
150 Η Ιρλανδία συμμερίζεται την επιχειρηματολογία της Επιτροπής σχετικά με την απόρριψη του κρινόμενου λόγους ακυρώσεως.
151 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φρονεί ότι, εν προκειμένω, οι υποχρεώσεις ΙΑΥ πληρούν τις σχετικές με τις υποχρεώσεις ΥΓΟΣ προϋποθέσεις, κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του παραδεκτού των επιχειρημάτων της Ιρλανδίας και του VHI σχετικά με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως
152 Πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών ότι τα επιχειρήματα της Ιρλανδίας και του VHI κατά του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ είναι απαράδεκτα σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.
153 Υπενθυμίζεται, σχετικά, ότι, κατά το άρθρο 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στο Πρωτοδικείο δυνάμει του άρθρου 53 του ίδιου οργανισμού, η παρέμβαση δύναται να έχει ως μοναδικό αντικείμενο την υποστήριξη των αιτημάτων του ενός των διαδίκων. Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο παρεμβαίνων αποδέχεται τη δίκη στο στάδιο που αυτή βρίσκεται κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς του. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, δεν απαγορεύεται η προβολή από τον παρεμβαίνοντα επιχειρημάτων διαφορετικών από αυτά του υπέρ ου η παρέμβαση διαδίκου, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν τροποποιούν το πλαίσιο της διαφοράς και ότι η παρέμβαση σκοπεί πάντα στη στήριξη των αιτημάτων του υπέρ ου η παρέμβαση διαδίκου (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 13ης Απριλίου 2005, T‑2/03, Verein für Konsumenteninformation κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1121, σκέψη 52, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 14ης Δεκεμβρίου 2006, T‑237/02, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. ΙΙ-5131, σκέψη 40).
154 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, συναφώς, ότι η καθής δεν προέβαλε ρητώς επιχειρήματα σχετικά με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως. Αφενός, ο πρώτος λόγος, όπως προβλήθηκε από τις προσφεύγουσες, εξακολουθεί να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πλαισίου της υπό κρίση διαφοράς. Αφετέρου, το ότι η καθής δεν επιχειρηματολόγησε επί του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως δεν αρκεί για να περιοριστεί το περιεχόμενο της διαφοράς αυτής. Εξάλλου, η μη προβολή επιχειρημάτων, εκτός του ότι δεν συνιστά παραδοχή του βασίμου του συγκεκριμένου λόγου ακυρώσεως, εξηγείται με το επιχείρημα ότι ο συγκεκριμένος λόγος δεν επηρεάζει την έκβαση της διαφοράς. Επιπλέον, στο πλαίσιο της άμυνάς της κατά του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η καθής ουσιαστικά αμφισβητεί τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες προς στήριξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως, κατά το μέτρο που τα εν λόγω επιχειρήματα αφορούν τα κριτήρια εφαρμογής τόσο του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ όσο και του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, όπως διευκρινίζονται με την απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν συντρέχει, εν προκειμένω, περιορισμός του πλαισίου της διαφοράς, όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, ώστε να μην επιτραπεί στους παρεμβαίνοντες να προβάλουν επιχειρήματα επιπλέον αυτών της καθής. Πράγματι, η Ιρλανδία και ο VHI κινούνται απολύτως στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, προβάλλοντας επιχειρήματα σχετικά με το αν πληρούνται σωρευτικώς τα τέσσερα κριτήρια της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω. Ομοίως, τα επιχειρήματα αυτά δεν επηρεάζουν τα αιτήματα της καθής για απόρριψη της υπό κρίση προσφυγής στο σύνολό της, τα οποία η Ιρλανδία και ο VHI εξακολουθούν να υποστηρίζουν.
155 Πάντως, το επιχείρημα που προβάλλει η Ιρλανδία, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι το RES δεν εμπεριέχει κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, διότι δεν μεταβιβάζονται δημόσιοι πόροι (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2001, C‑379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I‑2099, σκέψεις 59 έως 61), κρίνεται απαράδεκτο, δυνάμει του άρθρου 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 116, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας. Αν και η καθής ουδέν αναφέρει συναφώς στις έγγραφες παρατηρήσεις της, το εν λόγω επιχείρημα αντιφάσκει προς τη διαπίστωση που διατυπώνεται στη σκέψη 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το RES όντως περιλαμβάνει μεταφορά δημόσιων πόρων. Επιπλέον, οι προσφεύγουσες δεν τοποθετήθηκαν σχετικά με τη διαπίστωση αυτή με το δικόγραφο της προσφυγής. Ωστόσο, το δικόγραφο της προσφυγής, σε συνδυασμό με το υπόμνημα αντικρούσεως, καθορίζει το πλαίσιο της διαφοράς, το οποίο οι παρεμβαίνοντας οφείλουν να αποδέχονται ως έχει κατά τον χρόνο της παρεμβάσεώς τους. Συνεπώς, αυτό το επιχείρημα της Ιρλανδίας είναι απαράδεκτο, διότι τροποποιεί το περιεχόμενο του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την έννοια της παρατιθέμενης στη σκέψη 153 νομολογίας. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι οι προσφεύγουσες και η καθής συμφωνούν ότι, στο πλαίσιο του RES, πραγματοποιείται μεταφορά δημόσιων πόρων κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
156 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι, πλην του επιχειρήματος περί μη μεταφοράς δημόσιων πόρων, τα σχετικά με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως επιχειρήματα της Ιρλανδίας και του VHI είναι παραδεκτά.
Επί της εφαρμογής των προϋποθέσεων της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω
157 Υπενθυμίζεται ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται κυρίως στις προϋποθέσεις που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, η οποία είναι μεταγενέστερη της προσβαλλομένης αποφάσεως και της οποίας το περιεχόμενο δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, προκειμένου να δικαιολογήσει ότι δεν υφίσταται κρατική ενίσχυση στη συγκεκριμένη περίπτωση, τη στήριξε, κατά κύριο λόγο, στην απόφαση Ferring, σκέψη 41 ανωτέρω (σκέψη 40 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
158 Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο δεν περιόρισε χρονικά τα αποτελέσματα της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω. Ελλείψει τέτοιου χρονικού περιορισμού, οι σχετικές με την ερμηνεία του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ σκέψεις είναι απολύτως εφαρμόσιμες στην υπό κρίση εν προκειμένω πραγματική και νομική κατάσταση, όπως αυτή τέθηκε υπόψη της Επιτροπής κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
159 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η ερμηνεία που το Δικαστήριο δίδει σε διάταξη κοινοτικού δικαίου περιορίζεται στο να διαφωτίσει και να διευκρινίσει την έννοια και το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, όπως θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται αφότου τέθηκε σε ισχύ. Επομένως, η κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνευθείσα διάταξη μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια ακόμα και επί εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν προ της εκδόσεως της ερμηνευτικής αποφάσεως και μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί μια διάταξη που αυτό έχει ερμηνεύσει για να θέσει υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν συναφθεί καλοπίστως. Τέτοιος περιορισμός, όμως, μπορεί να τεθεί μόνο με την απόφαση που αποφαίνεται επί της ζητούμενης ερμηνείας (βλ. σχετικά και κατ’ αναλογία, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 2005, C‑209/03, Bidar, Συλλογή 2005, σ. I‑2119, σκέψεις 66 και 67, και της 6ης Μαρτίου 2007, C‑292/04, Meilicke κ.λπ., Συλλογή 2007, σ. Ι-1835, σκέψεις 34 έως 36, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το Πρωτοδικείο αποφαίνεται ότι οι σκέψεις αυτές, οι οποίες απορρέουν από νομολογία που αφορά, ειδικότερα, την υποχρέωση εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από τα εθνικά δικαστήρια, ισχύουν mutatis mutandis για τα κοινοτικά όργανα, οσάκις αυτά καλούνται να εφαρμόσουν διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες έχουν εκ των υστέρων αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας από το Δικαστήριο.
160 Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αν και κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είναι συμβατή με τα κριτήρια της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, τα οποία, όπως δέχονται και οι προσφεύγουσες, έχουν ταυτόσημο ως επί το πλείστον περιεχόμενο με τα κριτήρια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Πάντως, λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της προβαλλόμενης, εν προκειμένω, αποστολής ΥΓΟΣ, η οποία συνίσταται στην υποχρέωση όλων των επιχειρηματιών που δραστηριοποιούνται στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ να τηρούν ορισμένες υποχρεώσεις που η προσβαλλόμενη απόφαση χαρακτηρίζει ως υποχρεώσεις ΥΓΟΣ και οι οποίες ουδέποτε έχουν εξεταστεί έως σήμερα από τον κοινοτικό δικαστή, τα κριτήρια της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, πρέπει να εφαρμοστούν με το πνεύμα και τη σκοπιμότητα υπό την οποία διατυπώθηκαν, προσαρμοσμένα στις συγκεκριμένες συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως.
Περί του αν υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ κατά την έννοια της πρώτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
i) Προκαταρκτική παρατήρηση
161 Σύμφωνα με την πρώτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω (σκέψη 89), η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση ορισμένων σαφώς καθορισμένων υποχρεώσεων συναφών με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας και η υποχρέωση αυτή πρέπει να είναι σαφώς καθορισμένη.
162 Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι η υποχρέωση δημόσιας υπηρεσίας, για την οποία γίνεται λόγος στην απόφαση Altmark, αντιστοιχεί εννοιολογικά στην ΥΓΟΣ, όπως καθορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, και δεν διαφέρει από την αντίστοιχη έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
163 Στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προέβαλαν, κατ’ ουσίαν, ότι η ΥΓΟΣ αποτελεί έννοια του κοινοτικού δικαίου, ερμηνευόμενη στενά και αντικειμενικά, η δε συμμόρφωση προς αυτή εμπίπτει στον πλήρη έλεγχο των κοινοτικών οργάνων, μη επιτρεπομένης της αναθέσεως του ελέγχου αυτού στις εθνικές αρχές. Μολονότι τα κράτη μέλη διαθέτουν στον τομέα αυτόν ορισμένη ευχέρεια όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύουν να διασφαλίσουν και να ρυθμίσουν την παροχή ΥΓΟΣ, ο καθορισμός της εν λόγω ΥΓΟΣ εξαρτάται από ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι η καθολικότητα της υπηρεσίας και ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της, η συνδρομή των οποίων πρέπει να ελέγχεται από τα κοινοτικά όργανα. Αντιθέτως, εν προκειμένω, δεν υφίσταται υποχρέωση ή αποστολή κοινής ωφέλειας επιβάλλουσα στους ασφαλιστές να παρέχουν ορισμένες υπηρεσίες ΙΑΥ ούτε εξασφαλίζεται η παροχή των υπηρεσιών αυτών σε όλο τον πληθυσμό της Ιρλανδίας. Οι υπηρεσίες ΙΑΥ συνιστούν, απλώς, χρηματοοικονομικής φύσεως προαιρετικές υπηρεσίες, ή και υπηρεσίες «πολυτελείας», που δεν σκοπούν στην υποκατάσταση του δημοσίου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Επιπλέον, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, ΥΓΟΣ αποτελούν μόνον οι υποχρεώσεις ΙΑΥ και όχι οι υπηρεσίες ΙΑΥ καθαυτές. Πάντως, οι υποχρεώσεις ΙΑΥ, αν και έχουν τεθεί προς εξυπηρέτηση της κοινής ωφέλειας, αποτελούν απλώς συνήθεις, κανονιστικού χαρακτήρα υποχρεώσεις που ισχύουν κατά την άσκηση και κατά τον έλεγχο της δραστηριότητας των ασφαλιστών ΙΑΥ, πράγμα που, κατά τη νομολογία και σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή κατά την έκδοση αποφάσεων, δεν αρκεί για να χαρακτηριστούν ως ΥΓΟΣ.
164 Η καθής, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και τον VHI, υποστηρίζει ότι, αφενός, ο ορισμός των ΥΓΟΣ εμπίπτει, κυρίως, στην αρμοδιότητα και στην εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών, ο δε σχετικός έλεγχος που τα κοινοτικά όργανα είναι αρμόδια να πραγματοποιούν περιορίζεται στην ύπαρξη προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Η καθής και η Ιρλανδία τονίζουν ότι η ΙΑΥ αποτελεί, αφενός, σημαντικό εργαλείο στο πλαίσιο της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής υγείας που ακολουθεί η Ιρλανδία, τομείς που, δυνάμει του άρθρου 152 ΕΚ, εμπίπτουν στην αποκλειστική, ουσιαστικά, αρμοδιότητα των κρατών μελών, καθώς και, αφετέρου, σημαντικό συμπλήρωμα του δημόσιου συστήματος ασφαλίσεως υγείας, χωρίς, ωστόσο, να το υποκαθιστά. Εν προκειμένω, οι ΥΓΟΣ για τις οποίες γίνεται λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση συνίστανται, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, από τις υπηρεσίες ΙΑΥ αυτές καθαυτές, σε συνδυασμό με τις υποχρεώσεις ΙΑΥ. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις ΙΑΥ, περιλαμβανομένης της ελεύθερης προσβάσεως και του ενιαίου τιμολογίου, διασφαλίζουν την πρόσβαση όλων στις υπηρεσίες ΙΑΥ. Συναφώς, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, δεν απαιτείται οι υπηρεσίες ΙΑΥ να έχουν αυστηρά καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα, να είναι δωρεάν ή οικονομικώς προσιτές σε όλο τον πληθυσμό της Ιρλανδίας και να υποκαθιστούν το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Επιπλέον, κατά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, λόγω του ότι η ΥΓΟΣ αποτελεί έννοια με δυναμικό περιεχόμενο, η επιβολή, από το κράτος μέλος σε όλους τους ασφαλιστές, ορισμένων υποχρεώσεων, όπως είναι οι υποχρεώσεις ΙΑΥ, για την τήρηση των οποίων έχει θεσπιστεί σύστημα χορηγήσεως αδειών και ελέγχου, αρκεί για να χαρακτηριστούν οι υποχρεώσεις αυτές ως υποχρεώσεις ΥΓΟΣ. Επομένως, δεν είναι απαραίτητη η χορήγηση ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος στη επιχείρηση.
ii) Σχετικά με την έννοια της αποστολής ΥΓΟΣ και με την αρμοδιότητα ορισμού και ελέγχου των ΥΓΟΣ
165 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ, το κοινοτικό δίκαιο δεν ορίζει σαφώς και επακριβώς την έννοια της αποστολής ΥΓΟΣ ούτε καθορίζει κατ’ απόλυτο τρόπο τις προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου ένα κράτος μέλος να μπορεί εγκύρως να επικαλεστεί την ύπαρξη και την προστασία αποστολής ΥΓΟΣ, είτε κατά την έννοια της πρώτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, είτε κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
166 Όσον αφορά την αρμοδιότητα καθορισμού της φύσεως και του περιεχομένου μιας αποστολής ΥΓΟΣ κατά την έννοια της Συνθήκης, καθώς και το εύρος του ελέγχου που τα κοινοτικά όργανα υποχρεούνται να ασκούν στο πλαίσιο αυτό, από το σημείο 22 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω) και από τη νομολογία του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως να ορίζουν τι θεωρούν ΥΓΟΣ, η δε Επιτροπή μπορεί να αμφισβητήσει τον ορισμό αυτό μόνο σε περίπτωση πρόδηλου σφάλματος (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2005, T‑17/02, Olsen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑2031, σκέψη 216, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
167 Αυτό το προνόμιο του κράτους μέλους, ως προς τον ορισμό των ΥΓΟΣ, επιβεβαιώνεται τόσο από την έλλειψη ειδικής αρμοδιότητας της Κοινότητας, όσο και από την έλλειψη ακριβούς και πλήρους ορισμού της έννοιας της ΥΓΟΣ στο κοινοτικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, ο καθορισμός της φύσεως και του περιεχομένου μιας αποστολής ΥΓΟΣ σε συγκεκριμένους τομείς δράσης, ως προς τους οποίους η Κοινότητα είτε δεν έχει αρμοδιότητα, κατά την έννοια του άρθρου 5, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, είτε έχει περιορισμένη ή επικουρική αρμοδιότητα, κατά την έννοια του δεύτερου εδαφίου του άρθρου αυτού, απόκειται, καταρχήν, στα κράτη μέλη. Όπως, όμως, επισημαίνουν η καθής και η Ιρλανδία, ο τομέας της υγείας εμπίπτει σχεδόν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Στον τομέα αυτόν, η Κοινότητα μπορεί, δυνάμει του άρθρου 152, παράγραφοι 1 και 5, ΕΚ, να εκδίδει μόνο μη δεσμευτικές πράξεις, χωρίς να θίγει στο παραμικρό τις αρμοδιότητες των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την οργάνωση και την παροχή των υγειονομικών υπηρεσιών και της ιατρικής περίθαλψης. Επομένως, ο καθορισμός των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ στο πλαίσιο αυτό επίσης εμπίπτει, κυρίως, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η κατανομή αυτή αρμοδιοτήτων αντικατοπτρίζεται, εξάλλου, εν γένει στο άρθρο 16 ΕΚ, κατά το οποίο, ενόψει της θέσεως που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στα πλαίσια των κοινών αξιών της Ένωσης, καθώς και της συμβολής τους στην προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη, εντός των πλαισίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, και εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, μεριμνούν ώστε οι ΥΓΟΣ να λειτουργούν βάσει αρχών και προϋποθέσεων οι οποίες επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους.
168 Συναφώς, οι προσφεύγουσες αλυσιτελώς επικαλούνται την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985, Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 100 ανωτέρω (σκέψη 30), προκειμένου να αποδείξουν την αναγκαιότητα ασκήσεως πλήρους και ολοκληρωμένου ελέγχου, εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων, σχετικά με το αν υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ στον τομέα της υγείας. Συγκεκριμένα, από την ως άνω απόφαση προκύπτει ότι η εξουσία που το κράτος μέλος διαθέτει δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ και, συνεπώς, η εξουσία του να ορίζει τις ΥΓΟΣ δεν είναι απεριόριστη και δεν μπορεί να ασκείται αυθαίρετα, με αποκλειστικό σκοπό να αποφευχθεί η εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού σε συγκεκριμένο τομέα, όπως είναι ο τομέας των τηλεπικοινωνιών.
169 Κατά συνέπεια, τα κοινοτικά όργανα είναι αρμόδια να ελέγχουν την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως των κρατών μελών κατά τον ορισμό των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ μόνον ως προς το αν έχει διαπραχθεί πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Αυτός ακριβώς είναι ο έλεγχος που άσκησε η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση (σκέψη 44), εξετάζοντας αν ήταν προδήλως εσφαλμένη η εκτίμηση της Ιρλανδίας σχετικά με το αν υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ, καθώς και με τον χαρακτηρισμό των υποχρεώσεων ΙΑΥ ως υποχρεώσεων ΥΓΟΣ.
170 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αιτίαση που αντλείται από παράνομη μετάβαση, στις ιρλανδικές αρχές, της αρμοδιότητας ορισμού των επίμαχων ΥΓΟΣ και από παράλειψη πλήρους και ολοκληρωμένου ελέγχου της εκτιμήσεως των αρχών αυτών, υπό το πρίσμα ενός αντικειμενικού και αυστηρού ορισμού των ΥΓΟΣ στο κοινοτικό δίκαιο.
iii) Σχετικά με το αν υφίσταται εν προκειμένω αποστολή ΥΓΟΣ
1) Περί της κατανομής του βάρους αποδείξεως
171 Πρέπει να εξεταστεί αν η Επιτροπή νομίμως έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι τα μέτρα που κοινοποίησε η Ιρλανδία εντάσσονται στο πλαίσιο αποστολής ΥΓΟΣ κατά την έννοια τόσο της πρώτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, όσο και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
172 Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί, συναφώς, ότι αν και το κράτος μέλος διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, όσον αφορά τον καθορισμό του τι θεωρεί ΥΓΟΣ, εντούτοις η επίκληση της υπάρξεως και της ανάγκης προστασίας μιας αποστολής ΥΓΟΣ δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωση να μεριμνά ώστε η εν λόγω ΥΓΟΣ να πληροί ορισμένα κοινά για όλες τις αποστολές ΥΓΟΣ κριτήρια, κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚ, όπως αυτά που έχει διευκρινίσει η νομολογία, και να αποδεικνύει ότι τα κριτήρια αυτά πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τα κριτήρια αυτά είναι, ιδίως, η έκδοση πράξεως δημόσιας εξουσίας με την οποία ανατίθεται στους συγκεκριμένους επιχειρηματίες μια αποστολή ΥΓΟΣ, καθώς και ο καθολικός και υποχρεωτικός χαρακτήρας της αποστολής αυτής. Αντιστρόφως, η παράλειψη του κράτους μέλους να αποδείξει ότι τα κριτήρια αυτά πληρούνται ή η μη συμμόρφωσή του προς αυτά μπορεί να συνιστά πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, για το οποίο η Επιτροπή υποχρεούται να επιβάλει κυρώσεις, άλλως υποπίπτει η ίδια σε πρόδηλο σφάλμα. Εξάλλου, από τη σχετική με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ νομολογία προκύπτει ότι το κράτος μέλος υποχρεούται να παραθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η συγκεκριμένη υπηρεσία μπορεί, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της, να συνιστά ΥΓΟΣ, διακρινόμενη από άλλες δραστηριότητες της οικονομικής ζωής (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις Merci Convenzionali Porto di Genova, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 27, και Enirisorse, σκέψη 131 ανωτέρω, σκέψεις 33 και 34). Συγκεκριμένα, χωρίς τέτοια αιτιολόγηση, θα ήταν αδύνατο να ελέγξουν τα κοινοτικά όργανα, έστω ακροθιγώς, υπό το πρίσμα τόσο της πρώτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, όσο και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, αν το κράτος μέλος έχει υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως.
173 Υπό το πρίσμα των εκτιμήσεων αυτών πρέπει να εξεταστούν οι αιτιάσεις των προσφευγουσών, ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή κακώς δέχθηκε ότι υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ.
2) Σχετικά με περιεχόμενο και τη φύση της επίμαχης αποστολής ΥΓΟΣ
174 Εν προκειμένω, οι διάδικοι διαφωνούν σχετικά με το περιεχόμενο και τη φύση των ΥΓΟΣ που αποτελούν αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και, επομένως, του κοινοποιηθέντος μέτρου. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, κατ’ ουσίαν, ότι αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι μόνον οι υποχρεώσεις ΙΑΥ, για τις οποίες η Επιτροπή δέχθηκε να χαρακτηριστούν ως υποχρεώσεις ΥΓΟΣ. Αντιθέτως, δεν εξετάστηκε με την εν λόγω απόφαση αν αυτές καθαυτές οι υπηρεσίες ΙΑΥ αποτελούν ΥΓΟΣ, πράγμα που, σε κάθε περίπτωση, δεν συμβαίνει (βλ. σκέψη 110 ανωτέρω). Η καθής και η Ιρλανδία απαντούν ότι, λόγω της άρρηκτης σχέσεως μεταξύ υπηρεσιών ΙΑΥ και υποχρεώσεων ΙΑΥ, οι οποίες διέπουν την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, η προσβαλλόμενη απόφαση, χαρακτηρίζοντας τις υποχρεώσεις ΙΑΥ ως υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, αναγνωρίζει ότι και υπηρεσίες ΙΑΥ αυτές καθαυτές έχουν χαρακτήρα ΥΓΟΣ.
175 Είναι αληθές ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση και, ιδίως, στις σκέψεις 41 έως 49 αυτής, εξετάζονται κυρίως, υπό τον τίτλο «Υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας», οι υποχρεώσεις ΙΑΥ, δηλαδή το ενιαίο τιμολόγιο, η ελεύθερη πρόσβαση, η δια βίου κάλυψη και οι κατώτατες παροχές, και εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει να χαρακτηριστούν υποχρεώσεις ΥΓΟΣ. Εντούτοις, αν και η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξετάζει ρητώς το αν οι υπηρεσίες ΙΑΥ καθαυτές ή το ιρλανδικό σύστημα ΙΑΥ εν γένει αποτελούν επίσης ΥΓΟΣ, η απόφαση αυτή αναφέρει, πάντως, στις σκέψεις 41 και 47, ότι οι «υποχρεώσεις [ΙΑΥ] αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων μιας αποστολής στο πλαίσιο υπηρεσίας κοινής ωφέλειας, που συνίσταται στην παροχή ορισμένου επιπέδου υπηρεσιών ΙΑΥ σε όλους όσους κατοικούν στην Ιρλανδία σε προσιτή τιμή και με την ίδια ποιότητα». Εξάλλου, στη σκέψη 48 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι ιρλανδικές αρχές δεν υπέπεσαν σε πρόδηλο σφάλμα, «χαρακτηρίζοντας ως ΥΓΟΣ υπηρεσίες πέραν των παρεχομένων από το βασικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως». Οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δέχθηκε, έστω εμμέσως, ότι χαρακτήρα ΥΓΟΣ έχουν και οι υπηρεσίες ΙΑΥ αυτές καθαυτές. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της άρρηκτης σχέσεως μεταξύ υποχρεώσεων ΙΑΥ και υπηρεσιών ΙΑΥ, δεν θα ήταν δυνατόν η Επιτροπή να εξετάσει μόνον τις υποχρεώσεις ΙΑΥ, χωρίς να λάβει υπόψη και τις υπηρεσίες ΙΑΥ, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο των υποχρεώσεων αυτών και των οποίων η παροχή γίνεται σύμφωνα με αυτές.
176 Επομένως, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζει τόσο ότι οι υποχρεώσεις ΙΑΥ συνιστούν υποχρεώσεις ΥΓΟΣ, όσο και ότι η παροχή υπηρεσιών ΙΑΥ συνιστά αποστολή ΥΓΟΣ.
3) Σχετικά με τη διάκριση μεταξύ ρυθμίσεως της δραστηριότητας των επιχειρηματιών και της υπάρξεως αποστολής ΥΓΟΣ ανατεθείσας με πράξη δημόσιας εξουσίας
177 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν ότι υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ, θεωρώντας ότι η επίμαχη νομοθεσία απλώς επιβάλλει σε όλους τους ασφαλιστές ΙΑΥ ορισμένες «συνήθεις» κανονιστικού χαρακτήρα υποχρεώσεις, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ανάθεση ιδιαίτερης αποστολής, οριζόμενης με πράξη δημόσιας εξουσίας.
178 Πρώτον, όπως προκύπτει από τη νομολογία, η παροχή της επίμαχης υπηρεσίας πρέπει, εξ ορισμού, να εξυπηρετεί την κοινή ωφέλεια ή το δημόσιο συμφέρον. Στο πλαίσιο αυτό, οι ΥΓΟΣ διακρίνονται, μεταξύ άλλων, από τις υπηρεσίες που εξυπηρετούν ιδιωτικό συμφέρον, ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω ιδιωτικό συμφέρον είναι περισσότερο ή λιγότερο συλλογικό ή αν έχει αναγνωριστεί από το κράτος ως εύλογο ή ωφέλιμο (βλ., σχετικά, αποφάσεις Züchner, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 7, και GVL κατά Επιτροπής, σκέψη 98 ανωτέρω, σκέψεις 31 και 32). Εξάλλου, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η κοινή ωφέλεια ή το δημόσιο συμφέρον που επικαλείται το κράτος μέλος δεν πρέπει να συνίσταται απλώς στην ανάγκη να υπαχθεί η λειτουργία της οικείας αγοράς σε ορισμένους κανόνες ή να εξαρτηθεί η εμπορική δραστηριότητα των οικείων επιχειρηματιών από τη χορήγηση άδειας από το κράτος. Συγκεκριμένα, μόνη η επιβολή από τον εθνικό νομοθέτη, για λόγους κοινής ωφέλειας κατά την ευρεία έννοια, ορισμένων κανόνων σχετικών με τη χορήγηση αδειών ή την άσκηση ελέγχου σε όλους τους επιχειρηματίες ενός τομέα δεν συνιστά, καταρχήν, ανάθεση αποστολής ΥΓΟΣ (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις GVL κατά Επιτροπής, σκέψη 98 ανωτέρω, σκέψη 32, και GB-Inno-BM, σκέψη 98 ανωτέρω, σκέψη 22).
179 Αντιθέτως, για να αναγνωριστεί η ύπαρξη αποστολής ΥΓΟΣ δεν απαιτείται οπωσδήποτε να χορηγηθεί στον επιφορτισμένο με την αποστολή αυτή επιχειρηματία ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα για την εκπλήρωσή της. Από τον συνδυασμό των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 86 ΕΚ προκύπτει ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος χορηγούμενου σε επιχειρηματία και, αφετέρου, αποστολής ΥΓΟΣ, η οποία συναρτάται με το δικαίωμα αυτό (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις Merci Convenzionali Porto di Genova, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψεις 9 και 27, Almelo, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψεις 46 έως 50, και Albany, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψεις 98 και 104 έως 111). Η χορήγηση ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος σε επιχειρηματία αποτελεί απλώς ένα εύλογο, ενδεχομένως, μέσο δια του οποίου αυτός μπορεί να εκπληρώσει μια αποστολή ΥΓΟΣ. Επομένως, όπως επισημαίνει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, δεν είναι εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής, στο σημείο 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραπέμπει στα σημεία 14 και 15 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη, ότι η ανάθεση αποστολής ΥΓΟΣ μπορεί επίσης να συνιστά επιβολή υποχρεώσεως σε πολλούς ή και σε όλους τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην ίδια αγορά (βλ. σχετικά με αποστολή ΥΓΟΣ ανατεθείσα στο πλαίσιο μη αποκλειστικής παραχωρήσεως δημοσίου δικαίου, απόφαση Almelo, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 47).
180 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η ύπαρξη αποστολής ΥΓΟΣ αποκλείεται λόγω της επιβολής ορισμένων υποχρεώσεων στο σύνολο των ασφαλιστών ΙΑΥ.
181 Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι, ουσιαστικά, τόσο η πρώτη προϋπόθεση που διατύπωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, όσο και αυτό καθαυτό το κείμενο του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ επιβάλλουν να ανατίθεται η αποστολή ΥΓΟΣ στον εκάστοτε επιχειρηματία με πράξη δημόσιας εξουσίας που να καθορίζει σαφώς τις οικείες υποχρεώσεις ΥΓΟΣ (βλ., σχετικά, αποφάσεις του Δικαστηρίου Züchner, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 7, της 11ης Απριλίου 1989, 66/86, Ahmed Saeed Flugreisen, Συλλογή 1989, σ. 803, σκέψη 55, GT‑Link, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 51, και Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, σκέψη 89· απόφαση Olsen κατά Επιτροπής, σκέψη 166 ανωτέρω, σκέψη 186).
182 Εν προκειμένω, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, η σχετική ιρλανδική νομοθεσία δεν έχει ως αντικείμενο τη ρύθμιση της δραστηριότητας των ασφαλιστών ΙΑΥ ή τη χορήγηση άδειας για την άσκησή της, αλλά πρέπει να χαρακτηριστεί πράξη δημόσιας εξουσίας με αντικείμενο τη σύσταση και τον ορισμό ιδιαίτερης αποστολής, συνιστάμενης στην παροχή υπηρεσιών ΙΑΥ, τηρουμένων των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Συγκεκριμένα, τα άρθρα 7 έως 10 του 1994 Health Insurance Act, μετά την τελευταία τροποποίησή τους με τον 2001 Health Insurance Act, καθώς και με τον 1996 Health Insurance Regulations (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω), ορίζουν λεπτομερώς τις υποχρεώσεις ΙΑΥ, ήτοι τα περί ενιαίου τιμολογίου, ελεύθερης προσβάσεως, διά βίου καλύψεως και κατώτατων παροχών, στις οποίες υπόκεινται όλοι οι ασφαλιστές ΙΑΥ κατά την έννοια της νομοθεσίας αυτής. Εξάλλου, θέτοντας ως σκοπό την εξυπηρέτηση της κοινής ωφέλειας, δια της παροχής, στο ήμισυ περίπου του πληθυσμού της Ιρλανδίας, της δυνατότητας εναλλακτικής καλύψεως ορισμένων υπηρεσιών περίθαλψης, ιδίως νοσοκομειακής, οι προαναφερθείσες υποχρεώσεις ΙΑΥ περιορίζουν την ελευθερία ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας των ασφαλιστών ΙΑΥ σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι οι συνήθεις προϋποθέσεις χορηγήσεως άδειας ασκήσεως δραστηριότητας σε έναν τομέα (βλ. κατωτέρω, σκέψεις 191 επ.).
183 Ομοίως, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η νομοθεσία αυτή πληροί την προϋπόθεση περί σαφούς και ακριβούς ορισμού των επίμαχων υποχρεώσεων ΥΓΟΣ κατά την έννοια της πρώτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω (σκέψη 89), πράγμα που δεν αμφισβητούν οι προσφεύγουσες. Εξάλλου, δεδομένου ότι η Ιρλανδία επέλεξε, όπως είχε την ευχέρεια να πράξει, ένα σύστημα που δεν προβλέπει τη χορήγηση αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων, αλλά την εκπλήρωση της εν λόγω αποστολής από όλους τους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ (βλ. σκέψη 179 ανωτέρω), δεν είναι δυνατόν, αντιθέτως προς ό,τι φαίνεται να υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, να απαιτείται η ανάθεση της αποστολής αυτής χωριστά σε κάθε επιχειρηματία που υπόκειται στις υποχρεώσεις ΙΑΥ με ατομική πράξη ή εντολή.
184 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση ότι η δραστηριότητα των ασφαλιστών ΙΑΥ υπόκειται σε «συνήθεις», κανονιστικού χαρακτήρα, υποχρεώσεις και ότι η σύσταση και η ανάθεση της αποστολής ΥΓΟΣ δεν έγινε με πράξη δημόσιας εξουσίας.
4) Σχετικά με τον καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα των παρεχομένων στο πλαίσιο αποστολής ΥΓΟΣ υπηρεσιών
185 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω αποστολή ΥΓΟΣ, διότι οι υπηρεσίες ΙΑΥ δεν έχουν καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα.
Γενικές παρατηρήσεις
186 Όσον αφορά τον καθολικό χαρακτήρα των υπηρεσιών ΙΑΥ, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, δεν προκύπτει από το κοινοτικό δίκαιο ότι η επίμαχη υπηρεσία, για να χαρακτηριστεί ΥΓΟΣ, πρέπει να έχει καθολικό χαρακτήρα, κατά τη στενή του όρου έννοια, όπως έχει το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Συγκεκριμένα, η κατά το κοινοτικό δίκαιο έννοια της καθολικής υπηρεσίας δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη υπηρεσία πρέπει να καλύπτει μια ανάγκη κοινή για το σύνολο του πληθυσμού ή να παρέχεται στο σύνολο της επικράτειας (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις Ahmed Saeed Flugreisen, σκέψη 181 ανωτέρω, σκέψη 55, Corsica Ferries France, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 45, και Olsen κατά Επιτροπής, σκέψη 166 ανωτέρω, σκέψεις 186 επ.) Όπως αναφέρεται στη σκέψη 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο παραπέμπει στο σημείο 14 ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη, μολονότι τα χαρακτηριστικά αυτά απαντούν στην κλασική και πλέον διαδεδομένη στα κράτη μέλη μορφή ΥΓΟΣ, τούτο δεν αποκλείει να υπάρχουν και άλλες, επίσης νόμιμες μορφές ΥΓΟΣ, τις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να επιλέξουν, ασκώντας την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν.
187 Επομένως, το ότι οι επίμαχες υποχρεώσεις ΥΓΟΣ έχουν περιορισμένο τοπικό ή υλικό πεδίο εφαρμογής ή το ότι οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται σε σχετικώς περιορισμένο κύκλο προσώπων δεν αναιρεί οπωσδήποτε τον καθολικό χαρακτήρα μιας αποστολής ΥΓΟΣ κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Συνεπώς, η στενή ερμηνεία που δίνουν οι προσφεύγουσες στον καθολικό χαρακτήρα μιας ΥΓΟΣ, βάσει ορισμένων εκθέσεων ή εγγράφων της Επιτροπής, το περιεχόμενο των οποίων, άλλωστε, δεν είναι νομικά δεσμευτικό, δεν είναι συμβατή με το περιεχόμενο της εξουσίας εκτιμήσεως των κρατών μελών κατά τον ορισμό μιας αποστολής ΥΓΟΣ. Κατά συνέπεια, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
188 Σχετικά με το επιχείρημα ότι οι υπηρεσίες ΙΑΥ αποτελούν απλώς χρηματοοικονομικής φύσεως προαιρετικές υπηρεσίες, ή ακόμη και υπηρεσίες «πολυτελείας», παρέχουσες συμπληρωματική ή πρόσθετη κάλυψη σε σχέση με τις καθολικού χαρακτήρα υπηρεσίες που παρέχονται υποχρεωτικά στο πλαίσιο του δημοσίου συστήματος ασφαλίσεως υγείας, επισημαίνεται ότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της επίμαχης υπηρεσίας αποτελεί, πράγματι, ουσιώδη προϋπόθεση της υπάρξεως αποστολής ΥΓΟΣ κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Ο εν λόγω υποχρεωτικός χαρακτήρας νοείται υπό την έννοια ότι οι επιχειρηματίες που έχουν επιφορτιστεί με αποστολή ΥΓΟΣ δυνάμει πράξεως δημόσιας εξουσίας υποχρεούνται, καταρχήν, να παρέχουν την εν λόγω υπηρεσία στην αγορά, τηρώντας τις υποχρεώσεις ΥΓΟΣ που διέπουν την παροχή της υπηρεσίας αυτής. Από την πλευρά του επιχειρηματία που έχει επιφορτιστεί με αποστολή ΥΓΟΣ, ο εν λόγω υποχρεωτικός χαρακτήρας –ο οποίος είναι αντίθετος στην ελευθερία ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας και στην αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού– μπορεί ιδίως να συνίσταται, ιδιαίτερα σε περίπτωση χορηγήσεως ειδικού ή αποκλειστικού δικαιώματος, στην υποχρέωση ασκήσεως ορισμένης εμπορικής δραστηριότητας ανεξαρτήτως του κόστους της (βλ. επίσης, σχετικά, σημείο 14 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη). Σε τέτοια περίπτωση, η υποχρέωση αυτή αποτελεί το αντάλλαγμα για την παρεχόμενη στην ΥΓΟΣ προστασία και για την οφειλόμενη στη ανάθεση της εν λόγω αποστολής θέση στην αγορά. Αν δεν έχει χορηγηθεί ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας μιας αποστολής ΥΓΟΣ μπορεί να συνίσταται στο ότι στον οικείο επιχειρηματία έχει επιβληθεί, με πράξη δημόσιας εξουσίας, η υποχρέωση να παρέχει ορισμένες υπηρεσίες σε όποιον πολίτη τις ζητήσει (βλ. επίσης, επ’ αυτού, σημείο 15 της ανακοίνωσης της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη).
189 Πάντως, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της αποστολής ΥΓΟΣ δεν προϋποθέτει την εκ μέρους των δημοσίων αρχών επιβολή στον οικείο επιχειρηματία της υποχρεώσεως να παρέχει υπηρεσία με περιεχόμενο σαφώς καθορισμένο εκ των προτέρων, όπως είναι το παρεχόμενο από τον VHI plan P (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της αποστολής ΥΓΟΣ δεν αποκλείει να διαθέτει ο επιχειρηματίας ορισμένα περιθώρια κινήσεων στην αγορά, όσον αφορά το περιεχόμενο και τις τιμές των υπηρεσιών που παρέχει. Υπό τις συνθήκες αυτές, διασφαλίζεται ένα ελάχιστο όριο ελευθερίας κινήσεων των επιχειρηματιών και, ως εκ τούτου, ένα ελάχιστο όριο ανταγωνισμού ως προς την ποιότητα και το περιεχόμενο των επίμαχων υπηρεσιών, πράγμα που καθιστά δυνατή την προς το κοινοτικό συμφέρον άμβλυνση των συνεπειών από τον περιορισμό του ανταγωνισμού που εν γένει προκαλεί η ανάθεση αποστολής ΥΓΟΣ, χωρίς όμως να θίγεται ο σκοπός της αποστολής αυτής.
190 Επομένως, για να χαρακτηριστεί μια υπηρεσία ως υποχρεωτικού χαρακτήρα σε περίπτωση που δεν έχει χορηγηθεί ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα, αρκεί να έχει επιβληθεί στον επιφορτισμένο με μια τέτοια αποστολή επιχειρηματία η υποχρέωση να παρέχει την εν λόγω υπηρεσία σε όποιον τη ζητήσει. Με άλλα λόγια, μια υπηρεσία έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα και, επομένως, υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ, εφόσον ο παρέχων την υπηρεσία υποχρεούται να συνάψει σύμβαση με πάγιους συμβατικούς όρους, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει αντισυμβαλλόμενο. Το στοιχείο αυτό καθιστά δυνατή τη διάκριση της παρεχόμενης στο πλαίσιο αποστολής ΥΓΟΣ υπηρεσίας από οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία που παρέχεται στην αγορά και, επομένως, από οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα της οποίας η άσκηση είναι απολύτως ελεύθερη (βλ., σχετικά, αποφάσεις GT‑Link, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 53, και Merci Convenzionali Porto di Genova, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 27).
Εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση
191 Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, από τον συνδυασμό των διαφόρων υποχρεώσεων ΙΑΥ που έχουν επιβληθεί στο σύνολο των ασφαλιστών ΙΑΥ στην Ιρλανδία, δηλαδή των υποχρεώσεων ελεύθερης προσβάσεως, ενιαίου τιμολογίου, δια βίου καλύψεως και κατώτατων παροχών, προκύπτει ότι οι υπηρεσίες ΙΑΥ πρέπει να θεωρούνται υποχρεωτικού χαρακτήρα.
192 Συγκεκριμένα, η υποχρέωση ελεύθερης προσβάσεως (άρθρο 8 του 1994 Health Insurance Act, όπως τροποποιήθηκε), δηλαδή η υποχρέωση που υπέχει κάθε ασφαλιστής ΙΑΥ να συνάπτει σύμβαση ΙΑΥ με όποιον το ζητήσει, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου ή καταστάσεως της υγείας του, αρκεί για να χαρακτηριστούν οι εν λόγω υπηρεσίες ΙΑΥ υπηρεσίες υποχρεωτικού χαρακτήρα. Ο εν λόγω υποχρεωτικός χαρακτήρας επιτείνεται από το ότι η υποχρέωση συνάψεως συμβάσεως συνοδεύεται από άλλους εξαναγκασμούς, δηλαδή από τις υποχρεώσεις ενιαίου τιμολογίου, δια βίου καλύψεως και κατώτατων παροχών, οι οποίοι περιορίζουν την ελευθερία ασκήσεως εμπορικής δραστηριότητας των ασφαλιστών ΙΑΥ όσον αφορά τον καθορισμό του περιεχομένου των συμβάσεων ΙΑΥ.
193 Πράγματι, η υποχρέωση ενιαίου τιμολογίου συνεπάγεται ότι ο ασφαλιστής που παρέχει ΙΑΥ υποχρεούται να παρέχει τις οικείες υπηρεσίες στην ίδια τιμή, ανεξαρτήτως της προσωπικής καταστάσεως του ασφαλισμένου, της εξελίξεως της υγείας του και της συχνότητας με την οποία υποβάλλει αιτήσεις αποδόσεως δαπανών (άρθρο 7 του 1994 Health Insurance Act, όπως τροποποιήθηκε). Επιπλέον, λόγω της υποχρεώσεως δια βίου καλύψεως, ο ασφαλιστής δεν μπορεί, μετά την έγγραφή ενός ασφαλισμένου σε πρόγραμμα που παρέχει τέτοια κάλυψη, να καταγγείλει μονομερώς τη σύμβαση ΙΑΥ ή να μην την ανανεώσει εφόσον ο ασφαλισμένος το ζητήσει (άρθρο 9 του 1994 Health Insurance Act, όπως τροποποιήθηκε). Πρέπει, ακόμη, να επισημανθεί ότι οι κανόνες περί κατώτατων παροχών θέτουν κατώτατα όρια όσον αφορά τα ποσά και τα ποσοστά αποδόσεως των δαπανών για τις καλυπτόμενες από τις συμβάσεις ΙΑΥ ιατρικές πράξεις (άρθρο 10 του 1994 Health Insurance Act, όπως τροποποιήθηκε, σε συνδυασμό με τους κανόνες περί κατώτατων παροχών).
194 Οι προσφεύγουσες προέβαλαν σχετικά ότι η υποχρέωση περί κατώτατων παροχών δεν αρκεί για να αναγνωριστεί η ύπαρξη αποστολής ΥΓΟΣ, διότι το καθοριζόμενο με τον τρόπο αυτόν επίπεδο καλύψεως είναι πολύ χαμηλότερο από το επίπεδο της καλύψεως που παρέχουν τα πλέον στοιχειώδη ασφαλιστικά προγράμματα της αγοράς, όπως το plan A του VHI. Το επιχείρημα αυτό, όμως, δεν αναιρεί τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των απαιτήσεων που έχουν τεθεί για τους ασφαλιστές ΙΑΥ στο πλαίσιο των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Αφενός, το επιχείρημα αυτό αγνοεί το ότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας μιας αποστολής ΥΓΟΣ δεν σημαίνει ότι ο νόμος πρέπει να επιβάλλει και να προκαθορίζει την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας, αφαιρώντας από τον οικείο επιχειρηματία οποιαδήποτε ελευθερία στην άσκηση της εμπορικής δραστηριότητάς του (βλ. σκέψη 188 ανωτέρω). Αφετέρου, ακόμη και αν οι υπηρεσίες που παρέχονται στο πλαίσιο της καθιερωμένης στην αγορά εμπορικής πρακτικής είναι, κατά κανόνα, ανώτερες από τις υποχρεωτικές κατώτατες παροχές, τούτο δεν αναιρεί τον υποχρεωτικό, κανονιστικό χαρακτήρα τους.
195 Επίσης, ο καθολικός και υποχρεωτικός χαρακτήρας των υπηρεσιών ΙΑΥ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με το επιχείρημα ότι οι υπηρεσίες αυτές έχουν προαιρετικό χαρακτήρα, λόγω του ότι παρέχονται κατόπιν ελεύθερης επιλογής τόσο των ασφαλιστών όσο και των ασφαλισμένων και δεν υποκαθιστούν, ως εκ τούτου, τις καθολικού χαρακτήρα βασικές υπηρεσίες κοινωνικής ασφαλίσεως. Αφενός, το γεγονός ότι οι καταναλωτές μπορούν να επιλέξουν να μη ζητήσουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών δεν αναιρεί τη διαπίστωση περί υποχρεωτικού χαρακτήρα της αποστολής ΥΓΟΣ, εφόσον το κράτος, εκτιμώντας ότι, για λόγους που άπτονται της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής υγείας, η εν λόγω υπηρεσία καλύπτει πραγματική ανάγκη ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού –εν προκειμένω περίπου του 50 % του πληθυσμού της Ιρλανδίας προς το παρόν– διασφαλίζει την πρόσβαση σε αυτή, καθιστώντας υποχρεωτική τη σύναψη συμβάσεως για τον παρέχοντα την εν λόγω υπηρεσία. Συγκεκριμένα, ο καθολικός και υποχρεωτικός χαρακτήρας της ΥΓΟΣ δεν προϋποθέτει αμοιβαία υποχρέωση συνάψεως συμβάσεως, η οποία, εν προκειμένω, θα συνίστατο στην υποχρεωτική ασφάλιση σε ΙΑΥ. Όπως δέχονται οι προσφεύγουσες, στο σημείο 29 του υπομνήματος απαντήσεως, δεν προκύπτει διαφορετική ερμηνεία από την απόφαση Albany, σκέψη 101 ανωτέρω (σκέψεις 98 επ.), δεδομένου ότι δεν ήταν η υποχρεωτική υπαγωγή σε σύστημα επικουρικής συντάξεως που ήταν το αντικείμενο της υποθέσεως αυτής, το καθοριστικό στοιχείο βάσει του οποίου το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το εν λόγω σύστημα συνιστά αποστολή ΥΓΟΣ.
196 Αφετέρου, δεδομένης της φύσεως της επίμαχης αποστολής ΥΓΟΣ, η οποία συνίσταται στην επιβολή ορισμένων υποχρεώσεων ΙΑΥ σε όλους τους ασφαλιστές ΙΑΥ, χωρίς να χορηγείται ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα, το ότι οι ασφαλιστές στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ έχουν τη δυνατότητα να αποσυρθούν οικειοθελώς από την αγορά αυτή δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνέχεια της παροχής της οικείας υπηρεσίας ΙΑΥ ούτε, επομένως, τον καθολικό χαρακτήρα της και τη δυνατότητα προσβάσεως σε αυτή. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι οι ασφαλιστές ΙΑΥ που παρέχουν υπηρεσίες στην αγορά αυτή πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως προς τις επίμαχες υποχρεώσεις ΙΑΥ, το γεγονός και μόνον ότι ο ασφαλιστής ΙΑΥ έχει τη δυνατότητα να παύσει εντελώς να παρέχει υπηρεσίες ΙΑΥ ή να αποσυρθεί από τη αγορά δεν θίγει τον καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα των υπηρεσιών αυτών.
197 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, ακόμη, ότι ο καθολικός και υποχρεωτικός χαρακτήρας των υπηρεσιών ΙΑΥ αναιρείται από τις διάφορες εκ του νόμου προβλεπόμενες εξαιρέσεις από την υποχρέωση ελεύθερης προσβάσεως [άρθρο 8 του 1994 Health Insurance Act, όπως τροποποιήθηκε, σε συνδυασμό με τον Health Insurance Act, 1994 (Open Enrolment) Regulations 1996]. Συγκεκριμένα, οι ασφαλιστές ΙΑΥ μπορούν να μην ασφαλίσουν πρόσωπα ηλικίας άνω των 65 ετών, τα οποία επιθυμούν ασφαλιστούν για πρώτη φορά σε ΙΑΥ [άρθρο 6 του Health Insurance Act, 1994 (Open Enrolment) Regulations 1996]. Σε πρόσωπα ηλικίας κάτω των 65 ετών, οι ασφαλιστές ΙΑΥ μπορούν να επιβάλλουν, κατόπιν της υπαγωγής σε ασφάλιση ΙΑΥ, χρόνο αναμονής προ της υποβολής αιτήσεως αποδόσεως δαπανών, ο οποίος είναι, καταρχήν, 26 εβδομάδες για πρόσωπα ηλικίας έως 55 ετών και 52 εβδομάδες για πρόσωπα ηλικίας από 55 έως 65 ετών [άρθρο 7 του Health Insurance Act, 1994 (Open Enrolment) Regulations 1996]. Στους δε ήδη ασθενείς, εφόσον έχουν δικαίωμα ασφαλίσεως, είναι δυνατό να επιβληθεί, ανάλογα με την ηλικία τους, χρόνος αναμονής από πέντε έως δέκα έτη για την απόδοση των δαπανών ορισμένων ιατρικών πράξεων [άρθρο 8 του Health Insurance Act, 1994 (Open Enrolment) Regulations 1996]. Η καθής και η Ιρλανδία απάντησαν, σχετικά, ότι, αφενός, οι εξαιρέσεις αυτές δεν περιορίζουν σημαντικά το πραγματικό εύρος της υποχρεώσεως ελεύθερης προσβάσεως και, αφετέρου, αποτελούν, σε κάθε περίπτωση, νόμιμα και αντικειμενικώς δικαιολογημένα μέτρα προστασίας της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ, η οποία υπόκειται σε υποχρεώσεις ΙΑΥ, από δυσλειτουργίες και καταχρηστικές συμπεριφορές.
198 Το Πρωτοδικείο κρίνει, συναφώς, ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο αποκλεισμός των προσώπων ηλικίας άνω των 65 ετών που ουδέποτε είχαν ΙΑΥ –όπως προέβλεπε η ιρλανδική νομοθεσία κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως– αφορά, θεωρητικά, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, το 8 % του πληθυσμού της Ιρλανδίας, η σημασία της εξαιρέσεως αυτής είναι στην πράξη περιορισμένη. Συγκεκριμένα, αφενός, όπως τονίζει η καθής, η εξαίρεση δεν ισχύει για πρόσωπα που έχουν ή είχαν ΙΑΥ και επιθυμούν να ανανεώσουν την ασφάλισή τους. Αφετέρου, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό της καθής και της Ιρλανδίας ότι, λόγω του ότι η ΙΑΥ υφίσταται στην Ιρλανδία από το 1957, το σύνηθες είναι να ασφαλίζεται κανείς για πρώτη φορά σε ΙΑΥ σε πολύ μικρότερη ηλικία απ’ ό,τι στο παρελθόν, καθόσον μάλιστα η αύξηση του χρόνου αναμονής ανάλογα με την ηλικία αποτελεί πρόσθετο κίνητρο ασφαλίσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, αναμένεται, πράγματι, να μειωθεί ο αριθμός των προσώπων που αποκλείονται για τον λόγο αυτόν από την ΙΑΥ. Επομένως, στην πράξη, δεν είναι πιθανό να είναι μεγάλος ο αριθμός των προσώπων που θα θιγούν στο μέλλον λόγω της δυνατότητας των ασφαλιστών να τα ασφαλίσουν μετά την ηλικία των 65 ετών. Σε κάθε περίπτωση, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ο μικρός αυτός περιορισμός δεν αναιρεί το ότι με την υποχρέωση ελεύθερης προσβάσεως διασφαλίζεται η πρόσβαση όλου του πληθυσμού της Ιρλανδίας σε ΙΑΥ.
199 Όσον αφορά τον αρχικό χρόνο αναμονής, η καθής και η Ιρλανδία προέβαλαν, χωρίς ουσιαστικά να τις αντικρούσουν οι προσφεύγουσες, ότι, αν και η αναμονή αυτή περιορίζει χρονικώς την πρόσβαση σε ΙΑΥ, αποτελεί ουσιώδες και εύλογο μέτρο για την αποφυγή των καταχρηστικών συμπεριφορών, οι οποίες συνίστανται στην προσωρινή μόνον ασφάλιση, με σκοπό την άμεση πρόσβαση σε περίθαλψη, χωρίς προηγούμενη καταβολή ασφαλίστρων στο σύστημα ΙΑΥ, όπου ισχύει το ενιαίο τιμολόγιο. Πρέπει να υπομνηστεί, συναφώς, ότι, όπως προβάλλουν η καθής και η Ιρλανδία, σκοπός του ενιαίου τιμολογίου είναι να διασφαλιστεί, δια της επιβολής ενιαίου ασφαλίστρου για τις ίδιες παροχές (βλ. σκέψη 192 ανωτέρω), ίση κατανομή του κόστους περίθαλψης όλων των ασφαλισμένων όλων των γενεών. Επομένως, το ενιαίο τιμολόγιο, όπως και η ελεύθερη πρόσβαση, αποσκοπούν, εν τέλει, στον επιμερισμό των κινδύνων, καθώς και στην αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών, τα δε κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να αμφισβητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 16 ΕΚ και 152 ΕΚ, την επιλογή των σκοπών αυτών από τα κράτη μέλη (βλ. σκέψη 167 ανωτέρω).
200 Το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει, πάντως, ότι μια πρακτική όπως η ανωτέρω περιγραφόμενη μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη του σκοπού αυτού. Εξάλλου, όπως προβάλλει η καθής, αν δεν προβλέπονταν διαστήματα αναμονής, οι ασφαλιστές ΙΑΥ θα έπρεπε, ενόψει της αυξήσεως των αιτήσεων αποδόσεως δαπανών και προκειμένου να καλύψουν τις αυξημένες δαπάνες που θα προέκυπταν, να αυξήσουν τα ασφάλιστρα, πράγμα που θα έθιγε όλους τους ασφαλισμένους. Μια τέτοια συνέπεια θα ήταν αντίθετη στον σκοπό της διασφαλίσεως της προσβάσεως όλων των ασφαλισμένων σε ΙΑΥ, σκοπό στον οποίον επίσης κατατείνει το ενιαίο τιμολόγιο. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο δέχεται ότι τα διαστήματα αρχικής αναμονής είναι συμφυή με την αγορά ΙΑΥ, όπου ισχύουν οι υποχρεώσεις ελεύθερης προσβάσεως και ενιαίου τιμολογίου, και ότι αποτελούν το κατάλληλο μέσο συμβιβασμού μεταξύ προσβάσεως και καθολικού χαρακτήρα της υπηρεσίας ΙΑΥ, διότι αποτρέπουν το ενδεχόμενο η αλληλεγγύη των γενεών να χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά από πρόσωπα που καθυστερούν την ασφάλισή τους σε ΙΑΥ μέχρις ότου χρειαστούν σημαντική υγειονομική περίθαλψη.
201 Από τις προηγηθείσες σκέψεις προκύπτει ότι ο συνδυασμός των υποχρεώσεων ελεύθερης προσβάσεως, ενιαίου τιμολογίου, δια βίου καλύψεως και κατώτατων παροχών μπορεί να διασφαλίσει ευρεία και ευχερή πρόσβαση του πληθυσμού της Ιρλανδίας σε υπηρεσίες ΙΑΥ, πράγμα που δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό των υπηρεσιών αυτών ως καθολικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα των προσφευγουσών, ότι, αν και τα ασφάλιστρα είναι ενιαία, λόγω του ενιαίου τιμολογίου, οι υπηρεσίες ΙΑΥ δεν έχουν καθολικό χαρακτήρα, διότι δεν είναι προσιτές σε όλα τα κοινωνικά στρώματα του πληθυσμού της Ιρλανδίας. Πρώτον, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 186 ανωτέρω, το κριτήριο της καθολικότητας δεν απαιτεί να έχει ή να μπορεί να έχει πρόσβαση στην υπηρεσία το σύνολο του πληθυσμού. Δεύτερον, το ότι το 50 % περίπου του πληθυσμού της Ιρλανδίας έχει ΙΑΥ δείχνει ότι, σε κάθε περίπτωση, οι υπηρεσίες ΙΑΥ έχουν πολύ υψηλή ζήτηση στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ και συμβάλλουν ουσιωδώς στην εύρυθμη λειτουργία του με την ευρεία έννοια συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στην Ιρλανδία. Τρίτον, όπως παραδέχονται οι προσφεύγουσες, το επιχείρημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη το ότι οι διαθέσιμες στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ υπηρεσίες ΙΑΥ υποδιαιρούνται σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με την παρεχόμενη κάλυψη, όπως είναι η κάλυψη των βασικών παροχών, η κάλυψη των παροχών μέσου επιπέδου και η κάλυψη των παροχών «πολυτελείας», για τις οποίες ισχύουν διαφορετικές τιμές και οι οποίες καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες των ασφαλισμένων.
202 Στο πλαίσιο αυτό, το ότι οι τιμές των υπηρεσιών ΙΑΥ δεν καθορίζονται με κανονιστική ρύθμιση και το ότι δεν έχει επιβληθεί σε αυτές ανώτατο όριο δεν θίγει τον καθολικό χαρακτήρα των υπηρεσιών αυτών. Μολονότι αληθεύει ότι, ελλείψει κανονιστικής ρυθμίσεως των ασφαλίστρων ΙΑΥ, το ύψος των ασφαλίστρων καθορίζεται καταρχήν από την αγορά, εντούτοις, λόγω της υποχρεώσεως ενιαίου τιμολογίου, οι τιμές είναι ενιαίες και ισχύουν για όλες τις συμβάσεις ΙΑΥ που παρέχουν την ίδια κάλυψη, ανεξάρτητα από την ηλικία, το φύλο και την κατάσταση της υγείας των ασφαλισμένων. Πάντως, λόγω του ενιαίου τιμολογίου, καθώς και του ανταγωνισμού ως προς τις τιμές μεταξύ των διαφόρων ασφαλιστών ΙΑΥ στους οποίους έχουν επιβληθεί υποχρεώσεις ΙΑΥ προς όφελος όλων των ασφαλισμένων, ο κίνδυνος υπερβολικών τιμών, απρόσιτων από οικονομικής απόψεως για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, ιδίως όσον αφορά τη βασική κάλυψη ΙΑΥ, εμφανίζεται πολύ περιορισμένος στην πράξη. Αντιθέτως, όπως τονίζει η Ιρλανδία, το ενιαίο τιμολόγιο καθιστά δυνατή την αμοιβαία επιδότηση των ασφαλίστρων, προς όφελος των πλέον ευάλωτων ασφαλισμένων, ιδίως των ηλικιωμένων και των αναπήρων, διασφαλίζοντάς τους ευχερέστερη πρόσβαση στις υπηρεσίες ΙΑΥ, πρόσβαση η οποία θα ήταν δυσχερής, ή και αδύνατη, αν η τιμολόγηση γινόταν βάσει του ασφαλιζόμενου κινδύνου.
203 Επιπλέον, το κριτήριο της καθολικότητας δεν επιβάλλει δωρεάν την παροχή της επίμαχης υπηρεσίας, χωρίς οικονομική απόδοση. Συγκεκριμένα, το ότι ορισμένοι δυνητικοί χρήστες δεν δύνανται, λόγω των οικονομικών τους, να επωφεληθούν από όλες τις διαθέσιμες στην αγορά υπηρεσίες ΙΑΥ, και ιδίως από τις υπηρεσίες «πολυτελείας», δεν θίγει τον καθολικό χαρακτήρα της επίμαχης υπηρεσίας, διότι αυτή παρέχεται με ενιαίες τιμές, χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, και με την ίδια ποιότητα για όλους τους πελάτες (βλ., σχετικά, αποφάσεις του Δικαστηρίου Corbeau, σκέψη 131 ανωτέρω, σκέψη 15, Almelo, σκέψη 97 ανωτέρω, σκέψη 48, και της 25ης Οκτωβρίου 2001, C‑475/99, Ambulanz Glöckner, Συλλογή 2001, σ. I‑8089, σκέψη 55).
204 Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το πολύ γενικό επιχείρημα των προσφευγουσών ότι οι υπηρεσίες ΙΑΥ έχουν προαιρετικό και συμπληρωματικό χαρακτήρα και χαρακτήρα υπηρεσιών «πολυτελείας». Εκτός του ότι οι προσφεύγουσες δεν λαμβάνουν υπόψη, στο πλαίσιο αυτό, ότι παρέχονται διάφορα επίπεδα ΙΑΥ, δεν αμφισβήτησαν τεκμηριωμένα την άποψη της καθής και της Ιρλανδίας ότι, στην Ιρλανδία, η ΙΑΥ αποτελεί, μαζί με το δημόσιο σύστημα ασφαλίσεως υγείας, τον δεύτερο πυλώνα του συστήματος υγείας και ότι έχει θεσπιστεί για επιτακτικούς λόγους κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών, οι οποίες αποτελούν τον σκοπό της πολιτικής της υγείας στην Ιρλανδία. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που παρέσχε η Ιρλανδία, η ΙΑΥ συμβάλλει στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του δημόσιου συστήματος ασφαλίσεως υγείας, διότι περιορίζει το κόστος που κανονικά θα το επιβάρυνε, ιδίως λόγω των παρεχομένων στα δημόσια νοσοκομεία υπηρεσιών περίθαλψης. Πάντως, στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που τα κοινοτικά όργανα δύνανται να ασκούν ως προς το ζήτημα αυτό, ούτε η Επιτροπή ούτε το Πρωτοδικείο μπορούν να αμφισβητήσουν τις εκτιμήσεις αυτές. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι η Ιρλανδία χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες ΙΑΥ για λόγους κοινής ωφέλειας, ως απαραίτητο εργαλείο ορθής διαχείρισης του εθνικού συστήματος υγείας, και να αναγνωριστεί ότι, λόγω των υποχρεώσεων ΙΑΥ, οι υπηρεσίες αυτές έχουν χαρακτήρα ΥΓΟΣ.
205 Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών περί μη καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα των υπηρεσιών ΙΑΥ πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους ως αβάσιμα.
206 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής, στη σκέψη 47 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι σκοπός των υποχρεώσεων ΙΑΥ είναι να διασφαλιστεί η παροχή ορισμένου επιπέδου υπηρεσιών ΙΑΥ στο σύνολο του πληθυσμού της Ιρλανδίας, σε προσιτή τιμή και με την ίδια ποιότητα. Επιπλέον, δεν είναι εσφαλμένη ούτε η διαπίστωση ότι η ελευθερία κινήσεων που διαθέτουν οι ασφαλιστές ΙΑΥ, όσον αφορά τον καθορισμό των ασφαλίστρων και του περιεχομένου των υπηρεσιών ΙΑΥ, δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό των υποχρεώσεων ΙΑΥ ως υποχρεώσεων ΥΓΟΣ. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η εν λόγω ελευθερία κινήσεων διατηρεί τον ανταγωνισμό σε ορισμένο επίπεδο, χωρίς, όμως, να επηρεάζει την υλοποίηση της εξεταζόμενης αποστολής ΥΓΟΣ (βλ. σκέψη 188 ανωτέρω).
207 Επομένως, η Επιτροπή ορθώς έκρινε, με τις σκέψεις 48 και 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αφενός, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις ώστε να αναγνωριστεί ότι οι υπηρεσίες ΙΑΥ και οι υποχρεώσεις ΙΑΥ αποτελούν μέρος αποστολής ΥΓΟΣ και, αφετέρου, ότι η Ιρλανδία δεν υπέπεσε, εν προκειμένω, σε πρόδηλο σφάλμα.
208 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση ότι δεν υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ κατά την έννοια της πρώτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
Σχετικά με την ύπαρξη σαφώς καθορισμένων παραμέτρων υπολογισμού της αντισταθμίσεως στο πλαίσιο του RES, κατά την έννοια της δεύτερης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark
i) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
209 Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι, σύμφωνα με τη δεύτερη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω (σκέψη 90), οι βασικές παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αντιστάθμιση της αποστολής ΥΓΟΣ πρέπει να έχουν καθοριστεί εκ των προτέρων, κατά τρόπο αντικειμενικό και διαφανή.
210 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 157 έως 160 ανωτέρω, η Επιτροπή, στο πλαίσιο της αναλύσεως σχετικά με την αντιστάθμιση του κόστους των επίμαχων υποχρεώσεων ΥΓΟΣ, παραπέμπει, με τη σκέψη 40 της προσβαλλομένης αποφάσεως, μόνο στην απόφαση Ferring, σκέψη 41 ανωτέρω (σκέψη 27). Κατά την απόφαση αυτή, η αντιστάθμιση πρέπει να αντιστοιχεί στο επιπλέον κόστος που πράγματι βαρύνει τον επιφορτισμένο με αποστολή ΥΓΟΣ επιχειρηματία. Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η απαίτηση αυτή προϋποθέτει, οπωσδήποτε, ορισμένη διαφάνεια και αντικειμενικότητα κατά τον καθορισμό της αντισταθμίσεως, άλλως τα κοινοτικά όργανα δεν είναι δυνατό καν να ασκήσουν τον παραμικρό έλεγχο.
211 Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αν η Επιτροπή νομίμως έκρινε, έστω σιωπηρώς, ότι, εν προκειμένω, τα προβλεπόμενα από το RES κριτήρια αντισταθμίσεως είναι αρκούντως διαφανή και αντικειμενικά, ώστε να πληρούται η δεύτερη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω.
ii) Περί του αν τα κριτήρια υπολογισμού της αντισταθμίσεως στο πλαίσιο του RES είναι διαφανή και αντικειμενικά
212 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, κατ’ ουσίαν (βλ. σκέψεις 113 επ. ανωτέρω), ότι ο υπολογισμός της αντισταθμίσεως στο πλαίσιο του RES δεν γίνεται βάσει αντικειμενικών και διαφανών παραμέτρων, αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ευχέρεια εκτιμήσεως που διαθέτουν η HIA και ο Υπουργός Υγείας σε πολλά επίπεδα. Επομένως, η εκτίμηση των αποκλίσεων ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους, ιδίως όταν συνυπολογίζεται ο συντελεστής σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας, απόκειται σε μεγάλο βαθμό στη διακριτική ευχέρεια της HIA. Τούτο επιβεβαιώνεται από τρεις αποκλίνουσες μεταξύ τους εκθέσεις που έχει δημοσιεύσει η HIA από το 2003, όπου διαπιστώνονται πολύ διαφορετικά ποσοστά αποκλίσεως ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους και συνάγονται αντιφατικά συμπεράσματα περί του αν υφίσταται αστάθεια στην αγορά. Επιπλέον, η HIA και ο Υπουργός Υγείας διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς το αν θα αποφασιστεί η έναρξη των πληρωμών RES βάσει του ποσοστού της αποκλίσεως ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους.
213 Συναφώς, διαπιστώνεται, αφενός, ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η διακριτική ευχέρεια που διαθέτει η HIA και, ενδεχομένως, ο Υπουργός Υγείας όσον αφορά την απόφαση περί ενάρξεως των πληρωμών RES, η έκδοση της οποίας προϋποθέτει, ειδικότερα, τη διαπίστωση ότι η απόκλιση ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους έχει υπερβεί ορισμένο ποσοστό και ότι υφίσταται αστάθεια στην αγορά, δεν συνδέεται με το ζήτημα αν αυτός καθαυτός ο υπολογισμός της αντισταθμίσεως πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικών και διαφανών παραμέτρων. Συγκεκριμένα, ο υπολογισμός αυτός πραγματοποιείται, βάσει των στοιχείων που παρέχουν οι υποκείμενοι στο RES ασφαλιστές και, ως εκ τούτου, βάσει του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων του καθενός, μόνον αφού εκδοθεί η απόφαση περί ενάρξεως των πληρωμών RES. Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες συγχέουν τον καθορισμό των αποκλίσεων ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους ως προαπαιτούμενο της εκδόσεως της αποφάσεως περί ενάρξεως των πληρωμών RES, με τον υπολογισμό της καταβαλλόμενης υπό μορφή πληρωμών RES αντισταθμίσεως, ο οποίος εξαρτάται από λεπτομερή σύγκριση του πραγματικού βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων κάθε ασφαλιστή με τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς ΙΑΥ (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω).
214 Αφετέρου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι ιρλανδικές αρχές διαθέτουν διακριτική ευχέρεια στο πλαίσιο του υπολογισμού των πληρωμών RES, πράγμα που αμφισβητεί ιδίως η Ιρλανδία, η εν λόγω ευχέρεια δεν αποκλείει, αυτή καθαυτή, την ύπαρξη αντικειμενικών και διαφανών παραμέτρων, κατά την έννοια της δεύτερης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω. Όπως υποστηρίζει η Ιρλανδία, η προϋπόθεση αυτή δεν απαγορεύει στον εθνικό νομοθέτη να αφήνει στις εθνικές αρχές ορισμένη διακριτική ευχέρεια για τον καθορισμό του κόστους εκτελέσεως της αποστολής ΥΓΟΣ. Αντιθέτως, όπως διευκρινίζει η νομολογία του Πρωτοδικείου, το κράτος μέλος διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως όχι μόνον κατά τον ορισμό της αποστολής ΥΓΟΣ, αλλά και κατά τον καθορισμό της αντισταθμίσεως του κόστους, βάσει της εκτιμήσεως πολύπλοκων οικονομικών δεδομένων (βλ., σχετικά, απόφαση FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψεις 99 και 100). Άλλωστε, επειδή ακριβώς ο καθορισμός αυτός υπόκειται σε περιορισμένο μόνον έλεγχο εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων, η δεύτερη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, επιβάλλει να είναι σε θέση τα εν λόγω όργανα να ελέγχουν αν έχουν τεθεί αντικειμενικές και διαφανείς παράμετροι, οι οποίες πρέπει να είναι σαφώς ορισμένες, ούτως ώστε να μη χρησιμοποιείται καταχρηστικά η έννοια της ΥΓΟΣ από το κράτος μέλος.
215 Κατά συνέπεια, κρίνονται αλυσιτελή και δεν μπορούν να γίνουν δεκτά τα επιχειρήματα των προσφευγουσών περί ελλείψεως αντικειμενικών και διαφανών παραμέτρων υπολογισμού της αντισταθμίσεως λόγω της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν οι ιρλανδικές αρχές.
216 Επιβάλλεται, εν συνεχεία, η διαπίστωση ότι, στις σκέψεις 25 έως 30 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 38 ανωτέρω), η Επιτροπή εκθέτει λεπτομερώς τα κριτήρια, τη μέθοδο και τη διαδικασία καθορισμού των πληρωμών RES. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την περιγραφή της μεθόδου υπολογισμού των πληρωμών RES, στις σκέψεις 31 έως 33 ανωτέρω, η ισχύουσα νομοθεσία ορίζει σαφώς τις παραμέτρους βάσει των οποίων γίνεται ο υπολογισμός, ιδίως στο παράρτημα II του RES. Η νομοθεσία αυτή προβλέπει, έτσι, κατά τρόπο διαφανή, λεπτομερή και χωρίς δυσμενείς διακρίσεις, ότι οι υποκείμενοι στο RES ασφαλιστές ΙΑΥ πρέπει να υποβάλλουν τακτικά στοιχεία σχετικά με τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων και το κόστος ανά κατηγορία ηλικίας και φύλου των ασφαλισμένων τους (μέρη II και III του RES). Βάσει των στοιχείων αυτών, η HIA προσδιορίζει, κατόπιν συγκριτικής εξετάσεως, τη διαφορά μεταξύ των ασφαλιστών ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους ΙΑΥ (μέρος IV, σε συνδυασμό με το παράρτημα II του RES) και, βάσει του προσδιορισμού αυτού, υπολογίζονται, κατόπιν, οι πληρωμές RES (μέρος V του RES). Τέλος, στο μέρος V, σε συνδυασμό με το παράρτημα II του RES, ορίζονται λεπτομερώς οι παράμετροι και οι οικονομικοί και μαθηματικοί τύποι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό αυτόν, περιλαμβανομένης της μεθόδου διορθώσεως με την εφαρμογή του συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας.
217 Συναφώς, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η πολυπλοκότητα, απλώς και μόνον, των οικονομικών και μαθηματικών τύπων που χρησιμοποιούνται για τους υπολογισμούς δεν σημαίνει ότι οι οικείες παράμετροι δεν είναι ακριβείς και σαφώς ορισμένες. Σε κάθε περίπτωση, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν ότι οι παράμετροι αυτές είναι ακριβείς, διαφανείς και αντικειμενικές, αλλ’ απλώς προέβαλαν ότι οι ιρλανδικές αρχές διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την απόφαση περί ενάρξεως των πληρωμών RES, η οποία προηγείται του υπολογισμού της αντισταθμίσεως (βλ. σκέψεις 210 και 211 ανωτέρω). Η κρίση αυτή ισχύει τόσο για τα απαριθμούμενα στο παράρτημα II του RES κριτήρια εφαρμογής του συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας –ο οποίος δεν εφαρμόζεται προς το παρόν–, τα οποία η HIA οφείλει να τηρεί οσάκις αποφασίζει να λάβει υπόψη της τον συντελεστή αυτόν, όσο και για το ανώτατο όριο του 50 % που έχει τεθεί για τον συνυπολογισμό της παρατηρηθείσας χρήσεως των νοσοκομειακών υποδομών, στο πλαίσιο του καθορισμού του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων των ασφαλιστών ΙΑΥ (σκέψεις 28 και 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
218 Κατόπιν των προεκτεθέντων, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη της, κατά την εξέταση του RES υπό το πρίσμα του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, τις διάφορες παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των πληρωμών RES. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, υπό το φως των επισημάνσεων στη σκέψη 160 ανωτέρω, τις σκέψεις 25 έως 30 της προσβαλλομένης αποφάσεως, μολονότι αφορούν μόνον την παρουσίαση των σχετικών με το RES πραγματικών στοιχείων (βλ. σκέψη 38 ανωτέρω), αποτελούν, συναφώς, επαρκή αιτιολογία, το περιεχόμενο της οποίας ελήφθη δεόντως υπόψη από την Επιτροπή κατά την εξέταση της συμβατότητας του επίμαχου μηχανισμού αντισταθμίσεως με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
219 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αιτίαση που αντλείται από τη δεύτερη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω.
Περί της αναγκαιότητας και του αναλογικού χαρακτήρα της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως, κατά την έννοια της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark
i) Σχετικά με το εύρος του δικαστικού ελέγχου
220 Σχετικά με το εύρος του ελέγχου που δύνανται να ασκήσουν η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο ως προς την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα της αντισταθμίσεως στο πλαίσιο του RES, επισημαίνεται ότι ο έλεγχος αυτός είναι αναγκαστικά περιορισμένος, καθώς η Ιρλανδία δικαιολόγησε το RES προβάλλοντας την ύπαρξη αποστολής ΥΓΟΣ (βλ. σκέψη 166 ανωτέρω). Αφενός, λόγω της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τον ορισμό μιας αποστολής ΥΓΟΣ και των προϋποθέσεων εφαρμογής της, καθώς και κατά τον προσδιορισμό του επιπλέον κόστους παροχής της εν λόγω υπηρεσίας βάσει πολύπλοκων οικονομικών δεδομένων, ο έλεγχος που δύναται να ασκήσει συναφώς η Επιτροπή περιορίζεται στο αν υπάρχει πρόδηλο σφάλμα (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψη 100, και Olsen κατά Επιτροπής, σκέψη 166 ανωτέρω, σκέψη 216). Αφετέρου, προκύπτει ότι ο έλεγχος της εκτιμήσεως της Επιτροπής από το Πρωτοδικείο υπόκειται στην ίδια οριοθέτηση, περιορίζεται, δηλαδή, στην εξέταση της ορθότητας της διαπιστώσεως της Επιτροπής περί του αν το κράτος μέλος υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα.
221 Εξάλλου, στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, ο κοινοτικός δικαστής εξετάζει αν τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομίσει οι προσφεύγοντες διάδικοι αρκούν ώστε να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία των εκτιμήσεων των πολύπλοκων οικονομικών δεδομένων, οι οποίες έχουν διατυπωθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ., αναλόγως, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T‑380/94, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑2169, σκέψη 59). Πλην του ως άνω ελέγχου της αξιοπιστίας, το Πρωτοδικείο δεν επιτρέπεται να υποκαταστήσει την εκτίμηση των οικείων πολύπλοκων οικονομικών δεδομένων από τον εκδότη της αποφάσεως με τη δική του. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο ελέγχει αν η Επιτροπή έχει τηρήσει τους κανόνες διαδικασίας και αιτιολογίας, καθώς και την ακρίβεια των διαπιστώσεων όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και το αν υπάρχει πλάνη περί το δίκαιο, πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ή κατάχρηση εξουσίας (βλ., σχετικά, αποφάσεις του Πρωτοδικείου FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψη 101, της 11ης Μαΐου 2005, T‑111/01 και T‑133/01, Saxonia Edelmetalle κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1579, σκέψη 91, Olsen κατά Επιτροπής, σκέψη 166 ανωτέρω, σκέψη 266, και της 15ης Ιουνίου 2005, T‑349/03, Corsica Ferries France κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑2197, σκέψη 138, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
222 Όσον αφορά, ειδικότερα, τον έλεγχο του αναλογικού χαρακτήρα της αντισταθμίσεως για την εκπλήρωση αποστολής ΥΓΟΣ, καθοριζόμενης με κανονιστική πράξη, η νομολογία έχει, επιπλέον, διευκρινίσει ότι ο έλεγχος αυτός περιορίζεται στη διαπίστωση του αν η προβλεπόμενη αντιστάθμιση είναι αναγκαία ώστε η εν λόγω αποστολή ΥΓΟΣ να εκπληρωθεί υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 53, και Albany, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψεις 107 και 111, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία) ή, αντιστρόφως, αν το επίμαχο μέτρο είναι προδήλως ακατάλληλο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, απόφαση Boehringer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 118 ανωτέρω, σκέψεις 73 και 74).
223 Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός των προσφευγουσών ότι πρέπει να ασκηθεί πλήρης έλεγχος στο πλαίσιο αυτό (βλ. σκέψη 118 ανωτέρω).
ii) Περί της αναγκαιότητας και του αναλογικού χαρακτήρα της αντισταθμίσεως δια των πληρωμών RES
1) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
224 Σχετικά με την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, συμπίπτει εν πολλοίς με το κριτήριο της αναλογικότητας, όπως έχει διαμορφωθεί νομολογιακώς στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Επομένως, η σχετική ανάλυση ισχύει mutatis mutandis και για τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση της διατάξεως αυτής. Αντιθέτως, καθώς οι διάδικοι διαφωνούν για τον αναλογικό χαρακτήρα της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως, ως προς το αν πρέπει να ληφθεί υπόψη η αποτελεσματικότητα του επιχειρηματία κατά τον καθορισμό της αντισταθμίσεως, το Πρωτοδικείο θα εξετάσει τα σχετικά επιχειρήματα με την αιτίαση περί μη συνδρομής της τέταρτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω,.
225 Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά τις προσφεύγουσες, δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, περί απόλυτης αναγκαιότητας της αντισταθμίσεως. Πρώτον, η Επιτροπή δεν εξέτασε όλα τα συναφή στοιχεία, πράγμα που συνιστά νομικό σφάλμα και πλημμέλεια στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την εφαρμογή του κριτηρίου της αναλογικότητας. Δεύτερον, η τήρηση των υποχρεώσεων ΙΑΥ δεν επιβαρύνει οικονομικά τους ασφαλιστές ΙΑΥ, διότι έχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν την κερδοφορία τους, λαμβάνοντας μέτρα εμπορικής φύσεως. Αφενός, οι ασφαλιστές ΙΑΥ μπορούν να προστατευθούν από τους «μεγάλους» κινδύνους, αρνούμενοι, π.χ., να ασφαλίσουν για πρώτη φορά άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών ή επιβάλλοντας μακρά διαστήματα αναμονής στους ασθενείς. Αφετέρου, μπορούν να προσαρμόσουν τους συμβατικούς όρους και να διαφοροποιήσουν τα ασφάλιστρα ανάλογα με τον κίνδυνο, ώστε, επιβάλλοντας υψηλότερα ασφάλιστρα, να αντισταθμίζουν τους «μεγάλους» κινδύνους που υποχρεούνται να ασφαλίσουν βάσει των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Τρίτον, σε κάθε περίπτωση, καθώς δεν υφίσταται σχέση μεταξύ του κόστους των υποχρεώσεων ΙΑΥ και του RES, δεν είναι δυνατή η δια του RES αντιστάθμιση του κόστους αυτού. Οι πληρωμές RES υπολογίζονται βάσει της διαφοράς των ασφαλιστών ΙΑΥ ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους και δεν εξαρτώνται από τον υπολογισμό του πραγματικού κόστους των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Επιπλέον, το RES έχει, ουσιαστικά, ως σκοπό την αντιστάθμιση του κόστους παροχής υπηρεσιών ΙΑΥ καθαυτών, οι οποίες όμως –υπό το πρίσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως– δεν αποτελούν ΥΓΟΣ. Πάντως, μια τέτοια έμμεση σχέση μεταξύ υποχρεώσεων ΙΑΥ και κόστους που βαρύνει τον ασφαλιστή ΙΑΥ δεν αρκεί και δεν ικανοποιεί την απαίτηση να καλύπτει το RES αυστηρά και μόνον το σαφώς ποσοτικοποιημένο κόστος. Τέταρτον, το RES δεν είναι δυνατό να αντισταθμίσει τους «μεγάλους» κινδύνους. Το σύστημα αυτό δεν λαμβάνει υπόψη αν τα ασφάλιστρα και τα έσοδα των ασφαλιστών ΙΑΥ αντισταθμίζουν τους κινδύνους αυτούς και, επομένως, δεν είναι δυνατό να εκτιμηθεί αν οι «μεγάλοι» κίνδυνοι πράγματι επιβαρύνουν οικονομικά τον ασφαλιστή ΙΑΥ. Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το RES λαμβάνει υπόψη το μέσο κόστος των αιτήσεων αποδόσεως δαπανών, ώστε οι ασφαλιστές ΙΑΥ να αντλούν όφελος από την αποτελεσματικότητά τους (σκέψη 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως), οι προσφεύγουσες αντιλέγουν ότι ο συνυπολογισμός του πραγματικού κόστους θα συνεπαγόταν υψηλότερες πληρωμές RES προς τους ασφαλιστές ΙΑΥ με υψηλότερο κόστος, οι οποίοι δεν θα είχαν, επομένως, κίνητρο να καταστούν αποτελεσματικότεροι. Τέλος, σε κάθε περίπτωση, ελλείψει σημείου αναφοράς για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και ελλείψει μηχανισμού συγκρίσεως των τιμών, δεν πληρούται η τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, σχετικά με την αναγκαιότητα καθορισμού του ύψους της αντισταθμίσεως σε σχέση με τις ανάγκες μιας αποτελεσματικώς λειτουργούσας επιχειρήσεως, λαμβανομένων υπόψη των εσόδων και των κερδών.
226 Η καθής απαντά ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα κατά την εκτίμηση του αναλογικού χαρακτήρα του RES ούτε ότι το RES είναι προδήλως δυσανάλογο σε σχέση με τον σκοπό της διασφαλίσεως της λειτουργίας της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους (βλ. σκέψη 148 ανωτέρω). Επιπλέον, η καθής, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία και τον VHI, διαφωνεί με το επιχείρημα ότι η αντιστάθμιση στο πλαίσιο του RES δεν συνδέεται με το κόστος τηρήσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Οι πληρωμές RES σχετίζονται με το κόστος που απορρέει από τις διαφορές ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων –διαφορές που καθορίζονται ανά κατηγορία ηλικίας και φύλου– μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ και δεν υπερβαίνουν το ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των δαπανών που συνεπάγεται η εκτέλεση των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Συναφώς, η σχετική με το RES νομοθεσία ουδέν προβλέπει για το πάγιο και το μεταβλητό κόστος, τα έσοδα ή τα περιθώρια κέρδους. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει συγκεκριμένη σχέση μεταξύ εσόδων και κινδύνων, πράγμα αντίθετο στην αρχή του ενιαίου τιμολογίου, η οποία επιβάλλει αντιστοιχία του ασφαλίστρου προς τον συνολικό κίνδυνο ασφαλίσεως και όχι προς στον κίνδυνο ασφαλίσεως μιας μικρής, μη αντιπροσωπευτικής ενδεχομένως, κατηγορίας ασφαλισμένων. Ομοίως, οι υποχρεώσεις περί ελεύθερης προσβάσεως και ενιαίου τιμολογίου επιβάλλουν να μη παρέχεται στους ασφαλιστές ΙΑΥ η δυνατότητα να αντλούν όφελος από το γεγονός ότι έχουν ευνοϊκότερο βαθμό κινδύνου από τους άλλους ασφαλιστές ΙΑΥ. Το RES είναι, επομένως, αναγκαίο για την ομαλή λειτουργία του ενιαίου τιμολογίου και αποτελεί κίνητρο ώστε οι ασφαλιστές ΙΑΥ να ανταγωνίζονται μεταξύ τους, σε όλες τις ηλικιακές κατηγορίας, με εμπορικής φύσεως κινήσεις, όπως το μάρκετινγκ, η ποιότητα των υπηρεσιών, οι σχέσεις με τους παρέχοντες υπηρεσίες περίθαλψης ή η αποτελεσματική διαχείριση. Για τους λόγους αυτούς, η οικεία νομοθεσία επιβάλλει την ποσοτικοποίηση του κόστους των υποχρεώσεων ΙΑΥ και την ίση κατανομή του κόστους αυτού μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ μέσω του RES. Αντιθέτως, καθώς οι ασφαλιστές ΙΑΥ έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν ελεύθερα τα ασφάλιστρα και την αποδοτικότητά τους σε συνάρτηση με τις συνθήκες της αγοράς, το RES δεν αντισταθμίζει το κόστος που εξαρτάται από την αποτελεσματικότητά τους και οι ασφαλιστές ΙΑΥ διατηρούν τα κέρδη που πραγματοποιούν λόγω ορθής διαχείρισης. Τέλος, δεδομένου ότι το RES αντισταθμίζει μόνον το κόστος των ασφαλιστών ΙΑΥ που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του εξατομικευμένου βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων και του μέσου βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς, δεν μπορεί να αποτελέσει κίνητρο για τον ασφαλιστή ΙΑΥ να μην είναι αποτελεσματικός. Συγκεκριμένα, η μέθοδος υπολογισμού της αντισταθμίσεως αποκλείει, στην πράξη, να εξαρτάται η εφαρμογή του RES από το κόστος της κακής διαχείρισης ενός ασφαλιστή ΙΑΥ. Κατά το άρθρο 3 του RES, στο πλαίσιο του μηχανισμού υπολογισμού των πληρωμών RES, λαμβάνεται υπόψη μόνον το κόστος των υποβαλλόμενων στους ασφαλιστές ΙΑΥ αιτήσεων αποδόσεως δαπανών, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου κόστους, όπως του διοικητικού κόστους και του κόστους μάρκετινγκ, και, ως εκ τούτου, αποκλείεται αυτός ο τρόπος υπολογισμού να έχει ως συνέπεια να επωμίζονται όλοι οι ασφαλιστές ΙΑΥ το κόστος από τυχόν έλλειψη αποτελεσματικότητας. Εξάλλου, το RES έχει ως μοναδικό σκοπό να αντισταθμίζει, δια της μεθόδου αυτής, το κόστος από τις διακυμάνσεις ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων των εν λόγω ασφαλιστών, όχι, όμως, και την επιβάρυνση από την παροχή αυτών καθαυτών των υπηρεσιών ΙΑΥ, ούτε τα αντίστοιχα έσοδα ή κέρδη.
227 H καθής και η Ιρλανδία αμφισβητούν, επίσης, το επιχείρημα ότι οι ασφαλιστές ΙΑΥ έχουν τη δυνατότητα να προστατευθούν από τους «μεγάλους» κινδύνους, λαμβάνοντας εμπορικής φύσεως μέτρα. Στην πράξη, δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί η αγορά ανάλογα με τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων, δια του ελαστικού καθορισμού των ασφαλίστρων και δια της επιβολής, στους πελάτες υψηλού κινδύνου, ακριβότερων ασφαλιστικών προγραμμάτων, ώστε να καλυφθεί το κόστος εξυπηρετήσεως των επιπλέον αιτήσεων αποδόσεως δαπανών. Αφετέρου, οι καταναλωτές υψηλού κινδύνου δεν θα εγκατέλειπαν τα προγράμματα που παρέχουν χαμηλότερου επιπέδου κάλυψη, διότι έτσι θα έχαναν το όφελος από το ενιαίο τιμολόγιο. Αφετέρου, λόγω της πιέσεως για ανταγωνισμό που ασκεί η αγορά, δεν θα ήταν εύκολο να αντισταθμιστεί η ασφάλιση πελατών υψηλού κινδύνου με την επιβολή υψηλότερων ασφαλίστρων. Τέλος, η περί του αντιθέτου άποψη των προσφευγουσών αντιφάσκει προς τη στρατηγική που ακολούθησαν οι ίδιες, διαμορφώνοντας τις ίδιες τιμές παροχής υπηρεσιών ΙΑΥ με τον VHI. Η καθής, υποστηριζόμενη από τον VHI, προβάλλει, ακόμη, ότι οι πληρωμές RES δεν υπολογίζονται σε σχέση με το σύνολο των καταβαλλόμενων από τους ασφαλιστές ΙΑΥ ασφαλισμάτων, αλλά μόνο σε σχέση με τα ασφαλίσματα που καταβάλλονται στο πλαίσιο των φθηνότερων προγραμμάτων ΙΑΥ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις. Επιπλέον, η διόρθωση βάσει του συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας, με ανώτατο όριο το 50 %, δεν λαμβάνεται προς το παρόν υπόψη στο πλαίσιο του RES. Η αναγκαιότητα μιας τέτοιας διορθώσεως, πάντως, δικαιολογείται από το ότι η ηλικία και το φύλο δεν εξηγούν πλήρως όλες τις διαφορές ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ ούτε, επομένως, την προκαλούμενη από τις διαφορές αυτές ανισορροπία.
2) Περί της σχέσεως μεταξύ του RES και του κόστους των υποχρεώσεων ΙΑΥ
228 Προτού εξεταστούν τα επιχειρήματα των διαδίκων σχετικά με τη φύση της αντισταθμίσεως που πραγματοποιείται δια των πληρωμών RES, πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, αν είναι βάσιμη η άποψη των προσφευγουσών ότι η εν λόγω αντιστάθμιση δεν είναι αναγκαία, διότι οι ασφαλιστές ΙΑΥ μπορούν να αποφύγουν οποιαδήποτε επιβάρυνση από την υποχρέωση ενιαίου τιμολογίου, προβαίνοντας, με εμπορικής φύσεως μέτρα και, ειδικότερα, με τη διαφοροποίηση της παρεχόμενης καλύψεως και των αντίστοιχων ασφαλίστρων, σε κατάτμηση της αγοράς ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο.
229 Αν και οι ασφαλιστές ΙΑΥ έχουν, καταρχήν, τη δυνατότητα να καθορίζουν ελεύθερα, ελλείψει αντίθετων διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, το εύρος, την ποιότητα και την τιμή των υπηρεσιών ΙΑΥ ανάλογα με τις ανάγκες διαφορετικών κατηγοριών ασφαλισμένων και ανάλογα με την εμπορική στρατηγική τους, η ελευθερία αυτή περιορίζεται σημαντικά από τις υποχρεώσεις ΙΑΥ που υπέχει ο ασφαλιστής ΙΑΥ άπαξ επιλέξει το περιεχόμενο του ασφαλιστικού προγράμματος και αποφασίσει να το διαθέσει στην αγορά (βλ. σκέψη 192 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, η προβλεπόμενη από το άρθρο 7 του 1994 Health Insurance Act, όπως τροποποιήθηκε, υποχρέωση ενιαίου τιμολογίου, η οποία επιβάλλει να ισχύει για κάθε ασφαλισμένο το ίδιο ασφάλιστρο για τον ίδιο τύπο προϊόντος, ανεξαρτήτως καταστάσεως υγείας, ηλικίας ή φύλου, απαγορεύει τις δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των ασφαλισμένων υψηλού κινδύνου, δια της αυξήσεως των ασφαλίστρων, χωρίς μεταβολή της παρεχόμενης καλύψεως, ή δια της μειώσεως του εύρους ή της ποιότητας της παρεχόμενης από τη σύμβαση ΙΑΥ καλύψεως, με διατήρηση του ίδιου ασφαλίστρου. Οι προσφεύγουσες, όμως, δεν αμφισβήτησαν, κατ’ ουσίαν, ότι η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής συνεπάγεται πρόσθετη επιβάρυνση του ασφαλιστή ΙΑΥ, καθώς του στερεί τη δυνατότητα να προσαρμόζει το ασφάλιστρο ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, αντισταθμίζοντας έτσι, τις υψηλότερες δαπάνες που πρέπει να αποδίδει, λόγω της ασφαλίσεως «μεγάλων» κινδύνων, με την επιβολή υψηλότερων ασφαλίστρων.
230 Επιπλέον, οι προσφεύγουσες, παρά το γεγονός ότι η καθής και η Ιρλανδία αμφισβήτησαν την άποψή τους, δεν εξήγησαν επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η πρόσθετη αυτή επιβάρυνση μπορεί να αντισταθμιστεί με διαφοροποίηση της ασφαλιστικής καλύψεως και των ασφαλίστρων, τηρουμένης της υποχρεώσεως ενιαίου τιμολογίου. Συναφώς, το γεγονός ότι οι ασφαλιστές ΙΑΥ που δραστηριοποιούνται στην ιρλανδική αγορά προσφέρουν ασφαλιστικά προγράμματα παρέχοντα διαφορετική κάλυψη, προσαρμοσμένη στις ανάγκες διαφόρων κατηγοριών ασφαλισμένων, δεν αρκεί αφεαυτού για να κριθεί βάσιμη η άποψη αυτή των προσφευγουσών, δεδομένου ότι τα προγράμματα που παρέχουν στοιχειώδη κάλυψη και τα οποία εν γένει προτιμούν οι νεότεροι σε ηλικία και υγιείς ασφαλισμένοι παραμένουν και πρέπει να παραμείνουν προσιτά, σύμφωνα με τον ουσιαστικό σκοπό των υποχρεώσεων ελεύθερης προσβάσεως και ενιαίου τιμολογίου, ακόμη και σε πρόσωπα των οποίων η ασφάλιση παρουσιάζει κινδύνους. Πάντως, όπως υποστηρίζει η Ιρλανδία, οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι τα πρόσωπα των οποίων η ασφάλιση παρουσιάζει κινδύνους δεν θα ασφαλίζονται στο μέλλον ή θα διακόψουν την ασφάλισή τους σε προγράμματα παρέχοντα στοιχειώδη κάλυψη, των οποίων η τιμή είναι ιδιαίτερα ελκυστική λόγω του ενιαίου τιμολογίου, αντιδρώντας σε τυχόν τροποποιήσεις των συμβάσεων ΙΑΥ. Ομοίως, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν τα λεπτομερή στοιχεία που προσκόμισε η καθής προς στήριξη του επιχειρήματός της ότι η BUPA Ireland και ο VHI παρέχουν σχεδόν την ίδια κάλυψη ΙΑΥ και ότι οι ασφαλισμένοι, ιδίως αυτοί του VHI, μάλλον αδιαφόρησαν για τις διαφοροποιήσεις των παροχών και των ασφαλίστρων (βλ. σκέψη 147 ανωτέρω).
231 Συναφώς, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ούτε το επιχείρημα ότι οι ασφαλιστές ΙΑΥ μπορούν να προστατευθούν από υπερβολικές επιβαρύνσεις, οφειλόμενες στις αιτήσεις αποδόσεως δαπανών που υποβάλλονται από πρόσωπα των οποίων η ασφάλιση παρουσιάζει κινδύνους, μη δεχόμενοι να ασφαλίζουν πρόσωπα ηλικίας άνω των 65 ετών ή επιβάλλοντας μακρά διαστήματα αρχικής αναμονής. Αφενός, από τα προεκτεθέντα στη σκέψη 198 προκύπτει ότι, στην πράξη, η δυνατότητα μη ασφαλίσεως προσώπων άνω των 65 ετών είναι πολύ περιορισμένη, κυρίως διότι πρόκειται οπωσδήποτε για πρόσωπα που ουδέποτε ασφαλίστηκαν σε ΙΑΥ. Αφετέρου, τα διαστήματα αρχικής αναμονής, που αποτελούν νόμιμο μέσο προστασίας της αγοράς ΙΑΥ, όπου ισχύει η ελεύθερη πρόσβαση και το ενιαίο τιμολόγιο (βλ. σκέψη 199 ανωτέρω), καθιστούν δυνατή την προσωρινή μόνον αποφυγή των επιβαρύνσεων από τους «μεγάλους» κινδύνους, διότι, μετά την παρέλευση του διαστήματος αυτού, ο ασφαλιστής ΙΑΥ πρέπει, βάσει της υποχρεώσεως ελεύθερης προσβάσεως, να εξυπηρετεί τις αιτήσεις αποδόσεως δαπανών των προσώπων υψηλού κινδύνου. Επομένως, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, οι περιορισμοί αυτοί δεν αρκούν ώστε να αντισταθμιστεί το πρόσθετο κόστος από την ασφάλιση «υψηλών» κινδύνων, την οποία οι ασφαλιστές ΙΑΥ δεν μπορούν να αποφύγουν λόγω των υποχρεώσεων ΙΑΥ.
232 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα περί μη αναγκαιότητας της αντισταθμίσεως, λόγω της δυνατότητας των ασφαλιστών ΙΑΥ να καθορίζουν ελεύθερα το περιεχόμενο των ασφαλιστικών προγραμμάτων και να διαχωρίζουν την αγορά σε συνάρτηση με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο.
233 Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα ότι, υπό το πρίσμα της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, το σύστημα αντισταθμίσεως που προβλέπει το RES πρέπει να συναρτάται ευθέως με το κόστος των υποχρεώσεων ΙΑΥ.
234 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι η επίμαχη αποστολή ΥΓΟΣ συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών ΙΑΥ, τηρουμένων των υποχρεώσεων ΙΑΥ (βλ. σκέψη 175 ανωτέρω). Επομένως, είναι αβάσιμο το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η παρεχόμενη δια των πληρωμών RES αντιστάθμιση δεν δικαιολογείται από το κόστος παροχής των υπηρεσιών ΙΑΥ καθαυτών, επειδή οι υπηρεσίες αυτές δεν αποτελούν ΥΓΟΣ. Επίσης, δεν αμφισβητείται ότι το κόστος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό των πληρωμών RES είναι μόνον αυτό που βαρύνει τους ασφαλιστές ΙΑΥ από την εξυπηρέτηση των αιτήσεων αποδόσεως δαπανών των ασφαλισμένων (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω) και, επομένως, το κόστος αυτό συναρτάται στενά με την παροχή των επίμαχων υπηρεσιών ΙΑΥ. Επομένως, οι προσφεύγουσες κακώς ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ του κόστους παροχής υπηρεσιών ΙΑΥ και της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως.
235 Εντούτοις, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της λειτουργίας του συστήματος αντισταθμίσεων που θεσπίστηκε με το RES, τα ποσά που πράγματι καταβάλλει ο ασφαλιστής ΙΑΥ προς εξυπηρέτηση των αιτήσεων αποδόσεως δαπανών δεν σχετίζονται ευθέως με την παρεχόμενη δια των πληρωμών RES αντιστάθμιση. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι σκοπός των πληρωμών RES δεν είναι η αντιστάθμιση του κόστους ή του επιπλέον κόστους που τυχόν προκύπτει από συγκεκριμένη παροχή ορισμένων υπηρεσιών ΙΑΥ, αλλά μόνον η αντιστάθμιση των πρόσθετων επιβαρύνσεων που φέρονται προκύπτουσες από την αρνητική διαφορά μεταξύ του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων ενός ασφαλιστή ΙΑΥ και του μέσου βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς (βλ. σκέψη 33 ανωτέρω). Συναφώς, τα ποσά που πράγματι αποδίδουν οι ασφαλιστές ΙΑΥ επί ορισμένο διάστημα χρησιμοποιούνται μόνον ως βάση υπολογισμού του μέσου βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων στην αγορά, καθώς και της διαφοράς μεταξύ αυτού και του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων κάθε ασφαλιστή ΙΑΥ που υπόκειται στο RES. Επομένως, ο πραγματικός βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων του κάθε ασφαλιστή αντιπροσωπεύει το κόστος που αντιστοιχεί στον μέσον όρο των δαπανών που ο ασφαλιστής έχει αποδώσει κατά το διάστημα αυτό, το δε ύψος των δαπανών αυτών αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των ασφαλισμένων «υψηλού» κινδύνου του συγκεκριμένου ασφαλιστή, τη συχνότητα με την οποία αυτοί υποβάλλουν αιτήσεις αποδόσεως δαπανών και το ύψος των ζητούμενων με τις αιτήσεις αυτές ποσών. Ο πραγματικός βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων του κάθε ασφαλιστή συγκρίνεται, εν συνεχεία, με τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς, ο οποίος αντιπροσωπεύει τον μέσον όρο της επιβαρύνσεως όλων των ασφαλιστών ΙΑΥ από τις αιτήσεις αποδόσεως δαπανών και αποδίδει, κατά τρόπο όσο γίνεται πιο αξιόπιστο, τον μέσον όρο των επιβαρύνσεων από το σύνολο των ασφαλισμένων στην αγορά ΙΑΥ.
236 Πάντως, όπως υποστηρίζουν η καθής και η Ιρλανδία, κύριος σκοπός των υποχρεώσεων ελεύθερης προσβάσεως και ενιαίου τιμολογίου είναι η ακριβοδίκαιη κατανομή των επιβαρύνσεων αυτών στο σύνολο της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ, ώστε ο κάθε ασφαλιστής ΙΑΥ να επιβαρύνεται μόνο με το κόστος που αντιστοιχεί στον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς. Αν οι επιβαρύνσεις αυτές δεν αντισταθμίζονταν, δεν θα ήταν δυνατή η εφαρμογή του ενιαίου τιμολογίου, σκοπός του οποίου είναι η ισοκατανομή των κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αμοιβαία επιδότηση των ασφαλίστρων μεταξύ των γενεών. Κατά συνέπεια, οι πρόσθετες επιβαρύνσεις που υφίσταται ο ασφαλιστής ΙΑΥ λόγω του αρνητικού βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων σε σχέση με τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων στην αγορά αντικατοπτρίζουν το επιπλέον κόστος που βαρύνει έναν ασφαλιστή σε αγορά ΙΑΥ όπου ισχύει η ελεύθερη πρόσβαση και το ενιαίο τιμολόγιο, λόγω της υποχρεώσεώς του να ασφαλίζει πρόσωπα υψηλού κινδύνου, χωρίς να καθορίζει το ύψος των ασφαλίστρων ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο. Το RES αντισταθμίζει μόνον το επιπλέον αυτό κόστος. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι οι πληρωμές RES δεν σχετίζονται με το κόστος τηρήσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ και δεν αντισταθμίζουν την άνιση κατανομή των «μεγάλων» κινδύνων στην αγορά ΙΑΥ.
237 Στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που μπορεί εν προκειμένω να ασκηθεί (βλ. σκέψεις 220 έως 222 ανωτέρω), δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα των σκοπών που επιδιώκει το θεσπιζόμενο με το RES σύστημα αντισταθμίσεως, όπως περιγράφεται στη σκέψη 235 ανωτέρω, και η νομιμότητα των κανόνων λειτουργίας του. Συναφώς, πρέπει, βέβαια, να επισημανθεί ότι η λειτουργία αυτή διαφέρει θεμελιωδώς από τη λειτουργία των συστημάτων αντισταθμίσεως που κρίθηκαν με τις αποφάσεις Ferring, σκέψη 41 ανωτέρω, και Altmark. Επομένως, δεν ισχύει αυστηρά η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, η οποία επιβάλλει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός του κόστους μιας υποχρεώσεως ΥΓΟΣ. Εντούτοις, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η ποσοτικοποίηση του επιπλέον κόστους, δια της συγκρίσεως του πραγματικού βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων ενός ασφαλιστή ΙΑΥ με τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς, βάσει των δαπανών που έχουν αποδώσει όλοι οι υποκείμενοι στο RES ασφαλιστές ΙΑΥ, είναι συμβατή με τον σκοπό και το πνεύμα της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, κατά το μέτρο που η αντιστάθμιση υπολογίζεται βάσει αντικειμενικών, συγκεκριμένων, σαφώς προσδιορισμένων και ελέγξιμων στοιχείων (βλ. σκέψη 216 ανωτέρω). Άλλωστε, οι προσφεύγουσες, αν και προβάλλουν ότι δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, δεν αμφισβήτησαν ότι ο υπολογισμός των πληρωμών RES γίνεται σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά. Εξάλλου, δεν αμφισβήτησαν επιτυχώς ότι υφίσταται σχέση, κατά την έννοια της σκέψεως 235 ανωτέρω, μεταξύ των υποχρεώσεων ΙΑΥ, και ειδικότερα των υποχρεώσεων ελεύθερης προσβάσεως και ενιαίου τιμολογίου, και της χορηγούμενης δια των πληρωμών RES αντισταθμίσεως.
238 Επομένως, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι το RES είναι προδήλως ακατάλληλο για την αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν είναι προδήλως εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής, στη σκέψη 53 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το RES ουσιαστικά περιορίζει τις πληρωμές μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ στο ύψος που είναι απολύτως αναγκαίο για την εξουδετέρωση της διαφοράς ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων και για την αντιστάθμιση των δαπανών που συνεπάγεται η κάλυψη «μεγάλων» κινδύνων, που υπερβαίνουν τον μέσο ασφαλισμένο κίνδυνο στην αγορά, ώστε να αποζημιώνονται οι ασφαλιστές για τις οικονομικές επιπτώσεις των υποχρεώσεων ΙΑΥ, λόγω των οποίων δεν δύνανται να καθορίζουν τα ασφάλιστρα ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο και να αρνούνται να ασφαλίσουν «μεγάλους» κινδύνους.
239 Τρίτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει εν προκειμένω υπόψη της, υπό το πρίσμα της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, τα έσοδα και ένα εύλογο κέρδος που οι ασφαλιστές ΙΑΥ μπορούν να πραγματοποιήσουν από την εκτέλεση των υποχρεώσεων ΙΑΥ.
240 Από τα εκτεθέντα στη σκέψη 235 ανωτέρω προκύπτει ότι το θεσπιζόμενο από το RES σύστημα αντισταθμίσεως είναι εντελώς ανεξάρτητο από τα έσοδα και τα κέρδη που πραγματοποιούν οι ασφαλιστές ΙΑΥ, διότι, αφενός, λαμβάνει υπόψη μόνον το κόστος από τις αιτήσεις αποδόσεως δαπανών που εξυπηρετούν οι ασφαλιστές ΙΑΥ επί ορισμένο διάστημα και, αφετέρου, έχει ως σκοπό την αντιστάθμιση των επιβαρύνσεων λόγω της διαφοράς μεταξύ του πραγματικού βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων του κάθε ασφαλιστή ΙΑΥ και του μέσου βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς. Όπως προβάλλει η καθής, ιδίως με την απάντησή της σε έγγραφη ερώτηση του Πρωτοδικείου, σε ένα τέτοιο σύστημα δεν υφίσταται, εξ ορισμού, σχέση μεταξύ του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων και των εσόδων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τα έσοδα κατά τον καθορισμό της αντισταθμίσεως του τυχόν επιπλέον κόστους. Συγκεκριμένα, υπό τέτοιες συνθήκες, δεν είναι δυνατό να υπάρξει υπερβολική αντιστάθμιση του κόστους σε σχέση με τα έσοδα, δεδομένου ότι το κόστος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως δεν συνδέεται ευθέως με την παροχή ΥΓΟΣ και τα έσοδα από αυτή.
241 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το RES δεν αντισταθμίζει το κόστος που συνδέεται ευθέως με την παροχή υπηρεσιών ΙΑΥ (βλ. σκέψη 235 ανωτέρω), όπως συνέβαινε, αντιθέτως, στην περίπτωση για την οποία τέθηκε η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, δεν απαιτείται να συνυπολογιστούν τα έσοδα από την παροχή των υπηρεσιών αυτών κατά τον υπολογισμό του τυχόν επιπλέον κόστους της εν λόγω παροχής. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν αντίθετη στην αρχή του ενιαίου τιμολογίου, η οποία επιτάσσει το οφειλόμενο για ένα πρόγραμμα ΙΑΥ ασφάλιστρο να αντικατοπτρίζει τον κίνδυνο που συνεπάγεται η ασφάλιση του συνόλου των ασφαλισμένων, και όχι μιας συγκεκριμένης κατηγορίας εξ αυτών. Υπό τις συνθήκες αυτές, αν εφαρμοζόταν αυστηρά η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, η οποία αφορά διαφορετικό είδος αντισταθμίσεως υποχρεώσεως ΥΓΟΣ, δεν θα λαμβανόταν υπόψη η ιδιαιτερότητα της λειτουργίας του συστήματος του RES. Αντιθέτως, μια τέτοια ερμηνεία θα αμφισβητούσε αυτή καθαυτή την επιλογή της Ιρλανδίας να θεσπίσει ένα τέτοιο σύστημα, το οποίο είναι εντελώς ανεξάρτητο από τα έσοδα και τα κέρδη των ασφαλιστών ΙΑΥ και έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την ορθή λειτουργία μιας αγοράς ΙΑΥ όπου ισχύουν υποχρεώσεις ΙΑΥ. Πάντως, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι ούτε ο σκοπός ούτε το πνεύμα της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, επιβάλλουν τον συνυπολογισμό των εσόδων στο πλαίσιο ενός συστήματος αντισταθμίσεως που λειτουργεί ανεξαρτήτως αυτών.
242 Για τους λόγους αυτούς, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη τα έσοδα και τα κέρδη που πραγματοποιούν οι ασφαλιστές ΙΑΥ στο πλαίσιο της εκτελέσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Επιπλέον, από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε το ζήτημα αυτό και δεν αιτιολόγησε σχετικά την προσβαλλόμενη απόφαση. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η Επιτροπή στήριξε την ανάλυσή της σχετικά με την ύπαρξη ενισχύσεως, υπό το πρίσμα του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, στην απόφαση Ferring, σκέψη 41 ανωτέρω, σύμφωνα με την οποία απαιτείται προσδιορισμός του επιπλέον κόστους που πράγματι βαρύνει τους υπέχοντες υποχρέωση ΥΓΟΣ επιχειρηματίες (σκέψη 40 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Το Πρωτοδικείο κρίνει, όμως, ότι, όπως επιβεβαίωσε και διευκρίνισε αργότερα το Δικαστήριο, με την απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, το κριτήριο του επιπλέον κόστους στην περίπτωση συστήματος αντισταθμίσεως όπως του κόστους που κρίθηκε στο πλαίσιο των υποθέσεων αυτών, προϋποθέτει, καταρχήν, προσδιορισμό του κόστους που πράγματι επιβάρυνε τον επιχειρηματία, λόγω της εκτελέσεως αποστολής ΥΓΟΣ, καθώς και των σχετικών εσόδων. Ωστόσο, εν προκειμένω, η Επιτροπή ορθώς επισήμανε, στη σκέψη 53 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το εν λόγω επιπλέον κόστος είναι αυτό που προκύπτει όταν ο βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων είναι αρνητικός και, επομένως, ορθώς δέχθηκε ότι η προβλεπόμενη από το RES μέθοδος υπολογισμού δεν επιτρέπει τον συνυπολογισμό τυχόν εσόδων που έχουν πραγματοποιήσει οι ασφαλιστές ΙΑΥ (βλ. σκέψη 240 ανωτέρω).
243 Κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της την τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, κρίνοντας ότι το προβλεπόμενο από RES σύστημα αντισταθμίσεως είναι αναγκαίο και ανάλογο σε σχέση με το κόστος της εκτελέσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ.
244 Επομένως, η αιτίαση που αντλείται από το ότι δεν ελήφθη υπόψη η τρίτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
στ) Σχετικά με τη σύγκριση προς αποτελεσματικό επιχειρηματία κατά την έννοια της τέταρτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark
245 Σύμφωνα με την τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω (σκέψη 93), αν η ανάθεση της αποστολής ΥΓΟΣ σε μία επιχείρηση δεν πραγματοποιηθεί με διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως, το ύψος της αναγκαίας αντισταθμίσεως πρέπει να καθορίζεται βάσει αναλύσεως του κόστους με τον οποίο θα επιβαρυνόταν μια μέση επιχείρηση, με ορθή διαχείριση και με κατάλληλο εξοπλισμό προς ικανοποίηση των σχετικών με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας απαιτήσεων, προκειμένου να εκπληρώσει τις ως άνω υποχρεώσεις, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός εύλογου κέρδους από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, ουσιαστικά, ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται εν προκειμένω, διότι το RES δεν ορίζει κάποιο σημείο αναφοράς, βάσει του οποίου να μετράται η αποτελεσματικότητα, ούτε προβλέπει σύγκριση προς αποτελεσματικό επιχειρηματία. Ειδικότερα, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει αν το κόστος που τυχόν βαρύνει τους ασφαλιστές ΙΑΥ και, ιδίως, το VHI λόγω των υποχρεώσεων ΙΑΥ είναι συγκρίσιμο προς αυτό που θα βάρυνε έναν αποτελεσματικό επιχειρηματία.
246 Συναφώς, διαπιστώνεται, καταρχάς, ότι τόσο από τα εκτεθέντα στις σκέψεις 239 έως 242 ανωτέρω, όσο και από τη στενή σχέση μεταξύ της τέταρτης και της τρίτης από τις προϋποθέσεις της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, κατά τις οποίες απαιτείται προσδιορισμός του κόστους, των εσόδων και των κερδών από την εκτέλεση υποχρεώσεως ΥΓΟΣ, προκύπτει ότι τα δεδομένα στα οποία στηρίζεται η κρινόμενη αιτίαση είναι εσφαλμένα. Λόγω της ουδετερότητας της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως σε σχέση με τα έσοδα και τα κέρδη των ασφαλιστών ΙΑΥ, αφενός, και της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζει το επιπλέον κόστος που προκύπτει από τον αρνητικό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων των εν λόγω ασφαλιστών, αφετέρου, η τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυστηρά στην προκειμένη περίπτωση, διότι, σύμφωνα με αυτή, πρέπει να γίνεται σύγκριση του κόστους και των εσόδων που συναρτώνται ευθέως με την παροχή ΥΓΟΣ. Τούτο επιβεβαιώθηκε, άλλωστε, από τον σκοπό της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, που συνίσταται στη διασφάλιση της παροχής της επίμαχης ΥΓΟΣ με το μικρότερο δυνατό κόστος για το κοινωνικό σύνολο (απόφαση Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, σκέψη 93). Αναμφισβήτητα, το RES δεν έχει ως σκοπό την αντιστάθμιση συγκεκριμένου κόστους παροχής μιας υπηρεσίας ΙΑΥ.
247 Υπενθυμίζεται, περαιτέρω, ότι οι πληρωμές RES δεν καθορίζονται μόνο σε συνάρτηση με το ύψος των δαπανών τις οποίες απέδωσε ο ασφαλιστής ΙΑΥ που είναι δικαιούχος της αντισταθμίσεως –όπως συνέβαινε στην περίπτωση για την οποία τέθηκαν η τρίτη και η τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω–, αλλά και σε συνάρτηση με τις δαπάνες που απέδωσε ο ασφαλιστής ΙΑΥ που εισφέρει στο RES, καθώς οι πληρωμές αυτές αντικατοπτρίζουν τις διαφορές ως προς τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων μεταξύ των δύο αυτών ασφαλιστών, σε σχέση με τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς.
248 Επομένως, η Επιτροπή ορθώς έκρινε, εν προκειμένω, στο πλαίσιο της αναλύσεως σχετικά με την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ότι δεν απαιτείται σύγκριση των δυνητικών δικαιούχων των πληρωμών RES με έναν αποτελεσματικό επιχειρηματία. Πρέπει να προστεθεί ότι, ακόμη και αν, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, πιθανολογούνταν ότι ο VHI θα είναι, αρχικώς, ο κύριος δικαιούχος των πληρωμών RES, η κίνηση του μηχανισμού του RES από τις ιρλανδικές έγινε αργότερα, λόγω της εξελίξεως των βαθμών κινδύνου στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ. Επομένως, χωρίς να είναι γνωστό ποια θα είναι στο μέλλον η κατάσταση των ασφαλιστών ΙΑΥ που δραστηριοποιούνται στην οικεία ιρλανδική αγορά, η Επιτροπή δεν ήταν δυνατόν να προσδιορίσει με ακρίβεια τους δυνητικούς δικαιούχους των πληρωμών RES και να τους συγκρίνει με έναν αποτελεσματικό επιχειρηματία.
249 Κατά τα λοιπά, υπό το πρίσμα του σκοπού της τέταρτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, η Επιτροπή όφειλε εντούτοις, να βεβαιωθεί ότι το RES δεν καθιστά δυνατή την αντιστάθμιση του κόστους που μπορεί να προκύπτει λόγω ελλείψεως αποτελεσματικότητας των υποκείμενων στο RES ασφαλιστών ΙΑΥ. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ρητώς, με τις σκέψεις 27 και 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το RES λαμβάνει υπόψη το μέσο κόστος αποδόσεως δαπανών από τους ασφαλιστές ΙΑΥ, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν είναι δυνατή η αντιστάθμιση του μέσου κόστους ανά κατηγορία ασφαλισμένων και ότι οι ασφαλιστές διατηρούν το όφελος που αντλούν από την αποτελεσματικότητά τους.
250 Συναφώς, οι προσφεύγουσες προέβαλαν ότι ο συνυπολογισμός του πραγματικού κόστους αποδόσεως δαπανών από τους ασφαλιστές ΙΑΥ, κατά τον υπολογισμό των πληρωμών RES, συνεπάγεται μεγαλύτερες πληρωμές υπέρ των λιγότερο αποτελεσματικών ασφαλιστών ΙΑΥ, οι οποίοι βαρύνονται με υψηλότερο κόστος. Όπως, όμως, προκύπτει από τη σκέψη 56 της προσβαλλομένης αποφάσεως και από τα προεκτεθέντα στη σκέψη 235, το κόστος αυτό αντιπροσωπεύει μόνον τις επιβαρύνσεις από τις δαπάνες που έχουν αποδώσει οι ασφαλιστές ΙΑΥ επί ορισμένο χρονικό διάστημα, αποκλειομένου οποιουδήποτε άλλου κόστους, όπως του διοικητικού κόστους και του κόστους μάρκετινγκ, που εμπίπτει στον έλεγχο των ασφαλιστών ΙΑΥ. Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν, όμως, το σημείο αυτό ούτε διευκρίνισαν σε ποιο βαθμό μπορεί το κόστος λόγω ελλείψεως αποτελεσματικότητας να έχει, λόγω αυτής της μεθόδου υπολογισμού, αντίκτυπο ως προς την απόδοση των δαπανών. Αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, δεδομένου ότι ο υπολογισμός της αντισταθμίσεως στο πλαίσιο του RES εξαρτάται αποκλειστικά από το κόστος που δεν σχετίζεται με την αποτελεσματικότητα των εν λόγω επιχειρηματιών, αποκλείεται η εν λόγω αντιστάθμιση να έχει ως συνέπεια τον επιμερισμό κόστους οφειλόμενου σε έλλειψη αποτελεσματικότητας και να περιορίσει τη δυνατότητά τους να διατηρούν στο ακέραιο το όφελος από την ορθή διαχείριση.
251 Η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από τη διαπίστωση, και μόνον, της HIA, στην έκθεσή της του Απριλίου του 2005 (σ. 30), ότι το μέσο κόστος της BUPA Ireland ανά ημέρα περίθαλψης είναι κατά 17 % περίπου χαμηλότερο από το μέσο κόστος της αγοράς, διότι το εν λόγω χαμηλότερο κόστος μπορεί, ακριβώς, να οφείλεται στον χαμηλότερο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων της BUPA Ireland σε σχέση με τους λοιπούς ασφαλιστές ΙΑΥ. Συγκεκριμένα, η HIA επισημαίνει, επ’ αυτού, ότι η διαφορά στο κόστος ανά ημέρα περίθαλψης μπορεί να εξηγηθεί από διαφορές ως προς την αποτελεσματικότητα, τα προϊόντα ΙΑΥ και την κατάσταση της υγείας των ασφαλισμένων, καθώς το κόστος αυτό μπορεί να διαφέρει ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς. Είναι, όμως, προφανές ότι ένας ασφαλιστής ΙΑΥ, του οποίου οι πελάτες έχουν λιγότερο καλή υγεία απ’ ό,τι οι λοιποί ασφαλισμένοι, βαρύνεται κατά μέσον όρο με αναλογικά υψηλότερο κόστος περίθαλψης. Οι προσφεύγουσες δεν διευκρινίζουν, άλλωστε, αν η HIA, με τη φράση «διαφορές ως προς την αποτελεσματικότητα», αναφέρεται στη διαχείριση των ασφαλιστών ΙΑΥ καθαυτή ή στη διαχείριση των νοσοκομείων, που διαμορφώνουν το κόστος περίθαλψης, ούτε κατά πόσον οι διαφορές αυτές ασκούν επιρροή στο πλαίσιο του συνυπολογισμού του κόστους αποδόσεως δαπανών και επηρεάζουν το ύψος των πληρωμών αντισταθμίσεως.
252 Αβάσιμο είναι επίσης το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η επίδραση του αυξημένου κόστους αποδόσεως δαπανών στις πληρωμές RES αποτελεί κίνητρο για τον δικαιούχο ασφαλιστή ΙΑΥ να μην είναι αποτελεσματικός. Οι προσφεύγουσες, όπως οι ίδιες παραδέχθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν διευκρίνισαν σε τι είδους έλλειψη αποτελεσματικότητας μπορεί να οδηγήσει μια τέτοια κατάσταση, προβάλλοντας μόνον ότι δεν έγινε σύγκριση προς αποτελεσματικό επιχειρηματία κατά την έννοια της τέταρτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω. Τέλος, η καθής προέβαλε επ’ αυτού, χωρίς να την αντικρούσουν οι προσφεύγουσες, ότι, σύμφωνα με το παράρτημα I του RES, κατά τον υπολογισμό των πληρωμών RES, το κόστος αποδόσεως δαπανών λαμβάνεται υπόψη έως το ποσό των 550 ευρώ ανά ημέρα νοσηλείας, ανεξαρτήτως του επιπέδου της παρεχόμενης καλύψεως, ενώ το μέσο κόστος νοσηλείας για τον VHI, π.χ., ανέρχεται σε 640 ευρώ ανά ημέρα νοσηλείας, πράγμα που συνιστά αφεαυτού μέτρο προστασίας από την υπέρμετρη κατανάλωση ιατρικών υπηρεσιών και από την κακή διαχείριση του κόστους εκ μέρους του ασφαλιστή ΙΑΥ. Πρέπει να προστεθεί ότι η επιβολή ανωτάτου ορίου όσον αφορά το επιλέξιμο κόστος στο πλαίσιο του RES εξηγείται λεπτομερώς στη σκέψη 55 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
253 Η καθής και η Ιρλανδία δέχθηκαν, πάντως, ότι η μέθοδος υπολογισμού των πληρωμών RES επιτρέπει, σε πολύ περιορισμένο βαθμό, τον επιμερισμό κερδών προερχόμενων από την αποτελεσματικότητα των ασφαλιστών ΙΑΥ ή κόστους οφειλόμενου σε έλλειψη αυτής, καθώς περιλαμβάνει την εφαρμογή ορισμένων διορθωτικών κριτηρίων, ήτοι, αφενός, του διορθωτικού συντελεστή εξισορροπήσεως (zero sum adjustment factor), με τον οποίον διασφαλίζεται η αυτοχρηματοδότηση του συστήματος, και, αφετέρου, του συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας, ο οποίος καθορίζεται βάσει της παρατηρούμενης χρήσεως των νοσοκομειακών υποδομών (σκέψεις 28 και 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
254 Σχετικά με τον διορθωτικό συντελεστή εξισορροπήσεως (zero sum adjustment factor), οι προσφεύγουσες αναγνώρισαν, πάντως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η αιτίασή τους δεν αφορά αυτή την πτυχή του RES και ότι οι διακυμάνσεις στο ύψος των πληρωμών RES, που θα μπορούσαν να προκύψουν από την εφαρμογή του, είναι αμελητέες και δεν συνεπάγονται αντιστάθμιση κόστους οφειλόμενου σε έλλειψη αποτελεσματικότητας. Όσον αφορά, όμως, τον συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή του μπορεί να έχει ως συνέπεια να λαμβάνεται υπόψη η έλλειψη αποτελεσματικότητας, δεδομένου ότι στηρίζεται στο πραγματικό κόστος των ασφαλιστών ΙΑΥ, και όχι στο κόστος ενός αποτελεσματικού επιχειρηματία. Πρέπει να διευκρινιστεί, συναφώς, ότι η εφαρμογή του εν λόγω συντελεστή σταθμίσεως, ο οποίος είναι προς το παρόν μηδενικός, εξαρτάται από ορισμένες προϋποθέσεις, που διευκρινίζονται στο παράρτημα II του RES, και, κυρίως, δεν μπορεί να υπερβεί το 50 % της παρατηρούμενης χρήσεως των νοσοκομειακών υποδομών. Δεδομένου, όμως, ότι ο εν λόγω συντελεστής έχει μειωμένη σημασία και ότι οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν συγκεκριμένα επιχειρήματα που να αποδεικνύουν ότι η πραγματική χρήση των νοσοκομειακών υποδομών μπορεί να οφείλεται σε έλλειψη αποτελεσματικότητας, π.χ., λόγω υπέρμετρης κατανάλωσης ιατρικών υπηρεσιών, η Επιτροπή ευλόγως έκρινε ότι το θεσπιζόμενο με το RES σύστημα αντισταθμίσεως και, ιδίως, η εφαρμογή του συντελεστή σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας, δεν συνεπάγεται επιβάρυνση όλων των ασφαλιστών ΙΑΥ με κόστος οφειλόμενο σε έλλειψη αποτελεσματικότητας.
255 Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι, με τις σκέψεις 28 και 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή σαφώς έκρινε ότι, λόγω των αυστηρών προϋποθέσεων εφαρμογής του εν λόγω συντελεστή, αποφεύγεται η αντιστάθμιση όλων των συνεπειών των αποκλίσεων ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους και δεν υπάρχει κίνητρο για νοσηλεία των ασθενών, καθώς και ότι, αντιθέτως, το ανώτατο όριο του 50 % αποτελεί πρόσθετη διασφάλιση, που παρακινεί τους ασφαλιστές ΙΑΥ να επιδιώκουν τη μείωση της διάρκειας της νοσηλείας, την προώθηση των έγκαιρων εξετάσεων και την εν γένει ορθή διαχείριση. Οι προσφεύγουσες, όμως, δεν αμφισβήτησαν εμπεριστατωμένα την κρίση αυτή κατά τη δίκη. Επιπλέον, όπως υποστηρίζει η καθής και η Ιρλανδία, οι ιρλανδικές αρχές δεν έχουν εφαρμόσει, έως σήμερα, τον συντελεστή αυτό και εκτίμησαν τις αποκλίσεις μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους με μοναδικά κριτήρια το φύλο και την ηλικία των ασφαλισμένων.
256 Τέλος, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η Επιτροπή έλαβε κατά νόμο υπόψη της, στις σκέψεις 26 έως 28, 56 και 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ουδετερότητα της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως σε σχέση με το οφειλόμενο σε έλλειψη αποτελεσματικότητας κόστος που ενδεχομένως βαρύνει ορισμένους ασφαλιστές ΙΑΥ.
257 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη της την τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω, και, επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
258 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή ορθώς έκρινε, με το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το RES δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Το Πρωτοδικείο κρίνει, πάντως, αναγκαίο να εξετάσει και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
Περί της αναγκαιότητας και του αναλογικού χαρακτήρα του RES κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
i) Προκαταρκτική παρατήρηση
259 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν, κατ’ ουσίαν, την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα αυτής καθαυτής της καθιερώσεως του RES. Το Πρωτοδικείο θα εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου μόνον καθόσον αφορούν ζητήματα που δεν εξετάστηκαν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως.
260 Πρέπει να απορριφθεί εξ αρχής η αιτίαση των προσφευγουσών ότι στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν γίνεται ρητώς μνεία του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ (βλ. σκέψεις 90 και 128). Όπως παρατήρησε η καθής, ούτε η νομοθεσία ούτε η νομολογία επιβάλλουν να έχει συνταχθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο το διατακτικό αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατόπιν από κοινού εφαρμογής των άρθρων 87 ΕΚ και 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Άλλωστε, για την εκτίμηση του πραγματικού νομικού περιεχομένου μιας πράξεως, της οποίας το διατακτικό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αιτιολογία της, η πράξη αυτή πρέπει να ερμηνεύεται, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο, με βάση τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοσή της (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, T‑346/02 και T‑347/02, Cableuropa κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑4251, σκέψη 211, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, αν και, για λόγους σαφήνειας και ασφάλειας δικαίου, είναι ευκταίο να αναφέρει η Επιτροπή, στο διατακτικό της πράξεως, ποιες διατάξεις της Συνθήκης εφαρμόζει, η παράλειψη να τις αναφέρει δεν συνιστά νομική πλάνη, εφόσον από τον συνδυασμό των αιτιολογικών σκέψεων και του διατακτικού της πράξεως μπορούν να εντοπιστούν ακριβώς οι διατάξεις αυτές. Εν προκειμένω, πάντως, μολονότι η Επιτροπή δεν αναφέρει, στο άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι εφάρμοσε το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, εντούτοις, αναφέρει σαφώς τη διάταξη αυτή στη σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όπου συνοψίζει τα τελικά συμπεράσματά της. Κατά συνέπεια, ο μέσος προσεκτικός αναγνώστης δεν πρόκειται να παραπλανηθεί ως προς το πραγματικό νομικό περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
ii) Περί αυτής καθαυτής της αναγκαιότητας θεσπίσεως του RES
1) Γενικές παρατηρήσεις
261 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή εσφαλμένως εκτίμησε, στις σκέψεις 50 και 52 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το RES είναι αναγκαίο για τη διατήρηση της σταθερότητας της αγοράς όπου έχουν επιβληθεί υποχρεώσεις ΙΑΥ, καθώς και για τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας των υποχρεώσεων αυτών. Στη σκέψη 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναγνωρίζεται ότι η ιρλανδική αγορά ΙΑΥ δεν παρουσίαζε έως τότε προβλήματα αστάθειας. Εξάλλου, ο προβαλλόμενος κίνδυνος περί κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων αποτελεί καθαρή εικασία και δεν τεκμηριώνεται από τα πραγματικά περιστατικά. Ουσιαστικά, ο κίνδυνος αυτός δεν υφίσταται, διότι δεν υπάρχει κίνητρο για κατ’ επιλογήν ασφάλιση των «χαμηλών» κινδύνων και για κατ’ έμμεση επιλογή ασφάλιση κινδύνων (βλ. σκέψη 134 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, οι ασφαλιστές ΙΑΥ μπορούν να αντισταθμίζουν τους «μεγάλους» κινδύνους, προσαρμόζοντας τους συμβατικούς όρους και, ιδίως, αυξάνοντας τα ασφάλιστρα και διαφοροποιώντας την παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την έκθεση Amárach, οι ασφαλισμένοι δεν είναι, κατά κανόνα, διατεθειμένοι να αλλάζουν ασφαλιστή, ο νεοεισερχόμενος στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ πρέπει, αναγκαστικά, να αποβλέπει στους νέους πελάτες, οι οποίοι είναι, εξ ορισμού, νέοι στην ηλικία. Εξάλλου, όσον αφορά τους ηλικιωμένους ασφαλισμένους, ο VHI πωλεί επί ζημία, με συνέπεια η BUPA Ireland να μη μπορεί να τον ανταγωνιστεί αποτελεσματικά. Τέλος, οι οικονομικές μελέτες τις οποίες επικαλείται η καθής και οι οποίες αφορούν άλλες αγορές, εκτός της Ιρλανδίας, δεν ασκούν επιρροή ούτε τεκμηριώνουν την άποψη περί κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων. Αντιθέτως, οι τρεις εκθέσεις που έχει υποβάλει η HIA από το 2003 επιβεβαιώνουν ότι δεν υπήρξε ούτε επίκειται αστάθεια στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ (βλ. σκέψεις 131 έως 138 ανωτέρω).
262 Η καθής απαντά, κατ’ ουσίαν, ότι οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν επιτυχώς τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη κινδύνου κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως σε ένα σύστημα ενιαίου τιμολογίου και ελεύθερης προσβάσεως, κινδύνου του οποίου η ύπαρξη αναγνωρίζεται καταρχήν και με την έκθεση της NERA. Η Ιρλανδία προσθέτει ότι είναι αναγκαία η αντιστάθμιση των υποχρεώσεων ενιαίου τιμολογίου και ελεύθερης προσβάσεως από το RES, ώστε να αποτραπεί η κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων από τους νεοεισερχόμενους στην αγορά ΙΑΥ ασφαλιστές. Χωρίς τη διόρθωση αυτή, οι εν λόγω νεοεισερχόμενοι, έχοντας ευνοϊκό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων, θα πραγματοποιούσαν «με τεχνικό τρόπο» σημαντικά κέρδη, διατηρώντας, σε βάρος του συνόλου των ασφαλισμένων, τα ασφάλιστρά τους σε μη ρεαλιστικά και ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, πράγμα που θα μπορούσε να επηρεάσει τη σταθερότητα της αγοράς ΙΑΥ. Η σταθερότητα της αγοράς απειλείται, επίσης, αν ένας ασφαλιστής με ευνοϊκό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων μειώσει τα ασφάλιστρά του, με σκοπό να προκαλέσει έτσι «φαύλο κύκλο», δηλαδή, μετακίνηση των ασφαλισμένων με τη μεγαλύτερη κινητικότητα προς αυτόν, με συνέπεια να καταστεί εύθραυστη η οικονομική κατάσταση των ανταγωνιστών του, οι οποίοι, λόγω του ενιαίου τιμολογίου, δεν θα μπορούν πλέον να προσφέρουν τα προϊόντα τους σε ανταγωνιστικές τιμές και να προσελκύσουν νέους πελάτες. Σε αυτή την κατάσταση βρίσκεται σήμερα ο VHI, του οποίου οι δείκτες φερεγγυότητας είναι σαφώς χαμηλότεροι από αυτούς της BUPA Ireland.
263 Κατά την καθής και κατά την Ιρλανδία, το επιχείρημα των προσφευγουσών περί δυνατότητας των ασφαλιστών να αντισταθμίζουν τους «μεγάλους» κινδύνους, προσαρμόζοντας τους συμβατικούς όρους, είναι αβάσιμο και αναιρείται από τα πράγματα. Αφενός, η άποψη αυτή είναι αντίθετη στην αρχή του ενιαίου τιμολογίου και, σε κάθε περίπτωση, ανεφάρμοστη και δεν συμβάλει στη διατήρηση της ισορροπίας στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ. Αφετέρου, η BUPA Ireland και ο VHI παρέχουν τις ίδιες σχεδόν υπηρεσίες ΙΑΥ και, σε κάθε περίπτωση, οι ασφαλισμένοι δεν επέδειξαν, στην πράξη, ενδιαφέρον για τις διαφοροποιήσεις των παροχών ενός ασφαλιστικού προγράμματος. Επιπλέον, από τα σχετικά με τον μέσον όρο ηλικίας των ασφαλισμένων του VHI στοιχεία προκύπτει σαφώς ότι γίνεται κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων. Σχετικά με τον κίνδυνο της κατ’ έμμεση επιλογή ασφαλίσεως, η καθής, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία, αμφισβητεί την ερμηνεία που δίνουν στην έκθεση Amárach οι προσφεύγουσες, υποστηρίζοντας ότι η έκθεση αυτή επιβεβαιώνει τις μετακινήσεις καταναλωτών από έναν ασφαλιστή σε άλλον. Εξάλλου, είναι αστήρικτο και απαράδεκτο το επιχείρημα ότι ο VHI καθορίζει επί ζημία τις τιμές για τους πελάτες υψηλού κινδύνου. Η καθής τονίζει, τέλος, ότι η διαπίστωση από την οποία εκκινεί η προσβαλλόμενη απόφαση, περί ενδεχόμενης κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων, η οποία αποτελεί παράγοντα αστάθειας της αγοράς, είναι αρκετή υπό το πρίσμα της αποφάσεως Albany, σκέψη 101 ανωτέρω, και στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που δύναται να ασκήσει το Πρωτοδικείο όσον αφορά το αν πληρούται το κριτήριο της αναγκαιότητας.
2) Αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και του ελέγχου που ασκεί το Πρωτοδικείο
264 Προτού εξεταστεί το βάσιμο των διαφόρων επιχειρημάτων των διαδίκων, το Πρωτοδικείο κρίνει απαραίτητο να διευκρινίσει το αντικείμενο της εξετάσεως που πραγματοποίησε η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η εξέταση της Επιτροπής ορίζει το αντικείμενο του ελέγχου του Πρωτοδικείου.
265 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το RES, στην κοινοποιηθείσα μορφή του, αποτελεί σύστημα γενικής ισχύος, δηλαδή σύστημα που διέπεται από διατάξεις γενικής ισχύος και του οποίου η λειτουργία είναι, έως ένα βαθμό, προκαθορισμένη βάσει αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων (βλ. σκέψεις 213 έως 217 ανωτέρω), χωρίς όμως να είναι δυνατόν να προβλεφθούν όλες οι λεπτομέρειές του. Ειδικότερα, δεδομένου ότι το σύστημα αυτό είναι σχεδιασμένο ώστε να προσαρμόζεται και να αντιδρά σε ταχείες εξελίξεις στη συγκεκριμένη αγορά, η λειτουργία του υπόκειται σε ορισμένες διατάξεις γενικής ισχύος, παρέχουσες ευρεία διακριτική ευχέρεια στις αρμόδιες για την εφαρμογή του αρχές. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα για το μέρος IV του RES, σχετικά με τις αρμοδιότητες εκτιμήσεως και υποβολής συστάσεων που διαθέτει η ΗΙΑ όσον αφορά το αν υφίσταται η απαιτούμενη απόκλιση ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους για να κινηθεί ο μηχανισμός των πληρωμών RES.
266 Επομένως, σύμφωνα με τον ορισμό του περιεχομένου του διοικητικού και του δικαστικού ελέγχου, ο οποίος υπενθυμίζεται στις σκέψεις 220 και 221 ανωτέρω, ο έλεγχος που καλείται να ασκήσει στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 87 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ, ιδίως όσον αφορά την αναγκαιότητα του κοινοποιηθέντος συστήματος, περιορίζεται αναγκαστικά, αφενός, στο αν το εν λόγω σύστημα στηρίζεται σε προδήλως εσφαλμένα οικονομικά και πραγματικά στοιχεία και, αφετέρου, στο αν το εν λόγω σύστημα είναι προδήλως ακατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου το Πρωτοδικείο οφείλει να εξετάσει αν η σχετική εκτίμηση της Επιτροπής είναι αρκούντως βάσιμη, ώστε να δικαιολογήσει την αναγκαιότητα του επίμαχου συστήματος.
267 Στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, πρέπει, καταρχάς, να εξεταστεί, αφενός, αν πιθανολογούνται επαρκώς οι δυσλειτουργίες της αγοράς, τις οποίες επικαλείται το κράτος μέλος για να δικαιολογήσει τη θέσπιση και την προστασία της επίμαχης αποστολής ΥΓΟΣ, και, αφετέρου, αν ήταν εύλογη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι ένα σύστημα όπως το RES είναι, ως εκ της φύσεώς του, αναγκαίο και κατάλληλο για την επίλυση των προβαλλομένων προβλημάτων. Απόκειται, εν συνεχεία, στο Πρωτοδικείο να εξετάσει αν η συγκεκριμένη εκτίμηση της Επιτροπής επί των δύο αυτών ζητημάτων είναι βάσιμη υπό το πρίσμα των σημερινών συνθηκών και της πιθανολογούμενης, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξελίξεως της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ, υπό το φως των στοιχείων που είχε ή έπρεπε να έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή.
268 Όσον αφορά, ιδίως, το εύρος του ελέγχου της Επιτροπής, σύμφωνα με τις επισημάνσεις στις σκέψεις 220 έως 222 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κράτος μέλος, ασκώντας την ευρεία εξουσία εκτιμήσεως που αυτό διαθέτει. Επομένως, αντιθέτως προς ό,τι φαίνεται να υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα, στο πλαίσιο του ελέγχου της αναγκαιότητας, να εξετάζει, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων, αφενός, αν η αγορά θα εξελιχθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο και, αφετέρου, αν η εφαρμογή των προβλεπόμενων από το κοινοποιηθέν σύστημα ρυθμιστικών μέτρων θα καταστεί, ως εκ τούτου, κάποια συγκεκριμένη στιγμή, απαραίτητη για την εκπλήρωση της επίμαχης αποστολής ΥΓΟΣ. Πράγματι, στο πλαίσιο του ελέγχου της αναγκαιότητας, η Επιτροπή δεν απαιτείται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το κράτος μέλος δεν μπορεί, βάσει των υφιστάμενων ή των μελλοντικών συνθηκών της αγοράς, να μη λάβει τα κοινοποιηθέντα μέτρα, αλλά μόνο να διερευνήσει αν το κράτος μέλος υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεώς του, όσον αφορά τον τρόπο που επέλεξε για να διασφαλίσει την εκτέλεση της αποστολής ΥΓΟΣ υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις Επιτροπή κατά Κάτω Χώρες, σκέψη 99 ανωτέρω, σκέψη 58, και Albany, σκέψη 101 ανωτέρω, σκέψεις 107 και 111).
269 Τέλος, το ότι ο έλεγχος που ασκεί η Επιτροπή είναι περιορισμένος πρέπει να ληφθεί υπόψη και στο πλαίσιο του εκ μέρους του κοινοτικού δικαστή ελέγχου της νομιμότητας της εκτιμήσεως της Επιτροπής. Ο έλεγχος του Πρωτοδικείου περιορίζεται ανάλογα με το κατά πόσον η εκτίμηση της Επιτροπής αφορά πολύπλοκα οικονομικά δεδομένα (βλ. σκέψεις 220 και 221 ανωτέρω). Τούτο ισχύει ιδιαίτερα για τον σχετικό με την αρχή της αναλογικότητας έλεγχο, ιδίως όταν αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι κρατικά μέτρα γενικής ισχύος. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος αυτός του Πρωτοδικείου πρέπει να περιορίζεται στο αν τα μέτρα αυτά είναι προδήλως ακατάλληλα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση Boehringer κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 118 ανωτέρω, σκέψεις 73 και 74).
270 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, μη υποχρεώνοντας την Ιρλανδία να αποδείξει ότι το RES είναι απαραίτητο για τη διασφάλιση της τηρήσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι το RES πρέπει να είναι απαραίτητο και ότι η Επιτροπή δεν άσκησε συναφώς τον οφειλόμενο έλεγχο.
3) Περί του αν υφίσταται κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ
Προκαταρκτική παρατήρηση
271 Υπό το φως των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να εξεταστεί –εν γένει, καταρχάς, και υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων συνθηκών της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ, εν συνεχεία– αν η Επιτροπή εγκύρως έκρινε ότι το RES αποτελεί αναγκαίο διορθωτικό μέσο σε μια αγορά ΙΑΥ όπου έχουν επιβληθεί υποχρεώσεις ελεύθερης προσβάσεως, ενιαίου τιμολογίου, δια βίου καλύψεως και κατώτατων παροχών. Πρέπει να εξεταστεί, ειδικότερα, αν η Επιτροπή στηρίχθηκε σε στοιχεία που αποδεικνύουν επαρκώς ότι η αγορά ΙΑΥ όπου ισχύει το ενιαίο τιμολόγιο είναι εκτεθειμένη στον κίνδυνο της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως και αν ήταν εύλογη η εκτίμησή της ότι η κατάσταση αυτή μπορεί να προκαλέσει αστάθεια στην εν λόγω αγορά.
3) Περί της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων
– Σχετικά με τα γενικά οικονομικά δεδομένα
272 Όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι ένας νεοεισερχόμενος στην αγορά ΙΑΥ, όπως ήταν η BUPA Ireland το 1997, έχει συμφέρον να ασφαλίζει πελάτες μειωμένου κινδύνου, ώστε να περιορίζει τους οικονομικούς κινδύνους και να ενισχύσει την εύθραυστη ακόμη θέση του στην αγορά. Τούτο ισχύει, ιδίως, όταν η δομή του ανταγωνισμού στην αγορά αυτή χαρακτηρίζεται ακόμη έντονα από την προ της ελευθερώσεως κατάσταση, καθώς και από την αδράνεια των καταναλωτών, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι ασφαλισμένοι στον επιχειρηματία που κατείχε το μονοπώλιο παροχής τέτοιων υπηρεσιών, όπως, εν προκειμένω, ο VHI. Όπως παρατηρούν οι προσφεύγουσες, υπό τις συνθήκες αυτές, οι νέοι σε ηλικία υγιείς πελάτες αποτελούν σημαντική κατηγορία νέων πελατών, τους οποίους είναι ιδιαίτερα πιθανό να επιδιώξει να προσελκύσει ένας νεοεισερχόμενος στην αγορά, προτείνοντάς τους μειωμένα ασφάλιστρα σε σχέση με αυτά των λοιπών ασφαλιστών ΙΑΥ.
273 Συναφώς, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν, κατά τρόπο αρκούντως σαφή και τεκμηριωμένο, την άποψη ότι η υποχρέωση ενιαίου τιμολογίου ενισχύει την τάση αναζητήσεως μειωμένων κινδύνων. Δεν αμφισβητείται, πάντως, ότι ο ασφαλιστής ΙΑΥ που υπέχει τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να προβεί απολύτως ελεύθερα, δια της επιβολής αυξημένων ασφαλίστρων, σε αντιστάθμιση του αυξημένου οικονομικού κινδύνου που συνεπάγεται η παροχή καλύψεως ΙΑΥ σε έναν ηλικιωμένο ή σε έναν ασθενή τον οποίον ο ασφαλιστής αυτός δεν μπορεί να αρνηθεί να ασφαλίσει λόγω της υποχρεώσεως ελεύθερης προσβάσεως. Αφενός, μη έχοντας τη δυνατότητα να καθορίζει το τιμολόγιο βάσει του ασφαλιζομένου κινδύνου, ο ασφαλιστής ΙΑΥ υποχρεούται να παρέχει την ίδια κάλυψη ΙΑΥ με το ίδιο ασφάλιστρο σε όλους τους ασφαλισμένους, ανεξάρτητα από την ηλικία του, το φύλο τους ή την κατάσταση της υγείας τους (άρθρο 7 του 1004 Health Insurance Act, όπως τροποποιήθηκε), καθιστώντας, έτσι, δυνατή την αμοιβαία επιδότηση των ασφαλίστρων μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών ασφαλισμένων. Αφετέρου, ο ασφαλιστής ΙΑΥ δεν μπορεί επίσης να παρέχει ΙΑΥ με σταθερό ασφάλιστρο, ανάλογα με τον πλέον αυξημένο κίνδυνο που πρέπει να ασφαλίσει, διότι δεν θα μπορεί να προσελκύσει νέους σε ηλικία και υγιείς πελάτες, πράγμα κεφαλαιώδους σημασίας για την οικονομική του ισορροπία σε ένα σύστημα αμοιβαίας επιδοτήσεως των ασφαλίστρων.
274 Οι προσφεύγουσες δεν επικαλέστηκαν συγκεκριμένα στοιχεία, ικανά να αναιρέσουν την περιγραφή του φαινομένου της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων σε μια αγορά ΙΑΥ όπου ισχύει το ενιαίο τιμολόγιο. Συναφώς, οι προσφεύγουσες επικαλέστηκαν μόνον το ενδεχόμενο να επιβάλλουν οι ασφαλιστές ΙΑΥ διαχωρισμούς στην αγορά, ανάλογα με τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, καθορίζοντας το περιεχόμενο της ασφαλιστικής καλύψεως, καθώς και το ύψος των ασφαλίστρων κατά τρόπον ώστε να αντισταθμίζονται οι «μεγάλοι» κίνδυνοι διά της επιβολής υψηλότερων ασφαλίστρων. Υπενθυμίζεται, όμως, ότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 229 και 231 ανωτέρω, το επιχείρημα περί συμβατικής ελευθερίας των ασφαλιστών ΙΑΥ δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
275 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, αντιθέτως, το επιχείρημα αυτό μάλλον επιβεβαιώνει ότι, σε μία αγορά IAY όπου ισχύει το ενιαίο τιμολόγιο, είναι αυξημένος ο κίνδυνος να επιδιώκεται με την ασφάλιση «μικρών» κινδύνων, καθώς οι ασφαλιστές ΙΑΥ προσπαθούν στην πράξη να αντισταθμίσουν, με νόμιμο τρόπο, τις επιπτώσεις από την απαγόρευση καθορισμού των ασφαλίστρων με βάση τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, καθορίζοντας ειδικά το περιεχόμενο της παρεχόμενης καλύψεως ΙΑΥ και τα αντίστοιχα ασφάλιστρα, ανάλογα με τις ανάγκες διαφόρων κατηγοριών ασφαλισμένων. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ένας ασφαλιστής ΙΑΥ μπορεί να προσελκύσει νέους σε ηλικία πελάτες «χαμηλού» κινδύνου, προσφέροντας ειδικά σχεδιασμένες παροχές, προσαρμοσμένες στις δικές τους ανάγκες, με ελκυστικά ασφάλιστρα, με συνέπεια άλλες κατηγορίες ασφαλισμένων, περιλαμβανομένων των «υψηλού» κινδύνου, να μην έχουν κίνητρο ή να αποθαρρύνονται από το να ασφαλιστούν σε ένα μη κατάλληλο γι’ αυτούς ασφαλιστικό πρόγραμμα. Πάντως, μια τέτοια στρατηγική έμμεσης δυσμενούς διακρίσεως των ασφαλισμένων –μη απαγορευόμενη από την αρχή του ενιαίου τιμολογίου, η οποία απαγορεύει μόνον τις άμεσες δυσμενείς διακρίσεις ως προς τις τιμές–, ανεξαρτήτως του αν ακολουθείται στην πράξη, πράγμα που κυρίως αμφισβητεί η Ιρλανδία, φαίνεται περισσότερο εύλογη ιδίως σε περίπτωση που ο ανταγωνισμός μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ για τους νέους, μικρότερους σε ηλικία, πελάτες είναι ιδιαίτερα έντονος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, σύμφωνα με τους συμπίπτοντες ισχυρισμούς των διαδίκων, μεταξύ της BUPA Ireland και του VHI. Εντούτοις, υπ’ αυτές τις περιστάσεις, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η στρατηγική αυτή μάλλον επιβεβαιώνει, ή και ενισχύει, παρά αποκλείει, το φαινόμενο της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων. Επομένως, το επιχείρημα των προσφευγουσών, περί συμβατικής ελευθερίας των ασφαλιστών ΙΑΥ δεν αποδεικνύει ότι δεν υφίσταται κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων. Δεν είναι, ως εκ τούτου, προδήλως εσφαλμένη η διαπίστωση της Επιτροπής, στη σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με τον κίνδυνο της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως, ότι οι ασφαλιστές ΙΑΥ ενδέχεται να επιδιώξουν τη βελτίωση του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων, ιδίως ακολουθώντας στρατηγική επιλεκτικού μάρκετινγκ, καθορίζοντας το περιεχόμενο της παρεχόμενης καλύψεως ή διαφοροποιώντας την ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας.
276 Το Πρωτοδικείο κρίνει, συναφώς, βάσιμη την υπόθεση ότι, οσάκις ένας ασφαλιστής ΙΑΥ με ευνοϊκό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων ακολουθεί επιθετική στρατηγική ως προς τις τιμές, όπως η περιγραφόμενη στο σημείο 6 του οδηγού για το RES, υφίσταται πράγματι σοβαρός κίνδυνος να γίνεται κατ’ επιλογήν ασφάλιση. Αντιθέτως, ο κίνδυνος αυτός μετριάζεται, αλλά παραμένει αρκετά σοβαρός, όταν ο ασφαλιστής αυτός ακολουθεί –όπως προβάλλουν η καθής, η Ιρλανδία και ο VHI σχετικά με τη συμπεριφορά της BUPA Ireland– μια αμυντική στρατηγική ως προς τις τιμές, καθορίζοντας τις τιμές για τις υπηρεσίες ΙΑΥ λίγο χαμηλότερα από τις τιμές που έχουν ορίσει οι κύριοι ανταγωνιστές για τις ίδιες υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, υπό τις συνθήκες αυτές, το οικονομικό κίνητρο για τον πελάτη να αλλάξει ασφαλιστή ΙΑΥ φαίνεται λιγότερο σημαντικό απ’ ό,τι στην περίπτωση της επιθετικής τιμολογιακής στρατηγικής. Η καθής και η Ιρλανδία υποστηρίζουν, σχετικά, χωρίς να τις αντικρούσουν οι προσφεύγουσες, ότι μια τέτοια στρατηγική καθιστά, πάντως, δυνατή την κατ’ επιλογήν ασφάλιση «χαμηλών» κινδύνων και, κυρίως, επηρεάζει την ορθή λειτουργία της αγοράς ΙΑΥ και αντιβαίνει στον σκοπό του ενιαίου τιμολογίου, λόγω της επιβολής πολύ υψηλών ασφαλίστρων, σε βάρος των πελατών, σε σχέση με το κόστος αποδόσεως δαπανών που βαρύνει έναν ασφαλιστή με ευνοϊκό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων.
277 Επίσης βάσιμο φαίνεται να είναι το ότι η αμυντική στρατηγική ως προς τις τιμές συνεπάγεται ότι ο ασφαλιστής ΙΑΥ, αν και έχει χαμηλότερο κόστος, δεν μειώνει το ύψος των ασφαλίστρων, παρά το γεγονός ότι μια τέτοια μείωση θα ήταν προς όφελος των καταναλωτών και σύμφωνη με τον σκοπό του ενιαίου τιμολογίου, αποσκοπώντας μόνο στην αύξηση των κερδών του. Ομοίως, δεν αποκλείεται ένας ασφαλιστής ΙΑΥ με ευνοϊκό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων να προβαίνει σε κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων, ακολουθώντας αμυντική στρατηγική ως προς τις τιμές, εφόσον οι διαφορές ως προς τις τιμές είναι αρκετά υψηλές ώστε να προσελκύσει τους καταναλωτές χαμηλού κινδύνου.
278 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι τόσο η Ιρλανδία, όσο και η Επιτροπή στη σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, προέβαλαν, βασίμως, ότι μια τέτοια εμπορική πρακτική ενδέχεται να προκαλέσει φαύλο κύκλο και να αποσταθεροποιήσει τη λειτουργία της αγοράς ΙΑΥ όπου ισχύει το ενιαίο τιμολόγιο, κατά το μέτρο που οι ασφαλιστές ΙΑΥ με ευνοϊκό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων θα προσέλκυαν όλο και περισσότερους νέους σε ηλικία υγιείς πελάτες, βελτιώνοντας έτσι τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων, ενώ οι ασφαλιστές ΙΑΥ με μη ευνοϊκό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων θα υφίσταντο μεγαλύτερη οικονομική πίεση, λόγω της αυξανόμενης ανισορροπίας ασφαλίστρων και κόστους εξυπηρετήσεως των αιτήσεων αποδόσεως δαπανών που υποβάλλονται από μεγάλο αριθμό μεγάλων σε ηλικία ασφαλισμένων και ασθενών.
279 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι δεν είναι προδήλως εσφαλμένη η διατυπωμένη στη σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτίμηση ότι, σε μία αγορά ΙΑΥ όπου έχουν επιβληθεί υποχρεώσεις ενιαίου τιμολογίου, ελεύθερης προσβάσεως και δια βίου καλύψεως, ελλείψει μηχανισμού αντισταθμίσεως κινδύνων, οι ασφαλιστές έχουν κίνητρο να ασφαλίζουν τους «χαμηλούς» κινδύνους, ώστε να είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες ΙΑΥ στο σύνολο των ασφαλισμένων σε ευνοϊκότερη τιμή ή να πραγματοποιούν μεγαλύτερα κέρδη από τους ανταγωνιστές ασφαλιστές ΙΑΥ.
– Σχετικά με την κατάσταση στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ
280 Το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι, στη σκέψη 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, έστω και αν δεν έχει παρατηρηθεί αστάθεια στην αγορά αυτή.
281 Διαπιστώνεται, σχετικά, ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η BUPA Ireland είχε σαφώς χαμηλότερο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων από τον VHI, που είναι ο κύριος ανταγωνιστής της. Χωρίς να απαιτείται να κριθεί το αμφισβητούμενο ζήτημα αν οι δείκτες φερεγγυότητας του VHI είναι ικανοποιητικοί, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν ουσιαστικά την ακρίβεια και τη λυσιτέλεια των στοιχείων που προσκόμισαν η καθής, η Ιρλανδία και ο VHI σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων του VHI, καθώς και με το αυξημένο κόστος αποδόσεως δαπανών ανά ασφαλισμένο του VHI, δεχόμενες ότι ο βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων του VHI είναι λιγότερο ευνοϊκός από αυτόν της BUPA Ireland (βλ. σκέψεις 135 και 138 ανωτέρω).
282 Επιπλέον, η Επιτροπή στήριξε την εκτίμησή της περί του αν υφίσταται κίνδυνος κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως σε αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι η BUPA Ireland όντως ακολουθούσε στρατηγική κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων, συνδυασμένη με αμυντική στρατηγική ως προς τις τιμές, προτείνοντας τιμολόγια σαφώς χαμηλότερα από αυτά του VHI στους καταναλωτές ηλικίας κάτω των 19 ετών (με διαφορά τιμών 10 %) και 19 έως 54 ετών (με διαφορά τιμών 4 %), ενώ ζητούσε (κατά 20 %) υψηλότερα ασφάλιστρα από τα άτομα ηλικίας άνω των 54 ετών (σκέψη 51 και υποσημείωση 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πρέπει να τονιστεί ότι, κατά τη δίκη, περιλαμβανομένης της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, οι προσφεύγουσες δεν τοποθετήθηκαν επί των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, παρά το γεγονός ότι τόσο η καθής όσο και η Ιρλανδία και ο VHI ισχυρίστηκαν ρητώς, με τις έγγραφες παρατηρήσεις τους, ότι η BUPA Ireland ακολουθεί αμυντική στρατηγική ως προς τις τιμές.
283 Πρώτον, οι προσφεύγουσες προέβαλαν, συναφώς, μόνον τον ισχυρισμό ότι η BUPA Ireland, ως νεοεισερχόμενη στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ και λόγω της αδράνειας των ήδη ασφαλισμένων σε άλλους ασφαλιστές προσώπων, απέβλεπε αναγκαστικά στους νέους σε ηλικία καταναλωτές, οι οποίοι ασφαλίζονταν για πρώτη φορά. Μολονότι ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος και στηρίζεται στις διαπιστώσεις της εκθέσεως Amárach, περί χαμηλού ποσοστού μετακινήσεων των ιρλανδών καταναλωτών, δεν αρκεί για να αναιρέσει τη διαπίστωση περί της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων, αλλά μάλλον την επιβεβαιώνει (βλ. σκέψη 274 ανωτέρω).
284 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες ισχυρίστηκαν ότι ο VHI πωλεί επί ζημία, αυξάνοντας, ως εκ τούτου, τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων, τα προοριζόμενα για ηλικιωμένους ασφαλιστικά προγράμματα, με συνέπεια η BUPA Ireland να μην είναι σε θέση να ανταγωνιστεί τον VHI στη συγκεκριμένη κατηγορία πελατών. Ωστόσο, ο ελάχιστα τεκμηριωμένος αυτός ισχυρισμός, τον οποίο αμφισβητούν η καθής και η Ιρλανδία, δεν αποδείχθηκε από τις προσφεύγουσες κατά τη δίκη και είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Συγκεκριμένα, η υποτιθέμενη πώληση επί ζημία δεν είναι λογική από οικονομικής απόψεως, διότι σημαίνει ότι o VHI επιδιώκει να κρατήσει τους υψηλού κινδύνου πελάτες του και να αποτρέψει τη μετακίνησή τους σε άλλους ασφαλιστές ΙΑΥ, προτείνοντάς τους ιδιαίτερα ευνοϊκά ασφάλιστρα, τα οποία δεν καλύπτουν το κόστος αποδόσεως των δαπανών. Μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν παράλογη από οικονομικής απόψεως, δεδομένου ότι σε αυτούς τους ασφαλισμένους οφείλεται η επιδείνωση του βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων του VHI, η αύξηση των επιβαρύνσεών του και, επομένως, η αποδυνάμωση της θέσεώς του, από απόψεως ανταγωνισμού, στην αγορά ΙΑΥ.
285 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η Επιτροπή διέθετε επαρκή στοιχεία, ώστε να διαπιστώσει, στη σκέψη 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα, ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ. Εξάλλου, στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που μπορεί να ασκήσει εν προκειμένω (βλ. σκέψεις 220 έως 222 και 265 έως 270 ανωτέρω), η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να συναγάγει από την ύπαρξη κινδύνου κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως ότι υφίσταται κίνδυνος αστάθειας στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ (σκέψεις 50 και 51 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
286 Συναφώς, το ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνεται, επίσης, ότι ουδέποτε έχει παρατηρηθεί αστάθεια στην αγορά, δεν θίγει τη νομιμότητα της ως άνω διαπιστώσεως. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, στο πλαίσιο του περιορισμένου ελέγχου που δύναται να ασκήσει έναντι του κράτους μέλους (βλ. σκέψεις 220 έως 222 και 269 ανωτέρω), δεν δύναται να υποκαταστήσει την Ιρλανδία στην εκτίμηση της εξελίξεως της ιρλανδικής αγοράς ΙΑΥ. Ωστόσο, η Επιτροπή πείστηκε κατά νόμο ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, πληρούνταν οι προϋποθέσεις ώστε να κριθεί δικαιολογημένη η θέσπιση μηχανισμού αντισταθμίσεως κινδύνων, προκειμένου να αποφευχθεί στο μέλλον η αστάθεια στη συγκεκριμένη αγορά, λόγω της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή εσφαλμένως υιοθέτησε την άποψη περί αστάθειας της αγοράς, χωρίς να διαθέτει, συναφώς, επαρκή οικονομικά στοιχεία. Τέλος, δεδομένου ότι πιθανολογείται βασίμως κίνδυνος αστάθειας στην αγορά, λόγω της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων, δεν απαιτείται να εξεταστεί επίσης αν η Επιτροπή νομίμως κατέληξε, με τη σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι υφίσταται κίνδυνος για κατ’ έμμεση επιλογήν ασφάλιση.
4) Περί της καταλληλότητας του RES για την αντιμετώπιση των διαταραχών στην ισορροπία ή της αστάθειας της αγοράς ΙΑΥ
287 Πρέπει, τέλος, να εξεταστεί αν η Επιτροπή ευλόγως έκρινε ότι το RES αποτελεί το κατάλληλο εργαλείο αντιμετωπίσεων των διαταραχών ισορροπίας που ενδέχεται να προκαλέσει η κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων.
288 Καταρχάς, υπενθυμίζονται, συναφώς, τα κύρια στοιχεία λειτουργίας του RES (βλ. σκέψεις 31 έως 33 ανωτέρω).
289 Στο πλαίσιο του RES, ο πραγματικός βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων κάθε ασφαλιστή ΙΑΥ προσδιορίζεται, καταρχάς, βάσει των στοιχείων που αυτοί παρέχουν τακτικά, σχετικά με το κόστος αποδόσεως δαπανών στους ασφαλισμένους τους, οι οποίοι, για τον σκοπό αυτό, κατανέμονται σε διάφορες κατηγορίες ανάλογα με την ηλικία (βάσει μιας κλίμακας ηλικιών) και το φύλο. Ο εν λόγω πραγματικός και εξατομικευμένος βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων καθορίζεται βάσει του μέσου πραγματικού κόστους ανά ασφαλισμένο και αντιστοιχεί, ως σύνολο, στον μέσον όρο του κόστους αποδόσεως δαπανών για όλες τις κατηγορίες αυτές. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που οι ασφαλιστές υποβάλλουν στο RES, η HIA προσδιορίζει, εν συνεχεία, τον μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς για κάθε μια από τις κατηγορίες αυτές.
290 Στο επόμενο στάδιο, ο μέσος βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς υποκαθιστά τον πραγματικό εξατομικευμένο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων, προκειμένου να προσδιοριστεί το υποθετικό (ανά κατηγορία) κόστος που θα είχαν οι ασφαλιστές αν είχαν αυτόν τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων. Η διαφορά ως προς το κόστος –αρνητική ή θετική– μεταξύ, αφενός, του πραγματικού εξατομικευμένου βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων και, αφετέρου, του υποθετικού μέσου βαθμού των ασφαλισμένων κινδύνων της αγοράς αποτελεί μέγεθος που συναρτάται από τα στοιχεία που έχουν υποβάλει όλοι οι ασφαλιστές στο RES. Τέλος, η διαφορά αυτή ως προς το κόστος πρέπει να αντιστοιχεί, κατόπιν ενδεχόμενης εφαρμογής του διορθωτικού συντελεστή εξισορροπήσεως (zero sum adjustment factor), ακριβώς στο ποσό της χορηγούμενης στους ασφαλιστές ΙΑΥ αντισταθμίσεως. Με τη μέθοδο αυτή, το RES συσχετίζει ευθέως, αφενός, τον βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων των ασφαλιστών ΙΑΥ, ο οποίος συγκρίνεται προς τον μέσο υποθετικό κίνδυνο της αγοράς, και, αφετέρου, τη δια του τρόπου αυτού προσδιοριζόμενη διαφορά ως προς την οικονομική επιβάρυνση που προκύπτει από το κόστος αποδόσεως των δαπανών των ασφαλισμένων. Επομένως, όσο θετικότερος είναι ο βαθμός των ασφαλισμένων κινδύνων σε σχέση με τον υποθετικό μέσο βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων, τόσο χαμηλότερο είναι το κόστος σε σχέση με το μέσο κόστος της αγοράς και αντιστρόφως.
291 Επιπλέον, από τα προεκτεθέντα στη σκέψη 235 ανωτέρω προκύπτει ότι υφίσταται πραγματική σχέση μεταξύ, αφενός, του επιπλέον κόστους που οφείλεται στον αρνητικό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων και, αφετέρου, ιδίως, των υποχρεώσεων ελεύθερης προσβάσεως και ενιαίου τιμολογίου, καθώς και ότι ο σκοπός που επιδιώκεται με τις εν λόγω υποχρεώσεις ΙΑΥ δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς τις διορθώσεις που προβλέπει το RES.
292 Αφετέρου, ο επιδιωκόμενος με το ενιαίο τιμολόγιο σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρως, διότι προϋποθέτει δίκαιο επιμερισμό του κόστους ασφαλίσεως και, επομένως, των κινδύνων μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ, καθώς και ισορροπημένο προφίλ κινδύνου καθενός από αυτούς. Συγκεκριμένα, ο σκοπός του ενιαίου τιμολογίου, δηλαδή η εκ μέρους των νέων σε ηλικία και υγιών ασφαλισμένων επιδότηση των ασφαλίστρων που θα έπρεπε κανονικά να καταβάλλουν οι ηλικιωμένοι και ασθενείς ασφαλισμένοι και, ως εκ τούτου, η αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν ένας ασφαλιστής ΙΑΥ διέθετε, σε ακραία περίπτωση, είτε μόνον νέους σε ηλικία είτε μόνον ηλικιωμένους και ασθενείς ασφαλισμένους. Δηλαδή, ο ασφαλιστής ΙΑΥ μπορεί να επωμιστεί το κόστος της ελεύθερης προσβάσεως και του ενιαίου τιμολογίου μόνον αν είναι δυνατόν να αντισταθμίσει το δυσανάλογο σε σχέση με τα ασφάλιστρα κόστος που προκύπτει από τις αιτήσεις αποδόσεως δαπανών που υποβάλλουν οι ηλικιωμένοι και ασθενείς ασφαλισμένοι με τα ασφάλιστρα που καταβάλλουν οι νέοι σε ηλικία και υγιείς πελάτες του.
293 Αφετέρου, υπό τις συνθήκες αυτές, ελλείψει ενός εργαλείου εξισορροπήσεως του επιμερισμού των κινδύνων και αποθαρρύνσεως της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως κινδύνων, είναι εύλογο το ενδεχόμενο αστάθειας στην κατά τέτοιο τρόπο ρυθμισμένη ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, αστάθεια που θα θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της και, ως εκ τούτου, την επίτευξη των εν λόγω σκοπών. Δεδομένου ότι η υποχρέωση ενιαίου τιμολογίου αποτελεί για τους ασφαλιστές κίνητρο να ακολουθήσουν εμπορικές πρακτικές, όπως η κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων, οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την ισορροπία της αγοράς (βλ. σκέψη 273 ανωτέρω), το RES αποτελεί, όπως προβάλλει η Ιρλανδία, αναγκαίο εργαλείο αποκαταστάσεως της ισορροπίας και αναπόσπαστο μέρος μιας ρυθμισμένης αγοράς όπου ισχύουν τέτοιες υποχρεώσεις. Αν δεν είχαν επιβληθεί οι υποχρεώσεις ελεύθερης προσβάσεως και ενιαίου τιμολογίου, η ισορροπία της αγοράς θα διατηρούνταν ή θα αποκαθίστατο μόνο με τις δυνάμεις της αγοράς και, ειδικότερα, με καθορισμό των τιμών βάσει του ασφαλιζόμενου κινδύνου. Πάντως, αν και ο καθορισμός των τιμών με τον τρόπο αυτόν φαίνεται ικανός να περιορίσει σημαντικά την τάση για κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων (σκέψη 52 in fine της προσβαλλομένης αποφάσεως) και, ως εκ τούτου, να διατηρήσει ορισμένη ισορροπία στην αγορά, δεν θα καθιστούσε δυνατή την επίτευξη του άλλου επιδιωκόμενου με τις υποχρεώσεις ελεύθερης προσβάσεως και ενιαίου τιμολογίου σκοπού, δηλαδή της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών, η οποία διασφαλίζει ευχερέστερη πρόσβαση –ιδίως χάρη στην αμοιβαία επιδότηση των ασφαλίστρων– των ηλικιωμένων και των ασθενών σε ΙΑΥ.
294 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσει το επιχείρημα που οι προσφεύγουσες προέβαλαν για πρώτη φορά κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και το οποίο αμφισβήτησαν η καθής, η Ιρλανδία και ο VHI, ότι η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά τη δικαιολόγηση της αναγκαιότητας του RES, σε εσφαλμένη αντίληψη περί ενιαίου τιμολογίου. Συγκεκριμένα, από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε άλλες εκτιμήσεις, πέραν αυτών που εκτίθενται στις σκέψεις 291 έως 293 ανωτέρω. Εξάλλου, όπως προέβαλε, μεταξύ άλλων, η Ιρλανδία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, ειδικότερα στα σημεία 24, 41 και 60, γίνεται μνεία της αρχής του ενιαίου τιμολογίου, όπως αυτή ορίζεται τόσο στο άρθρο 7, όσο και στο άρθρο 12, παράγραφος 10, στοιχείο (iii), του 1994 Health Insurance Act, όπως τροποποιήθηκε. Τέλος, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, η Επιτροπή δεν εξέτασε την υποχρέωση ενιαίου τιμολογίου μόνον υπό το πρίσμα των ατομικών συμβάσεων ΙΑΥ, αλλά κατέληξε, με τη σκέψη 60 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το RES είναι αναγκαίο για τη «διατήρηση της σταθερότητας σε μία αγορά [ΙΑΥ] όπου ισχύει ενιαίο τιμολόγιο» ανεξαιρέτως.
295 Κατόπιν των προεκτεθέντων και δεδομένου ότι ήταν εύλογη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι, λόγω του κινδύνου της κατ’ επιλογήν ασφαλίσεως, υφίσταται κίνδυνος αποσταθεροποιήσεως στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, κρίνεται ότι η Επιτροπή δεν παρέβη την υποχρέωσή της να ελέγξει την αναγκαιότητα του RES και έκρινε ορθώς ότι το RES είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων ΙΑΥ υπό οικονομικώς αποδεκτούς όρους. Οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν στοιχεία ικανά να ανατρέψουν το βάσιμο της εκτιμήσεως που διατυπώθηκε στις σκέψεις 290 έως 293 ανωτέρω, περί της σχέσεως των διαφόρων πτυχών των υποχρεώσεων ΙΑΥ με το RES ούτε απέδειξαν κατά νόμο ότι το RES είναι προδήλως ακατάλληλο για την αποτροπή της διαπιστωθείσας αποσταθεροποιήσεως.
296 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα, δεχόμενη την αναγκαιότητα θεσπίσεως του RES στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, και ότι πρέπει να απορριφθούν όλες οι αιτιάσεις που διατύπωσαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο αυτό.
iii) Περί του αναλογικού χαρακτήρα του RES καθαυτού
297 Σχετικά με τον αναλογικό χαρακτήρα του RES, από τις εκτιμήσεις που διατυπώθηκαν στις σκέψεις 228 έως 243 ανωτέρω, προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η πραγματοποιούμενη δια των πληρωμών RES αντιστάθμιση είναι δυσανάλογη σε σχέση με το επιπλέον κόστος από την τήρηση των υποχρεώσεων ΙΑΥ. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, προς αμφισβήτηση της καταλληλότητας και του αναλογικού χαρακτήρα των κριτηρίων υπολογισμού των πληρωμών RES, ιδίως κατά το μέτρο που τα κριτήρια αυτά επιτρέπουν, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, τον επιμερισμό κόστους οφειλόμενου σε έλλειψη αποτελεσματικότητας, προς όφελος του ασφαλιστή ΙΑΥ που είναι δικαιούχος των εν λόγω πληρωμών (βλ. σκέψη 138 ανωτέρω). Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα περί επιμερισμού του οφειλόμενου σε έλλειψη αποτελεσματικότητας κόστους απορρίφθηκαν ως αβάσιμα, δεν απαιτείται να κριθεί, εν προκειμένω, το ζήτημα αν η αποτελεσματικότητα του επιφορτισμένου με αποστολή ΥΓΟΣ επιχειρηματία πρέπει να λαμβάνεται εν γένει υπόψη και στο πλαίσιο της σχετικής με τον αναλογικό χαρακτήρα εξετάσεως δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ (βλ. σκέψη 139 ανωτέρω).
298 Οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν, εξάλλου, τον αναλογικό χαρακτήρα του RES, προβάλλοντας, πρώτον, ότι, λόγω των αποκλίσεων ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους μεταξύ της BUPA Ireland και του VHI, το κατώτατο όριο του 2 %, για να κινηθεί ο μηχανισμός του RES (σκέψη 54 της προσβαλλομένης αποφάσεως) δεν έχει πρακτική σημασία, δεύτερον, ότι ο συντελεστής σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας, έστω και αν δεν μπορεί να υπερβεί το 50 % της παρατηρούμενης χρήσεως των νοσοκομειακών υποδομών (σκέψη 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν σχετίζεται με τις υποχρεώσεις ΙΑΥ ούτε με τη δικαιολόγηση του RES, τρίτον, ότι η μη εφαρμογή του RES στους νεοεισερχόμενους στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ κατά τα τρία πρώτα έτη (σκέψη 58 της προσβαλλομένης αποφάσεως) δεν καθιστά το RES λιγότερο αποθαρρυντικό για τους επιχειρηματίες αυτούς, καθώς εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο εισόδου στην αγορά, και, τέταρτον, ότι, αντιθέτως προς το ολλανδικό RES, το RES δεν προβλέπει διορθωτικό μηχανισμό για την αποφυγή των υπέρμετρων αντισταθμίσεων.
299 Λόγω του περιορισμένου εύρους του διοικητικού και δικαστικού ελέγχου που μπορεί να ασκηθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. σκέψεις 220 έως 222 και 269 ανωτέρω), το Πρωτοδικείο κρίνει, καταρχάς, ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν κατά νόμο ότι το ποσοστό αποκλίσεως 2 % ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους αποτελεί κριτήριο προδήλως ακατάλληλο ή δυσανάλογο, πολλώ δε μάλλον που το ποσοστό αυτό δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε κίνηση του μηχανισμού του RES, λόγω του εύρους της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν συναφώς οι ιρλανδικές αρχές (σκέψεις 22 έως 24 και 54 της προσβαλλομένης αποφάσεως και σκέψη 265 ανωτέρω).
300 Ομοίως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη ότι ο συντελεστής σταθμίσεως της καταστάσεως της υγείας δεν σχετίζεται με τις υποχρεώσεις ΙΑΥ ούτε με τη δικαιολόγηση του RES. Η καθής και η Ιρλανδία εξήγησαν, σχετικά, χωρίς να τις αντικρούσουν οι προσφεύγουσες, ότι ο συνυπολογισμός του κόστους αποδόσεως δαπανών σε ασφαλισμένους διαφόρων κατηγοριών ηλικίας και φύλου δεν αντικατοπτρίζει οπωσδήποτε και απολύτως τον πραγματικό βαθμό των ασφαλισμένων κινδύνων ενός ασφαλιστή ΙΑΥ, ιδίως λόγω των διαφορών που ενδεχομένως υφίστανται εντός της κάθε κατηγορίας, και, γι’ αυτό, καθίσταται αναγκαία η εφαρμογή, μέχρι το 50 %, ενός συντελεστή που διαμορφώνεται βάσει της παρατηρούμενης χρήσεως των νοσοκομειακών υποδομών (σκέψεις 28 και 57 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Πάντως, κατά το μέτρο που η εφαρμογή αυτού του συντελεστή σταθμίσεως, η οποία δεν προβλέπεται προς το παρόν, αποσκοπεί στο να προσδιοριστούν, κατά τρόπο όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστο, οι αποκλίσεις μεταξύ των ασφαλιστών ΙΑΥ ως προς τους ασφαλισμένους κινδύνους και, επομένως, το σχετικό επιπλέον κόστος, ο συντελεστής αυτός εντάσσεται πλήρως στη λογική που διέπει τη δια του RES αντιστάθμιση των επιβαρύνσεων από την τήρηση των υποχρεώσεων ΙΑΥ (βλ. σκέψεις 234 επ. ανωτέρω).
301 Όσον αφορά το αν το RES αποθαρρύνει τους πιθανούς νεοεισερχόμενους, οι προσφεύγουσες δέχονται ότι η προσωρινή εξαίρεση από την εφαρμογή του RES κατά τα πρώτα τρία έτη της παρουσίας ενός ασφαλιστή ΙΑΥ στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ, εξαίρεση προβλεφθείσα ακριβώς για να αποφευχθούν φαινόμενα αποκλεισμού από την αγορά αυτή και για να μην αποθαρρύνονται οι επιχειρηματίες, περιορίζει τα προβαλλόμενα εμπόδια εισόδου στην αγορά αυτή. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το RES επιτείνει τα εμπόδια εισόδου, τούτο δεν αρκεί για να κριθεί το RES προδήλως ακατάλληλο και δυσανάλογο. Αν γινόταν δεκτό το αντίθετο, θα αμφισβητούνταν η ίδια η ύπαρξη του θεσπιζόμενου από το RES συστήματος αντισταθμίσεως κινδύνων, καθώς και η επίτευξη των επιδιωκόμενων με τις υποχρεώσεις ΙΑΥ σκοπών (βλ. σκέψεις 291 έως 293 ανωτέρω) και, ως εκ τούτου, η εξουσία εκτιμήσεως του Ιρλανδού νομοθέτη όσον αφορά την οργάνωση του τομέα της υγείας στην Ιρλανδία.
302 Επιπλέον, μολονότι η αύξηση των εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι πιθανοί νεοεισερχόμενοι στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ αποτελεί αναγκαία συνέπεια της θεσπίσεως του RES, από τη στάθμιση σκοπών του RES και των εμπλεκομένων συμφερόντων προκύπτει ότι η επίτευξη των σκοπών αυτών υπερισχύει της ανάγκης να καταστεί ευχερέστερη η πρόσβαση στην αγορά. Επιβάλλεται, ως εκ περισσού, η διαπίστωση ότι το επιχείρημα των προσφευγουσών αναιρείται επίσης από το γεγονός ότι, τον Οκτώβριο του 2004 και αφού το σχέδιο κινήσεως του μηχανισμού του RES είχε συγκεκριμενοποιηθεί, εισήλθε στην αγορά ΙΑΥ η ασφαλιστική εταιρία Vivas (βλ. σκέψη 22 ανωτέρω), πράγμα που δείχνει ότι, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, η προσωρινή, τριετής, εξαίρεση του εν λόγω ασφαλιστή από την εφαρμογή του RES περιορίζει τη σημασία του προβαλλομένου εμποδίου εισόδου στην αγορά αυτή.
303 Τέλος, υπό το φως των εκτιμήσεων που διατυπώθηκαν στη σκέψη 235 ανωτέρω, σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού των πληρωμών RES, σκοπός των οποίων είναι η αντιστάθμιση μόνον των επιβαρύνσεων από την τήρηση των υποχρεώσεων ΙΑΥ, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι το RES θα έπρεπε να προβλέπει ειδικό μηχανισμό αποφυγής των υπέρμετρων αντισταθμίσεων, πλέον των μηχανισμών που ήδη προβλέπει για τον σκοπό αυτόν, όπως είναι το ανώτατο όριο αποδόσεως δαπανών. Η σύγκριση που επιχειρούν στο πλαίσιο αυτό οι προσφεύγουσες με το ολλανδικό RES είναι αλυσιτελής, δεδομένου ότι, όπως οι ίδιες δέχονται, υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ του συστήματος αυτού και του RES, καθώς το πρώτο είναι ένα πρότυπο σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου το κράτος καλύπτει το 50 % του κόστους παροχής υπηρεσιών ΙΑΥ χορηγώντας άμεσες ενισχύσεις.
304 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι το RES είναι προδήλως ακατάλληλο και δυσανάλογο. Επομένως, η Επιτροπή νομίμως έκρινε, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα, ότι το RES έχει αναλογικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται, κατά μείζονα λόγο, από το γεγονός ότι, όπως εκτίθεται στη σκέψη 59 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όλες οι αποφάσεις των ιρλανδικών αρχών σχετικά με την κίνηση του μηχανισμού του RES μπορούν να προσβληθούν με πραγματική ένδικη προσφυγή, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τη δίκη στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του High Court της 23ης Νοεμβρίου 2006 (βλ. σκέψεις 24 έως 26 ανωτέρω).
305 Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η αιτίαση περί μη αναλογικού χαρακτήρα του RES κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
iv) Περί του αν επηρεάζονται οι εμπορικές συναλλαγές κατά τρόπο αντίθετο προς το συμφέρον της Κοινότητας
306 Τέλος, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν εξέτασε αν επηρεάζονται οι εμπορικές συναλλαγές κατά τρόπο αντίθετο προς το συμφέρον της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2 in fine, ΕΚ, και τονίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία σχετική αιτιολογία. Συναφώς, οι προσφεύγουσες επιδιώκουν να αποδείξουν, ιδίως στο πλαίσιο του τρίτου, του τέταρτου, του πέμπτου και του έβδομου λόγους ακυρώσεως, ότι το RES είναι αντίθετο στο συμφέρον της Κοινότητας, κατά το μέτρο που παραβιάζει άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Ειδικότερα, προς στήριξη του τέταρτου και του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως του αν τυχόν επηρεάζονται οι ενδοκοινοτικές εμπορικές συναλλαγές και το συμφέρον της Κοινότητας, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τη συμβατότητα του RES με το άρθρο 82 ΕΚ, την ελευθερία παροχής υπηρεσιών και την ελευθερία εγκαταστάσεως, καθώς και με την τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής.
307 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, στη σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έκρινε ότι, ακόμη και αν η αντιστάθμιση των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ θεωρηθεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, πρόκειται για ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, με την επιφύλαξη της συμβατότητάς της προς άλλους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα με την τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, πράγμα που πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της προσήκουσας διαδικασίας.
308 Το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, αφενός, η φράση «συμβατή με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ» παραπέμπει οπωσδήποτε στο κριτήριο του επηρεασμού των εμπορικών συναλλαγών κατά τρόπο αντίθετο προς το συμφέρον της Κοινότητας. Αφετέρου, η μνεία της τρίτης οδηγίας για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, καθώς και άλλων κανόνων της Συνθήκης, σημαίνει ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, κατά την εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, τις συνέπειες του RES ιδίως στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και στην ελευθερία εγκαταστάσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμη και αν η σχετική αιτιολογία φαίνεται συνοπτική, είναι, πάντως, επαρκής, καθώς προκύπτει ότι η Επιτροπή εκτίμησε ότι το RES δεν επηρεάζει τις συναλλαγές κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας. Τέλος, η αιτίαση των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε επιμελώς και πλήρως αν το RES είναι συμβατό με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και δεν αιτιολόγησε επ’ αυτού την προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του τρίτου, του τέταρτου, του πέμπτου και του έβδομου λόγου ακυρώσεως.
309 Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αιτίαση ότι δεν εξετάστηκε και δεν αιτιολογήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αν οι συναλλαγές επηρεάζονται κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2 in fine, ΕΚ.
310 Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
Επί του παραδεκτού του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
311 Η καθής υποστηρίζει ότι οι προσφεύγουσες δεν αντλούν ενεργητική νομιμοποίηση από παράβαση άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, η οποία προβάλλεται στο πλαίσιο του τρίτου, του τέταρτου, του πέμπτου και του έβδομου λόγου ακυρώσεως. Οι διατάξεις αυτές είναι λυσιτελείς, στο πλαίσιο του ελέγχου υπό το πρίσμα των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, μόνον εφόσον σχετίζονται ευθέως με τη χορήγηση της κρατικής ενισχύσεως καθαυτής (απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑6857, σκέψη 85), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
312 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, από την πλευρά τους, στο πλαίσιο του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ότι, κατά πάγια νομολογία, από τη γενική οικονομία της Συνθήκης προκύπτει ότι η διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ ουδέποτε πρέπει να καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης και ότι, επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να κρίνει ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση η οποία, λόγω ορισμένων λεπτομερειών χορηγήσεώς της, παραβιάζει άλλες διατάξεις της Συνθήκης (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 3ης Μαΐου 2001, C‑204/97, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I-3175, σκέψη 41, και Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 311 ανωτέρω, σκέψη 78).
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
313 Πρέπει να επισημανθεί, καταρχάς, ότι, όπως υποστηρίζει η καθής, το να υποχρεωθεί η Επιτροπή να εκφέρει οριστικά άποψη, στο πλαίσιο προβλεπόμενης από τον κανονισμό 659/1999 διαδικασίας σχετικά με κρατικές ενισχύσεις, σχετικά με το αν υπάρχει παράβαση άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, εκτός αυτών των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με το άρθρο 86 ΕΚ, θα ήταν αντίθετο, αφενός, στους διαδικαστικούς κανόνες και στις διαδικαστικές εγγυήσεις –οι οποίες παρουσιάζουν ενίοτε σημαντικές αποκλίσεις και έχουν διαφορετικές έννομες συνέπειες– που είναι συναφείς με τις διαδικασίες που προβλέπονται ειδικά για τον έλεγχο και την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, αφετέρου, στην αρχή της αυτοτέλειας των διοικητικών διαδικασιών και των ένδικων βοηθημάτων. Εξάλλου, υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, λόγω της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή, ένας ιδιώτης δεν νομιμοποιείται να αμφισβητήσει, έστω υπό την κάλυψη μιας προσφυγής ακυρώσεως που στρέφεται κατά αποφάσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, την απόφαση της Επιτροπής να μη κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως του άρθρου 226 ΕΚ ή την άποψη που διατύπωσε η Επιτροπή σχετικά με ενδεχόμενη παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης από κράτος μέλος (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Οκτωβρίου 2003, T‑148/00, Panhellenic Union of Cotton Ginners and Exporters κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑4415, σκέψη 62, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
314 Οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλεστούν λυσιτελώς τη νομολογία κατά την οποία από τη γενική οικονομία της Συνθήκης προκύπτει ότι η διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ ουδέποτε πρέπει να καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης. Κατά τη νομολογία αυτή, η Επιτροπή, αν και διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον έλεγχο της συμβατότητας ενός συστήματος ενισχύσεων με την κοινή αγορά, υποχρεούται πάντως να διασφαλίζει, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, ότι η διαδικασία δεν καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο σε ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, εκτός των άρθρων 87 και 88 ΕΚ, οι οποίες συνδέονται τόσο άρρηκτα με το αντικείμενο της ενισχύσεως ώστε να μην δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο χωριστής εκτιμήσεως (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 41, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ωστόσο, η υποχρέωση αυτή, καίτοι αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής ότι το κοινοτικό δίκαιο πρέπει πάντοτε να εφαρμόζεται κατά τρόπο σύμφωνο με τους υπέρτερους κανόνες δικαίου, εντούτοις δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να εφαρμόζει, στο πλαίσιο διαδικασίας στον τομέα των ενισχύσεων, τους κανόνες που έχουν τεθεί ειδικά για τον έλεγχο της εφαρμογής άλλων διατάξεων της Συνθήκης ούτε να εκδίδει μια ή περισσότερες αποφάσεις παράγουσες συνδυασμό εννόμων αποτελεσμάτων. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αυτής, η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη της διατάξεις που δεν σχετίζονται αυστηρά με το δίκαιο των ενισχύσεων μόνον εφόσον ορισμένες πτυχές της επίμαχης ενισχύσεως συνδέονται τόσο άρρηκτα με το αντικείμενό της, ώστε, σε περίπτωση μη συμβατότητάς τους με τις διατάξεις αυτές, θίγεται η συμβατότητα της ενισχύσεως με την κοινή αγορά. Εν προκειμένω, όμως, οι προσφεύγουσες, αφενός, δεν διευκρίνισαν ούτε απέδειξαν κατά νόμο ότι ορισμένες πτυχές της εφαρμογής του RES, οι οποίες προβάλλεται ότι παραβιάζουν άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις επίμαχες ενισχύσεις, δηλαδή με τις πληρωμές αντισταθμίσεως. Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή ορθώς έκρινε, με το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι το RES δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και, επομένως, σε κάθε περίπτωση, δεν αναγνωρίζεται, με το συγκεκριμένο άρθρο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η συμβατότητα της ενισχύσεως με την κοινή αγορά κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας. Κατά συνέπεια, γι’ αυτούς και μόνον τους λόγους, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.
315 Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88 ΕΚ δεν της παρέχει τη δυνατότητα να επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, πλην εκείνων που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Νοεμβρίου 1992, C‑134/91 και C‑135/91, Kerafina – Keramische und Finanz-Holding και Βιοκτηματική, Συλλογή 1992, σ. I‑5699, σκέψη 20, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2000, T‑184/97, BP Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3145, σκέψη 55). Κατά συνέπεια, αφενός, η Επιτροπή δεν μπορεί να διατυπώσει οριστική γνώμη, στο πλαίσιο διαδικασίας στον τομέα των ενισχύσεων, όσον αφορά λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ο έλεγχος των οποίων γίνεται στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας. Αφετέρου, δεδομένου ότι η Επιτροπής μπορεί να διατυπώσει οριστική και νομικά δεσμευτική γνώμη μόνον ως προς τις ενισχύσεις, βλάβη μπορεί να προκληθεί μόνον από τις σχετικές εκτιμήσεις της Επιτροπής, και όχι από τις εκτιμήσεις της σχετικά με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες δεν αποτελούν το αναγκαίο για το διατακτικό της αποφάσεώς της έρεισμα (βλ., επ’ αυτού και κατ’ αναλογία, απόφαση Panhellenic Union of Cotton Ginners and Exporters κατά Επιτροπής, σκέψη 313 ανωτέρω, σκέψεις 57 και 58).
316 Επισημαίνεται, συναφώς, ότι, κατά πάγια νομολογία, ανεξαρτήτως των αιτιολογικών σκέψεων επί των οποίων ερείδεται μια απόφαση, μόνον το διατακτικό της μπορεί να παραγάγει έννομες συνέπειες και, κατά συνέπεια, να βλάψει. Αντιθέτως, οι εκτιμήσεις που διατυπώνονται στις αιτιολογικές σκέψεις μιας αποφάσεως δεν μπορούν να αποτελέσουν, αυτές καθαυτές, αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Δεν μπορούν να υπαχθούν στον έλεγχο νομιμότητας που ασκεί ο κοινοτικός δικαστής παρά μόνον αν, ως αιτιολογικές σκέψεις μιας βλαπτικής αποφάσεως, συνιστούν το αναγκαίο για το διατακτικό της έρεισμα (διάταξη του Δικαστηρίου της 28ης Ιανουαρίου 2004, C-164/02, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. Ι-1177, σκέψη 21· απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Μαρτίου 2003, T-213/00, CMA CGM κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-913, σκέψη 186· βλ., επίσης, σκέψη 260 ανωτέρω) ή, τουλάχιστον, αν είναι ικανές να αλλοιώσουν την ουσία των διαλαμβανομένων στο διατακτικό της επίμαχης πράξης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Νοεμβρίου 2002, Τ-251/00, Lagardère και Canal+ κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-4825, σκέψεις 67 και 68). Επομένως, κατά μείζονα λόγο, η παντελής απουσία αναφοράς σε άλλες διατάξεις, πλην αυτών του δικαίου των ενισχύσεων, είτε στο διατακτικό είτε στις αιτιολογικές σκέψεις αποφάσεως εκδοθείσας δυνάμει των άρθρων 87 και 88 ΕΚ και, ενδεχομένως, του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν είναι ικανή να βλάψει έναν ιδιώτη, παρέχοντάς του ενεργητική νομιμοποίηση.
317 Εν προκειμένω, τονίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων σχετικά με τα κοινοποιηθέντα μέτρα ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 659/1999, η οποία απευθύνεται στην Ιρλανδία, χωρίς να αποτελεί, ούτε από τυπικής ούτε από ουσιαστικής απόψεως, ρητή απάντηση στην καταγγελία των προσφευγουσών (βλ., επ’ αυτού, απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 45). Κατά συνέπεια, η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως δίδουσα, έμμεση έστω, απάντηση σε όλες τις αιτιάσεις των προσφευγουσών, περιλαμβανομένων αυτών που αντλούνται από παράβαση των άρθρων 82, 43 και 49 ΕΚ ή διατάξεων της τρίτης οδηγίας για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής. Υπό τις συνθήκες αυτές, η παράλειψη εκτιμήσεως των αιτιάσεων αυτών είτε στο διατακτικό είτε στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν παράγει νομικώς δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι των προσφευγουσών και δεν είναι ικανή να τις βλάψει, ώστε να αντλήσουν ενεργητική νομιμοποίηση στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, ορθώς έκρινε η Επιτροπή, στη σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε δυνάμει των άρθρων 87 και 86, παράγραφος 2, ΕΚ δεν ασκεί επιρροή σε εξέταση η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο των κατάλληλων διαδικασιών και αφορά τη συμβατότητα του RES με άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και, ειδικότερα, με τις διατάξεις της τρίτης οδηγίας για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής.
318 Τέλος, αντιθέτως προς την άποψη των προσφευγουσών, η εκτίμηση αυτή δεν προσκρούει στο γράμμα του άρθρου 86, παράγραφος 2 in fine, ΕΚ. Αφενός, το κριτήριο του επηρεασμού των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας δεν υποχρεώνει την Επιτροπή να ελέγξει, κατά τρόπο οριστικό και πλήρη, αν τα κοινοποιηθέντα μέτρα παραβιάζουν άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Αφετέρου, όπως προβάλλει η καθής, η άποψη των προσφευγουσών είναι αντιφατική, καθόσον η εφαρμογή της καθιστούσε το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, ως παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης, άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας. Συγκεκριμένα, μια τέτοια παρέκκλιση δεν θα παρήγαγε ποτέ αποτελέσματα αν, δια της εφαρμογής της, θα έπρεπε παράλληλα να διασφαλιστεί πλήρως η τήρηση κανόνων από τους οποίους αυτή αποκλίνει.
319 Βάσει όλων των προηγουμένων σκέψεων, το Πρωτοδικείο καταλήγει ότι οι προσφεύγουσες δεν επικαλούνται παραδεκτώς, στο πλαίσιο της προσφυγής τους κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, τον τρίτο, τον τέταρτο, τον πέμπτο και τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, κατά το μέτρο που αυτοί στηρίζονται σε παράβαση των άρθρων 82 ΕΚ, 43 ΕΚ και 49 ΕΚ και της τρίτης οδηγίας για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής.
320 Κατά συνέπεια, ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, ή, τουλάχιστον, ως αλυσιτελείς, χωρίς να απαιτείται να κριθεί το βάσιμό τους. Ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον αφορά τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου στις οποίες στηρίζονται ειδικά ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως.
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
321 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, υπό το φως των προεκτεθέντων, η Επιτροπή παρανόμως παρέλειψε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, ώστε να διαπιστώσει όλα τα σχετικά με την υπό κρίση υπόθεση πραγματικά περιστατικά. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, προκαταρκτικής εξετάσεως του, σκοπός της οποίας είναι να έχει η Επιτροπή τη δυνατότητα να διαμορφώσει prima facie γνώμη όσον αφορά το συμβατό της ενισχύσεως με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή, όμως, μπορεί να περιοριστεί στην προκαταρκτική εξέταση μόνον αν αυτή της αρκεί για να βεβαιωθεί ως προς την ως άνω συμβατότητα (αποφάσεις Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψεις 16 και 33, Cook κατά Επιτροπής, σκέψη 66 ανωτέρω, σκέψεις 22 και 29, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψεις 38 και 39, και Portugal κατά Επιτροπής, σκέψη 312 ανωτέρω, σκέψεις 32 και 33), πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
322 Η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη, συναφώς, να εξετάζει το σύνολο των πραγματικών στοιχείων και των νομικών επιχειρημάτων που της γνωστοποιούν οι επιχειρήσεις των οποίων τα συμφέροντα ενδεχομένως θίγονται από τη χορήγηση της ενισχύσεως (αποφάσεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 51, και Πορτογαλία κατά Επιτροπής, σκέψη 312 ανωτέρω, σκέψη 35). Στο πλαίσιο αυτό, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν τα επιχειρήματά τους, αφενός, περί μη υπάρξεως υποχρεώσεων ΥΓΟΣ και περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων αντισταθμίσεώς τους και, αφετέρου, περί προσβολής της ελευθερίας εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών, καθώς και περί παραβάσεως της τρίτης οδηγίας για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, καθώς και του άρθρου 86, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 ΕΚ. Κατά τις προσφεύγουσες, τα επιχειρήματα αυτά εγείρουν πολύπλοκα ζητήματα, για τα οποία απαιτούνται λεπτομερή πραγματικά και οικονομικά αποδεικτικά στοιχεία, μη δυνάμενα να αξιολογηθούν εκτός της επίσημης διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε δεόντως ή παρέλειψε να εξετάσει τα επιχειρήματα αυτά.
323 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον ισχυρισμό ότι η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας δεν θα τις έθετε σε ευνοϊκότερη θέση όσον αφορά τη διατύπωση αντιρρήσεων κατά του RES. Οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία αυτή επιβάλλουν ιδιαίτερες υποχρεώσεις στην Επιτροπή, οι οποίες δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω, όπως είναι η δημοσίευση της αποφάσεως περί ενάρξεως της διαδικασίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δυνάμει του άρθρου 26, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, και η επιβαλλόμενη από το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού υποχρέωση να καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις, να εξετάζει τις παρατηρήσεις αυτές και να τις διαβιβάζει στο κράτος μέλος.
324 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι οι προσφεύγουσες δεν εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή θα έπρεπε να έχει σοβαρές αμφιβολίες περί της συμβατότητας του RES με το άρθρο 87 ΕΚ, οι προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι εξέθεσαν λεπτομερώς τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η υπόθεση αυτή θέτει πολύ δυσχερή ζητήματα από πλευράς του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων. Ακόμη και αν οι προσφεύγουσες ηττηθούν ως προς τους επί της ουσίας λόγους ακυρώσεως που προβάλλουν, η πολυπλοκότητα της υπό κρίση υποθέσεως, όπως περιγράφεται, ιδίως, στο πλαίσιο του πρώτου και του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, καθιστούσε υποχρεωτική την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, ακόμη, ότι η Επιτροπή εξέταζε το RES επί τετραετία προτού εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Ωστόσο, στο πλαίσιο μιας έρευνας τόσο μεγάλης διάρκειας, δεν είναι λογικό να μη κινηθεί η επίσημη διαδικασία έρευνας.
325 Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί λόγω παράνομης παραλείψεως κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
326 Η καθής, υποστηριζόμενη από την Ιρλανδία, προβάλλει ότι οι προσφεύγουσες, οι οποίες φέρουν το βάρος αποδείξεως, δεν εξήγησαν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έπρεπε να έχει σοβαρές αμφιβολίες περί της συμβατότητας του RES με το άρθρο 87 ΕΚ και, αντιστρόφως, για ποιους λόγους η Επιτροπή δεν ήταν δυνατόν να εκτιμήσει τα πολύπλοκα οικονομικά ζητήματα της υπό κρίση υποθέσεως, χωρίς να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες υπέβαλαν πολυάριθμα υπομνήματα και συνάντησαν εκπροσώπους της Επιτροπής στο πλαίσιο της εξετάσεως της καταγγελίας τους, έπρεπε να διευκρινίσουν τους λόγους για τους οποίους θα ήταν σε ευνοϊκότερη θέση να βάλουν κατά του RES αν η Επιτροπή είχε κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας. Σε κάθε περίπτωση, οι προσφεύγουσες ουδέν θα πρόσθεταν στους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν σχετικά με την επί της ουσίας νομιμότητα, τους οποίους απλώς θα επαναλάμβαναν στο πλαίσιο του κρινόμενου λόγου ακυρώσεως.
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
327 Το Πρωτοδικείο επισημαίνει, καταρχάς, ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, η Επιτροπή δύναται, μετά την προκαταρκτική εξέταση, να αποφασίσει να μη διατυπώσει αντιρρήσεις, εφόσον το κοινοποιηθέν μέτρο δεν προκαλεί αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του με την κοινή αγορά. Αντιστρόφως, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, εφόσον υπάρχουν τέτοιες αμφιβολίες, η Επιτροπή υποχρεούται να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ και του άρθρου 6 του εν λόγω κανονισμού.
328 Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί, συναφώς, ότι η Επιτροπή υποχρεούται να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας, ιδίως αν, υπό το φως των στοιχείων που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες να εκτιμήσει αν η ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά. Η υποχρέωση αυτή είναι ευθεία απόρροια του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, και επιβεβαιώνεται ρητώς από τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 4, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, οσάκις η Επιτροπή διαπιστώνει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το παράνομο μέτρο εγείρει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά του (βλ., επ’ αυτού, απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής, σκέψη 69 ανωτέρω, σκέψη 165).
329 Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ καθίσταται απαραίτητη αφ’ ης στιγμής η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες προκειμένου να εκτιμήσει αν ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να αρκεστεί στην προκαταρκτική εξέταση του άρθρου 88, παράγραφος 3, προκειμένου να λάβει ευνοϊκή απόφαση υπέρ συγκεκριμένου κρατικού μέτρου παρά μόνον αν είναι σε θέση να διαμορφώσει την πεποίθηση, μετά από μια πρώτη εξέταση, είτε ότι το επίμαχο μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση είτε ότι η εν λόγω ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Αντιθέτως, αν από την πρώτη αυτή εξέταση η Επιτροπή σχηματίσει αντίθετη γνώμη ή αν δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά την εκτίμηση της συμβατότητας του εν λόγω μέτρου με την κοινή αγορά, οφείλει να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες γνώμες και να κινήσει προς τον σκοπό αυτό τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (αποφάσεις Matra κατά Επιτροπής, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 33, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 39, και British Aggregates κατά Επιτροπής, σκέψη 69 ανωτέρω, σκέψη 166).
330 Η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας καθίσταται, ειδικότερα, υποχρεωτική οσάκις η Επιτροπή, αφού εξετάσει επαρκώς, με βάση πληροφοριακά στοιχεία που της κοινοποίησε το οικείο κράτος μέλος, το επίδικο κρατικό μέτρο, διατηρεί επιφυλάξεις ως προς τη συνδρομή στοιχείων ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και επί του αν αυτά συμβιβάζονται με την κοινή αγορά (βλ., επ’ αυτού, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαΐου 2005, C‑400/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑3657, σκέψεις 47 και 48, και απόφαση British Aggregates κατά Επιτροπής, σκέψη 69 ανωτέρω, σκέψη 167).
331 Το Πρωτοδικείο κρίνει, όμως, ότι, υπό το φως των επιταγών αυτών, η Επιτροπή δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη της, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, ή του άρθρου 4, παράγραφοι 2 και 4, του κανονισμού 659/1999.
332 Χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν η θέση των προσφευγουσών θα ήταν ευνοϊκότερη στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας και βάσει των διαδικαστικών εγγυήσεων που ρητώς τους παρέχει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, προκειμένου να προβάλλουν λυσιτελώς τις αντιρρήσεις τους κατά του RES, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι οι προσφεύγουσες είχαν κάθε δυνατότητα να υπερασπιστούν την άποψή τους, δια της καταγγελίας, καθώς και δια των λοιπών υπομνημάτων και μελετών που υπέβαλαν στην Επιτροπή προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
333 Επιπλέον, από την εκτίμησή του βάσει της οποίας απέρριψε τον πρώτο, τον δεύτερο, τον τρίτο, τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο συνάγει ότι, βάσει των οικείων πληροφοριακών στοιχείων που προσκόμισαν τόσο η Ιρλανδία, όσο και οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να εκτιμήσει ότι το RES, αν και απαιτεί ανάλυση πολύπλοκων οικονομικών στοιχείων, δεν εγείρει σοβαρές δυσχέρειες ή αμφιβολίες όσον αφορά την εκτίμηση περί του αν πρόκειται για κρατική ενίσχυση και περί του αν αυτή είναι συμβατή με την κοινή αγορά. Το Πρωτοδικείο κρίνει, συγκεκριμένα, ότι, υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων στις σκέψεις 157 επ., δεν εντοπίζεται, ακόμη και μετά τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι προσφεύγουσες κατά τη δίκη, καμία ένδειξη που να στηρίζει τον ισχυρισμό ότι το αποτέλεσμα της εκτιμήσεως του RES από την Επιτροπή, κατόπιν της επίσημης διαδικασίας έρευνας, θα μπορούσε να είναι διαφορετικό από αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία διαπιστώνει ότι το RES δεν εμπεριέχει κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
334 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο κρινόμενος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ε – Επί του έβδομου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλημμελή αιτιολογία κατά την έννοια του άρθρου 253 ΕΚ
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
335 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την υποχρέωση αιτιολογήσεως, όπως αυτή ερμηνεύεται κατά πάγια νομολογία (απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. I‑881, σκέψη 29). Η αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως χαρακτηρίζεται από επανάληψη, χωρίς εκτίμηση, των στοιχείων που προσκομίστηκαν προς στήριξη των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών και των αιτημάτων των ιρλανδικών αρχών. Η πλημμέλεια αυτή της αιτιολογίας καθίσταται ιδιαίτερα σοβαρή, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν την εκ μέρους των εν λόγω αρχών ανάλυση των πραγματικών, οικονομικών και νομικών δεδομένων.
336 Ειδικότερα, στις σκέψεις 40, 53 και 60 της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με το RES ως εργαλείο αντισταθμίσεως των υποχρεώσεων ΙΑΥ, η Επιτροπή δεν προσδιόρισε το κόστος των υποχρεώσεων αυτών και των προβλεπόμενων πληρωμών RES. Επίσης, δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι οι πληρωμές αυτές περιορίζονται στα ποσά που είναι απολύτως αναγκαία για την αντιστάθμιση του κόστους αυτού. Στη σκέψη 50 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επικαλείται απλώς «οικονομικές μελέτες» που στηρίζουν τους ισχυρισμούς των ιρλανδικών αρχών. Αργότερα, όμως, η Επιτροπή δέχθηκε ότι έλαβε υπόψη της επτά μελέτες, εκ των οποίων δύο μόνον αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επιπλέον, η Επιτροπή, μολονότι καταλήγει, στη σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ενδεχόμενη ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν εξηγεί, με τις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως, αν οι προβαλλόμενες υποχρεώσεις ΥΓΟΣ έχουν ανατεθεί στον VHI ή στην BUPA Ireland ούτε τους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι οι πληρωμές RES είναι απολύτως ανάλογες προς το κόστος και τα σχετικά έσοδα, καθώς και ότι το RES δεν επηρεάζει την ανάπτυξη των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας. Τέλος, με μία μόνο φράση στη σκέψη 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή απλώς αναφέρει ότι το RES δεν παραβιάζει την τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής και δεν εξετάζει καθόλου το ζήτημα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες σχετικά με την παράβαση του άρθρου 86, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 82 ΕΚ, καθώς και των άρθρων 43 και 49 ΕΚ.
337 Η καθής ζητεί την απόρριψη του κρινόμενου λόγου ακυρώσεως.
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
338 Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, υπό το φως των προεκτεθέντων στις σκέψεις 313 έως 320 ανωτέρω, ο κρινόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απαράδεκτος, ή τουλάχιστον αλυσιτελής, κατά το μέτρο που αφορά παρανομίες προβαλλόμενες στο πλαίσιο του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.
339 Εν συνεχεία, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της επίδικης πράξεως και από το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε. Από την αιτιολογία πρέπει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπον ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, προκειμένου να είναι σε θέση να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και να ελέγξουν το βάσιμο της αποφάσεως, ο δε κοινοτικός δικαστής να ασκήσει έλεγχο νομιμότητας (απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 72 ανωτέρω, σκέψη 63, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2003, T‑228/99 και T‑233/99, Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑435, σκέψη 278, της 14ης Ιανουαρίου 2004, T‑109/01, Fleuren Compost κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑127, σκέψη 119, και Corsica Ferries France κατά Επιτροπής, σκέψη 221 ανωτέρω, σκέψη 62).
340 Όσον αφορά τις πλημμέλειες της αιτιολογίας που προβάλλονται στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, επιβάλλεται, καταρχάς, η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 171 επ. ανωτέρω, οι αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως έδωσαν τη δυνατότητα στις μεν προσφεύγουσες να αμφισβητήσουν εμπεριστατωμένα το βάσιμο της αποφάσεως αυτής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, στον δε κοινοτικό δικαστή να ασκήσει πλήρως τον έλεγχο νομιμότητας. Όσον αφορά, ειδικότερα, τις προβαλλόμενες πλημμέλειες της αιτιολογίας στις σκέψεις 40, 50, 53, 60 και 61 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ιδίως σχετικά με την αναγκαιότητα και τον αναλογικό χαρακτήρα της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως σε σχέση με το επιπλέον κόστος που οφείλεται στον αρνητικό βαθμό ασφαλισμένων κινδύνων ενός ασφαλιστή ΙΑΥ, αρκεί η παραπομπή στις σκέψεις 228 επ. ανωτέρω, για να διαπιστωθεί ότι δεν υφίστανται τέτοιες πλημμέλειες στην εν λόγω απόφαση.
341 Όσον αφορά την παράλειψη παραθέσεως πέντε από τις μελέτες που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν είναι απαραίτητο η αιτιολογία να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των οικείων κανόνων δικαίου (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C‑56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι‑723, σκέψη 86, και της 15ης Μαΐου 1997, C‑278/95 P, Siemens κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑2507, σκέψη 17· Corsica Ferries France κατά Επιτροπής, σκέψη 221 ανωτέρω, σκέψη 63, και British Aggregates κατά Επιτροπής, σκέψη 69 ανωτέρω, σκέψη 141). Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει θέση για όλα τα επιχειρήματα των ενδιαφερομένων, αλλ’ αρκεί να εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά και τις νομικές εκτιμήσεις που έχουν αποφασιστική σημασία στην οικονομία της αποφάσεως (αποφάσεις Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, σκέψη 339 ανωτέρω, σκέψη 280, και Corsica Ferries France κατά Επιτροπής, σκέψη 221 ανωτέρω, σκέψη 64).
342 Κατόπιν των προεκτεθέντων στις σκέψεις 228 επ. και 273 επ. ιδίως, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η Επιτροπή εξέθεσε τα ουσιώδη επιχειρήματα και οικονομικά στοιχεία που στηρίζουν την ανάλυσή της, παραθέτοντας, ταυτόχρονα, στις υποσημειώσεις 9 και 10 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τουλάχιστον δύο συναφείς μελέτες προς στήριξη της αναλύσεως αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αιτίαση των προσφευγουσών που αντλείται από πλημμέλειες στην αιτιολογία, οφειλόμενες στο ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε ρητώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα πορίσματα άλλων μελετών.
343 Τέλος, όσον αφορά την αιτιολόγηση της διαπιστώσεως ότι δεν επηρεάζονται οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών κατά τρόπο που αντιβαίνει στο κοινοτικό συμφέρον, αρκεί η παραπομπή στις διαλαμβανόμενες στις σκέψεις 308 και 309 ανωτέρω εκτιμήσεις για να απορριφθεί η σχετική αιτίαση.
344 Κατά συνέπεια, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΣΤ – Επί του αιτήματος για διεξαγωγή αποδείξεων
1. Επιχειρήματα των προσφευγουσών
345 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο να διατάξει την καθής, δυνάμει του άρθρου 65 του Κανονισμού Διαδικασίας, να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα σχετικά με τις ενδοϋπηρεσιακές διαβουλεύσεις μεταξύ της γενικής διευθύνσεως «Ανταγωνισμός» και της γενικής διευθύνσεως «Εσωτερική Αγορά» της Επιτροπής, σχετικά με τη συμβατότητα του RES με την τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής, εφόσον η καθής δεν τα δημοσιοποιήσει με δική της πρωτοβουλία.
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
346 Δεδομένου ότι ο τρίτος, ο τέταρτος και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως κρίθηκαν απαράδεκτοι, ή τουλάχιστον αλυσιτελείς (βλ. σκέψεις 313 έως 320 ανωτέρω), το Πρωτοδικείο κρίνει ότι είναι σε θέση να αποφανθεί, καθώς έχουν τεθεί υπόψη του όλα τα ουσιώδη και λυσιτελή στοιχεία της υπό κρίση υποθέσεως. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν τα αιτήματα των προσφευγουσών περί διεξαγωγής αποδείξεων.
Επί των δικαστικών εξόδων
347 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της καθής και του VHI, σύμφωνα με τα σχετικά αιτήματα αυτών.
348 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Επομένως, η Ιρλανδία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών πρέπει, ως παρεμβαίνοντες, να φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τις British United Provident Association Ltd (BUPA), BUPA Insurance Ltd και BUPA Ireland Ltd στα δικαστικά έξοδά τους, καθώς και σε αυτά της Επιτροπής και του Voluntary Health Insurance Board.
3) Η Ιρλανδία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
Jaeger
Tiili
Azizi
Cremona
Czúcz
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Φεβρουαρίου 2008.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
Περιεχόμενα
Το νομικό πλαίσιο
I – Διατάξεις της Συνθήκης
II – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999
III – Οδηγία 92/49/ΕΟΚ
IV – Ανακοίνωση της Επιτροπής για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας στην Ευρώπη
Ιστορικό της διαφοράς
I – Δημιουργία του συστήματος αντισταθμίσεως ασφαλισμένων κινδύνων στην ιρλανδική αγορά της ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας
II – Λειτουργία του RES
Α – Σκοπός του RES
Β – Έναρξη των πληρωμών RES
Γ – Τρόπος υπολογισμού των πληρωμών RES
III – Προσβαλλόμενη απόφαση
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
I – Επί του παραδεκτού
Α – Επιχειρήματα των διαδίκων
Β – Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
1. Επί του παραδεκτού της ενστάσεως απαραδέκτου
2. Επί του βασίμου της ενστάσεως απαραδέκτου
α) Σχετικά με το αν οι προσφεύγουσες θίγονται ατομικά
β) Σχετικά με το αν οι προσφεύγουσες θίγονται άμεσα
ΙΙ – Επί του βασίμου
Α – Προκαταρκτική παρατήρηση
Β – Επί του πρώτου και του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
α) Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ
i) Επιχειρήματα των προσφευγουσών
1) Γενικές παρατηρήσεις
2) Επί της πρώτης προϋποθέσεως, να είναι οι υποχρεώσεις ΥΓΟΣ πραγματικές και σαφώς καθορισμένες
3) Επί της δεύτερης προϋποθέσεως, περί αντικειμενικών και διαφανών παραμέτρων υπολογισμού της αντισταθμίσεως
4) Επί της τρίτης προϋποθέσεως, περί απόλυτης αναγκαιότητας της αντισταθμίσεως
5) Σχετικά με την τέταρτη προϋπόθεση, περί συγκρίσεως με μία αποτελεσματικώς λειτουργούσα επιχείρηση
ii) Επιχειρήματα της καθής
iii) Επιχειρήματα της Ιρλανδίας και του VHI
iv) Επιχειρήματα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών
β) Επί του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
i) Επιχειρήματα των προσφευγουσών
1) Προκαταρκτική παρατήρηση
2) Σχετικά με το ότι δεν υφίστανται υποχρεώσεις ΥΓΟΣ
3) Σχετικά με το ότι δεν υφίσταται πράξη αναθέσεως αποστολής ΥΓΟΣ
4) Περί της μη αναγκαιότητας και της ελλείψεως αναλογικού χαρακτήρα του RES
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
Περί της μη αναγκαιότητας του RES
Σχετικά με την έλλειψη αναλογικότητας του RES
5) Σχετικά με την επίδραση στην ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών
ii) Επιχειρήματα της καθής
1) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
2) Επί της αρμοδιότητας ορισμού των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ
3) Σχετικά με τον χαρακτηρισμό των υποχρεώσεων ΙΑΥ ως υποχρεώσεων ΥΓΟΣ
4) Σχετικά με την επιβολή των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ στους ασφαλιστές ΙΑΥ
5) Σχετικά με την αναγκαιότητα του RES
6) Σχετικά με τον αναλογικό χαρακτήρα του RES
iii) Επιχειρήματα της Ιρλανδίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
α) Επί του παραδεκτού των επιχειρημάτων της Ιρλανδίας και του VHI σχετικά με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως
β) Επί της εφαρμογής των προϋποθέσεων της αποφάσεως Altmark, σκέψη 89 ανωτέρω
γ) Περί του αν υφίσταται αποστολή ΥΓΟΣ κατά την έννοια της πρώτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
i) Προκαταρκτική παρατήρηση
ii) Σχετικά με την έννοια της αποστολής ΥΓΟΣ και με την αρμοδιότητα ορισμού και ελέγχου των ΥΓΟΣ
iii) Σχετικά με το αν υφίσταται εν προκειμένω αποστολή ΥΓΟΣ
1) Περί της κατανομής του βάρους αποδείξεως
2) Σχετικά με περιεχόμενο και τη φύση της επίμαχης αποστολής ΥΓΟΣ
3) Σχετικά με τη διάκριση μεταξύ ρυθμίσεως της δραστηριότητας των επιχειρηματιών και της υπάρξεως αποστολής ΥΓΟΣ ανατεθείσας με πράξη δημόσιας εξουσίας
4) Σχετικά με τον καθολικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα των παρεχομένων στο πλαίσιο αποστολής ΥΓΟΣ υπηρεσιών
δ) Σχετικά με την ύπαρξη σαφώς καθορισμένων παραμέτρων υπολογισμού της αντισταθμίσεως στο πλαίσιο του RES, κατά την έννοια της δεύτερης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark
i) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
ii) Περί του αν τα κριτήρια υπολογισμού της αντισταθμίσεως στο πλαίσιο του RES είναι διαφανή και αντικειμενικά
ε) Περί της αναγκαιότητας και του αναλογικού χαρακτήρα της προβλεπόμενης από το RES αντισταθμίσεως, κατά την έννοια της τρίτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark
i) Σχετικά με το εύρος του δικαστικού ελέγχου
ii) Περί της αναγκαιότητας και του αναλογικού χαρακτήρα της αντισταθμίσεως δια των πληρωμών RES
1) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
2) Περί της σχέσεως μεταξύ του RES και του κόστους των υποχρεώσεων ΙΑΥ
στ) Σχετικά με τη σύγκριση προς αποτελεσματικό επιχειρηματία κατά την έννοια της τέταρτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark
ζ) Περί της αναγκαιότητας και του αναλογικού χαρακτήρα του RES κατά την έννοια του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
i) Προκαταρκτική παρατήρηση
ii) Περί αυτής καθαυτής της αναγκαιότητας θεσπίσεως του RES
1) Γενικές παρατηρήσεις
2) Αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και του ελέγχου που ασκεί το Πρωτοδικείο
3) Περί του αν υφίσταται κατ’ επιλογήν ασφάλιση κινδύνων στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ
– Σχετικά με τα γενικά οικονομικά δεδομένα
– Σχετικά με την κατάσταση στην ιρλανδική αγορά ΙΑΥ
4) Περί της καταλληλότητας του RES για την αντιμετώπιση των διαταραχών στην ισορροπία ή της αστάθειας της αγοράς ΙΑΥ
iii) Περί του αναλογικού χαρακτήρα του RES καθαυτού
iv) Περί του αν επηρεάζονται οι εμπορικές συναλλαγές κατά τρόπο αντίθετο προς το συμφέρον της Κοινότητας
Γ – Επί του παραδεκτού του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Δ – Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από παράλειψη κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Ε – Επί του έβδομου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλημμελή αιτιολογία κατά την έννοια του άρθρου 253 ΕΚ
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
ΣΤ – Επί του αιτήματος για διεξαγωγή αποδείξεων
1. Επιχειρήματα των προσφευγουσών
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy