ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 15ης Μαρτίου 2007
Υπόθεση T-430/03
Iosif Dascalu
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπάλληλοι – Διορισμός – Αναθεώρηση της κατατάξεως σε βαθμό και κλιμάκιο – Εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου – Άρθρο 5, άρθρο 31, παράγραφος 2, άρθρο 32, δεύτερο εδάφιο, άρθρα 45 και 62 του ΚΥΚ»
Αντικείμενο: Προσφυγή με αντικείμενο, αφενός, αίτημα περί ακυρώσεως των αποφάσεων της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 2002 και της 14ης Απριλίου 2003, περί τροποποιήσεως της κατατάξεως του προσφεύγοντος σε βαθμό, καθόσον οι αποφάσεις αυτές τον κατατάσσουν, από την ημερομηνία του διορισμού του, στον βαθμό Α6, πρώτο κλιμάκιο, ορίζουν την 5η Οκτωβρίου 1995 ως ημερομηνία ενάρξεως των χρηματικών συνεπειών τους και δεν αποκαθιστούν τη σταδιοδρομία του προσφεύγοντος όσον αφορά την κατάταξή του σε βαθμό, και, επικουρικώς, αίτημα περί ακυρώσεως των αποφάσεων με τις οποίες απορρίφθηκαν οι διοικητικές ενστάσεις του προσφεύγοντος και, αφετέρου, αίτημα περί αποκαταστάσεως της εκ των αποφάσεων αυτών ζημίας.
Απόφαση: Η απόφαση της Επιτροπής της 14ης Απριλίου 2003 ακυρώνεται καθόσον ορίζει ως χρονικό σημείο ενάρξεως των χρηματικών συνεπειών της την 5η Οκτωβρίου 1995. Η Επιτροπή θα προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων του προσφεύγοντος και των προσόντων των υπαλλήλων που προήχθησαν στον βαθμό Α5 από τις 16 Απριλίου 1993 και, κατόπιν, στον βαθμό Α4 από τις 16 Ιανουαρίου 1998 και εντεύθεν. Κατόπιν αυτής της εξετάσεως και αν η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να προσφέρει στον προσφεύγοντα την προαγωγή κατά βαθμό που θα θεωρηθεί δικαιολογημένη, καλούνται οι διάδικοι να αναζητήσουν συμφωνία όσον αφορά την προσήκουσα αποζημίωση λαμβάνοντας, ενδεχομένως, υπόψη το αίτημα αποζημιώσεως που διατύπωσε ο προσφεύγων. Οι διάδικοι θα ενημερώσουν το Πρωτοδικείο εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως για το περιεχόμενο της συμφωνίας στην οποία θα έχουν, ενδεχομένως, καταλήξει ή, άλλως, θα υποβάλουν στο Πρωτοδικείο τις στηριζόμενες σε αριθμητικά στοιχεία προτάσεις τους ως προς την εκτίμηση της προκληθείσας ζημίας. Η προσφυγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διορισμός σε βαθμό – Διορισμός στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 31 § 2, και 32, εδ. 2)
2. Υπάλληλοι – Βλαπτική απόφαση – Απόφαση περί κατατάξεως σε βαθμό και κλιμάκιο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 25, εδ. 2, και 90 § 2)
3. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διορισμός σε βαθμό και κατάταξη σε κλιμάκιο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 31 § 2, και 32, εδ. 2)
4. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Ίση μεταχείριση – Κατάταξη σε κλιμάκιο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 5 § 3, 31 § 2, και 32, εδ. 2)
5. Υπάλληλοι – Πρόσληψη – Διορισμός σε βαθμό
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 31 § 2, 45 § 1, και 62, εδ. 1)
6. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη θεσμικών οργάνων – Υπηρεσιακό πταίσμα
1. Λαμβανομένης υπόψη της μερικής αλληλεπικαλύψεως των κριτηρίων για την κατάταξη σε ανώτερο βαθμό σταδιοδρομίας και για τον καθορισμό του κλιμακίου, ιδίως όσον αφορά τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας, το αίτημα προς την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να εξετάσει τυχόν εξαιρετικά προσόντα του υπαλλήλου, προκειμένου να αναθεωρήσει την κατάταξη του σε βαθμό κατά τον διορισμό, ώστε να τον κατατάξει στον ανώτερο βαθμό, περιλαμβάνει οπωσδήποτε και αίτημα επανεξετάσεως του κλιμακίου στο οποίο κατατάχθηκε ο υπάλληλος με την αρχική απόφαση περί κατατάξεως.
(βλ. σκέψη 40)
2. Προκειμένου περί αποφάσεως κατατάξεως σε βαθμό και κλιμάκιο, η αιτιολογία μπορεί λυσιτελώς να δοθεί με την απόφαση επί της διοικητικής ενστάσεως, εφόσον με την απόφαση αυτή εξετάζεται, αφενός, η συνδρομή των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται, βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: ΚΥΚ), η νομιμότητα της διαδικασίας και, αφετέρου, οι συγκεκριμένοι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ληφθείσα έναντι του συγκεκριμένου υπαλλήλου απόφαση. Αν η εν λόγω αιτιολογία κριθεί ανεπαρκής, μπορούν να δοθούν συμπληρωματικές διευκρινίσεις κατά τη δίκη.
(βλ. σκέψεις 48 και 51)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 19 Νοεμβρίου 1998, C‑316/97 P, Κοινοβούλιο κατά Gaspari, Συλλογή 1998, σ. I‑7597, σκέψη 29· ΠΕΚ, 3 Μαρτίου 1993, T‑25/92, Vela Palacios κατά ΟΚΕ, Συλλογή 1993, σ. II‑201, σκέψη 26· ΠΕΚ, 17 Μαΐου 1995, T‑16/94, Μπενέκος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑103 και II‑335, σκέψη 36· ΠΕΚ, 16 Οκτωβρίου 1996, T‑37/94, Μπενέκος κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1996, σ. I‑A‑461 και II‑1301, σκέψη 46· ΠΕΚ, 6 Νοεμβρίου 1997, T‑71/96, Berlingieri Vinzek κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑339 και II‑921, σκέψη 79· ΠΕΚ, 26 Ιανουαρίου 2000, T‑86/98, Γκουλούσης κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. I‑A‑5 και II‑23, σκέψη 79· ΠΕΚ, 17 Δεκεμβρίου 2003, T‑133/02, Chawdhry κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑329 και II‑1617, σκέψη 121· ΠΕΚ, 26 Οκτωβρίου 2004, T‑55/03, Brendel κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑311 και II‑1437, σκέψη 120· ΠΕΚ, 16 Φεβρουαρίου 2005, T‑284/03, Aycinena κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑29 και II‑125, σκέψη 33· ΠΕΚ, 15 Νοεμβρίου 2005, T‑145/04, Righini κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑349 και II‑1547, σκέψη 55
3. Εντός του πλαισίου που καθορίζεται από τα άρθρα 31 και 32, δεύτερο εδάφιο, ΚΥΚ, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την εκτίμηση της επαγγελματικής πείρας προσώπου που προσλαμβάνεται ως υπάλληλος, όσον αφορά τόσο τη φύση και τη διάρκεια της επαγγελματικής πείρας, όσο και τον βαθμό συνάφειάς της με τις απαιτήσεις της προς πλήρωση θέσεως. Επομένως, κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού ελέγχου επί αποφάσεως περί κατατάξεως σε κλιμάκιο υπαλλήλου που έχει διοριστεί στον ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας, ο δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμηση της εν λόγω αρχής με τη δική του.
Επομένως, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, εφόσον, συνεκτιμώντας την εκπαίδευση και την ειδική επαγγελματική πείρα νεοπροσλαμβανομένου υποψηφίου, τον διορίσει, από την ημερομηνία διορισμού του, στον ανώτερο βαθμό, μπορεί να θεωρήσει ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν δικαιούται αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας στον βαθμό αυτόν, διότι η εκπαίδευσή του και η επαγγελματική πείρα του ελήφθησαν υπόψη κατά τον διορισμό του σε βαθμό.
(βλ. σκέψεις 77 και 79)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 5 Οκτωβρίου 1988, 314/86 και 315/86, De Szy-Tarisse και Feyaerts κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 6013, σκέψη 26· ΠΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 1991, T‑2/90, Ferreira de Freitas κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II‑103, σκέψη 56· Aycinena κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 72
4. Δεδομένου ότι οι υπάλληλοι που διορίζονται σε ανώτερο βαθμό της σταδιοδρομίας τους και αυτοί που διορίζονται στον βασικό βαθμό της κατηγορίας τους δεν βρίσκονται στην ίδια πραγματική και νομική κατάσταση, το γεγονός ότι οι υπάλληλοι που προσλαμβάνονται στον βασικό βαθμό της σταδιοδρομίας τους δικαιούνται αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας, ενώ οι διοριζόμενοι στον ανώτερο βαθμό ενδέχεται, λόγω της κατατάξεώς τους σε βαθμό, να μην τύχουν τέτοιας αναγνωρίσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως διαφορετική μεταχείριση των εν λόγω υπαλλήλων.
(βλ. σκέψη 90)
5. Με τον διαχωρισμό, επ’ ευκαιρία της αναθεωρήσεως της κατά τον διορισμό κατατάξεως του υπαλλήλου σε βαθμό, της τροποποιήσεως της εν λόγω κατατάξεως από τις χρηματικές συνέπειες της αποφάσεως αυτής, για την επέλευση των οποίων ορίστηκε μεταγενέστερη ημερομηνία, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή περιορίζει κατά τρόπο αυθαίρετο το δικαίωμα αποδοχών του ενδιαφερομένου, το οποίο αποτελεί προσωποπαγές δικαίωμα, διασφαλιζόμενο από τον ΚΥΚ, και μπορεί να περιοριστεί μόνο με ρητή διάταξη του ΚΥΚ, όπως προβλέπει το άρθρο 62, πρώτο εδάφιο, αυτού.
Σκοπός της αιτήσεως ανακατατάξεως είναι, επομένως, η αναθεώρηση της αρχικής κατατάξεως σε βαθμό κατά την πρόσληψη του υπαλλήλου. Η περίπτωση αυτή πρέπει να διακρίνεται από την προαγωγή κατά βαθμό η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, συνεπάγεται την απονομή στον υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, του ανώτερου βαθμού της κατηγορίας στην οποία ανήκει. Εξάλλου, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, προβαίνοντας στον προαναφερθέντα διαχωρισμό, δεν λαμβάνει υπόψη της τη διάκριση μεταξύ, αφενός, αιτήσεως περί ανακατατάξεως, με αντικείμενο την αναθεώρηση της αρχικής κατατάξεως σε βαθμό κατά τον διορισμό του υπαλλήλου, και της προαγωγής, η οποία, κατά το άρθρο 45, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, συνεπάγεται διορισμό του υπαλλήλου, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του, σε ανώτερο βαθμό της κατηγορίας στην οποία ανήκει.
Συναφώς, το γεγονός ότι η αρχική απόφαση κατατάξεως δεν προσβλήθηκε εμπρόθεσμα δεν ασκεί επιρροή, εφόσον η απόφαση ανακατατάξεως στον ανώτερο βαθμό κατά τον διορισμό, η οποία εκδόθηκε προς εκτέλεση της αποφάσεως C‑389/98 P, Gevaert κατά Επιτροπής, υποκαθιστά πλήρως την αρχική απόφαση κατατάξεως.
(βλ. σκέψεις 98, 102, 103, 105, 106 και 108)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 11 Ιανουαρίου 2001, C‑389/98 P, Gevaert κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑65, σκέψη 39· ΠΕΚ, 27 Ιουνίου 2001, T‑214/00, X κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I‑A‑143 και II‑663, σκέψη 29
6. Συνιστά υπηρεσιακό πταίσμα και στοιχειοθετεί ευθύνη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ο εκ μέρους της ο επανειλημμένος αποκλεισμός, από συγκριτική εξέταση προσόντων ενόψει προαγωγής, υπαλλήλου του οποίου την κατάταξη σε βαθμό κατά τον διορισμό η εν λόγω αρχή αναθεώρησε εκπρόθεσμα, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, της 11ης Ιανουαρίου 2001, C‑389/98 P, Gevaert κατά Επιτροπής, διότι έτσι δεν κατέστη δυνατή η εξέταση της υποψηφιότητας του ενδιαφερομένου κατά τις αντίστοιχες προαγωγές.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ευθύνη της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής απαιτείται, πέραν του πταίσματος αυτού, να διαπιστωθεί επίσης το υποστατό και το βάσιμο της προβαλλόμενης ζημίας. Για να αποδειχθεί η ζημία, πρέπει, εν προκειμένω, να προηγηθεί συγκριτική εξέταση των προσόντων του προσφεύγοντος και των υπαλλήλων που προήχθησαν κατά τις προαγωγές από τις οποίες ο πρώτος αποκλείστηκε παρανόμως, ούτως ώστε να διαπιστωθεί αν ο προσφεύγων όντως στερήθηκε την προαγωγή την οποία ευλόγως προσδοκούσε και, εφόσον τούτο συμβαίνει, να υπολογιστεί η ζημία την οποία υπέστη.
(βλ. σκέψεις 128, 129 και 136 έως 139)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 12 Δεκεμβρίου 1996, T‑99/95, Stott κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑2227, σκέψη 72
Full & Egal Universal Law Academy