ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 15ης Μαρτίου 2007
Υπόθεση T-402/03
Γεώργιος Καταλαγαριανάκης
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Διορισμός – Αναθεώρηση της κατατάξεως σε βαθμό και κλιμάκιο – Εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου – Άρθρο 5, άρθρο 31, παράγραφος 2, άρθρο 32, δεύτερο εδάφιο, άρθρα 45 και 62 του ΚΥΚ»
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής περί αναθεωρήσεως και καθορισμού της κατατάξεως του προσφεύγοντος κατά τον χρόνο του διορισμού του στον βαθμό Α6, πρώτο κλιμάκιο, περί αναθεωρήσεως και καθορισμού της μεταγενέστερης κατατάξεώς του στον βαθμό Α5, τρίτο κλιμάκιο, από 1ης Απριλίου 2000 και περί καθορισμού της 5ης Οκτωβρίου 1995 ως χρονικού σημείου ενάρξεως των χρηματικών συνεπειών της αποφάσεως.
Απόφαση: Η απόφαση της Επιτροπής της 14ης Απριλίου 2003 ακυρώνεται καθόσον ορίζει ως χρονικό σημείο ενάρξεως των χρηματικών συνεπειών της την 5η Οκτωβρίου 1995. Η Επιτροπή θα προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων του προσφεύγοντος και των προσόντων των υπαλλήλων που προήχθησαν στον βαθμό Α5, στο πλαίσιο κάθε περιόδου προαγωγών από την 1η Μαΐου 1993 και εντεύθεν. Κατόπιν αυτής της εξετάσεως και αν η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον προσφεύγοντα την προαγωγή κατά βαθμό που θα θεωρηθεί δικαιολογημένη, καλούνται οι διάδικοι να αναζητήσουν συμφωνία όσον αφορά την προσήκουσα αποζημίωση. Οι διάδικοι θα ενημερώσουν το Πρωτοδικείο εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως για το περιεχόμενο της συμφωνίας στην οποία θα έχουν, ενδεχομένως, καταλήξει ή, άλλως, θα υποβάλουν στο Πρωτοδικείο τις στηριζόμενες σε αριθμητικά στοιχεία προτάσεις τους ως προς την εκτίμηση της προκληθείσας ζημίας. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Βλαπτική απόφαση – Απόφαση περί κατατάξεως σε βαθμό και κλιμάκιο – Υποχρέωση αιτιολογήσεως το αργότερο με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 25, εδ. 2, 31 § 2, 32, εδ. 2, και 90 § 2)
2. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διορισμός σε βαθμό και κατάταξη σε κλιμάκιο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 31 § 2, και 32, εδ. 2)
3. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Ίση μεταχείριση – Κατάταξη σε κλιμάκιο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5 § 3, 31 § 2, και 32, εδ. 2)
4. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διορισμός σε βαθμό
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 31 § 2, 45 § 1, και 62, εδ. 1)
5. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη θεσμικών οργάνων – Υπηρεσιακό πταίσμα
1. Προκειμένου περί αποφάσεως κατατάξεως σε βαθμό και κλιμάκιο, η αιτιολογία μπορεί λυσιτελώς να δοθεί με την απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως, εφόσον με την απόφαση αυτή εξετάζεται, αφενός, η συνδρομή των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται, βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), η νομιμότητα της διαδικασίας και, αφετέρου, οι συγκεκριμένοι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ληφθείσα έναντι του συγκεκριμένου υπαλλήλου απόφαση.
Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν υποχρεούται να αναφέρει, με την απόφαση με την οποία απορρίπτεται η διοικητική ένσταση κατά αποφάσεως περί καθορισμού του νεοπροσλαμβανόμενου υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας του, ποια εκπαίδευση και επαγγελματική πείρα απαιτούνται ειδικά ώστε ο υπάλληλος να καταταγεί στον ανώτερο βαθμό κατόπιν αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας του. Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη, αφενός, της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατά την έκδοση αποφάσεως περί κατατάξεως σε βαθμό και, αφετέρου, της περιπτωσιολογικής φύσεως της αξιολογήσεως του εξαιρετικού χαρακτήρα της εκπαιδεύσεως και της επαγγελματικής πείρας που απαιτούνται για την κατάταξη στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, η εν λόγω αρχή δεν υποχρεούται εν γένει να προσδιορίζει , ποια εκπαίδευση και επαγγελματική πείρα απαιτούνται ειδικά για την κατάταξη στον ανώτερο βαθμό κατόπιν αναγνωρίσεως της προϋπηρεσίας.
(βλ. σκέψεις 39, 42 και 43)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 17 Δεκεμβρίου 2003, T‑133/02, Chawdhry κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑329 και II‑1617, σκέψη 121· ΠΕΚ, 26 Οκτωβρίου 2004, T‑55/03, Brendel κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑311 και II‑1437, σκέψη 120· ΠΕΚ, 16 Φεβρουαρίου 2005, T‑284/03, Aycinena κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑29 και II‑125, σκέψη 33· ΠΕΚ, 15 Νοεμβρίου 2005, T‑145/04, Righini κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑349 και II‑1547, σκέψη 55
2. Εντός του πλαισίου που καθορίζεται από τα άρθρα 31 και 32, δεύτερο εδάφιο, ΚΥΚ, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εκτίμηση της επαγγελματικής πείρας προσώπου που προσλαμβάνεται ως υπάλληλος, όσον αφορά τόσο τη φύση και τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας, όσο και τον βαθμό συνάφειάς της με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως. Επομένως, κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού ελέγχου επί αποφάσεως περί κατατάξεως σε κλιμάκιο υπαλλήλου που έχει διοριστεί στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, ο δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση της εν λόγω αρχής με τη δική του.
Επομένως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, εφόσον, συνεκτιμώντας την εκπαίδευση και την ειδική επαγγελματική πείρα νεοπροσλαμβανομένου υποψηφίου, τον διορίσει, από την ημερομηνία διορισμού του, στον ανώτερο βαθμό, μπορεί να θεωρήσει ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν δικαιούται αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας στον βαθμό αυτόν, διότι η εκπαίδευσή του και η επαγγελματική πείρα του ελήφθησαν υπόψη κατά τον διορισμό του σε βαθμό.
(βλ. σκέψεις 59 και 61)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 5 Οκτωβρίου 1988, 314/86 και 315/86, De Szy-Tarisse και Feyaerts κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 6013, σκέψη 26· ΠΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 1991, T‑2/90, Ferreira de Freitas κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II‑103, σκέψη 56· Aycinena κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 72
3. Δεδομένου ότι οι υπάλληλοι που διορίζονται σε ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας τους και αυτοί που διορίζονται στον βασικό βαθμό της κατηγορίας τους δεν βρίσκονται στην ίδια πραγματική και νομική κατάσταση, το γεγονός ότι οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται στον βασικό βαθμό της σταδιοδρομίας τους δικαιούνται αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας, ενώ οι διοριζόμενοι στον ανώτερο βαθμό ενδέχεται, λόγω της κατατάξεώς τους σε βαθμό, να μην τύχουν τέτοιας αναγνωρίσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαφορετική μεταχείριση των εν λόγω υπαλλήλων.
(βλ. σκέψη 71)
4. Με τον διαχωρισμό, επ’ ευκαιρία της αναθεωρήσεως της κατά τον διορισμό κατατάξεως του υπαλλήλου σε βαθμό, της τροποποιήσεως της εν λόγω κατατάξεως από τις χρηματικές συνέπειες της αποφάσεως αυτής, για την επέλευση των οποίων ορίστηκε μεταγενέστερη ημερομηνία, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή περιορίζει κατά τρόπο αυθαίρετο το δικαίωμα αποδοχών του ενδιαφερομένου, το οποίο αποτελεί προσωποπαγές δικαίωμα, διασφαλιζόμενο από τον ΚΥΚ, και μπορεί να περιοριστεί μόνο με ρητή διάταξη του ΚΥΚ, όπως προβλέπει το άρθρο 62, πρώτο εδάφιο, αυτού.
Εξάλλου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, προβαίνοντας στον προαναφερθέντα διαχωρισμό, δεν λαμβάνει υπόψη της τη διάκριση μεταξύ, αφενός, αιτήσεως περί ανακατατάξεως, με αντικείμενο την αναθεώρηση της αρχικής κατατάξεως σε βαθμό κατά τον διορισμό του υπαλλήλου, και της προαγωγής, η οποία, κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, ΚΥΚ, συνεπάγεται διορισμό του υπαλλήλου, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, σε ανώτερο βαθμό της κατηγορίας στην οποία ανήκει.
Συναφώς, το γεγονός ότι η αρχική απόφαση κατατάξεως δεν προσβλήθηκε εμπρόθεσμα δεν ασκεί επιρροή, εφόσον η απόφαση ανακατατάξεως στον ανώτερο βαθμό κατά τον διορισμό, η οποία εκδόθηκε προς εκτέλεση της αποφάσεως C-389/98 P, Gevaert κατά Επιτροπής, υποκαθιστά πλήρως την αρχική απόφαση κατατάξεως.
(βλ. σκέψεις 80, 84, 85, 87, 88 και 90)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 11 Ιανουαρίου 2001, C‑389/98 P, Gevaert κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑65, σκέψη 39· ΠΕΚ, 27 Ιουνίου 2001, T‑214/00, X κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑143 και II‑663, σκέψη 29
5. Συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα και στοιχειοθετεί ευθύνη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ο εκ μέρους της ο επανειλημμένος αποκλεισμός, από συγκριτική εξέταση προσόντων ενόψει προαγωγής, υπαλλήλου του οποίου την κατάταξη σε βαθμό κατά τον διορισμό η εν λόγω αρχή αναθεώρησε εκπρόθεσμα, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 11ης Ιανουαρίου 2001, C‑389/98 P, Gevaert κατά Επιτροπής, διότι έτσι δεν κατέστη δυνατή η εξέταση της υποψηφιότητας του ενδιαφερομένου κατά τις αντίστοιχες προαγωγές.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ευθύνη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής απαιτείται, πέραν του πταίσματος αυτού, να διαπιστωθεί επίσης το υποστατό και το βάσιμο της προβαλλόμενης ζημίας. Για να αποδειχθεί η ζημία, πρέπει, εν προκειμένω, να προηγηθεί συγκριτική εξέταση των προσόντων του προσφεύγοντος και των υπαλλήλων που προήχθησαν κατά τις προαγωγές από τις οποίες ο πρώτος αποκλείστηκε παρανόμως, ούτως ώστε να διαπιστωθεί αν ο προσφεύγων όντως στερήθηκε την προαγωγή την οποία ευλόγως προσδοκούσε και, εφόσον τούτο συμβαίνει, να υπολογιστεί η ζημία την οποία υπέστη.
(βλ. σκέψεις 101 έως 106)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 1996, T‑99/95, Stott κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑2227, σκέψη 72
Full & Egal Universal Law Academy