Υπόθεση T-310/03 R
Kreuzer Medien GmbH
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Ασφαλιστικά μέτρα — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Παραδεκτό αιτήσεως υποβληθείσας από παρεμβαίνοντα»
Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Σεπτεμβρίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
Ασφαλιστικά μέτρα — Αναστολή εκτελέσεως — Προϋποθέσεις παραδεκτού — Αίτηση υποβληθείσα από τον παρεμβαίνοντα — Παρεμβαίνων ο οποίος δεν προσέβαλε την επίμαχη πράξη — Απαράδεκτο
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 1, εδ. 1)
Από το άρθρο 104, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι η αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως πράξεως ενός οργάνου, σύμφωνα με το άρθρο 242 ΕΚ, είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Επομένως, ο παρεμβαίνων στην κύρια δίκη δεν νομιμοποιείται να υποβάλει αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξεως, εφόσον ο ίδιος δεν την προσέβαλε με προσφυγή.
Μια τέτοια αίτηση είναι απαράδεκτη, ακόμη και αν στηρίζεται στο άρθρο 243 ΕΚ, διότι αφορά ακριβώς το προβλεπόμενο από το άρθρο 242 ΕΚ μέτρο, ενώ ο παρεμβαίνων δεν δύναται να παρακάμπτει τους κανόνες της εν λόγω διατάξεως του Κανονισμού Διαδικασίας υποβάλλοντας τεχνητώς την αίτησή του βάσει άλλων κανόνων του ίδιου Κανονισμού.
(βλ. σκέψεις 18, 20-21)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
της 21ης Σεπτεμβρίου 2004 (*)
«Ασφαλιστικά μέτρα – Αίτηση αναστολής εκτελέσεως – Παραδεκτό αιτήσεως υποβληθείσας από παρεμβαίνοντα»
Στην υπόθεση T-310/03 R,
Kreuzer Medien GmbH, με έδρα το Leipzig (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον M. Lenz, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από την
Falstaff Verlags GmbH, με έδρα το Klosterneuburg (Αυστρία), εκπροσωπούμενη από τον W.-G. Schärf, δικηγόρο,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπουμένου από την E. Waldherr και τον U. Rösslein, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από την E. Karlsson,
καθών,
υπστηριζομένων από
την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις M.-J. Jonczy, L. Pignataro-Nolin και F. Hoffmeister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
από
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την L. Fraguas Gadea, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και από
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη τις A. Guimaraes-Purokoski και T. Pynnä, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνοντες,
με αντικείμενο την υποβληθείσα από την Falstaff Verlags GmbH, βάσει του άρθρου 243 ΕΚ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της οδηγίας 2003/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία υπέρ των προϊόντων καπνού (ΕΕ L 152, σ. 16),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς και διαδικασία
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Σεπτεμβρίου 2003, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της οδηγίας 2003/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26 Μαΐου 2003, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών όσον αφορά τη διαφήμιση και τη χορηγία προϊόντων καπνού (ΕΕ L 152, σ. 16, στο εξής: επίμαχη οδηγία).
2 Με διάταξή του της 12ης Μαρτίου 2004, ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στην Επιτροπή, στο Βασίλειο της Ισπανίας και στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να παρέμβουν προς στήριξη των αιτημάτων των καθών. Επέτρεψε επίσης στην εταιρία Falstaff Verlags να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας.
3 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Ιουνίου 2004, η Falstaff Verlags GmbH (στο εξής: παρεμβαίνουσα εταιρία) υπέβαλε, βάσει του άρθρου 243 ΕΚ, αίτηση «αναστολής των αποτελεσμάτων» της επίμαχης οδηγίας.
4 Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων στις 29 και στις 30 Ιουνίου 2004 αντιστοίχως. Η Επιτροπή κατέθεσε τις παρατηρήσεις της την 1 Ιουλίου 2004. Η προσφεύγουσα και το Βασίλειο της Ισπανίας υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους στις 2 Ιουλίου 2004.
Σκεπτικό
5 Βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ, αφενός, και του άρθρου 225, παράγραφος 1, ΕΚ, αφετέρου, το Πρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάσσει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξεως ή τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
6 Με βάση την υπόψη του δικογραφία, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποφανθεί επί της παρούσας αιτήσεως, δίχως να χρειάζεται να ακούσει τις προφορικές εξηγήσεις των διαδίκων.
7 Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι πρέπει, κατ’ αρχάς, να εξετασθεί το παραδεκτό της εν λόγω αιτήσεως.
Επιχειρήματα των διαδίκων
8 Η παρεμβαίνουσα εταιρία ισχυρίζεται ότι η υποβληθείσα, βάσει του άρθρου 243 ΕΚ, αίτησή της περί αναστολής εκτελέσεως της επίμαχης οδηγίας είναι παραδεκτή.
9 Επισημαίνει ότι όλοι οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν το δικαίωμα να υποβάλλουν παρόμοια αίτηση προκειμένου να προστατεύουν τα νόμιμα συμφέροντά τους. Υποστηρίζει ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Δεκεμβρίου 1993, στην υπόθεση C-244/91 P, Pincherle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-6965, σκέψεις 14 επ.), προκύπτει ότι ο παρεμβαίνων ενώπιον του Πρωτοδικείου πρέπει να θεωρείται ως «διάδικος της ενώπιον του διαδικασίας» και, συνεπώς, νομιμοποιείται να υποβάλει την προβλεπόμενη από το άρθρο 243 ΕΚ αίτηση. Δεδομένου ότι επιτράπηκε στην εν λόγω εταιρία να παρέμβει στην κύρια δίκη, η παρούσα αίτησή της πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
10 Το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή και το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων είναι απαράδεκτη.
11 Το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο υποστηρίζουν ότι ο παρεμβαίνων δεν μπορεί να υποβάλει ούτε την προβλεπόμενη από το άρθρο 242 ΕΚ αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξεως ούτε την προβλεπόμενη από το άρθρο 243 ΕΚ αίτηση για άλλα προσωρινά μέτρα. Η αναγνώριση παρόμοιου δικαιώματος στον παρεμβαίνοντα θα αντέβαινε στις διατάξεις του άρθρου 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 116, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με τις οποίες οι παρεμβαίνοντες μπορούν μόνο να στηρίζουν τα αιτήματα του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνουν. Επιπλέον, η υποβολή αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων από τον παρεμβαίνοντα δεν συμβιβάζεται και με άλλες διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, οι οποίες όταν αφορούν τους παρεμβαίνοντες το ορίζουν ρητώς (βλ., μεταξύ άλλων, άρθρα 87, παράγραφος 4, τρίτο εδάφιο, 115, 116 και 134, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου).
12 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, βάσει του άρθρου 104, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται διαφορά μεταξύ, αφενός, της προβλεπόμενης από το άρθρο 242 ΕΚ αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξεως, την οποία μπορεί να υποβάλλει μόνον ο προσφεύγων της κύριας δίκης, και, αφετέρου, της στηριζόμενης στο άρθρο 243 ΕΚ αιτήσεως για άλλα προσωρινά μέτρα, την οποία μπορούν να υποβάλλουν όλοι οι διάδικοι της κύριας δίκης. Εν προκειμένω, η στηριζόμενη στο άρθρο 243 ΕΚ αίτηση αναστολής των αποτελεσμάτων της επίμαχης οδηγίας συνιστά, στην πράξη, αίτηση αναστολής εκτελέσεως κατά την έννοια του άρθρου 242 ΕΚ. Δεδομένου ότι η παρεμβαίνουσα εταιρία δεν προσέβαλε την επίμαχη οδηγία με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, η παρούσα αίτησή της πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
13 Το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο παρεμβαίνων δεν μπορεί να υποβάλει αίτηση αναστολής εκτελέσεως μιας πράξεως κατά τον ίδιο τρόπο που δεν μπορεί να προτείνει ένσταση απαραδέκτου (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 17ης Ιουνίου 1998, T-174/95, Svenska Journalistförbundet κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. II-2289, σκέψεις 77 έως 79).
14 Η προσφεύγουσα δεν προέβαλε αντιρρήσεις ως προς το παραδεκτό της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
Σκεπτικό του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
15 Το άρθρο 104, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ορίζει ότι «[η] αίτηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως ενός οργάνου, σύμφωνα με [το άρθρο 242 ΕΚ], είναι παραδεκτή μόνο αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου».
16 Σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου «[η] αίτηση για άλλα προσωρινά μέτρα μεταξύ αυτών που προβλέπονται με [το άρθρο 243 ΕΚ] είναι παραδεκτή μόνο αν προέρχεται από διάδικο σε εκκρεμή ήδη υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου και αφορά την υπόθεση αυτή».
17 Εν προκειμένω, η παρεμβαίνουσα εταιρία υπέβαλε «αίτηση αναστολής, σύμφωνα με το άρθρο 243 ΕΚ». Με την αίτησή της, ζητεί από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει την αναστολή «των αποτελεσμάτων της [επίμαχης] οδηγίας τόσο ως προς την ίδια όσο και ως προς την προσφεύγουσα μέχρι [το Πρωτοδικείο] να αποφανθεί [επί της] ουσίας».
18 Μολονότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 243 ΕΚ, εντούτοις αφορά μέτρο προβλεπόμενο από το άρθρο 242 ΕΚ. Συνεπώς, το άρθρο 242 ΕΚ αποτελεί την προσήκουσα νομική βάση της παρούσας αιτήσεως. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν πρέπει να παρέχεται στον διάδικο η δυνατότητα να παρακάμπτει τους κανόνες μιας διατάξεως του Κανονισμού Διαδικασίας υποκαθιστώντας τους τεχνητώς με άλλους κανόνες που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.
19 Επομένως, το παραδεκτό της παρούσας αιτήσεως πρέπει να εξετασθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 104, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
20 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αίτηση περί αναστολής εκτελέσεως πράξεως ενός οργάνου είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
21 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η παρεμβαίνουσα εταιρία δεν προσέβαλε την επίμαχη οδηγία με προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν νομιμοποιείται να υποβάλει την παρούσα αίτηση.
22 Συνεπώς, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ως απαράδεκτη.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 21 Σεπτεμβρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
B. Vesterdorf
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy