ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (μονομελούς)
της 10ης Ιουνίου 2004
Υπόθεση T-330/03
Ξανθίππη Λιάκουρα
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Υπάλληλοι ─ Άρνηση προαγωγής ─ Προσφυγή ακυρώσεως και αγωγή αποζημιώσεως»
Πλήρες κείμενο στη γαλλική γλώσσα II - 0000
Αντικείμενο: Προσφυγή-αγωγή με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου να μην προαγάγει την προσφεύγουσα στον βαθμό C 1 στο πλαίσιο της περιόδου προαγωγών 2002, καθώς και αίτημα αποζημιώσεως.
Απόφαση: Η προσφυγή-αγωγή απορρίπτετα. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι –Προαγωγή – Διοικητική ένσταση μη προαχθέντος υποψηφίου – Απορριπτική απόφαση – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Περιεχόμενο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)
2. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Εξουσία εκτιμήσεως της διοικήσεως – Δικαστικός έλεγχος – Όρια
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45)
3. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Συγκριτική εξέταση των προσόντων – Κριτήρια – Ατομικά προσόντα των υποψηφίων – Συνεκτίμηση όλων των προαγώγιμων υπαλλήλων της ίδιας κατηγορίας και βαθμού
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5, 7 και 45)
4. Υπάλληλοι – Προαγωγή – Κριτήρια – Προσόντα – Συνυπολογισμός της αρχαιότητας και της ηλικίας – Επικουρικός χαρακτήρας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 45 § 1)
5. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Ταυτότητα αντικειμένου και αιτίας – Ισχυρισμοί και επιχειρήματα που δεν περιέχονται στη διοικητική ένσταση, αλλά συνδέονται στενά με αυτή – Παραδεκτό
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 90)
6. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Αίτημα αποζημιώσεως συνδεόμενο με αίτημα ακυρώσεως – Απόρριψη του αιτήματος ακυρώσεως έχουσα ως συνέπεια την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91)
1. Ναι μεν η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται να αιτιολογεί τις αποφάσεις περί προαγωγής έναντι των μη προαχθέντων υπαλλήλων, πλην όμως οφείλει να αιτιολογεί την απόφασή της περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως μη προαχθέντος υπαλλήλου, εφόσον η αιτιολογία της απορριπτικής αυτής αποφάσεως θεωρείται ότι συμπίπτει με την αιτιολογία της αποφάσεως κατά της οποίας στρεφόταν η διοικητική ένσταση. Δεδομένου ότι οι προαγωγές πραγματοποιούνται, κατά το άρθρο 45 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (ΚΥΚ), «κατ’ επιλογήν», αρκεί η αιτιολογία της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως να αφορά τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων από τις οποίες ο ΚΥΚ εξαρτά το σύννομο της προαγωγής.
(βλ. σκέψεις 35 και 36)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 1990, C‑343/87, Culin κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑225, σκέψη 13· ΔΕΚ, 9 Δεκεμβρίου 1993, C‑115/92 P, Κοινοβούλιο κατά Volger, Συλλογή 1993, σ. I‑6549, σκέψεις 22 και 23· ΠΕΚ, 29 Μαΐου 1997, T‑6/96, Κονταργύρης κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑119 και II‑357, σκέψη 147· ΠΕΚ, 18 Δεκεμβρίου 1997, T‑142/95, Delvaux κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑477 και II‑1247, σκέψη 84· ΠΕΚ, 21 Σεπτεμβρίου 1999, T‑157/98, Oliveira κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑163 και II‑851, σκέψη 50
2. Κατά τη συγκριτική εξέταση των προσόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αποφάσεως περί προαγωγής δυνάμει του άρθρου 45 του ΚΥΚ, η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, δεδομένου ότι οι προαγωγές πραγματοποιούνται, κατά το άρθρο αυτό, «κατ’ επιλογήν». Στον τομέα αυτόν, ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή περιορίζεται στο αν η διοίκηση, ενόψει των μεθόδων που ακολούθησε και των λόγων στους οποίους στηρίχθηκε για να καταλήξει στην εκτίμησή της, κινήθηκε εντός μη αμφισβητήσιμων ορίων και δεν χρησιμοποίησε την εξουσία της κατά τρόπο προδήλως εσφαλμένο. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή στην εκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων.
(βλ. σκέψη 45)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 21 Απριλίου 1983, 282/81, Ragusa κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1245, σκέψεις 9 και 13· ΠΕΚ, 27 Απριλίου 1999, T‑283/97, Thinus κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑69 και II‑353, σκέψη 42
3. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 45 του ΚΥΚ υποχρέωση της Αρμόδιας για τους Διορισμούς Αρχής να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγώγιμων υπαλλήλων, αποτελεί έκφραση, ταυτοχρόνως, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων και του δικαιώματός τους σε επαγγελματική εξέλιξη. Συναφώς, η εκτίμηση των προσόντων τους αποτελεί το καθοριστικό κριτήριο. Από το γράμμα και το πνεύμα των άρθρων 5 και 7 του ΚΥΚ, καθώς και από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων και της επαγγελματικής εξελίξεώς τους, προκύπτει ότι, όταν η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή προβαίνει σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγώγιμων υπαλλήλων, οφείλει να συνεκτιμήσει όλους τους προαγώγιμους υπαλλήλους που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και έχουν τον ίδιο βαθμό, διότι, συνεπεία του γεγονότος αυτού, τεκμαίρεται ότι έχουν ισοδύναμα καθήκοντα και ευθύνες. Κατά συνέπεια, ο διορισμός σε ανώτερο βαθμό στο πλαίσιο διαδικασίας προαγωγής πραγματοποιείται λαμβανομένης υπόψη, κατά τη συγκριτική εξέταση των προσόντων των προαγώγιμων υπαλλήλων, «της αποκλίσεως μεταξύ του επιπέδου των αναλυτικών εκτιμήσεων ενός συγκεκριμένου υπαλλήλου και, αφενός, του μέσου επιπέδου των αναλυτικών εκτιμήσεων των υπαλλήλων του αυτού βαθμού που υπηρετούν στην ίδια υπηρεσία, αφετέρου, όλων των υπαλλήλων του αυτού βαθμού, ανεξαρτήτως της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν», και διέπεται από τις αρχές που μνημονεύονται ανωτέρω.
(βλ. σκέψεις 46 έως 48)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 12 Φεβρουαρίου 1992, T‑52/90, Volger κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II‑121, σκέψη 24· ΠΕΚ, 5 Μαρτίου 1998, T‑221/96, Manzo-Tafaro κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑115 και II‑307, σκέψη 17
4. Κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, «η προαγωγή [...] γίνεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει έναν ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση των προσόντων των υπαλλήλων που έχουν σειρά προαγωγής, καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς». Εντούτοις, η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή μπορεί επικουρικώς να λάβει υπόψη της, ως κριτήρια επιλογής κατά τις προαγωγές, και άλλα στοιχεία, ιδίως την ηλικία των προαγώγιμων υπαλλήλων και την αρχαιότητά τους στον βαθμό ή στην υπηρεσία. Επομένως, η συνεκτίμηση του ιστορικού της υπηρεσιακής εξελίξεως των προαγώγιμων υπαλλήλων εντάσσεται στο πλαίσιο της συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων του καθενός εξ αυτών.
(βλ. σκέψεις 49 και 50)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 24 Μαρτίου 1983, 298/81, Colussi κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1983, σ. 1131· ΔΕΚ, 17 Ιανουαρίου 1989, 293/87, Vainker κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 23· Manzo-Tafaro κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 17
5. Στις υπαλληλικές προσφυγές, τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του Πρωτοδικείου πρέπει να έχουν το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα της ενστάσεως και μπορούν να περιέχουν μόνο αμφισβητήσεις που στηρίζονται στην ίδια αιτία με τις αμφισβητήσεις που προβλήθηκαν με την ένσταση, έστω και αν οι αμφισβητήσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του Πρωτοδικείου με την προβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται κατ’ ανάγκη στην ένσταση, αλλά συνδέονται στενά με αυτήν. Ειδικότερα, η προδικαστική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 90 του ΚΥΚ έχει ως σκοπό να επιτρέψει τον φιλικό διακανονισμό των διαφορών που αναφύονται μεταξύ των υπαλλήλων και της διοικήσεως. Προκειμένου να μπορέσει η διαδικασία αυτή να επιτύχει τον σκοπό της, πρέπει η Αρμόδια για τους Διορισμούς Αρχή να είναι σε θέση να γνωρίζει με επαρκή ακρίβεια τις αιτιάσεις των ενδιαφερομένων κατά της αμφισβητούμενης αποφάσεως.
(βλ. σκέψεις 56 και 57)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 1 Ιουλίου 1976, 58/75, Sergy κατά Επιτροπής, Συλλογή 1976, σ. 1139· ΔΕΚ, 17 Φεβρουαρίου 1977, 48/76, Reinarz κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1977, σ. 291· ΔΕΚ, 20 Μαΐου 1987, 242/85, Geist κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2181, σκέψη 9· ΔΕΚ, 26 Ιανουαρίου 1989, 224/87, Koutchoumoff κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 99, σκέψη 10· ΔΕΚ, 14 Μαρτίου 1989, 133/88, Del Amo Martinez κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 689, σκέψη 9· ΠΕΚ, 29 Μαρτίου 1990, T‑57/89, Αλεξανδράκης κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II‑143, σκέψεις 8 έως 10
6. Στις υπαλληλικές προσφυγές, τα αιτήματα για αποκατάσταση ζημίας πρέπει να απορρίπτονται όταν συνδέονται στενά με αιτήματα ακυρώσεως που έχουν απορριφθεί είτε ως απαράδεκτα είτε ως αβάσιμα.
(βλ. σκέψη 69)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 6 Ιουλίου 1992, T‑1/91, Della Pietra κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑2145, σκέψη 34· ΠΕΚ, 15 Μαΐου 1997, T‑273/94, N κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A 97 και II‑289, σκέψη 159
Full & Egal Universal Law Academy