ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 7ης Φεβρουαρίου 2007
Υπόθεση T-339/03
Gabrielle Clotuche
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Ανατοποθέτηση διευθυντή ως κύριου συμβούλου – Συμφέρον της υπηρεσίας – Αντιστοιχία θέσεων – Αναδιοργάνωση της Eurostat – Προσφυγή ακυρώσεως – Αγωγή αποζημιώσεως»
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο, αφενός, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 9ης Ιουλίου 2003 με την οποία η προσφεύγουσα ανατοποθετήθηκε από θέση διευθυντή σε θέση κυρίου συμβούλου και της αποφάσεως της 1ης Οκτωβρίου 2003, περί αναδιοργανώσεως της Eurostat, καθόσον δεν περιλαμβάνει κανένα μέτρο περί ανατοποθετήσεως της προσφεύγουσας ως διευθύντριας και, αφετέρου, αγωγή για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη.
Απόφαση: Η Επιτροπή υποχρεώνεται να καταβάλει το ποσόν του ενός ευρώ στην ενάγουσα ως αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από υπηρεσιακό πταίσμα. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των ενώπιον του Πρωτοδικείου ασφαλιστικών μέτρων, και το ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των ενώπιον του Πρωτοδικείου ασφαλιστικών μέτρων. Η προσφεύγουσα φέρει τα τέσσερα πέμπτα των δικαστικών της εξόδων, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των ενώπιον του Πρωτοδικείου ασφαλιστικών μέτρων.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Απόσπαση – Ανατοποθέτηση – Κριτήριο διακρίσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 4, 7 § 1, και 29)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Έννομο συμφέρον
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 38, 90 και 91)
3. Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)
4. Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5 § 4, και 7 § 1)
5. Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)
6. Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)
7. Υπάλληλοι – Οργάνωση των υπηρεσιών – Υπηρεσιακή τοποθέτηση των υπαλλήλων
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 7 § 1)
8. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Αναδιοργάνωση των υπηρεσιών γενικής διευθύνσεως μετά τα πορίσματα των ερευνών για παρατυπίες διαπραχθείσες στη γενική αυτή διεύθυνση
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 7 § 1, 90 και 91)
9. Υπάλληλοι – Αρχές – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
10. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη των θεσμικών οργάνων – Υπηρεσιακό πταίσμα
1. Από το σύστημα του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ) προκύπτει ότι απόσπαση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, γίνεται μόνο σε περίπτωση μεταθέσεως υπαλλήλου σε κενή θέση. Επομένως κάθε απόσπαση καθεαυτή υπάγεται στις διατυπώσεις των άρθρων 4 και 29 του ΚΥΚ. Αντιθέτως, οι διατυπώσεις αυτές δεν ισχύουν σε περίπτωση ανατοποθετήσεως υπαλλήλου, λόγω του ότι η μετάθεση αυτή δεν δημιουργεί κενή θέση.
Εντούτοις, οι αποφάσεις περί ανατοποθετήσεως υπόκεινται, όπως και οι αποσπάσεις, όσον αφορά την προστασία των δικαιωμάτων και των νομίμων συμφερόντων των οικείων υπαλλήλων, στους κανόνες του άρθρου 7, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, υπό την έννοια, μεταξύ άλλων, ότι η ανατοποθέτηση των υπαλλήλων γίνεται μόνον προς το συμφέρον της υπηρεσίας και τηρώντας την ισοδυναμία των θέσεων.
(βλ. σκέψεις 31, 35 και 47)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 24 Φεβρουαρίου 1981, 161/80 και 162/80, Carbognani και Coda Zabetta κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 543, σκέψη 21· ΔΕΚ, 23 Μαρτίου 1988, 19/87, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 1681, σκέψη 6· ΔΕΚ, 7 Μαρτίου 1990, C‑116/88 και C‑149/88, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑599, σκέψη 11· ΔΕΚ, 9 Αυγούστου 1994, C‑398/93 P, Rasmussen κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I‑4043, σκέψη 11· ΠΕΚ, 22 Ιανουαρίου 1998, T‑98/96, Costacurta κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑21 και II‑49, σκέψη 36· ΠΕΚ, 15 Σεπτεμβρίου 1998, T‑23/96, De Persio κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑483 και II‑1413, σκέψη 79· ΠΕΚ, 6 Μαρτίου 2001, T‑100/00, Campoli κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑71 και II‑347, σκέψη 29· ΠΕΚ, 26 Νοεμβρίου 2002, T‑103/01, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2002, σ. I‑A‑229 και II‑1137, σκέψη 30
2. Υπάλληλος ζητεί παραδεκτώς την ακύρωση αποφάσεως περί ανατοποθετήσεως που τον αφορά, ακόμη και αν στη συνέχεια μετατέθηκε προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, εφόσον, κατά τη λήξη της μεταθέσεως αυτής, ο υπάλληλος επανέρχεται αμέσως στη θέση που κατείχε προηγουμένως, διατηρεί προσωπικό συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι, σε περίπτωση ακυρώσεως, θεωρείται ότι ουδέποτε εγκατέλειψε τη θέση που κατείχε πριν από την ανατοποθέτηση.
(βλ. σκέψεις 40 έως 43)
3. Όταν προκύπτει ότι διαπράχθηκαν παρατυπίες εντός μιας γενικής διευθύνσεως, η διοίκηση δεν υποπίπτει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως θεωρώντας ότι το συμφέρον της υπηρεσίας δικαιολογεί την απομάκρυνση όλων των διευθυντών από τα διοικητικά καθήκοντα που ασκούσαν και την ανατοποθέτησή τους σε θέσεις κυρίων συμβούλων για να διασφαλιστεί η ηρεμία και η ορθή διεξαγωγή των ερευνών περί των εν λόγω παρατυπιών, και, μεταξύ άλλων, των ερευνών με σκοπό να εκτιμηθεί ο τυχόν ρόλος τους στις παρατυπίες αυτές. Συναφώς, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού αυτού, που δεν αφορά την επιβολή κυρώσεων στους διευθυντές ή τη μη εξακολούθηση των παρατυπιών, δεν ασκεί επιρροή το ότι τα επίμαχα οικονομικά κυκλώματα ελέγχονταν από τους προϊσταμένους μονάδας και ένας διευθυντής, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας ενάρξεως των καθηκόντων του, δεν μπορεί να είναι αναμεμειγμένος στις παρατυπίες. Εξάλλου, η ανατοποθέτηση του διευθυντή αυτού δεν θίγει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, εφόσον βρίσκεται σε παρεμφερή θέση με άλλους διευθυντές, για τους οποίους επίσης δεν υφίστανται υποψίες ότι είχαν αναμιχθεί στις διαπραχθείσες παρατυπίες.
Η εκτίμηση αυτή δεν διακυβεύεται από τον φερόμενο ως πολιτικό ή επικοινωνιακό χαρακτήρα των αποφάσεων περί ανατοποθετήσεως, διότι, εφόσον το συμφέρον της υπηρεσίας δικαιολογεί, καθεαυτό, τις εν λόγω αποφάσεις, τα τυχόν συμπληρωματικά στοιχεία που μπορεί να αποτελούν τους λόγους εκδόσεώς τους δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να θίξουν τη νομιμότητά τους.
(βλ. σκέψεις 70, 76, 77 και 107)
4. Απόφαση περί ανατοποθετήσεως υπαλλήλου σε θέση η οποία, σύμφωνα με τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 4, του ΚΥΚ, που εκδόθηκαν από το όργανο στο οποίο ανήκει, αντιστοιχεί στον ίδιο βαθμό και στο ίδιο είδος θέσης με τα προηγουμένως ασκηθέντα καθήκοντα, δεν παραβιάζει τον κανόνα της ισοδυναμίας των θέσεων και της αντιστοιχίας μεταξύ βαθμού και θέσης. Συγκεκριμένα, αντικειμενικώς, διότι η αντίληψη του ενδιαφερομένου δεν ασκεί επιρροή, εφόσον η θέση αυτή δεν είναι προφανώς, καθεαυτή, κατώτερου επιπέδου από την προηγουμένη θέση.
Το γεγονός ότι η απόφαση περί ανατοποθετήσεως, η οποία θέτει υπάλληλο βαθμού A 2 από θέση διευθυντή σε θέση κυρίου συμβούλου, δεν περιέχει καμία περιγραφή των καθηκόντων της θέσης σην οποία ανατοποθετείται ο ενδιαφερόμενος και πρόκειται για νεοδημιουργηθείσα θέση, λαμβανομένης υπόψη της νέας θέσης και της φύσης των καθηκόντων κυρίου συμβούλου, δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι δεν τηρήθηκε η ισοδυναμία των θέσεων.
(βλ. σκέψεις 93, 95, 97, 101 και 102)
5. Η ανατοποθέτηση, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, όλων των διευθυντών μιας γενικής διευθύνσεως σε θέσεις κυρίων συμβούλων, για να διασφαλιστεί η ηρεμία και η ορθή διεξαγωγή των ερευνών σχετικά με παρατυπίες που διαπράχθηκαν εντός μιας γενικής διευθύνσεως, και, μεταξύ άλλων, των ερευνών με σκοπό να εκτιμηθεί ο τυχόν ρόλος τους στις παρατυπίες αυτές, συνιστά απρόσωπο και γενικό μέτρο που αποκλείει τη βούληση της διοικήσεως να επιβάλει κυρώσεις στην ατομική συμπεριφορά των ανατοποθετηθέντων υπαλλήλων. Οι υπάλληλοι αυτοί, όταν τοποθετούνται σε νέα θέση αντιστοιχούσα στον βαθμό τους, δεν μπορούν βασίμως να ισχυρίζονται ότι αποτέλεσαν το αντικείμενο κυρώσεως και να προσάπτουν στη διοίκηση ότι διέπραξε κατάχρηση εξουσίας ή καταστρατήγηση της διαδικασίας μη κινώντας πειθαρχική δίωξη σε βάρος τους.
(βλ. σκέψεις 127 και 129)
6. H νομιμότητα αποφάσεως περί ανατοποθετήσεως, ληφθείσα προς το συμφέρον της υπηρεσίας δεν θίγεται, καθεαυτή, από το γεγονός ότι η κοινοποίησή της στο κοινό από τη διοίκηση μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο ανατοποθετηθείς υπάλληλος ενδέχεται να είναι ένοχος ή, τουλάχιστον, ύποπτος συμμετοχής στις παρατυπίες αυτές. Ωστόσο, το γεγονός αυτό μπορεί να αποτελέσει λυσιτελές στοιχείο στο πλαίσιο της εξετάσεως αγωγής αποζημιώσεως εκ μέρους του ενδιαφερομένου.
(βλ. σκέψεις 145 και 146)
7. Εφόσον, ένα απλό μέτρο εσωτερικής οργανώσεως, ληφθέν προς το συμφέρον της υπηρεσίας, όπως μέτρο ανατοποθετήσεως, δεν θίγει την κατά τον ΚΥΚ θέση υπαλλήλου και δεν προσβάλλει την αρχή της αντιστοιχίας μεταξύ του βαθμού και της θέσης, δεν χρειάζεται να προηγηθεί ακρόαση του ενδιαφερομένου ή να επισυναφθεί αιτιολογία.
(βλ. σκέψεις 147, 153 και 195)
Παραπομπή: 7 Μαρτίου 1990, Hecq κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 14· Cwik κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 62
8. Όταν η διοίκηση, μετά το πόρισμα ερευνών περί παρατυπιών που διαπράχθηκαν εντός μιας γενικής διευθύνσεως, εκδίδει απόφαση αναδιοργανώσεως των υπηρεσιών με δύο πτυχές, η μία αποτελούμενη από τη μείωση του αριθμού των διευθύνσεων και την τροποποίηση των αρμοδιοτήτων τους, καθώς και τη δημοσίευση προκηρύξεων κενών θέσεων προς πλήρωση των νέων θέσεων διευθυντή με απόσπαση, προαγωγή ή εξωτερικό διορισμό, και η έτερη αποτελούμενη από δέσμη ατομικών αποφάσεων περί διατηρήσεως της ανατοποθετήσεως των πρώην διευθυντών, που έχει αποφασισθεί προηγουμένως προς διασφάλιση της ορθής διεξαγωγής των ερευνών, η πρώτη δεν μπορεί να θίξει τους πρώην διευθυντές, ενώ η δεύτερη τους θίγει καθόσον διατηρεί την ανατοποθέτησή τους για έναν λόγο, την ανάγκη αναδιοργανώσεως των υπηρεσιών, που διαφέρει από τον λόγο που δικαιολόγησε την προσωρινή τους ανατοποθέτηση, στοιχείο βάσει του οποίου η απόφαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αμιγώς επιβεβαιωτική.
(βλ. σκέψη 180)
9. Το γεγονός ότι απόφαση περί ανατοποθετήσεως υπαλλήλου έχει προσωρινό χαρακτήρα και η επανένταξή του στην αρχική θέση του αποτελεί μέρος των προβλεπομένων από τη διοίκηση προϋποθέσεων δεν αποτελεί σαφή, ανεπιφύλακτη και συγκλίνουσα διασφάλιση, θεμελιώνουσα δικαιολογημένη εμπιστοσύνη για την επανένταξη αυτή, οπότε η απόφαση διατηρήσεως της ανατοποθετήσεως του υπαλλήλου για λόγους διαφορετικούς από αυτούς που δικαιολογούν την αρχική ανατοποθέτησή του δεν αντίκειται στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
(βλ. σκέψεις 201, 202 και 204)
10. Η διοίκηση διαπράττει υπηρεσιακό σφάλμα δυνάμενο να στοιχειοθετήσει την ευθύνη της όταν δίνει την εντύπωση, μέσω ανακοινωθέντος τύπου στο οποίο έχει ελεύθερη πρόσβαση το κοινό, ότι υπάλληλος που αποτελεί το αντικείμενο ανατοποθετήσεως προς το συμφέρον της υπηρεσίας ήταν αναμεμειγμένος σε ορισμένες παρατυπίες, ακόμη κι αν η απόφαση περί ανατοποθετήσεως, καθεαυτή, δεν είναι παράνομη. Το σφάλμα αυτό προκαλεί ηθική βλάβη στον εν λόγω υπάλληλο, εφόσον περιέρχεται σε κατάσταση όπου πρέπει διαρκώς να δικαιολογείται έναντι τόσο των συναδέλφων του όσο και έναντι προσώπων εκτός της υπηρεσίας.
(βλ. σκέψεις 219 έως 221)
Full & Egal Universal Law Academy