Υπόθεση T-289/03
British United Provident Association Ltd (BUPA) κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Παρέμβαση — Εμπιστευτικότητα»
Διάταξη του προέδρου του τρίτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 4ης Μαρτίου 2005
Περίληψη της διατάξεως
1. Διαδικασία — Παρέμβαση — Κοινοποίηση των εγγράφων διαδικασίας στους παρεμβαίνοντες — Παρέκκλιση — Εμπιστευτική μεταχείριση — Προϋποθέσεις — Αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως — Αιτιολογία — Εξέταση από τον πρόεδρο — Εξακρίβωση του απόρρητου ή εμπιστευτικού χαρακτήρα — Στάθμιση των συμφερόντων
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 116 § 2· οδηγίες προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου, άρθρο 5 § 4, εδ. 1)
2. Διαδικασία — Παρέμβαση — Κοινοποίηση των εγγράφων διαδικασίας στους παρεμβαίνοντες — Παρέκκλιση — Εμπιστευτική μεταχείριση — Πληροφορίες παρασχεθείσες από ασφαλιστή σε δημόσια αρχή στην οποία ο εθνικός νομοθέτης έχει αναθέσει ορισμένες εξουσίες εποπτείας και εφαρμογής των εθνικών διατάξεων που διέπουν την ιδιωτική ασφάλιση υγείας και η οποία υποχρεούται να διαβιβάζει σχετική έκθεση στην κυβέρνηση — Πληροφορίες μη δυνάμενες να θεωρηθούν εμπιστευτικές ως προς το οικείο κράτος μέλος
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 116 § 2)
3. Διαδικασία — Παρέμβαση — Κοινοποίηση των εγγράφων διαδικασίας στους παρεμβαίνοντες — Παρέκκλιση — Εμπιστευτική μεταχείριση — Αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως ως προς κράτος μέλος με αιτιολογία την ύπαρξη κινδύνου γνωστοποιήσεως από το κράτος αυτό σε άλλο παρεμβαίνοντα, ο οποίος υπόκειται στον έλεγχό του, πληροφοριών των οποίων ο εμπιστευτικός χαρακτήρας δεν αμφισβητήθηκε από τον εν λόγω παρεμβαίνοντα — Μη αποδεδειγμένος κίνδυνος από πλευράς του ανεπίτρεπτου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής εκ μέρους του κράτους μέλους
(Άρθρο 10 EΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 116 § 2)
4. Διαδικασία — Παρέμβαση — Κοινοποίηση των εγγράφων διαδικασίας στους παρεμβαίνοντες — Παρέκκλιση — Εμπιστευτική μεταχείριση — Αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πληροφοριών που έχουν ήδη ευρέως γνωστοποιηθεί διά των μέσων μαζικής ενημερώσεως, ιδίως κατόπιν παροτρύνσεως της ίδιας της προσφεύγουσας — Απορρίπτεται
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 116 § 2)
5. Διαδικασία — Παρέμβαση — Κοινοποίηση των εγγράφων διαδικασίας στους παρεμβαίνοντες — Παρέκκλιση — Εμπιστευτική μεταχείριση — Αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως στοιχείων μη δυνάμενων να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε συγκεκριμένες, οικονομικής φύσεως, πληροφορίες ικανές να βλάψουν τα εμπορικά συμφέροντα των προσφευγουσών — Απορρίπτεται
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 116 § 2)
1. Το άρθρο 116, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου θέτει την αρχή ότι κάθε έγγραφο της διαδικασίας το περιεχόμενο του οποίου ανακοινώνεται στους κύριους διαδίκους πρέπει να κοινοποιείται στους παρεμβαίνοντες. Συνεπώς, μόνον κατά παρέκκλιση είναι δυνατόν, βάσει της δεύτερης περιόδου της διατάξεως αυτής, να χαρακτηριστούν ως εμπιστευτικά ορισμένα έγγραφα της δικογραφίας και, ως εκ τούτου, να εξαιρεθούν τα εν λόγω έγγραφα από την υποχρέωση κοινοποιήσεως στους παρεμβαίνοντες.
Για να εκτιμηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η εν λόγω παρέκκλιση, πρέπει να σταθμιστούν, για κάθε έγγραφο ή απόσπασμα εγγράφου της διαδικασίας για το οποίο ζητείται εμπιστευτική μεταχείριση, η θεμιτή επιδίωξη της προσφεύγουσας να αποτρέψει το ενδεχόμενο να θιγούν σοβαρά τα εμπορικά συμφέροντά της και η επίσης θεμιτή επιδίωξη των παρεμβαινόντων να αποκτήσουν τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να μπορέσουν να προβάλουν τα δικαιώματά τους και να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Πρέπει εν γένει να γίνεται δεκτή η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως στοιχείων που περιλαμβάνουν επιχειρηματικά απόρρητα. Επίσης, παρέκκλιση από την αρχή που θέτει το άρθρο 116, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας χωρεί μόνον αφού εξεταστεί αν κάθε έγγραφο της δικογραφίας για το οποίο υποβλήθηκε δεόντως αιτιολογημένη αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως είναι όντως εμπιστευτικό. Ακριβώς για να καταστεί εφικτός ο έλεγχος αυτός, το άρθρο 5, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι η αίτηση με την οποία διάδικος ζητεί να διαταχθεί η εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων στοιχείων της δικογραφίας πρέπει να διευκρινίζει τα στοιχεία ή τα αποσπάσματά τους που θεωρούνται εμπιστευτικά και να αιτιολογεί τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους.
Συνεπώς, ο πρόεδρος που καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει, καταρχάς, να εξετάσει αν τα στοιχεία για τα οποία ζητείται εμπιστευτική μεταχείριση μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιχειρηματικά απόρρητα ή ως εμπιστευτικές πληροφορίες έναντι του παρεμβαίνοντος που βάλλει κατά του αποκλεισμού της προσβάσεώς του σε ορισμένα στοιχεία της δικογραφίας. Μόνο σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως πρέπει να σταθμίσει τα θεμιτά συμφέροντα των διαδίκων σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές.
(βλ. σκέψεις 22-26)
2. Δεν μπορούν να θεωρηθούν εμπιστευτικές έναντι κράτους μέλους που παρεμβαίνει σε διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου οι πληροφορίες που αφορούν τις ενδεχόμενες συνέπειες για τον προσφεύγοντα της εφαρμογής ενός συστήματος εξισορροπήσεως των κινδύνων στην εθνική αγορά ασφάλισης υγείας, τις οποίες παρέσχε επί τούτου ο έτερος διάδικος, ο οποίος δραστηριοποιείται στην εν λόγω αγορά, σε δημόσια αρχή αυτού του κράτους μέλους στην οποία ο εθνικός νομοθέτης έχει αναθέσει ορισμένες εξουσίες εποπτείας και εφαρμογής των εθνικών διατάξεων που διέπουν την ιδιωτική ασφάλιση υγείας καθώς και τον ρόλο του συμβούλου της κυβερνήσεως στον τομέα αυτό και η οποία υποχρεούται να συγκεντρώνει, να αξιολογεί και να ανακοινώνει στον αρμόδιο υπουργό όλα τα ουσιώδη πραγματικά στοιχεία σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς ιδιωτικής ασφαλίσεως υγείας, προκειμένου να μπορεί να εκτιμηθεί η σκοπιμότητα της καθιερώσεως του εν λόγω συστήματος εξισορροπήσεως των κινδύνων.
(βλ. σκέψεις 28-29)
3. Το ότι ένα κράτος μέλος και ένας οργανισμός που υπόκειται, υπό διάφορες μορφές, στον έλεγχό του είναι δυνατόν να έχουν εν γένει συγκλίνουσες απόψεις επί συγκεκριμένου ζητήματος δεν σημαίνει ότι οι παρεμβάσεις τους στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου συγκλίνουν κατ’ ανάγκη, ούτε ότι μπορούν να ανταλλάξουν μεταξύ τους, προς τούτο, οποιαδήποτε πληροφορία, έστω και εμπιστευτική, αφορώσα την υπό κρίση υπόθεση, ούτε ότι ο οργανισμός ο οποίος δεν αμφισβήτησε τον εμπιστευτικό χαρακτήρα κοινοποιηθεισών στο κράτος μέλος πληροφοριών απέκτησε, ως εκ τούτου, πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες από το κράτος μέλος.
Ο κίνδυνος της κοινοποιήσεως των πληροφοριών αυτών δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτός για να προσδώσει εμπιστευτικό χαρακτήρα στις εν λόγω πληροφορίες έναντι του κράτους μέλους, κατά μείζονα λόγο διότι το ενδεχόμενο ανταλλαγής μεταξύ των παρεμβαινόντων ορισμένων πληροφοριών που, κατόπιν αντιρρήσεων των αντιδίκων τους, τους κοινοποιήθηκαν από το Πρωτοδικείο ατομικώς και με μοναδικό σκοπό την προάσπιση των θεμιτών συμφερόντων τους στο πλαίσιο της διαδικασίας είναι, εν πάση περιπτώσει, ανεπίτρεπτο και συνιστά σοβαρή παράβαση των επιταγών περί ορθής απονομής δικαιοσύνης, καθώς και, στο μέτρο που εμπλέκεται κράτος μέλος, του καθήκοντος θεμιτών ενεργειών που προβλέπει το άρθρο 10 EΚ.
(βλ. σκέψεις 31-32)
4. Οι αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, έναντι παρεμβαινόντων, πληροφοριών οι οποίες έχουν ήδη ευρέως μεταδοθεί διά των μέσων μαζικής ενημερώσεως είναι απορριπτέες, καθόσον έχουν απολέσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους και, ως εκ τούτου, δεν χρήζουν πια ειδικής προστασίας εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
(βλ. σκέψεις 34-35)
5. Εφόσον δεν αποδείχθηκε με πειστικό τρόπο πώς, βάσει των εν λόγω συγκεντρωτικών στοιχείων και, επιπλέον, βάσει ορισμένου βαθμού παλαιότητας των εν λόγω στοιχείων, θα μπορούσε ένας τρίτος να αντλήσει συγκεκριμένες πληροφορίες βλαπτικές για τα εμπορικά συμφέροντα των προσφευγουσών όσον αφορά τον κύκλο εργασιών, τη λογιστική κατάσταση και, τελικώς, τη σημερινή αποδοτικότητά τους, δεν πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημά τους περί αποκλεισμού των στοιχείων αυτών από τα έγγραφα που πρέπει να κοινοποιηθούν στους παρεμβαίνοντες.
(βλ. σκέψη 38)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 4ης Μαρτίου 2005 (*)
«Παρέμβαση – Εμπιστευτικότητα»
Στην υπόθεση T-289/03,
British United Provident Association Ltd (BUPA), με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο),
BUPA Insurance Ltd, με έδρα το Λονδίνο,
BUPA Ireland Ltd, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία),
εκπροσωπούμενες από τους N. Green, QC, K. Bacon και J. Burke, barristers, και τον B. Amory, δικηγόρο,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τον J. Flett και στη συνέχεια από τον N. Khan, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζόμενης από
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τον N. Bel,
την Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη από τον D. O’Hagan, επικουρούμενο από τους G. Hogan, SC, και E. Regan, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
τον Voluntary Health Insurance Board, με έδρα το Δουβλίνο, εκπροσωπούμενος από τους D. Collins, G.FitzGerald και D. Clarke, solicitors,
παρεμβαίνοντες,
με αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως C (2003) 1322 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 2003, σχετικά με σύστημα εξισορροπήσεως των κινδύνων στην ιρλανδική αγορά ασφαλειών υγείας (κρατική ενίσχυση N 46/2003-Ιρλανδία),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την παρούσα
Διάταξη
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 20 Αυγούστου 2003, οι προσφεύγουσες άσκησαν προσφυγή με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της αποφάσεως C (2003) 1322 τελικό της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 2003, σχετικά με σύστημα εξισορροπήσεως των κινδύνων στην ιρλανδική αγορά ασφαλειών υγείας («Risk equalisation scheme», στο εξής: RES), η οποία εφαρμόστηκε στην ιρλανδική αγορά ασφαλειών υγείας (κρατική ενίσχυση N 46/2003- Ιρλανδία).
2 Με το δικόγραφο αυτό, η Επιτροπή γνωστοποίησε την απόφασή της να μην αντιταχθεί στην εφαρμογή του RES, καθόσον έκρινε ότι το εν λόγω σύστημα δεν περιείχε στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το εν λόγω σύστημα προέβλεπε, κατ’ ουσίαν, ένα μηχανισμό οιονεί φορολογήσεως αποβλέποντα στην εναρμόνιση του βαθμού κινδύνου που διατρέχουν οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην αγορά συμπληρωματικής ασφάλειας υγείας, η οποία έχει ελευθερωθεί στην Ιρλανδία από τις αρχές της δεκαετίας του ’90.
3 Με αιτήσεις που περιήλθαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Νοεμβρίου 2003, στις 12 Δεκεμβρίου 2003 και στις 17 Δεκεμβρίου 2003, αντιστοίχως, η Ιρλανδία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και ο Voluntary Health Insurance Board (Οργανισμός ιδιωτικών ασφαλειών υγείας, στο εξής: VHI) ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία υπέρ της καθής. Οι αιτήσεις παρεμβάσεως κοινοποιήθηκαν στις προσφεύγουσες και στην καθής.
4 Με έγγραφα της 4ης Δεκεμβρίου 2003 και της 22ας Ιανουαρίου 2004, η καθής ανακοίνωσε ότι δεν επρόκειτο να υποβάλει παρατηρήσεις επί της αιτήσεως παρεμβάσεως της Ιρλανδίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ούτε σχετική αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως. Με έγγραφο της 7ης Ιανουαρίου 2004, η καθής επισήμανε στο Πρωτοδικείο ότι, κατά την εκτίμησή της, έπρεπε να γίνει δεκτή η αίτηση παρεμβάσεως του VHI και ότι δεν έπρεπε να απαγορευθεί στο εν λόγω συμβούλιο η πρόσβαση σε κάποιο από τα στοιχεία του εν λόγω φακέλου.
5 Με έγγραφα της 5ης Ιανουαρίου 2004 και της 22ας Ιανουαρίου 2004, οι προσφεύγουσες επισήμαναν ότι δεν είχαν παρατηρήσεις επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της Ιρλανδίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών. Με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 2004, οι προσφεύγουσες ζήτησαν, ωστόσο, την απόρριψη της αιτήσεως παρεμβάσεως του VHI.
6 Με τρεις αιτήσεις οι οποίες περιήλθαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 5 Ιανουαρίου 2004, στις 22 Ιανουαρίου 2004 και στις 3 Φεβρουαρίου 2004, αντιστοίχως, και των οποίων το περιεχόμενο κατ’ ουσίαν συμπίπτει, οι προσφεύγουσες ζήτησαν, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, την εμπιστευτική μεταχείριση, έναντι των τριών παρεμβαινόντων, ορισμένων στοιχείων που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων του.
7 Με διατάξεις της 3ης Φεβρουαρίου 2004 και της 2ας Απριλίου 2004 (διάταξη του προέδρου του τρίτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 2ας Απριλίου 2004, T-289/03, BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή), ο πρόεδρος του τρίτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε, αφενός, στην Ιρλανδία και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και, αφετέρου, στον VHI να παρέμβουν στην παρούσα διαδικασία υπέρ της καθής. Επίσης, ο πρόεδρος διέταξε να ταχθεί προθεσμία στους παρεμβαίνοντες προκειμένου να υποβάλουν τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους επί των αιτήσεων εμπιστευτικής μεταχειρίσεως και επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί του βασίμου της προσφυγής (σημείο 3 του διατακτικού των διατάξεων).
8 Με έγγραφα της 5ης Απριλίου 2004, ο Γραμματέας του Πρωτοδικείου κοινοποίησε, μεταξύ άλλων, στους παρεμβαίνοντες τα μη εμπιστευτικά αποσπάσματα του δικογράφου της προσφυγής και των παραρτημάτων του και τους κάλεσε να υποβάλουν, μέχρι τις 28 Απριλίου 2004, τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους επί των αιτήσεων εμπιστευτικής μεταχειρίσεως των στοιχείων στα οποία είχε προσωρινώς απαγορευθεί η πρόσβαση.
9 Με έγγραφο της 27ης Απριλίου 2004, ο VHI ενημέρωσε το Πρωτοδικείο, όσον αφορά την αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες έναντι αυτού, ότι δεν προέβαλε αντίρρηση ως προς την απαγόρευση της προσβάσεως στα επίμαχα στοιχεία. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν απάντησε στο από 5 Απριλίου 2004 έγγραφο του Πρωτοδικείου.
10 Με έγγραφο της 28ης Απριλίου 2004, η Ιρλανδία προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες και ζήτησε από το Πρωτοδικείο να της κοινοποιήσει όλα τα έγγραφα της διαδικασίας.
Επί των αιτήσεων εμπιστευτικής μεταχειρίσεως
11 Ο VHI και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών αρνήθηκαν, είτε ρητώς είτε σιωπηρώς, να αμφισβητήσουν την απαγόρευση της προσβάσεως σε ορισμένα στοιχεία του φακέλου. Κατά συνέπεια, παρέλκει η απόφανση επί του βασίμου των αιτήσεων εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλαν σχετικώς οι προσφεύγουσες. Συνεπώς, η παρούσα διάταξη θα περιοριστεί στην εξέταση της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υποβλήθηκε έναντι της Ιρλανδίας.
12 Οι προσφεύγουσες ζητούν την εμπιστευτική έναντι της Ιρλανδίας μεταχείριση ορισμένων αποσπασμάτων του δικογράφου της προσφυγής τους καθώς και των παραρτημάτων του, τα οποία, όπως υποστηρίζουν, περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και ευαίσθητα επιχειρηματικά απόρρητα στοιχεία, ιδίως όσον αφορά τον μοναδικό ανταγωνιστή τους, τον VHI. Υποστηρίζουν ότι πρέπει να απαγορευθεί στην Ιρλανδία η πρόσβαση στα αποσπάσματα αυτά, διότι περιλαμβάνουν :
– λεπτομέρειες των απόρρητων συζητήσεων με τη Health Insurance Authority (στο εξής: HIA), την ιρλανδική αρχή στην οποία, κατά τα Health Insurance Acts 1994-2003, έχουν ανατεθεί καθήκοντα εποπτείας και εφαρμογής ρυθμίσεων της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, καθώς και γνωμοδοτικές αρμοδιότητες στο πλαίσιο της εφαρμογής των εθνικών κανόνων που διέπουν τις ιδιωτικές ασφάλειες υγείας·
– στοιχεία βασιζόμενα στην εκτίμηση των πιθανών επιβαρύνσεων που συνεπάγεται για την BUPA Ireland Ltd η εφαρμογή του RES, σε σχέση με τα κέρδη που αποφέρουν οι εργασίες της στην Ιρλανδία·
– πληροφορίες που αποκαλύπτουν το ενδεχόμενο η BUPA Ireland να εγκαταλείψει την ιρλανδική αγορά καθώς και την εμπορική στρατηγική που ενδεχομένως θα ακολουθήσει κατόπιν της εφαρμογής του RES.
13 Κατά τις προσφεύγουσες, πρόκειται, συγκεκριμένα, για τα ακόλουθα αποσπάσματα:
– ολόκληρο το σημείο 11 του δικογράφου της προσφυγής (σ. 6 έως 7)·
– την τελευταία περίοδο του πρώτου σημείου της περιλήψεως του δικογράφου της προσφυγής (σ. 58)·
– την τελευταία περίοδο του σημείου 150 του δικογράφου της (σ. 44)·
– το απόσπασμα του σημείου 94 που αρχίζει με τη φράση «Προς τούτο» και τελειώνει με τη φράση «κόστος των αιτήσεων επιστροφής» και τα σημεία 95 και 96 της μαρτυρίας του Martin O’Rourke, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 22 του δικογράφου της προσφυγής (σ. 1392 και 1393)·
– την τελευταία περίοδο της προαναφερθείσας μαρτυρίας του O’Rourke (σ. 1394)·
– την πρώτη περίπτωση της ενότητας 4.5 της εκθέσεως της Nera Economic Consulting (στο εξής: έκθεση NERA) η οποία αρχίζει με τη φράση «Ο αντίκτυπος στην BUPA» και τελειώνει με τη φράση «κατέχων μονοπώλιο προμηθευτής», που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 23 του δικογράφου της προσφυγής (σ. 1425)·
– την τελευταία περίοδο της δεύτερης περιπτώσεως της ενότητας 4.5 της εκθέσεως NERA που αρχίζει με τη φράση «Όπως η BUPA» και τελειώνει με τη φράση «την ιρλανδική αγορά» (σ. 1425)·
– την τελευταία περίοδο της ενότητας 4.6 της εκθέσεως NERA που αρχίζει με τη φράση «Κατά τις συνεδριάσεις» και τελειώνει με τη φράση «κόστος των αιτήσεων επιστροφής ασφαλίστρων» (σ. 1427)·
– το τμήμα της ενότητας 5.2 της εκθέσεως NERA που αρχίζει με τη φάση «Οι αλλοδαποί προμηθευτές» και τελειώνει με τη φράση «ουσιαστικός ανταγωνιστής της VHB», το οποίο αποτελεί απόσπασμα της μαρτυρίας του O’Rourke (σ . 1430).
14 Επίσης, οι προσφεύγουσες ζητούν να χαρακτηριστούν ως απόρρητοι οι πίνακες 2.1 και 2.2 της εκθέσεως NERA (σ. 1404), διότι περιέχουν λεπτομέρειες σχετικά με τα έσοδα της BUPA Ireland και τη συχνότητα υποβολής πρόωρων αιτήσεων επιστροφής ασφαλίστρων.
15 Η Ιρλανδία αμφισβητεί ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα προαναφερθέντα έγγραφα έχουν, κατά το κύριο μέρος τους, ευαίσθητο ή εμπιστευτικό χαρακτήρα από εμπορικής απόψεως. Υποστηρίζει, εξάλλου, ότι η πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητη για να μπορέσει η ίδια να στηρίξει την άποψή της επί των βασικών ζητημάτων που εγείρει η υπό κρίση διαφορά και να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών.
16 Πρώτον, όσον αφορά την «πιθανή» εμπορική στρατηγική που θα ακολουθήσει η BUPA Ireland κατόπιν της εφαρμογής του RES, η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι η στρατηγική αυτή, η οποία είναι αμφιβόλου αποτελέσματος και εξαρτάται από μεταγενέστερη απόφαση της BUPA Ireland, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμπιστευτικό στοιχείο. Επίσης, οι προσφεύγουσες δεν υπέβαλαν αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως όσον αφορά το υπόμνημα αντικρούσεως, το οποίο αναφερόταν, με το σημείο του 16, σε μια σχετική με το ζήτημα τοποθέτηση. Τέλος, ο αντίκτυπος του RES στις δραστηριότητες των προσφευγουσών είχε ήδη ευρέως επισημανθεί, κατόπιν των πολιτικών δηλώσεων στις οποίες προέβησαν οι προσφεύγουσες, αυτές καθαυτές, μέσω των ιρλανδικών μέσων μαζικής ενημερώσεως, και ειδικότερα με τα άρθρα στην IrishIndependent, της 24ης Ιουνίου 2002, και στην IrishMedicalNews, της 29ης Οκτωβρίου 2002, καθώς και με το ανακοινωθέν Τύπου της BUPA Ireland, της 30ής Ιουνίου 2003, που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της εταιρίας στο Διαδίκτυο.
17 Δεύτερον, όσον αφορά το φερόμενο απόρρητο των κερδών της BUPA Ireland, η Ιρλανδία υποστηρίζει ότι ορισμένα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τα οικονομικά αποτελέσματα της εν λόγω εταιρίας είχαν ήδη γνωστοποιηθεί με την κοινοποίηση στους παρεμβαίνοντες του σημείου 16 του υπομνήματος αντικρούσεως της καθής, κοινοποίηση στην οποία δεν αντιτάχθηκαν οι προσφεύγουσες. Η Ιρλανδία υποστηρίζει, εξάλλου, ότι, εν πάση περιπτώσει, η απλή γνωστοποίηση του κύκλου εργασιών της BUPA Ireland, ελλείψει πληροφοριών σχετικών με τα βάρη της, συμπεριλαμβανομένων των ζημιών και των διοικητικών δαπανών, δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, δεδομένου ότι η αποδοτικότητα της BUPA Ireland και, περαιτέρω, το ιστορικό των ζημιών αποτελούν ουσιώδη ζητήματα στην παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά, ειδικότερα, το παράρτημα 23 του δικογράφου της προσφυγής (σ. 1404), ήτοι τους πίνακες 2.1 και 2.2 της εκθέσεως NERA, η Ιρλανδία εμμένει στην άποψη ότι τα κέρδη της BUPA Ireland έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στις ιρλανδικές αρχές.
18 Τρίτον, όσον αφορά τις εκτιμήσεις της BUPA Ireland σχετικά με το ενδεχόμενο εύρος των δεσμεύσεών της κατόπιν της εφαρμογής του RES, η Ιρλανδία επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις αυτές περιλαμβάνονται στην ιστοσελίδα (//whatsnew/papers) και δημοσιεύθηκαν σε άρθρο της SundayBusinessPost της 18ης Ιανουαρίου 2004. Εξάλλου, δεδομένου ότι η ουσία της παρούσας διαφοράς στρέφεται γύρω από ζητήματα όπως αυτό της αναλογικότητας του RES και των επιπτώσεών του στον ανταγωνισμό, είναι αναγκαίο για τους παρεμβαίνοντες να έχουν τουλάχιστον πρόσβαση σε περιορισμένες οικονομικές πληροφορίες σχετικά με την BUPA Ireland, όπως αυτές που περιλαμβάνει το δικόγραφο της προσφυγής.
19 Τέλος, όσον αφορά τις πληροφορίες που αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ της BUPA Ireland και της HIA, η Ιρλανδία επισημαίνει ότι οι πληροφορίες αυτές δημοσιοποιήθηκαν ήδη μέσω του Τύπου ή του υπομνήματος αντικρούσεως και, επομένως, δεν χρήζουν ειδικής προστασίας. Επίσης, η πρόσβαση στις σχετικές με τις συζητήσεις μεταξύ της BUPA Ireland και της HIA συζητήσεις δεν έχει καμία επίπτωση στη διαφάνεια των μελλοντικών συζητήσεων μεταξύ τους.
20 Η Ιρλανδία καταλήγει ότι οι πληροφορίες τις οποίες αφορά η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως θα έπρεπε να της κοινοποιηθούν στο σύνολό τους.
21 Το άρθρο 116, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει τα εξής:
«Αν ο πρόεδρος επιτρέψει την παρέμβαση, ανακοινώνονται στον παρεμβαίνοντα όλα τα έγγραφα της διαδικασίας που έχουν επιδοθεί στους διαδίκους. Ο πρόεδρος μπορεί όμως, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, να εξαιρέσει από την ανακοίνωση αυτή απόρρητα ή εμπιστευτικά στοιχεία» .
22 Το άρθρο 116, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας θέτει την αρχή ότι κάθε έγγραφο της διαδικασίας το περιεχόμενο του οποίου ανακοινώνεται στους κύριους διαδίκους πρέπει να κοινοποιείται στους παρεμβαίνοντες. Συνεπώς, μόνον κατά παρέκκλιση είναι δυνατόν, βάσει της δεύτερης περιόδου της διατάξεως αυτής, να χαρακτηριστούν ως εμπιστευτικά ορισμένα έγγραφα της διαδικασίας και, ως εκ τούτου, να εξαιρεθούν τα εν λόγω έγγραφα από την υποχρέωση κοινοποιήσεως στους παρεμβαίνοντες (διάταξη του Πρωτοδικείου της 4ης Απριλίου 1990, T-30/89, Hilti κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. II-163, αποσπασματική δημοσίευση, σκέψη 10).
23 Για να εκτιμηθούν οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η εν λόγω παρέκκλιση, πρέπει να σταθμιστούν, για κάθε έγγραφο ή απόσπασμα εγγράφου της διαδικασίας για το οποίο ζητείται εμπιστευτική μεταχείριση, η θεμιτή επιδίωξη της προσφεύγουσας να αποτρέψει το ενδεχόμενο να θιγούν σοβαρά τα εμπορικά συμφέροντά της και η επίσης θεμιτή επιδίωξη των παρεμβαινόντων να αποκτήσουν τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να μπορέσουν να προβάλουν τα δικαιώματά τους και να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον του Πρωτοδικείου (βλ., για παράδειγμα, προπαρατεθείσα διάταξη του Πρωτοδικείου Hilti κατά Επιτροπής, σκέψη 11· της 6ης Φεβρουαρίου 1995, T-66/94 , Auditel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II-239, σκέψη 31, και της 3ης Ιουνίου 1997, T-102/96, Gencor κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-879, σκέψη 12).
24 Επίσης, κατά πάγια νομολογία, πρέπει εν γένει να γίνεται δεκτή η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως στοιχείων που περιλαμβάνουν επιχειρηματικά απόρρητα (βλ., για παράδειγμα, διατάξεις του Πρωτοδικείου της 19ης Φεβρουαρίου 1993, T-7/93 R και T-9/93 R, Langnese-Iglo και Schöller Lebensmittel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-131, σκέψη 19, και της 21ης Ιουνίου 1999, T-74/97, Büchel & Co. Fahrzeugteilefabrik κατά Συμβουλίου, που δεν δημοσιεύθηκε στη Συλλογή, σκέψη 8).
25 Επίσης, παρέκκλιση από την αρχή που θέτει το άρθρο 116, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας χωρεί μόνον αφού εξεταστεί αν κάθε έγγραφο του φακέλου για το οποίο υποβλήθηκε προσηκόντως αιτιολογηθείσα αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως είναι όντως εμπιστευτικό. Ακριβώς για να καταστεί εφικτός ο έλεγχος αυτός, το άρθρο 5, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Πρωτοδικείου της 3ης Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 78, σ. 32, όπως τροποποιήθηκαν για τελευταία φορά στις 5 Ιουνίου 2002, ΕΕ L 160, σ. 1) προβλέπει ότι η αίτηση με την οποία διάδικος ζητεί να διαταχθεί η εμπιστευτική μεταχείριση ορισμένων στοιχείων της δικογραφίας πρέπει να διευκρινίζει τα στοιχεία ή τα αποσπάσματά τους που θεωρούνται εμπιστευτικά και να αιτιολογεί τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους (διάταξη του Πρωτοδικείου της 5ης Αυγούστου 2003, T-168/01, Glaxo Wellcome κατά Επιτροπής, που δεν δημοσιεύθηκε ακόμη στη Συλλογή 2003, σκέψεις 36 και 37).
26 Συνεπώς, επιβάλλεται, καταρχάς, να εξεταστεί αν τα στοιχεία για τα οποία ζητείται εμπιστευτική μεταχείριση μπορούν να χαρακτηρισθούν ως επιχειρηματικά απόρρητα ή ως εμπιστευτικές πληροφορίες έναντι της Ιρλανδίας. Μόνο σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως πρέπει να σταθμιστούν τα θεμιτά συμφέροντα των διαδίκων σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές.
Επί του φερόμενου εμπιστευτικού χαρακτήρα των συζητήσεων με την HIA και των στοιχείων που αφορούν την οικονομική δραστηριότητα της BUPA Ireland
27 Δεδομένου ότι οι συζητήσεις μεταξύ της BUPA Ireland και της HIA, όπως εκτέθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής και τα παραρτήματά του, αναφέρονται κυρίως στα σχετικά με την οικονομική δραστηριότητα της BUPA Ireland στοιχεία καθώς και στις επιπτώσεις της ενδεχόμενης εισαγωγής του RES στην εν λόγω δραστηριότητα, επιβάλλεται τα δύο αυτά σκέλη της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως να εξεταστούν από κοινού.
28 Όσον αφορά τον προβαλλόμενο εμπιστευτικό χαρακτήρα και τη φερόμενη ανάγκη εξασφαλίσεως της διαφάνειας των συζητήσεων μεταξύ της BUPA Ireland και της HIA, πρέπει να τονιστεί, καταρχάς, ότι η HIA είναι ιρλανδική αρχή ιδρυθείσα βάσει των Health Insurance Acts 1994-2003, στην οποία ο εθνικός νομοθέτης έχει παραχωρήσει ορισμένες εξουσίες εποπτείας και εφαρμογής των εθνικών διατάξεων που διέπουν την ιδιωτική ασφάλεια υγείας και της έχει αναθέσει τον ρόλο του συμβούλου της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως στον τομέα αυτό. Είναι επίσης γεγονός ότι, κατά την προαναφερθείσα εθνική νομοθεσία, η HIA διαθέτει ειδικές εξουσίες όσον αφορά την άσκηση και την εφαρμογή του RES. Αυτό περιλαμβάνει την υποχρέωση συγκεντρώσεως, αξιολογήσεως και ανακοινώσεως στον αρμόδιο υπουργό, υπό μορφήν εκθέσεως, όλων των ουσιωδών πραγματικών στοιχείων σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς ιδιωτικών ασφαλειών υγείας, προκειμένου ο αρμόδιος υπουργός να κρίνει αν η εφαρμογή του RES είναι σκόπιμη. Επίσης, όπως προκύπτει ιδίως από τα αποσπάσματα του δικογράφου της προσφυγής για τα οποία οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο εμπιστευτική μεταχείριση έναντι της Ιρλανδίας, η HIA στο πλαίσιο ακριβώς της ασκήσεως των εν λόγω κανονιστικών και διοικητικών καθηκόντων ήτοι της ενδεχόμενης εισαγωγής του RES, πραγματοποίησε επίσημες συνεδριάσεις με τη BUPA Ireland προκειμένου να συζητήσει τις επιπτώσεις της εφαρμογής του νέου συστήματος στην εν λόγω εταιρία.
29 Δεδομένου ότι η HIA, ως κρατική αρχή, είναι υπεύθυνη στην Ιρλανδία για την ορθή εκτέλεση της επίμαχης εθνικής νομοθεσίας, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ούτε η ύπαρξη, αυτή καθαυτή, επίσημων επαφών με την HIA, ούτε οι πληροφορίες που παρέσχε, στο πλαίσιο αυτό, η BUPA Ireland όσον αφορά τις συνέπειες που ενδεχομένως συνεπάγεται για την ίδια η εφαρμογή του RES δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εμπιστευτικά στοιχεία έναντι της Ιρλανδίας.
30 Εξάλλου, από την αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως έναντι της Ιρλανδίας, το περιεχόμενο της οποίας συμπίπτει σε μεγάλο βαθμό με αυτό των αιτήσεων που αφορούν τον VHI και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες αποβλέπουν στην προστασία του απορρήτου ορισμένων στοιχείων της δικογραφίας κυρίως έναντι του VHI, του μοναδικού ανταγωνιστή τους στην ιρλανδική αγορά ιδιωτικών ασφαλειών υγείας, και όχι της Ιρλανδίας, αυτής καθαυτής.
31 Όπως επισήμανε ο πρόεδρος του τρίτου πενταμελούς τμήματος με την προπαρατεθείσα στη σκέψη 7 διάταξή του BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής, είναι γεγονός ότι υφίστανται νομικοί δεσμοί μεταξύ του ιρλανδικού Δημοσίου και του VHI, στο μέτρο που, ειδικότερα, ο Υπουργός Υγείας της Ιρλανδίας ασκεί καθοριστική επιρροή στη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου της και μπορεί να του ζητήσει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τις δραστηριότητές της. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ευθυγραμμίσεως σε ορισμένο βαθμό της γενικής διαχειρίσεως του VHI με τις πολιτικές κατευθύνσεις που θέτει ο Ιρλανδός αρμόδιος υπουργός και, κατά συνέπεια, ορισμένου βαθμού σύγκλιση των γενικών απόψεων του VHI και της Ιρλανδίας. Ωστόσο, δεν συνάγεται από τη διαπίστωση αυτή το συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο των υποβληθεισών στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αιτήσεων παρεμβάσεως της Ιρλανδίας και του VHI οπωσδήποτε συμπίπτει πλήρως (βλ. προπαρατεθείσα στη σκέψη 7 διάταξη BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 9) και ότι, κατά συνέπεια, οι παρεμβαίνοντες μπορούν να ανταλλάξουν μεταξύ τους, προς τούτο, οποιαδήποτε πληροφορία, έστω και εμπιστευτική, αφορώσα την υπό κρίση υπόθεση. Επίσης, παρά το ότι ο VHI αποτελεί οργανισμό ο οποίος υπόκειται σε έλεγχο του ιρλανδικού κράτους, οι προσφεύγουσες δε παρέσχον κανένα σχετικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο VHI ή το διοικητικό του συμβούλιο πρέπει, ομοίως, να έχουν πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες που ενδεχομένως γνωστοποιήθηκαν στην Ιρλανδία στο πλαίσιο της παρούσας διαφοράς.
32 Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το ενδεχόμενο ανταλλαγής μεταξύ των παρεμβαινόντων ορισμένων πληροφοριών που, κατόπιν αντιρρήσεων των αντιδίκων τους, τους κοινοποιήθηκαν από το Πρωτοδικείο ατομικώς και με μοναδικό σκοπό την προάσπιση των θεμιτών συμφερόντων τους στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι, εν πάση περιπτώσει, ανεπίτρεπτο και συνιστά σοβαρή παράβαση των επιταγών περί ορθής απονομής δικαιοσύνης καθώς και, στο μέτρο που εμπλέκεται κράτος μέλος, του καθήκοντος θεμιτών ενεργειών που προβλέπει το άρθρο 10 EΚ.
33 Κατά συνέπεια, η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως των αποσπασμάτων στα οποία εκτίθεται το περιεχόμενο των συζητήσεων μεταξύ της BUPA Ireland και της HIA, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που αφορούν την οικονομική δραστηριότητα της BUPA Ireland και κοινοποιήθηκαν από την εταιρία αυτή στην HIA κατά τις εν λόγω συνεδριάσεις, πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί το αν ορισμένα από τα στοιχεία αυτά απώλεσαν, εν πάση περιπτώσει, τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους κατόπιν της δημοσιεύσεως σχετικών άρθρων στα ιρλανδικά μέσα μαζικής ενημερώσεως και της εκ μέρους της καθής αναφοράς στα στοιχεία αυτά στο πλαίσιο του υπομνήματος αντικρούσεως, στην κοινοποίηση του οποίου δεν αντιτάχθηκαν οι προσφεύγουσες.
Επί του φερόμενου εμπιστευτικού χαρακτήρα των στοιχείων που αφορούν το ενδεχόμενο η BUPA Ireland να εγκαταλείψει την ιρλανδική αγορά καθώς και την πιθανή εμπορική στρατηγική της κατόπιν της εφαρμογής του RES
34 Όσον αφορά τον φερόμενο κίνδυνο η ΒUPA Ireland να αναγκαστεί να εγκαταλείψει την ιρλανδική αγορά κατόπιν της εφαρμογής του RES, η Ιρλανδία ορθώς υποστήριξε ότι για τον κίνδυνο αυτό έγινε εκτενώς λόγος στα ιρλανδικά μέσα μαζικής ενημερώσεως ιδίως κατόπιν παροτρύνσεως της BUPA Ireland, αυτής καθαυτής, όπως επιβεβαιώνουν τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν στην Irish Independent της 24ης Ιουνίου 2002 και στην Irish Medical News της 29ης Οκτωβρίου 2002. Συγκεκριμένα, τα οικεία αποσπάσματα του δικογράφου της προσφυγής και των παραρτημάτων του συγκλίνουν, κατ’ ουσίαν, με τις διαπιστώσεις του ιρλανδικού Τύπου. Συνεπώς, οι διαπιστώσεις αυτές έχουν, εν πάση περιπτώσει, απολέσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους και δεν χρήζουν πια ειδικής προστασίας εκ μέρους του Πρωτοδικείου. Το ίδιο ισχύει για τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών όσον αφορά την εμπορική στρατηγική που σχεδιάζουν να εφαρμόσουν μετά την εφαρμογή του RES, καθόσον η στρατηγική αυτή συνίσταται ακριβώς στην προοπτική ενδεχόμενης εγκαταλείψεως της ιρλανδικής αγοράς.
35 Κατά συνέπεια, οι αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως των πληροφοριών σχετικά με τον κίνδυνο η BUPA να αναγκαστεί να εγκαταλείψει την ιρλανδική αγορά και την πιθανή εμπορική στρατηγική που θα ακολουθήσει μετά την εφαρμογή του RES πρέπει να απορριφθούν.
Επί του φερόμενου εμπιστευτικού χαρακτήρα των στοιχείων που περιλαμβάνουν οι πίνακες 2.1 και 2.2 της εκθέσεως NERA
36 Όσον αφορά τα στοιχεία που περιλαμβάνουν οι πίνακες 2.1 και 2.2 της εκθέσεως NERA, οι προσφεύγουσες εμμένουν ουσιαστικώς στην άποψη ότι τα στοιχεία αυτά εμπίπτουν στις «περαιτέρω πληροφορίες λειτουργικού χαρακτήρα», συμπεριλαμβανομένων των λεπτομερειών σχετικά με τα έσοδα της BUPA και τη συχνότητα υποβολής αιτήσεων επιστροφής ασφαλίστρων, η γνωστοποίηση των οποίων θα καθιστούσε δυνατή, σε συνδυασμό με «άλλες πληροφορίες», την εκτίμηση της αποδοτικότητά της.
37 Καταρχάς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει σαφώς αν για τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στους προαναφερθέντες πίνακες έχουν ήδη ανταλλάξει απόψεις η BUPA Ireland και η HIA, οπότε τα στοιχεία αυτά απώλεσαν, εν πάση περιπτώσει, τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους έναντι της Ιρλανδίας (βλ. ανωτέρω σκέψεις 26 επ.). Επίσης, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τα στοιχεία που επεξεργάζεται η NERA στους εν λόγω πίνακες αφορούν την οικονομική δραστηριότητα της BUPA Ireland στην ιρλανδική αγορά ιδιωτικών ασφαλειών υγείας και, συνεπώς, δύνανται καταρχήν να θεωρηθούν ως επιχειρηματικά απόρρητα.
38 Αντιθέτως, είναι σαφές ότι οι προαναφερθέντες πίνακες περιλαμβάνουν μόνο συγκεντρωτικά στοιχεία, υπό μορφή γραφικών παραστάσεων, σχετικά με τις οικονομικές δραστηριότητες της BUPA Ireland το 2002, όπως τον μέσο όρο ηλικίας των ασφαλιζομένων της BUPA Ireland, τις πριμοδοτήσεις που καταβλήθηκαν για τα «σχέδια BUPA» και τη συχνότητα υποβολής αιτήσεων επιστροφής ασφαλίστρων. Οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν με πειστικό τρόπο πώς, βάσει των εν λόγω συγκεντρωτικών στοιχείων και, επιπλέον, βάσει ορισμένου βαθμού παλαιότητας των εν λόγω στοιχείων, θα μπορούσε ένας τρίτος να αντλήσει συγκεκριμένες πληροφορίες βλαπτικές για τα εμπορικά συμφέροντά τους, όσον αφορά τον κύκλο εργασιών, τη λογιστική κατάσταση και, τελικώς, τη σημερινή αποδοτικότητα της BUPA Ireland (βλ., επίσης, διάταξη του Πρωτοδικείου της 19ης Ιουνίου 1996, T-134/94, T-136/94 έως T-138/94, T-141/94, T-145/94, T-147/94, T-148/94, T-151/94, T-156/94 και T-157/94, NMH Stahlwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. II-537, σκέψη 24). Τέλος, οι προσφεύγουσες δεν διευκρινίζουν ούτε σε ποιο βαθμό ο συνδυασμός των στοιχείων αυτών «με άλλες πληροφορίες», των οποίων δεν διευκρινίζουν το πιθανό περιεχόμενο, θα επέτρεπε να καθοριστεί η αποδοτικότητα της σημερινής εμπορικής δραστηριότητας της BUPA Ireland.
39 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα των προσφευγουσών να αποκλειστούν οι πίνακες 2.1 και 2.2 της εκθέσεως NERA από τα έγγραφα που πρέπει να κοινοποιηθούν στην Ιρλανδία. Όσον αφορά το επιχείρημα της Ιρλανδίας ότι η ευρύτερη πρόσβαση στα σχετικά με τις οικονομικές επιδόσεις της BUPA Ireland είναι αναγκαία στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, πρέπει να επισημανθεί ότι προφανώς το επιχείρημα αυτό ουδόλως σχετίζεται με την αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διατάξεως και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Επί των δικαστικών εξόδων
40 Το Πρωτοδικείο επιφυλάσσεται επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Παρέλκει η απόφανση επί της βασιμότητας των από 22 Ιανουαρίου 2004 και 3 Φεβρουαρίου 2004 αιτήσεων εμπιστευτικής μεταχειρίσεως των προσφευγουσών όσον αφορά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και τον Voluntary Health Insurance Board.
2) Απορρίπτει την υποβληθείσα από τις προσφεύγουσες αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως έναντι της Ιρλανδίας.
3) Το πλήρες κείμενο των εγγράφων διαδικασίας, όπως υποβλήθηκε από τις προσφεύγουσες στο Πρωτοδικείο, θα κοινοποιηθεί στην Ιρλανδία.
4) Θα ταχθεί στους παρεμβαίνοντες προθεσμία για την υποβολή υπομνήματος παρεμβάσεως.
5) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 4 Μαρτίου 2005.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
M. Jaeger
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy