Υπόθεση T-442/03
SIC – Sociedade Independente de Comunicação, SA
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κρατικές ενισχύσεις – Μέτρα που έλαβε η Δημοκρατία της Πορτογαλίας υπέρ του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα RTP για τη χρηματοδότηση της δημόσιας υπηρεσίας που του έχει παραχωρηθεί – Απόφαση κρίνουσα ότι ορισμένα μέτρα δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις και ότι τα υπόλοιπα είναι συμβατά με την κοινή αγορά – Χαρακτηρισμός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως – Συμβατότητα με την κοινή αγορά – Υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξέτασης»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Έννοια – Επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου
(Άρθρο 87 § 1 ΕΚ)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Έννοια – Ενισχύσεις παρεχόμενες από δημόσια επιχείρηση
(Άρθρο 87 § 1 ΕΚ)
3. Ανταγωνισμός – Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Ανάθεση της παροχής των υπηρεσιών αυτών κατόπιν διαγωνισμού χωρίς τούτο να είναι απαραίτητο
(Άρθρο 86 § 2 ΕΚ· πρωτόκολλο του Άμστερνταμ)
4. Ανταγωνισμός – Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Ορισμός των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Εξουσία εκτιμήσεως των κρατών μελών
(Άρθρο 86 § 2 ΕΚ)
5. Ανταγωνισμός – Επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος – Τήρηση, εκ μέρους του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα, των ποιοτικών προδιαγραφών που έχουν καθοριστεί με την πράξη παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας – Αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους
(Άρθρο 86 § 2 ΕΚ)
6. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Διοικητική διαδικασία – Υποχρεώσεις της Επιτροπής – Επιμελής και αμερόληπτη εξέταση
(Άρθρο 88 § 2 ΕΚ)
1. Η προϋπόθεση της επιλεκτικότητας δεν πληρούται στην περίπτωση κρατικού μέτρου το οποίο, μολονότι παρέχει πλεονέκτημα σε συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων, δεν παρεκκλίνει, εντούτοις, από την κανονική εφαρμογή του συστήματος, αλλά, αντιθέτως, είναι συμφυές με αυτό και συνιστά, ως εκ τούτου, μέτρο ενσωματωμένο στο σύστημα ή, ακόμη, στην περίπτωση που η προκύπτουσα από το εν λόγω μέτρο διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος.
Αν η εθνική νομοθεσία προβλέπει απαλλαγή των δημοσίων επιχειρήσεων από την υποχρέωση καταρτίσεως συμβολαιογραφικής πράξεως, σε περίπτωση μετατροπής τους σε ανώνυμες εταιρίες, η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάσει αν, παρά τον ειδικό χαρακτήρα της, η απαλλαγή από τα συμβολαιογραφικά έξοδα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, επειδή η σχετική νομοθεσία δεν θεσπίστηκε για να απαλλαγούν οι δημόσιες επιχειρήσεις από τις επιβαρύνσεις, αλλ’ απλώς εντάσσεται στη λογική του πορτογαλικού νομικού συστήματος.
(βλ. σκέψεις 64-67)
2. Για να μπορούν κάποια πλεονεκτήματα να χαρακτηριστούν ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει, αφενός, να χορηγούνται άμεσα ή έμμεσα μέσω κρατικών πόρων και, αφετέρου, να μπορούν να καταλογιστούν στο Δημόσιο. Ο καταλογισμός ενός μέτρου στο Δημόσιο δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στο γεγονός ότι αυτό έχει ληφθεί από δημόσια επιχείρηση. Συγκεκριμένα, ακόμη και αν το Δημόσιο ελέγχει μια δημόσια επιχείρηση και ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των συναλλαγών της, η πραγματική άσκηση τέτοιου ελέγχου δεν τεκμαίρεται αυτόματα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Πρέπει επίσης να εξετάζεται κατά πόσον οι δημόσιες αρχές ενεπλάκησαν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο στη λήψη των μέτρων αυτών.
Συναφώς, ο καταλογισμός στο Δημόσιο ενός μέτρου ενίσχυσης που έχει ληφθεί από δημόσια επιχείρηση μπορεί, ενδεχομένως, να στηριχθεί και σε ορισμένες άλλες ενδείξεις, όπως, π.χ., η ένταξη της επιχείρησης στις δομές της δημόσιας διοίκησης, η φύση των δραστηριοτήτων της και η άσκησή τους στην αγορά υπό συνθήκες συνήθους ανταγωνισμού προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, το νομικό καθεστώς της επιχείρησης, δηλαδή αν διέπεται από το δημόσιο δίκαιο ή το κοινό εταιρικό δίκαιο, ο βαθμός της εποπτείας που ασκούν οι δημόσιες αρχές επί της διαχείρισης της επιχείρησης ή οποιαδήποτε άλλη ένδειξη από την οποία να συνάγεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι έχουν εμπλακεί ή ότι είναι απίθανο να μην έχουν εμπλακεί οι δημόσιες αρχές στη λήψη ορισμένου μέτρου, λαμβανομένων υπόψη της εκτάσεως του μέτρου, του περιεχομένου του ή των συνθηκών που δημιουργεί.
(βλ. σκέψεις 93-95, 98-99)
3. Δεν προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ και από τη σχετική νομολογία ότι η παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος μπορεί να ανατίθεται σε επιχείρηση μόνον κατόπιν διαγωνισμού.
Ο χαρακτηρισμός της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας ως υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και όχι ως υπηρεσίας γενικού συμφέροντος χωρίς οικονομικό χαρακτήρα εξηγείται μάλλον από την de facto σημασία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στον τομέα αυτόν, ο οποίος, άλλωστε, έχει ανταγωνιστικό και εμπορικό χαρακτήρα, παρά από τον προβαλλόμενο εμπορικό χαρακτήρα της. Όπως σαφώς προκύπτει από το πρωτόκολλο του Άμστερνταμ, η δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία είναι «άρρηκτα συνδεδεμέν[η] με τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας».
Αυτή η ιδιαιτερότητα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης αποτελεί, άλλωστε, το θεμέλιο της ελευθερίας που αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το πρωτόκολλο του Άμστερνταμ όσον αφορά την παραχώρηση της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος της ραδιοτηλεόρασης. Η εν λόγω ιδιαιτερότητα εξηγεί και δικαιολογεί το ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αναθέσει μια τέτοια υπηρεσία με διαγωνισμό, τουλάχιστον οσάκις αποφασίζει να αναλάβει το ίδιο την παροχή της υπηρεσίας αυτής, μέσω δημόσιας εταιρίας.
(βλ. σκέψεις 145, 153-154)
4. Τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό του τι θεωρούν υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος. Επομένως, ο ορισμός των εν λόγω υπηρεσιών από ένα κράτος μέλος μπορεί να αμφισβητηθεί από την Επιτροπή μόνο σε περίπτωση προφανούς σφάλματος.
Εξάλλου, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να ορίζουν την υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος της ραδιοτηλεόρασης κατά τρόπο ευρύ, ώστε να συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν η μετάδοση προγραμμάτων γενικού περιεχομένου. Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση επειδή ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας ασκεί και εμπορικές δραστηριότητες, όπως η πώληση διαφημιστικού χώρου. Συγκεκριμένα, μια τέτοια αμφισβήτηση συνεπάγεται ότι αυτός καθαυτός ο ορισμός της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος της ραδιοτηλεόρασης εξαρτάται από τον τρόπο χρηματοδότησής της. Μια τέτοια υπηρεσία, όμως, ορίζεται σε σχέση με το γενικό συμφέρον που επιδιώκει να εξυπηρετήσει και όχι σε σχέση με τους πόρους που εξασφαλίζουν την παροχή της.
(βλ. σκέψεις 195, 201-203)
5. Μόνον το κράτος μέλος είναι σε θέση να εκτιμήσει αν ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας τηρεί τις ποιοτικές προδιαγραφές που έχουν καθοριστεί με την πράξη παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας. Η Επιτροπή υποχρεούται, καταρχήν, μόνο να διαπιστώσει αν ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας ελέγχεται από ανεξάρτητο όργανο ως προς το αν ενεργεί σύμφωνα με τους όρους παραχωρήσεως της δημόσιας υπηρεσίας. Μόνον αν από την έρευνα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υφιστάμενος μηχανισμός ελέγχου δεν λειτούργησε μπορεί η Επιτροπή να εξετάσει τη λειτουργία του εν λόγω μηχανισμού, χωρίς, όμως, να υπερβεί τα όρια της εξέτασης αυτής και, ειδικότερα, να μην υποκαταστήσει το κράτος μέλος στην εκτίμηση της τηρήσεως των ποιοτικών κριτηρίων.
(βλ. σκέψεις 212-214)
6. Κατά τη διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, οι ενδιαφερόμενοι, εξαιρέσει του οικείου κράτους μέλους, έχουν μόνον το δικαίωμα να μετέχουν στη διοικητική διαδικασία σε βαθμό επαρκή, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο αυτό, ο ενδιαφερόμενος που ζητεί από την Επιτροπή να υποχρεώσει το κράτος μέλος να παράσχει ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία δεν μπορεί να αξιώσει από την Επιτροπή να ικανοποιήσει το αίτημά του. Στην Επιτροπή απόκειται να εκτιμήσει, ενδεχομένως, τη λυσιτέλεια του αιτήματος αυτού για τις ανάγκες του ελέγχου των επίμαχων μέτρων. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, η Επιτροπή μπορεί να λάβει υπόψη της τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της. Πάντως, το γεγονός ότι τα δικαιώματα συμμετοχής και πληροφορήσεως των ενδιαφερομένων, εκτός των κρατών μελών, είναι περιορισμένα δεν έρχεται σε αντίθεση προς την υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξέτασης που υπέχει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Επομένως, η Επιτροπή διαθέτει μεν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως, αλλά δεν μπορεί, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως επιμελούς και αμερόληπτης εξέτασης, να μη ζητεί να τεθούν στη διάθεσή της πληροφοριακά στοιχεία τα οποία προκύπτει ότι είναι λυσιτελή για την επιβεβαίωση ή τη διάψευση άλλων σχετικών με την εξέταση του επίμαχου μέτρου στοιχείων, των οποίων όμως η αξιοπιστία δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς.
(βλ. σκέψεις 222-225)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 26ης Ιουνίου 2008 (*)
«Κρατικές ενισχύσεις – Μέτρα που έλαβε η Δημοκρατία της Πορτογαλίας υπέρ του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα RTP για τη χρηματοδότηση της δημόσιας υπηρεσίας που του έχει παραχωρηθεί – Απόφαση κρίνουσα ότι ορισμένα μέτρα δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις και ότι τα υπόλοιπα είναι συμβατά με την κοινή αγορά – Χαρακτηρισμός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως – Συμβατότητα με την κοινή αγορά – Υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξέτασης»
Στην υπόθεση T‑442/03,
SIC – Sociedade Independente de Comunicação, SA, με έδρα το Carnaxide (Πορτογαλία), εκπροσωπούμενη από τους C. Botelho Moniz, E. Maia Cadete και M. Rosado da Fonseca, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τη M. Μπαλτά και τον F. Florindo Gijón, στη συνέχεια, από τους Μ. Niejahr, J. Buendía Sierra και G. Braga da Cruz, και, τέλος, από τους B. Martenczuk και G. Braga da Cruz,
καθής,
με αντικείμενο αίτηση περί ακυρώσεως της αποφάσεως 2005/406/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με μέτρα ad hoc που εφάρμοσε η Πορτογαλία υπέρ της RTP (ΕΕ 2005, L 142, σ. 1), κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή κρίνεται ότι ορισμένα από τα μέτρα αυτά δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις και ότι τα υπόλοιπα είναι συμβατά με την κοινή αγορά,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Βηλαρά (εισηγητή), πρόεδρο, E. Martins Ribeiro και K. Jürimäe, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 22ας Νοεμβρίου 2007,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 16 ΕΚ ορίζει:
«Υπό την επιφύλαξη των άρθρων 73, 86 και 87, και ενόψει της θέσης που κατέχουν οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος στα πλαίσια των κοινών αξιών της Ένωσης, καθώς και της συμβολής τους στην προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη, εντός των πλαισίων των αντιστοίχων αρμοδιοτήτων τους, και εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης, μεριμνούν ούτως ώστε οι υπηρεσίες αυτές να λειτουργούν βάσει αρχών και προϋποθέσεων οι οποίες να επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους.»
2 Το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ ορίζει:
«Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας Συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας.»
3 Το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει:
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.»
4 Το Πρωτόκολλο για το σύστημα δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη (ΕΕ 1997, C 340, σ. 109, στο εξής: πρωτόκολλο του Άμστερνταμ), το οποίο προστέθηκε ως παράρτημα στη Συνθήκη ΕΚ με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, ορίζει:
«[Τα κράτη μέλη,] εκτιμώντας ότι το σύστημα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας, καθώς και με την ανάγκη να διασφαλίζεται η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης συμφώνησαν επί των ακόλουθων ερμηνευτικών διατάξεων, οι οποίες προσαρτώνται στη Συνθήκη [ΕΚ]:
Οι διατάξεις της Συνθήκης [ΕΚ] ισχύουν υπό την επιφύλαξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να μεριμνούν για τη χρηματοδότηση της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας, εφόσον η χρηματοδότηση αυτή παρέχεται σε ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς για την εκπλήρωση του στόχου της δημόσιας υπηρεσίας, έτσι όπως την έχει θεσμοθετήσει, οριοθετήσει και οργανώσει κάθε κράτος μέλος, και εφόσον η χρηματοδότηση αυτή δεν επηρεάζει τις συνθήκες του εμπορίου και τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον, ενώ λαμβάνεται υπόψη η πραγματοποίηση του στόχου που εξυπηρετεί αυτή η δημόσια υπηρεσία.»
5 Στις 15 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση σχετική με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις που αφορούν τις δημόσιες υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων (ΕΕ C 320, σ. 5, στο εξής: ανακοίνωση περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων), με την οποία η Επιτροπή διατύπωσε τις αρχές που ακολουθεί κατά την εφαρμογή του άρθρου 87 ΕΚ και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ σχετικά με τη χρηματοδότηση των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών από το Δημόσιο (σημείο 4 της ανακοινώσεως αυτής).
Ιστορικό της διαφοράς
6 Η RTP − Radiotelevisão Portuguesa, SA είναι ανώνυμη εταιρία ανήκουσα στο Δημόσιο, στην οποία έχει παραχωρηθεί η δημόσια υπηρεσία τηλεόρασης στην Πορτογαλία δυνάμει συμβάσεων τιτλοφορούμενων «συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας τηλεόρασης», οι οποίες συνάφθηκαν διαδοχικώς στις 17 Μαρτίου 1993 και στις 31 Δεκεμβρίου 1996 (στο εξής, από κοινού: συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας).
7 Η προσφεύγουσα SIC − Sociedade Independente de Comunicação, SA είναι εμπορική τηλεοπτική εταιρία, η οποία εκμεταλλεύεται ένα από τα κύρια κανάλια ιδιωτικής τηλεόρασης στην Πορτογαλία.
8 Η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή τρεις καταγγελίες, στις 30 Ιουλίου 1993 και στις 12 Φεβρουαρίου 1994 (NN 133/B/01), στις 16 Οκτωβρίου 1996 (NN 85/B/2001) και στις 18 Ιουνίου 1997 (NN 94/B/99) αντιστοίχως, με τις οποίες την ενημέρωσε ότι η Δημοκρατία της Πορτογαλίας χορηγεί ενισχύσεις στην RTP, οι οποίες συνίστανται σε ad hoc μέτρα και σε ετήσιες αντισταθμιστικές πληρωμές.
9 Στις 3 Μαρτίου 1997, η προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T‑46/97, με αίτημα την ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως της Επιτροπής της 7ης Νοεμβρίου 1996, η οποία εκδόθηκε χωρίς να κινηθεί η επίσημη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ), περί διαδικασίας εφαρμογής του άρθρου 88 ΕΚ στον τομέα της χρηματοδοτήσεως των δημοσίων τηλεοπτικών καναλιών, και, αφετέρου, της αποφάσεως την οποία φέρεται ότι περιέχει το έγγραφο της Επιτροπής της 20ής Δεκεμβρίου 1996. Με την απόφαση αυτή και το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή έκρινε ότι ορισμένα από τα καταγγελθέντα μέτρα δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις ενώ, για ορισμένα άλλα ζήτησε πληροφοριακά στοιχεία από τις πορτογαλικές αρχές.
10 Με την απόφαση της 10ης Μαΐου 2000, T‑46/97, SIC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑2125), το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1996, αποφαινόμενο ότι, εφόσον μετά την προκαταρκτική εξέταση της Επιτροπής, η οποία διήρκεσε πολύ περισσότερο από το συνήθως αναγκαίο, εξακολουθούσαν να υφίστανται σοβαρές δυσχέρειες, θα ήταν δικαιολογημένη η κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξέτασης (σκέψεις 105 έως 109 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου). Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή κατά του εγγράφου της 20ής Δεκεμβρίου 1996, κρίνοντας ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν περιείχε απόφαση (σκέψη 49 της αποφάσεως του Πρωτοδικείου).
11 Κατόπιν αυτής της δικαστικής αποφάσεως, η προσφεύγουσα απηύθυνε στην Επιτροπή, με τρία έγγραφα της 26ης Ιουλίου 2001, τρεις προσκλήσεις προς ενέργεια όσον αφορά τις τρεις καταγγελίες της, ζητώντας να κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξέτασης για τα καταγγελλόμενα μέτρα.
12 Παράλληλα με τις εν λόγω προσκλήσεις προς ενέργεια, η προσφεύγουσα άσκησε στις 6 Δεκεμβρίου 2001 ενώπιον του Πρωτοδικείου δύο προσφυγές κατά παραλείψεως, οι οποίες πρωτοκολλήθηκαν με τους αριθμούς T‑297/01 και T‑298/01. Κατόπιν πρωτοβουλίας που ανέλαβε η Επιτροπή στις 7 Νοεμβρίου 2001 και των θέσεων που έλαβε το εν λόγω θεσμικό όργανο στις 13 Νοεμβρίου 2001 και στις 30 Σεπτεμβρίου 2003 (σκέψεις 13 και 14 κατωτέρω), η δίκη επί των προσφυγών αυτών καταργήθηκε (απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Φεβρουαρίου 2004, T‑297/01 και T‑298/01, SIC κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑743).
13 Με έγγραφο της 7ης Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή ζήτησε από τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), στοιχεία σχετικά με τις προαναφερθείσες στην ανωτέρω σκέψη 8 ετήσιες αντισταθμιστικές πληρωμές, προκειμένου να διαπιστώσει αν πρόκειται για νέες ή για υφιστάμενες ενισχύσεις. Εν συνεχεία, με έγγραφο της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, η Επιτροπή κάλεσε τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999, να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, προχωρώντας έτσι στο πρώτο στάδιο εξέτασης των μέτρων αυτών ως υφιστάμενων ενισχύσεων. Αυτές οι ετήσιες αντισταθμιστικές πληρωμές και η σχετική διαδικασία που κινήθηκε με την απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003 δεν αποτελούν αντικείμενο της κρινόμενης προσφυγής.
14 Με έγγραφο της 13ης Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή ενημέρωσε τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας σχετικά με τη απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, όσον αφορά ορισμένα ad hoc μέτρα που έλαβε η Δημοκρατία της Πορτογαλίας υπέρ της RTP μεταξύ 1992 και 1998. Πρόκειται για τα εξής μέτρα:
– απαλλαγή από τέλη και έξοδα καταχωρίσεως του συστατικού εγγράφου της RTP το 1992, ύψους 33 εκατομμυρίων πορτογαλικών εσκούδων (PTE) (στο εξής: φορολογικές απαλλαγές)·
– διευκολύνσεις για την πληρωμή των τελών χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης, τις οποίες παρέσχε η εταιρία Portugal Telecom στην RTP (στο εξής: διευκολύνσεις για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης)·
– συμβιβασμός μεταξύ του αρμοδίου για την κοινωνική ασφάλιση οργανισμού και της RTP, για την εξόφληση του χρέους της RTP προς τον οργανισμό αυτό σε δόσεις και την παραίτηση του οργανισμού από την απαίτησή του για τόκους υπερημερίας·
– αύξηση του κεφαλαίου της RTP κατά 5,4 δισεκατομμύρια PTE, το 1993, ως αντιστάθμισμα της πωλήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης από την RTP·
– ομολογιακό δάνειο 5 δισεκατομμυρίων PTE το 1994 με την εγγύηση της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας (στο εξής: ομολογιακό δάνειο του 1994)·
– πρωτόκολλο που συνήφθη το 1996 μεταξύ της RTP και του Υπουργείο Πολιτισμού της Πορτογαλίας, σχετικά με την ενίσχυση του κινηματογράφου από την RTP·
– σχέδιο αναδιαρθρώσεως για το διάστημα μεταξύ 1996 και 2000·
– αύξηση κεφαλαίου της RTP κατά 52,2 δισεκατομμύρια PTE από τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας μεταξύ 1994 και 1997·
– δάνεια της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας προς την RTP, το 1997 και το 1998, συνολικού ύψους 20 δισεκατομμυρίων PTE.
15 Η απόφαση κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξέτασης δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ 2002, C 85, σ. 9) και κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα με έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2002. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή ζήτησε από τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις.
16 Η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή με το υπ’ αριθ. 1543.003.CA.001 έγγραφο της 8ης Φεβρουαρίου 2002 και με το υπ’ αριθ. 1543.003.OB.001 έγγραφο της 9ης Μαΐου 2002.
17 Με τις παρατηρήσεις αυτές, ζήτησε από την Επιτροπή να υποχρεώσει τις πορτογαλικές αρχές να δημοσιοποιήσουν τις προβλεπόμενες από το άρθρο 19 της συμβάσεως παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας του 1993 και από το άρθρο 25 της συμβάσεως παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας του 1996 εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου της RTP (στο εξής: συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου). Η προσφεύγουσα ζήτησε να της δοθεί η δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις επί των εκθέσεων αυτών.
18 Η Επιτροπή δεν απάντησε στα αιτήματα αυτά της προσφεύγουσας.
19 Από τον Μάρτιο του 2003 και για να επιτύχει τη δημοσιοποίηση των συμβατικώς προβλεπόμενων εκθέσεων εξωτερικού ελέγχου ή για να λάβει έγγραφη βεβαίωση περί της μη υπάρξεώς τους, η προσφεύγουσα προέβη, σε εθνικό επίπεδο, σε διάφορες ενέργειες, αρχικώς ενώπιον του Υπουργού Επικρατείας και Οικονομικών, του Υπουργού Προεδρίας και του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της RTP, ακολούθως ενώπιον της πορτογαλικής επιτροπής προσβάσεως σε διοικητικά έγγραφα και, τέλος, ενώπιον του Tribunal Administrativo de Círculo de Lisboa (διοικητικό πρωτοδικείο Λισαβόνας, Πορτογαλία).
20 Με έγγραφο της 16ης Μαΐου 2003, η προσφεύγουσα ζήτησε εκ νέου από την Επιτροπή να υποχρεώσει τις πορτογαλικές αρχές να δημοσιοποιήσουν τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου.
21 Με έγγραφο της 19ης Ιουνίου 2003, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό.
22 Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 2003 που απέστειλε στην Επιτροπή, η προσφεύγουσα επέκρινε τη θέση που αυτή έλαβε.
23 Με την απόφαση 2005/406/ΕΚ, της 15ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με μέτρα ad hoc που εφάρμοσε η Πορτογαλία υπέρ της RTP (ΕΕ 2005, L 142, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή αποφάσισε ότι ορισμένα από τα ad hoc μέτρα συνιστούν κρατικές ενισχύσεις συμβατές με την κοινή αγορά (άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως), ενώ τα υπόλοιπα ad hoc μέτρα δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις (άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
24 Μετά από απόφαση του Tribunal Administrativo de Círculo de Lisboa της 16ης Οκτωβρίου 2003, οι πορτογαλικές αρχές κοινοποίησαν στην προσφεύγουσα μία εκ των συμβατικώς προβλεπόμενων εκθέσεων εξωτερικού ελέγχου, την οποία είχε καταρτίσει το 2001 μια ελεγκτική εταιρία για τη χρήση 1998 (στο εξής: συμβατικώς προβλεπόμενη έκθεση εξωτερικού ελέγχου για το 1998). Οι πορτογαλικές αρχές ενημέρωσαν την προσφεύγουσα, σχετικά με τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου για τα έτη 1993 έως 1997, ότι «ο Υπουργός Προεδρίας, μη έχοντας στην κατοχή του τις εκθέσεις αυτές, δεν δύναται να εκδώσει επίσημη βεβαίωση, διότι η ύπαρξη των εκθέσεων αυτών δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί με βεβαιότητα».
25 Με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 2003, η Επιτροπή κοινοποίησε την προσβαλλόμενη απόφαση στην προσφεύγουσα.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
26 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 31 Δεκεμβρίου 2003, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
27 Κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Πρωτοδικείου στις 13 Σεπτεμβρίου 2004, ο εισηγητής δικαστής ορίστηκε πρόεδρος του πέμπτου τμήματος και η εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως ανατέθηκε, ως εκ τούτου, στο τμήμα αυτό.
28 Η προσφεύγουσα προσκόμισε συνημμένη στο υπόμνημα απαντήσεως την υπ’ αριθ. 08/2002 έκθεση ελέγχου διαχείρισης της RTP, της 6ης Ιουνίου 2002, την οποία είχε καταρτίσει το Tribunal de Contas (Ελεγκτικό Συνέδριο της Πορτογαλίας) (στο εξής: έκθεση του Tribunal de Contas). Εξάλλου, η προσφεύγουσα ζήτησε από το Πρωτοδικείο, δυνάμει του άρθρου 65, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, να υποχρεώσει την Επιτροπή να προσκομίσει τα λεπτομερή στοιχεία που της διαβίβασαν, σύμφωνα με το υπόμνημα αντικρούσεως, οι πορτογαλικές αρχές.
29 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία που απαιτούνται για την εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ·
– να ακυρώσει το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον ορίζει ότι οι φορολογικές απαλλαγές, οι διευκολύνσεις για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης και το ομολογιακό δάνειο του 1994 δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
30 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
31 Η υπό κρίση προσφυγή, πέραν των τεσσάρων λόγων ακυρώσεως, αντλούμενων, πρώτον, από παραβίαση της υποχρεώσεως επιμέλειας και της υποχρεώσεως αμεροληψίας, δεύτερον, από πλάνη περί τα πράγματα και από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, τρίτον, από πλάνη περί το δίκαιο οφειλόμενη σε παράλειψη χαρακτηρισμού ορισμένων μέτρων ως κρατικών ενισχύσεων και, τέταρτον, από πλάνη περί το δίκαιο, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, ουσιαστικά διαρθρώνεται σε δύο κύριες αμφισβητήσεις, που αντιστοιχούν στα δύο άρθρα του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και στον τρίτο και τέταρτο λόγο ακυρώσεως.
32 Η πρώτη κύρια αμφισβήτηση, που αντιστοιχεί στον τρίτο λόγο ακυρώσεως, αφορά τη διαπίστωση στην οποία καταλήγει η Επιτροπή με το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι ορισμένα μέτρα που θέσπισε η Δημοκρατία της Πορτογαλίας δεν συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
33 Η δεύτερη κύρια αμφισβήτηση, που αντιστοιχεί στον τέταρτο λόγο ακυρώσεως αφορά τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι για ορισμένα άλλα μέτρα, τα οποία δεν αμφισβητείται ότι συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, μπορεί να ισχύσει η παρέκκλιση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ (άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
34 Σε σχέση, ειδικότερα, με τη δεύτερη αμφισβήτηση, η προσφεύγουσα προβάλλει, με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, καθώς και με ορισμένα στοιχεία του δεύτερου, ότι η Επιτροπή παραβίασε την υποχρέωσή της για επιμελή και αμερόληπτη εξέταση.
35 Καταρχάς, πρέπει να εξετασθεί, η πρώτη κύρια αμφισβήτηση, ήτοι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο οφειλόμενη σε παράλειψη χαρακτηρισμού ορισμένων μέτρων ως κρατικών ενισχύσεων
Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από τον μη χαρακτηρισμό των φορολογικών απαλλαγών ως κρατικών ενισχύσεων
– Επιχειρήματα των διαδίκων
36 Κατά την προσφεύγουσα, το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του Lei n° 21/92, transforma a Radiotelevisão Portuguesa, E.P., em sociedade anónima, της 14ης Αυγούστου 1992 (πορτογαλικού νόμου 21/92 περί της μετατροπής της Radiotelevisão Portuguesa, E.P., σε ανώνυμη εταιρία) (Diário da República I, σειρά I‑A, αριθ. 187, της 14ης Αυγούστου 1992, στο εξής: νόμος 21/92) και με το οποίο επιτρέπεται η επίσημη καταχώριση, χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο, της πράξεως μετατροπής της RTP σε ανώνυμη εταιρία, συνιστά πλεονέκτημα για την RTP το οποίο δεν χορηγήθηκε σε άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά. Συγκεκριμένα, συνέπεια του μέτρου αυτού ήταν η απαλλαγή της RTP από την καταβολή των τελών καταχωρίσεως και των αμοιβών που απαιτούνται για τη συγκεκριμένη μετατροπή. Η απαλλαγή αυτή ανερχόταν στο ποσό των 33 εκατομμυρίων PTE.
37 Εξάλλου, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του νόμου 21/92 προέβλεπε, επίσης, απεριόριστη απαλλαγή της RTP από την καταβολή τελών και αμοιβών για οποιαδήποτε εγγραφή, καταχώριση ή θεώρηση ενώπιον οποιασδήποτε δημόσιας αρχής.
38 Αντιθέτως προς την εκτίμηση που διατύπωσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες παρέχονται πλεονεκτήματα στη δικαιούχο επιχείρηση και οι οποίες έχουν επιλεκτικό χαρακτήρα, καθώς ισχύουν μόνο για τις δημόσιες επιχειρήσεις, συνιστούν κρατικές ενισχύσεις.
39 Δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι γενικές αρχές και η οικονομία του ισχύοντος στην Πορτογαλία νομικού συστήματος μπορούν να δικαιολογήσουν, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η Επιτροπή, τη χορήγηση τέτοιων προνομίων στην RTP.
40 Η Επιτροπή, απαντώντας, υπενθυμίζει τη συλλογιστική των αιτιολογικών σκέψεων 125 επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως.
41 Τονίζει ότι η μετατροπή της RTP σε ανώνυμη εταιρία δεν ήταν αναγκαία και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πλεονέκτημα. Μοναδικός σκοπός της ήταν να λειτουργήσει ένας δημόσιος φορέας κατά το δυνατόν όπως οι ιδιωτικές επιχειρήσεις.
42 Επιπλέον, ακόμη και αν ευσταθούσε η άποψη της προσφεύγουσας και σε περίπτωση που η RTP επιβαρύνονταν με όλα τα σχετικά με την τροποποίηση του καταστατικού της έξοδα συμβολαιογράφου και καταχωρίσεως, το σχετικό κόστος θα βάρυνε τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας, χωρίς οι «ενισχύσεις» αυτές να μπορούν να θεωρηθούν παράνομες, καθότι, ως αναγκαίες για τη σύσταση της επιχείρησης, θα συνδέονταν άμεσα με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας από την RTP.
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
43 Κατά πάγια νομολογία, για να χαρακτηριστεί ένα μέτρο ως ενίσχυση πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1990, C‑142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑959, σκέψη 25, της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C‑278/92 έως C‑280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. I‑4103, σκέψη 20, και της 16ης Μαΐου 2002, C‑482/99, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑4397, σκέψη 68).
44 Η αρχή της απαγορεύσεως των κρατικών ενισχύσεων που θέτει το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, στηρίζεται στις εξής προϋποθέσεις. Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για παρέμβαση κρατική ή μέσω κρατικών πόρων. Δεύτερον, ο δικαιούχος πρέπει να αντλεί από αυτήν πλεονέκτημα. Τρίτον, η παρέμβαση πρέπει να επηρεάζει τις μεταξύ κρατών μελών εμπορικές συναλλαγές. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
45 Η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, ήτοι η διάθεση κρατικών πόρων, δεν εξετάζεται εν προκειμένω. Αναμφισβήτητα πληρούται.
46 Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας επικεντρώνονται στη δεύτερη και στην τρίτη προϋπόθεση. Με τις φορολογικές απαλλαγές χορηγήθηκε και διατηρείται υπέρ της RTP, κατά τρόπο επιλεκτικό, οικονομικό πλεονέκτημα, το οποίο δεν χορηγήθηκε σε άλλες επιχειρήσεις.
47 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, κατ’ ουσίαν, η προσφεύγουσα διακρίνει δύο πλεονεκτήματα.
48 Πρώτον, στην RTP χορηγήθηκε εφάπαξ πλεονέκτημα, το οποίο συνίσταται στην απαλλαγή από την καταβολή των τελών καταχωρίσεως και των αμοιβών που απαιτούνται για τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία.
49 Δεύτερον, στην RTP χορηγήθηκε πάγιο πλεονέκτημα, το οποίο συνίσταται στην απαλλαγή της από την καταβολή παντός τέλους και αμοιβής, χωρίς περιορισμούς, για οποιαδήποτε εγγραφή, καταχώριση ή θεώρηση, ενώπιον όλων των δημοσίων αρχών.
50 Πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, το εφάπαξ πλεονέκτημα που, κατά την προσφεύγουσα, χορηγήθηκε στην RTP.
51 Το πλεονέκτημα αυτό είναι, στην πράξη, διττό: αφενός, η RTP απαλλάχθηκε από την υποχρέωση καταρτίσεως της συμβολαιογραφικής πράξεως που κανονικά απαιτείται και, επομένως, από τις σχετικές συμβολαιογραφικές αμοιβές (για τις οποίες χρησιμοποιείται, επίσης, η φράση «έξοδα συμβολαιογράφου»). Αφετέρου, απαλλάχθηκε από τα σχετικά έξοδα καταχωρίσεως και δημοσιεύσεως, καθώς οι μεν διατυπώσεις καταχωρίσεως που απαιτούνται για τη μετατροπή της RTP σε ανώνυμη εταιρία πραγματοποιήθηκαν αυτεπαγγέλτως, οι δε διατυπώσεις δημοσιότητας δεν ήταν, κατά την Επιτροπή, απαραίτητο να τηρηθούν λόγω της δημοσιεύσεως του νόμου 21/92 στην Diário da República (σκέψη 36 ανωτέρω).
52 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή υποστηρίζει, σχετικά με τις δύο αυτές πτυχές του εφάπαξ πλεονεκτήματος, ότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, του νόμου 21/92, βάσει του οποίου η RTP απαλλάχθηκε από τη καταβολή εξόδων συμβολαιογράφου και καταχωρίσεως, δεν παρέχει πλεονέκτημα ειδικά στην RTP. Η διάταξη αυτή απλώς επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εφαρμογής ειδικά ως προς την RTP του Lei n° 84/88 transformação das empresas públicas em sociedades anónimas της 20ής Ιουλίου 1988 (πορτογαλικού νόμου 84/88, περί της μετατροπής των δημοσίων επιχειρήσεων σε ανώνυμες εταιρίες) (Diário da República I, σειρά I, αριθ. 166, της 20ής Ιουλίου 1988, στο εξής: νόμος 84/88), ο οποίος ορίζει ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν να μετατραπούν σε ανώνυμες εταιρίες με νομοθετικό διάταγμα, το οποίο συνιστά πράξη εγκρίσεως του καταστατικού της ανώνυμης εταιρίας και αρκεί για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων καταχωρίσεως (αιτιολογική σκέψη 127 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Η διαφορετική μεταχείριση των δημοσίων επιχειρήσεων των οποίων μεταβάλλεται το νομικό καθεστώς, ενόψει της μετατροπής τους σε ανώνυμες εταιρίες, αποτελεί συνέπεια της λογικής που διέπει το σύστημα και δεν ισοδυναμεί με παροχή ειδικού πλεονεκτήματος στις επιχειρήσεις αυτές, διότι παύουν να υφίστανται οι λόγοι καταβολής των εξόδων (αιτιολογική σκέψη 128 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
53 Προτού εξεταστεί η αιτιολογία της Επιτροπής, απαιτείται να παρατεθούν τα σχετικά αποσπάσματα της πορτογαλικής νομοθεσίας.
54 Το άρθρο 1 του νόμου 84/88 ορίζει:
«Οι δημόσιες επιχειρήσεις [...] μπορούν, με νομοθετικό διάταγμα, να μετατραπούν σε ανώνυμες εταιρίες, των οποίων το κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου ή κατά πλειοψηφία στο Δημόσιο, σύμφωνα με τις επιταγές του Συντάγματος και του παρόντος νόμου.»
55 Το άρθρο 3, παράγραφος 3, του νόμου 84/88 ορίζει ότι «το [νομοθετικό διάταγμα με το οποίο πραγματοποιείται η μετατροπή] αποτελεί επαρκή τίτλο για όλες τις αναγκαίες πράξεις καταχωρίσεως».
56 Το άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου 21/92 ορίζει:
«1. Εγκρίνεται το συνημμένο στον παρόντα νόμο καταστατικό της RTP, SA, για το οποίο δεν απαιτείται συμβολαιογραφικός τύπος, οι δε σχετικές με το καταστατικό αυτό πράξεις καταχωρίσεως πραγματοποιούνται αυτεπαγγέλτως, χωρίς καταβολή τελών ή αμοιβών, βάσει της δημοσιεύσεώς του στην Diário da República.
2. Οποιαδήποτε εγγραφή, καταχώριση ή θεώρηση ενώπιον οποιασδήποτε υπηρεσίας μητρώου και δημόσιας αρχής ή οργανισμού, όπως το εθνικό μητρώο νομικών προσώπων, το υποθηκοφυλακείο και η υπηρεσία ταξινομήσεως αυτοκινήτων, πραγματοποιείται με απλή αίτηση υπογεγραμμένη από δύο μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, χωρίς καταβολή τελών και αμοιβών.»
57 Καταρχάς, τόσο από τον τίτλο του νόμου 84/88 (βλ. σκέψη 52 ανωτέρω) όσο και από το άρθρο 1 του νόμου αυτού (βλ. σκέψη 54 ανωτέρω) προκύπτει ότι το θεσπιζόμενο μέτρο δεν αποτελεί μέτρο γενικής ισχύος, δυνάμενο να εφαρμοστεί σε όλες τις επιχειρήσεις. Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις μετατροπής δημοσίων επιχειρήσεων σε ανώνυμες εταιρίες. Επομένως, οι ιδιωτικές επιχείρησης δεν ωφελούνται από αυτό.
58 Εξάλλου, η προσφεύγουσα, με το δικόγραφο της προσφυγής της, προβάλλει ακριβώς ότι μια ιδιωτική επιχείρηση υποκείμενη στους κανόνες της αγοράς δεν δικαιούται, σε περίπτωση μεταβολής της νομικής φύσης της, τις φορολογικές απαλλαγές που χορηγήθηκαν στην RTP.
59 Η Επιτροπή, μολονότι αναγνωρίζει, με την αιτιολογική σκέψη 125 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι πρέπει να εκτιμήσει «κατά πόσο το μέτρο […] αφορούσε αποκλειστικά την RTP (ή έστω μόνο δημόσιους οργανισμούς) και όχι ιδιωτικές επιχειρήσεις», εντούτοις, στη συνέχεια της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν απαντά στην αιτίαση αυτή, τουλάχιστον ως προς το εφάπαξ πλεονέκτημα.
60 Επομένως, δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ των αιτιολογικών σκέψεων 126 έως 129 της προσβαλλομένης αποφάσεως και της διαπιστώσεως που διατυπώνεται με τη σκέψη 57 ανωτέρω ότι οι διατάξεις του νόμου 84/88 εφαρμόζονται μόνο στις δημόσιες επιχειρήσεις.
61 Βεβαίως, στην αιτιολογική σκέψη 126 της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι η RTP δεν απαλλάσσεται από όλα τα έξοδα καταχωρίσεως. Τούτο, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η απαλλαγή αυτή, καίτοι δεν είναι γενική, χορηγείται, βάσει του νόμου 84/88, μόνο στις δημόσιες και όχι σε όλες τις επιχειρήσεις.
62 Εξάλλου, μολονότι στην αιτιολογική σκέψη 127 της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται ότι το άρθρο 11 του νόμου 21/92 απλώς επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εφαρμογής του νόμου 84/88 στην RTP και ότι, επομένως, ο νόμος 21/92 δεν παρέχει πλεονέκτημα ειδικά στην RTP, αλλ’ απλώς εφαρμόζει ως προς αυτήν τις γενικές διατάξεις του νόμου 84/88, εντούτοις οι διατάξεις αυτές ισχύουν «γενικά» μόνον ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις. Δεν εφαρμόζονται στις λοιπές επιχειρήσεις. Επομένως, πρόκειται σαφώς για πλεονέκτημα χορηγηθέν ειδικά σε κάποιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των εφαρμοστέων στις κρατικές ενισχύσεις κανόνων.
63 Πάντως, με την αιτιολογική σκέψη 128 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η «διαφορετική μεταχείριση των δημόσιων οργανισμών των οποίων το νομικό καθεστώς τροποποιείται και μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρίες προκύπτει από την εγγενή λογική του συστήματος και δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές ειδικό πλεονέκτημα δεδομένου ότι δεν υφίστανται οι παράγοντες που προκαλούν τις εν λόγω επιβαρύνσεις».
64 Είναι ακριβές ότι η προϋπόθεση της επιλεκτικότητας δεν πληρούται στην περίπτωση κρατικού μέτρου το οποίο, αν και παρέχει πλεονέκτημα σε συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων, δεν παρεκκλίνει από την κανονική εφαρμογή του συστήματος, αλλά, αντιθέτως, είναι συμφυές με αυτό και συνιστά, ως εκ τούτου, μέτρο ενσωματωμένο στο σύστημα ή, ακόμη, στην περίπτωση που η προκύπτουσα από το εν λόγω μέτρο διαφορετική μεταχείριση δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tizzano στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Μαρτίου 2005, C‑172/03, Heiser, Συλλογή 2005, σ. I‑1627, I‑1631, σημείο 47· του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 2001, C‑379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. I‑2099, I‑2103, σημείο 130, και του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, C‑159/01, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑4461, I‑4463, σημεία 36 και 37· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, T‑55/99, CETM κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑3207, σκέψη 52 και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί, και της 1ης Ιουλίου 2004, T‑308/00, Salzgitter κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑1933, σκέψη 42 και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί).
65 Πάντως, για να κριθεί, ενδεχομένως, ότι η απαλλαγή από τα συμβολαιογραφικά έξοδα, που αποτελεί την πρώτη πτυχή του εφάπαξ πλεονεκτήματος, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, αλλά δικαιολογείται από τη φύση και τη γενική οικονομία του συστήματος στο οποίο εντάσσεται, δεν αρκεί να διαπιστωθεί, όπως έπραξε η Επιτροπή, ότι εξέλιπαν οι λόγοι καταβολής των εξόδων αυτών, επειδή η μετατροπή των δημοσίων επιχειρήσεων σε ανώνυμες εταιρίες γίνεται διά νόμου. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί ταυτολογία.
66 Αυτό που έπρεπε να εξετάσει η Επιτροπή ήταν αν η διά νόμου μετατροπή δημοσίων επιχειρήσεων σε ανώνυμες εταιρίες είναι συμβατή με τη λογική του πορτογαλικού νομικού συστήματος ή αν η διά νόμου πραγματοποίηση τέτοιων πράξεων αποσκοπεί ουσιαστικά, λόγω των συνεπειών της (δεν απαιτείται συμβολαιογραφική πράξη ούτε, συνεπώς, συμβολαιογραφικά έξοδα), στη χορήγηση πλεονεκτήματος στις δημόσιες επιχειρήσεις σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις.
67 Επομένως, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι δεν έχει έρεισμα στον νόμο η διαπίστωση της Επιτροπής ότι η απαλλαγή από τα συμβολαιογραφικά έξοδα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, διότι η Επιτροπή δεν εξέτασε αν, παρά τον ειδικό χαρακτήρα της, η απαλλαγή από τα συμβολαιογραφικά έξοδα δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, επειδή η σχετική νομοθεσία δεν θεσπίστηκε για να απαλλαγούν οι δημόσιες επιχειρήσεις από τις επιβαρύνσεις, αλλ’ απλώς εντάσσεται στη λογική του πορτογαλικού νομικού συστήματος.
68 Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή του εφάπαξ πλεονεκτήματος, ήτοι την απαλλαγή από τα σχετικά με τη μετατροπή της RTP σε ανώνυμη εταιρία έξοδα καταχωρίσεως και δημοσιεύσεως, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, με την αιτιολογική σκέψη 129 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρέπει να εφαρμοστεί η ίδια συλλογιστική αυτή που αναπτύσσεται στην αιτιολογική σκέψη 128 της αποφάσεως αυτής. Επιπλέον, λόγω της δημοσιεύσεως του νόμου 21/92 (που περιλαμβάνει στο παράρτημά του το καταστατικό της RTP) στην Diário da República, θα ήταν περιττό να επιβληθούν στην RTP οι γενικές υποχρεώσεις δημοσιεύσεως. Η δημοσίευση στην Diário da República επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα με την καταχώριση.
69 Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ευσταθούν οι διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τα αποτελέσματα μιας δημοσιεύσεως στην Diário da República –πράγμα αμφίβολο, καθώς, από το γράμμα του πορτογαλικού νόμου (παρατίθεται στη σκέψη 55 ανωτέρω) συνάγεται, αντιθέτως, ότι οι διατυπώσεις δημοσιότητας πρέπει να τηρηθούν καίτοι η μετατροπή της RTP σε ανώνυμη εταιρία έγινε διά νόμου– τίθεται, εντούτοις, το ζήτημα αν συμβαδίζει με τη λογική του πορτογαλικού νομικού συστήματος το γεγονός ότι η μετατροπή της RTP σε ανώνυμη εταιρία δεν έγινε με τον τρόπο που προβλέπεται κανονικά για τις ιδιωτικές εταιρίες, δηλαδή με συμβολαιογραφική πράξη (με όλες τις κοινές συνέπειες όσον αφορά τις διατυπώσεις καταχωρίσεως και δημοσιότητας), αλλά διά νόμου.
70 Καθώς η Επιτροπή δεν εξέτασε με την προσβαλλόμενη απόφαση το ζήτημα αυτό, διαπιστώνεται ότι, όπως και για την απαλλαγή από τα συμβολαιογραφικά έξοδα, το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο, όσον αφορά την απαλλαγή από τα σχετικά με τη μετατροπή της RTP σε ανώνυμη εταιρία έξοδα καταχωρίσεως και δημοσιότητας, ότι η απαλλαγή αυτή δεν συνιστά ειδικό πλεονέκτημα για την RTP ούτε, συνεπώς, κρατική ενίσχυση.
71 Όσον αφορά, στη συνέχεια, το πάγιο πλεονέκτημα που χορηγήθηκε στην RTP, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η RTP απαλλάχθηκε απεριόριστα από την καταβολή παντός τέλους και αμοιβής, για οποιαδήποτε εγγραφή, καταχώριση ή θεώρηση, ενώπιον όλων των δημοσίων αρχών.
72 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή αντιτείνει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του νόμου 21/92 (βλ. σκέψη 56 ανωτέρω) απλώς επιβεβαιώνει τη δυνατότητα εφαρμογής, στην περίπτωση της RTP, της γενικής διατάξεως του άρθρου 1 του Decreto-Lei n° 404/90, της 21ης Δεκεμβρίου 1990 (πορτογαλικού νομοθετικού διατάγματος 404/90) (Diário da República I, σειρά I, αριθ. 293, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 404/90), περί εγκρίσεως του καθεστώτος απαλλαγής από τέλη μεταβίβασης («regime de isenção de sisa») των επιχειρήσεων που προβαίνουν σε σύμπραξη ή συγκέντρωση (βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 130 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
73 Επιπλέον, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η χορηγηθείσα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του νόμου 21/92 απαλλαγή έχει «γενικό χαρακτήρα», υπό την έννοια της διάρκειας. Προβάλλει ότι η RTP κατέβαλε κατ’ επανάληψη έξοδα συμβολαιογράφου και καταχωρίσεως για τις μεταβολές που επήλθαν μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρία (βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 126 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
74 Το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι το επιχείρημα της Επιτροπής έγκειται, κατ’ ουσίαν, στο ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του νόμου 21/92 αποτελεί απλώς την εφαρμογή ενός γενικού κανόνα σε συγκεκριμένη περίπτωση και, συνεπώς, δεν πληρούται, εν προκειμένω, το περί ειδικού χαρακτήρα κριτήριο του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, για τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως.
75 Το επιχείρημα αυτό της Επιτροπής δεν πείθει αν ληφθεί υπόψη το γράμμα του νομοθετικού διατάγματος 404/90, του οποίου τα άρθρα 1 και 2 ορίζουν:
«Άρθρο 1
Οι επιχειρήσεις που έως τις 31 Δεκεμβρίου 1993 προβαίνουν σε συμπράξεις ή συγκεντρώσεις είναι δυνατόν να απαλλαγούν από τους φόρους μεταβίβασης για τα ακίνητα των οποίων η μεταβίβαση είναι αναγκαία για τη σύμπραξη ή τη συγκέντρωση, καθώς και από αμοιβές και άλλες νόμιμες επιβαρύνσεις στο πλαίσιο των πράξεων αυτών.
Άρθρο 2
1. Για τους σκοπούς του παρόντος νομοθετικού διατάγματος, ως συγκέντρωση νοείται:
α) Η συγχώνευση δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων και/ή εταιριών σε νέα εταιρία κατά μετοχές ή κατά μερίδια [ΑΕ ή ΕΠΕ], η οποία ενσωματώνει το σύνολο της περιουσίας των εν λόγω επιχειρήσεων ή εταιριών.
β) Η διά μεταβιβάσεως ενσωμάτωση σε μία επιχείρηση μέρους ή όλης της περιουσίας μιας άλλης επιχείρησης, ακόμη και αν η δεύτερη δεν λύεται.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος νομοθετικού διατάγματος, ως σύμπραξη νοείται:
α) Η σύσταση ομίλων επιχειρήσεων, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, με σκοπό την από κοινού παροχή υπηρεσιών, τις από κοινού ή διά συνεργασίας αγορές και πωλήσεις, την εξειδίκευση ή τον εξορθολογισμό της παραγωγής, τη μελέτη των αγορών, την προώθηση των πωλήσεων, την αγορά και μεταβίβαση εφαρμοσμένης τεχνογνωσίας ή μεθόδων οργάνωσης, την ανάπτυξη νέων τεχνικών και νέων προϊόντων, την εκπαίδευση και τη βελτίωση των ικανοτήτων του προσωπικού, την εκτέλεση ειδικών εργασιών ή την παροχή ειδικών υπηρεσιών, καθώς και για την επίτευξη οποιουδήποτε άλλου κατάλληλου σκοπού.
β) Η σύσταση νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, διά της συνεργασίας δημοσίων επιχειρήσεων, εταιριών των οποίων των κεφάλαιο ελέγχεται απολύτως ή κατά πλειοψηφία από το Δημόσιο, εταιριών και άλλων νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, με σκοπό, σε κάθε αντίστοιχο τομέα δραστηριότητας, τη διατήρηση υπηρεσίας τεχνικής υποστήριξης, την οργάνωση συστήματος πληροφορικής, την προώθηση της πιστοποιήσεως και τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και τη χρήση κατάλληλης τεχνολογίας παραγωγής, καθώς και, εν γένει, τη μελέτη της προοπτικής εξέλιξης του κάθε τομέα.»
76 Συγκεκριμένα, αυτό το νομοθετικό διάταγμα, το οποίο όντως αποτελεί, εκ πρώτης όψεως, κανόνα γενικής ισχύος, δεν καλύπτει την κρινόμενη εν προκειμένω περίπτωση, δηλαδή τη μετατροπή εταιρίας δημοσίου δικαίου σε ανώνυμη εταιρία. Αφορά τις πράξεις συγκεντρώσεως ή συμπράξεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Πρωτοδικείου, η προσφεύγουσα εξήγησε, χωρίς η Επιτροπή να προβάλλει σοβαρές αντιρρήσεις, ότι το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα ουδαμώς προοριζόταν να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση.
77 Δεν προκύπτει, επομένως, ότι μια ιδιωτική επιχείρηση που μετατρέπεται σε ανώνυμη εταιρία μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις αυτές για να απαλλαγεί από φόρους και νόμιμες επιβαρύνσεις στο πλαίσιο της μετατροπής αυτής. Κατά συνέπεια, η αιτιολογική σκέψη 130 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αποδεικνύει επαρκώς κατά νόμο ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του νόμου 21/92 απαλλαγή αποτελεί απλώς την ειδική εφαρμογή ενός γενικού κανόνα στην περίπτωση της RTP.
78 Εν προκειμένω, όπως και στην περίπτωση του εφάπαξ πλεονεκτήματος, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι το επίμαχο μέτρο δεν συνιστά ειδικό πλεονέκτημα για την RTP ούτε, κατά συνέπεια, κρατική ενίσχυση.
79 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η απαλλαγή δεν είναι πάγια (βλ. σκέψη 73 ανωτέρω), είναι πιθανώς βάσιμο, αλλά δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο ότι έχει γενική ισχύ και, συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν, υπ’ αυτές τις συνθήκες, να κριθεί ότι η απαλλαγή αυτή δεν συνιστά κρατική ενίσχυση.
80 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή προβάλλει το επιχείρημα ότι, ακόμη και αν το Πρωτοδικείο δεχόταν ότι η RTP έπρεπε να επιβαρυνθεί με όλα τα έξοδα συμβολαιογράφου, καταχωρίσεως και δημοσιότητας που βαρύνουν τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι σχετικές δαπάνες θα επιβάρυναν το ίδιο το Δημόσιο, χωρίς οι «ενισχύσεις» αυτές να μπορούν να θεωρηθούν παράνομες, καθότι, ως αναγκαίες για τη σύσταση της επιχείρησης, θα ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας.
81 Αν αληθεύει ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η RTP μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία επειδή η Πορτογαλική Κυβέρνηση έκρινε τη μετατροπή αναγκαία για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας από την RTP, τότε είναι λογικό, εφόσον για τη μετατροπή αυτή απαιτούνται συμβολαιογραφική πράξη και οι κλασικές διατυπώσεις και εφόσον η μετατροπή αυτή δεν είναι ευνοϊκή για την RTP, τις δαπάνες αυτές να τις αναλάβει εξ ολοκλήρου το Δημόσιο.
82 Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός της Επιτροπής, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποδεικνύεται. Δεν αποκλείεται, πάντως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση να προέβη στη μετατροπή της RTP σε ανώνυμη εταιρία για άλλους λόγους, πέραν αυτών που συνδέονται με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Η ίδια η Επιτροπή διατυπώνει, με το υπόμνημα αντικρούσεως, την εκτίμηση ότι η μετατροπή αυτή δεν ήταν απαραίτητη.
83 Υπό τις συνθήκες αυτές, το τελευταίο αυτό επιχείρημα της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
84 Βάσει όλων των ανωτέρω σκέψεων, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, σχετικά με τις φορολογικές απαλλαγές, είναι βάσιμο και, ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό.
Επί του δεύτερου σκέλους, που αντλείται από τον μη χαρακτηρισμό των διευκολύνσεων για την καταβολή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης ως κρατικών ενισχύσεων
– Επιχειρήματα των διαδίκων
85 Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο f, του Lei αριθ. 58/90 regime da actividade de televisão, της 7ης Σεπτεμβρίου 1990 (πορτογαλικού νόμου 58/90, περί τηλεόρασης) (Diário da República, σειρά I, αριθ. 207, της 7ης Σεπτεμβρίου 1990, στο εξής: νόμος 58/90), η καθυστέρηση στην καταβολή, από ιδιωτική επιχείρηση στην Portugal Telecom, του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης αποτελεί λόγο ακυρώσεως της άδειας. Η επιεικής μεταχείριση της RTP έρχεται σε αντίθεση προς την αυστηρότητα της προβλεπόμενης κυρώσεως. Το γεγονός αυτό αναιρεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν υπήρξε διαφορετική μεταχείριση της RTP σε σχέση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, όσον αφορά τα τέλη χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης, καθόσον κρίσιμο στοιχείο είναι το μήκος της εύλογης προθεσμίας για την εξόφληση της οφειλής. Η αποδοχή εκ μέρους της Portugal Telecom, της οποίας η Δημοκρατία της Πορτογαλίας ήταν ο κύριος μέτοχος από το 1991 έως το 1997, των καθυστερήσεων στην καταβολή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης από την RTP συνιστά, επομένως, κρατική ενίσχυση. Η γεγονός ότι η Portugal Telecom δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να αναζητήσει τα οφειλόμενα και να απαιτήσει τόκους υπερημερίας δεν αρκεί, από μόνο του, προς αμφισβήτηση της εκτιμήσεως αυτής.
86 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η Δημοκρατία της Πορτογαλίας είχε τον έλεγχο της Portugal Telecom τουλάχιστον έως το 1997 και ότι οι συμφωνίες μεταξύ της Portugal Telecom και της RTP συνάφθηκαν μεταξύ Μαρτίου του 1996 και Δεκεμβρίου του 1997. Η RTP είχε περιέλθει από οικονομοτεχνικής απόψεως σε κατάσταση πτώχευσης.
87 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι εξέτασε το σημείο αυτό, πλην όμως η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δίδει απάντηση στα ζητήματα που η προσφεύγουσα έθεσε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, σχετικά με το πότε εξοφλήθηκαν, ενδεχομένως, οι οφειλές προς την Portugal Telecom, τους πράγματι καταβληθέντες τόκους υπερημερίας και το ύψος της οφειλής της RTP προς την Portugal Telecom την ημέρα της υποβολής της αιτήσεως.
88 Το γεγονός ότι η Autoridade Nacional de Comunicações (εθνική αρχή τηλεπικοινωνιών της Πορτογαλίας, στο εξής: Anacom), αρμόδια για την εφαρμογή των κανόνων τιμολογήσεως της χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης, αποφάσισε το 2003 να μειώσει το σχετικό τέλος που κατέβαλαν οι τηλεοπτικές επιχειρήσεις στην Portugal Telecom το 2002 δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το διάστημα μεταξύ 1992 και 1998.
89 Η Επιτροπή αμφισβητεί την άποψη της προσφεύγουσας ότι η Δημοκρατία της Πορτογαλίας συνέβαλε στην αποδοχή, εκ μέρους της Portugal Telecom, των καθυστερήσεων στην καταβολή του εν λόγω τέλους χρήσεως και, επομένως, με το γεγονός ότι για την RTP ίσχυαν διαφορετικοί όροι καταβολής σε σχέση με τους ανταγωνιστές της.
90 Η Επιτροπή δεν απέκλεισε a priori ότι έγινε χρήση κρατικών πόρων. Εντούτοις, ελλείψει στοιχείων για την πραγματική συμμετοχή των πορτογαλικών αρχών στη σύναψη των συμφωνιών περί αναβολής των πληρωμών, δεν μπορούσε να δεχθεί ότι έγινε χρήση τέτοιων πόρων κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ.
91 Επιπλέον, η συμπεριφορά της Portugal Telecom πριν και μετά την ιδιωτικοποίησή της το 1997 δεν μεταβλήθηκε. Η Portugal Telecom εξακολούθησε να συνάπτει με την RTP συμβάσεις σχετικά με την πληρωμή των τελών χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης και μετά την ιδιωτικοποίησή της. Ο κύριος λόγος συνάψεως των συμφωνιών αυτών ήταν μια διαφωνία ως προς το ύψος του ετήσιου τέλους σε συνδυασμό με την αλληλεξάρτηση των δυο επιχειρήσεων. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την απόφαση της Anacom του 2003, με την οποία η Portugal Telecom αναγκάστηκε να μειώσει σημαντικά τις τιμές της. Τούτο αποδεικνύει ότι η Portugal Telecom συμπεριφερόταν προς την RTP όπως ένας ιδιώτης πιστωτής.
92 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή τονίζει ότι ο μόνος λόγος για τον οποίον επικαλέστηκε την απόφαση της Anacom του 2003 είναι ότι η απόφαση αυτή αποδεικνύει ότι ο κύριος λόγος συνάψεως των συμφωνιών αυτών φαίνεται να ήταν μια διαφωνία ως προς το ύψος του ετήσιου τέλους και τούτο αποτελεί πρόσθετη ένδειξη για το ότι η συμπεριφορά της Portugal Telecom ήταν αυτή που θα υιοθετούσε ένας ιδιώτης πιστωτής σε ανάλογη περίπτωση.
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
93 Για να μπορούν κάποια πλεονεκτήματα να χαρακτηριστούν ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, πρέπει, αφενός, να χορηγούνται άμεσα ή έμμεσα μέσω κρατικών πόρων και, αφετέρου, να μπορούν να καταλογιστούν στο Δημόσιο (αποφάσεις του Δικαστηρίου, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψη 24 και νομολογία που παρατίθεται εκεί, της 22ας Μαΐου 2003, C‑355/00, Freskot, Συλλογή 2003, σ. I‑5263, σκέψη 81, και της 15ης Ιουλίου 2004, C‑345/02, Pearle κ.λπ., Συλλογή 2004, σ. I‑7139, σκέψη 35· προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 2003, C‑457/00, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑6931, σ. I‑6934, σημεία 67 και 69· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2003, T‑228/99 και T‑233/99, Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑435, σκέψη 179, και της 5ης Απριλίου 2006, T‑351/02, Deutsche Bahn κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑1047, σκέψη 101).
94 Κατά τη νομολογία, ο καταλογισμός ενός μέτρου στο Δημόσιο δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στο γεγονός ότι αυτό έχει ληφθεί από δημόσια επιχείρηση (απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψεις 51 και 57).
95 Συγκεκριμένα, ακόμη και αν το Δημόσιο ελέγχει μια δημόσια επιχείρηση και ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των συναλλαγών της, η πραγματική άσκηση τέτοιου ελέγχου δεν τεκμαίρεται αυτόματα σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο βαθμός ανεξαρτησίας της δημόσιας επιχείρησης αποτελεί συνάρτηση των περιθωρίων που της αφήνει το Δημόσιο. Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνον ότι μια δημόσια επιχείρηση τελεί υπό τον έλεγχο του Δημοσίου δεν αρκεί για να καταλογίζονται στο Δημόσιο τα μέτρα που λαμβάνει. Πρέπει επίσης να εξετάζεται κατά πόσον οι δημόσιες αρχές ενεπλάκησαν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο στη λήψη των μέτρων αυτών (απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψη 52).
96 Συναφώς, δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται, κατόπιν ειδικής έρευνας, ότι οι δημόσιες αρχές παρότρυναν συγκεκριμένα την οικεία δημόσια επιχείρηση να λάβει τα επίμαχα μέτρα ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, αφενός, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ Δημοσίου και δημόσιων επιχειρήσεων είναι στενές, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να χορηγούνται κρατικές ενισχύσεις μέσω των επιχειρήσεων αυτών, χωρίς διαφάνεια και κατά παράβαση των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων (απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψη 53).
97 Αφετέρου, λόγω ακριβώς των προνομιακών σχέσεων μεταξύ Δημοσίου και δημόσιων επιχειρήσεων, οι τρίτοι έχουν, κατά κανόνα, πολύ μεγάλη δυσκολία να αποδείξουν ότι τα μέτρα ενισχύσεων που έλαβε σε συγκεκριμένη περίπτωση μια δημόσια επιχείρηση ελήφθησαν ουσιαστικά κατ’ εντολή των δημοσίων αρχών (απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψη 54).
98 Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο, με τη σκέψη 55 της αποφάσεως Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 43 ανωτέρω, έκρινε ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι η δυνατότητα καταλογισμού στο Δημόσιο μέτρου ενισχύσεως που έχει ληφθεί από δημόσια επιχείρηση μπορεί να συναχθεί από ένα σύνολο ενδείξεων που προκύπτουν από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης και από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η λήψη του μέτρου. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι έχει λάβει υπόψη του το γεγονός ότι ο οικείος φορέας δεν μπορούσε να λάβει την επίμαχη απόφαση χωρίς να λάβει υπόψη τις απαιτήσεις των δημόσιων αρχών (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 37) ή ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις μέσω των οποίων χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις, πέρα από τα οργανικά στοιχεία που τις συνέδεαν με το Δημόσιο, έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη τις οδηγίες μιας διυπουργικής επιτροπής (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1991, C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-1433, σκέψεις 11 και 12, και C-305/89, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι‑1603, σκέψεις 13 και 14).
99 Εξάλλου, ο καταλογισμός στο Δημόσιο ενός μέτρου ενίσχυσης που έχει ληφθεί από δημόσια επιχείρηση μπορεί, ενδεχομένως, να στηριχθεί και σε ορισμένες άλλες ενδείξεις, όπως, π.χ., η ένταξη της επιχείρησης στις δομές της δημόσιας διοίκησης, η φύση των δραστηριοτήτων της και η άσκησή τους στην αγορά υπό συνθήκες συνήθους ανταγωνισμού προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, το νομικό καθεστώς της επιχείρησης, δηλαδή αν διέπεται από το δημόσιο δίκαιο ή το κοινό εταιρικό δίκαιο, ο βαθμός της εποπτείας που ασκούν οι δημόσιες αρχές επί της διαχείρισης της επιχείρησης ή οποιαδήποτε άλλη ένδειξη από την οποία να συνάγεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι έχουν εμπλακεί ή ότι είναι απίθανο να μην έχουν εμπλακεί οι δημόσιες αρχές στη λήψη ορισμένου μέτρου, λαμβανομένων υπόψη της εκτάσεως του μέτρου, του περιεχομένου του ή των συνθηκών που δημιουργεί (απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψη 56).
100 Εντούτοις, το γεγονός και μόνον ότι μια δημόσια επιχείρηση έχει συσταθεί υπό τη μορφή συνήθους κεφαλαιουχικής εταιρίας δεν μπορεί να θεωρηθεί, λόγω της νομικής αυτοτέλειας που της παρέχει αυτή η νομική μορφή, ως επαρκές στοιχείο για να αποκλειστεί η δυνατότητα καταλογισμού στο Δημόσιο ενός μέτρου ενισχύσεως που έχει λάβει η εν λόγω εταιρία. Συγκεκριμένα, εν όψει του γεγονότος ότι η επιχείρηση αυτή τελεί υπό έλεγχο και των δυνατοτήτων ασκήσεως αποφασιστικής επιρροής που συνεπάγεται στην πράξη το γεγονός αυτό, δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ προοιμίου η δυνατότητα καταλογισμού στο Δημόσιο οποιουδήποτε μέτρου λαμβάνει η εν λόγω εταιρία ούτε συνεπώς ο κίνδυνος καταστρατηγήσεως των κανόνων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων, έστω και αν η νομική μορφή της δημόσιας επιχείρησης αποτελεί καθαυτή μία από τις ενδείξεις βάσει των οποίων μπορεί να εξακριβωθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η εμπλοκή του Δημοσίου (απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 43 ανωτέρω, σκέψη 57 και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί).
101 Εν προκειμένω, η Επιτροπή, αφού επισήμανε ότι, τουλάχιστον έως τα μέσα του 1997, η Δημοκρατία της Πορτογαλίας είχε τη δυνατότητα να ελέγχει την Portugal Telecom (αιτιολογική σκέψη 109 της προσβαλλομένης αποφάσεως), εντούτοις έκρινε ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι οι δημόσιες αρχές της Πορτογαλία είχαν εμπλακεί στη θέσπιση των διευκολύνσεων για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης (αιτιολογική σκέψη 116 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
102 Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι κανόνες σχετικά με τις τιμές και τις υπηρεσίες της Portugal Telecom δεν προέβλεπαν διαφορετική μεταχείριση των ιδιωτικών επιχειρήσεων σε σχέση με τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα και ότι η Portugal Telecom δεν ήταν υποχρεωμένη, στο πλαίσιο της καθολικής παροχής υπηρεσίας, να παρέχει υπηρεσίες δικτύου στην RTP (αιτιολογική σκέψη 111 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
103 Τόνισε ότι η Portugal Telecom, ως ανώνυμη εταιρία ιδιωτικού δικαίου, δεν ήταν ενσωματωμένη στη δημόσια διοίκηση (αιτιολογική σκέψη 113 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
104 Διαπίστωσε ότι οι πορτογαλικές αρχές, απαντώντας σε ερώτημά της, τη διαβεβαίωσαν ρητώς ότι δεν ενεπλάκησαν, ευθέως ή εμμέσως, στη χορήγηση διευκολύνσεων για την καταβολή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης. Επίσης, ουδείς τρίτος προσκόμισε στοιχεία σχετικά με τέτοια παρέμβαση (αιτιολογική σκέψη 114 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
105 Τέλος, η Επιτροπή, αφενός, προέβαλε ότι η συμπεριφορά της Portugal Telecom δεν μεταβλήθηκε μετά τα μέσα του 1997, καθώς εξακολούθησε να συνάπτει συμβάσεις περί διευκολύνσεως πληρωμών με την RTP, και, αφετέρου, διευκρίνισε ότι ο κύριος λόγος συνάψεως των συμφωνιών αυτών ήταν μια διαφωνία ως προς το ύψος του εν λόγω τέλους. Τούτο επιβεβαιώνεται από την απόφαση της Anacom του 2003 (αιτιολογική σκέψη 115 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
106 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι οι επικρίσεις της προσφεύγουσας κατά της συλλογιστικής και των στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση είναι περιορισμένες.
107 Το γεγονός που επικαλείται η προσφεύγουσα ότι η Δημοκρατία της Πορτογαλίας έλεγχε, ως πλειοψηφών μέτοχος, την Portugal Telecom δεν αμφισβητείται, βεβαίως, εν προκειμένω, αλλά δεν αρκεί, υπό το πρίσμα της προπαρατεθείσας νομολογίας, για να καταλογιστεί το επίμαχο μέτρο στο Δημόσιο.
108 Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι ο νόμος παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ιδιωτικών και δημοσίων επιχειρήσεων, λόγω της κυρώσεως που προβλέπει σε περίπτωση καθυστερημένης καταβολής του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης. Μόνον οι ιδιωτικές επιχειρήσεις κινδυνεύουν με ακύρωση της άδειάς τους σε περίπτωση καθυστερημένης καταβολής.
109 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, ναι μεν το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο f, του νόμου 58/90, αφορά, όπως προβάλλει η προσφεύγουσα, μόνον τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ένδειξη ότι η Δημοκρατία της Πορτογαλίας παρενέβη για τη χορήγηση των διευκολύνσεων στην RTP όσον αφορά την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης. Η Επιτροπή προβάλλει, συναφώς, χωρίς να την αντικρούσει η προσφεύγουσα, ότι η Portugal Telecom δεν ήταν υποχρεωμένη σε καμία περίπτωση να παρέχει υπηρεσίες ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης στην RTP, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως καθολικής παροχής υπηρεσίας. Με άλλα λόγια, μολονότι ο νόμος προέβλεπε ρητώς ακύρωση της άδειας, σε περίπτωση καθυστερημένης πληρωμής, μόνον για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, τίποτε δεν απαγόρευε στην Portugal Telecom να διακόψει ή να αναστείλει την παροχή των υπηρεσιών της στην RTP σε μια τέτοια περίπτωση.
110 Τέλος, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε την εκτίμηση της Επιτροπής ότι ο κύριος λόγος χορηγήσεως των διευκολύνσεων πληρωμής ήταν μια διαφορά μεταξύ της RTP και της Portugal Telecom όσον αφορά το ύψος του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης. Επιπλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση της Anacom του 2003 δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή. Η αντίρρηση αυτή, όμως, η οποία, πάντως, δεν αμφισβητεί την εκτίμηση της Επιτροπής, είναι αλυσιτελής. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή μπορεί κάλλιστα να επικαλεστεί την απόφαση αυτή του 2003 ως στοιχείο, έστω όχι απολύτως σχετικό, υπέρ της εκτιμήσεώς της ότι ο λόγος χορηγήσεως των διευκολύνσεων για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης ήταν μια διαφορά μεταξύ της RTP και της Portugal Telecom ως προς την τιμή.
111 Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι ο ισχυρισμός περί μη παραιτήσεως της Portugal Telecom από την αξίωση καταβολής της οφειλής και των τόκων υπερημερίας δεν αρκεί για να μη χαρακτηριστούν τα επίμαχα μέτρα ως κρατικές ενισχύσεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν σχετίζεται με τον καταλογισμό του επίμαχου μέτρου στο Δημόσιο, αλλά μάλλον με τη χρήση κρατικών πόρων. Το ζήτημα αυτό, όμως, δεν είναι αμφισβητούμενο, καθώς η Επιτροπή ουσιαστικά δεν απέκλεισε, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 107 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήθηκαν κρατικοί πόροι.
112 Τέλος, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η RTP είχε περιέλθει σε κατάσταση πτωχεύσεως από οικονομοτεχνικής απόψεως, υπονοώντας ότι μόνον κατόπιν εμπλοκής της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας θα μπορούσε η Portugal Telecom να παράσχει στην RTP διευκολύνσεις για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης, αλλά η επισήμανση αυτή δεν αναιρεί την άποψη της Επιτροπής ότι η χορήγηση διευκολύνσεων για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης εξηγείται από τη διαφορά ως προς την τιμή μεταξύ της RTP και της Portugal Telecom.
113 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να ανατρέψει την εκτίμηση που διατύπωσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν διέθετε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον καταλογισμό των διευκολύνσεων για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης στη Δημοκρατία της Πορτογαλίας.
114 Επομένως, αυτό το σκέλος του υπό εξέταση λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου σκέλους που αντλείται από παράλειψη χαρακτηρισμού του ομολογιακού δανείου του 1994 ως κρατικής ενισχύσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
115 Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστανται κρατικές ενισχύσεις, στηριζόμενη στο γεγονός ότι από το ενημερωτικό δελτίο του ομολογιακού δανείου του 1994 προκύπτει ότι η RTP εγγυόταν την αποπληρωμή του δανείου μέσω των εσόδων της.
116 Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η οικονομική κατάσταση της RTP επιδεινώθηκε πολύ το 1994. Το ομολογιακό δάνειο κατέστη δυνατό να διατεθεί στην αγορά μόνο και μόνο επειδή το κεφάλαιο της RTP ανήκει στο Δημόσιο –και επειδή μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι το Δημόσιο δεν θα άφηνε την επιχείρηση να πτωχεύσει. Η κατάσταση αυτή έπρεπε να ληφθεί δεόντως υπόψη κατά την εξέταση του επίμαχου μέτρου.
117 Η προσφεύγουσα επικαλείται, με το υπόμνημα απαντήσεως, την έκθεση του Tribunal de Contas, από την οποία προκύπτει ότι το ύψος του τραπεζικού χρέους της RTP εξηγείται από το γεγονός ότι η RTP είναι δημόσια επιχείρηση, επιφορτισμένη με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας τηλεόρασης και επιχορηγούμενη τακτικά από το Δημόσιο, πράγμα που αποτελεί επαρκή εγγύηση για τους πιστωτές της.
118 Κατά την Επιτροπή, η άποψη της προσφεύγουσας είναι εσφαλμένη. Η Επιτροπή εξηγεί με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 121) γιατί θεωρεί ότι το ομολογιακό δάνειο του 1994 δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση. Όπως παραδέχεται η προσφεύγουσα, το Δημόσιο δεν παρέσχε επισήμως καμία εγγύηση. Η ίδια η RTP εγγυόταν την εξυπηρέτηση του χρέους. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών η RTP ήταν ανώνυμη εταιρία και, λόγω του νομικού αυτού καθεστώτος, δεν ήταν δυνατή η έμμεση παροχή εγγυήσεως από το Δημόσιο.
119 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι το ομολογιακό δάνειο του 1994 συνήφθη υπό τους όρους της αγοράς χωρίς το Δημόσιο να απεμπολήσει τα έσοδά του. Τέλος, το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η RTP ανήκει στο Δημόσιο, δεδομένης της ουδετερότητας της Συνθήκης ως προς το αν η συγκεκριμένη επιχείρηση ανήκει στο Δημόσιο ή σε ιδιώτες.
120 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έκθεση του Tribunal de Contas είναι απαράδεκτη διότι δεν προσκομίστηκε με το δικόγραφο της προσφυγής, και τονίζει ότι, όπως προκύπτει από το απόσπασμα της εν λόγω εκθέσεως που επικαλείται η προσφεύγουσα, η Δημοκρατία της Πορτογαλίας δεν παρέσχε καμία εγγύηση.
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
121 Στην αιτιολογική σκέψη 121 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν έλαβε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι το ομολογιακό δάνειο του 1994 συνήφθη με εγγύηση του Δημοσίου. Σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο του εν λόγω ομολογιακού δανείου, την αποπληρωμή του δανείου την εγγυόταν η ίδια η RTP. Το νομικό καθεστώς της RTP απέκλειε την έμμεση εγγύηση του Δημοσίου.
122 Δεν αμφισβητείται ότι, κατά τον χρόνο συνάψεως του ομολογιακού δανείου του 1994, η RTP ήταν ανώνυμη εταιρία. Λόγω της εταιρικής αυτής μορφής, η Δημοκρατία της Πορτογαλίας, στην οποία ανήκε η RTP, δεν ευθυνόταν απεριόριστα για την αποπληρωμή των χρεών της εταιρίας αυτής.
123 Δεν αμφισβητείται, επίσης, ότι το ενημερωτικό δελτίο του ομολογιακού δανείου του 1994 δεν περιείχε καμία μνεία για εγγύηση του Δημοσίου.
124 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, εντούτοις, ότι το γεγονός ότι η RTP ανήκε κατά 100 % στο Δημόσιο ισοδυναμεί με έμμεση εγγύηση και ότι μόνον έτσι εξηγείται ότι η εταιρία αυτή, παρά την επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεώς της, μπόρεσε να διαθέσει το ομολογιακό δάνειο του 1994 στην αγορά.
125 Ωστόσο, το αν το Δημόσιο παρέσχε, ευθέως ή εμμέσως, εγγύηση, που αποτελεί το μοναδικό αμφισβητούμενο ζήτημα εν προκειμένω, διαφέρει από το πώς αντέδρασε η αγορά ενόψει του γεγονότος ότι εκδότης των ομολογιών δεν ήταν οποιαδήποτε ιδιωτική εταιρία, αλλά η RTP.
126 Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι το ομολογιακό δάνειο του 1994 κατέστη δυνατό να διατεθεί στην αγορά διότι η αγορά θεώρησε ότι το Δημόσιο εγγυόταν de facto την αποπληρωμή του δεν αρκεί προς διαπίστωση της υπάρξεως κρατικής ενισχύσεως, καθώς δεν αμφισβητείται ότι το Δημόσιο δεν παρέσχε, ευθέως ή εμμέσως, τέτοια εγγύηση. Εγγύηση του Δημοσίου θα μπορούσε να διαπιστωθεί μόνον αν αποδεικνυόταν, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι το Δημόσιο ανέλαβε τη νομική υποχρέωση αποπληρωμής του εν λόγω δανείου σε περίπτωση αφερεγγυότητας της RTP.
127 Δεν προκύπτει, πάντως, από τη δικογραφία ή από τα δικόγραφα της προσφεύγουσας ότι η Δημοκρατία της Πορτογαλίας είχε αναλάβει τέτοια υποχρέωση.
128 Όσον αφορά την προσκομισθείσα με το υπόμνημα απαντήσεως έκθεση του Tribunal de Contas, όπως διαπιστώνεται με τις σκέψεις 186 έως 193 κατωτέρω, η έκθεση αυτή δεν ασκεί επιρροή για την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
129 Επομένως, καθώς τα δικόγραφα της προσφεύγουσας δεν περιέχουν στοιχεία που να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 121 της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί η σχετική με το ομολογιακό δάνειο του 1994 αιτίασή της.
Τελικές διαπιστώσεις επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
130 Κατόπιν όλων των παραπάνω σκέψεων, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός και να ακυρωθεί το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την εκτίμηση ότι η απαλλαγή από τα έξοδα συμβολαιογράφου και καταχωρίσεως δεν συνιστά κρατική ενίσχυση.
131 Αντιθέτως, ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως είναι κατά τα λοιπά απορριπτέος, όσον αφορά, δηλαδή, τις διευκολύνσεις για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης και το ομολογιακό δάνειο του 1994.
132 Εν συνεχεία, πρέπει να εξεταστεί η δεύτερη κύρια αμφισβήτηση, για την οποία έγινε λόγος στη σκέψη 33 ανωτέρω, ήτοι ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως.
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
133 Ο συγκεκριμένος λόγος ακυρώσεως συνίσταται σε δύο σκέλη. Με το πρώτο σκέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η χωρίς διαγωνισμό ανάθεση της δημόσιας υπηρεσίας τηλεόρασης από τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας στην RTP αποκλείει την εφαρμογή της παρεκκλίσεως του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Με το δεύτερο σκέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, λόγω του ότι η Επιτροπή δεν τήρησε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τα κριτήρια εφαρμογής της διατάξεως αυτής, όπως αυτά διευκρινίζονται με την ανακοίνωση περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων.
Επί του πρώτου σκέλους που αντλείται από τη χωρίς διαγωνισμό παραχώρηση της δημόσιας υπηρεσίας τηλεόρασης στην RTP
– Επιχειρήματα των διαδίκων
134 Η προσφεύγουσα, αφού επισήμανε ότι η δημόσια υπηρεσία τηλεόρασης ανατέθηκε στην RTP χωρίς διαγωνισμό, προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εξέτασε το σύννομο της αναθέσεως αυτής. Φρονεί ότι, αν η Επιτροπή είχε προβεί στην εξέταση αυτή, θα διαπίστωνε ότι η ανάθεση δεν έγινε σύμφωνα με τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου και, επομένως, ότι η παρέκκλιση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ δεν μπορεί να ισχύσει για τη χρηματοδότηση προς την RTP. Η προσφεύγουσα επικαλείται την «Ερμηνευτική ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις παραχώρησης στο κοινοτικό δίκαιο» (ΕΕ 2000, C 121, σ. 2, στο εξής: ερμηνευτική ανακοίνωση περί συμβάσεων παραχωρήσεως) και την ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή, με την XXXIη Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2001 [SEC (2002) 462 τελικό], στην απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑324/98, Telaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. I‑10745). Η προσφεύγουσα επικαλείται, επίσης, την απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1999, C‑107/98, Teckal (Συλλογή 1999, σ. I‑8121).
135 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι, σύμφωνα με την τέταρτη από τις προϋποθέσεις που διατυπώθηκαν με τις σκέψεις 88 έως 93 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, C‑280/00, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (Συλλογή 2003, σ. I‑7747, στο εξής: τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark), η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, λόγω της μη διεξαγωγής διαγωνισμού, να ελέγξει αν το κριτήριο καθορισμού του ύψους της χορηγηθείσας στην RTP αντισταθμίσεως αποτελούσε η μέση επιχείρηση, με ορθή διαχείριση και κατάλληλο εξοπλισμό. Είναι, όμως, προφανές ότι εν προκειμένω δεν χρησιμοποιήθηκε το κριτήριο αυτό.
136 Η Επιτροπή προβάλλει ότι η παραχώρηση της δημόσιας υπηρεσίας τηλεόρασης στην RTP είναι διαφορετικό ζήτημα –το οποίο δεν τέθηκε στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας– από αυτό της λογιστικής μεταχείρισης, υπό το πρίσμα των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, των αντισταθμίσεων που χορηγήθηκαν στην επιχείρηση αυτή.
137 Εν πάση περιπτώσει, από τις διατάξεις του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ και από τη νομολογία δεν προκύπτει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ακολουθούν συγκεκριμένες διαδικασίες για την επιλογή των επιχειρήσεων που θα επιφορτιστούν με την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (στο εξής: ΥΓΟΣ).
138 Οπωσδήποτε, στην περίπτωση της ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης, το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει την τήρηση των ανοικτών διαδικασιών διαγωνισμού που κατά κανόνα απαιτούνται για τη σύναψη συμβάσεως παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας.
139 Στερείται λυσιτέλειας η εκ μέρους της προσφεύγουσας επίκληση των κανόνων που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας και της νομολογίας του Δικαστηρίου.
140 Όσον αφορά την τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, η προσφεύγουσα σφάλλει ως προς την εφαρμογή της. Η προϋπόθεση αυτή αφορά το αν ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση και όχι το αν για το μέτρο αυτό ισχύει η παρέκκλιση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
141 Όσον αφορά, καταρχάς, την προκαταρκτική παρατήρηση της Επιτροπής ότι το ζήτημα των προϋποθέσεων αναθέσεως της ΥΓΟΣ της τηλεόρασης στην RTP τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, υπενθυμίζεται ότι ένας ενδιαφερόμενος στο πλαίσιο διαδικασίας περί κρατικών ενισχύσεων, αν και δεν μπορεί να προβάλει παραδεκτώς ενώπιον κοινοτικού δικαστηρίου πραγματικά στοιχεία που ήταν άγνωστα στην Επιτροπή και τα οποία δεν της τα επισήμανε κατά τη διαδικασία εξέτασης, μπορεί, εντούτοις, να αναπτύξει κατά της τελικής αποφάσεως νομικό ισχυρισμό τον οποίο δεν είχε προβάλει κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ., συναφώς, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 6ης Οκτωβρίου 1999, T‑110/97, Kneissl Dachstein κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑2881, σκέψη 102, και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί, της 16ης Σεπτεμβρίου 2004, T‑274/01, Valmont κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑3145, σκέψη 102, και της 11ης Μαΐου 2005, T‑111/01 και T‑133/01, Saxonia Edelmetalle και ZEMAG κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑1579, σκέψη 68).
142 Δεν γίνεται, επομένως, δεκτή η άποψη της Επιτροπής ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί ως όψιμος.
143 Ωστόσο, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, όπως τόνισε και η Επιτροπή, ο ισχυρισμός αυτός δεν θέτει εν αμφιβόλω τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
144 Όπως υπενθυμίζεται στο σημείο 29 της ανακοινώσεως περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, η εφαρμογή της παρεκκλίσεως του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, σχετικά με την απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων, πρέπει, κατά τη νομολογία (βλ., συναφώς, απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C‑179/90, Merci Convenzionali Porto di Genova, Συλλογή 1991, σ. I‑5889, σκέψη 26· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 27ης Φεβρουαρίου 1997, T‑106/95, FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑229, σκέψεις 173 και 178, και της 13ης Ιουνίου 2000, T‑204/97 και T‑270/97, EPAC κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑2267, σκέψεις 125 και 126), να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις: πρώτον, η εν λόγω υπηρεσία πρέπει να είναι ΥΓΟΣ και να είναι σαφώς καθορισμένη ως τέτοια από το κράτος μέλος· δεύτερον, η παροχή της ΥΓΟΣ πρέπει να έχει ανατεθεί ρητά στην εν λόγω επιχείρηση από το κράτος μέλος· τρίτον, η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης –εν προκειμένω των κανόνων περί απαγορεύσεως των κρατικών ενισχύσεων– πρέπει να εμποδίζει την πραγματοποίηση της ιδιαίτερης αποστολής που έχει ανατεθεί στην επιχείρηση, η δε παρέκκλιση από τους κανόνες αυτούς δεν πρέπει να επηρεάζει την ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών σε βαθμό αντίθετο προς το συμφέρον της Κοινότητας.
145 Στις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ δεν καταλέγεται η υποχρέωση του κράτους μέλους να αναθέτει την παροχή ΥΓΟΣ με διαγωνισμό. Άλλωστε, με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 2005, T‑17/02, Olsen κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. II‑2031, σκέψη 239), το Πρωτοδικείο ρητώς αποφάνθηκε ότι ούτε από τη διατύπωση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ ούτε από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι η παροχή ΥΓΟΣ μπορεί να ανατίθεται σε επιχείρηση μόνον κατόπιν διαδικασίας προσκλήσεως για υποβολή προσφορών
146 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή όφειλε, στο πλαίσιο της εξέτασης δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, να ελέγξει αν η ΥΓΟΣ της τηλεόρασης ανατέθηκε στην RTP κατόπιν διαγωνισμού.
147 Από τη διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, στο πλαίσιο της εξέτασης δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, να ελέγξει αν η ΥΓΟΣ της τηλεόρασης ανατέθηκε στην RTP κατόπιν διαγωνισμού, προκύπτει, επίσης, ότι, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η ΥΓΟΣ της τηλεόρασης έπρεπε για άλλους λόγους, εκτός αυτών τους οποίους επικαλέστηκε η προσφεύγουσα και οι οποίοι παρατίθενται στις δύο τελευταίες περιόδους της σκέψεως 134 ανωτέρω, να παραχωρηθεί κατόπιν διαγωνισμού, η μη διεξαγωγή διαγωνισμού εν προκειμένω θα δικαιολογούσε το πολύ την εκ μέρους της Επιτροπής κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά Δημοκρατίας της Πορτογαλίας, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, διαδικασίας κατόπιν της οποίας το κράτος μέλος αυτό θα ακύρωνε, ενδεχομένως, την παραχώρηση και θα προχωρούσε σε διαδικασία υποβολής προσφορών. Πάντως, η μη διεξαγωγή διαγωνισμού δεν θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τον χαρακτηρισμό της χορηγούμενης στον ανάδοχο ΥΓΟΣ κρατικής χρηματοδότησης των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας ως κρατικής ενισχύσεως μη συμβατής με την κοινή αγορά, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με τον καθορισμό, την παραχώρηση και την αναλογικότητα της ΥΓΟΣ.
148 Εν πάση περιπτώσει, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα για τους λόγους που παρατίθενται στις δύο τελευταίες περιόδους της σκέψεως 134 ανωτέρω, η Δημοκρατία της Πορτογαλίας δεν ήταν υποχρεωμένη, προτού αναθέσει την ΥΓΟΣ της τηλεόρασης στην RTP, να διεξαγάγει διαγωνισμό.
149 Συναφώς, η προσφεύγουσα επικαλείται, καταρχάς, την ανακοίνωση περί συμβάσεων παραχωρήσεως (σκέψη 134 ανωτέρω). Ωστόσο, μολονότι οι συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας που συνάφθηκαν μεταξύ της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας και της RTP ονομάζονται, βεβαίως, «συμβάσεις παραχωρήσεως», δεν προκύπτει, ούτε η προσφεύγουσα προβάλλει κανένα σχετικό στοιχείο, ότι η RTP έχει την ιδιότητα του αναδόχου κατά την έννοια της ανακοίνωσης αυτής (βλ., ειδικότερα, σημεία 2.2, έκτο εδάφιο, και 2.4, τρίτο εδάφιο, της ερμηνευτικής ανακοίνωσης περί συμβάσεων παραχωρήσεως), δηλαδή ότι η RTP εισπράττει αμοιβή (όπως στην περίπτωση της συνδρομητικής τηλεόρασης) και, επομένως, φέρει τον κίνδυνο από την εκμετάλλευση.
150 Αντιθέτως, προκύπτει ότι η RTP είναι δημόσια επιχείρηση που προβάλλει πρόγραμμα τηλεόρασης για το σύνολο του πληθυσμού, το δε κόστος από την παροχή της δημόσιας υπηρεσίας βαρύνει το Δημόσιο.
151 Εξάλλου, ακόμη και αν η RTP είχε τη ιδιότητα του αναδόχου κατά την έννοια της ανακοίνωσης περί συμβάσεων παραχωρήσεως, η ανακοίνωση αυτή, μολονότι αναφέρει ότι «οι σχέσεις μεταξύ του δημοσίου και των δημοσίων επιχειρήσεων που είναι επιφορτισμένες με οικονομική αποστολή γενικού συμφέροντος καλύπτονται, κατ’ αρχήν, από την ανακοίνωση» (σκέψη 2.4, όγδοο εδάφιο, της ερμηνευτικής ανακοίνωσης περί συμβάσεων παραχωρήσεως), διευκρινίζει, πάντως, ρητώς ότι στον «οπτικοακουστικό τομέα, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το πρωτόκολλο [του Άμστερνταμ]» (σημείο 2.4, όγδοο εδάφιο, υποσημείωση 29, της ανακοίνωσης περί συμβάσεων παραχωρήσεως). Με την ανακοίνωση περί συμβάσεων παραχωρήσεως αναγνωρίζεται, έτσι, ότι η δημόσια ραδιοτηλεόραση αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση.
152 Σημειωτέον, τέλος, ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση περί συμβάσεων παραχωρήσεως, οι συμβάσεις αυτές «υπόκεινται στους κανόνες και τις αρχές της Συνθήκης, εφόσον […] έχουν ως αντικείμενο την άσκηση δραστηριοτήτων οικονομικού χαρακτήρα» (σκέψη 2.4, πρώτο εδάφιο). Περαιτέρω, στην ανακοίνωση περί συμβάσεων παραχωρήσεως αναφέρεται ότι η ανακοίνωση δεν αφορά «πράξεις που αφορούν δραστηριότητες μη οικονομικού χαρακτήρα, όπως η υποχρεωτική σχολική φοίτηση ή η κοινωνική ασφάλιση» (σκέψη 2.4, πέμπτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση).
153 Πάντως, ο χαρακτηρισμός της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας ως ΥΓΟΣ και όχι ως υπηρεσίας γενικού συμφέροντος χωρίς οικονομικό χαρακτήρα εξηγείται μάλλον από την de facto σημασία της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στον τομέα αυτόν, ο οποίος, άλλωστε, έχει ανταγωνιστικό και εμπορικό χαρακτήρα, παρά από τον προβαλλόμενο εμπορικό χαρακτήρα της. Όπως σαφώς προκύπτει από το πρωτόκολλο του Άμστερνταμ, η δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία είναι «άρρηκτα συνδεδεμέν[η] με τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας». Στο ίδιο πνεύμα, με το ψήφισμα του Συμβουλίου και των κρατών μελών της 25ης Ιανουαρίου 1999, σχετικά με τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες (ΕΕ C 30, σ. 1), επισημαίνεται ότι η συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία, «επειδή [επιτελεί] πολιτιστικό, κοινωνικό και δημοκρατικό λειτούργημα υπέρ του κοινού συμφέροντος, είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση της δημοκρατίας, του πλουραλισμού, της κοινωνικής συνοχής και της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας [και] πρέπει να είναι σε θέση να [παρέχει] ευρύ φάσμα προγραμμάτων […], ώστε να [απευθύνεται] σε ολόκληρη την κοινωνία» (αιτιολογική σκέψη B και σημείο 7 του ψηφίσματος).
154 Αυτή η ιδιαιτερότητα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης αποτελεί, άλλωστε, το θεμέλιο της ελευθερίας που αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το πρωτόκολλο του Άμστερνταμ όσον αφορά την παραχώρηση της ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης. Η εν λόγω ιδιαιτερότητα εξηγεί και δικαιολογεί το ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να υποχρεωθεί να αναθέσει τη συγκεκριμένη ΥΓΟΣ με διαγωνισμό, τουλάχιστον οσάκις αποφασίζει να αναλάβει το ίδιο την παροχή της υπηρεσίας αυτής, μέσω δημόσιας εταιρίας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω.
155 Εν συνεχεία, για τους ίδιους λόγους, οι αναφορές της προσφεύγουσας στην XXXIη Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού και στην ερμηνεία που φέρεται να έδωσε η Επιτροπή στην απόφαση Telaustria και Telefonadress, σκέψη 134 ανωτέρω, καθώς και στην απόφαση Teckal, σκέψη 134 ανωτέρω, κρίνονται επίσης αλυσιτελείς. Συγκεκριμένα, με τις αναφορές αυτές, οι οποίες αφορούν δραστηριότητες εντελώς διαφορετικές από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, η προσφεύγουσα δεν λαμβάνει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες του τομέα αυτού και τους ειδικούς σκοπούς που επιδιώκουν τα κράτη μέλη με τον καθορισμό και την οργάνωση της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας.
156 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει όχι μόνον ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη, ενόψει της εφαρμογής της παρεκκλίσεως του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, να εξετάσει αν η ΥΓΟΣ της τηλεόρασης παραχωρήθηκε κατόπιν διαγωνισμού (σκέψη 146 ανωτέρω), αλλά και ότι, εν πάση περιπτώσει, η Δημοκρατία της Πορτογαλίας δεν ήταν υποχρεωμένη να διεξαγάγει διαγωνισμό.
157 Όσον αφορά την αιτίαση που αντλεί η προσφεύγουσα από την τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark (σκέψη 135 ανωτέρω), επισημαίνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως. Συναφώς, κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως και δεν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 28ης Νοεμβρίου 2002, T‑40/01, Scan Office Design κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑5043, σκέψη 96, και της 27ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑134/03 και T‑135/03, Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑3923, σκέψη 51). Ωστόσο, ισχυρισμός ή επιχείρημα που αποτελεί ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως με το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να κρίνεται παραδεκτός (απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 2007, C‑412/05 P, Alcon κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2007, σ. I‑3569, σκέψεις 38 έως 40· απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαρτίου 2007, T‑107/04, Aluminium Silicon Mill Products κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. II‑669, σκέψη 60, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
158 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι η αιτίαση αυτή προβλήθηκε μόνο με το υπόμνημα απαντήσεως (σημεία 14 έως 22), χωρίς να στηρίζεται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συναφώς, το γεγονός ότι η Επιτροπή αναφέρθηκε, με το υπόμνημα αντικρούσεως, στην τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark (ειδικότερα με το σημείο 37), προς αντίκρουση του επιχειρήματος της προσφεύγουσας ότι ήταν υποχρεωτική η διεξαγωγή διαγωνισμού για την ανάθεση της επίμαχης ΥΓΟΣ, δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, ότι η αιτίαση αυτή αποτελεί νομικό ή πραγματικό στοιχείο προκύψαν κατά τη διαδικασία, κατά την έννοια της υπομνησθείσας στην προηγούμενη σκέψη νομολογίας, και ότι η προσφεύγουσα δύναται, ως εκ τούτου, να την προβάλει λυσιτελώς με το υπόμνημα απαντήσεως.
159 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, ακόμη, ότι δεν αποτελεί ανάπτυξη λόγου προβληθέντος με το δικόγραφο της προσφυγής η αιτίαση ότι η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει αν το ύψος της αντισταθμίσεως καθορίστηκε κατόπιν αναλύσεως του κόστους με το οποίο θα επιβαρυνόταν μια μέση επιχείρηση, με ορθή διαχείριση και κατάλληλο εξοπλισμό, για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, με το δικόγραφο της προσφυγής, η προσφεύγουσα, χωρίς καν να επικαλείται την τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark, απλώς επικρίνει τη χωρίς διαγωνισμό ανάθεση της ΥΓΟΣ της τηλεόρασης στην RTP (βλ. σημεία 175 έως 183 του δικογράφου) και δεν προβάλλει την εντελώς διαφορετική, κρινόμενη εν προκειμένω, αιτίαση ότι, εφόσον δεν διεξήχθη διαγωνισμός, η Επιτροπή, προτού δεχθεί την εφαρμογή της παρεκκλίσεως του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, όφειλε –κατά την προσφεύγουσα– να εξετάσει, υπό το πρίσμα της τέταρτης προϋποθέσεως της αποφάσεως Altmark, αν το ύψος της αντισταθμίσεως καθορίστηκε με κριτήριο τις ανάγκες μιας μέσης επιχείρησης με ορθή διαχείριση και κατάλληλο εξοπλισμό.
160 Επομένως, η αιτίαση που αντλεί η προσφεύγουσα από την τέταρτη προϋπόθεση της αποφάσεως Altmark είναι απαράδεκτη.
161 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι το πρώτο σκέλος του κρινόμενου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δεύτερου σκέλους, που αντλείται από μη τήρηση των κριτηρίων εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
– Επιχειρήματα των διαδίκων
162 Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, όπως αυτά υπενθυμίζονται με την ανακοίνωση περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων και σύμφωνα με τα οποία, πρώτον, το Δημόσιο πρέπει να καθορίσει τη δημόσια υπηρεσία που αναθέτει στη συγκεκριμένη επιχείρηση, δεύτερον, η υπηρεσία πρέπει όντως να παρέχεται, τρίτον, το αν όντως παρέχεται η προβλεπόμενη στη σύμβαση υπηρεσία πρέπει να διαπιστώνεται από ανεξάρτητο έλεγχο και, τέταρτον, η παροχή χρηματοοικονομικής αντισταθμίσεως από το Δημόσιο πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις αρχές της διαφάνειας και της αναλογικότητας.
163 Όσον αφορά το πρώτο από τα κριτήρια αυτά, το Δημόσιο, εφόσον αναθέσει, όπως εν προκειμένω, τη δημόσια υπηρεσία σε επιχείρηση η οποία ασκεί παράλληλα εμπορική δραστηριότητα, ανταγωνιζόμενη άλλες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να ορίσει τη δημόσια υπηρεσία κατά τρόπο «ευρύ». Συγκεκριμένα, ένας τέτοιος ορισμός δυσχεραίνει τον διαχωρισμό μεταξύ δραστηριότητας που ασκείται υπό συνθήκες ανταγωνισμού και δραστηριότητας στο πλαίσιο δημόσιας υπηρεσίας, με συνέπεια να μην είναι δυνατόν να ελεγχθεί αν όντως παρέχεται η δημόσια υπηρεσία, καθώς και ο επιμερισμός του κόστους μεταξύ εμπορικής δραστηριότητας και δραστηριότητας σχετιζόμενης με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας. Το Πορτογαλικό Δημόσιο δεν όρισε τη δημόσια υπηρεσία που ανέθεσε στην RTP και τους πόρους που διέθεσε για τη χρηματοδότησή της κατά τρόπο σαφή, διαφανή και δυνάμενο να ελεγχθεί.
164 Οι επικρίσεις αυτές δεν είναι αφηρημένες. Στηρίζονται, συγκεκριμένα, στην αναποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών. Από τους απαριθμούμενους στις αιτιολογικές σκέψεις 56 έως 59 της προσβαλλομένης αποφάσεως ελέγχους, οι μόνοι που διενεργήθηκαν από ανεξάρτητους οργανισμούς της Δημοκρατίας της Πορτογαλίας και της RTP ήταν οι έλεγχοι ενός γνωμοδοτικού οργάνου απαρτιζόμενου από εκπροσώπους της κοινής γνώμης, καθώς και οι έλεγχοι από εξωτερικούς ελεγκτές.
165 Η Επιτροπή, πάντως, όχι μόνο δεν αναφέρει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, οτιδήποτε σχετικό με ανεξάρτητους ελέγχους, αλλά παρέλειψε ακόμη και να ερευνήσει αν στην πράξη διενεργήθηκαν τέτοιοι έλεγχοι. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έπρεπε απλώς να λάβει υπόψη της την ύπαρξη, σε θεωρητικό επίπεδο, μηχανισμών ελέγχου, αλλά και να διαπιστώσει την εφαρμογή τους.
166 Μολονότι διέθετε όλες τις απαραίτητες προς τούτο εξουσίες, η Επιτροπή δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία και δεν δέχθηκε τα επανειλημμένα αιτήματα της προσφεύγουσας να υποχρεωθούν οι πορτογαλικές αρχές να προσκομίσουν τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου ή να δηλώσουν ρητώς ότι δεν υφίστανται τέτοιες εκθέσεις. Αφενός, από τα στοιχεία που συνέλεξε η προσφεύγουσα με δικές τις ενέργειες προκύπτει ότι από το 1992 έως το 1997 δεν διενεργήθηκε κανένας ανεξάρτητος έλεγχος στην RTP. Αφετέρου, από τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τον εξωτερικό συμβατικώς προβλεπόμενο έλεγχο του 1998 προκύπτουν σοβαρές πλημμέλειες.
167 Εξάλλου, η Επιτροπή δεν τήρησε επίσης το κριτήριο της πραγματικής παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Συγκεκριμένα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η RTP πράγματι παρέσχε τη δημόσια υπηρεσία που της ανατέθηκε. Επιπλέον, από το 1992 έως το 1997, δεν πραγματοποιήθηκε κανένας ανεξάρτητος έλεγχος, ενώ από τη συμβατικώς προβλεπόμενη έκθεση εξωτερικού ελέγχου για το 1998 προκύπτουν πολλές πλημμέλειες όσον αφορά την παροχή δημόσιας υπηρεσίας εκ μέρους της RTP.
168 Επομένως, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκαν τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, όπως αυτά έχουν προσδιοριστεί από την ίδια την Επιτροπή, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.
169 Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, βάσει της ανακοινώσεως περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, δεν είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ότι η δημόσια υπηρεσία πράγματι παρέχεται αν δεν λειτουργούν οι μηχανισμοί ελέγχου της εκπληρώσεως των σχετικών με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας υποχρεώσεων. Περαιτέρω, αν οι μηχανισμοί ελέγχου λειτουργούν και οι αρμόδιες αρχές διαπιστώσουν ότι η δημόσια υπηρεσία δεν παρασχέθηκε ή ότι μέρος του κόστους δεν αντιστοιχεί στην υπηρεσία αυτή, η Επιτροπή δεν μπορεί να αγνοήσει τα πορίσματα του ελέγχου αυτού, δεχόμενη, όπως έπραξε με την προσβαλλόμενη απόφαση και με το υπόμνημα αντικρούσεως, ότι, εν τέλει, το σύνολο του κόστους που δηλώνει η επιχείρηση αφορά την παροχή δημόσιας υπηρεσίας.
170 Επιβάλλεται μια ακόμη επισήμανση σχετικά με την έκθεση του Tribunal de Contas, η οποία καταρτίστηκε περισσότερο από ένα έτος προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, την οποία προφανώς γνώριζαν η Δημοκρατία της Πορτογαλίας και η RTP και την οποία όφειλε επίσης να γνωρίζει η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, λόγω της μακράς διάρκειας της εξέτασης της RTP και λόγω της υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας που υπέχουν τα κράτη μέλη έναντι των κοινοτικών οργάνων, η Επιτροπή δεν είναι δυνατόν να μη γνώριζε ότι το Tribunal de Contas διεξήγαγε έρευνα σε βάθος και την ύπαρξη της εκθέσεως αυτής.
171 Η έκθεση αυτή επιβεβαιώνει τα πορίσματα της συμβατικώς προβλεπόμενης εκθέσεως εξωτερικού ελέγχου για το 1998, καθώς και τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της προσφυγής σχετικά με τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά την ανάλυση του κόστους με το οποίο επιβαρύνθηκε η RTP για την παροχή της δημόσιας υπηρεσίας. Επιβεβαιώνει, επίσης, τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την εκτίμηση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ και, ειδικότερα, την αναποτελεσματικότητα των μηχανισμών ελέγχου. Τέλος, επιβεβαιώνει ότι η RTP δεν παρέσχε την αναμενόμενη δημόσια υπηρεσία. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που διατυπώνονται στην ανακοίνωση περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, «η Επιτροπή δεν [είχε] τη δυνατότητα να ασκήσει τα καθήκοντά της δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 2, [ΕΚ] και, συνεπώς, δεν [μπορούσε] να χορηγήσει απαλλαγή δυνάμει του άρθρου αυτού» (σημείο 43 της ανακοινώσεως).
172 Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν είναι δυνατόν να μη γνώριζε την έκθεση του Tribunal de Contas, από την οποία προκύπτει σαφώς ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Η Επιτροπή δεν μπορεί να ελέγξει, βάσει των ετήσιων εκθέσεων ενός ορκωτού ελεγκτή ή του λογιστηρίου της επιχείρησης, τον τρόπο με τον οποίο η RTP παρέχει τη δημόσια υπηρεσία. Εξάλλου, αποστολή του ορκωτού ελεγκτή δεν είναι να ελέγχει αν η συγκεκριμένη επιχείρηση παρέχει δημόσια υπηρεσία ούτε, βέβαια, ποια ποσά αντιστοιχούν στην παροχή αυτή. Συνεπώς, είναι πρόδηλον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί.
173 Η Επιτροπή απαντά ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η ανακοίνωση περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων δεν επιβάλλει τη διενέργεια ανεξάρτητου ελέγχου σχετικά με το αν όντως παρέχεται η δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία. Στο σημείο 29 της ανακοινώσεως αυτής καθορίζονται τρία κριτήρια που πρέπει να πληρούνται προκειμένου ένα μέτρο να μπορεί να υπαχθεί στην παρέκκλιση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Αυτά είναι τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι ο καθορισμός της ΥΓΟΣ, η παραχώρηση της δημόσιας υπηρεσίας και η αναλογικότητα.
174 Δεν είναι ακριβές ότι ο «ευρύς» ορισμός της δημόσιας υπηρεσίας δυσχεραίνει τον διαχωρισμό μεταξύ δραστηριότητας υπό συνθήκες ανταγωνισμού και δραστηριότητας στο πλαίσιο δημόσιας υπηρεσίας και καθιστά αδύνατο να ελεγχθεί η πραγματική παροχή της δημόσιας υπηρεσία και ο επιμερισμός του κόστους μεταξύ δραστηριοτήτων υπό συνθήκες ανταγωνισμού, αφενός, και δραστηριοτήτων στο πλαίσιο δημόσιας υπηρεσίας, αφετέρου.
175 Ο ρόλος της Επιτροπής στον τομέα της ραδιοτηλεόρασης είναι να εντοπίζει τυχόν προφανή σφάλματα κατά τον ορισμό της δημόσιας υπηρεσίας, ο οποίος πρέπει να συνάδει με τον στόχο της ικανοποιήσεως των δημοκρατικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών κάθε κοινωνίας. Η Επιτροπή δεν διαπίστωσε τέτοια σφάλματα.
176 Υπό τις συνθήκες αυτές, θα έπρεπε να εξεταστεί αν η χρηματοδότηση της παροχής δημόσιας υπηρεσίας ήταν ανάλογη προς το καθαρό κόστος της υπηρεσίας αυτής. Η Επιτροπή διαπίστωσε, πάντως, ότι η συνολική χρηματοδότηση προς την RTP κατά το εξεταζόμενο διάστημα δεν υπερέβη το καθαρό κόστος παροχής της δημόσιας υπηρεσίας.
177 Διαπιστώθηκε ότι η RTP τηρούσε χωριστούς λογαριασμούς για τις δραστηριότητες δημόσιας υπηρεσίας και για τις εμπορικές δραστηριότητές της, τις οποίες ασκούσε μέσω χωριστών από νομικής απόψεως εταιριών. Επομένως, από τους λογαριασμούς της RTP μπορούσε να διαπιστωθεί το κόστος και τα έσοδα από την παροχή δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και οι συμμετοχές της RTP σε εμπορικές επιχειρήσεις, συμμετοχές οι οποίες καταχωρίζονταν λογιστικά ως χρηματοοικονομικές επενδύσεις. Οι λογαριασμοί της RTP πάντοτε ελέγχονταν ετησίως από ορκωτό ελεγκτή. Επιπλέον, στο πλαίσιο του πορτογαλικού συστήματος χρηματοδότησης, η RTP επιδοτούνταν για μέρος μόνον του κόστους της δημόσιας υπηρεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, η RTP εφάρμοζε ένα δεύτερο επίπεδο αναλυτικής λογιστικής ειδικά για τις σχετικές με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας δραστηριότητες –πράγμα που αντικατοπτρίζεται παγίως στις εκθέσεις για τη δημόσια υπηρεσία– και, συνεπώς, μπορούσε να διαπιστωθεί με διαφάνεια ποιο κόστος πρέπει να αποδοθεί για κάθε δραστηριότητα δημόσιας υπηρεσίας.
178 Είναι αληθές ότι ο μηχανισμός αντισταθμίσεως που οι πορτογαλικές αρχές επέλεξαν αρχικώς να θεσπίσουν με τις συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας δεν κάλυπτε όλο το κόστος παροχής της δημόσιας υπηρεσίας. Το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει, εντούτοις, την αντιστάθμιση του συνολικού κόστους. Συνεπώς, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να αντιταχθεί σε μέτρα που έλαβαν εκ των υστέρων οι πορτογαλικές αρχές προς κάλυψη του μη αντισταθμισθέντος κόστους.
179 Περαιτέρω, η άποψη ότι καλώς έγινε δεκτός ο «ευρύς» ορισμός της δημόσιας υπηρεσίας στην περίπτωση της RTP, καθώς αποδείχθηκε ότι η χρηματοδότηση της εν λόγω υπηρεσίας ήταν ανάλογη προς το καθαρό κόστος της, επιβεβαιώνεται επίσης από το γεγονός ότι δεν διαταράχθηκε η λειτουργία της αγοράς όσον αφορά τις απορρέουσες από την παροχή δημόσιας υπηρεσίας εμπορικές δραστηριότητες.
180 Εξάλλου, δεν ευσταθεί το επιχείρημα περί αναποτελεσματικότητας των μηχανισμών ελέγχου. Συγκεκριμένα, ο ρόλος της Επιτροπής δεν ήταν να εκτιμήσει αν η RTP ή η Δημοκρατία της Πορτογαλίας εφάρμοσαν ορθώς όλους τους ισχύοντες στην Πορτογαλία κανόνες, αλλά μόνο να εξετάσει αν η κρατική χρηματοδότηση της RTP ήταν συμβατή με τη Συνθήκη. Προς τούτο, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να αναλύσει και να αξιολογήσει στοιχεία αντικειμενικά και αξιόπιστα σχετικά με το κόστος των δραστηριοτήτων στο πλαίσιο της δημόσιας υπηρεσίας και των εμπορικών δραστηριοτήτων της RTP.
181 Σημειωτέον ότι, όπως λεπτομερώς αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 177 επ. της προσβαλλομένης αποφάσεως, όλα αυτά τα στοιχεία που ανέλυσε και επιβεβαίωσε η Επιτροπή είχαν ελεγχθεί από τους κατάλληλους ελεγκτικούς μηχανισμούς στην Πορτογαλία.
182 Ακόμη και αν εκ των υστέρων διαπιστωνόταν ότι δεν λειτούργησε όλο το περιγραφόμενο σύστημα ελέγχου όπως έπρεπε ή ότι τα στοιχεία που δόθηκαν στην Επιτροπή δεν ήταν ακριβή, τούτο δεν σημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει οποιοδήποτε ελάττωμα. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση αυτή βάσει των στοιχείων τα οποία διέθετε κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της και για τα οποία δεν είχε λόγους να αμφιβάλλει.
183 Τέλος, είναι εσφαλμένο το επιχείρημα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η RTP πράγματι παρέσχε τη δημόσια υπηρεσία που της ανατέθηκε. Ειδικότερα, δεν απέκειτο στην Επιτροπή να εκτιμήσει συγκεκριμένα αν οι συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας εκτελέστηκαν λεπτομερώς ούτε αν τηρήθηκαν οι συμβατικές ποιοτικές προδιαγραφές. Η Επιτροπή μπορεί να ελέγξει μόνον αν οι δραστηριότητες που ασκεί η RTP στο πλαίσιο της παροχής δημόσιας υπηρεσίας μπορούν να χαρακτηριστούν ΥΓΟΣ κατά την έννοια της Συνθήκης.
184 Πάντως, όλες οι δραστηριότητες της RTP στο πλαίσιο της ΥΓΟΣ ήταν σύννομες και δεν διαπιστώθηκαν προφανή σφάλματα. Επιπλέον, από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι η χρηματοδότηση προς την RTP χρησιμοποιήθηκε πράγματι για την παροχή της δημόσιας υπηρεσίας.
185 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η έκθεση του Tribunal de Contas προσκομίστηκε εκπρόθεσμα με το υπόμνημα απαντήσεως χωρίς καμία πειστική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Η Επιτροπή δηλώνει ρητώς ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της εκθέσεως αυτής προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Σε κάθε περίπτωση, η έκθεση αυτή δεν αναιρεί την εκτίμηση που διατυπώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
186 Καταρχάς, πρέπει να κριθεί αν η συνημμένη στο υπόμνημα απαντήσεως έκθεση του Tribunal de Contas είναι παραδεκτή και λυσιτελής, στο πλαίσιο της εκδικαζόμενης προσφυγής, για την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
187 Επιβάλλεται να εξεταστεί ευθέως το ζήτημα της λυσιτέλειας της εκθέσεως αυτής.
188 Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η νομιμότητα μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο της εκδόσεώς της. Ειδικότερα, οι περίπλοκες εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή πρέπει να εξετάζονται μόνο σε συνάρτηση με τα στοιχεία που αυτή διέθετε κατά τον χρόνο που τις πραγματοποίησε (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1979, 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψη 7, και της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-197/99 Ρ, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι-8461, σκέψη 86· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 1998, Τ-371/94 και Τ-394/94, British Airways κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2405, σκέψη 81, και της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-126/96 και Τ-127/96, BFM και EFIM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3437, σκέψη 88).
189 Κατά την προσφεύγουσα, λόγω της μακράς διάρκειας της εξέτασης της υποθέσεως της RTP από την Επιτροπή και λόγω της υποχρεώσεως ειλικρινούς συνεργασίας που υπέχουν τα κράτη μέλη έναντι των κοινοτικών οργάνων, η Επιτροπή δεν είναι δυνατόν να μη γνώριζε ότι το Tribunal de Contas διεξήγαγε έρευνα σε βάθος και την ύπαρξη της εκθέσεως αυτής.
190 Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα, η οποία φέρει το βάρος αποδείξεως, δεν προσκομίζει, πέραν των προπαρατεθέντων γενικών ισχυρισμών, κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Επιτροπή όντως γνώριζε την ύπαρξη έστω της εκθέσεως αυτής κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει, εξάλλου, ότι αγνοούσε την ύπαρξη της εκθέσεως αυτής κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
191 Η Επιτροπή προβάλλει ρητώς ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη της εκθέσεως αυτής κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήταν σε θέση να ζητήσει τη δημοσιοποίησή της.
192 Συναφώς, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι δεν αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή γνώριζε την ύπαρξη της εκθέσεως του Tribunal de Contas κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
193 Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του αν η έκθεση αυτή, μολονότι προσκομίστηκε με το υπόμνημα απαντήσεως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, κρίνεται αλυσιτελής και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
194 Αφού κρίθηκε το προκαταρκτικό αυτό ζήτημα, πρέπει να εξεταστεί η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι ένα κράτος μέλος, εφόσον επιλέγει, όπως εν προκειμένω, να παραχωρήσει την ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης σε επιχείρηση που ασκεί παράλληλα εμπορικές δραστηριότητες, δεν μπορεί να ορίσει τη δημόσια υπηρεσία κατά τρόπο «ευρύ».
195 Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., συναφώς, απόφαση FFSA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 144 ανωτέρω, σκέψη 99) και τα όσα εκθέτει η Επιτροπή στο σημείο 22 της ανακοινώσεως COM (2000) 580 τελικό, της 20ής Σεπτεμβρίου 2000, περί των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος στην Ευρώπη, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τον καθορισμό του τι θεωρούν υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος. Επομένως, ο ορισμός των εν λόγω υπηρεσιών από ένα κράτος μέλος μπορεί να αμφισβητηθεί από την Επιτροπή μόνο σε περίπτωση προφανούς σφάλματος (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C‑309/99, Wouters κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I‑1577, I‑1583, σημείο 162· απόφαση Olsen κατά Επιτροπής, σκέψη 145 ανωτέρω, σκέψη 216).
196 Τη σημασία των ΥΓΟΣ για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ανάγκη διασφαλίσεως της ορθής λειτουργίας τους εμφαίνει η διά της Συνθήκης του Άμστερνταμ προσθήκη του άρθρου 16 ΕΚ στη Συνθήκη ΕΚ (βλ., σχετικά, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 2001, C‑340/99, TNT Traco, Συλλογή 2001, σ. I‑4109, I‑4112, σημείο 94, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 2001, C‑475/99, Ambulanz Glöckner, Συλλογή 2001, σ. I‑8089, I‑8094, σημείο 175, και της 20ής Νοεμβρίου 2003, C‑126/01, GEMO, Συλλογή 2003, σ. I‑13769, I‑13772, σημείο 124, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Poiares Maduro στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 2006, C‑205/03 P, FENIN κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑6295, I‑6297, υποσημείωση 35, σημείο 26· βλ., επίσης, διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 28ης Μαΐου 2001, T‑53/01R, Poste Italiane κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1479, σκέψη 132).
197 Όσον αφορά, ειδικότερα, την ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης, το Δικαστήριο, με την απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, 155/73, Sacchi (Συλλογή τόμος 1974, σ. 217), η οποία αφορούσε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα αν η παραχώρηση, από κράτος μέλος σε μια επιχείρηση, του δικαιώματος πραγματοποιήσεως κάθε είδους τηλεοπτικών εκπομπών, ακόμη και για σκοπούς διαφήμισης, παραβιάζει τους κανόνες ανταγωνισμού, έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι ο νόμος επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίζουν την ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης κατά τρόπον ώστε να περιλαμβάνει προγράμματα γενικού περιεχομένου. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «τίποτε στη Συνθήκη δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, για λόγους δημοσίου συμφέροντος μη οικονομικής φύσεως, να εξαιρούν τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές [...] από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, παραχωρώντας το αποκλειστικό δικαίωμα της πραγματοποιήσεως τους σε ένα ή περισσότερα ιδρύματα» (απόφαση Sacchi, προπαρατεθείσα, σκέψη 14· βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Reischl στην υπόθεση αυτή, Συλλογή τόμος 1974, σ. 228, σ. 241, και του γενικού εισαγγελέα M. Léger στην υπόθεση Wouters κ.λπ., σκέψη 195 ανωτέρω, σημείο 163).
198 Εξάλλου, τα κράτη μέλη, όταν διακήρυξαν, με το πρωτόκολλο του Άμστερνταμ, ότι «το σύστημα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις δημοκρατικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες κάθε κοινωνίας και με την ανάγκη να διασφαλίζεται η πολυφωνία στα μέσα ενημέρωσης», αναφέρθηκαν ευθέως στα συστήματα της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης που είχαν συσταθεί από αυτά και επιφορτιστεί με τη μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων γενικού περιεχομένου, προς όφελος όλου του πληθυσμού των εν λόγω κρατών.
199 Τέλος, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με το ψήφισμα της 25ης Ιανουαρίου 1999, σχετικά με τις δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες (σκέψη 153 ανωτέρω), τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο επιβεβαίωσαν τη σημασία της ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης.
200 Με το ψήφισμα αυτό, τα κράτη μέλη, «[λαμβάνοντας] υπόψη το γεγονός ότι οι δημόσιες ραδιοτηλεοπτικές υπηρεσίες, επειδή επιτελούν πολιτιστικό, κοινωνικό και δημοκρατικό λειτούργημα υπέρ του κοινού συμφέροντος, είναι ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση της δημοκρατίας, του πλουραλισμού, της κοινωνικής συνοχής και της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυμορφίας, [τονίζοντας] ότι η αύξηση της ποικιλομορφίας των προγραμμάτων που προσφέρονται στο νέο περιβάλλον των μέσων μαζικής ενημέρωσης ενισχύει τη σημασία της συνολικής αποστολής των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών [και υπενθυμίζοντας] ότι το [πρωτόκολλο του Άμστερνταμ] επιβεβαιώνει την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά την αποστολή και τη χρηματοδότηση του συστήματος δημόσιας ραδιοτηλεόρασης στα κράτη μέλη», διαπίστωσαν και εξέφρασαν ρητώς ότι το πρωτόκολλο αυτό επιβεβαιώνει «την ομοθυμία [τους] να δώσουν έμφαση στον ρόλο των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών», ότι «[οι] δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν ευρύ φάσμα προγραμμάτων σύμφωνα με την αποστολή τους, όπως ορίζεται από τα κράτη μέλη, ώστε να απευθύνονται σε ολόκληρη την κοινωνία» και ότι, «στο πλαίσιο αυτό, νομιμοποιούνται οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί να στοχεύουν σε ένα ευρύ κοινό».
201 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να ορίζουν την ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης κατά τρόπο ευρύ, ώστε να συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν η μετάδοση προγραμμάτων γενικού περιεχομένου.
202 Η δυνατότητα αυτή δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση επειδή ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας ασκεί και εμπορικές δραστηριότητες, όπως η πώληση διαφημιστικού χώρου.
203 Συγκεκριμένα, μια τέτοια αμφισβήτηση συνεπάγεται ότι αυτός καθαυτός ο ορισμός της ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης εξαρτάται από τον τρόπο χρηματοδότησής της. Η ΥΓΟΣ, όμως, ορίζεται σε σχέση με το γενικό συμφέρον που επιδιώκει να εξυπηρετήσει και όχι σε σχέση με τους πόρους που εξασφαλίζουν την παροχή της. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, με το σημείο 36 της ανακοινώσεως περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, «[το] θέμα του [καθορισμού της] δημόσιας υπηρεσίας δεν θα πρέπει να συγχέεται με το θέμα του χρηματοδοτικού μηχανισμού που επιλέγεται για την παροχή αυτών των υπηρεσιών».
204 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται ότι τα κράτη μέλη δύνανται να ορίζουν την ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης κατά τρόπον ώστε να περιλαμβάνει τη μετάδοση ευρέος φάσματος προγραμμάτων και ο φορέας στον οποίον έχει ανατεθεί η ΥΓΟΣ να ασκεί εμπορικές δραστηριότητες, όπως είναι η πώληση διαφημιστικού χώρου.
205 Το Πρωτοδικείο επισημαίνει, κατά τα λοιπά, ότι, πέραν της αιτιάσεως ότι η δημόσια υπηρεσία δεν μπορεί να ορίζεται κατά τρόπο ευρύ σε περίπτωση που ο ραδιοτηλεοπτικός φορέας ασκεί και εμπορικές δραστηριότητες, οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας αφορούν, κυρίως, την παροχή της υπηρεσίας αυτής από την RTP και τον έλεγχο που άσκησε σχετικά η Επιτροπή.
206 Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή ουσιαστικά δεν επιδίωξε να βεβαιωθεί ότι η παροχή της δημόσιας υπηρεσίας εκ μέρους της RTP αποτέλεσε αντικείμενο ανεξάρτητων ελέγχων. Η Επιτροπή δεν έπρεπε απλώς να λάβει υπόψη της ότι υφίστανται, θεωρητικά, μηχανισμοί ελέγχου. Όφειλε, επιπλέον, να διαπιστώσει την εφαρμογή τους στην πράξη. Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν δέχθηκε τα αιτήματά της να υποχρεωθούν οι πορτογαλικές αρχές να δημοσιοποιήσουν τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου ή να δηλώσουν ρητώς ότι οι εκθέσεις αυτές δεν υφίσταντο. Προσάπτει, ακόμη, στην Επιτροπή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η RTP πράγματι παρείχε τη δημόσια υπηρεσία που της είχε ανατεθεί.
207 Συναφείς είναι οι αιτιολογικές σκέψεις 56 έως 59 και 177 έως 181 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
208 Προτού κριθεί το βάσιμο των αιτιάσεων αυτών της προσφεύγουσας, πρέπει να εξεταστεί αν ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας ενήργησε σύμφωνα με τους όρους παραχωρήσεως της δημόσιας υπηρεσίας.
209 Η εξέταση αυτή απαιτεί διττή ανάλυση. Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν ελέγχθηκε η τήρηση εκ μέρους της RTP των ποιοτικών κριτηρίων –ή, ακόμη, των ποιοτικών προδιαγραφών– που ισχύουν εν γένει για τις σχετικές με τη δημόσια ραδιοτηλεόραση δραστηριότητές της. Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν ελέγχθηκε ότι όντως παρασχέθηκαν δημόσιες υπηρεσίες από την RTP, καθώς και η αντιστοιχία μεταξύ των υπηρεσιών αυτών και του δηλωθέντος κόστους.
210 Αντικείμενο του πρώτου μέρους της αναλύσεως αυτής είναι η υποκειμενικού χαρακτήρα εκτίμηση του ποιοτικού επιπέδου της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, ενώ το δεύτερο μέρος αφορά το αντικειμενικό ζήτημα του αν η διάρθρωση και η τήρηση των λογιστικών βιβλίων της RTP γίνεται κατά τρόπον ειλικρινή, όσον αφορά τους λογαριασμούς κόστους που περιλαμβάνουν και το κόστος που έχει καταχωριστεί σε αυτούς. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν μπορεί να ελέγξει λυσιτελώς τον αναλογικό χαρακτήρα της κρατικής χρηματοδότησης του κόστους παροχής της δημόσιας υπηρεσίας αν δεν είναι πεπεισμένη ότι είναι αξιόπιστα τα σχετικά με τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα και τις δραστηριότητές του οικονομικά και λογιστικά στοιχεία που διαθέτει.
211 Όσον αφορά, πρώτον, τον έλεγχο του αν η RTP τήρησε τα ποιοτικά κριτήρια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λόγω της οικονομικής σημασίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, σε περίπτωση που η σχετική υπηρεσία έχει οριστεί κατά τρόπο ευρύ, η κρατική χρηματοδότησή της μπορεί να κριθεί συμβατή με τις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων μόνον εφόσον τηρούνται οι ποιοτικές προδιαγραφές που έχουν οριστεί κατά την παραχώρηση της δημόσιας υπηρεσίας. Πράγματι, οι εν λόγω ποιοτικές προδιαγραφές αποτελούν τον λόγο ύπαρξης της ΥΓΟΣ της ραδιοτηλεόρασης σε εθνικό επίπεδο και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να εξακολουθεί η κρατική χρηματοδότηση της συγκεκριμένης ΥΓΟΣ στο ύψος που θα επέβαλλε η τήρηση των προδιαγραφών αυτών, σε περίπτωση που η υπηρεσία αυτή, αν και έχει οριστεί κατά τρόπο ευρύ, θυσιάζει εντούτοις τις εν λόγω ποιοτικές προδιαγραφές, προκειμένου να ακολουθήσει μια εμπορική επιχειρηματική συμπεριφορά, η οποία συνίσταται στη διαμόρφωση του προγράμματός της κατά τρόπον ώστε να προσελκύει το κατά το δυνατόν καλύτερο για τους διαφημιστές ακροατήριο.
212 Ωστόσο, μόνον το κράτος μέλος είναι σε θέση να εκτιμήσει αν ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας τηρεί τις ποιοτικές προδιαγραφές που έχουν καθοριστεί με την πράξη παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την ανακοίνωση COM (1999) τελικό στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών, της 14ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με τις αρχές και κατευθυντήριες γραμμές για την κοινοτική πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα στην ψηφιακή εποχή, «τα ζητήματα περιεχομένου είναι ουσιαστικά εθνικά ως προς τη φύση τους, καθώς συνδέονται άμεσα και στενά με τις πολιτιστικές, κοινωνικές και δημοκρατικές ανάγκες της συγκεκριμένης κοινωνίας» και «σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, συνεπώς, η ρύθμιση του περιεχομένου επαφίεται κυρίως στα κράτη μέλη». Επομένως, η Επιτροπή, καθώς δεν απόκειται σε αυτή να κρίνει αν τηρήθηκαν οι ποιοτικές προδιαγραφές, πρέπει να βασίζεται στην κατάλληλη εποπτεία που ασκούν τα κράτη μέλη (αιτιολογική σκέψη 41 ανακοινώσεως περί ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων).
213 Επομένως, η Επιτροπή, καθώς δεν είναι αρμόδια να ελέγχει συγκεκριμένα την τήρηση των ποιοτικών προδιαγραφών, μπορεί μόνο και υποχρεούται να διαπιστώσει αν ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας ελέγχεται από ανεξάρτητο όργανο ως προς το αν ενεργεί σύμφωνα με τους όρους παραχωρήσεως της δημόσιας υπηρεσίας.
214 Μόνον αν από την έρευνα προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υφιστάμενος μηχανισμός ελέγχου δεν λειτούργησε μπορεί η Επιτροπή να εξετάσει τη λειτουργία του εν λόγω μηχανισμού, χωρίς, όμως, να υπερβεί τα όρια της εξέτασης αυτής και, ειδικότερα, να μην υποκαταστήσει το κράτος μέλος στην εκτίμηση της τηρήσεως των ποιοτικών κριτηρίων.
215 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη μηχανισμού ελέγχου της τηρήσεως από την RTP των σχετικών με τη δημόσια υπηρεσία υποχρεώσεων. Πράγματι, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι «οι συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας προβλέπουν τη σύσταση Γνωμοδοτικού Οργάνου αποτελούμενου από εκπροσώπους των διαφόρων τομέων της κοινής γνώμης, το οποίο μπορεί να παρέμβει προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον η RTP τηρεί τις γενικές και ειδικές υποχρεώσεις της ως δημόσια υπηρεσία τηλεόρασης» (αιτιολογική σκέψη 56), ότι η RTP πρέπει να προσκομίζει «έκθεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας του παρελθόντος έτους, συνοδευόμενη από γνωμοδότηση της Υπηρεσίας Λογιστικού Ελέγχου» (στο εξής: έκθεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας) (αιτιολογική σκέψη 57, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως) και ότι ο «Υπουργός Οικονομικών και το μέλος της κυβέρνησης που είναι αρμόδιο για τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να ελέγχουν την τήρηση των συμβάσεων δημόσιας υπηρεσίας» (αιτιολογική σκέψη 58, πρώτη περίοδος).
216 Από τις διαπιστώσεις αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει με επαρκή σαφήνεια η ύπαρξη ανεξάρτητου μηχανισμού για τον έλεγχο της τηρήσεως από την RTP των προδιαγραφών ποιότητας της παραχωρηθείσας σε αυτή δημόσιας υπηρεσίας.
217 Επιπλέον, το Πρωτοδικείο επισημαίνει, επικουρικώς, ότι δεν αμφισβητείται ότι, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 178 και 179), η RTP κατάρτιζε κατ’ έτος έκθεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας και ότι ο Υπουργός Οικονομικών και το αρμόδιο για τα μέσα ενημέρωσης μέλος της κυβέρνησης έλεγχαν την εκτέλεση της συμβάσεως παραχωρήσεως της δημόσιας υπηρεσίας.
218 Κατόπιν των ανωτέρω, η νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί για λόγους συνδεόμενους με το αν η Επιτροπή εξέτασε την ύπαρξη μηχανισμών ελέγχου της τηρήσεως των ποιοτικών προδιαγραφών.
219 Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα του ελέγχου περί του αν η RTP όντως παρέσχε την αναμενόμενη δημόσια υπηρεσία, καθώς και περί του αν είναι πραγματικό το κόστος που δηλώθηκε ότι αντιστοιχεί στην παροχή αυτή.
220 Η άποψη της προσφεύγουσας είναι ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε με την απαιτούμενη επιμέλεια τη γνησιότητα και την αξιοπιστία των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη της όσον αφορά την παρεχόμενη δημόσια υπηρεσία και το κόστος της. Η Επιτροπή δεν ερεύνησε, με την απαιτούμενη ουδετερότητα και αμεροληψία, την αξιοπιστία των αριθμητικών στοιχείων που προσκόμισε η RTP σχετικά με το κόστος παροχής της δημόσιας υπηρεσίας. Προσάπτει, ειδικότερα, στην Επιτροπή ότι δεν δέχθηκε κανένα από τα αιτήματά της να υποχρεωθεί η Δημοκρατία της Πορτογαλίας να προσκομίσει τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου, οι οποίες, πάντως, προβλέπονται στις συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας και αποσκοπούν στην εκτίμηση και στον έλεγχο της σχέσεως μεταξύ παραχωρηθείσας δημόσιας υπηρεσίας και της καταβολής του αντίστοιχου πραγματικού κόστους.
221 Η απάντηση της Επιτροπής είναι ότι, λαμβανομένων υπόψη των λογιστικών και των ελεγκτικών μηχανισμών που προβλέφθηκαν και εφαρμόστηκαν, ήταν ορθή η εκτίμησή της περί της αξιοπιστίας των στοιχείων που είχε στη διάθεσή της. Επομένως, δεν μπορεί να της προσαφθεί ότι δεν έκρινε λυσιτελές ή αναγκαίο να δεχθεί το αίτημα της προσφεύγουσας να υποχρεωθεί η Δημοκρατία της Πορτογαλίας να προσκομίσει τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου. Το γεγονός ότι τηρήθηκαν αναγκαστικά όλες οι προβλεπόμενες σε εθνικό επίπεδο διαδικασίες ελέγχου έχει μικρή σημασία ενόψει του ότι διαπιστώθηκε με επαρκή βεβαιότητα η αντικειμενική αξιοπιστία των στοιχείων που προσκόμισε το κράτος μέλος σχετικά με την παρασχεθείσα δημόσια υπηρεσία και το αντίστοιχο κόστος.
222 Υπενθυμίζεται ότι η διαδικασία ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων κινείται, λαμβανομένης υπόψη της εν γένει οικονομίας της, κατά του κράτους μέλους που ευθύνεται, από πλευράς των κοινοτικών του υποχρεώσεων, για τη χορήγηση της ενισχύσεως. Κατά τη διαδικασία αυτή, οι ενδιαφερόμενοι, εξαιρέσει του οικείου κράτους μέλους, αποτελούν ουσιαστικά πηγή πληροφοριών για την Επιτροπή και, συνεπώς, δεν μπορούν να απαιτήσουν οι ίδιοι κατ’ αντιπαράθεση συζήτηση με την Επιτροπή, όπως αυτή που γίνεται με το εν λόγω κράτος (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2003, T‑366/00, Scott κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑1763, σκέψεις 52 και 53, της 14ης Ιανουαρίου 2004, T‑109/01, Fleuren Compost κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑127, σκέψεις 42 και 43, και τη νομολογία που παρατίθεται εκεί, και απόφαση Saxonia Edelmetalle και ZEMAG κατά Επιτροπής, σκέψη 141 ανωτέρω, σκέψη 48). Οι ενδιαφερόμενοι, εξαιρέσει του οικείου κράτους μέλους, έχουν μόνον το δικαίωμα να μετέχουν στη διοικητική διαδικασία σε βαθμό επαρκή λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως (αποφάσεις British Airways κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 188 ανωτέρω, σκέψη 60, και Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, σκέψη 93 ανωτέρω, σκέψη 125).
223 Στο πλαίσιο αυτό, ο ενδιαφερόμενος που ζητεί από την Επιτροπή να υποχρεώσει το κράτος μέλος να παράσχει ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία δεν μπορεί να αξιώσει από την Επιτροπή να ικανοποιήσει το αίτημά του. Στην Επιτροπή απόκειται να εκτιμήσει, ενδεχομένως, τη λυσιτέλεια του αιτήματος αυτού για τις ανάγκες του ελέγχου των επίμαχων μέτρων. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής, η Επιτροπή μπορεί να λάβει υπόψη της τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της
224 Πάντως, το γεγονός ότι τα δικαιώματα συμμετοχής και πληροφορήσεως των ενδιαφερομένων, εκτός των κρατών μελών, είναι περιορισμένα δεν έρχεται σε αντίθεση προς την υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξέτασης που υπέχει η Επιτροπή στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (βλ. κατ’ αναλογία, για την εφαρμογή της ίδιας συλλογιστικής στην υποχρέωση αιτιολογήσεως, απόφαση British Airways κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 188 ανωτέρω, σκέψη 64· βλ., προς επιβεβαίωση της υποχρεώσεως επιμελούς και αμερόληπτης εξέτασης, απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψεις 60 έως 62, απόφαση Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, σκέψη 93 ανωτέρω, σκέψη 167).
225 Επομένως, η Επιτροπή διαθέτει μεν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως, αλλά δεν μπορεί, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως επιμελούς και αμερόληπτης εξέτασης, να μη ζητεί να τεθούν στη διάθεσή της πληροφοριακά στοιχεία τα οποία προκύπτει ότι είναι λυσιτελή για την επιβεβαίωση ή τη διάψευση άλλων σχετικών με την εξέταση του επίμαχου μέτρου στοιχείων, των οποίων όμως η αξιοπιστία δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς.
226 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, καταρχάς, ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της τους ετήσιους λογαριασμούς της RTP (αιτιολογικές σκέψεις 67 και 180, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως). Επίσης δεν αμφισβητείται ότι, μεταξύ 1992 και 1998, οι λογαριασμοί αυτοί ελέγχονταν από ορκωτό ελεγκτή (αιτιολογική σκέψη 180, τρίτη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως), δηλαδή όργανο εξωτερικό και ανεξάρτητο σε σχέση με την επιχείρηση.
227 Η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την ύπαρξη του συγκεκριμένου μηχανισμού ελέγχου ούτε ισχυρίζεται ότι εντόπισε σφάλματα στους ετήσιους λογαριασμούς της RTP. Περιορίζεται στο να προβάλει ότι η Επιτροπή «δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο η RTP παρέχει τη δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία βάσει των ετήσιων λογαριασμών που κατάρτισε ένας ορκωτός ελεγκτής της επιχείρησης ή βάσει των λογιστικών στοιχείων της επιχείρησης» και επισημαίνει, συναφώς, ότι, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί ορκωτών ελεγκτών [Decreto-Lei 487/99, της 16ης Νοεμβρίου 1999, (πορτογαλικό νομοθετικό διάταγμα 487/99) (Diário da República I, σειρά I-A, αριθ. 267, της 16ης Νοεμβρίου 1999)], ο ορκωτός ελεγκτής δεν οφείλει να ελέγξει αν μια συγκεκριμένη επιχείρηση όντως παρέχει δημόσια υπηρεσία ούτε, βέβαια, να προσδιορίσει ποια ποσά αντιστοιχούν στην παροχή της εν λόγω δημόσιας υπηρεσίας.
228 Συναφώς, είναι ακριβές ότι, από νομικής απόψεως, ο ορκωτός ελεγκτής δεν ελέγχει, κατ’ αρχήν, αν μια επιχείρηση όντως παρέχει δημόσια υπηρεσία ούτε διατυπώνει εκτίμηση σχετική με το αν μπορούν να χαρακτηριστούν ως παρεχόμενες στο πλαίσιο «δημόσιας υπηρεσίας» οι υπηρεσίες εκείνες για τις οποίες υπάρχουν σχετικές εγγραφές στους λογαριασμούς ούτε, ακόμη, υπολογίζει ποιο κόστος αντιστοιχεί στις υπηρεσίες αυτές. Ο νόμος επιβάλλει στον ορκωτό ελεγκτή, καταρχήν, να πιστοποιεί τους λογαριασμούς, δηλαδή να εκτιμά, ως εξωτερικό και ανεξάρτητο όργανο, αν οι λογαριασμοί τηρήθηκαν κατά τρόπο νομότυπο και ειλικρινή και αποδίδουν πιστά την κατάσταση της εταιρίας.
229 Εφόσον η Επιτροπή μπορεί να θεωρεί αξιόπιστους τους ετήσιους λογαριασμούς που έχουν πιστοποιηθεί από ορκωτό ελεγκτή, τίποτε δεν απαγορεύει –το αντίθετο μάλιστα– στο θεσμικό αυτό όργανο να χρησιμοποιεί τους πιστοποιημένους λογαριασμούς, οσάκις αυτοί περιέχουν χρήσιμα στοιχεία για την εκτίμηση του κόστους παροχής της δημόσιας υπηρεσίας κατά την εξέταση του αναλογικού χαρακτήρα της ενισχύσεως στο πλαίσιο του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
230 Επίσης, εφόσον στον ορκωτό ελεγκτή μπορεί να ανατεθεί, πέραν της εκ του νόμου προβλεπόμενης πιστοποιήσεως των λογαριασμών, να γνωμοδοτήσει συγκεκριμένα και επί άλλων ζητημάτων, όπως, π.χ., η παροχή δημόσιας υπηρεσίας, τίποτε δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να λάβει, ενδεχομένως, υπόψη της τις γνωμοδοτήσεις αυτές.
231 Από τις ανωτέρω σκέψεις δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί, στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς της, στους πιστοποιημένους λογαριασμούς της RTP ή στις γνωμοδοτήσεις των ορκωτών ελεγκτών της RTP.
232 Περαιτέρω, σχετικά με τις εκθέσεις των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, για τις οποίες γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 57, δεύτερη περίοδος, και στην αιτιολογική σκέψη 178 της προσβαλλομένης αποφάσεως και οι οποίες περιγράφουν «τον τρόπο εκπλήρωσης των [υποχρεώσεων] δημόσιας υπηρεσίας και το κόστος παροχής για κάθε μια από τις υποχρεώσεις [αυτές] με βάση ένα σύστημα αναλυτικής λογιστικής» (αιτιολογική σκέψη 178), δεν αμφισβητείται ότι οι Επιτροπή διέθετε τέτοιες εκθέσεις για όλα τα έτη του εξεταζόμενου διαστήματος.
233 Ωστόσο, τα στοιχεία των εκθέσεων αυτών παρουσιάζουν αντικειμενικές αδυναμίες τις οποίες γνώριζε η Επιτροπή. Η αδυναμία αυτή οφείλεται στο ότι οι εν λόγω εκθέσεις των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας δεν συνοδεύονταν πάντοτε από «έκθεση ορκωτού ελεγκτή» (relatório de auditoria) (αιτιολογική σκέψη 180, τελευταία περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως).
234 Δεν είναι βέβαιο, δηλαδή, ότι αυτές οι εκθέσεις των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες παρουσίαζαν λεπτομερώς το κόστος για κάθε παροχή στο πλαίσιο της δημόσιας υπηρεσίας, είχαν αποτελέσει αντικείμενο ανεξάρτητου εξωτερικού ελέγχου από τους ορκωτούς ελεγκτές της RTP.
235 Επιβάλλεται, στο στάδιο αυτό, η παρατήρηση ότι, για τον διαλαμβανόμενο στην αιτιολογική σκέψη 180, τελευταία περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως ανεξάρτητο εξωτερικό έλεγχο των εκθέσεων των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας από ορκωτούς ελεγκτές, χρησιμοποιείται, σε άλλα σημεία της προσβαλλομένης αποφάσεως, τόσο στο αυθεντικό πορτογαλικό κείμενο όσο και σε άλλες γλώσσες και, ειδικότερα στο γαλλικό κείμενο, διαφορετική ορολογία, η οποία δεν παρουσιάζει συνοχή: «Paracer do Gabinete de Auditoria» και «avis du conseil des commissaires aux comptes» ([γνωμοδότηση της Υπηρεσίας Λογιστικού Ελέγχου] αιτιολογική σκέψη 57, δεύτερη περίοδος), «Paracer do Gabinete de Auditoria» και «avis du conseil interne des commissaires aux comptes» ([γνωμοδότηση της Υπηρεσίας Λογιστικού Ελέγχου] αιτιολογική σκέψη 178, πρώτη περίοδος), «controlo [...] pelo Gabinete de Auditoria a nível interno» και «contrôle [...] par le comité d’audit en interne» ([έλεγχος από την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου] αιτιολογική σκέψη 181, πρώτη περίοδος) ή, ακόμη, «auditoria externa sistemática» και «audit externe systématique» ([συστηματικός εξωτερικός έλεγχος] αιτιολογική σκέψη 181, δεύτερη περίοδος).
236 Ασχέτως των ορολογικών αυτών ανακριβειών, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι, κατά την εκτίμηση της Επιτροπής, οι διαπιστωθείσες με τις σκέψεις 233 και 234 ανωτέρω αδυναμίες αντισταθμίζονται από το γεγονός ότι οι ισχύοντες κανόνες αναλυτικής λογιστικής καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό και τον έλεγχο τόσο των παροχών στο πλαίσιο της δημόσιας υπηρεσίας όσο και το κόστος τους (αιτιολογική σκέψη 180, τελευταία περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως).
237 Περαιτέρω, η Επιτροπή αναφέρει ακόμη ότι, «[μολονότι] διαφαίνεται ότι η άσκηση εξωτερικού ελέγχου των εκθέσεων για τη δημόσια υπηρεσία δεν ήταν συστηματική, το περιγραφέν σύστημα διασφάλιζε ότι η δημόσια υπηρεσία παρείχετο κατά τα προβλεπόμενα» (αιτιολογική σκέψη 181, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως).
238 Ωστόσο, καμία από τις δύο αυτές εκτιμήσεις δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
239 Όσον αφορά την πρώτη εξ αυτών (σκέψη 236 ανωτέρω), αρκεί η διαπίστωση η μη διενέργεια εξωτερικού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές δεν καλύπτεται, λογικά, από τον ισχυρισμό ότι «οι αυστηροί κανόνες του λογιστικού συστήματος διασφάλιζαν ότι το κόστος κάθε υποχρέωσης δημόσιας υπηρεσίας […] ήταν δυνατό να αναγνωριστεί και να ελεγχθεί» (αιτιολογική σκέψη 180, τελευταία περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως).
240 Συγκεκριμένα, ο ισχυρισμός αυτός καταλήγει, εν τέλει, στην αντιφατική παρατήρηση ότι η μη διενέργεια ελέγχου δεν έχει επιπτώσεις στην αξιοπιστία των στοιχείων, εφόσον ήταν δυνατή η διενέργειά του. Συγκεκριμένα, δεν αποκλείεται μια επιχείρηση που διαθέτει ακριβείς και σαφείς κανόνες αναλυτικής λογιστικής, οι οποίοι επιτρέπουν τον αποτελεσματικό εντοπισμό και έλεγχο των στοιχείων, να καταχωρίσει στα βιβλία της, είτε εκ παραδρομής είτε εκ προθέσεως, αριθμητικά στοιχεία τα οποία δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Επομένως, αν δεν διενεργηθεί έλεγχος, αυτές οι αποκλίσεις από την πραγματικότητα δεν θα διαπιστωθούν.
241 Κατά συνέπεια, λόγω της μη διενέργειας συστηματικού εξωτερικού ελέγχου των εκθέσεων των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας από τους ορκωτούς ελεγκτές της RTP και αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 180, τελευταία περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το εν λόγω κοινοτικό όργανο είχε ή θα έπρεπε να έχει αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των στοιχείων που περιλαμβάνονται στις εκθέσεις αυτές, αμφιβολίες για τις οποίες δεν αρκεί ο ισχυρισμός περί της ποιότητας των κανόνων αναλυτικής λογιστικής ώστε να εξαλειφθούν.
242 Όσον αφορά τη δεύτερη εκτίμηση την οποία διατυπώνει η Επιτροπή με την αιτιολογική σκέψη 181 της προσβαλλομένης αποφάσεως και η οποία υπενθυμίζεται με τη σκέψη 237 ανωτέρω, ότι, εκτός από την ποιότητα των λογιστικών κανόνων, η εκτίμηση του εν λόγω κοινοτικού οργάνου περί της αξιοπιστίας των στοιχείων που διαθέτει στηρίζεται και στο «σύστημα» («sistema») συνολικά, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι ούτε αυτή η εκτίμηση μπορεί να γίνει δεκτή, διότι και η ίδια εμπεριέχει αντίφαση.
243 Συγκεκριμένα, η εκτίμηση αυτή, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων που διατυπώθηκαν στη σκέψη 235 ανωτέρω, σχετικά με την ορολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, στηρίζεται στην εξής συλλογιστική.
244 Καταρχάς, στην αιτιολογική σκέψη 181, πρώτη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή αναφέρει, κατ’ ουσίαν, ότι από τις προηγούμενες αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το σύστημα ελέγχου αναπτυσσόταν σε τρία διαφορετικά επίπεδα.
245 Το πρώτο στοιχείο του συστήματος αυτού είναι, κατά την Επιτροπή, ο «εσωτερικός έλεγχος από την Υπηρεσία Δημοσιονομικού Ελέγχου». Πρόκειται για τον έλεγχο των εκθέσεων των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας από τους ορκωτούς ελεγκτές, για τον οποίον γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 178 και, εκ νέου, στην αρχή της τελευταίας περιόδου της αιτιολογικής σκέψης 180 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
246 Το δεύτερο στοιχείο του συστήματος αυτού είναι, κατά την Επιτροπή, ο «[έλεγχος] από τα αρμόδια κρατικά όργανα». Για τον έλεγχο αυτόν γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 179 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
247 Το τρίτο στοιχείο του συστήματος αυτού είναι, κατά την Επιτροπή, ο έλεγχος από «εξωτερικό οργανισμό» [από ελεγκτική εταιρία]. Για τον έλεγχο αυτόν γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 180, πρώτη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως.
248 Εν συνεχεία, με την αιτιολογική σκέψη 181, δεύτερη περίοδος, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διατυπώνει ουσιαστικά την άποψη ότι, αν και διαφαίνεται ότι η άσκηση εξωτερικού ελέγχου των εκθέσεων για τη δημόσια υπηρεσία δεν ήταν συστηματική και, επομένως, το πρώτο στοιχείο του ελέγχου δεν λειτουργούσε σωστά, το περιγραφέν σύστημα διασφάλιζε ότι η δημόσια υπηρεσία παρείχετο όπως είχε προβλεφθεί.
249 Από την ως άνω περιγραφή της συλλογιστικής της Επιτροπή προκύπτει ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο αντλεί επιχειρήματα από την ύπαρξη και λειτουργία ενός συστήματος ελέγχου απαρτιζόμενου από τρία στοιχεία, συνάγοντας, παρά τη διαπίστωση ότι ένα από τα συστατικά στοιχεία του συστήματος αυτού δυσλειτουργεί, ότι η δημόσια υπηρεσία παρεχόταν όπως είχε προβλεφθεί. Για τον λόγο αυτόν, η συλλογιστική που διατυπώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση εμπεριέχει και η ίδια αντίφαση.
250 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Πρωτοδικείο κρίνει, αντιθέτως προς τις δύο αυτές εκτιμήσεις της Επιτροπής, ότι, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι οι εκθέσεις των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας υπέκειντο συστηματικά σε εξωτερικό έλεγχο από ορκωτό ελεγκτή, κακώς το εν λόγω κοινοτικό όργανο θεώρησε αξιόπιστα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε όσες από τις εκθέσεις αυτές δεν συνοδεύονται από έκθεση ορκωτού ελεγκτή.
251 Επιπλέον, δεν αμφισβητείται ότι η προσφεύγουσα επέστησε επανειλημμένως την προσοχή της Επιτροπής σε άλλες εκθέσεις, δηλαδή τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου, ζητώντας από το εν λόγω κοινοτικό όργανο να υποχρεώσει τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας να τις δημοσιοποιήσει. Με τις από 8 Φεβρουαρίου 2002 παρατηρήσεις της, η προσφεύγουσα επισήμανε ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που διέθετε, η συμβατικώς προβλεπόμενη έκθεση εξωτερικού ελέγχου για το 1998 ήταν ιδιαίτερα επικριτική για την RTP, όσον αφορά την εκτέλεση των υποχρεώσεών της που απορρέουν από τη σύμβαση παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας του 1996.
252 Μολονότι οι παρατηρήσεις αυτές της προσφεύγουσας δεν είναι καθοριστικής σημασίας, λόγω του περιορισμένου ρόλου των ενδιαφερομένων μερών στη διαδικασία εξετάσεως των κρατικών ενισχύσεων, εντούτοις, λόγω της αβεβαιότητας στην οποία βρισκόταν η Επιτροπή, οι παρατηρήσεις αυτές σαφώς επιβεβαίωναν την ανάγκη να ζητήσει το εν λόγω κοινοτικό όργανο από τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας να δημοσιοποιήσει τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου.
253 Η αναγκαιότητα αυτή υφίστατο κατά μείζονα λόγο δεδομένου ότι η Επιτροπή γνώριζε ότι αντικείμενο των συμβατικώς προβλεπόμενων εκθέσεων εξωτερικού ελέγχου ήταν, σύμφωνα με τις συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας, ο έλεγχος της αντιστοιχίας μεταξύ παρεχόμενης δημόσιας υπηρεσίας και κόστους. Επομένως, η Επιτροπή γνώριζε ότι από τις συμβατικώς προβλεπόμενες εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου θα μπορούσε, τουλάχιστον για τα έτη για τα οποία δεν διενεργήθηκε εξωτερικός έλεγχος των εκθέσεων των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, να αντλήσει στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν –ή να αναιρέσουν– τα στοιχεία που είχε ήδη στη διάθεσή της.
254 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να ζητήσει από τη Δημοκρατία της Πορτογαλίας τη δημοσιοποίηση των συμβατικώς προβλεπόμενων εκθέσεων εξωτερικού ελέγχου, παρέβη την υποχρέωση επιμελούς και αμερόληπτης εξέτασης που υπέχει.
255 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν διέθετε αρκούντως αξιόπιστα στοιχεία για τον προσδιορισμό των σχετικών με τη δημόσια υπηρεσία παροχών και του πραγματικού κόστους τους. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση, εν συνεχεία, να ελέγξει λυσιτελώς την αναλογικότητα της χρηματοδοτήσεως προς το κόστος της δημόσιας υπηρεσίας και, συνεπώς, να διαπιστώσει εγκύρως ότι η αντιστάθμιση του κόστους αυτού δεν ήταν υπέρμετρη.
256 Κατά συνέπεια, χωρίς να απαιτείται να διαταχθεί το διαλαμβανόμενο στη σκέψη 28 ανωτέρω αποδεικτικό μέσο και να εξεταστούν οι λοιπές αιτιάσεις και ισχυρισμοί της προσφεύγουσας, περί παραβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής της υποχρεώσεως εξέτασης, πρέπει να ακυρωθεί το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι οι κρατικές ενισχύσεις προς την RTP, για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο αυτό, δεν είχαν ως συνέπεια την υπέρμετρη αντιστάθμιση του καθαρού κόστους παροχής της δημόσιας υπηρεσίας με το οποίο επιβαρύνθηκε η συγκεκριμένη επιχείρηση.
Συμπέρασμα
257 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι επιβάλλεται η ακύρωση, αφενός, του άρθρου 1 και, αφετέρου, του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον ορίζει ότι η «απαλλαγή από τα [έξοδα συμβολαιογράφου και] καταχωρίσεως» δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση.
258 Η προσφυγή είναι απορριπτέα κατά τα λοιπά, δηλαδή ως προς το αίτημα περί ακυρώσεως του άρθρου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τις διευκολύνσεις για την πληρωμή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης και το ομολογιακό δάνειο του 1994.
Επί των δικαστικών εξόδων
259 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Εν προκειμένω, αποφασίζεται η μεν Επιτροπή να φέρει τα δικαστικά έξοδά της και τα τέσσερα πέμπτα των εξόδων της προσφεύγουσας, η δε προσφεύγουσα να φέρει το ένα πέμπτο των εξόδων της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει το άρθρο 1 της αποφάσεως 2005/406/ΕΚ της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με μέτρα ad hoc που εφάρμοσε η Πορτογαλία υπέρ της RTP.
2) Ακυρώνει το άρθρο 2 της αποφάσεως 2005/406 κατά το μέρος που κρίνεται ότι η απαλλαγή από τα έξοδα συμβολαιογράφου και καταχωρίσεως δεν συνιστά κρατική ενίσχυση.
3) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
4) Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα και τα τέσσερα πέμπτα των εξόδων της SIC – Sociedade Independente de Comunicação, SA.
5) Η SIC φέρει το ένα πέμπτο των δικαστικών εξόδων της.
Βηλαράς
Martins Ribeiro
Jürimäe
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 26 Ιουνίου 2008
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
Πίνακας περιεχομένων
Το νομικό πλαίσιο
Ιστορικό της διαφοράς
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο οφειλόμενη σε παράλειψη χαρακτηρισμού ορισμένων μέτρων ως κρατικών ενισχύσεων
Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από τον μη χαρακτηρισμό των φορολογικών απαλλαγών ως κρατικών ενισχύσεων
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του δεύτερου σκέλους, που αντλείται από τον μη χαρακτηρισμό των διευκολύνσεων για την καταβολή του τέλους χρήσεως του δικτύου τηλεοπτικής μετάδοσης ως κρατικών ενισχύσεων
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του τρίτου σκέλους που αντλείται από παράλειψη χαρακτηρισμού του ομολογιακού δανείου του 1994 ως κρατικής ενισχύσεως
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Τελικές διαπιστώσεις επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
Επί του πρώτου σκέλους που αντλείται από τη χωρίς διαγωνισμό παραχώρηση της δημόσιας υπηρεσίας τηλεόρασης στην RTP
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί του δεύτερου σκέλους, που αντλείται από μη τήρηση των κριτηρίων εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ
– Επιχειρήματα των διαδίκων
– Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Συμπέρασμα
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Full & Egal Universal Law Academy