Υπόθεση T-217/03 R
Fédération nationale de la coopération bétail et viande (FNCBV)
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Ανταγωνισμός – Καταβολή προστίμου – Τραπεζική εγγύηση – Fumus boni juris – Επείγον – Στάθμιση των συμφερόντων – Μερική και υπό όρους αναστολή εκτελέσεως»
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Ιανουαρίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
1. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – «Fumus boni juris» – Επείγον – Σωρευτικός χαρακτήρας – Στάθμιση του συνόλου των διακυβευομένων συμφερόντων
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
2. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – «Fumus boni juris» – Αρμοδιότητα του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων – Καθορισμός των προϋποθέσεων υπό τις οποίες είναι επιτρεπτό να συνεκτιμηθεί, προς υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του προστίμου που επιβάλλεται σε ένωση επιχειρήσεων λόγω παραβιάσεως των κανόνων περί ανταγωνισμού, ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιούν τα μέλη της – Αποκλείεται
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2· κανονισμός 17 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2)
3. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη προστίμου – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Εξαιρετικές περιστάσεις
(Άρθρο 242 ΕΚ)
4. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη προστίμου – Προϋποθέσεις – Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία – Ένωση επιχειρήσεων – Συνεκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως των μελών της – Προϋπόθεση – Ταύτιση των αντικειμενικών συμφερόντων της ενώσεως με αυτά των μελών της
(Άρθρο 242 ΕΚ)
5. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη προστίμου που επιβλήθηκε για παραβίαση των κανόνων περί ανταγωνισμού – Στάθμιση του συνόλου των διακυβευομένων συμφερόντων
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
6. Ασφαλιστικά μέτρα – Αναστολή εκτελέσεως – Προσωρινά μέτρα – Τροποποίηση ή αναστολή – Προϋπόθεση – Μεταβολή των περιστάσεων – Έννοια
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 108)
1. Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διευκρινίζονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται (fumus boni juris). Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, με αποτέλεσμα να απορρίπτεται η αίτηση αναστολής εκτελέσεως εφόσον μία απ’ αυτές ελλείπει. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων.
(βλ. σκέψη 13)
2. Ο καθορισμός των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτό να συνεκτιμηθεί, προκειμένου περί προστίμου επιβαλλομένου σε ένωση επιχειρήσεων λόγω παραβιάσεως των περί ανταγωνισμού κανόνων και ενόψει εφαρμογής του ανωτάτου ορίου του 10 % κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιούν τα μέλη της, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς εξετάσεως μόνον από τον δικαστή της ουσίας.
(βλ. σκέψη 59)
3. Το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, η οποία επιβλήθηκε ως προϋπόθεση για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου, μπορεί να γίνει δεκτό μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Πράγματι, η δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων από τους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και αποτελεί γενικό και εύλογο τρόπο συμπεριφοράς της Επιτροπής.
Η ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, καταρχήν, να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της αιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι του είναι αντικειμενικώς αδύνατο να συστήσει την εν λόγω εγγύηση.
(βλ. σκέψεις 69-70)
4. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για τη μη άμεση είσπραξη προστίμου που επιβλήθηκε σε ένωση επιχειρήσεων, πρέπει να εκτιμήσει τη ζημία που υφίσταται η ένωση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική κατάσταση των μελών της, όταν τα αντικειμενικά συμφέροντα της ενώσεως δεν έχουν αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που έχουν προσχωρήσει σε αυτήν. Προκειμένου να εκτιμηθεί ο βαθμός αυτοτέλειας που παρουσιάζουν τα αντικειμενικά συμφέροντα ενώσεως σε σχέση με αυτά των μελών της, μπορεί να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη εσωτερικών κανόνων που παρέχουν στην ένωση τη δυνατότητα να δεσμεύει τα μέλη της. Ωστόσο, η ταύτιση των αντικειμενικών συμφερόντων της ενώσεως με αυτά των μελών της μπορεί να απορρέει από άλλες περιστάσεις, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή της απουσίας τέτοιων κανόνων.
(βλ. σκέψεις 77, 80)
5. Εναπόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, οσάκις καθορίζει τις λεπτομέρειες για την αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως που έχει επιβληθεί σε ένωση επιχειρήσεων να συστήσει τραπεζική εγγύηση ως προϋπόθεση για τη μη άμεση είσπραξη του προστίμου που επιβλήθηκε λόγω παραβιάσεως των κανόνων περί ανταγωνισμού, να σταθμίσει το συμφέρον της ενώσεως να αποτρέψει, σε περίπτωση αδυναμίας της να συστήσει τραπεζική εγγύηση, την άμεση είσπραξη του προστίμου με το δημοσιονομικό συμφέρον της Κοινότητας να μπορεί να εισπράξει το ποσό, καθώς και, γενικότερα, με το δημόσιο συμφέρον που αφορά τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και της αποτρεπτικής ισχύος των προστίμων που επιβάλλει η Επιτροπή.
(βλ. σκέψη 92)
6. Το άρθρο 108 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου παρέχει στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων τη δυνατότητα να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή τη διάταξη περί ασφαλιστικών μέτρων λόγω μεταβολής των περιστάσεων. Ως «μεταβολή των περιστάσεων» ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εννοεί, ιδίως, πραγματικά περιστατικά ικανά να τροποποιήσουν την εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων. Επιπλέον, η δυνατότητα αυτή αποτελεί απόρροια του κατ’ εξοχήν προσωρινού χαρακτήρα, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, των μέτρων που εκδίδει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων.
(βλ. σκέψη 97)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 21ης Ιανουαρίου 2004 (*)
«Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων – Ανταγωνισμός – Πληρωμή προστίμου – Τραπεζική εγγύηση – Fumus boni juris – Επείγον – Στάθμιση των συμφερόντων – Μερική και υπό όρους αναστολή εκτελέσεως»
Στην υπόθεση T-217/03 R,
Fédération nationale de la coopération bétail et viande (FNCBV), με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους R. Collin και M. Ponsard, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούσα,
υποστηριζομένη από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues και F. Million, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον P. Oliver και την O. Beynet, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση απαλλαγής από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προς αποφυγή εισπράξεως του προστίμου ύψους 480 000 ευρώ, το οποίο επιβλήθηκε με την απόφαση 2003/600/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Απριλίου 2003, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (Υπόθεση COMP/C.38.279/F3 – Γαλλικό βόειο κρέας) (ΕΕ L 209, σ. 12),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με την απόφαση 2003/600/ΕΚ, της 2ας Απριλίου 2003, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (Υπόθεση COMP/C.38.279/F3 – Γαλλικό βόειο κρέας) (ΕΕ L 209, σ. 12, στο εξής: Απόφαση), η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η αιτούσα παρέβη το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, διότι συμμετέσχε, από κοινού με τη Fédération nationale de l’industrie et des commerces en gros des viandes (FNICGV), η οποία εκπροσωπεί, όπως και η ίδια, τους σφαγείς του τομέα βοείου κρέατος, καθώς και τέσσερις ομοσπονδίες εκπροσωπούσες τους κατόχους γεωργικών εκμεταλλεύσεων, ήτοι την Fédération nationale des syndicats d’exploitants agricoles (FNSEA), την Fédération nationale bovine (FNB), την Fédération nationale des producteurs de lait (FNPL) και την Jeunes agriculteurs (JA), σε συμφωνία αποσκοπούσα στην αναστολή των εισαγωγών βοείου κρέατος στη Γαλλία και στον καθορισμό ελάχιστης τιμής για ορισμένες κατηγορίες βοείου κρέατος (άρθρο 1 της Αποφάσεως).
2 Από την Απόφαση προκύπτει ότι, στις 24 Οκτωβρίου 2001, σοβούσης της κρίσεως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (ΣΕΒ), καλουμένης «κρίσεως των τρελλών αγελάδων», η αιτούσα και η FNICGV, αφενός, και η FNSEA, η FNB, η FNPL και η JA, αφετέρου, συνήψαν συμφωνία για τον καθορισμό ελαχίστων τιμών και για την αναστολή ή, τουλάχιστον, τη μείωση των εισαγωγών βοείου κρέατος στη Γαλλία. Στα τέλη Νοεμβρίου και τις αρχές Δεκεμβρίου 2001, οι εν λόγω ομοσπονδίες συνήψαν προφορική συμφωνία με παρόμοιο αντικείμενο.
3 Με την Απόφαση, η Επιτροπή έκρινε ότι η σύναψη των δύο αυτών συμφωνιών (στο εξής: επίδικες συμφωνίες) συνιστά σοβαρή παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ. Επέβαλε πρόστιμο 480 000 ευρώ στην αιτούσα (άρθρο 3 της Αποφάσεως).
4 Το άρθρο 4 της Αποφάσεως ορίζει ότι το πρόστιμο πρέπει να καταβληθεί εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της Αποφάσεως. Στο έγγραφο κοινοποιήσεως της 9ης Απριλίου 2003 διευκρινιζόταν ότι, σε περίπτωση που η αιτούσα ασκούσε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν θα ελάμβανε κανένα μέτρο προς είσπραξη του ποσού εφόσον η απαίτηση θα ήταν τοκοφόρος από της ημερομηνίας εκπνοής της προθεσμίας καταβολής του προστίμου και εφόσον θα είχε συσταθεί, το αργότερο μέχρι την ημερομηνία αυτή, αποδεκτή τραπεζική εγγύηση.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Ιουνίου 2003, η αιτούσα άσκησε προσφυγή δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, περί ακυρώσεως της Αποφάσεως, και, επικουρικώς, ακυρώσεως ή μειώσεως του προστίμου που της επιβλήθηκε ή μειώσεως του ποσού του.
6 Με χωριστό δικόγραφο, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 2 Ιουλίου 2003, η αιτούσα ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων συνισταμένων σε απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως η οποία είχε επιβληθεί ως προϋπόθεση για την αναβολή της εισπράξεως του επιβληθέντος διά της Αποφάσεως προστίμου.
7 Η Επιτροπή κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στις 17 Ιουλίου 2003.
8 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 7 Οκτωβρίου 2003, η Γαλλική Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση ασκήσεως παρεμβάσεως για να υποστηρίξει τα αιτήματα της αιτούσας. Με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 2003, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου επέτρεψε την παρέμβαση της Γαλλικής Δημοκρατίας και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της κατά την ακρόαση.
9 Μετά την εκ μέρους της Επιτροπής υποβολή παρατηρήσεων, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στην αιτούσα να προσκομίσει ορισμένα πρόσθετα έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Οκτωβρίου 2003.
10 Η ακρόαση ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων διεξήχθη στις 17 Οκτωβρίου 2003.
11 Κατά την ακρόαση, οι διάδικοι υποσχέθηκαν να εξετάσουν τη δυνατότητα συμφωνίας ως προς την καταβολή των προστίμων σε δόσεις και να αναφέρουν στον Πρόεδρο του Πρωτοδικείου την έκβαση των συζητήσεών τους. Οι διάδικοι ανέφεραν την έκβαση των εν λόγω συζητήσεων, προσκομίζοντας συγχρόνως σχετικά έγγραφα, στις 7 Νοεμβρίου 2003.
Σκεπτικό
12 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων, αφενός, των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και, αφετέρου, του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, το Πρωτοδικείο μπορεί, εφόσον κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
13 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να διευκρινίζονται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται (fumus boni juris). Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, με αποτέλεσμα να απορρίπτεται η αίτηση αναστολής εκτελέσεως εφόσον μία απ’ αυτές ελλείπει [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I-4971, σκέψη 30]. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, κατά περίπτωση, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2001, C-445/00 R, Αυστρία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-1461, σκέψη 73).
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του fumus boni juris
14 Προκειμένου να αποδείξει ότι πληρούται η σχετική με το fumus boni juris προϋπόθεση, η αιτούσα προβάλλει δύο λόγους αντλουμένους από τη διαδικασία και τέσσερις λόγους ουσίας οι οποίοι, κατ’ αυτήν, πρέπει να οδηγήσουν σε ακύρωση της Αποφάσεως.
15 Όσον αφορά τους λόγους εκ της διαδικασίας, η αιτούσα προβάλλει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παράβαση ουσιωδών τύπων λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, αφενός, στην ανακοίνωση των αιτιάσεων και, αφετέρου, στην Απόφαση, ως προς τη μη υπέρβαση του ανωτάτου ορίου του 10 % του κύκλου εργασιών κατά την επιμέτρηση του προστίμου.
16 Όσον αφορά τους λόγους ουσίας, η αιτούσα διατείνεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον δεν απέδειξε την ύπαρξη κάθετης συμφωνίας μεταξύ των διαφόρων ομοσπονδιών εκτροφέων και σφαγέων μετά τις 30 Νοεμβρίου 2001. Η Επιτροπή βασίστηκε αποκλειστικώς στις δηλώσεις των ομοσπονδιών εκτροφέων χωρίς να προσκομίσει στοιχεία προερχόμενα από τις ομοσπονδίες σφαγέων, τα οποία να επιβεβαιώνουν ότι αυτές συμμετείχαν στην υποτιθέμενη συμφωνία. Πέραν αυτού, η Επιτροπή δεν προέβη σε ανάλυση της εξελίξεως των τιμών στην αγορά κατά τον μετά τις 30 Νοεμβρίου 2001 χρόνο.
17 Δεύτερον, η αιτούσα διατείνεται ότι η Επιτροπή διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως θεωρώντας ότι οι επίδικες συμφωνίες είχαν ποσοτικώς αποτιμητό αποτέλεσμα επί του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε την απουσία τέτοιου αποτελέσματος κατά τον χρόνο της γραπτής συμφωνίας της 24ης Οκτωβρίου 2001, δεν απέδειξε δε την ύπαρξη τέτοιου αποτελέσματος μετά την εκπνοή της συμφωνίας αυτής. Πέραν αυτού, η άποψη της Επιτροπής ότι η συμφωνία της 24ης Οκτωβρίου ήταν αντίθετη προς τον ανταγωνισμό δεν λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες κρίσεως υπό τις οποίες συνήφθη η συμφωνία.
18 Τρίτον, η Επιτροπή διέπραξε σφάλμα εκτιμήσεως δεχόμενη ότι δεν έχει εφαρμογή, εν προκειμένω, το άρθρο 2 του κανονισμού 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962, περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 35). Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Επιτροπή η συμφωνία δεν αντιβαίνει προς τους στόχους του άρθρου 33 ΕΚ, καθόσον παρέσχε τη δυνατότητα, μεταξύ άλλων, να εξασφαλιστεί δίκαιο βιοτικό επίπεδο για τον γεωργικό πληθυσμό και να σταθεροποιηθούν οι αγορές.
19 Τέλος, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), καθόσον η Επιτροπή δεν παρέσχε πληροφορίες επί του κύκλου εργασιών βάσει του οποίου επιμέτρησε το επιβληθέν πρόστιμο και δεν έλεγξε αν το ύψος του επιβληθέντος προστίμου παρέμεινε εντός των ορίων ποσοστού 10 % του κύκλου εργασιών της αιτούσας.
20 Επικουρικώς, η αιτούσα υποστηρίζει ότι το επιβληθέν πρόστιμο πρέπει να ακυρωθεί ή να μειωθεί το ύψος του. Συναφώς, επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι η Επιτροπή παρέβη το σημείο 5, στοιχείο β΄, των κατευθυντήριων γραμμών για τον υπολογισμό των προστίμων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17 και του άρθρου 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΧ (ΕΕ 1998, C 9, σ. 3). Επιπλέον, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, επιβάλλοντας στην αιτούσα πρόστιμο ύψους 480 000 ευρώ. Τέλος, η Επιτροπή διέπραξε πρόδηλο πραγματικό και νομικό σφάλμα, πρώτον, κατά τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς της αιτούσας ως «πολύ σοβαρής» παραβάσεως, δεύτερον, κατά τη συνεκτίμηση ελαφρυντικών περιστάσεων, τρίτον, κατά τον χαρακτηρισμό της συμφωνίας ως μυστικής και, τέταρτον, κατά τον καθορισμό της διάρκειας της συμφωνίας, καθόσον αυτή έληξε στις 30 Νοεμβρίου 2001 και όχι στις 11 Ιανουαρίου 2002.
21 Η Επιτροπή φρονεί ότι κανένας από τους λόγους τους οποίους προβάλλει η αιτούσα δεν πληροί τη σχετική με το fumus boni juris προϋπόθεση.
22 Επισημαίνει ότι ο λόγος ο οποίος αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας στην ανακοίνωση των αιτιάσεων, καθώς και οι λόγοι οι οποίοι τείνουν στην ακύρωση του προστίμου ή τη μείωση του ύψους του, εκτίθενται με υπερβολικά συνοπτικό τρόπο και δεν μπορούν να κατανοηθούν ει μη υπό το φως των επιχειρημάτων που αναπτύσσονται με το δικόγραφο της κύριας δίκης. Οι λόγοι αυτοί, εφόσον δεν ανταποκρίνονται στα κριτήρια που εκθέτει η διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 7ης Μαΐου 2002, Τ‑306/01, Aden κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑2387, σκέψη 52), πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
23 Οι λοιποί λόγοι είναι νόμω αβάσιμοι.
Επί του επείγοντος
24 Η αιτούσα θεωρεί ότι πληρούται εν προκειμένω η σχετική με το επείγον προϋπόθεση. Τονίζει ότι, λόγω της χρηματοοικονομικής της καταστάσεως, αδυνατεί να παράσχει τραπεζική εγγύηση για το ποσό του προστίμου προσαυξημένο με τους τόκους.
25 Η αιτούσα επισημαίνει, κατ’ αρχάς, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της, αποστολή της είναι, ιδίως, η υπεράσπιση των ηθικών και επαγγελματικών συμφερόντων γεωργικών σωματείων, συνεταιρισμών, ενώσεων παραγωγών ζώων και κρέατος και των θυγατρικών των εν λόγω οργανισμών, καθώς και η εκπροσώπηση των μελών της, έναντι, αφενός, των δημόσιων αρχών και, αφετέρου, των διαφόρων επαγγελματικών ή διεπαγγελματικών οργανώσεων. Συγκεκριμένα, δεν ασκεί κύρια δραστηριότητα δυνάμενη να αποφέρει εισοδήματα, σύμφωνα δε με το άρθρο 6 του καταστατικού της οι πόροι της προέρχονται από τις εισφορές των μελών της και από επιδοτήσεις που της χορηγούνται, ιδίως από το κράτος και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως (départements/communes).
26 Το 2002 είχε έσοδα χρήσεως ύψους 1,84 εκατομμυρίων ευρώ. Τα έσοδα αυτά φέρονται να προέρχονται κυρίως από τις εισφορές των μελών της (716 987 ευρώ), τις διάφορες επιδοτήσεις που έλαβε (331 408 ευρώ), την είσπραξη του τέλους μαθητείας (140 099 ευρώ) και τις ενιαύσιες συμβάσεις μελετών (321 292 ευρώ). Επισημαίνει ότι οι δαπάνες χρήσεως του 2002 ανήλθαν σε 1,84 εκατομμύρια ευρώ, πράγμα που της έδωσε τη δυνατότητα να έχει, για το 2002, αποτελέσματα χρήσεως ύψους 3 306 ευρώ και καθαρό αποτέλεσμα 921 ευρώ.
27 Από τον απολογισμό της χρήσεως 2002 προκύπτει επίσης ότι η αιτούσα διαθέτει ίδια κεφάλαια ύψους 162 980 ευρώ. Για το 2003, στον κατ’ εκτίμηση προϋπολογισμό προβλέπονται αρνητικά αποτελέσματα χρήσεως ύψους 197 000 ευρώ, πράγμα που θα έχει ως συνέπεια τη μείωση των ιδίων κεφαλαίων της.
28 Η αιτούσα προσκομίζει επίσης δύο επιστολές ισάριθμων γαλλικών τραπεζών, της 11ης και της 13ης Ιουνίου 2003, διά των οποίων οι τράπεζες γνωστοποιούν την άρνησή τους να συστήσουν τραπεζική εγγύηση. Η επιστολή της 13ης Ιουνίου 2003 διευκρινίζει ότι το αιτούμενο ποσό υπερβαίνει κατά πολύ το ύψος των ιδίων κεφαλαίων της αιτούσας και ότι από τα ετήσια αποτελέσματα των τριών τελευταίων χρήσεων δεν διαφαίνεται το ενδεχόμενο αυξήσεώς τους μεσοπρόθεσμα.
29 Η σοβαρότητα της χρηματοοικονομικής καταστάσεως της αιτούσας επιβεβαιώνεται επίσης από δύο επιστολές του ορκωτού ελεγκτή της, στις 26 Μαΐου και 19 Ιουνίου 2003. Εξ αυτών προκύπτει ότι, λόγω της αβεβαιότητας ως προς την εξακολούθηση της λειτουργίας της αιτούσας, ο ελεγκτής αναγκάστηκε να κινήσει το πρώτο στάδιο της «διαδικασίας προειδοποιήσεως», σύμφωνα με τον γαλλικό Code de commerce (εμπορικό κώδικα).
30 Η αδυναμία της να παράσχει την απαιτουμένη τραπεζική εγγύηση είναι ακόμη προφανέστερη εκ του λόγου ότι είναι ομοσπονδία οργανωμένη υπό μορφή σωματείου. Αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει με όμιλο εταιριών, δεν υπάρχουν κεφαλαιουχικοί δεσμοί μεταξύ αυτής και των μελών της. Επομένως, η κατάστασή της είναι διαφορετική από εκείνη που οδήγησε στη νομολογία του Πρωτοδικείου περί της δυνατότητας εταιρία του αυτού ομίλου να παράσχει τραπεζική εγγύηση αντί της εμπλεκομένης εταιρίας η οποία αδυνατεί να το πράξει.
31 Εξάλλου, δεδομένου ότι το καταστατικό της δεν της επιτρέπει να δεσμεύει τα μέλη της, τα τελευταία δεν υπέχουν ευθύνη για τις ενέργειές της.
32 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αιτούσα δεν απέδειξε επαρκώς ότι πληρούται, εν προκειμένω, η σχετική με το επείγον προϋπόθεση.
33 Επισημαίνει, εκ προοιμίου, ότι τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε η αιτούσα για να δικαιολογήσει τις χρηματοοικονομικές της δυσχέρειες έχουν μικρή αποδεικτική δύναμη. Συγκεκριμένα, η δέσμη φορολογικών εγγράφων που αφορά τους λογαριασμούς της χρήσεως 2002 συνίσταται απλώς σε φορολογική δήλωση και όχι σε λογαριασμό θεωρημένο από τον ορκωτό ελεγκτή. Ο προϋπολογισμός του 2003 προσκομίζεται εφ’ απλού χάρτου, χωρίς υπογραφή του καταρτίσαντος ούτε θεώρηση του ορκωτού ελεγκτή.
34 Ακόμη και αν τα υπ’ αυτής προσκομισθέντα στοιχεία υποτεθούν ακριβή, η αιτούσα δεν εξέτασε τη δυνατότητα να της παράσχουν τα μέλη της την αναγκαία συνδρομή προς σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως. Από τις εκτιμήσεις τις οποίες παρέσχε η αιτούσα στην Επιτροπή προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων του τομέα βοείου κρέατος, οι οποίες είναι μέλη της, ανέρχεται σε 1,475 δισεκατομμύρια ευρώ. Συνεπώς, είναι προφανές ότι, με τη βοήθεια των μελών της, η αιτούσα θα ήταν σε θέση να καταβάλει το πρόστιμο ή να συστήσει την αναγκαία τραπεζική εγγύηση.
35 Όσον αφορά τους χρηματοοικονομικούς δεσμούς της αιτούσας με τα μέλη της και το επιχείρημα ότι η αιτούσα δεν έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει τα μέλη της, η Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 16 του καταστατικού της αιτούσας, το οποίο προβλέπει ότι αν, σε περίπτωση εκκαθαρίσεως, προκύψει καθαρό παθητικό, τούτο θα κατανεμηθεί μεταξύ των συνδεδεμένων μελών κατ’ αναλογία των εισφορών που καταβλήθηκαν ή μένει να καταβληθούν την τελευταία πενταετία. Επομένως, σε περίπτωση μη καταβολής του προστίμου και θέσεως της αιτούσας υπό εκκαθάριση, η Επιτροπή δύναται να στραφεί κατά των μελών της για να επιτύχει την καταβολή του προστίμου. Κατά συνέπεια, η αιτούσα δεν δύναται παραδεκτώς να υποστηρίξει ότι τα χρέη της δεν αφορούν τα μέλη της.
36 Εξάλλου, είναι προφανές ότι η αιτούσα υφίσταται μόνον προς το συμφέρον των μελών της και ότι συνήψε τις επίδικες συμφωνίες για λογαριασμό και προς το συμφέρον των μελών της.
37 Αν τα μέλη της αιτούσας αποφάσιζαν να μη συστήσουν την τραπεζική εγγύηση, η δε είσπραξη του προστίμου διά της δικαστικής οδού οδηγούσε, ενδεχομένως, στην εξαφάνισή της, η συνέπεια αυτή δεν θα απέρρεε από την υποχρέωση που επέβαλε η Επιτροπή, αλλά από την απόφαση των μελών αυτών. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν υφίσταται άμεση και αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαλύσεως της αιτούσας και των ενεργειών της Επιτροπής [διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Ιουνίου 1996, T‑18/96 R, SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II‑407, επιβεβαιωθείσα, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, με την προπαρατεθείσα διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1996, SCK και FNK κατά Επιτροπής· διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 14ης Δεκεμβρίου 2000, T‑5/00 R, Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑4121, επιβεβαιωθείσα, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, με τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 23ης Μαρτίου 2001, C‑7/01 P(R), FEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. I‑2559].
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
38 Η Επιτροπή προβάλλει, κατ’ αρχάς, ότι η περιουσία της αιτούσας, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό της χρήσεως 2003 τον οποίο προσκόμισε, βαίνει μειούμενη, οπότε βαίνει αυξανόμενος ο χρηματοοικονομικός κίνδυνος για την Κοινότητα. Εξάλλου, δεδομένου ότι η εξακολούθηση της δραστηριότητας της αιτούσας εξαρτάται από τη βούληση των μελών της, υφίσταται ο κίνδυνος αυτά να μειώσουν τις εισφορές τους προκειμένου η Επιτροπή να μην είναι σε θέση να εισπράξει το πρόστιμο. Σε περίπτωση που η αιτούσα ετίθετο υπό εκκαθάριση, η Επιτροπή θα έπρεπε να επιχειρήσει να εισπράξει το πρόστιμο από κάθε μέλος κατ’ αναλογία των εισφορών του, πράγμα που θα σήμαινε αυξημένο κόστος, καθυστερήσεις και κινδύνους.
39 Γενικότερα, η Επιτροπή προβάλλει ότι αν οι ενώσεις επιχειρήσεων, λόγω των πενιχρών ιδίων χρηματοοικονομικών τους μέσων, μπορούσαν να απαλλαχθούν από τη σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως χωρίς να συνεκτιμώνται τα χρηματοοικονομικά μέσα των μελών τους, οι επιχειρήσεις οι οποίες προτίθενται να υιοθετήσουν αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά θα έχουν πάντοτε συμφέρον να συνιστούν ένωση επιχειρήσεων προκειμένου να συνάπτουν συμφωνίες αντιβαίνουσες προς το δίκαιο του ανταγωνισμού.
40 Τέλος, η ανάγκη να διαφυλαχθούν η αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και το αποτρεπτικό τους αποτέλεσμα είναι εντονότερη εν προκειμένω, καθόσον η αιτούσα συμμετέσχε στη διάπραξη σοβαρότατης παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 28ης Ιουνίου 2000, T‑191/98 R II, Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑2551, σκέψη 54).
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
Επί του fumus boni juris
41 Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ορισμένοι, τουλάχιστον, εκ των προβαλλομένων από την αιτούσα λόγων φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, λυσιτελείς και, εν πάση περιπτώσει, μη στερούμενοι παντελώς ερείσματος. Ειδικότερα, τούτο ισχύει, αφενός, για τον λόγο που αντλείται εκ του γεγονότος ότι η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο υπερβαίνον το όριο του 10 % του κύκλου εργασιών της αιτούσας και, αφετέρου, για τον λόγο ότι η Απόφαση δεν περιλαμβάνει αιτιολογία ως προς το εν λόγω ανώτατο όριο.
42 Σχετικά με τον πρώτο από τους δύο αυτούς λόγους, πρέπει να επισημανθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, τα πρόστιμα τα οποία επιβάλλει η Επιτροπή στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων δυνάμει των άρθρων 81 ΕΚ και 82 ΕΚ ουδέποτε μπορούν να υπερβαίνουν το 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο.
43 Προκειμένου περί ενώσεως επιχειρήσεων, ο κύκλος εργασιών, ο οποίος πρέπει να ληφθεί υπόψη, πρέπει να υπολογίζεται, κατά περίπτωση, σε σχέση προς τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιεί το σύνολο των επιχειρήσεων μελών της, τουλάχιστον οσάκις αυτή, δυνάμει των εσωτερικών κανόνων της, δύναται να δεσμεύσει τα μέλη της (αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 23ης Φεβρουαρίου 1994, T‑39/92 και T‑40/92, CB και Europay κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II‑49, σκέψη 136· της 21ης Φεβρουαρίου 1995, T‑29/92, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑289, σκέψη 385· της 22ας Οκτωβρίου 1997, T‑213/95 και T‑18/96, SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑1739, σκέψη 252· της 14ης Μαΐου 1998, T‑338/94, Finnboard κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑1617, σκέψη 270, επιβεβαιωθείσα, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, με την απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 2000, C‑298/98 P, Finnboard κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑10157, σκέψη 66).
44 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, το ποσό του επιβληθέντος στην αιτούσα προστίμου αντιπροσωπεύει, κατά προσέγγιση, το 25 % των εσόδων χρήσεώς της, τα οποία ανήλθαν σε 1,84 εκατομμύρια ευρώ το 2002 (βλ. σκέψη 26 της παρούσας). Αν υποτεθεί ότι τον κύκλο εργασιών της αιτούσας αποτελούν αποκλειστικώς τα εν λόγω έσοδα χρήσεως, το ποσό του επιβληθέντος προστίμου υπερβαίνει, επομένως, ουσιωδώς το προβλεπόμενο από τον κανονισμό 17 ανώτατο όριο του 10 %.
45 Κατά την ακρόαση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι από το καταστατικό της αιτούσας, ιδίως δε τα άρθρα 2, 4, 5, 12 και 16 αυτού, αποδεικνύεται ότι αυτή δύναται να δεσμεύει τα μέλη της και ότι, εξ αυτού του λόγου, δικαιολογείται να ληφθεί υπόψη ο κύκλος εργασιών του συνόλου των επιχειρήσεων μελών της αιτούσας.
46 Σε απάντηση, η αιτούσα αμφισβήτησε ότι το καταστατικό της της επιτρέπει να δεσμεύει τα μέλη της. Επίσης ισχυρίστηκε, κατά την ακρόαση, ότι συνήφθη σειρά τοπικών συμφωνιών, πράγμα που αποδεικνύει ότι η συμφωνία της 24ης Οκτωβρίου 2001 δεν είχε δεσμευτικό χαρακτήρα. Όσον αφορά το άρθρο 16 του καταστατικού, η αιτούσα τόνισε ότι η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικώς την περίπτωση, κατά την οποία η διάλυση ή η θέση της ενώσεως υπό εκκαθάριση αποφασιζόταν από τη γενική συνέλευση, και, επομένως, δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση διαλύσεως της ενώσεως στο πλαίσιο διαδικασίας δικαστικής εκκαθαρίσεως.
47 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του καταστατικού της, η αιτούσα έχει σκοπό, ιδίως, να προασπίζει τα ηθικά και επαγγελματικά συμφέροντα των μελών της (παράγραφος 1), να εκπροσωπεί τα μέλη της έναντι των δημόσιων αρχών και των διαφόρων επαγγελματικών ή διεπαγγελματικών οργανώσεων (παράγραφος 2), να προάγει την ανάπτυξη συνεταιριστικού τομέα για την οργάνωση της παραγωγής, της προπαρασκευής και της πωλήσεως των ζώων, του κρέατος, των προϊόντων και υποπροϊόντων τους, στο πλαίσιο της γενικής οργανώσεως της αγοράς του κρέατος (παράγραφος 3), να ενεργεί ως διαιτητής σε περίπτωση αμφισβητήσεως ως προς τις αντίστοιχες ζώνες επιρροής των εσωτερικών της οργανώσεων (παράγραφος 4), να διευκολύνει με τις συμβουλές της ή την προς τα μέλη της διάθεση ειδικών εμπειρογνωμόνων την οργάνωση και τη λειτουργία των εταιριών και των ενώσεων (παράγραφος 5), καθώς και να διευκολύνει και να υποβοηθεί τη δημιουργία ομοσπονδιών ή περιφερειακών ενώσεων (παράγραφος 6).
48 Επιπλέον, το άρθρο 4 του καταστατικού ορίζει ότι «η ένταξη στην [FNCBV] συνεπάγεται την ανάληψη υποχρεώσεως συμμορφώσεως προς το παρόν καταστατικό καθώς και προς οποιονδήποτε εσωτερικό κανονισμό καταρτιστεί από το διοικητικό συμβούλιο».
49 Βάσει του άρθρου 5 του καταστατικού, «το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει τον αποκλεισμό οποιουδήποτε συνεταιρισμού ή ενώσεως δεν συμμορφώνεται προς το παρόν καταστατικό ή του οποίου η δραστηριότητα δύναται να βλάψει τα συμφέροντα της [FNCBV]».
50 Το άρθρο 12 του καταστατικού προβλέπει:
«Το διοικητικό συμβούλιο εκπροσωπεί την [FNCBV] έναντι των τρίτων […] Εκπροσωπεί τις οργανώσεις μέλη έναντι των δημοσίων αρχών και των επαγγελματικών οργανώσεων ως προς τις θέσεις επί οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων επί των οποίων συμφώνησαν προηγουμένως οι ενώσεις μέλη. Οι εν λόγω ενώσεις δεσμεύονται μόνον αν δεν έχουν διατυπώσει αντιρρήσεις προηγουμένως.»
51 Τέλος, βάσει του άρθρου 16 του καταστατικού:
«Η διάλυση, η θέση σε εκκαθάριση και η συγχώνευση με άλλο σωματείο μπορούν να αποφασιστούν μόνον από γενική συνέλευση, κατά την οποία είναι παρόντα ή εκπροσωπούνται τα δύο τρίτα τουλάχιστον των μελών […] Εάν εκ της εκκαθαρίσεως προκύπτει καθαρό ενεργητικό υπόλοιπο, τούτο περιέρχεται υποχρεωτικώς σε εθνικό φορέα προαγωγής του έργου των γεωργικών συνεταιρισμών. Αν ανακύψει παθητικό υπόλοιπο, τούτο κατανέμεται μεταξύ των μελών κατ’ αναλογία των εισφορών που καταβλήθηκαν ή απομένει να καταβληθούν κατά την τελευταία πενταετία.»
52 Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις CB και Europay κατά Επιτροπής, καθώς και της 14ης Μαΐου 1998, Finnboard κατά Επιτροπής, διευκρινίστηκε ότι τα εν λόγω σωματεία μπορούν να δεσμεύουν τα μέλη τους έναντι των τρίτων, επί παραδείγματι συνάπτοντας συμβάσεις πωλήσεως για λογαριασμό των μελών τους, τα δε μέλη, δυνάμει των καταστατικών των εν λόγω σωματείων, ευθύνονται από κοινού και εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν τα σωματεία έναντι των τρίτων. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή εδικαιούτο να λάβει υπόψη, προς υπολογισμό του ανωτάτου ορίου του 10 %, τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιούν τα μέλη των ενώσεων (αποφάσεις CB και Europay κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 138, και της 14ης Μαΐου 1998, Finnboard κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 275 και 280, επιβεβαιωθείσα, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, με την απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, Finnboard κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 66).
53 Με την προπαρατεθείσα απόφαση SCK και FNK κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο διευκρίνισε ότι η περί ης ο λόγος ένωση μπορούσε, δυνάμει του καταστατικού της, να λαμβάνει αποφάσεις επιβάλλουσες υποχρεώσεις στα μέλη της και να διαγράφει τα μέλη τα οποία δεν συμμορφώνονταν προς τις αποφάσεις αυτές. Με το σκεπτικό του, το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η Επιτροπή είχε δικαίωμα να λάβει υπόψη τον κύκλο εργασιών των μελών, τονίζοντας ότι το καταστατικό της ενώσεως της επέτρεπε ρητώς να δεσμεύει τα μέλη της (προπαρατεθείσα απόφαση SCK και FNK κατά Επιτροπής, σκέψη 253).
54 Προσήκει επίσης η διαπίστωση ότι, με την προπαρατεθείσα διάταξη Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (σκέψη 56), ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων έκρινε, αποφαινόμενος επί του επείγοντος, ότι το καταστατικό της εν λόγω ενώσεως περιελάμβανε διατάξεις που της επέτρεπαν να δεσμεύει τα μέλη της. Συναφώς, διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι τα μέλη υποχρεούνταν, δυνάμει του καταστατικού της ενώσεως, να συμμορφώνονται κατά γράμμα προς τις διατάξεις του καταστατικού, του εσωτερικού κανονισμού και των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και της συνελεύσεως, ακολούθως δε ότι ένα μέλος μπορούσε να διαγραφεί από την ένωση εάν δεν πληρούσε πλέον τις προϋποθέσεις που τάσσουν το καταστατικό ή ο εσωτερικός κανονισμός και, τέλος, ότι σε μέλος μπορούσε να απευθυνθεί επίπληξη, να τεθεί σε αναστολή ή να του επιβληθεί πρόστιμο δυνάμενο να ανέλθει έως και σε 10 000 ολλανδικά φιορίνια (NLG) αν το διοικητικό συμβούλιο φρονούσε ότι το μέλος ενήργησε κατά παράβαση του καταστατικού, του εσωτερικού κανονισμού ή των αποφάσεων που έλαβε νομοτύπως η ένωση.
55 Εν προκειμένω, από το άρθρο 4 του καταστατικού της αιτούσας προκύπτει ότι το διοικητικό της συμβούλιο δύναται να θεσπίσει εσωτερικό κανονισμό προς τον οποίο οφείλουν να συμμορφώνονται τα μέλη. Υπό το πρίσμα της προπαρατεθείσας αποφάσεως SCK και FNK κατά Επιτροπής, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η εν λόγω δυνατότητα αρκεί για να θεωρηθεί ότι η αιτούσα δύναται να δεσμεύει τα μέλη της και ότι είναι δικαιολογημένη η συνεκτίμηση του κύκλου εργασιών που αυτά πραγματοποιούν.
56 Εντούτοις, αντιθέτως προς την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, το άρθρο 12 του καταστατικού της αιτούσας ορίζει ότι «τα μέλη δεσμεύονται μόνον αν δεν έχουν εκφράσει προηγουμένως αντιρρήσεις». Εξ αυτού φαίνεται δυνατόν να συναχθεί ότι το καταστατικό της αιτούσας δεν της επιτρέπει να δεσμεύει τα μέλη της παρά τη βούλησή τους.
57 Προσήκει επίσης η διευκρίνιση ότι το καταστατικό της αιτούσας προβλέπει ότι το διοικητικό συμβούλιο δύναται να αποκλείσει τα μέλη μόνον οσάκις αυτά ενεργούν αντιθέτως προς το καταστατικό ή οσάκις οι δραστηριότητές τους «δύνανται να βλάψουν τα συμφέροντα της [FNCBV]» (άρθρο 5). Στο πλαίσιο της υποθέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση SCK και FNK κατά Επιτροπής, το καταστατικό επέτρεπε στην ένωση να διαγράφει τα μέλη που δεν συμμορφώνονται προς τις «αποφάσεις» του διοικητικού συμβουλίου.
58 Εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι η αιτούσα και η Επιτροπή δεν ανέφεραν παράδειγμα ούτε παρέσχαν διευκρίνιση που να δίνει τη δυνατότητα στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να καθορίσει επακριβώς το περιεχόμενο των διαφόρων διατάξεων του καταστατικού της αιτούσας. Υπό τις συνθήκες αυτές, αν δεν διαταχθούν αποδεικτικά μέσα τα οποία εκφεύγουν του πλαισίου διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, δεν είναι δυνατόν να καθοριστεί μετά βεβαιότητας αν η αιτούσα δύναται να δεσμεύει τα μέλη της κατά την έννοια της εφαρμοστέας νομολογίας και αν, ειδικότερα, συνέβη τούτο στο πλαίσιο των επίδικων συμφωνιών.
59 Εν πάση περιπτώσει, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο προκείμενος λόγος δεν στερείται παντελώς ερείσματος. Εξάλλου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι ο καθορισμός των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτό να συνεκτιμηθεί, ενόψει εφαρμογής του ανωτάτου ορίου του 10 % κατά το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, ο κύκλος εργασιών που πραγματοποιούν τα μέλη ενώσεως επιχειρήσεων, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς εξετάσεως και εκτιμήσεως μόνον από τον δικαστή της ουσίας.
60 Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο, περί μη αιτιολογήσεως ως προς το ανώτατο όριο των προστίμων, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτή κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την πράξη, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 63). Η έκταση της επιβαλλομένης από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της επίδικης πράξεως και του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C‑350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑395, σκέψεις 15 και 16, και προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, σκέψη 63).
61 Όσον αφορά απόφαση, όπως εν προκειμένω, επιβάλλουσα πρόστιμα σε πλείονες επιχειρήσεις λόγω παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού, το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει, ιδίως, να εκτιμάται με γνώμονα το ότι η σοβαρότητα των παραβάσεων πρέπει να αποδεικνύεται βάσει μεγάλου αριθμού στοιχείων όπως είναι, ιδίως, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υποθέσεως, το όλο πλαίσιό της και ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των προστίμων, και τούτο χωρίς να υφίσταται δεσμευτικός ή εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων που πρέπει οπωσδήποτε να λαμβάνονται υπόψη (διάταξη του Δικαστηρίου της 25ης Μαρτίου 1996, C‑137/95 P, SPO κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. I‑1611, σκέψη 54).
62 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι αιτιολογικές σκέψεις 162 έως 186 της Αποφάσεως αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17.
63 Με την αιτιολογική σκέψη 170 της Αποφάσεως, η Επιτροπή κρίνει ότι το ποσό των ετήσιων εισφορών που εισπράττει εκάστη των επιχειρήσεων αποδεκτριών της Αποφάσεως μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό κριτήριο της σχετικής σημασίας των διαφόρων γεωργικών ομοσπονδιών και του βαθμού ευθύνης τους ως προς τη διάπραξη της διαπιστωθείσας παραβάσεως. Βάσει αυτού του στοιχείου, η Επιτροπή καθόρισε το βασικό ποσό του προστίμου της FNSEA σε 20 εκατομμύρια ευρώ, εκείνο δε της FNCBV στο 1/10 του ποσού αυτού.
64 Αντιθέτως, ουδεμία αιτιολογική σκέψη της Αποφάσεως έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο ενδεχόμενης υπερβάσεως του ανωτάτου ορίου του 10 % ούτε, κατά μείζονα λόγο, την εξέταση της δυνατότητας να ληφθεί υπόψη ο κύκλος εργασιών των μελών της αιτούσας.
65 Κατά συνέπεια, η Απόφαση δεν παρέχει, εκ πρώτης όψεως, τη δυνατότητα στους ενδιαφερόμενους και στον κοινοτικό δικαστή να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή θεώρησε σκόπιμο να συνεκτιμήσει τον εν λόγω κύκλο εργασιών.
66 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δεδομένου ότι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εξαρτάται από τη φύση της επίδικης πράξεως και του πλαισίου εντός του οποίου εκδόθηκε (βλ. τη σκέψη 60 της παρούσας), η Επιτροπή πρέπει να αναπτύξει τη συλλογιστική της με σαφήνεια όταν, στο πλαίσιο της πρακτικής της λήψεως αποφάσεων, λαμβάνει απόφαση η οποία βαίνει ουσιωδώς πέραν των προηγουμένων αποφάσεων (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1975, 73/74, Fabricants de papier peints κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 459, σκέψη 31, και προπαρατεθείσα απόφαση SCK και FNK κατά Επιτροπής, σκέψη 226). Η Επιτροπή υπέχει την υποχρέωση αυτή κατά μείζονα λόγο οσάκις, όπως φαίνεται να συμβαίνει εν προκειμένω (βλ. τις σκέψεις 55 έως 57 της παρούσας), βαίνει πέραν της νομολογίας.
67 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, αντιθέτως δε προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να αποκλειστεί, εκ πρώτης όψεως, ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή όφειλε να εκθέσει τα στοιχεία, βάσει των οποίων καθόρισε τον κύκλο εργασιών που πρέπει να ληφθεί υπόψη, προκειμένου να εκτιμηθεί αν το επιβληθέν πρόστιμο υπερέβαινε το ανώτατο όριο του 10 %.
68 Οι προεκτεθείσες σκέψεις αρκούν προς εξαγωγή του συμπεράσματος ότι ορισμένοι, τουλάχιστον, εκ των προβληθέντων από την αιτούσα λόγων δεν στερούνται παντελώς ερείσματος και πρέπει να εξεταστούν εις βάθος από τον δικαστή της ουσίας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, πρέπει να αναγνωριστεί ότι υφίσταται εν προκειμένω fumus boni juris.
Επί του επείγοντος
69 Κατά πάγια νομολογία, το αίτημα περί αναστολής εκτελέσεως με αντικείμενο την απαλλαγή από την υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως, η οποία επιβλήθηκε ως προϋπόθεση για τη μη άμεση είσπραξη του ποσού του προστίμου, μπορεί να γίνει δεκτό μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις (διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Μαΐου 1982, 107/82 R, AEG κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 1549, σκέψη 6, και FEG κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 44). Πράγματι, η δυνατότητα επιβολής υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων από τους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου και αποτελεί γενικό και εύλογο τρόπο συμπεριφοράς της Επιτροπής (διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 5ης Αυγούστου 2003, T‑79/03 R, IRO κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-3027, σκέψη 25).
70 Η ύπαρξη τέτοιων εξαιρετικών περιστάσεων μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ότι έχει αποδειχθεί όταν ο διάδικος που ζητεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως της απαιτούμενης τραπεζικής εγγυήσεως αποδεικνύει ότι του είναι αντικειμενικώς αδύνατο να συστήσει την εν λόγω εγγύηση (προπαρατεθείσα διάταξη IRO κατά Επιτροπής, σκέψη 26).
71 Όσον αφορά την περιουσία της, η αιτούσα προβάλλει ότι, λαμβανομένης υπόψη της χρηματοοικονομικής της καταστάσεως, η σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως για το σύνολο του ποσού, μαζί με τις σχετικές δαπάνες, θα επέφερε τον αφανισμό της. Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, παραπέμπει στην περιουσιακή της κατάσταση κατά την ημερομηνία της 31ης Δεκεμβρίου 2002 (βλ. τις σκέψεις 26 και 27 της παρούσας). Εξάλλου, προσκομίζει δύο επιστολές, προερχόμενες από ισάριθμες γαλλικές τράπεζες, οι οποίες αρνούνται να της παράσχουν την απαιτούμενη τραπεζική εγγύηση, ένεκα, ιδίως, της ανεπάρκειας της περιουσίας της.
72 Η Επιτροπή περιορίστηκε να προβάλει ότι τα προσκομισθέντα από την αιτούσα λογιστικά έγγραφα δεν είχαν αποδεικτική δύναμη, καθόσον δεν ήταν δεόντως υπογεγραμμένα και θεωρημένα.
73 Προσήκει κατ’ αρχάς η επισήμανση ότι, κατόπιν των γραπτών παρατηρήσεων της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο επέτρεψε στην αιτούσα να υποβάλει τη γενική έκθεση του ορκωτού ελεγκτή επί των λογαριασμών της χρήσεως 2002 καθώς και το σχέδιο προϋπολογισμού της του 2003, υπογεγραμμένο από τον νόμιμο εκπρόσωπο της αιτούσας. Τα έγγραφα αυτά κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Οκτωβρίου 2003 και επιβεβαιώνουν τα εκτεθέντα με τις σκέψεις 26 και 27 της παρούσας στοιχεία.
74 Κατά την ακρόαση, η αιτούσα απάντησε σε σειρά ερωτήσεων ως προς την περιουσία της και παρέσχε διευκρινίσεις για διάφορα στοιχεία του ισολογισμού της. Κατόπιν της ακροάσεως, η αιτούσα ανέλαβε τη δέσμευση να εξετάσει τη δυνατότητα συμφωνίας για την καταβολή του προστίμου με δόσεις και να υποβάλει σχετική πρόταση στην Επιτροπή.
75 Στις 7 Νοεμβρίου 2003, η αιτούσα και η Επιτροπή ανακοίνωσαν το αποτέλεσμα των συζητήσεών τους. Εξ αυτού προκύπτει ότι η αιτούσα πρότεινε την άμεση σύσταση τραπεζικής εγγυήσεως ύψους 60 000 ευρώ και την καταβολή ποσού 140 00 ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε από την Επιτροπή.
76 Υπό το φως των διευκρινίσεων της αιτούσας, καθώς και του περιεχομένου της προσφοράς της, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει επαρκώς αιτιολογημένους τους ισχυρισμούς της ότι δεν έχει τη δυνατότητα να αποδεσμεύσει, εκ της ιδίας αυτής περιουσίας, πρόσθετα κονδύλια σε σχέση με αυτά που πρότεινε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
77 Ωστόσο, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά πάγια νομολογία, η ζημία μιας ενώσεως επιχειρήσεων πρέπει να κρίνεται λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής καταστάσεως των μελών της, όταν τα αντικειμενικά συμφέροντα της ενώσεως δεν έχουν αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που έχουν προσχωρήσει στην ένωση [διατάξεις της 14ης Οκτωβρίου 1996, SCK και FNK κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψεις 35 έως 38, και της 14ης Δεκεμβρίου 1999, C‑335/99 P(R), HFB κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑8705, σκέψη 63].
78 Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί αν, εν προκειμένω, η οικονομική κατάσταση της αιτούσας πρέπει να κριθεί λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής καταστάσεως των μελών της.
79 Κατά την ακρόαση, η αιτούσα προέβαλε ότι, δεδομένου ότι, βάσει του καταστατικού της, δεν δύναται να δεσμεύει τα μέλη της, είναι αδύνατον να θεωρηθεί ότι τα συμφέροντά της ταυτίζονται με αυτά των μελών της.
80 Είναι μεν αληθές ότι, εν προκειμένω, υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα της αιτούσας να δεσμεύει τα μέλη της κατά την έννοια της εφαρμοστέας νομολογίας (βλ. σκέψεις 55 έως 58 της παρούσας), από το γεγονός αυτό, όμως, δεν συνάγεται αυτομάτως ότι οι ενέργειες της αιτούσας, στο πλαίσιο της κρίσεως του βοείου κρέατος το 2001, δεν ανταποκρίνονταν στα αντικειμενικά συμφέροντα των μελών της. Συγκεκριμένα, από την προπαρατεθείσα νομολογία (βλ., ιδίως, την προπαρατεθείσα διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1996, SCK και FNK κατά Επιτροπής, σκέψη 37) προκύπτει ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί ο βαθμός αυτοτέλειας που παρουσιάζουν τα αντικειμενικά συμφέροντα ενώσεως σε σχέση με αυτά των μελών της, μπορεί να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη εσωτερικών κανόνων που επιτρέπουν στην ένωση να δεσμεύει τα μέλη της. Ωστόσο, η ταύτιση των αντικειμενικών συμφερόντων της ενώσεως και των μελών της μπορεί να απορρέει από άλλες περιστάσεις, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή της απουσίας τέτοιων κανόνων.
81 Με την αίτησή της περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα, διά του οποίου να είναι δυνατόν να αποδειχθεί ότι οι ενέργειές της δεν ανταποκρίνονταν στα αντικειμενικά συμφέροντα των μελών της και, ιδίως, των μελών που αναπτύσσουν δραστηριότητα στον τομέα της παραγωγής βοείου κρέατος.
82 Σε απάντηση ερωτήσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων κατά τη σχετική ακρόαση, η αιτούσα προέβαλε ότι οι οργανώσεις των σφαγέων, οι οποίες αντιπροσωπεύουν μόνον 30 από τα 330 περίπου μέλη της, δεν είχαν συμφέρον στη σύναψη των επίδικων συμφωνιών.
83 Το επιχείρημα αυτό δεν στηρίζεται από αιτιολογία που να παρέχει τη δυνατότητα στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να εκτιμήσει τη λυσιτέλειά του και φαίνεται, εξάλλου, εκ πρώτης όψεως, αβάσιμο. Συναφώς, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαπιστώνει ότι η αιτούσα δεν αμφισβητεί ότι συνήψε τη συμφωνία της 24ης Οκτωβρίου 2001 ως εκπρόσωπος των μελών της του τομέα των σφαγέων. Επίσης, η αιτούσα δεν αμφισβητεί ότι έτυχε της αναγκαίας υποστηρίξεως από τα μέλη της για τη σύναψη αυτής της συμφωνίας. Εξάλλου, φαίνεται αδιανόητο εθνική ομοσπονδία, η οποία έχει σκοπό, βάσει του καταστατικού της, την προάσπιση των ηθικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών της (βλ. τη σκέψη 47 της παρούσας), να ισχυριστεί ότι έδρασε αντιθέτως προς τα συμφέροντά τους.
84 Τα περιστατικά αυτά αρκούν για να συναχθεί ότι τα αντικειμενικά συμφέροντα της αιτούσας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έχοντα αυτοτελή χαρακτήρα σε σχέση με αυτά των μελών της. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατέθηκε στη σκέψη 77 της παρούσας, πρέπει να εκτιμηθεί ο κίνδυνος σοβαρής και ανεπανόρθωτης βλάβης από τη σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος των επιχειρήσεων μελών της αιτούσας ομοσπονδίας.
85 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η αιτούσα δεν προέβαλε ούτε, κατά μείζονα λόγο, απέδειξε ότι το σύνολο των μελών της δεν έχουν τη χρηματοοικονομική δυνατότητα να παράσχουν την αναγκαία οικονομική συνδρομή για την καταβολή του προστίμου ή τη σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως, λαμβανομένων υπόψη των προτάσεων που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
86 Σε απάντηση ερωτήσεως του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα αναγνώρισε ότι θα ήταν δυνατόν, δυνάμει του καταστατικού της, να αυξήσει κατ’ εξαίρεση τις εισφορές των μελών της, με σκοπό την καταβολή του προστίμου ή τη σύσταση της τραπεζικής εγγυήσεως. Ωστόσο, προς τούτο, απαιτείται κατ’ αρχάς, δυνάμει του άρθρου 6 του καταστατικού της, να συγκληθεί το διοικητικό συμβούλιο και να αποφασίσει μια τέτοια αύξηση των εισφορών, πράγμα που θα απαιτούσε χρόνο. Εξάλλου, δεν φαίνεται πιθανόν τα μέλη της να είναι διατεθειμένα να καταβάλουν ποσά υπερβαίνοντα το ύψος των συνήθων ετήσιων εισφορών τους.
87 Όσον αφορά τον κίνδυνο να αρνηθούν ενδεχομένως τα μέλη να παράσχουν την αναγκαία για την επιβίωση της αιτούσας οικονομική συνδρομή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η μονομερώς εκφραζόμενη βούληση των μελών ενώσεως δεν ασκεί επιρροή επί της εκτιμήσεως της χρηματοοικονομικής τους καταστάσεως και ότι, κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο μονομερώς λαμβανομένης εκ μέρους τους αρνητικής αποφάσεως δεν μπορεί να επηρεάσει μια τέτοια εκτίμηση (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, την προπαρατεθείσα διάταξη FEG κατά Επιτροπής, σκέψη 46). Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι θα ήταν αδιανόητο να αποφασίσει το διοικητικό συμβούλιο μερική αναπροσαρμογή των εισφορών των μελών τα οποία αφορούν περισσότερο οι επίδικες συμφωνίες, ήτοι των επιχειρήσεων του τομέα του βοείου κρέατος.
88 Όσον αφορά τη διαδικασία αυξήσεως των εισφορών των μελών, η αιτούσα δεν παρέσχε διευκρινίσεις ως προς τις προθεσμίες που απαιτούνται για να συγκληθεί το διοικητικό συμβούλιο, να αποφασίσει την αύξηση των εισφορών των μελών και να τη θέσει σε εφαρμογή.
89 Από το άρθρο 6 του καταστατικού της αιτούσας προκύπτει ότι «το ύψος και ο τρόπος καταβολής των εισφορών καθορίζονται κατ’ έτος από το διοικητικό συμβούλιο». Βάσει του άρθρου 11, «το διοικητικό συμβούλιο της ομοσπονδίας συγκαλείται τουλάχιστον τρεις φορές κατ’ έτος από τον πρόεδρό του ή, αν αυτός απουσιάζει, από έναν αντιπρόεδρο» και «συνέρχεται, εξάλλου, κατόπιν γραπτής αιτήσεως ενός τρίτου των μελών του». Επομένως, το καταστατικό δεν φαίνεται να επιβάλλει προθεσμίες για τη σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου.
90 Υπό το πρίσμα των διατάξεων αυτών, ελλείψει δε σαφών σχετικών διευκρινίσεων εκ μέρους των διαδίκων, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι η προθεσμία δύο μηνών πρέπει να επαρκεί προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα να συγκληθεί το διοικητικό συμβούλιο της αιτούσας, να αποφασίσει την αύξηση των εισφορών των μελών και να τη θέσει σε εφαρμογή.
91 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αιτούσα απέδειξε επαρκώς τη συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων υπό την έννοια ότι κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη αν δεν ανασταλεί η υποχρέωση συστάσεως της απαιτουμένης τραπεζικής εγγυήσεως επί δύο μήνες από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της παρούσας διατάξεως.
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
92 Πρέπει να σταθμιστεί το συμφέρον της αιτούσας να αποτρέψει, σε περίπτωση αδυναμίας της να συστήσει τραπεζική εγγύηση, την άμεση είσπραξη του προστίμου, με το δημοσιονομικό συμφέρον της Κοινότητας να μπορεί να εισπράξει το ποσό, καθώς και, γενικότερα, με το δημόσιο συμφέρον που αφορά τη διατήρηση της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και της αποτρεπτικής ισχύος των προστίμων που επιβάλλει η Επιτροπή (βλ., υπ’ αυτό το πνεύμα, τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Ιουνίου 1989, 56/89 R, Publishers Association κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 1693, σκέψη 35· διατάξεις του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 16ης Ιουνίου 1992, T‑24/92 R και T‑28/92 R, Langnese-Iglo και Schöller Lebensmittel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II‑1839, σκέψη 28· της 15ης Ιουνίου 1994, T‑88/94 R, Société commerciale des potasses et de l’azote και Entreprise minière et chimique κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. II‑401, σκέψη 32, και Cho Yang Shipping κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 53).
93 Ως προς τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Κοινότητας, πρέπει να επισημανθεί, κατ’ αρχάς, ότι, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, η περιουσία της αιτούσας δεν της παρέχει τη δυνατότητα να καταβάλει το σύνολο του προστίμου ούτε να συστήσει την απαιτούμενη τραπεζική εγγύηση επί του συνόλου του ποσού. Εξάλλου, κατόπιν των διευκρινίσεων της αιτούσας ως προς το άρθρο 16 του καταστατικού της (βλ. τη σκέψη 46 της παρούσας), υφίσταται αμφιβολία ως προς τη δυνατότητα της Επιτροπής να εισπράξει το ποσό από τα μέλη της αιτούσας σε περίπτωση θέσεως της τελευταίας υπό εκκαθάριση. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναγνώρισε και η ίδια η Επιτροπή με τις γραπτές παρατηρήσεις της, μια τέτοια διαδικασία εισπράξεως του προστίμου θα συνεπήγετο αυξημένο κόστος, καθυστερήσεις και κινδύνους. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Επιτροπής προστατεύονται, προφανώς, καλύτερα, αν παρασχεθεί στην αιτούσα ο αναγκαίος χρόνος για να ζητήσει την οικειοθελή οικονομική συνδρομή των μελών της.
94 Ακολούθως, τα δημοσιονομικά συμφέροντα της Επιτροπής προστατεύονται επίσης με την εκ μέρους της αιτούσας ανάληψη της υποχρεώσεως να συστήσει τραπεζική εγγύηση και να καταβάλει ποσό που αντιστοιχεί σε σημαντικό μέρος του προστίμου.
95 Επί του δημοσίου συμφέροντος που σχετίζεται με τη διαφύλαξη της αποτελεσματικότητας των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού και της αποτρεπτικής ισχύος των προστίμων που επιβάλλει η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η χορήγηση μερικής και κατά χρόνον περιορισμένης αναστολής θα έθετε, εν προκειμένω, το εν λόγω συμφέρον σε κίνδυνο.
96 Υπό το πρίσμα των σκέψεων αυτών, φαίνεται ενδεδειγμένο να χορηγηθεί στην αιτούσα αναστολή εκτελέσεως δύο μηνών, αρχομένη από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της παρούσας διατάξεως, για τη σύσταση της απαιτουμένης τραπεζικής εγγυήσεως, υπό τον όρο ότι, εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων από της αυτής ημερομηνίας, η αιτούσα θα καταβάλει 140 000 ευρώ στην Επιτροπή και θα συστήσει υπέρ αυτής εγγύηση ύψους 60 000 ευρώ ή, εναλλακτικώς, θα συστήσει υπέρ της Επιτροπής τραπεζική εγγύηση ύψους 200 000 ευρώ. Διευκρινίζεται ότι, κατά την εκπνοή της προθεσμίας αναστολής, η αιτούσα θα υπέχει, επομένως, την υποχρέωση είτε να καταβάλει το οφειλόμενο ακόμη υπόλοιπο του προστίμου, προσαυξημένο με τους τόκους, είτε να συστήσει τραπεζική εγγύηση καλύπτουσα το ποσό αυτό.
97 Πρέπει να επισημανθεί, κατά τα λοιπά, ότι το άρθρο 108 του Κανονισμού Διαδικασίας παρέχει στον κρίνοντα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή τη δυνατότητα να μεταρρυθμίσει ή να ανακαλέσει ανά πάσα στιγμή τη διάταξη περί προσωρινών μέτρων λόγω μεταβολής των περιστάσεων [διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Απριλίου 2002, T‑198/01 R, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2153, σκέψη 123, επιβεβαιωθείσα, κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως, με τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 2002, C‑232/02 P(R), Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau, Συλλογή 2002, σ. I‑8977]. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι ως «μεταβολή των περιστάσεων» ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εννοεί, ιδίως, πραγματικά περιστατικά ικανά να τροποποιήσουν την εν προκειμένω εκτίμηση του κριτηρίου του επείγοντος. Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, η δυνατότητα αυτή αποτελεί απόρροια του κατ’ εξοχήν προσωρινού χαρακτήρα, στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου, των μέτρων που χορηγεί ο κρίνων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής [διάταξη του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 2002, C‑440/01 P(R), Επιτροπή κατά Artegodan, Συλλογή 2002, σ. I‑1489].
98 Επομένως, εναπόκειται στην Επιτροπή να απευθυνθεί, ενδεχομένως, στο Πρωτοδικείο σε περίπτωση που θα έκρινε ότι επήλθε μεταβολή των περιστάσεων δυναμένη να οδηγήσει σε μεταρρύθμιση της παρούσας αποφάσεως.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Αναστέλλει επί δύο μήνες, από της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της παρούσας διατάξεως, την υποχρέωση της αιτούσας να συστήσει, υπέρ της Επιτροπής, τραπεζική εγγύηση προς αποφυγή της άμεσης εισπράξεως του προστίμου το οποίο της επιβλήθηκε με το άρθρο 3 της αποφάσεως 2003/600/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Απριλίου 2003, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (Υπόθεση COMP/C.38.279/F3 – Γαλλικό βόειο κρέας), υπό τον όρο ότι, εντός προθεσμίας τεσσάρων εβδομάδων από της αυτής ημερομηνίας, η αιτούσα θα καταβάλει 140 000 ευρώ στην Επιτροπή και θα συστήσει υπέρ αυτής εγγύηση ύψους 60 000 ευρώ ή, εναλλακτικώς, θα συστήσει υπέρ της Επιτροπής τραπεζική εγγύηση ύψους 200 000 ευρώ.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 21 Ιανουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
B. Vesterdorf
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy