Υπόθεση T-425/03
AMS Advanced Medical Services GmbH
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος AMS Advanced Medical Services – Προγενέστερο λεκτικό εθνικό σήμα AMS – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Κίνδυνος συγχύσεως – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 – Αίτημα περί αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως υποβληθέν για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών – Άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94»
Απόφαση του Πρωτοδικείου (πέμπτο τμήμα) της 18ης Οκτωβρίου 2007
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία προσφυγής – Προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρα 8 § 1, στοιχείο β΄ και 74)
2. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
3. Κοινοτικό σήμα – Ορισμός και κτήση του κοινοτικού σήματος – Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου – Ανακοπή από τον δικαιούχο προγενέστερου πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος που έχει καταχωρισθεί για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχείο β΄)
4. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις τρίτων και ανακοπή – Εξέταση της ανακοπής – Απόδειξη της χρήσεως του προγενεστέρου σήματος
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 43 §§ 2 και 3)
1. Με την άσκηση ανακοπής κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, ζητείται από το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) να αποφανθεί επί του ζητήματος της ταυτότητας ή ομοιότητας των συγκρουόμενων σημάτων καθώς και επί της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτουν τα συγκρουόμενα σήματα.
Επομένως, το γεγονός ότι ο διάδικος που ζητεί από το Πρωτοδικείο να ακυρώσει την απόφαση του τμήματος προσφυγών, με την οποία έγινε δεκτή ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του αιτουμένου σήματος, δεν αμφισβήτησε, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων, ουδόλως σημαίνει ότι δεν ζητείται πλέον από το ΓΕΕΑ να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν τα εν λόγω σήματα είναι παρόμοια ή πανομοιότυπα. Επομένως, κατά μείζονα λόγο, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να στερήσει από τον διάδικο αυτό το δικαίωμα να αμφισβητήσει, εντός των ορίων του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών, τις εκτιμήσεις του οργάνου αυτού επί του εν λόγω ζητήματος.
(βλ. σκέψεις 28-29)
2. Για το ενδιαφερόμενο κοινό, το οποίο αποτελείται από τον μέσο καταναλωτή στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και από τους επαγγελματίες και ειδικούς του ιατρικού τομέα στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ του παραστατικού σήματος «AMS Advanced Medical Services», του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ως κοινοτικού σήματος για «παρασκευάσματα φαρμακευτικά, κτηνιατρικά και υγιεινής· διαιτητικές ουσίες για ιατρικές χρήσεις, έμπλαστρα, υλικό επιδέσμων· υλικά σφραγίσεως δοντιών και οδοντιατρικό κερί· απολυμαντικά», που περιλαμβάνονται στην κλάση 5 στο πλαίσιο του Διακανονισμού της Νίκαιας και για «υπηρεσίες νοσοκομείου, ιδρυμάτων ανάρρωσης ή αποκατάστασης της υγείας· υπηρεσίες ιατρικής περίθαλψης, φροντίδας υγιεινής και ομορφιάς· υπηρεσίες ιατρικού, βακτηριολογικού ή χημικού εργαστηρίου· ανάπτυξη φαρμακευτικών προϊόντων, τροφίμων με φαρμακευτική ενέργεια και άλλων προϊόντων για την υγεία και τη διεξαγωγή ιατρικών και κλινικών εξετάσεων, παροχή συμβουλών και υποστήριξη τρίτων σε αυτές τις δραστηριότητες· επιστημονική και βιομηχανική έρευνα, ειδικότερα ιατρική, βακτηριολογική ή χημική έρευνα· υπηρεσίες οπτικού· παροχή συμβουλών από υγειονομικούς φορείς κατά την ανάπτυξη και τη διεξαγωγή θεραπευτικών προγραμμάτων και τη δοκιμή τέτοιων θεραπευτικών προγραμμάτων μέσω μελετών», που περιλαμβάνονται στην κλάση 42 του ανωτέρω Διακανονισμού, και του προγενεστέρου λεκτικού εθνικού σήματος AMS το οποίο καταχωρίστηκε για «όργανα και εργαλεία χειρουργικά, ιατρικά και κτηνιατρικά· υλικό χειρουργικών ραμμάτων· ιατρικά βοηθήματα για τον έλεγχο ουρολογικών προβλημάτων και της αδυναμίας· είδη προσθετικής· πεϊκές προθέσεις· προθέσεις ουροποιητικών οργάνων· τεχνητούς σφιγκτήρες· μέρη και εξαρτήματα για όλα τα προαναφερθέντα είδη», τα οποία στο σύνολό τους περιλαμβάνονται στην κλάση 10 του εν λόγω Διακανονισμού.
Συγκεκριμένα, αφενός, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση του κοινοτικού σήματος είναι παρόμοια με τα προϊόντα που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα, δεδομένου του στενού συνδέσμου όσον αφορά τον προορισμό των υπό κρίση προϊόντων και υπηρεσιών καθώς και του συμπληρωματικού χαρακτήρα των προϊόντων σε σχέση με τις υπηρεσίες.
Αφετέρου, τα συγκρουόμενα σημεία είναι παρόμοια, καθόσον το κυρίαρχο στοιχείο του λεκτικού σημείου του αιτουμένου σήματος είναι πανομοιότυπο προς το μοναδικό στοιχείο του προγενέστερου σήματος.
(βλ. σκέψεις 51, 65, 87, 89)
3. Κατά την εξέταση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, η σύγκριση πρέπει να πραγματοποιηθεί μεταξύ των σημείων όπως αυτά έχουν καταχωριστεί ή όπως περιλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, ανεξαρτήτως της μεμονωμένης χρήσεώς τους ή της από κοινού χρήσεώς τους με άλλα σήματα ή ενδείξεις.
(βλ. σκέψη 91)
4. Σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, για τους σκοπούς της εξετάσεως μιας ασκηθείσας κατ’ άρθρο 42 του ίδιου κανονισμού ανακοπής, εφόσον δεν υπάρξει αίτημα του καταθέτη για προσκόμιση αποδείξεων, τεκμαίρεται ότι είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος. Η υποβολή τέτοιου αιτήματος έχει, επομένως, ως αποτέλεσμα τη μεταφορά στον ανακόπτοντα του βάρους αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως (ή της υπάρξεως εύλογης αιτίας για τη μη χρήση) επί ποινή απορρίψεως της ανακοπής του. Για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό πρέπει το αίτημα να έχει υποβληθεί ρητώς και κατά τον δέοντα χρόνο ενώπιον του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα).
Για να θεωρηθεί ότι το εν λόγω αίτημα έχει υποβληθεί κατά τον δέοντα χρόνο ενώπιον του ΓΕΕΑ, πρέπει αυτό να υποβληθεί ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
Συγκεκριμένα, από την ερμηνεία του άρθρου 43 του κανονισμού 40/94 σε συνδυασμό με τον κανόνα 22 του κανονισμού 2868/95, περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94, προκύπτει ότι, μετά από την παραλαβή από το ΓΕΕΑ ανακοπής κατά αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, το Γραφείο διαβιβάζει την εν λόγω ανακοπή στον αιτούντα την καταχώριση του σχετικού σήματος και του τάσσει προθεσμία για την υποβολή των παρατηρήσεών του επ’ αυτής. Για την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως του σήματος απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, το σχετικό αίτημα να υποβληθεί μόνον από τον καταθέτη αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος και πρέπει, ως εκ τούτου, να υποβληθεί ρητώς ενώπιον του τμήματος ανακοπών, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς, θέτοντας εις βάρος του ανακόπτοντος μια υποχρέωση, που δεν τον βαρύνει απαραιτήτως.
Εάν δεν υποβληθεί τέτοιο αίτημα ενώπιον του τμήματος ανακοπών και εάν το τμήμα αυτό δεν αποφανθεί επί του ζητήματος της ουσιαστικής χρήσεως του προγενεστέρου σήματος, το τμήμα προσφυγών, που επιλαμβάνεται για πρώτη φορά του αιτήματος αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως του εν λόγω σήματος, θα ήταν υποχρεωμένο να επανεξετάσει την απόφαση, επί τη βάσει νέου αιτήματος θέτοντος ζήτημα το οποίο δεν είχε τη δυνατότητα να εξετάσει και επί του οποίου δεν αποφάνθηκε το τμήμα ανακοπών.
Επομένως, αν και η λειτουργική συνέχεια μεταξύ του τμήματος ανακοπών και του τμήματος προσφυγών συνεπάγεται την επανεξέταση της υποθέσεως από το δεύτερο, η υποβολή του αιτήματος αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών δεν δικαιολογείται, εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι συνεπάγεται την εξέταση, εκ μέρους του τμήματος προσφυγών, υποθέσεως διαφορετικής από αυτή που υποβλήθηκε στο τμήμα ανακοπών, ήτοι υποθέσεως το αντικείμενο της οποίας διευρύνθηκε με την προσθήκη του προκριματικού ζητήματος της ουσιαστικής χρήσεως του προγενεστέρου σήματος.
(βλ. σκέψεις 105-108, 113)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 18ης Οκτωβρίου 2007 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία ανακοπής – Αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος AMS Advanced Medical Services – Προγενέστερο λεκτικό εθνικό σήμα AMS – Σχετικός λόγος απαραδέκτου – Κίνδυνος συγχύσεως – Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 – Αίτημα περί αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως υποβληθέν για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών – Άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94»
Στην υπόθεση T‑425/03,
η AMS Advanced Medical Services GmbH, με έδρα το Mannheim (Γερμανία), εκπροσωπούμενη αρχικώς από τη G. Lindhofer, στη συνέχεια, από τους Lindhofer και S. Schäffler, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον G. Schneider,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου:
η American Medical Systems, Inc., με έδρα τη Minnetonka, Minnesota (Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής), εκπροσωπούμενη από τους H. Kunz-Hallstein και R. Kunz-Hallstein, δικηγόρους,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, της 12ης Σεπτεμβρίου 2003, (υπόθεση R 671/2002‑4), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της AMS Advanced Medical Services GmbH και της American Medical Systems, Inc.,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, πρόεδρο, E. Martins Ribeiro και K. Jürimäe, δικαστές,
γραμματέας: J. Plingers, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 17 Δεκεμβρίου 2003,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του ΓΕΕΑ που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Απριλίου 2004,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Απριλίου 2004,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Νοεμβρίου 2006,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 25 Οκτωβρίου 1999, η AMS Advanced Medical Services GmbH υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ης Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.
2 Το σήμα, του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, είναι το κατωτέρω παραστατικό σημείο «AMS Advanced Medical Services»:
3 Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες, για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση, υπάγονται στις κλάσεις 5, 10 και 42 του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
– κλάση 5: «Παρασκευάσματα φαρμακευτικά, κτηνιατρικά και υγιεινής· διαιτητικές ουσίες για ιατρικές χρήσεις, παιδικές τροφές· έμπλαστρα, υλικό επιδέσμων· υλικά σφραγίσεως δοντιών και οδοντιατρικό κερί· απολυμαντικά· παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων· μυκητοκτόνα και παρασιτοκτόνα»·
– κλάση 10: «Όργανα και εργαλεία χειρουργικά, ιατρικά, οδοντιατρικά και κτηνιατρικά, τεχνητά μέλη, μάτια και δόντια· ορθοπεδικά είδη· υλικό χειρουργικών ραμμάτων»·
– κλάση 42: «Προσωρινή κατάλυση και εστίαση (παροχή διατροφής) φιλοξενουμένων· υπηρεσίες χημικού· υπηρεσίες μηχανικών· υπηρεσίες νοσοκομείου, ιδρυμάτων ανάρρωσης ή αποκατάστασης της υγείας· υπηρεσίες ιατρικής περίθαλψης, φροντίδας υγιεινής και ομορφιάς· υπηρεσίες ιατρικού, βακτηριολογικού ή χημικού εργαστηρίου· ανάπτυξη φαρμακευτικών προϊόντων, τροφίμων με φαρμακευτική ενέργεια και άλλων προϊόντων για την υγεία και τη διεξαγωγή ιατρικών και κλινικών εξετάσεων, παροχή συμβουλών και υποστήριξη τρίτων σε αυτές τις δραστηριότητες· επιστημονική και βιομηχανική έρευνα, ειδικότερα ιατρική, βακτηριολογική ή χημική έρευνα· υπηρεσίες οπτικού· υπηρεσίες φυσικού· διερμηνεία· προγραμματισμός ηλεκτρονικών υπολογιστών, ειδικότερα για ιατρικές χρήσεις· σύνταξη τεχνικών γνωμοδοτήσεων· έρευνες (τεχνικές και νομικές) σε θέματα προστασίας βιομηχανικής ιδιοκτησίας· παροχή τεχνικών συμβουλών και γνωματεύσεων· παροχή συμβουλών από υγειονομικούς φορείς κατά την ανάπτυξη και τη διεξαγωγή θεραπευτικών προγραμμάτων και τη δοκιμή τέτοιων θεραπευτικών προγραμμάτων μέσω μελετών· αναπαραγωγή ζώων· μεταφράσεις· ενοικίαση εγκαταστάσεων επεξεργασίας δεδομένων· χρηματοδοτική μίσθωση αυτόματων πωλητών· διαχείριση και εκμετάλλευση πνευματικών δικαιωμάτων· εκμετάλλευση δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας· δοκιμές υλικών· κρατήσεις καταλύματος».
4 Η αίτηση αυτή δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 43/00, της 29ης Μαΐου 2000.
5 Στις 28 Αυγούστου 2000, η εταιρία American Medical Systems, Inc. άσκησε ανακοπή κατά της αιτηθείσας καταχωρίσεως σήματος, επικαλούμενη κίνδυνο συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Η ανακοπή αυτή είχε ως βάση, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη περισσοτέρων εθνικών σημάτων, που είχαν καταχωρισθεί στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις χώρες της Μπενελούξ, και κυρίως την ύπαρξη του λεκτικού σήματος AMS, που καταχωρίστηκε στις 20 Μαρτίου 1996, με τον αριθμό 2061585, στο Ηνωμένο Βασίλειο, για τα ακόλουθα προϊόντα, τα οποία υπάγονται στην κλάση 10 του Διακανονισμού της Νίκαιας:
«Όργανα και εργαλεία χειρουργικά, ιατρικά και κτηνιατρικά· υλικό χειρουργικών ραμμάτων· ιατρικά βοηθήματα για τον έλεγχο ουρολογικών προβλημάτων και της αδυναμίας· είδη προσθετικής· πεϊκές προθέσεις· προθέσεις ουροποιητικών οργάνων· τεχνητοί σφιγκτήρες· μέρη και εξαρτήματα για όλα τα προαναφερθέντα είδη, τα οποία στο σύνολό τους περιλαμβάνονται στην κλάση 10.»
6 Με την από 31 Μαΐου 2002 απόφαση και βασιζόμενο αποκλειστικά και μόνον στην ύπαρξη του λεκτικού σήματος AMS, το οποίο είχε καταχωριστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο (στο εξής: προγενέστερο σήμα), το τμήμα ανακοπών δέχτηκε την ανακοπή όσον αφορά τα προϊόντα της κλάσεως 10, λόγω υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου. Το τμήμα ανακοπών έκρινε, συγκεκριμένα, ότι τα προϊόντα της κλάσεως 10, τα οποία καλύπτονται από το αιτούμενο σήμα και το προγενέστερο σήμα, ήταν πανομοιότυπα και ότι τα συγκρουόμενα σημεία ήταν παρόμοια λόγω του συνδυασμού των γραμμάτων «a», «m» και «s» που έφεραν αμφότερα, ενώ το παραστατικό και το λεκτικό στοιχείο του σημείου «advanced medical services» είχαν μικρή διακριτική δύναμη και περιορισμένη μόνο σημασία για το αιτούμενο σήμα. Το τμήμα ανακοπών, αντιθέτως, απέρριψε την ανακοπή όσον αφορά τα προϊόντα της κλάσεως 5 και τις υπηρεσίες της κλάσεως 42.
7 Στις 30 Σεπτεμβρίου 2002, η παρεμβαίνουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών λόγω απορρίψεως της ανακοπής της για τα ακόλουθα προϊόντα και υπηρεσίες που καλύπτονται από το αιτούμενο σήμα:
– κλάση 5: «Παρασκευάσματα φαρμακευτικά, κτηνιατρικά και υγιεινής· διαιτητικές ουσίες για ιατρικές χρήσεις, παιδικές τροφές· έμπλαστρα, υλικό επιδέσμων· υλικά σφραγίσεως δοντιών και οδοντιατρικό κερί· απολυμαντικά· παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων· μυκητοκτόνα και παρασιτοκτόνα»·
– κλάση 42: «υπηρεσίες νοσοκομείου, ιδρυμάτων ανάρρωσης ή αποκατάστασης της υγείας· υπηρεσίες ιατρικής περίθαλψης, φροντίδας υγιεινής και ομορφιάς· υπηρεσίες ιατρικού, βακτηριολογικού ή χημικού εργαστηρίου· ανάπτυξη φαρμακευτικών προϊόντων, τροφίμων με φαρμακευτική ενέργεια και άλλων προϊόντων για την υγεία και τη διεξαγωγή ιατρικών και κλινικών εξετάσεων, παροχή συμβουλών και υποστήριξη τρίτων σε αυτές τις δραστηριότητες· επιστημονική και βιομηχανική έρευνα, ειδικότερα ιατρική, βακτηριολογική ή χημική έρευνα· υπηρεσίες οπτικού· παροχή συμβουλών από υγειονομικούς φορείς κατά την ανάπτυξη και τη διεξαγωγή θεραπευτικών προγραμμάτων και τη δοκιμή τέτοιων θεραπευτικών προγραμμάτων μέσω μελετών».
8 Η παρεμβαίνουσα υποστήριξε ότι υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ των προϊόντων της κλάσεως 5 και εκείνων της κλάσεως 10, δεδομένου ότι τα πρώτα χρησιμοποιούνται ως μέσα για τη χορήγηση ιατρικών παρασκευασμάτων ή, τουλάχιστον, στο πλαίσιο της χορηγήσεως τέτοιων παρασκευασμάτων. Όσον αφορά τις υπηρεσίες της κλάσεως 42, θα έπρεπε, κατά την άποψή της, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι όλες οι φαρμακευτικές εταιρίες πραγματοποιούν έρευνες και είναι αναγκασμένες να το πράττουν.
9 Η προσφεύγουσα, υπογράμμισε, καταρχάς, με το υπόμνημα που υπέβαλε ενώπιον του τετάρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ ότι: «[δ]εν υπήρχε κανένας κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των σημάτων AMS AMBICOR, AMS SECURO-T, AMS και AMERICAN MEDICAL SYSTEMS, αφενός, και του σήματος AMS Advanced Medical Services, αφετέρου, όσον αφορά τον συγκεκριμένο κατάλογο προϊόντων και υπηρεσιών, επειδή το κοινοτικό σήμα AMS Advanced Medical Services περιορίστηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανακοπής (βλ. απόφαση 1697/2002, της 31ης Μαΐου 2002)». Η προσφεύγουσα διευκρίνισε ακολούθως ότι «συμμερίζεται τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το τμήμα ανακοπών όσον αφορά την ομοιότητα των προϊόντων και τη σημασία που αποδόθηκε στην αλληλεξάρτηση μεταξύ της ομοιότητας των σημάτων και της ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών». Η προσφεύγουσα, τέλος, αμφισβήτησε ότι, κατά την πενταετία που προηγήθηκε της διαδικασίας ανακοπής, τα σήματα της παρεμβαίνουσας απετέλεσαν αντικείμενο ουσιαστικής χρήσεως στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα για τα προϊόντα της κλάσεως 10 και, για τον λόγο αυτό, την κάλεσε να αποδείξει τη χρήση των διαφόρων σημάτων.
10 Με την από 12 Σεπτεμβρίου 2003 απόφαση (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ανακοπών και δέχτηκε την ανακοπή της παρεμβαίνουσας, με εξαίρεση τα ακόλουθα προϊόντα, για τα οποία δέχτηκε την καταχώριση του αιτουμένου από την προσφεύγουσα σήματος, ήτοι: «παιδικές τροφές· παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων· μυκητοκτόνα, [και] παρασιτοκτόνα», δεδομένου ότι τα προϊόντα αυτά θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι διαφέρουν επαρκώς από τα προϊόντα που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα. Το τμήμα προσφυγών επισήμανε, αντιθέτως, όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία δέχτηκε την ανακοπή, ότι, κατ’ ουσίαν, τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες αφορούσαν όλα, όπως και τα προστατευόμενα από το προγενέστερο σήμα προϊόντα, τον ιατρικό τομέα και προορίζονταν για τη θεραπεία σωματικών νοσημάτων, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο συγχύσεως, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού για τον οποίο προορίζονται και της ομοιότητας των υπό κρίση σημάτων. Το τμήμα προσφυγών απέρριψε, τελικώς, την ένσταση της προσφεύγουσας, η οποία προβλήθηκε κατά την ενώπιόν του διαδικασία και είχε ως βάση τη μη χρήση του σήματος της παρεμβαίνουσας στην Κοινότητα, με το σκεπτικό ότι η εν λόγω ένσταση δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
Αιτήματα των διαδίκων
11 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να δεχθεί την αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος·
– επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο τμήμα προσφυγών·
– να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
12 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι παραιτείται από το δεύτερο αίτημά της και η παραίτηση αυτή καταχωρίστηκε στα πρακτικά της συνεδριάσεως.
13 Το ΓΕΕΑ και η παρεμβαίνουσα ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού του τρίτου αιτήματος της προσφεύγουσας
14 Με το τρίτο αίτημά της η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο να αναπέμψει την υπόθεση στο τμήμα προσφυγών προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος.
15 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 63, παράγραφος 6, του κανονισμού 40/94, το ΓΕΕΑ υποχρεούται να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως του κοινοτικού δικαστή. Κατά συνέπεια, δεν απόκειται στο Πρωτοδικείο να απευθύνει διαταγή στο ΓΕΕΑ. Το ΓΕΕΑ οφείλει να συμμορφωθεί προς το διατακτικό και το σκεπτικό της αποφάσεως που θα εκδώσει το Πρωτοδικείο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αρχή αυτή εφαρμόζεται, ιδίως, όταν το αίτημα αφορά την αναπομπή της υποθέσεως στο ΓΕΕΑ, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος [αποφάσεις του Πρωτοδικείου, της 31ης Ιανουαρίου 2001, T‑331/99, Mitsubishi HiTec Paper Bielefeld κατά ΓΕΕΑ (Giroform), Συλλογή 2001, σ. II‑433, σκέψη 33, της 27ης Φεβρουαρίου 2002, T‑34/00, Eurocool Logistik κατά ΓΕΕΑ (EUROCOOL), Συλλογή 2002, σ. II‑683, σκέψεις 11 και 12, και της 31ης Μαρτίου 2004, T‑216/02, Fieldturf κατά ΓΕΕΑ (LOOKS LIKE GRASS… FEELS LIKE GRASS… PLAYS LIKE GRASS), Συλλογή 2004, σ. II‑1023, σκέψη 15].
16 Συνεπώς, το τρίτο αίτημα της προσφεύγουσας είναι απαράδεκτο.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως
17 Η προσφεύγουσα επικαλείται, κατ’ ουσίαν, δύο λόγους και ειδικότερα, αφενός, παράβαση του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 40/94 και, αφετέρου, τη μη ουσιαστική χρήση των σημάτων της παρεμβαίνουσας.
1. Επί του πρώτου λόγου που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2,του κανονισμού 40/94
Επί του παραδεκτού των νομικών επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου
Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Το ΓΕΑΑ υπογραμμίζει ότι το άρθρο 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει ότι τα υπομνήματα των διαδίκων δεν μπορούν να μεταβάλλουν το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών, το οποίο καθορίζεται με το δικόγραφο της προσφυγής και τα αιτήματα της προσφεύγουσας.
19 Κατά το ΓΕΕΑ, δεν έχει αποδειχθεί πλήρως κατά πόσον η καθής ενώπιον του τμήματος προσφυγών μπορεί να συγκαθορίσει το αντικείμενο της ενώπιόν του διαφοράς, αμφισβητώντας, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, τις διαπιστώσεις που περιέχονται στην απόφαση του προηγουμένου βαθμού δικαιοδοσίας, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από την προσφεύγουσα, μάλιστα δε χωρίς να έχει ασκήσει η ίδια προσφυγή. Επίσης δεν έχει αποδειχθεί πλήρως εάν το τμήμα προσφυγών οφείλει να ελέγξει την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της ή εάν μπορεί να περιοριστεί στον έλεγχο των κεφαλαίων εκείνων της αποφάσεως, τα οποία ρητώς υπήχθησαν στη δικαιοδοσία ελέγχου με το υπόμνημα που εκθέτει τους λόγους της προσφυγής. Το ΓΕΕΑ παραπέμπει, σχετικώς, στις αντιφατικές εκτιμήσεις που διατυπώνονται αντίστοιχα στις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, T‑308/01, Henkel κατά ΓΕΕΑ – LHS (UK) (KLEENCARE) (Συλλογή 2003, σ. II‑3253, σκέψη 29), και της 17ης Μαρτίου 2004, T‑183/02 και T‑184/02, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ-González Cabello και Iberia Línéas Aéreas de España (MUNDICOR) (Συλλογή 2004, σ. II‑965, σκέψη 76).
20 Το ΓΕΕΑ υπενθυμίζει ότι οι εκτιμήσεις του τμήματος ανακοπών, που δεν αμφισβητήθηκαν από την καθής ενώπιον του τμήματος προσφυγών, δεν μπορούν να αποτελέσουν για πρώτη φορά αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του Πρωτοδικείου.
21 Το ΓΕΕΑ εκθέτει ότι, κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα, η οποία ήταν η καθής στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών, αποδέχθηκε ως ακριβείς, στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, τις εκτιμήσεις του τμήματος ανακοπών, καθόσον δήλωσε ότι «συμμερίζεται τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το τμήμα ανακοπών όσον αφορά την ομοιότητα των προϊόντων και τη σημασία που αποδόθηκε στην αλληλεξάρτηση μεταξύ της ομοιότητας των σημάτων και της ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών». Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε μόνον τη μεταρρύθμιση της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών από το τμήμα προσφυγών ως προς τη διεύρυνση του κύκλου των προϊόντων και υπηρεσιών που έπρεπε να ληφθούν υπόψη ως παρόμοια με εκείνα της παρεμβαίνουσας. Κατά συνέπεια, το ΓΕΕΑ φρονεί ότι αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών αποτελεί μόνον το ζήτημα εάν τα προϊόντα και οι υπηρεσίες, πλην εκείνων που προσδιορίστηκαν αρχικά από το τμήμα ανακοπών, είναι όμοια με εκείνα για τα οποία καταχωρίστηκε το προγενέστερο σήμα. Επομένως, κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα αμφισβητεί, στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής, την ομοιότητα των σημείων που διαπίστωσε το τμήμα ανακοπών και επιβεβαίωσε το τμήμα προσφυγών, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απαράδεκτος καθόσον τροποποιεί το αντικείμενο της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας. Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος ως ερχόμενος σε αντίθεση με την αρχή κατά την οποία δεν μπορούν να αμφισβητούν οι διάδικοι όσα έχουν προηγουμένως παραδεχθεί (venire contra factum proprium).
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
22 Καταρχάς, πρέπει να εξεταστεί αν, όπως ισχυρίζεται το ΓΕΕΑ, η προσφεύγουσα δέχθηκε ρητώς, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων, έτσι ώστε να μην μπορεί πλέον να την αμφισβητήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου.
23 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσφεύγουσα επισήμανε, στο δεύτερο εδάφιο του από 13 Φεβρουαρίου 2003 υπομνήματός της, το οποίο υπέβαλε ενώπιον του τμήματος προσφυγών ότι «συμμερίζεται τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το τμήμα ανακοπών όσον αφορά την ομοιότητα των προϊόντων και τη σημασία που αποδόθηκε στην αλληλεξάρτηση μεταξύ της ομοιότητας των σημάτων και της ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών».
24 Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του ΓΕΕΑ, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η προσφεύγουσα δέχθηκε ρητώς στο εν λόγω εδάφιο την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων. Βεβαίως, η προσφεύγουσα δεν δηλώνει στο εν λόγω εδάφιο, σαφώς και απεριφράστως, ότι δεν αμφισβητεί την ομοιότητα των σημάτων αυτών, αλλά περιορίζεται στη μη αμφισβήτηση της σημασίας που απέδωσε το τμήμα ανακοπών στην αλληλεξάρτηση μεταξύ της ομοιότητας των συγκρουόμενων σημάτων και της ομοιότητας των σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών.
25 Η εν λόγω μη ρητή παραδοχή εκ μέρους της προσφεύγουσας της ομοιότητας των συγκρουόμενων σημάτων επιβεβαιώνεται με το πρώτο εδάφιο του εν λόγω υπομνήματος, στο οποίο διαπιστώνει ότι «[δ]εν υπάρχει κανένας κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των σημάτων AMS AMBICOR, AMS SECURO-T, AMS και AMERICAN MEDICAL SYSTEMS, αφενός, και του σήματος AMS Advanced Medical Services, αφετέρου, όσον αφορά τον συγκεκριμένο κατάλογο προϊόντων και υπηρεσιών, επειδή το κοινοτικό σήμα AMS Advanced Medical Services περιορίστηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανακοπής». Συγκεκριμένα, από την εν λόγω διαπίστωση προκύπτει ότι η προσφεύγουσα είχε πρόθεση να αμφισβητήσει, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, την ομοιότητα των σημάτων αυτών όσον αφορά τα προϊόντα της κλάσεως 5 και τις υπηρεσίες της κλάσεως 42, όπως, εξάλλου, επιβεβαίωσε, απαντώντας σε ερώτηση του Πρωτοδικείου σχετικά με τη σημασία και το περιεχόμενο των δύο εδαφίων του από 13 Φεβρουαρίου 2003 υπομνήματός της. Με το πρώτο εδάφιο, η προσφεύγουσα περιορίζεται στην προβολή του ισχυρισμού ότι ο κίνδυνος συγχύσεως υπάρχει μόνον για τα προϊόντα της κλάσεως 10, ως προς τα οποία δεν προσέβαλε την απόφαση του τμήματος ανακοπών.
26 Τέλος, το τμήμα προσφυγών ουδόλως εξέλαβε το από 13 Φεβρουαρίου 2003 υπόμνημα της προσφεύγουσας ως ρητή αναγνώριση των εκτιμήσεων του τμήματος ανακοπών ως προς την έλλειψη ομοιότητας των συγκρουόμενων σημάτων, καθόσον, όσον αφορά την ομοιότητα αυτή, τόνισε ότι «παρατηρείται σημαντικός βαθμός ομοιότητας μεταξύ των σημάτων, δεδομένου ότι αυτά φέρουν το πανομοιότυπο ακρωνύμιο AMS», χωρίς καμία αναφορά, στο σημείο αυτό, στην προβαλλόμενη ρητή αναγνώριση της προσφεύγουσας.
27 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα δέχθηκε ρητώς, με το από 13 Φεβρουαρίου 2003 υπόμνημά της, την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η προσφυγή που φέρεται ενώπιον του Πρωτοδικείου, βάσει του άρθρου 63, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων του τμήματος προσφυγών [βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2002, T‑247/01, eCopy κατά ΓΕΕΑ (ECOPY), Συλλογή 2002, σ. II‑5301, σκέψη 46, και της 22ας Οκτωβρίου 2003, T‑311/01, Éditions Albert René κατά ΓΕΕΑ – Trucco (Starix), Συλλογή 2003, σ. II‑4625, σκέψη 70]. Στο πλαίσιο του κανονισμού 40/94, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 74 του εν λόγω κανονισμού, ο έλεγχος αυτός πρέπει να γίνεται εντός του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς όπως αυτή ήχθη ενώπιον του τμήματος προσφυγών [αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 5ης Μαρτίου 2003, T‑194/01, Unilever κατά ΓΕΕΑ (tablette ovoïde), Συλλογή 2003, σ. II‑383, σκέψη 16, και της 1ης Φεβρουαρίου 2005, T‑57/03, SPAG κατά ΓΕΕΑ – Dann και Backer (HOOLIGAN), Συλλογή 2005, σ. II‑287, σκέψη 17]. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα υπομνήματα των διαδίκων δεν μπορούν να μεταβάλλουν το αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών.
28 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι με την άσκηση ανακοπής κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, ζητείται από το ΓΕΕΑ να αποφανθεί επί του ζητήματος της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών που καλύπτουν τα συγκρουόμενα σήματα καθώς και επί της ομοιότητας ή μη μεταξύ των εν λόγω σημάτων (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση HOOLIGAN, σκέψη 27 ανωτέρω, σκέψεις 24 και 25).
29 Επομένως, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε, ενώπιον του τμήματος προσφυγών, την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων, ουδόλως σημαίνει ότι δεν ζητείται πλέον από το ΓΕΕΑ να αποφανθεί επί του ζητήματος εάν τα εν λόγω σήματα είναι παρόμοια ή πανομοιότυπα. Επομένως, κατά μείζονα λόγο, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να στερήσει από την προσφεύγουσα το δικαίωμα να αμφισβητήσει, εντός των ορίων του πραγματικού και νομικού πλαισίου της διαφοράς ενώπιον του τμήματος προσφυγών, τις εκτιμήσεις του οργάνου αυτού επί του εν λόγω ζητήματος (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση HOOLIGAN, σκέψη 27 ανωτέρω, σκέψεις 24 και 25).
30 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι σχετικοί με την ομοιότητα των συγκρουόμενων σημάτων ισχυρισμοί της προσφεύγουσας ενώπιον του Πρωτοδικείου εμπίπτουν στο πλαίσιο της διαφοράς επί της οποίας κλήθηκε να αποφανθεί το τμήμα προσφυγών, το οποίο, μεταξύ άλλων, αποφάνθηκε επί του ζητήματος της ομοιότητας των συγκρουόμενων σημάτων. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα αμφισβητεί απλώς τις σχετικές εκτιμήσεις και τη συλλογιστική που ακολούθησε το εν λόγω όργανο επ’ αυτού. Συνεπώς, η προσφεύγουσα δεν μετέβαλε το αντικείμενο της διαφοράς με τους ισχυρισμούς της, οι οποίοι, ως εκ τούτου, παραδεκτώς προβάλλονται ενώπιον του Πρωτοδικείου.
31 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος απαραδέκτου που επικαλείται το ΓΕΕΑ πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
32 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει καμία ομοιότητα και δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ, αφενός, των σημάτων AMS AMBICOR, AMS SECURO-T και AMERICAN MEDICAL SYSTEMS της παρεμβαίνουσας και, αφετέρου, του αιτουμένου σήματος AMS Advanced Medical Services. Η εν λόγω διαπίστωση, στην οποία προέβη και το τμήμα προσφυγών, δεν αμφισβητήθηκε.
33 Επιπλέον η προσφεύγουσα διατείνεται ότι, αντιθέτως προς τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ του προγενέστερου και του αιτουμένου σήματος, ελλείψει ομοιότητας τόσο των συγκρουόμενων σημείων όσο και των σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών.
34 Πρώτον, όσον αφορά την ομοιότητα των σημείων, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι αυτή πρέπει να βασίζεται κάθε φορά στη συνολική εντύπωση που δημιουργείται από τα εξεταζόμενα δύο σημεία. Αντιθέτως, δεν επιτρέπεται, όπως έπραξε το τμήμα προσφυγών, η μεμονωμένη εξέταση ενός μόνον στοιχείου του σημείου. Συγκεκριμένα, η καταχώριση παραστατικού κοινοτικού σήματος παρέχει προστασία στο αιτούμενο σήμα στο σύνολό του και όχι σε ορισμένες μόνο λέξεις ή γράμματα που το απαρτίζουν.
35 Συναφώς, η προσφεύγουσα εκθέτει ότι ζητήθηκε η καταχώριση του αιτουμένου σήματος ως παραστατικού σήματος, αποτελούμενου από ένα βελοειδή κύκλο, ο οποίος παρίσταται γραφικώς, καθώς και από τα λεκτικά στοιχεία «ams» και «advanced medical services», εκ δεξιών του κύκλου αυτού. Προσθέτει δε ότι ο εν λόγω βελοειδής κύκλος, ο οποίος παρίσταται γραφικώς, και τα λεκτικά στοιχεία συνδέονται μεταξύ τους με γραμμή, η οποία διέρχεται του κύκλου, διευκρινίζοντας ότι το στοιχείο «ams» αναγράφεται πάνω από την γραμμή, ενώ το στοιχείο «advanced medical services» βρίσκεται ακριβώς κάτω από αυτή. Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι, το σημείο «AMS» προσδιορίζει τα τρία αρχικά του στοιχείου «advanced medical services», που είναι, επίσης, η εταιρική της επωνυμία, και ότι το αιτούμενο σήμα διαβάζεται πάντα «ams advanced medical services», ως σύνολο, και ποτέ μεμονωμένα μόνον με τα αρχικά AMS, τα οποία στερούνται σημασίας. Επομένως, το στοιχείο «ams», το οποίο έχει μικρή διακριτική δύναμη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι το κυρίαρχο στοιχείο του σημείου, υπό την έννοια ότι όλα τα λοιπά στοιχεία αυτού έχουν δευτερεύουσα σημασία.
36 Δεύτερον, όσον αφορά την ομοιότητα των προϊόντων, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι δεν υπάρχει καμία ομοιότητα μεταξύ των πολύ εξειδικευμένων προϊόντων της κλάσεως 10, που διεκδικούνται από την παρεμβαίνουσα, και εκείνων των κλάσεων 5 και 42, για τα οποία ζητείται η καταχώριση του σήματος. Και αν ακόμη υποτεθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για ιατρικούς τομείς, τούτο δεν αρκεί από μόνο του για την παραδοχή της ύπαρξης ομοιότητας μεταξύ των προϊόντων. Ο ιατρικός τομέας είναι εξαιρετικά ευρύς και μπορεί να καλύψει σωρεία προϊόντων άλλων κλάσεων, οπότε μια τέτοια παραδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την επέκταση της παρεχόμενης προστασίας σε ονομασία προϊόντος, το οποίο υπάγεται σε συγκεκριμένο και εντελώς ειδικό ιατρικό τομέα, και σε προϊόντα που διαφέρουν από απόψεως του δικαίου των σημάτων.
37 Τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το προγενέστερο σήμα, το οποίο απαρτίζεται μόνον από τα τρία γράμματα «a», «m» και «s» για τον σχηματισμό ενός σημείου, έχει μικρή διακριτική δύναμη και, ως εκ τούτου, τυγχάνει περιορισμένης προστασίας. Προσθέτει δε ότι, κατά την εξέταση του κινδύνου συγχύσεως μεταξύ δύο σημείων, λαμβάνεται υπόψη η αλληλεξάρτηση μεταξύ, αφενός, της ομοιότητας των σημείων και, αφετέρου, της ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών, υπό την έννοια ότι για σήματα με ασθενέστερο διακριτικό χαρακτήρα, και με μικρή διαφορά μεταξύ των εξεταζόμενων προϊόντων και υπηρεσιών μπορεί να κριθεί ότι δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως. Αυτό ισχύει εν προκειμένω όπου το προγενέστερο σήμα εμφανίζει ασθενή διακριτικό χαρακτήρα και οι διαφορές τόσο μεταξύ των συγκρουόμενων σημείων όσο και μεταξύ των σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών είναι αρκούντως σημαντικές ώστε να κριθεί ότι δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως.
38 Το ΓΕΕΑ ισχυρίζεται ότι, μεταξύ των σχετικών παραγόντων της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι οποίοι πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1997, C‑251/95, SABEL, Συλλογή 1997, σ. I‑6191, σκέψη 22, της 22ας Ιουνίου 1999, C‑342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer, Συλλογή 1999, σ. I‑3819, σκέψη 18, και της 22ας Ιουνίου 2000, C‑425/98, Marca Mode, Συλλογή 2000, σ. I‑4861, σκέψη 40), σημαντικό στοιχείο είναι ο ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός χαρακτήρας των προϊόντων και ότι, εάν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, κατά την άποψη του καταναλωτή, υπάρχει σχέση ανταγωνισμού ή συμπληρωματικότητας μεταξύ ορισμένων προϊόντων, τα προϊόντα αυτά μπορούν κατά κανόνα να θεωρηθούν ως prima facie παρόμοια κατά την έννοια του δικαίου των σημάτων.
39 Η άποψη που βασίζει την ομοιότητα των προϊόντων στη σχέση συμπληρωματικότητας μεταξύ των προϊόντων και υπηρεσιών, λαμβανομένης υπόψη της σχετικής αγοράς, απαντάται επίσης στη νομολογία του Πρωτοδικείου [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑388/00, Institut für Lernsysteme κατά ΓΕΕΑ – Educational Services (ELS), Συλλογή 2002, σ. II‑4301, σκέψεις 55 και 56].
40 Το ΓΕΕΑ δηλώνει ότι συμμερίζεται την άποψη του τμήματος προσφυγών και ισχυρίζεται ότι τα προϊόντα της κλάσεως 5 και τα προϊόντα της κλάσεως 10 που καλύπτονται από τα συγκρουόμενα σήματα είναι παρόμοια, στο μέτρο που χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα για τον ίδιο σκοπό, ήτοι για θεραπευτική αγωγή. Όσον αφορά τις υπηρεσίες της κλάσεως 42 για τις οποίες ζητείται η απόρριψη της συγκεκριμένης αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος, αυτές ομοιάζουν με τα προϊόντα της κλάσεως 10, στο μέτρο που αυτά χρησιμοποιούνται συνήθως στο πλαίσιο παροχής των εν λόγω υπηρεσιών. Όσον αφορά δε τις υπηρεσίες του τομέα έρευνας, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι φαρμακοβιομηχανίες που παρασκευάζουν τα ιατρικά όργανα της κλάσεως 10 δραστηριοποιούνται συνήθως στους τομείς της έρευνας και ανάπτυξης και μπορεί να συναχθεί ότι το γεγονός αυτό είναι γνωστό στο εξειδικευμένο κοινό που χρησιμοποιεί τα εν λόγω όργανα.
41 Η παρεμβαίνουσα συντάσσεται, κατ’ ουσίαν, με την επιχειρηματολογία του ΓΕΕΑ και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση του σήματος είναι παρόμοια με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
42 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση «εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα».
43 Εξάλλου, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχεία α΄, i) και ii), του κανονισμού 40/94, ως προγενέστερα σήματα νοούνται τα κοινοτικά σήματα και σήματα καταχωρισμένα σε κράτος μέλος, τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αιτήσεως κοινοτικού σήματος.
44 Κατά πάγια νομολογία, συνιστά κίνδυνο συγχύσεως η δυνατότητα να πιστέψει το κοινό ότι τα σχετικά προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από συνδεόμενες μεταξύ τους οικονομικώς επιχειρήσεις [απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C‑39/97, Canon, Συλλογή 1998, σ. I‑5507, σκέψη 29, και προπαρατεθείσα απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψη 17· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑104/01, Oberhauser κατά ΓΕΕΑ – Petit Liberto (Fifties), Συλλογή 2002, σ. II‑4359, σκέψη 25· της 30ής Ιουνίου 2004, T‑186/02, BMI Bertollo κατά ΓΕΕΑ – Diesel (DIESELIT), Συλλογή 2004, σ. II‑1887, σκέψη 34, και της 15ης Μαρτίου 2006, T‑31/04, Eurodrive Services and Distribution κατά ΓΕΕΑ – Gómez Frías (euroMASTER), μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή , σκέψη 28].
45 Επιπλέον, η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως για το κοινό πρέπει να εκτιμάται συνολικώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών παραγόντων της συγκεκριμένης υποθέσεως (προπαρατεθείσες αποφάσεις SABEL, σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψη 22· Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 18, και Marca Mode, σκέψη 40· καθώς και προπαρατεθείσες αποφάσεις Canon, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 16· Fifties, σκέψη 26, και DIESELIT, σκέψη 35).
46 Αυτή η συνολική εκτίμηση συνεπάγεται ένα βαθμό αλληλεξαρτήσεως των λαμβανομένων υπόψη παραγόντων και, ιδίως, της ομοιότητας των σημάτων καθώς και της ομοιότητας των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών. Ειδικότερα, μια μικρή ομοιότητα μεταξύ των προσδιοριζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών μπορεί να αντισταθμίζεται από μια έντονη ομοιότητα μεταξύ των σημάτων και αντιστρόφως [προπαρατεθείσα απόφαση Canon, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 17, και προπαρατεθείσες αποφάσεις Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψη 19, και Marca Mode, σκέψη 40· απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑6/01, Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ – Hukla Germany (MATRATZEN), Συλλογή 2002, σ. II‑4335, σκέψη 25, επιβεβαιωθείσα κατ’ αναίρεση με διάταξη του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 2004, C‑3/03 P, Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2004, σ. I‑3657]. Η αλληλεξάρτηση των παραγόντων αυτών εκφράζεται με την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 40/94, κατά την οποία η έννοια της ομοιότητας ενδείκνυται να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με τον κίνδυνο συγχύσεως, η εκτίμηση του οποίου εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, και ιδίως από το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά, από τη σύνδεση που μπορεί να γίνει με το χρησιμοποιηθέν ή καταχωρισθέν σημείο, από τον βαθμό της ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου και μεταξύ των σημαινόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση DIESELIT, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 36, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47 Εξάλλου, η συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, όσον αφορά την οπτική, ακουστική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Συγκεκριμένα, από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, κατά το οποίο «[…] υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού […]», προκύπτει ότι ο τρόπος με τον οποίο ο μέσος καταναλωτής του επίμαχου είδους προϊόντος ή υπηρεσίας προσλαμβάνει τα σήματα έχει καθοριστική σημασία για τη συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως. Ο μέσος καταναλωτής, όμως, προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως μια ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσες αποφάσεις SABEL, σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψη 23, και Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 25· προαναφερθείσα διάταξη, σκέψη 46 Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ, σκέψη 29· προαναφερθείσα απόφαση DIESELIT, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 38).
48 Στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως του κινδύνου συγχύσεως, ο μέσος καταναλωτής των οικείων προϊόντων θεωρείται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη το στοιχείο ότι ο μέσος καταναλωτής σπανίως έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε άμεση σύγκριση των διαφόρων σημάτων, αλλά είναι αναγκασμένος να επαφίεται στην ατελή εικόνα που έχει συγκρατήσει στη μνήμη του. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη το στοιχείο ότι το επίπεδο της προσοχής του μέσου καταναλωτή είναι δυνατόν να ποικίλλει αναλόγως της κατηγορίας των αντίστοιχων προϊόντων ή υπηρεσιών (προπαρατεθείσα απόφαση Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψη 26· προπαρατεθείσες αποφάσεις Fifties, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 28, και DIESELIT, σκέψη 38).
49 Τέλος, από τον ενιαίο χαρακτήρα του κοινοτικού σήματος, που καθιερώνει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, προκύπτει ότι το προγενέστερο κοινοτικό σήμα τυγχάνει της ίδιας προστασίας σε όλα τα κράτη μέλη. Επομένως, τα προγενέστερα κοινοτικά σήματα μπορούν να αντιταχθούν κατά κάθε μεταγενέστερης αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος, η οποία ενδέχεται να βλάψει την προστασία τους, ακόμη και βάσει της αντιλήψεως που σχηματίζουν οι καταναλωτές σε τμήμα μόνον του κοινοτικού εδάφους. Επομένως, η αρχή που καθιερώνει το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, ότι, για να μη γίνει δεκτή η καταχώριση ενός σήματος αρκεί ο λόγος απαραδέκτου να υφίσταται σε τμήμα μόνον της Κοινότητας, εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση σχετικού λόγου απαραδέκτου του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 [προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου MATRATZEN, σκέψη 46 ανωτέρω, σκέψη 59, καθώς και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 2004, T‑117/03 έως T‑119/03 και T‑171/03, New Look κατά ΓΕΕΑ – Naulover (NLSPORT, NLJEANS, NLACTIVE και NLCollection), Συλλογή 2004, σ. II‑3471, σκέψη 34, και της 1ης Μαρτίου 2005, T‑185/03, Fusco κατά ΓΕΕΑ – Fusco International (ENZO FUSCO), Συλλογή 2005, σ. II‑715, σκέψη 33].
50 Εν προκειμένω, τα σήματα επί των οποίων βασίστηκε η ανακοπή είναι εθνικά σήματα, τα οποία έχουν καταχωριστεί στη Γερμανία, στην Ισπανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις χώρες της Μπενελούξ. Η απόφαση του τμήματος ανακοπών και η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζονται αποκλειστικά και μόνον στο προγενέστερο σήμα, το οποίο έχει καταχωριστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Κατά συνέπεια, η εξέταση πρέπει να περιοριστεί στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου.
51 Το ενδιαφερόμενο κοινό αποτελείται, όπως διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών στη σκέψη 12 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τον μέσο καταναλωτή στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, καθώς και από τους επαγγελματίες και ειδικούς του ιατρικού τομέα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
52 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να εξεταστεί η εκτίμηση του τμήματος προσφυγών σχετικά με τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων.
– Επί της ομοιότητας των προϊόντων και υπηρεσιών
53 Κατά πάγια νομολογία, για την εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ των προϊόντων ή υπηρεσιών, επιβάλλεται να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη μεταξύ τους σχέση. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται, ειδικότερα, η φύση τους, ο προορισμός τους, η χρήση τους, καθώς και ο ανταγωνιστικός ή συμπληρωματικός χαρακτήρας τους [απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μαΐου 2006, C‑416/04 P, Sunrider κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2006, σ. I‑4237, σκέψη 85· βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Ιανουαρίου 2003, T‑99/01, Mystery Drinks κατά ΓΕΕΑ – Karlsberg Brauerei (MYSTERY), Συλλογή 2003, σ. II‑43, σκέψη 39, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, της 7ης Ιουλίου 2005, T‑385/03, Miles International κατά ΓΕΕΑ – Biker Miles (Biker Miles), Συλλογή 2005, σ. II‑2665, σκέψη 31, και προαναφερθείσα απόφαση euroMASTER, σκέψη 44 ανωτέρω, σκέψη 31].
54 Όσον αφορά την εκτίμηση σχετικά με την ομοιότητα των συγκεκριμένων προϊόντων, το τμήμα προσφυγών δεν έθεσε εν αμφιβόλω, στις σκέψεις 8 και 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως, την εκτίμηση του τμήματος ανακοπών σχετικά με τις «παιδικές τροφές· παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων· μυκητοκτόνα και παρασιτοκτόνα», με το σκεπτικό ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι διαφέρουν επαρκώς από τα ιατρικά, χειρουργικά και άλλα προϊόντα αυτού του είδους, τα οποία καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα για τον αποκλεισμό του κινδύνου συγχύσεως.
55 Διαπιστώνεται ότι το εν λόγω συμπέρασμα δεν αμφισβητήθηκε από την παρεμβαίνουσα στο πλαίσιο της προσφυγής αυτής.
56 Αντιθέτως, το τμήμα προσφυγών ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ανακοπών για τα άλλα προϊόντα της κλάσεως 5 και για το σύνολο των υπηρεσιών της κλάσεως 42.
57 Συγκεκριμένα, το τμήμα προσφυγών έκρινε, στη σκέψη 8 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα «“παρασκευάσματα φαρμακευτικά, κτηνιατρικά και υγιεινής· διαιτητικές ουσίες για ιατρικές χρήσεις, έμπλαστρα, υλικό επιδέσμων· υλικά σφραγίσεως δοντιών και οδοντιατρικό κερί· απολυμαντικά” (κλάση 5)» καθώς και το σύνολο των υπηρεσιών της κλάσεως 42, που αποτελούν αντικείμενο της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών «αφορούν όλα, όπως και τα προστατευόμενα από το προγενέστερο σήμα προϊόντα, τον ιατρικό τομέα και προορίζονται για τη θεραπεία ασθενειών, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο συγχύσεως, λαμβανομένης υπόψη της ομοιότητας των υπό κρίση σημάτων».
58 Το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε, συναφώς, στις σκέψεις 9 έως 11 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα εν λόγω προϊόντα αφορούν τον ιατρικό τομέα και οι υπηρεσίες που καλύπτονται από το αιτούμενο σήμα ομοιάζουν με τα προϊόντα που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα, επειδή αφορούν παρόμοιους τομείς, όπως η βακτηριολογία, η φαρμακευτική και άλλοι τομείς αυτού του είδους, και συνδέονται στενά με αυτούς λόγω της μεγάλης εξειδικεύσεώς τους.
59 Η άποψη αυτή πρέπει να κριθεί βάσιμη.
60 Συναφώς, επισημαίνεται ότι τόσο τα προϊόντα που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα όσο και τα προϊόντα που καλύπτονται από το αιτούμενο σήμα αφορούν τον ιατρικό τομέα και, ως εκ τούτου, προορίζονται για θεραπευτική χρήση.
61 Επιπλέον, όλα τα προϊόντα που καλύπτονται από το αιτούμενο σήμα είναι είτε συμπληρωματικά είτε ανταγωνιστικά των προϊόντων που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα. Ειδικότερα, τα φαρμακευτικά παρασκευάσματα και τα παρασκευάσματα υγιεινής, οι διαιτητικές ουσίες για ιατρικές χρήσεις, τα έμπλαστρα, το υλικό επιδέσμων και τα απολυμαντικά είναι συμπληρωματικά των προϊόντων που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα, καθόσον χρησιμοποιούνται εν γένει στο πλαίσιο χειρουργικών επεμβάσεων προσθετικής οργάνων ή τεχνητών σφιγκτήρων.
62 Όπως ορθά υπογράμμισε η παρεμβαίνουσα, σε επεμβάσεις προσθετικής, ο ιατρός απολυμαίνει, καταρχάς, με απολυμαντικό την πρόθεση και στη συνέχεια διενεργεί την επέμβαση, πριν από τη συρραφή του τραύματος με τη χρήση επιδέσμων και, τέλος, συγκρατεί τον επίδεσμο με έμπλαστρο. Μπορεί επίσης να χορηγήσει παρασκευάσματα υγιεινής καθώς και φαρμακευτικά προϊόντα.
63 Όσον αφορά τα κτηνιατρικά προϊόντα, διαπιστώνεται ότι είναι επίσης συμπληρωματικά των κτηνιατρικών οργάνων που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα, τα δε υλικά σφραγίσεως δοντιών και το οδοντιατρικό κερί, είναι ανταγωνιστικά των ιατρικών βοηθημάτων που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα και συμπληρωματικά των χειρουργικών και ιατρικών οργάνων που επίσης προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα.
64 Όσον αφορά την εκτίμηση της ομοιότητας των υπό αμφισβήτηση υπηρεσιών, πρέπει να σημειωθεί, καταρχάς, ότι, όπως ορθά επισήμανε το τμήμα προσφυγών, οι ιατρικές, βακτηριολογικές και χημικές έρευνες και εξετάσεις και συγκεκριμένα αυτές που απαριθμούνται στην αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, συνδέονται στενά με φάρμακα, ιατρικά βοηθήματα ή είδη, όπως αυτά που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα. Ακολούθως, τα ιατρικά όργανα και είδη που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα, μεταξύ άλλων οι προθέσεις, παρέχονται εν γένει προς διενέργεια ιατρικών επεμβάσεων σε νοσοκομειακά ιδρύματα ή ιδιωτικές κλινικές, όπως τα προϊόντα των οποίων γίνεται μνεία στην αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος. Τέλος, οι διάφορες επιστημονικές και βιομηχανικές έρευνες μπορούν να πραγματοποιηθούν στον ίδιο τομέα στον οποίον εντάσσονται τα προϊόντα που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα.
65 Κατά συνέπεια, δεδομένου του στενού συνδέσμου όσον αφορά τον προορισμό των υπό κρίση προϊόντων και υπηρεσιών καθώς και του συμπληρωματικού χαρακτήρα των προϊόντων σε σχέση με τις υπηρεσίες, το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε ορθώς ότι τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες είναι παρόμοια.
66 Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε ότι τα υπό αμφισβήτηση προϊόντα και υπηρεσίες είναι παρόμοια με τα προϊόντα που προστατεύονται από το προγενέστερο σήμα (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση ELS, σκέψη 39 ανωτέρω, σκέψη 56).
– Επί της ομοιότητας των σημείων
67 Όπως εκτέθηκε ήδη ανωτέρω στη σκέψη 47, η συνολική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως, όσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθέμενων σημάτων, πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σήματα, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους [βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις SABEL, σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψη 23, και Lloyd Schuhfabrik Meyer, σκέψη 25, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 2003, T‑292/01, Phillips-Van Heusen κατά ΓΕΕΑ – Pash Textilvertrieb und Einzelhandel (BASS), Συλλογή 2003, σ. II‑4335, σκέψη 47, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 24ης Νοεμβρίου 2005, T‑135/04, GfK κατά ΓΕΕΑ – BUS (Online Bus), Συλλογή 2005, σ. II‑4865, σκέψη 57, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
68 Κατά τη νομολογία αυτή, ένα σύνθετο σήμα μπορεί να θεωρηθεί ότι προσομοιάζει με άλλο σήμα, το οποίο ταυτίζεται με ένα από τα στοιχεία του συνθέτου ή παρεμφερούς σήματος μόνον αν αυτό συνιστά το κυρίαρχο στοιχείο στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το σύνθετο σήμα. Τούτο συμβαίνει όταν το εν λόγω στοιχείο είναι ικανό να καθορίσει την εικόνα του σήματος αυτού που το οικείο κοινό διατηρεί στη μνήμη του, με αποτέλεσμα όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που αποτελούν το σήμα να είναι αμελητέα στη συνολική εντύπωση που αυτό δημιουργεί [προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου MATRATZEN, σκέψη 46 ανωτέρω, σκέψη 33, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Ιουλίου 2005, T‑40/03, Murúa Entrena κατά ΓΕΕΑ – Bodegas Murúa (Julián Murúa Entrena), Συλλογή 2005, σ. II‑2831, σκέψη 52].
69 Η νομολογία διευκρίνισε ότι η προσέγγιση αυτή δεν σημαίνει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον ένα από τα στοιχεία που αποτελούν το σύνθετο σήμα και να συγκρίνεται αυτό με ένα άλλο σήμα. Αντίθετα, η σύγκριση αυτή πρέπει να γίνεται με εξέταση των επίμαχων σημάτων, στο πλαίσιο της οποίας έκαστο εξετάζεται ως σύνολο. Εντούτοις, τούτο δεν αποκλείει ότι στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του οικείου κοινού μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να κυριαρχούν ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το αποτελούν [βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Μαΐου 2005, T‑31/03, Grupo Sada κατά ΓΕΕΑ – Sadia (GRUPO SADA), Συλλογή 2005, σ. II‑1667, σκέψη 49, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
70 Όσον αφορά την εκτίμηση του κυρίαρχου χαρακτήρα ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που αποτελούν ένα σύνθετο σήμα, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι εγγενείς ιδιότητες καθενός από τα εν λόγω συστατικά στοιχεία σε σύγκριση με τις εγγενείς ιδιότητες των άλλων στοιχείων. Επιπλέον και επικουρικώς, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη η σχετική θέση των διαφόρων συστατικών στοιχείων στη διάταξη των στοιχείων του σύνθετου σήματος (προπαρατεθείσα απόφαση MATRATZEN, σκέψη 46 ανωτέρω, σκέψη 35, προπαρατεθείσα απόφαση GRUPO SADA, σκέψη 69 ανωτέρω, σκέψη 49, και προπαρατεθείσα απόφαση Julián Murúa Entrena, σκέψη 68 ανωτέρω, σκέψη 54).
71 Το τμήμα προσφυγών αποφάνθηκε, με τη σκέψη 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το προγενέστερο σήμα και το αιτούμενο σήμα εμφανίζουν σημαντική ομοιότητα δεδομένου ότι φέρουν αμφότερα το πανομοιότυπο σημείο AMS.
72 Η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι προέβη σε μεμονωμένη εξέταση ενός μόνον στοιχείου του σημείου, ενώ η καταχώριση ενός παραστατικού κοινοτικού σήματος συνεπάγεται προστασία του συνόλου του αιτουμένου σήματος και όχι ορισμένων μόνο λέξεων ή γραμμάτων που το απαρτίζουν.
73 Από τη σκέψη 9 καθώς και από τη σκέψη 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το τμήμα προσφυγών δέχθηκε την άποψη του τμήματος ανακοπών, το οποίο ακριβώς είχε, κατ’ ουσίαν, διαπιστώσει ότι τα υπό κρίση σημεία ήταν παρόμοια, καθόσον αμφότερα περιείχαν το ίδιο κυρίαρχο στοιχείο, ήτοι το στοιχείο «ams».
74 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι, πράγματι, είναι πανομοιότυπο ένα από τα συστατικά στοιχεία των συγκρουόμενων σημάτων, ήτοι το στοιχείο «ams».
75 Συγκεκριμένα, τα σήματα που πρέπει να συγκριθούν είναι τα ακόλουθα:
AMS
76 Όσον αφορά, καταρχάς, την οπτική σύγκριση διαπιστώνεται, αφενός, ότι, το σημείο AMS περιλαμβάνεται πλήρως στο αιτούμενο σήμα AMS Advanced Medical Services.
77 Αφετέρου, το αιτούμενο σήμα είναι ένα παραστατικό σήμα που περιέχει τα γράμματα «a», «m» και «s», τα οποία εμφανίζονται με κεφαλαία, έντονους χαρακτήρες και πλάγια γραφή, ενώ επτά βέλη, τα οποία σχηματίζουν κύκλο, προηγούνται αυτών. Η παράσταση αυτή φέρει στη μέση μία μαύρη γραμμή, η οποία υπογραμμίζει το στοιχείο «ams», κάτω από το οποίο εμφανίζεται με μικρότερους χαρακτήρες και με μικρά γράμματα, πλην του πρώτου γράμματος εκάστης λέξεως, η έκφραση «Advanced Medical Services», στο σύνολό της με πλάγια γραφή.
78 Επομένως, το σημείο AMS εμφανίζεται με παρόμοιο τρόπο τόσο στο προγενέστερο όσο και στο αιτούμενο σήμα, ήτοι με αρχικούς χαρακτήρες. Το γεγονός ότι το αιτούμενο σήμα αναγράφεται με πλάγιους χαρακτήρες δεν καθιστά δυνατή τη διάκριση, καθόσον η διαφορά είναι πρακτικά αδύνατον να γίνει αντιληπτή από τον καταναλωτή.
79 Το περιεχόμενο στο αιτούμενο σήμα παραστατικό στοιχείο δεν καθιστά, επίσης, δυνατή τη διάκρισή του από το προγενέστερο σήμα, καθόσον το ενδιαφερόμενο κοινό μπορεί να εκλάβει τα βέλη αυτά ως απλό διακοσμητικό στοιχείο του λεκτικού στοιχείου του σήματος. Συγκεκριμένα, το στοιχείο «ams» κυριαρχεί επί του παραστατικού στοιχείου του αιτουμένου σήματος και αποτελεί, πράγματι, το στοιχείο εκείνο του σήματος που γίνεται προεχόντως αντιληπτό, λόγω του μεγάλου του μεγέθους και της θέσεώς του, καθόσον βρίσκεται σε απόσταση από τα βέλη που διαγράφουν τον κύκλο, ο οποίος, έχει απλώς διακοσμητικό χαρακτήρα, χωρίς να μπορεί να θεωρηθεί ως το κυρίαρχο στοιχείο του αιτουμένου σήματος. Επομένως, το τμήμα προσφυγών ορθώς διαπίστωσε ότι το στοιχείο «ams» αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του αιτουμένου σήματος.
80 Βεβαίως, το αιτούμενο σήμα περιέχει επίσης την έκφραση «advanced medical services».
81 Πρέπει, πάντως, να υπομνησθεί ότι το στοιχείο «ams» δεν περιγράφει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που καλύπτονται από το αιτούμενο σήμα, έτσι ώστε ο συνδυασμός αυτός να έχει διακριτικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, η έκφραση «advanced medical services» έχει πολύ περιορισμένο διακριτικό χαρακτήρα για τα προϊόντα του ιατρικού τομέα. Πράγματι, ο όρος «advanced» πληροφορεί απλώς το κοινό ότι η εν λόγω εταιρία προηγείται, στον τομέα της έρευνας ή σε γνώσεις και εμπειρία, ενώ ο όρος «medical», στον ιατρικό τομέα, είναι περιγραφικός των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών· ο δε όρος «services» δεν μπορεί να έχει, στο πλαίσιο αυτό, διακριτικό χαρακτήρα.
82 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, γενικώς το κοινό δεν θα εκλάβει ένα περιγραφικό στοιχείο, που αποτελεί τμήμα ενός σύνθετου σήματος, ως το διακριτικό και κυρίαρχο στοιχείο της συνολικής εντυπώσεως που το σήμα αυτό προκαλεί (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Biker Miles, σκέψη 53 ανωτέρω, σκέψη 44, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
83 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το αιτούμενο σήμα εμφανίζει οπτικές ομοιότητες με το προγενέστερο σήμα.
84 Όσον αφορά τη φωνητική σύγκριση των σημείων, τα δύο συγκρουόμενα σήματα έχουν κοινό το σημείο AMS, το οποίο συνιστά τον κεντρικό πυρήνα τους. Καίτοι το αιτούμενο σήμα περιέχει επίσης την έκφραση «advanced medical services», είναι πιθανό ο μέσος καταναλωτής να υποδηλώνει και τα δύο σήματα χρησιμοποιώντας αποκλειστικώς το σημείο AMS, καθόσον ο εν λόγω συνδυασμός γραμμάτων συνιστά συντομογραφία της έκφρασης «advanced medical services». Τούτο δε κατά τον μείζονα λόγο ότι την εντύπωση αυτή ενισχύει το γεγονός ότι η έκφραση αυτή αναγράφεται εξ ολοκλήρου με μικρούς χαρακτήρες.
85 Συνεπώς, τα συγκρουόμενα σήματα είναι επίσης παρόμοια από φωνητικής απόψεως.
86 Όσον αφορά την εννοιολογική σύγκριση, διαπιστώνεται ότι το στοιχείο «ams» δεν έχει καμία ιδιαίτερη σημασία αλλά είναι μια αυθαίρετη κατασκευή, στερούμενη σημασίας και ότι η έκφραση «advanced medical services» γίνεται αντιληπτή από τον μέσο καταναλωτή ως η επωνυμία της εν λόγω εταιρίας ή ως έκφραση επαινετικού χαρακτήρα στον ιατρικό τομέα. Επίσης, οι καταναλωτές που έχουν δει το προγενέστερο σήμα μπορούν να αποδώσουν στο σημείο AMS την ίδια σημασία. Επομένως, τα συγκρουόμενα σήματα είναι επίσης παρόμοια εννοιολογικώς.
87 Συνεπώς, ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα συγκρουόμενα σημεία είναι παρόμοια, καθόσον το κυρίαρχο στοιχείο του λεκτικού σημείου του αιτουμένου σήματος είναι πανομοιότυπο προς το μοναδικό στοιχείο του προγενέστερου σήματος (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Biker Miles, σκέψη 53 ανωτέρω, σκέψη 45, και προπαρατεθείσα απόφαση Julián Murúa Entrena, σκέψη 68 ανωτέρω, σκέψη 76).
– Επί του κινδύνου συγχύσεως
88 Όπως έχει διαπιστωθεί ανωτέρω στις σκέψεις 53 έως 66, τα υπό κρίση προϊόντα και υπηρεσίες είναι παρόμοια με τα προϊόντα που καλύπτονται από το προγενέστερο σήμα. Επίσης, η συνολική εντύπωση που προκαλούν τα συγκρουόμενα σήματα, λαμβανομένων υπόψη των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους, είναι ικανή να δημιουργήσει, μεταξύ αυτών, επαρκή ομοιότητα για την πρόκληση κινδύνου συγχύσεως στον καταναλωτή.
89 Επομένως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ορθώς ότι υφίστατο ο εν λόγω κίνδυνος συγχύσεως και απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος AMS για τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες.
90 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η σύγκριση των σημάτων έπρεπε να γίνει λαμβάνοντας υπόψη το προγενέστερο σήμα, όπως αυτό χρησιμοποιούνταν και όχι όπως είχε καταχωριστεί.
91 Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, η σύγκριση πρέπει να πραγματοποιηθεί μεταξύ των σημείων όπως αυτά έχουν καταχωριστεί ή όπως περιλαμβάνονται στην αίτηση καταχωρίσεως, ανεξαρτήτως της μεμονωμένης χρήσεώς τους ή της από κοινού χρήσεώς τους με άλλα σήματα ή ενδείξεις. Κατά συνέπεια, τα σημεία που έπρεπε να συγκριθούν ήταν ακριβώς αυτά που εξετάστηκαν από το τμήμα προσφυγών [βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 8ης Δεκεμβρίου 2005, T‑29/04, Castellblanch κατά ΓΕΕΑ – Champagne Roederer (CRISTAL CASTELLBLANCH), Συλλογή 2005, σ. II‑5309, σκέψη 57].
92 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της προσφυγής.
2. Επί του δευτέρου λόγου της προσφυγής, περί μη ουσιαστικής χρήσεως των σημάτων της παρεμβαίνουσας
Επιχειρήματα των διαδίκων
93 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι τα σήματα της παρεμβαίνουσας δεν χρησιμοποιούνται στο έδαφος της Κοινότητας κατά τρόπο που να δικαιολογεί τη διατήρηση των κεκτημένων δικαιωμάτων. Διευκρινίζει ότι η παρεμβαίνουσα έχει την εταιρική της έδρα στις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι οι ουρολογικές συσκευές εντάσσονται στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων της. Τα ουρολογικά προϊόντα, τα οποία διανέμονται στο εμπόριο με σύνθετες ονομασίες που περιέχουν το στοιχείο «ams» (και δη AMS 700 CX™/CXM™ Penile Prostheses, AMS 700 Ultrex™/Ultrex™ Plus Penile Prostheses, AMS Ambicor® Penile Prostheses, AMS Malleable 600M™/650M™ Penile Prostheses, AMS Sphincter 800™ Urinary Control System), είναι άκρως εξειδικευμένα προϊόντα της κλάσεως 10, ειδικότερα, πεϊκές προθέσεις και συστήματα ουρολογικών εξετάσεων. Κανένα προϊόν δεν φέρει μόνον την ονομασία AMS. Η προσφεύγουσα συνάγει εντεύθεν ότι δεν μπορεί να διατηρηθεί κανένα κεκτημένο δικαίωμα, όταν χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος σε σχέση με το καταχωρισμένο σήμα, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται ο διακριτικός χαρακτήρας του σημείου.
94 Επιπλέον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η παρεμβαίνουσα δεν χρησιμοποιεί καθόλου τα σήματά της στην Κοινότητα, δεδομένου ότι τα προϊόντα της προσφέρονται μόνον στους Αμερικανούς καταναλωτές.
95 Το ΓΕΕΑ εκθέτει ότι η προσφεύγουσα ήγειρε την ένσταση της μη ουσιαστικής χρήσεως των σημάτων της παρεμβαίνουσας για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών, επομένως ορθώς το τμήμα προσφυγών απέρριψε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 74 του κανονισμού 40/94, το αίτημα που υποβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιόν του.
96 Συναφώς, το ΓΕΕΑ υπενθυμίζει ότι, βάσει του άρθρου 43 του κανονισμού 40/94, ο δικαιούχος προγενέστερου κοινοτικού σήματος οφείλει να αποδείξει, μετά από αίτηση του καταθέτη, ότι, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της δημοσιεύσεως της αιτήσεως κοινοτικού σήματος, είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου κοινοτικού σήματος στην Κοινότητα για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τα οποία καταχωρίστηκε και επί των οποίων βασίζεται η ανακοπή, επί ποινή απορρίψεως της ανακοπής του. Η απόδειξη αυτή πρέπει να προσκομιστεί εντός της προθεσμίας που τάσσει το Γραφείο, σύμφωνα με τον κανόνα 22 του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 (ΕΕ L 303, σ. 1). Κατά το ΓΕΕΑ, για την παραγωγή του εν λόγω αποτελέσματος, το σχετικό αίτημα πρέπει να υποβληθεί ρητώς και κατά τον δέοντα χρόνο. Η έλλειψη αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως δεν μπορεί να επισύρει την απόρριψη της ανακοπής παρά μόνον στην περίπτωση που η απόδειξη αυτή ζητήθηκε ρητώς και κατά τον δέοντα χρόνο από τον αιτούντα ενώπιον του ΓΕΕΑ (προπαρατεθείσα απόφαση MUNDICOR, σκέψη 19 ανωτέρω, σκέψεις 36 έως 39).
97 Η παρεμβαίνουσα συμμερίζεται, κατ’ ουσίαν, την άποψη του ΓΕΕΑ και διευκρινίζει ότι έχει ισχυρή παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά, όπου διανέμει το σύνολο των προϊόντων της.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
98 Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν στρέφεται ειδικώς κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως επειδή με αυτήν απορρίφθηκε το αίτημά της περί αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως λόγω μη έγκαιρης υποβολής του ενώπιον του τμήματος ανακοπών, αλλά κυρίως επειδή δι’ αυτής τέθηκε εν αμφιβόλω η ουσιαστική χρήση των σημάτων της παρεμβαίνουσας. Εντούτοις, τα επιχειρήματά της αναφέρονται στην εκ μέρους του τμήματος προσφυγών εκτίμηση ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο μπορεί να τεθεί θέμα αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως. Υπό το πρίσμα αυτό ακριβώς, τόσο το ΓΕΕΑ όσο και η παρεμβαίνουσα εξέτασαν με τα υπομνήματά τους τον δεύτερο λόγο της προσφυγής και η προσφεύγουσα διατύπωσε τις παρατηρήσεις της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
99 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν το τμήμα προσφυγών παραβίασε την κοινοτική νομοθεσία αποφαινόμενο ότι, το αίτημα περί αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως έπρεπε να υποβληθεί κατά τον δεόντα χρόνο ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
100 Πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 43 του κανονισμού 40/94, με τίτλο «Εξέταση της ανακοπής», προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι, κατά την εξέταση της ανακοπής, το Γραφείο καλεί τους διαδίκους να υποβάλουν παρατηρήσεις, κάθε φορά που τούτο κρίνεται αναγκαίο και εντός προθεσμίας που το ίδιο τους τάσσει, σχετικά με γνωστοποιήσεις που προέρχονται είτε από τους λοιπούς διαδίκους είτε από το ίδιο. Το άρθρο αυτό ορίζει, στην παράγραφο 2, ότι, μετά από αίτηση του καταθέτη, ο ανακόπτων δικαιούχος προγενέστερου κοινοτικού σήματος οφείλει να αποδείξει ότι, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της δημοσιεύσεως της αίτησης κοινοτικού σήματος, είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου κοινοτικού σήματος στην Κοινότητα. Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει ότι η παράγραφος 2 εφαρμόζεται στα προγενέστερα εθνικά σήματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, υπό τον όρο ότι η χρήση στην Κοινότητα αντικαθίσταται από τη χρήση στο κράτος μέλος στο οποίο προστατεύεται το προγενέστερο εθνικό σήμα.
101 Καταρχάς, δεν αμφισβητείται ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, το προγενέστερο σήμα είναι εθνικό σήμα, το οποίο έχει καταχωριστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο (βλ. σκέψεις 5 και 6 ανωτέρω), και ότι το τμήμα ανακοπών αμφισβήτησε, κατά τα λοιπά, με την απόφασή του την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά τα προϊόντα που περιέχονται στην κλάση 10.
102 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να διορθωθεί η εκ μέρους του τμήματος προσφυγών μνεία του άρθρου 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, διότι η εν λόγω παράγραφος αφορά μόνον τις συνέπειες της μη χρήσεως προγενέστερου κοινοτικού σήματος, ενώ στην επίδικη περίπτωση το προγενέστερο σήμα είναι εθνικό σήμα. Στην πραγματικότητα, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού, καθώς η παράγραφος 3 ορίζει ως εφαρμοστέα την παράγραφο 2 στα προγενέστερα εθνικά σήματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, υπό τον όρο ότι η χρήση στην Κοινότητα αντικαθίσταται από τη χρήση στο κράτος μέλος στο οποίο προστατεύεται το προγενέστερο εθνικό σήμα [βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα σκέψη 19 απόφαση του Πρωτοδικείου MUNDICOR, σκέψη 33, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Φεβρουαρίου 2006, Ponte Finanziaria κατά ΓΕΕΑ – Marine Enterprise Projects (BAINBRIDGE), T‑194/03, Συλλογή 200 σ. II‑445, σκέψη 31].
103 Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσφεύγουσα επικαλέστηκε, για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών, την έλλειψη αποδείξεων ουσιαστικής χρήσεως του προγενέστερου σήματος και ότι το τμήμα προσφυγών, βασιζόμενο στο άρθρο 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, απέρριψε το αίτημα αυτό με το σκεπτικό ότι αυτό όφειλε και μπορούσε να έχει υποβληθεί κατά τον δέοντα χρόνο ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
104 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 43 του κανονισμού 40/94, μόνον όταν ο καταθέτων υποβάλλει σχετικό αίτημα, καλείται ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος που άσκησε ανακοπή να προσκομίσει αποδείξεις ότι, κατά τη διάρκεια των πέντε ετών που προηγήθηκαν της δημοσιεύσεως της αιτήσεως κοινοτικού σήματος, είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος στην εδαφική περιοχή εντός της οποίας απολαύει προστασίας για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίστηκε και επί των οποίων βασίζεται η ανακοπή του, ή ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση (προαναφερθείσα απόφαση MUNDICOR, σκέψη 19 ανωτέρω, σκέψη 37).
105 Κατ’ ουσίαν, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 40/94, για τους σκοπούς της εξετάσεως μιας ασκηθείσας κατ’ άρθρο 42 του ίδιου κανονισμού ανακοπής, εφόσον δεν υπάρξει αίτημα του καταθέτη για προσκόμιση αποδείξεων, τεκμαίρεται ότι είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος. Η υποβολή τέτοιου αιτήματος έχει, επομένως, ως αποτέλεσμα τη μεταφορά στον ανακόπτοντα του βάρους αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως (ή της υπάρξεως εύλογης αιτίας για τη μη χρήση) επί ποινή απορρίψεως της ανακοπής του. Για να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό πρέπει το αίτημα να έχει υποβληθεί ρητώς και κατά τον δέοντα χρόνο ενώπιον του ΓΕΕΑ [προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου MUNDICOR, σκέψη 19 ανωτέρω, σκέψη 38, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 16ης Μαρτίου 2005, T‑112/03, L’Oréal κατά ΓΕΕΑ – Revlon (FLEXI AIR), Συλλογή 2005, σ. II‑949, σκέψη 24, επιβεβαιωθείσα με διάταξη του Δικαστηρίου της 27ης Απριλίου 2006, C‑235/05 P, L’Oréal κατά ΓΕΕΑ, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή 2006, και της 7ης Ιουνίου 2005, T‑303/03, Lidl Stiftung κατά ΓΕΕΑ – REWE-Zentral (Salvita), Συλλογή 2005, σ. II‑1917, σκέψη 77].
106 Ωστόσο, για να θεωρηθεί ότι το εν λόγω αίτημα έχει υποβληθεί κατά τον δέοντα χρόνο ενώπιον του ΓΕΕΑ, πρέπει αυτό να υποβληθεί ενώπιον του τμήματος ανακοπών, η δε ουσιαστική χρήση του προγενεστέρου σήματος συνιστά ζήτημα το οποίο, εάν τεθεί από τον αιτούντα την καταχώριση του σήματος, πρέπει να κριθεί προτού εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής (προαναφερθείσα απόφαση FLEXI AIR, σκέψη 105 ανωτέρω, σκέψη 26).
107 Συγκεκριμένα, από την ερμηνεία του άρθρου 43 του κανονισμού 40/94 σε συνδυασμό με τον κανόνα 22 του κανονισμού 2868/95, προκύπτει ότι, μετά από την παραλαβή από το ΓΕΕΑ ανακοπής κατά αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, το Γραφείο διαβιβάζει την εν λόγω ανακοπή στον αιτούντα την καταχώριση του σχετικού σήματος και του τάσσει προθεσμία για την υποβολή των παρατηρήσεών του επ’ αυτής. Για την απόδειξη της ουσιαστικής χρήσεως του σήματος απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 43, παράγραφος 2, του κανονισμού 40/94, το σχετικό αίτημα να υποβληθεί μόνον από τον καταθέτη αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος και πρέπει, ως εκ τούτου, να υποβληθεί ρητώς ενώπιον του τμήματος ανακοπών, καθόσον έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του αντικειμένου της διαφοράς, θέτοντας εις βάρος του ανακόπτοντος μια υποχρέωση, που δεν τον βαρύνει απαραιτήτως.
108 Εάν δεν υποβληθεί τέτοιο αίτημα ενώπιον του τμήματος ανακοπών και εάν το τμήμα αυτό δεν αποφανθεί επί του ζητήματος της ουσιαστικής χρήσεως του προγενεστέρου σήματος, το τμήμα προσφυγών, που επιλαμβάνεται για πρώτη φορά του αιτήματος αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως του εν λόγω σήματος, θα ήταν υποχρεωμένο να επανεξετάσει την απόφαση, επί τη βάσει νέου αιτήματος θέτοντος ζήτημα το οποίο δεν είχε τη δυνατότητα να εξετάσει και επί του οποίου δεν αποφάνθηκε το τμήμα ανακοπών.
109 Εκ των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το αίτημα περί αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως του προγενεστέρου σήματος μπορεί να υποβληθεί μόνον ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
110 Η ερμηνεία αυτή δεν αντίκειται προς την αρχή που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία προκύπτει από τη νομολογία του Πρωτοδικείου, ότι υπάρχει λειτουργική συνέχεια μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών του ΓΕΕΑ [προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου KLEENCARE, σκέψη 19 ανωτέρω, σκέψεις 25 και 26· προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου HOOLIGAN, σκέψη 27 ανωτέρω, σκέψη18, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 2006, T‑323/03, La Baronia de Turis κατά ΓΕΕΑ − Baron Philippe de Rothschild (LA BARONNIE), Συλλογή 2006, σ. II‑2085, σκέψεις 57 και 58].
111 Συγκεκριμένα, στην υπό κρίση υπόθεση δεν πρόκειται, εν πάση περιπτώσει, για πραγματικά ή νομικά περιστατικά, τα οποία δεν επικαλέστηκε η προσφεύγουσα ενώπιον του τμήματος ανακοπών, αλλά για αίτημα περί αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως του προγενεστέρου σήματος, δηλαδή πρόκειται για νέο δικονομικό αίτημα, το οποίο μεταβάλλει το αντικείμενο της ανακοπής, και, ως εκ τούτου, συνιστά ζήτημα λογικώς προηγούμενο της εξετάσεως της ανακοπής, λόγος για τον οποίο έπρεπε να έχει υποβληθεί κατά τον δέοντα χρόνο ενώπιον του τμήματος ανακοπών.
112 Συνεπώς, το αίτημα περί αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως προσθέτει στη διαδικασία ανακοπής το εν λόγω προκριματικό ζήτημα και, υπό την έννοια αυτή, μεταβάλλει το αντικείμενό της. Η υποβολή του αιτήματος αυτού για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών συνεπάγεται την εξέταση από το εν λόγω τμήμα ενός νέου ειδικού αιτήματος, το οποίο αφορά διαφορετικούς πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς από εκείνους που οδήγησαν στην υποβολή της προσφυγής κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος.
113 Επομένως, αν και η λειτουργική συνέχεια μεταξύ του τμήματος ανακοπών και του τμήματος προσφυγών, περί της οποίας γίνεται λόγος στη νομολογία που αναφέρεται στη σκέψη 110 ανωτέρω, συνεπάγεται την επανεξέταση της υποθέσεως από το δεύτερο, η υποβολή του αιτήματος αυτού για πρώτη φορά ενώπιον του τμήματος προσφυγών δεν δικαιολογείται, εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι συνεπάγεται την εξέταση, εκ μέρους του τμήματος προσφυγών, υποθέσεως διαφορετικής από αυτή που υποβλήθηκε στο τμήμα ανακοπών, ήτοι υποθέσεως το αντικείμενο της οποίας διευρύνθηκε με την προσθήκη του προκριματικού ζητήματος της ουσιαστικής χρήσεως του προγενεστέρου σήματος.
114 Υπό τις συνθήκες αυτές, το τμήμα προσφυγών ορθώς αποφάνθηκε, με τη σκέψη 14 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «το αίτημα της [AMS Advanced Medical Services GmbH] για την προσκόμιση αποδείξεων χρήσεως [έπρεπε] να απορριφθεί επειδή υποβλήθηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής ενώ μπορούσε και έπρεπε να υποβληθεί κατά τον δέοντα χρόνο ενώπιον του τμήματος ανακοπών».
115 Επιβάλλεται, επομένως, η απόρριψη του δευτέρου λόγου της προσφυγής.
116 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
117 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν έχει διατυπωθεί σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του ΓΕΕΑ και της παρεμβαίνουσας, σύμφωνα με το αίτημα που διατύπωσαν οι διάδικοι αυτοί.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την AMS Advanced Medical Services GmbH στα δικαστικά έξοδα.
Βηλαράς
Martins Ribeiro
Jürimäe
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 18 Οκτωβρίου 2007.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
Μ. Βηλαράς
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy