Υπόθεση T-120/03
Synopharm GmbH & Co. KG
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα – Ανακοπή – Παραίτηση από την ανακοπή – Κατάργηση της δίκης»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (δεύτερο τμήμα) της 9ης Φεβρουαρίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
1. Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία προσφυγής – Προσφυγή κατά της κατόπιν ασκήσεως ανακοπής απορρίψεως της αιτήσεως καταχωρίσεως σήματος – Παραίτηση από την ανακοπή – Η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου – Κατάργηση της δίκης
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 11· κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 63)
2. Κοινοτικό σήμα – Παρατηρήσεις των τρίτων και ανακοπή – Παραίτηση από την ανακοπή – Η παραίτηση μπορεί να χωρήσει ανά πάσα στιγμή
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρα 42 έως 44)
3. Κοινοτικό σήμα – Διαδικασία προσφυγής – Προσφυγή ενώπιον του κοινοτικού δικαστή – Αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου – Διαταγή απευθυνόμενη στο Γραφείο – Αποκλείεται
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 63 § 6)
1. Η παραίτηση από ασκηθείσα κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος ανακοπή καθιστά άνευ αντικειμένου την προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) με την οποία απορρίφθηκε, κατόπιν της ασκήσεως της ανακοπής, η αίτηση καταχωρίσεως, με αποτέλεσμα να πρέπει να καταργηθεί η δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Πράγματι, όταν η παραίτηση από την ανακοπή χωρεί κατά τη διάρκεια της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο απόφαση επί της ανακοπής ή κατά τη διάρκεια της ενώπιον του κοινοτικού δικαστή διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο απόφαση επί προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του Γραφείου κατά της αποφάσεως της σχετικής με την ανακοπή, η βάση της διαδικασίας εξαφανίζεται και η διαδικασία καθίσταται άνευ αντικειμένου.
(βλ. σκέψεις 18, 20, 24)
2. Στο πλαίσιο διαδικασίας ανακοπής κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δυνάμει των άρθρων 42 επ. του κανονισμού 40/94, η παραίτηση από την ανακοπή μπορεί να χωρήσει κατ’ αρχήν ανά πάσα στιγμή. Πράγματι, μολονότι με το άρθρο 44, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 40/94 ο νομοθέτης προέβλεψε ρητώς τη δυνατότητα ανακλήσεως μόνο για την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος, εντούτοις, κατά την οικονομία του κανονισμού 40/94, ο αιτών την καταχώριση κοινοτικού σήματος και ο ανακόπτων είναι ισότιμοι κατά τη διαδικασία ανακοπής, ισοτιμία που ισχύει και ως προς τη δυνατότητα παραιτήσεως από δικονομικές πράξεις.
(βλ. σκέψη 19)
3. Στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του κοινοτικού δικαστή κατά αποφάσεως τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα), το Γραφείο υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 63, παράγραφος 6, του κανονισμού 40/94, να λαμβάνει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της διατάξεως ή της αποφάσεως του εν λόγω δικαστή. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να απευθύνει διαταγή στο Γραφείο.
(βλ. σκέψη 23)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 9ης Φεβρουαρίου 2004 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Ανακοπή – Παραίτηση από την ανακοπή – Κατάργηση της δίκης»
Στην υπόθεση T-120/03,
Synopharm GmbH & Co. KG, εκπροσωπούμενη από τον G. Hodapp, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τους G. Schneider και U. Pfleghar,
καθού,
έτερος διάδικος στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα),
Pentafarma – Sociedade Técnico-Medicinal Lda, εκπροσωπούμενη από τον J. Pereira da Cruz, δικηγόρο,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή για την ακύρωση της αποφάσεως του τρίτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) της 15ης Ιανουαρίου 2003 (υπόθεση R 44/2002-3), εκδοθείσας στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακοπής μεταξύ της Synopharm GmbH & Co. KG και της Pentafarma – Sociedade Técnico-Medicinal Lda,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Pirrung, πρόεδρο, A. W. H. Meij και N. J. Forwood, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 24 Οκτωβρίου 1997, η προσφεύγουσα κατέθεσε αίτηση καταχωρίσεως λεκτικού κοινοτικού σήματος ενώπιον του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: Γραφείο), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.
2 Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο DERMASYN.
3 Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση υπάγονται στις κλάσεις 1, 3 και 5 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, που αφορά την κατάταξη προϊόντων και υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, ήτοι:
– «Χημικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία, συγκεκριμένα καλλωπιστικές και δερματολογικές βάσεις συνταγών για καλλωπιστικές και δερματολογικές χρήσεις», υπαγόμενα στην κλάση 1·
– «Καλλυντικά, είδη αρωματοποιίας, αιθέρια έλαια, σαπούνια τουαλέτας, οδοντοσκευάσματα», υπαγόμενα στην κλάση 3·
– «Φαρμακευτικά προϊόντα, παρασκευάσματα φαρμακευτικά και υγιεινής, διαιτητικά τρόφιμα για ιατρικές χρήσεις, συμπληρώματα της διατροφής για ιατρικές χρήσεις, έμπλαστρα και υλικό επιδέσμων, απολυμαντικά προοριζόμενα για το ανθρώπινο σώμα· παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων· μυκητοκτόνα και παρασιτοκτόνα», υπαγόμενα στην κλάση 5.
4 Η εν λόγω αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο Bulletin des marques communautaires, της 20ής Ιουλίου 1998 (αριθ. 54/98, σ. 557).
5 Στις 20 Οκτωβρίου 1998 η Pentafarma – Sociedade Técnico-Medicinal Lda άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 42 και του άρθρου 8, παράγραφοι 1, στοιχείο β΄, και 5, του κανονισμού 40/94, κατά της καταχωρίσεως του εν λόγω σήματος για τα προϊόντα που υπάγονται στις κλάσεις 1, 3 και 5, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση καταχωρίσεως. Η ανακοπή στηριζόταν στην ύπαρξη του λεκτικού σήματος DERMAZIL, καταχωρισθέντος στην Πορτογαλία για προϊόντα της κλάσεως 5, ήτοι για «φαρμακευτικά παρασκευάσματα, φαρμακευτικά προϊόντα για ιατρική και κτηνιατρική χρήση, προϊόντα υγιεινής και απολυμαντικά».
6 Με απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2001, το τμήμα ανακοπών του Γραφείου δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος για ορισμένα προϊόντα των κλάσεων 3 («καλλυντικά, σαπούνια τουαλέτας και οδοντοσκευάσματα») και 5 («φαρμακευτικά προϊόντα, παρασκευάσματα φαρμακευτικά και υγιεινής, διαιτητικά τρόφιμα για ιατρικές χρήσεις, συμπληρώματα της διατροφής για ιατρικές χρήσεις, έμπλαστρα και υλικό επιδέσμων, απολυμαντικά· παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων· μυκητοκτόνα και παρασιτοκτόνα»).
7 Με απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2003 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τρίτο τμήμα προσφυγών του Γραφείου ακύρωσε την απόφαση του τμήματος ανακοπών, στο μέτρο που απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως του επίδικου λεκτικού σήματος για τα «παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων· μυκητοκτόνα και παρασιτοκτόνα» της κλάσεως 5, και απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά.
Διαδικασία
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Απριλίου 2003, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
9 Στις 19 Ιουνίου 2003 η γερμανική κατέστη γλώσσα διαδικασίας για την εκδίκαση της υπό κρίση προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 131, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
10 Με έγγραφο της 7ης Ιουλίου 2003, το Γραφείο πληροφόρησε το Πρωτοδικείο ότι η παρεμβαίνουσα, με έγγραφο της 8ης Μαΐου 2003, το ενημέρωσε για την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και, κατά συνέπεια, παραιτήθηκε από την ασκηθείσα ανακοπή. Το Γραφείο εκτιμά ότι, ως εκ τούτου, η δίκη πρέπει να καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας.
11 Με έγγραφο της 10ης Σεπτεμβρίου 2003, η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί του εγγράφου του Γραφείου.
12 Με έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 2003, το Γραφείο απάντησε στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας.
Επί της καταργήσεως της δίκης
Επιχειρήματα των διαδίκων
13 Το Γραφείο επισημαίνει ότι, δεδομένου ότι η παραίτηση από την ανακοπή ήταν έγκυρη, η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και η δίκη για την παρούσα υπόθεση πρέπει να καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουλίου 2003, T‑10/01, Lichtwer Pharma κατά ΓΕΕΑ – Biofarma (Sedonium), Συλλογή 2003, σ. II-2225).
14 Το Γραφείο τονίζει ότι η διαδικασία καταχωρίσεως δεν μπορεί να συνεχιστεί ενόσω η προσφυγή εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Πάντως, το Γραφείο επισημαίνει ότι θα λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την εκτέλεση της διατάξεως ή της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
15 Η προσφεύγουσα διαφωνεί με τη συλλογιστική του Γραφείου ότι η υπό κρίση προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω της παραιτήσεως από την ανακοπή. Συγκεκριμένα, κατόπιν της παραιτήσεως από την ανακοπή η απόφαση του τμήματος προσφυγών στερείται, στο σύνολό της, νομικής βάσεως. Από τον κανονισμό 40/94 προκύπτει ότι, εφόσον δεν υφίστανται απόλυτοι ή σχετικοί λόγοι αρνήσεως της καταχωρίσεως κατά την έννοια των άρθρων 7 και 8 του εν λόγω κανονισμού, ο αιτών έχει δικαίωμα στην καταχώριση του σήματος. Το δικαίωμα αυτό στηρίζεται στο ότι, δυνάμει του άρθρου 24 του κανονισμού 40/94, η ίδια η αίτηση καταχωρίσεως σήματος αποτελεί αντικείμενο κυριότητας της επιχειρήσεως. Η παράλειψη καταχωρίσεως συνεπάγεται στέρηση κτηθέντος αντικειμένου κυριότητας (ήτοι της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος) άνευ νόμιμης αιτίας και, ως εκ τούτου, παρεμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων και εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης κυκλοφορίας των επίδικων δικαιωμάτων.
16 Προς στήριξη των επιχειρημάτων της, η προσφεύγουσα τονίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 45 του κανονισμού 40/94 και του κανόνα 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού 40/94 (ΕΕ L 303, σ. 1), σε περίπτωση παραιτήσεως από ασκηθείσα ανακοπή το Γραφείο ζητεί από τον καταθέτη να καταβάλει τα τέλη καταχωρίσεως εντός δύο μηνών από την παραλαβή της σχετικής κλήσεως και, εν συνεχεία, προχωρεί στην καταχώριση του κοινοτικού σήματος.
17 Η προσφεύγουσα καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να καταργηθεί και το Γραφείο πρέπει να προχωρήσει στην καταχώριση του σήματος.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
18 Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, κατόπιν της παραιτήσεως από την ανακοπή, η υπό κρίση προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου (βλ. προαναφερθείσα διάταξη Sedonium, σκέψη 14). Εν προκειμένω, πρέπει να ακολουθηθεί η συλλογιστική του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 15 έως 18 της εν λόγω διατάξεως.
19 Πρώτον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η παραίτηση από την ανακοπή μπορεί κατ’ αρχήν να χωρήσει ανά πάσα στιγμή. Είναι αληθές ότι, με το άρθρο 44, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 40/94, ο νομοθέτης προέβλεψε ρητώς τη δυνατότητα ανακλήσεως μόνο για την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος. Εντούτοις, δεδομένου ότι, κατά την οικονομία του κανονισμού 40/94, ο αιτών την καταχώριση κοινοτικού σήματος και ο ανακόπτων είναι ισότιμοι κατά τη διαδικασία ανακοπής, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εν λόγω ισοτιμία ισχύει ως προς τη δυνατότητα παραιτήσεως από δικονομικές πράξεις.
20 Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν η παραίτηση από την ανακοπή χωρεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του τμήματος προσφυγών που έχει ως αντικείμενο απόφαση επί της ανακοπής ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του κοινοτικού δικαστή που έχει ως αντικείμενο απόφαση επί προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του Γραφείου κατά της αποφάσεως της σχετικής με την ανακοπή, η βάση της διαδικασίας εξαφανίζεται και η διαδικασία καθίσταται άνευ αντικειμένου.
21 Ως προς την απόφαση του τμήματος ανακοπών, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι αυτή δεν έχει αρχίσει να παράγει αποτελέσματα. Σύμφωνα με το άρθρο 57, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 40/94, η προσφυγή που ασκείται ενώπιον του Γραφείου έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής, όπως αυτή του τμήματος ανακοπών, παράγει αποτελέσματα μόνον αν, εντός της προθεσμίας του άρθρου 59, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 40/94, δεν έχει ασκηθεί καμία προσφυγή ενώπιον του Γραφείου ή η προσφυγή αυτή έχει απορριφθεί με οριστική απόφαση του τμήματος προσφυγών. Εν προκειμένω, δεν συντρέχει καμία από τις περιστάσεις αυτές, δεδομένου ότι ούτε η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει αρχίσει να παράγει αποτελέσματα. Συναφώς, από το άρθρο 62, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94 προκύπτει ότι οι αποφάσεις των τμημάτων προσφυγών αρχίζουν να ισχύουν από τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 63, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94 ή, αν έχει ασκηθεί προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εντός της προθεσμίας αυτής, από της απορρίψεώς της. Εν προκειμένω, όμως, δεν συντρέχει καμία από τις δύο αυτές περιστάσεις (βλ. προαναφερθείσα διάταξη Sedonium, σκέψεις 15 έως 18).
22 Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αρχίσει να παράγει αποτελέσματα, παρέλκει η ακύρωσή της.
23 Ως προς τα αιτήματα της προσφεύγουσας βάσει των οποίων το Πρωτοδικείο οφείλει να καλέσει το Πρωτοδικείο να προχωρήσει στην καταχώριση, πρέπει να επισημανθεί ότι στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του κοινοτικού δικαστή κατά της αποφάσεως τμήματος προσφυγών του Γραφείου, το Γραφείο υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 63, παράγραφος 6, του κανονισμού 40/94, να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της διατάξεως ή της αποφάσεως του εν λόγω δικαστή. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να απευθύνει διαταγή στο Γραφείο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του Πρωτοδικείου της 23ης Οκτωβρίου 2002, T‑388/00, Institut für Lernsysteme κατά ΓΕΕΑ – Educational Services (ELS), Συλλογή 2002, σ. II‑4301, σκέψη 19).
24 Συνεπώς, η δίκη πρέπει να καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Το άρθρο 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης το Πρωτοδικείο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του.
26 Υπό τις προκείμενες περιστάσεις, πρέπει να επισημανθεί ότι η κατάργηση της δίκης προκύπτει από τον φιλικό διακανονισμό που επήλθε μεταξύ της προσφεύγουσας και της παρεμβαίνουσας και όχι από συμφωνία μεταξύ της προσφεύγουσας και του καθού. Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα θα φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα και θα καταδικαστούν στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το καθού (βλ. προαναφερθείσα διάταξη Sedonium, σκέψη 20).
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Καταργείται η δίκη.
2) Η προσφεύγουσα και η παρεμβαίνουσα φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα, καθώς και το ήμισυ των εξόδων του καθού έκαστη.
Λουξεμβούργο, 9 Φεβρουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Pirrung
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy