Υπόθεση T-265/03
Helm Düngemittel GmbH
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Επισιτιστική βοήθεια — Μερική κατάσχεση της εγγυήσεως παραδόσεως — Αίτηση αποδόσεως του κατασχεθέντος ποσού — Ρήτρα διαιτησίας — Προσφυγή ακυρώσεως — Απαράδεκτο»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (τρίτο τμήμα) της 9ης Ιουνίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως — Προσφυγή αφορώσα στην πραγματικότητα διαφορά συμβατικής φύσεως — Πράξη εκδοθείσα βάσει κανονισμού και όχι δυνάμει συμβάσεως — Δεν ασκεί επιρροή στη συμβατική φύση της διαφοράς — Αναρμοδιότητα του κοινοτικού δικαστή — Απαράδεκτο
(Άρθρο 225 ΕΚ, 230 ΕΚ, 238 ΕΚ, 240 ΕΚ και 249 ΕΚ)
2. Προσφυγή ακυρώσεως — Προσφυγή στρεφόμενη κατά αποφάσεως αμιγώς επιβεβαιωτικής προγενέστερης αποφάσεως — Απαράδεκτο
(Άρθρο 230 ΕΚ)
1. Οι πράξεις των οργάνων που εντάσσονται αναπόσπαστα σε αμιγώς συμβατικό πλαίσιο δεν περιλαμβάνονται, ως εκ της φύσεώς τους, στις πράξεις που αφορά το άρθρο 249 ΕΚ, των οποίων η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από τα κοινοτικά δικαστήρια σύμφωνα το άρθρο 230 ΕΚ. Η συμβατική φύση της παρούσας διαφοράς δεν μπορεί να αγνοηθεί εκ μόνου του λόγου ότι η προσβαλλομένη πράξη εκδόθηκε βάσει κανονισμού και όχι δυνάμει της συμβάσεως, δεδομένου ότι το περιεχόμενο του εν λόγω κανονισμού αποτελεί μέρος των συμβατικών ρητρών που δεσμεύουν τους διαδίκους της κύριας δίκης.
Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 225 ΕΚ και 238 ΕΚ, το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των διαφορών εκ συμβάσεων που φέρουν ενώπιόν του προς εκδίκαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα μόνο σε περίπτωση που υπάρχει σχετική ρήτρα διαιτησίας. Σε αντίθετη περίπτωση, θα παρεξέτεινε τη δικαιοδοσία του πέραν των διαφορών των οποίων η εκδίκαση τού ανατίθεται περιοριστικώς από το άρθρο 240 ΕΚ, καθόσον η διάταξη αυτή επιφυλάσσει στα εθνικά δικαστήρια την αρμοδιότητα του κοινού δικαίου προκειμένου να αποφαίνονται επί άλλων διαφορών στις οποίες είναι διάδικος η Κοινότητα.
(βλ. σκέψεις 39-40, 53, 58)
2. Μία απόφαση αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, με αποτέλεσμα η προσφυγή που ασκείται κατά μιας τέτοιας αποφάσεως να είναι απαράδεκτη.
(βλ. σκέψη 62)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 9ης Ιουνίου 2005 (*)
«Επισιτιστική βοήθεια – Μερική κατάσχεση της εγγυήσεως παραδόσεως – Αίτηση αποδόσεως του κατασχεθέντος ποσού – Ρήτρα διαιτησίας – Προσφυγή ακυρώσεως – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-265/03,
Helm Düngemittel GmbH, με έδρα το Αμβούργο (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον W. Waschmann, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους G. Berscheid και Μ. Niejahr, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως που φέρεται να περιέχεται σε επιστολή της Επιτροπής της 23ης Μαΐου 2003 περί κατασχέσεως μέρους της εγγυήσεως παραδόσεως που συνέστησε η προσφεύγουσα, λόγω καθυστερήσεως στην παράδοση λιπάσματος στο πλαίσιο δράσεως επισιτιστικής βοήθειας προς τη Βόρεια Κορέα, κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 2519/97 της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 1997, για τις γενικές διατάξεις κινητοποίησης προϊόντων που χορηγούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1292/96 του Συμβουλίου για την κοινοτική επισιτιστική βοήθεια (ΕΕ L 346, σ. 23),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger, πρόεδρο, J. Azizi και E.Cremona, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) 2519/97 της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 1997, για τις γενικές διατάξεις κινητοποίησης προϊόντων που χορηγούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1292/96 του Συμβουλίου για την κοινοτική επισιτιστική βοήθεια (ΕΕ L 346, σ. 23), προβλέπει τα εξής:
«1. Ο ανάδοχος εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού και συμμορφώνεται με τις δεσμεύσεις που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων αυτών που απορρέουν από την προσφορά του.
Θεωρείται ότι ο ανάδοχος έχει λάβει γνώση όλων των ισχυόντων γενικών και ειδικών όρων και ότι τους έχει αποδεχθεί.
2. Για την εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεών του, ο ανάδοχος προσκομίζει στις υπηρεσίες της Επιτροπής εγγύηση για την παράδοση των προϊόντων, μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες από την κατακύρωση της προμήθειας […]».
2 Το άρθρο 18 του κανονισμού 2519/97, το οποίο αναφέρεται στους όρους πληρωμής και αποδεσμεύσεως των εγγυήσεων, προβλέπει τα εξής:
«1. Το ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ανάδοχο είναι κατ’ ανώτατο όριο αυτό της προσφοράς, προσαυξημένο κατά περίπτωση με τα έξοδα που προβλέπονται στο άρθρο 19 και μειωμένο κατά περίπτωση με τις εκπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, τις κρατήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22, παράγραφος 8, τα συμπληρωματικά έξοδα που σχετίζονται με τους ελέγχους που αναφέρονται στα άρθρα 12 έως 16 ή τις δαπάνες που προκύπτουν από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 13, παράγραφος 4.
[…]
5. Το συνολικό πληρωτέο ποσό καταβάλλεται μετά από αίτηση του αναδόχου που υποβάλλεται σε δύο αντίγραφα.
Η αίτηση πληρωμής του συνόλου ή του υπολοίπου συνοδεύονται από τα ακόλουθα έγγραφα:
α) τιμολόγιο για το ζητούμενο ποσό·
β) το πρωτότυπο του πιστοποιητικού ανάληψης ή του πιστοποιητικού παράδοσης·
γ) αντίγραφο του τελικού πιστοποιητικού καταλληλότητας.
[…]»
3 Το άρθρο 22 του κανονισμού 2519/97 ορίζει τα εξής:
«4. Εκτός από περίπτωση ανωτέρας βίας, η εγγύηση παράδοσης υπόκειται σε τμηματικές κατασχέσεις εφαρμοζόμενες σωρευτικά, στις ακόλουθες περιπτώσεις, με την επιφύλαξη της εφαρμογής της παραγράφου 8:
[…]
γ) 0,2 % της αξίας των ποσοτήτων που παραδόθηκαν εκτός προθεσμίας, για κάθε ημέρα καθυστέρησης, ή, ενδεχομένως, και εφόσον αυτό προβλέπεται από την προκήρυξη του διαγωνισμού, 0,1 % ανά ημέρα πρόωρης παράδοσης.
Οι καταπτώσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ και γ΄ δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση που οι διαπιστούμενες αθετήσεις δεν καταλογίζονται στον ανάδοχο.
[…]
8. Η Επιτροπή αφαιρεί από το τελικό πληρωτέο ποσό τα ποσά των καταπτώσεων που πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 4, 5 και 6. Αποδεσμεύεται τότε ταυτόχρονα και στο ακέραιο η εγγύηση παράδοσης ή προκαταβολής.»
4 Σύμφωνα με το άρθρο 23 του κανονισμού 2519/97:
«Η Επιτροπή εκτιμά τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας από τις οποίες μπορεί να προήλθε η μη πραγματοποίηση της προμήθειας ή η μη τήρηση κάποιας από τις υποχρεώσεις που υπέχει ο ανάδοχος.
Η Επιτροπή αναλαμβάνει τα έξοδα που προκύπτουν όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας τον οποίο η ίδια αναγνωρίζει.»
5 Το άρθρο 23 του κανονισμού 2519/97 προβλέπει τα εξής:
«Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε διαφορά που απορρέει από την εκτέλεση, τη μη εκτέλεση ή την ερμηνεία των όρων εκτέλεσης των προμηθειών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»
6 Το άρθρο 25 του κανονισμού 2519/97 προβλέπει τα εξής:
«Για κάθε ζήτημα που δεν ρυθμίζεται από τον παρόντα κανονισμό, εφαρμόζεται το βελγικό δίκαιο.»
Το ιστορικό της διαφοράς
7 Στις 30 Μαρτίου 2001, η Επιτροπή δημοσίευσε πρόσκληση για την υποβολή προσφορών για την προμήθεια χημικών λιπασμάτων (ουρία 46 % N) στη Βόρεια Κορέα με τον κωδικό EUROPAID/112402/C/S/KP. Ως τελευταία ημερομηνία παραδόσεως ορίστηκε η 18η Μαΐου 2001.
8 Στις 17 Απριλίου 2001, η προσφεύγουσα έστειλε στην Επιτροπή την προσφορά της με την οποία πρότεινε την προμήθεια της ποσότητας των 30 398 Mt ουρίας από την Κίνα.
9 Στις 18 Απριλίου 2001, η Επιτροπή ανέθεσε τη σύμβαση στην προσφεύγουσα, η οποία, στις 24 Απριλίου 2001, παρήγγειλε τους 30 398 Mt ουρίας στην Κίνα.
10 Στις 25 Απριλίου 2001, η προσφεύγουσα ενημέρωσε την Επιτροπή ότι ήταν σε θέση να προμηθευθεί μόνο 10 000 Mt ουρίας από την Κίνα και πρότεινε την αγορά των υπόλοιπων 20 398 Mt από την Αίγυπτο.
11 Με επιστολή της 27ης Απριλίου 2001, η Επιτροπή δέχθηκε την πρόταση της προσφεύγουσας, διευκρινίζοντας, ωστόσο, ότι έπρεπε να τηρηθεί η συμβατική προθεσμία παραδόσεως των 30 398 Mt ουρίας.
12 Στις 14 Μαΐου 2001, η προσφεύγουσα ενημέρωσε την Επιτροπή για την αδυναμία της να παραδώσει εμπροθέσμως την προερχόμενη από την Κίνα ουρία και ζήτησε παράταση της προθεσμίας παραδόσεως. Πέραν αυτού, η προσφεύγουσα ενημέρωσε την Επιτροπή ότι δεν ήταν σε θέση να παραδώσει ούτε τις προερχόμενες από την Αίγυπτο ποσότητες και ότι θα της γνωστοποιούσε την ημερομηνία παραδόσεως το συντομότερο δυνατόν.
13 Τελικώς, η προερχόμενη από την Κίνα ποσότητα ουρίας παραδόθηκε με καθυστέρηση 16 ημερών και η προερχόμενη από την Αίγυπτο παραδόθηκε με καθυστέρηση 44 ημερών.
14 Στις 2 Αυγούστου 2001, ο οργανισμός ελέγχου Bureau Veritas εξέδωσε το τελικό πιστοποιητικό καταλληλότητας που απαντά στο άρθρο 18, παράγραφος 5, του κανονισμού 2519/97. Σε αυτό προσδιοριζόταν η ημερομηνία παραδόσεως της ουρίας που προερχόταν από την Κίνα (3 Ιουνίου 2001), καθώς και αυτής που προερχόταν από την Αίγυπτο (1η Ιουλίου 2001). Επιπλέον, ανέφερε εν κατακλείδι τα εξής:
«Η παρούσα παράδοση είναι σύμφωνη με τις προδιαγραφές ΕΚ κατά την ημερομηνία επιθεωρήσεως, με εξαίρεση τις διαφορές ως προς την ημερομηνία παραδόσεως και ως προς την ποιότητα που διαπιστώθηκαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω.»
15 Στις 6 Αυγούστου 2001, η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση πληρωμής για συνολικό ποσό 4 999 863,04 ευρώ, χωρίς να λάβει υπόψη την υπέρβαση της προθεσμίας παραδόσεως.
16 Η Επιτροπή προέβη σε κατάσχεση του 0,2 % της αξίας καθεμιάς από τις ποσότητες που παραδόθηκαν εκπροθέσμως για κάθε ημέρα καθυστερήσεως. Εξ αυτού του γεγονότος, το ποσό της πληρωμής που ζήτησε η προσφεύγουσα μειώθηκε κατά 346 221,20 ευρώ (53 581 ευρώ για τις 16 ημέρες καθυστερήσεως στην παράδοση των 10 180 Mt ουρίας που προέρχονταν από την Κίνα και 292 640,20 ευρώ για τις 44 ημέρες καθυστερήσεως στην παράδοση των 20 218 Mt ουρίας που προέρχονταν από την Αίγυπτο). Η διαφορά καταβλήθηκε στην προσφεύγουσα στις αρχές Οκτωβρίου του 2001.
17 Με τηλεομοιοτυπία της 1ης Νοεμβρίου 2001, η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή την απόδοση του κατασχεθέντος ποσού, υποστηρίζοντας ότι η υπέρβαση της προθεσμίας παραδόσεως οφειλόταν σε λόγους ανωτέρας βίας.
18 Με τηλεομοιοτυπία της 21ης Δεκεμβρίου 2001, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα της προσφεύγουσας.
19 Με επιστολή της 22ας Μαρτίου 2002, η προσφεύγουσα ζήτησε από την Επιτροπή να αναθεωρήσει την απόφασή της και να της καταβάλει το ποσό που ζήτησε. Με επιστολή της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, η Επιτροπή ενέμεινε στην άρνησή της.
20 Με επιστολή της 25ης Οκτωβρίου 2002, η προσφεύγουσα ζήτησε εκ νέου από την Επιτροπή να της καταβάλει το εν λόγω ποσό.
21 Με επιστολή της 23ης Μαΐου 2003 (στο εξής: προσβαλλομένη πράξη), η Επιτροπή ενέμεινε στην αρχική της θέση, απορρίπτοντας το αίτημα της προσφεύγουσας.
Διαδικασία και επιχειρήματα των διαδίκων
22 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 23 Ιουλίου 2003, η προσφεύγουσα άσκησε την κρινόμενη προσφυγή.
23 Με επιστολή του της 20ής Δεκεμβρίου 2004, το Πρωτοδικείο απηύθυνε γραπτή ερώτηση στην προσφεύγουσα, δυνάμει των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Κάλεσε την προσφεύγουσα να λάβει θέση ως προς ορισμένες παρατηρήσεις της Επιτροπής σχετικές με το παραδεκτό της κρινομένης προσφυγής.
24 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλομένη πράξη,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
25 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
– επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
26 Με την απάντησή της στην ερώτηση που της έθεσε το Πρωτοδικείο, η προσφεύγουσα υπέβαλε επικουρικό αίτημα με το οποίο ζήτησε να καταδικασθεί η Επιτροπή στην καταβολή του ποσού των 346 221,20 ευρώ, εντόκως, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 7, του κανονισμού 2519/97, και παρέπεμψε συναφώς στο σύνολο των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών που προέβαλε με το δικόγραφο της προσφυγής και με το υπόμνημα απαντήσεως.
Επί του παραδεκτού
27 Δυνάμει του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο, όταν αποφαίνεται υπό τις συνθήκες που προβλέπονται στο άρθρο 114, παράγραφοι 3 και 4, του ίδιου κανονισμού, δύναται ανά πάσα στιγμή να εξετάσει, ακόμη και αυτεπαγγέλτως, τους λόγους απαραδέκτου δημοσίας τάξεως, στην κατηγορία των οποίων συγκαταλέγονται οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής που ορίζει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 1999, T‑12/96, Area Cova κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II‑2301, σκέψη 21, και της 13ης Ιουλίου 2004, T‑29/03, Comunidad Autónoma de Andalucía κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 22). Το άρθρο 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικώς, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως.
28 Στην υπό κρίση υπόθεση, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι τα έγγραφα του φακέλου της υποθέσεως είναι αρκούντως διαφωτιστικά και, ως εκ τούτου, αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
29 Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής για τον λόγο ότι η επιστολή της 23ης Μαΐου 2003 δεν αποτελεί πράξη που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
30 Κατά την Επιτροπή, η προσβαλλομένη πράξη είναι πράξη αμιγώς συμβατικού χαρακτήρα και όχι μονομερής απόφαση, κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ, η οποία μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 3ης Οκτωβρίου 1997, T‑186/96, Mutual Aid Administration Services κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II‑1633, σκέψεις 49 έως 51, της 9ης Ιανουαρίου 2001, T‑149/00, Innova κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1, σκέψη 28, και της 25ης Νοεμβρίου 2003, T‑85/01, IAMA Consulting κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
31 Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, δυνάμει της ρήτρας διαιτησίας του άρθρου 24 του κανονισμού 2519/97, η προσφεύγουσα όφειλε να ασκήσει αγωγή με αίτημα την καταβολή από την Επιτροπή του παρακρατηθέντος ποσού των 346 221,20 ευρώ, προκειμένου να επιτύχει εκτελεστή απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 244 ΕΚ και 256 ΕΚ.
32 Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ούτως ή άλλως, η προσβαλλομένη πράξη δεν αποτελεί πράξη που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, δεδομένου ότι πρόκειται για πράξη επιβεβαιωτική προγενέστερης πράξεως που δεν προσβλήθηκε εμπροθέσμως.
33 Επιπλέον, η Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο του νέου αιτήματος που υποβλήθηκε επικουρικώς από την προσφεύγουσα με την απάντησή της στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου. Κατά την άποψή της, το νέο αυτό αίτημα υποβλήθηκε εκπροθέσμως και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτο.
34 Κατά την προσφεύγουσα, η προσφυγή της είναι παραδεκτή διότι η επιστολή της 23ης Μαΐου 2003 αποτελεί πράγματι πράξη που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
35 Προβάλλει, συναφώς, ότι ο συμβατικός χαρακτήρας των σχέσεων μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας δεν αποκλείει την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 1990, C‑172/89, Vandemoortele κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I‑4677, και της 21ης Μαρτίου 1991, C‑226/89, Haniel Spedition κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I‑1599).
36 Επιπλέον, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, δεν είναι απαραίτητη η άσκηση καταψηφιστικής αγωγής, αφού, αν το Πρωτοδικείο εκδώσει απόφαση δεχόμενη το αίτημά της ακυρώσεως, η Επιτροπή θα υποχρεωθεί ούτως ή άλλως να της καταβάλει το κατασχεθέν ποσό σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
37 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς όσα ίσχυαν στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι διατάξεις Mutual Aid Administration Services κατά Επιτροπής και Innova κατά Επιτροπής, ανωτέρω, σκέψη 30, στην επίδικη υπόθεση το άρθρο 24 του κανονισμού 2519/97 προβλέπει ρητώς τη δικαιοδοσία των κοινοτικών δικαστηρίων.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
38 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως έχει κριθεί επανειλημμένως, το άρθρο 230 ΕΚ προβλέπει αποκλειστική αρμοδιότητα των κοινοτικών δικαστηρίων για τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων που αφορά το άρθρο 249 ΕΚ, τις οποίες εκδίδουν τα όργανα υπό τις συνθήκες που προβλέπονται από τη Συνθήκη (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου, της 10ης Μαΐου 2004, T‑314/03 και T‑378/03, Musée Grévin κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 63, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39 Ωστόσο, οι πράξεις των οργάνων που εντάσσονται αναπόσπαστα σε αμιγώς συμβατικό πλαίσιο δεν περιλαμβάνονται, ως εκ της φύσεώς τους, στις πράξεις που αφορά το άρθρο 249 ΕΚ (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 2002, T‑387/00, Comitato organizzatore del convegno internazionale κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑3031, σκέψη 39, IAMA Consulting κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψη 53, και Musée Grévin κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψη 64).
40 Από τη νομολογία προκύπτει ότι, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 225 ΕΚ και 238 ΕΚ, το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί των διαφορών εκ συμβάσεων που φέρουν ενώπιόν του προς εκδίκαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα μόνο σε περίπτωση που υπάρχει σχετική ρήτρα διαιτησίας. Σε αντίθετη περίπτωση, θα παρεξέτεινε τη δικαιοδοσία του πέραν των διαφορών των οποίων η εκδίκαση του ανατίθεται περιοριστικώς από το άρθρο 240 ΕΚ, καθόσον η διάταξη αυτή επιφυλάσσει στα εθνικά δικαστήρια την αρμοδιότητα του κοινού δικαίου προκειμένου να αποφαίνονται επί άλλων διαφορών στις οποίες είναι διάδικος η Κοινότητα (βλ. διάταξη Musée Grévin κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 38 ανωτέρω, σκέψη 65, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41 Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να εξεταστεί αν, στην επίδικη περίπτωση, η προσβαλλομένη πράξη αποτελεί πράξη συμβατικής φύσεως.
42 Επιβάλλεται, συναφώς, η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία περί πολιτικής και διαχειρίσεως της επισιτιστικής βοήθειας, η βοήθεια αυτή παρέχεται βάσει συμβατικών δεσμεύσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Φεβρουαρίου 1993, C‑142/91, Cebag κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑553, σκέψη 11). Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1292/96 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1996, σχετικά με την πολιτική και τη διαχείριση της επισιτιστικής βοήθειας και των ειδικών δράσεων στήριξης για την επισιτιστική ασφάλεια (ΕΕ L 166, σ. 1), η Επιτροπή ορίζει «τους όρους παροχής και εφαρμογής της βοήθειας, και ιδίως:
– τις γενικές ρήτρες που εφαρμόζονται έναντι των δικαιούχων,
– την κίνηση διαδικασιών συγκέντρωσης, προμήθειας των προϊόντων και εφαρμογής των άλλων δράσεων, καθώς και τη σύναψη των αντίστοιχων συμβάσεων».
43 Στην υπό κρίση υπόθεση, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι ο κανονισμός 2519/97 καθορίζει τις γενικές διατάξεις περί κινητοποιήσεως των προϊόντων που παρέχονται στο πλαίσιο δράσεως κοινοτικής επισιτιστικής βοήθειας και, ειδικότερα, τις διάφορες διατάξεις περί προμηθεύσεως, τις διαδικασίες αναθέσεως των συμβάσεων, τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει η πρόσκληση υποβολής προσφορών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του προμηθευτή. Οι ειδικότερες διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να γίνεται μια συγκεκριμένη κινητοποίηση προϊόντων, όπως οι σχετικές με το προς κινητοποίηση προϊόν, καθώς και με την ποιότητα και την ποσότητά του, την τιμή και την προθεσμία της προμήθειας, προσδιορίζονται με την πρόσκληση υποβολής προσφορών.
44 Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υποθέσεως, η Επιτροπή δημοσίευσε πρόσκληση υποβολής προσφορών εν όψει της πραγματοποιήσεως δράσεως επισιτιστικής βοήθειας προς τη Βόρεια Κορέα, η οποία συνίστατο στην προμήθεια ορισμένης ποσότητας λιπασμάτων. Η εν λόγω προμήθεια ανατέθηκε, κατόπιν υποβολής προσφοράς της, στην προσφεύγουσα, η οποία δέχθηκε να φέρει εις πέρας υπό τις συνθήκες που ορίστηκαν στην πρόσκληση υποβολής προσφορών και στον κανονισμό 2519/97.
45 Έτσι, κατόπιν της προσκλήσεως της Επιτροπής για υποβολή προσφορών και της αναδοχής του έργου τής εν λόγω προμήθειας από την προσφεύγουσα, οι διατάξεις του κανονισμού 2519/97 και οι όροι της προσκλήσεως υποβολής προσφορών κατέστησαν οι ρήτρες μιας συμβάσεως προμήθειας που συνέδεε τους δύο διαδίκους της επίδικης διαφοράς.
46 Επιπλέον, η συμβατική φύση των σχέσεων μεταξύ των μερών προκύπτει και από το άρθρο 24 του κανονισμού 2519/97, το οποίο αναγνωρίζει αποκλειστική δικαιοδοσία επί όλων των διαφορών που αφορούν την εκτέλεση, τη μη εκτέλεση ή την ερμηνεία των διαδικασιών των προμηθειών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό. Η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρείται ως ρήτρα διαιτησίας κατά την έννοια του άρθρου 238 ΕΚ (απόφαση του Πρωτοδικείου, της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, T‑26/00, Lecureur κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑2623, σκέψη 39).
47 Πέραν αυτού, η επίδικη διαφορά έχει συμβατικό χαρακτήρα, στον βαθμό που η επίδικη κατάσχεση πραγματοποιήθηκε, όπως άλλωστε αναγνωρίζει η προσφεύγουσα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22, παράγραφος 4, του κανονισμού 2519/97, το οποίο αποτελεί μέρος των ρητρών της συμβάσεως που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των μερών.
48 Πράγματι, η προσβαλλομένη πράξη περί κατασχέσεως ποσού 346 221,20 ευρώ αποτελεί την κύρωση για τη μη εκτέλεση μιας από τις συμβατικές υποχρεώσεις της προσφεύγουσας και, ειδικότερα, της καθυστερήσεως παραδόσεως του προς προμήθευση προϊόντος.
49 Συναφώς, έχει κριθεί ότι η πράξη με την οποία η Επιτροπή αρνείται να καταβάλει το σύνολο του αντιτίμου της μεταφοράς που απαιτεί η προσφεύγουσα συνιστά πράξη συμβατικής φύσεως λόγω του ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος υποχρεώσεως που υπέχει η Επιτροπή, ήτοι της υποχρεώσεως καταβολής στον μεταφορέα του αντιτίμου των διενεργηθεισών πράξεων μεταφοράς (διάταξη Mutual Aid Administration Services κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 30 ανωτέρω, σκέψη 49).
50 Ομοίως, κρίνεται στην επίδικη υπόθεση ότι η προσβαλλομένη πράξη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμβατικής σχέσεως που συνδέει τα μέρη στην κρινομένη διαφορά και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις πράξεις του άρθρου 249 ΕΚ που μπορούν να προσβληθούν με προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ.
51 Επιβάλλεται, βεβαίως, η διαπίστωση ότι, παρά τη συμβατική φύση της παρούσας διαφοράς και της προσβαλλομένης πράξεως, η προσφεύγουσα δεν άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου αγωγή δυνάμει του άρθρου 238 ΕΚ, αλλά προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ.
52 Πράγματι, η προσφεύγουσα χαρακτηρίζει το δικόγραφό της προσφυγή ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ και ζητεί να κηρύξει το Πρωτοδικείο παράνομη την προσβαλλομένη πράξη με την οποία η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα για την κατάσχεση του επίδικου ποσού λόγω της καθυστερήσεως παραδόσεως του εμπορεύματος και να ακυρώσει, επομένως, την εν λόγω πράξη.
53 Εντούτοις, όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω, πράξεις όπως οι επίμαχες στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες εντάσσονται σε αμιγώς συμβατικό πλαίσιο του οποίου αποτελούν αναπόσπαστο μέρος, δεν συγκαταλέγονται, ως εκ της φύσεώς τους, στις πράξεις που αφορά το άρθρο 249 ΕΚ, των οποίων η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί από τα κοινοτικά δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 230 ΕΚ.
54 Βεβαίως, το Πρωτοδικείο, σε περιπτώσεις που επελήφθη προσφυγής ακυρώσεως, ενώ η διαφορά ήταν στην πραγματικότητα συμβατικής φύσεως, δέχθηκε να προβεί σε εκ νέου χαρακτηρισμό της προσφυγής (απόφαση Lecureur κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα στη σκέψη 46 ανωτέρω, σκέψη 38). Εντούτοις, στην υπό κρίση περίπτωση, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι δεν πρέπει να προβεί σε εκ νέου χαρακτηρισμό. Αφενός, όπως προκύπτει από τη σκέψη 9 του υπομνήματος απαντήσεως, η προσφεύγουσα αρνήθηκε ρητώς να ασκήσει καταψηφιστική αγωγή δυνάμει του άρθρου 238 ΕΚ. Πράγματι, υποστήριξε ότι δεν ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, αν εκδοθεί απόφαση που να δέχεται τα αιτήματά της ακυρώσεως, η Επιτροπή θα υποχρεωθεί ούτως ή άλλως να της καταβάλει το ποσό που ζητεί, συμμορφούμενη προς την απόφαση αυτή.
55 Ωστόσο, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι η επιλογή που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα για τους δικούς τους λόγους δεν μπορεί να μεταβάλει τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως που προβλέπονται από τη Συνθήκη.
56 Αφετέρου, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η προσφεύγουσα επικαλέστηκε στο σημείο 10 του υπομνήματός της απαντήσεως το άρθρο 24 του κανονισμού 2519/97 και τη ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε αυτό, προκειμένου να στηρίξει το παραδεκτό της κρινομένης προσφυγής ακυρώσεως.
57 Εντούτοις, με την απάντησή της στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου, η προσφεύγουσα δήλωσε ρητώς, στο σημείο 5, ότι η προσφυγή ακυρώσεως αποτελούσε στην προκειμένη περίπτωση το μόνο κατάλληλο ένδικο βοήθημα, υποστηρίζοντας και πάλι ότι δεν ήταν αναγκαία η άσκηση καταψηφιστικής αγωγής βάσει του άρθρου 238 ΕΚ. Στο σημείο 2 της απαντήσεώς της στη γραπτή ερώτηση που της απηύθυνε το Πρωτοδικείο, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι το άρθρο 24 του κανονισμού 2519/97 δεν εισάγει περιορισμό των ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπει η Συνθήκη και, ειδικότερα, ότι δεν εμποδίζει την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως.
58 Στα σημεία 4 έως 8 της απαντήσεώς της στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου, η προσφεύγουσα προσέθεσε ότι, σε αντίθεση με τις υποθέσεις που οδήγησαν στην έκδοση των διατάξεων Mutual Aid Administration Services κατά Επιτροπής και Innova κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσες στη σκέψη 30 ανωτέρω, στις οποίες, πέραν του ότι δεν υπήρχε ρήτρα διαιτησίας, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις είχαν εκδοθεί αποκλειστικώς δυνάμει της συμβάσεως που συνέδεε τους διαδίκους, η εδώ προσβαλλομένη πράξη εκδόθηκε βάσει του παραγώγου κοινοτικού δικαίου. Για τον λόγο αυτόν, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι το άρθρο 230 ΕΚ αποτελεί το ένδικο βοήθημα που προέκριναν οι συντάκτες της Συνθήκης για τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων, όπως η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, η συμβατική φύση της παρούσας διαφοράς δεν μπορεί να αγνοηθεί εκ μόνου του λόγου ότι η προσβαλλομένη πράξη εκδόθηκε βάσει κανονισμού και όχι δυνάμει της συμβάσεως. Επιβάλλεται δε η υπόμνηση ότι το περιεχόμενο του κανονισμού 2519/97 αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, μέρος των συμβατικών ρητρών που δεσμεύουν τους διαδίκους της παρούσας δίκης.
59 Τέλος, στο πλαίσιο της απαντήσεώς της στη γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου, η προσφεύγουσα υπέβαλε και ένα επικουρικό αίτημα, ζητώντας να υποχρεωθεί η Επιτροπή στην καταβολή του ποσού των 346 221,20 ευρώ. Πάντως, με την ίδια αυτή απάντηση, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω (βλ. σκέψεις 57 και 58), η προσφεύγουσα επέμεινε επίσης ρητώς στην άποψή της περί του χαρακτήρα του δικογράφου της ως προσφυγής ακυρώσεως του άρθρου 230 ΕΚ. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Πρωτοδικείο δεν είναι σε θέση να προβεί σε εκ νέου χαρακτηρισμό, κατά την έννοια της νομολογίας που προπαρατέθηκε ανωτέρω, στη σκέψη 54, του αιτήματος ακυρώσεως της προσφεύγουσας, με το οποίο καθόρισε στο δικόγραφό της το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς έναντι της Επιτροπής και του Πρωτοδικείου.
60 Πράγματι, το επικουρικό αίτημα που υπέβαλε η προσφεύγουσα με την απάντησή της στην ερώτηση του Πρωτοδικείου, να υποχρεωθεί η Επιτροπή στην καταβολή του ποσού των 346 221,20 ευρώ, αποτελεί νέο αίτημα που σκοπό έχει τη διεύρυνση του αντικειμένου της δίκης που καθορίστηκε με το δικόγραφο της προσφυγής και, ως εκ τούτου, έρχεται σε αντίθεση με τις επιταγές των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 44, παράγραφος 1, και 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως απαράδεκτο (βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2001, T‑3/99, Banatrading κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. II‑2123, σκέψη 29, και της 11ης Ιανουαρίου 2002, T‑210/00, Biret & Cie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2002, σ. II‑47, σκέψη 49, και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
61 Εντούτοις, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η προσβαλλομένη πράξη πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη που μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, η προσφυγή αυτή θα έπρεπε και σε αυτή την περίπτωση να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Πράγματι, η προσβαλλομένη πράξη είναι απλώς επιβεβαιωτική της απορρίψεως από την Επιτροπή της αιτήσεως της προσφεύγουσας, στις 21 Δεκεμβρίου 2001, κατά της οποίας η προσφεύγουσα εξέφρασε τη διαμαρτυρία της στις 22 Μαρτίου 2002 και στις 25 Οκτωβρίου 2002, η οποία απορρίφθηκε εκ νέου από την Επιτροπή στις 16 Σεπτεμβρίου 2003 και 23 Μαΐου 2003 (βλ. ανωτέρω, σκέψεις 16 έως 21).
62 Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, μια απόφαση αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως δεν μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή, με αποτέλεσμα προσφυγή που ασκείται κατά μιας τέτοιας αποφάσεως να είναι απαράδεκτη (βλ. αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής, Συλλογή 1977, σ. 1875, σκέψη 4, και της 5ης Μαΐου 1998, C‑180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑2265, σκέψεις 27 και 28, διάταξη του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουνίου 1998, T‑116/95, Cementir κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑2261, σκέψη 19, και την προπαρατεθείσα νομολογία).
63 Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη πράξη, καθ’ ό μέρος αρνείται την καταβολή στην προσφεύγουσα του ποσού των 346 221,20 ευρώ που αφαιρέθηκαν από το συνολικό ποσό που ζήτησε η προσφεύγουσα, δεν μεταβάλλει τη θέση της Επιτροπής που περιέχεται στην τηλεομοιοτυπία της 21ης Δεκεμβρίου 2001. Πράγματι, η προσβαλλομένη πράξη επιβεβαιώνει απλώς την εν λόγω τηλεομοιοτυπία της 21ης Δεκεμβρίου 2001. Ως εκ τούτου, η κρινομένη προσφυγή είναι, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτη.
64 Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινομένη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
65 Εξάλλου, τίποτε δεν εμποδίζει την προσφεύγουσα να ασκήσει ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή βάσει του άρθρου 238 ΕΚ, με την επιφύλαξη του νόμω βασίμου μιας τέτοιας προσφυγής.
Επί των δικαστικών εξόδων
66 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 9 Ιουνίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
M. Jaeger
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy