Υπόθεση T-253/03
Akzo Nobel Chemicals Ltd και Akcros Chemicals Ltd
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Παρέμβαση — Παραδεκτό — Αντιπροσωπευτική ένωση έχουσα ως σκοπό την προστασία των μελών της»
Περίληψη της διατάξεως
Διαδικασία — Παρέμβαση — Έχοντες συμφέρον
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 40, εδ. 2, και 53, εδ. 1)
Δυνάμει του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται επί του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, το δικαίωμα παρεμβάσεως σε εκκρεμείς ενώπιον του Πρωτοδικείου διαφορές ανήκει όχι μόνο στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα, αλλά και σε κάθε πρόσωπο που δικαιολογεί την ύπαρξη συμφέροντος από την επίλυση της διαφοράς.
Επιτρέπεται η παρέμβαση αντιπροσωπευτικών ενώσεων που έχουν ως σκοπό την προστασία των μελών τους σε υποθέσεις όπου τίθενται ζητήματα αρχής δυνάμενα να τα επηρεάσουν. Ειδικότερα, μια ένωση επιτρέπεται να παρέμβει σε υπόθεση, εφόσον εκπροσωπεί σημαντικό αριθμό προσώπων που δραστηριοποιούνται στον οικείο κλάδο, στους σκοπούς της καταλέγεται και η προστασία των συμφερόντων των μελών της, ενδέχεται να τεθούν, στο πλαίσιο της υποθέσεως, ζητήματα αρχής δυνάμενα να επηρεάσουν τη λειτουργία του συγκεκριμένου κλάδου και, συνεπώς, υπάρχει το ενδεχόμενο η απόφαση που θα εκδοθεί να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τα συμφέροντα των μελών της.
Σε υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας τίθενται θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, πρέπει να επιτραπεί η παρέμβαση οργανώσεως η οποία εκπροσωπεί σημαντικό αριθμό προσώπων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παροχής νομικών συμβουλών και υποστήριξης και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, να επικουρεί ενώσεις δικηγορικών συλλόγων, Law societies και τους νομικούς που είναι μέλη της να αναπτύσσουν και να βελτιώνουν τον τρόπο ασκήσεως του επαγγέλματος, καθώς και να επικουρεί τους ανά τον κόσμο νομικούς που είναι μέλη της στον τομέα της νομικής καταρτίσεως ή σε άλλους τομείς, με σκοπό την ανάπτυξη και τη βελτίωση των παρεχομένων στο κοινό νομικών υπηρεσιών.
(βλ. σκέψεις 14-18)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 26ης Φεβρουαρίου 2007 (*)
«Παρέμβαση – Παραδεκτό – Αντιπροσωπευτική ένωση έχουσα ως σκοπό την προστασία των μελών της»
Στην υπόθεση T‑253/03,
Akzo Nobel Chemicals Ltd, με έδρα το Surrey (Ηνωμένο Βασίλειο),
Akcros Chemicals Ltd, με έδρα το Surrey,
εκπροσωπούμενες από τους C. Swaak και M. Mollica, δικηγόρους,
προσφεύγουσες,
υποστηριζόμενες από τους
Conseil des barreaux européens (CCBE), με έδρα τις Βρυξέλλες (Βέλγιο), εκπροσωπούμενο από τον J. Flynn, QC,
Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten, με έδρα τη Χάγη (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενο από τον O. Brouwer, δικηγόρο,
Association européenne des juristes d’entreprise (AEJE)/(ECLA), με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τους M. Dolmans, K. Nordlander, δικηγόρους, και J. Temple Lang, solicitor,
και
American Corporate Counsel Association (ACCA) – European Chapter, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενο από τους G. Berrisch, avocat, και D. Hull, solicitor,
παρεμβαίνοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους R. Wainwright και C. Ingen-Housz, στη συνέχεια, από τους R. Wainwright και F. Castillo de la Torre,
καθής,
επί αιτήσεως παρεμβάσεως της International Bar Association υπέρ των προσφευγουσών στην υπό κρίση υπόθεση, που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως C (2003) 1533 τελικό, της 8ης Μαΐου 2003, σχετικά με απόρριψη αιτήσεως για την τήρηση του προστατεύοντος την επικοινωνία με τους δικηγόρους επαγγελματικού απορρήτου (legal professional privilege), όσον αφορά ορισμένα έγγραφα που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο ελέγχου διενεργηθέντος σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Στις 30 Ιανουαρίου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C (2003) 85/4, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων [81] και [82] της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), με την οποία υποχρεώθηκαν οι Akzo Nobel Chemicals Ltd και Akcros Chemicals Ltd (στο εξής: προσφεύγουσες), καθώς και οι αντίστοιχες θυγατρικές τους, να υποβληθούν σε έλεγχο με σκοπό την αναζήτηση αποδείξεων για τυχόν θίγουσες τον ανταγωνισμό πρακτικές (στο εξής: απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2003). Στις 10 Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C (2003) 559/4, επίσης βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 (στο εξής: απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2003), σχετικά με τροποποίηση της αποφάσεως της 30ής Ιανουαρίου 2003.
2 Βάσει των αποφάσεων αυτών, διενεργήθηκαν, στις 12 και 13 Φεβρουαρίου 2003, επιτόπιοι έλεγχοι στα γραφεία των προσφευγουσών που βρίσκονταν στο Εccles, Mάντσεστερ (Ηνωμένο Βασίλειο). Κατά τον έλεγχο, οι υπάλληλοι της Επιτροπής έλαβαν αντίγραφα πολλών εγγράφων. Κατά τη διάρκεια των ενεργειών αυτών, οι εκπρόσωποι των προσφευγουσών δήλωσαν στους υπαλλήλους της Επιτροπής ότι ορισμένα έγγραφα ενδέχεται να καλύπτονται από το προστατεύον την επικοινωνία με τους δικηγόρους επαγγελματικό απόρρητο. Κατά την εξέταση των εγγράφων αυτών ανέκυψε διάσταση απόψεων σχετικά με πέντε έγγραφα, η περίπτωση των οποίων αντιμετωπίστηκε κατά δύο τρόπους. Συγκεκριμένα, οι υπάλληλοι της Επιτροπής δεν μπόρεσαν να καταλήξουν επιτόπου σε οριστικό συμπέρασμα σχετικά με την προστασία της οποίας έπρεπε ενδεχομένως να τύχουν δύο έγγραφα. Κατόπιν τούτου, οι εν λόγω υπάλληλοι έλαβαν αντίγραφά τους, τα οποία έθεσαν σε σφραγισμένο φάκελο τον οποίο πήραν μαζί τους μετά το πέρας του ελέγχου τους. Όσον αφορά τα τρία άλλα επίμαχα έγγραφα, ο υπεύθυνος για τον έλεγχο υπάλληλος της Επιτροπής θεώρησε ότι δεν προστατεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο και, όπως ήταν επόμενο, έλαβε αντίγραφά τους τα οποία και επισύναψε στα λοιπά έγγραφα του σχετικού φακέλου, χωρίς να τα απομονώσει εντός σφραγισμένου φακέλου.
3 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Απριλίου 2003, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή ζητώντας, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 10ης Φεβρουαρίου 2003 και, εφόσον είναι αναγκαίο, της αποφάσεως της 30ής Ιανουαρίου 2003, με την οποία υποχρεώθηκαν οι εταιρίες αυτές καθώς και οι αντίστοιχες θυγατρικές τους να υποβληθούν στον επίμαχο έλεγχο (υπόθεση T-125/03, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals).
4 Στις 8 Μαΐου 2003, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C (2003) 1533 τελικό, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 (στο εξής: απόφαση της 8ης Μαΐου 2003), με την οποία απέρριψε το αίτημα των προσφευγουσών να διατηρηθεί το απόρρητο των επίμαχων εγγράφων.
5 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Ιουλίου 2003, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή ζητώντας την ακύρωση, βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, της αποφάσεως της 8ης Μαΐου 2003.
6 Με αιτήσεις που κατέθεσαν, αντιστοίχως, στις 30 Ιουλίου 2003, στις 7 και 18 Αυγούστου 2003 και στις 25 Νοεμβρίου 2003, το onseil des barreaux européens (Συμβούλιο δικηγορικών συλλόγων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, στο εξής: CCBE), ο Algemene Raad van de Nederlandse Orde van Advocaten (στο εξής: ολλανδικός δικηγορικός σύλλογος), η Association européenne des juristes d’entreprise (Ευρωπαϊκή ένωση νομικών συμβούλων επιχειρήσεων, στο εξής: ECLA) και η American Corporate Counsel Association – European Chapter (στο εξής: ACCA) ζήτησαν να παρέμβουν υπέρ των προσφευγουσών. Με διατάξεις του προέδρου του πέμπτου τμήματος της 4ης Νοεμβρίου 2003 και της 10ης Μαρτίου 2004, έγινε δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως του CCBE, του ολλανδικού δικηγορικού συλλόγου, της ECLA και της ACCA.
7 Με αίτηση που υπέβαλε στις 25 Νοεμβρίου 2003, το Section on Business Law της International Bar Association ζήτησε να παρέμβει υπέρ των προσφευγουσών. Με διάταξη της 28ης Μαΐου 2004, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αίτηση παρεμβάσεως.
8 Στις 20 Φεβρουαρίου 2006, η International Bar Association (στο εξής: IBA), εκπροσωπούμενη από τον δικηγόρο J. Buhart, κατέθεσε αίτηση παρεμβάσεως υπέρ των προσφευγουσών.
9 Με την αίτησή της παρεμβάσεως, η IBA ισχυρίζεται ότι έχει άμεσο και ειδικό συμφέρον από την επίλυση της υπό κρίση διαφοράς και ότι πληροί τα κριτήρια της νομολογίας σχετικά με τις αιτήσεις παρεμβάσεως που υποβάλλονται από ενώσεις. Πρώτον, η IBA επισημαίνει ότι αποτελεί διεθνή ένωση με νομική προσωπικότητα, η οποία εκπροσωπεί μεγάλο αριθμό προσώπων που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο τομέα. Συγκεκριμένα, αποτελεί τη σημαντικότερη παγκοσμίως εκπρόσωπο του νομικού επαγγέλματος. Δεύτερον, η IBA ισχυρίζεται ότι στους σκοπούς της καταλέγεται η προστασία, η υπεράσπιση και η εκπροσώπηση των συμφερόντων των μελών της –περιλαμβανομένης της αρχής προστασίας του επαγγελματικού απορρήτου που καλύπτει την επικοινωνία με δικηγόρο– ακόμη και ενώπιον δικαστηρίου, εφόσον είναι απαραίτητο, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει ότι τα μέλη της δύνανται να ασκήσουν το επάγγελμά τους ελεύθερα και απρόσκοπτα. Τρίτον, η IBA επισημαίνει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, τίθενται θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου και τονίζει ότι η κρίση του Πρωτοδικείου επί των ζητημάτων αυτών θα επηρεάσει αναμφισβήτητα τα μέλη της σε όλα τα επίπεδα –μέλη φυσικά πρόσωπα, δικηγορικούς συλλόγους και ενώσεις νομικών συμβούλων επιχειρήσεων.
10 Η αίτηση παρεμβάσεως επιδόθηκε στους διαδίκους σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
11 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στις 18 Δεκεμβρίου 2003, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν ότι η IBΑ απέδειξε ότι έχει συμφέρον από την έκβαση της υποθέσεως αυτής και ζήτησαν από το Πρωτοδικείο να δεχθεί την αίτησή της παρεμβάσεως. Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν την ίδια ημέρα, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτημα για τήρηση του απορρήτου ως προς την IBA.
12 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 27 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή ζήτησε από το Πρωτοδικείο να απορρίψει την αίτηση παρεμβάσεως της IBA. Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, σκοπός της IBA, σύμφωνα με το άρθρο 1 του καταστατικού της, δεν είναι να προστατεύει τα συμφέροντα των μελών της και να τα εκπροσωπεί, αλλά απλώς και μόνον να «επικουρεί» τα μέλη της και να «προάγει» το κράτος δικαίου και την απονομή της δικαιοσύνης. Ωστόσο, κατά τη νομολογία, είναι σημαντικό ο σκοπός της ενώσεως να διατυπώνεται με σαφήνεια στο καταστατικό της (διάταξη του Πρωτοδικείου της 28ης Μαΐου 2004, T‑253/03, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑1603, σκέψη 20, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση παρεμβάσεως του Section on Business Law of the International Bar Association). Η Επιτροπή επισημαίνει εξάλλου ότι το Πρωτοδικείο φαίνεται να διακρίνει σαφώς μεταξύ «προαγωγής» και «εκπροσωπήσεως και προστασίας», από μία ένωση, των συμφερόντων των μελών της. Το συμφέρον μιας ενώσεως σκοπός της οποίας είναι η προαγωγή των γενικών και συλλογικών συμφερόντων ενός επαγγέλματος δεν αρκεί για να γίνει δεκτή η αίτησή της παρεμβάσεως (διάταξη του προέδρου του τρίτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 1999, T‑13/99, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 28).
13 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στις 5 και στις 10 Απριλίου 2006 αντιστοίχως, η CCBE και ο ολλανδικός δικηγορικός σύλλογος τάχθηκαν υπέρ του να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως της IBA. Οι λοιποί παρεμβαίνοντες δεν προέβαλαν συναφώς αντιρρήσεις.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
14 Δυνάμει του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που εφαρμόζεται επί του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, το δικαίωμα παρεμβάσεως σε εκκρεμείς ενώπιον του Πρωτοδικείου διαφορές ανήκει όχι μόνο στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα, αλλά και σε κάθε πρόσωπο που δικαιολογεί την ύπαρξη συμφέροντος από την επίλυση της διαφοράς.
15 Κατά πάγια νομολογία, επιτρέπεται η παρέμβαση αντιπροσωπευτικών ενώσεων που έχουν ως σκοπό την προστασία των μελών τους σε υποθέσεις όπου τίθενται ζητήματα αρχής δυνάμενα να τα επηρεάσουν [διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1997, C‑151/97 P(I) και C‑157/97 P(I), National Power και PowerGen, Συλλογή 1997, σ. I‑3491, σκέψη 66, και της 28ης Σεπτεμβρίου 1998, Pharos κατά Επιτροπής, C‑151/98 P, Συλλογή 1998, σ. I‑5441, σκέψη 6]. Ειδικότερα, μια ένωση επιτρέπεται να παρέμβει σε υπόθεση εφόσον εκπροσωπεί σημαντικό αριθμό προσώπων που δραστηριοποιούνται στον οικείο κλάδο, στους σκοπούς της καταλέγεται και η προστασία των συμφερόντων των μελών της, ενδέχεται να τεθούν, στο πλαίσιο της υποθέσεως, ζητήματα αρχής δυνάμενα να επηρεάσουν τη λειτουργία του συγκεκριμένου κλάδου και, συνεπώς, υπάρχει το ενδεχόμενο η απόφαση που θα εκδοθεί να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τα συμφέροντα των μελών της (βλ., κατά την έννοια αυτή, διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Δεκεμβρίου 1993, Τ‑87/92, Kruidvat κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II‑1375, σκέψη 14, περί απορρίψεως της αιτήσεως παρεμβάσεως της Yves Saint Laurent Parfums SA, και την προπαρατεθείσα διάταξη Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, σκέψη 18).
16 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι η IBA αποτελεί οργάνωση εκπροσωπούσα σημαντικό αριθμό προσώπων που δραστηριοποιούνται στον τομέα τον οποίον αφορά η υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, μέλη της είναι περισσότεροι από 20 000 νομικοί –εκ των οποίων περίπου 3 000 νομικοί σύμβουλοι επιχειρήσεων– καθώς και 195 δικηγορικοί σύλλογοι και πολλές ενώσεις νομικών συμβούλων επιχειρήσεων –μεταξύ των οποίων και το Institut des juristes d’entreprise (Ινστιτούτο νομικών συμβούλων επιχειρήσεων).
17 Δεύτερον, από το καταστατικό της ΙΒΑ προκύπτει ότι στους σκοπούς της ενώσεως αυτής καταλέγεται η προστασία των συμφερόντων των μελών της. Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, του καταστατικού της IBA, σκοπός της ενώσεως είναι, μεταξύ άλλων, να επικουρεί τις ενώσεις δικηγορικών συλλόγων και Law societies και τους νομικούς που είναι μέλη της να αναπτύσσουν και να βελτιώνουν τον τρόπο ασκήσεως του επαγγέλματος και τους κανόνες που το διέπουν, καθώς και να επικουρεί τους νομικούς μέλη της σε όλο τον κόσμο, στον τομέα της νομικής καταρτίσεως ή σε άλλους τομείς, με σκοπό την ανάπτυξη και τη βελτίωση των παρεχομένων στο κοινό νομικών υπηρεσιών. Ωστόσο, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το ότι σκοπός της IBA είναι, μεταξύ άλλων, να «επικουρεί» τα μέλη της πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας από τους σκοπούς της ενώσεως αυτής είναι η προστασία των μελών της. Επομένως, οι επίμαχες καταστατικές διατάξεις δεν αποσκοπούν απλώς στην προώθηση των γενικών και συλλογικών συμφερόντων ενός επαγγέλματος, υπό την έννοια της προπαρατεθείσας διατάξεως Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου. Συγκεκριμένα, το καταστατικό της IBA διαλαμβάνει για ζητήματα δυνάμενα να επηρεάσουν ευθέως συγκεκριμένα συμφέροντα των μελών της, όπως είναι ο τρόπος ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος και οι κανόνες που το διέπουν και η παροχή νομικών υπηρεσιών.
18 Τέλος, τρίτον, δεδομένου ότι στην υπό κρίση υπόθεση τίθενται θεμελιώδη ζητήματα σχετικά με το απόρρητο της επικοινωνίας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση που θα εκδοθεί ενδέχεται να επηρεάσει σε σημαντικό βαθμό τόσο τη λειτουργία του οικείου τομέα όσο και τα συμφέροντα των μελών της IBA.
19 Κατά συνέπεια, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η IBA δικαιολόγησε το συμφέρον της από την επίλυση της διαφοράς και, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτησή της παρεμβάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Επειδή η σχετική αίτηση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 115, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η παρέμβαση της IBA περιορίζεται στην υποβολή παρατηρήσεων κατά την προφορική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 6, του εν λόγω Κανονισμού. Επομένως, στην IBA θα κοινοποιηθεί μόνον η έκθεση ακροατηρίου που θα καταρτιστεί στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. Παρέλκει επομένως η εξέταση του αιτήματος των προσφευγουσών για τήρηση του απορρήτου έναντι της IBA.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Επιτρέπει στην International Bar Association να παρέμβει στην υπόθεση T‑253/03 υπέρ των προσφευγουσών. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 116, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο Γραμματέας θα της κοινοποιήσει εγκαίρως την έκθεση ακροατηρίου, προκειμένου η παρεμβαίνουσα να υποβάλει τυχόν παρατηρήσεις της κατά την προφορική διαδικασία.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 26 Φεβρουαρίου 2007.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
E. Coulon
J. D. Cooke
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy