ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. Geelhoed
της 28ης Απριλίου 2005 1(1)
Υπόθεση C‑3/04
Poseidon Chartering BV
κατά
Marianne Zeeschip VOF,
Albert Mooij,
Sjoerdtje Sijswerda
και
Gerrit Schram
[αίτηση του Rechtbank Utrecht (Κάτω Χώρες) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου – Ανεξάρτητος μεσολαβητής που έχει διαπραγματευθεί, για λογαριασμό πλοιοκτήτη και έναντι προμήθειας, τη σύναψη συμβάσεως χρονοναυλώσεως και την ανανέωσή της σε ετήσια βάση»
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Rechtbank Utrecht (Κάτω Χώρες), σχετικά με το ζήτημα αν η οδηγία περί εμπορικών αντιπροσώπων (2) (στο εξής: οδηγία) εφαρμόζεται επί των μεσολαβητών που έχουν διαπραγματευθεί τη σύναψη μίας μόνο συμβάσεως με έναν πελάτη, οσάκις η σύμβαση αυτή έχει ανανεωθεί επί πολλά έτη.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
2. Το πρώτο κεφάλαιο της οδηγίας, το οποίο ορίζει το πεδίο εφαρμογής της, ορίζει τα εξής:
«Πεδίο εφαρμογής
Άρθρο 1
1. Τα μέτρα εναρμόνισης που θεσπίζονται από την παρούσα οδηγία εφαρμόζονται στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που διέπουν τις σχέσεις ανάμεσα στους εμπορικούς αντιπροσώπους και τους αντιπροσωπευoμένους από αυτούς.
2. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται στο εξής “αντιπροσωπευόμενος”, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.
3. Εμπορικοί αντιπρόσωποι κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας δεν μπορούν να είναι, ιδίως:
– τα πρόσωπα τα οποία, υπό την ιδιότητα του οργάνου, έχουν την εξουσία να δεσμεύουν μια εταιρεία ή ένωση προσώπων,
– οι εταίροι οι οποίοι έχουν νόμιμη εξουσία να δεσμεύουν τους άλλους εταίρους,
– οι διαχειριστές που ορίζονται από το δικαστήριο, οι εκκαθαριστές ή οι σύνδικοι πτωχεύσεως.
Άρθρο 2
1. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται για:
– τους μη αμοιβόμενους εμπορικούς αντιπροσώπους,
– τους εμπορικούς αντιπροσώπους, εφόσον συναλλάσσονται στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων ή στις αγορές πρώτων υλών,
– τον οργανισμό που είναι γνωστός με την ονομασία “Crown Agents for Overseas Governments and Administrations”, όπως θεσπίστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο δυνάμει του νόμου του 1979, σχετικά με τους “Crown Agents”, ή τους θυγατρικούς του οργανισμούς.
2. Κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να προβλέπει ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στα πρόσωπα που ασκούν εκείνες τις δραστηριότητες του εμπορικού αντιπροσώπου οι οποίες θεωρούνται παρεπόμενες σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους.»
3. Όσον αφορά τις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπίας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, τα κεφάλαια II έως IV της οδηγίας περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικές με τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και την αμοιβή των εμπορικών αντιπροσώπων, καθώς και για τη σύναψη και λήξη της ισχύος των συμβάσεων αυτών. Ειδικότερα, το άρθρο 7 της οδηγίας, το οποίο αφορά την προμήθεια για τις εμπορικές πράξεις που συνάπτονται στο πλαίσιο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας, ορίζει τα εξής:
«1. Για εμπορική πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια:
α) αν η πράξη έχει συναφθεί χάρη στην παρέμβασή του
ή
β) αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη.
2. Για πράξη που έχει συναφθεί κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπίας, ο αντιπρόσωπος δικαιούται επίσης προμήθεια:
– είτε εάν είναι αρμόδιος για έναν καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων,
– είτε εάν έχει δικαίωμα αποκλειστικότητας για έναν καθορισμένο γεωγραφικό τομέα ή για μια καθορισμένη ομάδα προσώπων,
και η πράξη έχει συναφθεί με πελάτη που ανήκει σε αυτόν τον τομέα ή σε αυτή την ομάδα.
Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενσωματώσουν στο δίκαιό τους μία από τις εναλλακτικές λύσεις των δύο παραπάνω περιπτώσεων.»
4. Εν προκειμένω, ενδιαφέρον παρουσιάζει και το άρθρο 17, το οποίο αφορά την αποζημίωση του εμπορικού αντιπροσώπου λόγω λύσεως της συμβάσεως. Το άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, ορίζει:
«2. α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται κατ’ αποκοπήν αποζημίωση εάν και εφόσον:
– έφερε νέους πελάτες στον εντολέα ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και
– η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ή μη ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 20.»
B – Το ολλανδικό δίκαιο
5. H οδηγία μεταφέρθηκε στην ολλανδική έννομη τάξη με τα άρθρα 428 έως 445 του ολλανδικού αστικού κώδικα (Burgerlijk Wetboek). Τα άρθρα αυτά είναι κατά βάση παρεμφερή με τις διατάξεις της οδηγίας, πλην της εξαιρέσεως ότι, ενώ το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε πράξεις σχετικές με «την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων», οι ολλανδικές διατάξεις εφαρμόζονται ομοίως σε πράξεις σχετικές με την παροχή υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, το άρθρο 7:428, παράγραφος 1, του ολλανδικού αστικού κώδικα, το οποίο αποτελεί την αντίστοιχη προς το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας διάταξη, ορίζει:
«Σύμβαση αντιπροσωπίας είναι η σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος –που καλείται αντιπροσωπευόμενος– αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο –που καλείται εμπορικός αντιπρόσωπος– να ενεργεί ως μεσολαβητής, για ορισμένο ή μη χρόνο και έναντι αμοιβής, στη διαπραγμάτευση συμβάσεων, τις οποίες θα δύναται να συνάπτει επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, χωρίς, ωστόσο, να εξαρτάται από αυτόν.»
III – Πραγματικά περιστατικά
6. Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, το 1994 η Poseidon Chartering BV (στο εξής: Pοseidοn), ολλανδική εταιρία, ενήργησε ως μεσολαβητής στο πλαίσιο της διαπραγματεύσεως συμβάσεως ναυλώσεως πλοίου. Η σύμβαση αυτή ανανεωνόταν σε ετήσια βάση από το 1994 έως το 2000, πλην του 1999. Ειδικότερα, κατά το διάστημα αυτό, η Pοseidοn κατέγραψε το αποτέλεσμα των ετήσιων διαπραγματεύσεων για την παράταση της ναυλώσεως μεταξύ των συμβαλλομένων σε προσθήκη της συμβάσεως. Από το 1994 έως το 2000 η Pοseidοn εισέπραττε προμήθεια ανερχόμενη στο 2,5 % του ποσού της ναυλώσεως.
7. Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά απαιτήσεις της Poseidon έναντι των πλοιοκτητών, μεταξύ άλλων, για την καταβολή 1) αποζημιώσεως λόγω μη τηρήσεως της προθεσμίας καταγγελίας της συμβάσεως, 2) του ποσού των 14 229,89 ευρώ για οφειλόμενες προμήθειες και 3) του ποσού των 14 471,29 ευρώ για απώλεια πελατείας. Το Rechtbank ανέστειλε την ενώπιον του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Πρόκειται περί εμπορικού αντιπροσώπου υπό την έννοια της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ [του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986], για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όταν ένας ανεξάρτητος μεσολαβητής ο οποίος μεσολάβησε για τη σύναψη (όχι διαφόρων, αλλά) μίας συμβάσεως (ναυλώσεως ενός πλοίου), η οποία παρατεινόταν κάθε χρόνο και για την οποία, όσον αφορά την παράταση της ναυλώσεως, οι ετήσιες διαπραγματεύσεις (από το 1994 μέχρι το 2000, εκτός από το 1999) γίνονταν μεταξύ του κυρίου του πλοίου και τρίτου και τα ποσοστά επί του σχετικού ναύλου επιβάλλονταν από τον μεσολαβητή με έγγραφο για την αναγγελία πρόσθετης χρεώσεως;
2. Έχει, για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, σημασία, αν κριθεί ότι πρόκειται για σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπίας, και το γεγονός ότι κάθε χρόνο καταβαλλόταν αποζημίωση (προμήθεια) ίση με το 2,5 % του ναύλου και/ή το γεγονός ότι στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας γίνεται λόγος για “εμπορική πράξη που έχει συναφθεί” και για την ύπαρξη δικαιώματος λήψεως προμήθειας “αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ίδιου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη”;
3. Έχει για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα σημασία και το ότι στο άρθρο 17 της οδηγίας γίνεται λόγος για “πελάτες” και όχι για “πελάτη”»;
8. Η Poseidon Chartering και η Επιτροπή κατέθεσαν, σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
9. Με έγγραφό της, η Γραμματεία του Δικαστηρίου ζήτησε από το Rechtbank να επιβεβαιώσει αν επιθυμεί να εμμείνει στο προδικαστικό ερώτημά του, λαμβανομένης υπόψη της διατάξεως του Δικαστηρίου της 6ης Μαρτίου 2003, στην υπόθεση C-449/01, Abbey Life, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίσταται εύλογη αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται στους ανεξάρτητους μεσολαβητές στους οποίους έχει ανατεθεί η διαπραγμάτευση της συνάψεως συμβάσεων παροχής υπηρεσιών (3).
10. Με την απάντησή του, το Rechtbank επιβεβαίωσε την αίτησή του για ερμηνεία ορισμένων σημείων της οδηγίας, διευκρινίζοντας ότι, κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη, ο ολλανδός νομοθέτης διηύρυνε το περιεχόμενο της έννοιας «εμπορικός αντιπρόσωπος», περιλαμβάνοντας σε αυτό και τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Εντούτοις, κατά το Rechtbank, «το γεγονός ότι η οδηγία αποτέλεσε το πρότυπο της ολλανδικής νομοθεσίας, η οποία διηύρυνε το περιεχόμενο της έννοιας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας, δεν σημαίνει ότι, προκειμένου να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία ορισμένων εννοιών της οδηγίας, πρέπει η εκκρεμής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υπόθεση να αφορά την λιγότερο ευρεία έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου/της συμβάσεως αντιπροσωπίας».
IV – Νομική ανάλυση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
11. Καταρχάς, επιβάλλεται να εξετασθεί το ζήτημα του παραδεκτού της υπό κρίση αιτήσεως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, ενώ η οδηγία καθαυτή εφαρμόζεται σαφώς μόνο στις πράξεις που αφορούν την πώληση και αγορά εμπορευμάτων (4), η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης σύμβαση αφορά την παροχή υπηρεσιών (ήτοι τη ναύλωση πλοίου).
12. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, είναι σαφές ότι η οικεία ολλανδική νομοθεσία περί εμπορικών αντιπροσώπων έχει πεδίο εφαρμογής ευρύτερο από αυτό της οδηγίας, καθόσον εφαρμόζεται τόσο στις εμπορικές πράξεις που αφορούν εμπορεύματα όσο και σε αυτές που αφορούν υπηρεσίες.
13. Εκτιμώ ότι το Δικαστήριο οφείλει πράγματι να δώσει απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα. Συναφώς, είναι, εν προκειμένω, ιδιαιτέρως σημαντική η νομολογία του Δικαστηρίου σε υποθέσεις όπως οι Leur-Blοem, Gilοy, Kοfisa και BIAΟ, οι οποίες αφορούσαν προδικαστικά ερωτήματα τα οποία σχετίζονταν έμμεσα με το κοινοτικό δίκαιο, αλλά είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο περιπτώσεων κατά τις οποίες το κράτος μέλος είχε επιλέξει να εναρμονίσει την εθνική νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο (5). Συγκεκριμένα, με την απόφαση Leur-Blοem, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«[...] είναι αρμόδιο, βάσει του άρθρου [234] της Συνθήκης, να ερμηνεύει το κοινοτικό δίκαιο, όταν το δίκαιο αυτό δεν ρυθμίζει άμεσα την υπό κρίση περίπτωση, αλλά ο εθνικός νομοθέτης αποφάσισε, επ’ ευκαιρία της μεταφοράς των διατάξεων μιας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, την εφαρμογή της ίδιας μεταχειρίσεως σε καταστάσεις καθαρά εσωτερικές και σε καταστάσεις που εμπίπτουν στην οδηγία, δηλαδή την ευθυγράμμιση της νομοθεσίας του προς το κοινοτικό δίκαιο» (6).
14. Το Δικαστήριο μερίμνησε για τη διάκριση περιπτώσεων όπως εκείνη της υποθέσεως Kleinwοrt Bensοn, (7) στην οποία ο κανόνας του κοινοτικού δικαίου δεν δέσμευε αυτός καθ’ εαυτόν το αιτούν δικαστήριο κατά την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας· συγκεκριμένα, η οικεία εθνική νομοθεσία προέβλεπε ρητώς τη δυνατότητα των αρχών του κράτους μέλους να εισάγουν τροποποιήσεις «που έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αποκλίσεων» μεταξύ της νομοθεσίας αυτής και των κανόνων του κοινοτικού δικαίου (ειδικότερα, στην υπόθεση εκείνη, της Συμβάσεως των Βρυξελλών).
15. Είναι σαφές ότι στις υποθέσεις εκείνες καθοριστικός παράγοντας για την παραδεκτή υποβολή προδικαστικού ερωτήματος ήταν το ζήτημα αν η διαφορά της κύριας δίκης θα επιλυόταν με την εφαρμογή του επίμαχου κανόνα του κοινοτικού δικαίου. Εάν όντως συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, η ομοιόμορφη ερμηνεία των επίμαχων κοινοτικών εννοιών μέσω της διαδικασίας της προδικαστικής παραπομπής θα παρουσίαζε «οπωσδήποτε κοινοτικό συμφέρον [...] προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον ερμηνευτικές αποκλίσεις» (8). Εντούτοις, εναπέκειτο στον εθνικό δικαστή να εκτιμήσει την ακριβή έκταση της παραπομπής αυτής στο κοινοτικό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη τα όρια που ο εθνικός νομοθέτης έθεσε για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε καταστάσεις αμιγώς εσωτερικής φύσεως (9).
16. Κατά την άποψή μου, η συλλογιστική αυτή ισχύει, κατά τον ίδιο τουλάχιστο βαθμό, και εν προκειμένω. Όπως διευκρινίζεται στη διάταξη περί παραπομπής και στην επακόλουθη αλληλογραφία μεταξύ του Rechtbank και Δικαστηρίου, μολονότι το πεδίο εφαρμογής της επίμαχης ολλανδικής νομοθεσίας είναι ευρύτερο αυτού της οδηγίας, καθώς εμπίπτουν σε αυτό και οι σχετικές με την παροχή υπηρεσιών πράξεις, η νομοθεσία αυτή σκοπούσε στη μεταφορά και θέση σε ισχύ των διατάξεων της οδηγίας, αποστολή στην οποία ανταποκρίνεται. Επιπλέον, η υπόθεση αφορά σαφώς την ερμηνεία έννοιας του κοινοτικού δικαίου, ήτοι την έννοια της «αναθέσεως σε μόνιμη βάση». Ενώ τα ολλανδικά δικαστήρια θα μπορούσαν θεωρητικά να δεχθούν μια διαφορετική ερμηνεία της έννοιας αυτής για τις συμβάσεις αντιπροσωπίας που αφορούν εμπορεύματα και υπηρεσίες, το Rechtbank επισήμανε, κατά την αλληλογραφία του με το Δικαστήριο, ότι επιθυμεί την αποφυγή αποκλίσεως μεταξύ των δύο πεδίων. Πρέπει, ομοίως, να επισημανθεί ότι κίνητρο για την επέκταση, εκ μέρους του ολλανδού νομοθέτη, του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας περί εμπορικών αντιπροσώπων στις υπηρεσίες αποτέλεσε η αποφυγή καταστάσεως «παράλληλης ισχύος δύο παρεμφερών (αλλά όχι όμοιων) κανονιστικών ρυθμίσεων», ενδεχόμενο που θα οδηγούσε σε σύγχυση (10).
17. Επιβάλλεται, ομοίως, η επισήμανση ότι οι διάδικοι που υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, ήτοι η Pοseidοn και η Επιτροπή, ζήτησαν από το Δικαστήριο να δώσει απάντηση στα ερωτήματα του Rechtbank.
18. Επομένως, εκτιμώ ότι, στο πλαίσιο της αναγκαιότητας ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο πρέπει να δώσει απάντηση στα υποβληθέντα από το εθνικό δικαστήριο ερωτήματα.
Β – Επί του πρώτου ερωτήματος
19. Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν στην έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας, εμπίπτει ο ανεξάρτητος μεσολαβητής που μεσολάβησε στη σύναψη μίας μόνο συμβάσεως ναυλώσεως πλοίου (όχι περισσότερων) η οποία ανανεωνόταν σε ετήσια βάση από το 1994 έως το 2000 (πλην του 1999), κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ του πλοιοκτήτη και τρίτου των οποίων το αποτέλεσμα κατεγράφη από τον μεσολαβητή σε παράρτημα της συμβάσεως.
20. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει με σαφήνεια ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινισθεί αν το γεγονός ότι ένας αντιπρόσωπος μεσολάβησε στη σύναψη μίας μόνο συμβάσεως αρκεί για την εφαρμογή της οδηγίας.
21. Είναι προφανές ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από την ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας και, ειδικότερα, από την ερμηνεία των όρων «ανατίθεται σε μόνιμη βάση», ([«continuity authority» κατά την αγγλική διατύπωση], «permanent is belast» κατά την ολλανδική διατύπωση, «chargé de façon permanente» κατά τη γαλλική διατύπωση).
22. Εκτιμώ ότι, κατά την ερμηνεία αυτής της έννοιας, επιβάλλεται η διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως κατά την οποία ο αντιπροσωπευόμενος έχει αναθέσει σε ανεξάρτητο αντιπρόσωπο τη διαπραγμάτευση μίας μόνο συμβάσεως και της περιπτώσεως κατά την οποία στον ανεξάρτητο αντιπρόσωπο έχει ανατεθεί η διαπραγμάτευση μίας συμβάσεως και των διαδοχικών της ανανεώσεων.
23. Είναι σαφές ότι η πρώτη περίπτωση δεν μπορεί ευλόγως να ερμηνευθεί ως «ανάθεση σε μόνιμη βάση». Εάν στην έννοια της αναθέσεως σε μόνιμη βάση ενέπιπτε η περίπτωση αντιπροσώπου στον οποίο έχει ανατεθεί η διαπραγμάτευση μίας μόνο συμβάσεως, τότε η έννοια αυτή θα στερούνταν παντελώς σημασίας.
24. Αντιθέτως, εκτιμώ ότι η δεύτερη περίπτωση –ήτοι η περίπτωση κατά την οποία ο αντιπρόσωπος είναι υπεύθυνος για τη διαπραγμάτευση συμβάσεως και την ανανέωση της ισχύος της– πρέπει ευλόγως να εμπίπτει στην έννοια αυτή. Κατά την άποψή μου, η έννοια της αναθέσεως σε μόνιμη βάση απαιτεί απλώς ο αντιπρόσωπος να είναι υπεύθυνος είτε για τη διαπραγμάτευση περισσότερων ειδών συμβάσεως είτε για την (ανα)διαπραγμάτευση της ίδιας συμβάσεως σε πλείονες περιπτώσεις. Τούτο συνάγεται από τη φύση του όρου «ανατίθεται», ο οποίος υποδηλώνει κατ’ ουσίαν την εξουσία που διαθέτει ο αντιπρόσωπος να μεταβάλει τη νομική κατάσταση του αντιπροσωπευομένου ενεργώντας για λογαριασμό του. Εκτιμώ ότι είναι λογικό να συνιστά «ανάθεση σε μόνιμη βάση» η περίπτωση αντιπροσώπου στον οποίο έχει ανατεθεί η ανανέωση της ισχύος ή η αναδιαπραγμάτευση συμβάσεως και ο οποίος διαθέτει την εξουσία να επηρεάζει τη νομική κατάσταση του αντιπροσωπευομένου σε πλείονες περιπτώσεις.
25. H γραμματική αυτή ερμηνεία ενισχύεται, επιπλέον, από τον σκοπό της οδηγίας, ήτοι την προσέγγιση των σχετικών με τις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπίας κανονιστικών ρυθμίσεων των κρατών μελών στον βαθμό που είναι αναγκαίος για την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς, προκειμένου, ειδικότερα, να «[εξασφαλισθεί ένα ελάχιστο επίπεδο] κοινωνικής προστασίας των εμπορικών αντιπροσώπων» (11), να επέλθει ασφάλεια στις εμπορικές πράξεις και εξάλειψη των προσκομμάτων που παρεμβάλλονται στη σύναψη διασυνοριακών συμβάσεων αντιπροσωπίας (12). Εάν, σε περίπτωση ανανεώσεως συμβάσεως στο πλαίσιο της οποίας ο αντιπροσωπευόμενος έχει την ευχέρεια να επιλέξει αντισυμβαλλόμενο άλλον από τον αρχικώς συμβαλλόμενο, ο αντιπρόσωπος υπέκειτο στις διατάξεις της οδηγίας μόνον εφόσον η διαπραγμάτευση της συμβάσεως γινόταν με άλλον αντισυμβαλλόμενο, αλλά όχι στην περίπτωση κατά την οποία o αντιπροσωπευόμενος αποφάσιζε να διατηρήσει τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο, θα ετίθετο αυθαιρέτως σε κίνδυνο η επίτευξη του σκοπού κοινωνικής προστασίας των αντιπροσώπων.
26. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την αρχική πρόταση της Επιτροπής, η οδηγία δεν θα έπρεπε να εφαρμόζεται στους μεσολαβητές στους οποίους έχει ανατεθεί η διαπραγμάτευση ή η σύναψη μίας ή περισσότερων καθορισμένων πράξεων επ’ ονόματι ενός μόνον αντιπροσωπευομένου (13). Είναι αξιοσημείωτο ότι το Συμβούλιο δεν περιέλαβε τη διάταξη αυτή στην τελική μορφή του κειμένου.
27. Πρέπει, ομοίως, να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο, με αποφάσεις με τις οποίες έκρινε ότι η καταχώριση σε μητρώο δεν μπορεί να συνιστά προϋπόθεση προκειμένου μια σύμβαση αντιπροσωπίας να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, τόνισε ότι για την εφαρμογή της οδηγίας και την παροχή της προστασίας που αυτή προβλέπει απαιτείται μόνον η συνδρομή των όρων που προβλέπει ρητώς το άρθρο 1, παράγραφος 2 (14).
28. Πρέπει να προστεθεί ότι, μολονότι οι όροι «πελάτης» και «σύμβαση» (και οι ισοδύναμοι αυτών όροι) χρησιμοποιούνται στο κείμενο της οδηγίας τόσο στον ενικό όσο και στον πληθυντικό αριθμό, καμία από τις αναφορές αυτές δεν είναι, κατά την άποψή μου, καθοριστική για την ερμηνεία της έννοιας της αναθέσεως σε μόνιμη βάση. Οι αναφορές αυτές δεν περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο της οδηγίας που ορίζει το πεδίο εφαρμογής της, αλλά στις διατάξεις που αφορούν, επί παραδείγματι, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εμπορικών αντιπροσώπων και την προμήθεια που αυτοί δικαιούνται. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη από την οποία να δύναται να συναχθεί ότι σκοπός των αναφορών αυτών ήταν να μεταβληθούν τα όρια του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός και μόνον ότι οι όροι χρησιμοποιούνται σε ορισμένα σημεία του κειμένου στον ενικό και σε άλλα στον πληθυντικό αριθμό δηλώνει ότι από τη χρήση των όρων αυτών δεν δύναται να συναχθεί οριστική απάντηση στο υπό εξέταση ερώτημα (15).
29. Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι στο πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση- ότι στην έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου εμπίπτουν και οι μεσολαβητές στους οποίους ανατίθεται σε μόνιμη βάση η διαπραγμάτευση συμβάσεως και η ανανέωση της ισχύος της.
Γ – Επί του δευτέρου ερωτήματος
30. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν στην απάντηση στο πρώτο ερώτημα ασκεί επιρροή το γεγονός ότι έχει καταβληθεί αμοιβή (προμήθεια) ανερχόμενη στο 2,5 % της αξίας της ναυλώσεως και/ή το γεγονός ότι στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας γίνεται λόγος για «πράξη που έχει συναφθεί» και για δικαίωμα για λήψη προμήθειας, «αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη».
31. Πρώτον, όσον αφορά τη σημασία της καταβολής προμήθειας, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι οι μη αμοιβόμενοι εμπορικοί αντιπρόσωποι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Επομένως, η υπό οποιαδήποτε μορφή καταβολή αμοιβής αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή της οδηγίας. Εντούτοις, από το γράμμα των άρθρων 1 και 2 προκύπτει με σαφήνεια ότι ο όρος περί αναθέσεως σε μόνιμη βάση, όπως αυτός προσδιορίστηκε με την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, αποτελεί όρο ανεξάρτητο και διακριτό τον οποίο πρέπει να πληροί ένας αντιπρόσωπος προκειμένου να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
32. Κατά συνέπεια, εκτιμώ ότι το επιχείρημα της Pοseidοn, από το οποίο συνάγεται ότι το γεγονός ότι έχει καταβληθεί προμήθεια δηλώνει την ύπαρξη συμβάσεως αντιπροσωπίας, δεν είναι πειστικό. Η καταβολή προμήθειας δεν ασκεί καθαυτή επιρροή στο ανεξάρτητο ζήτημα της υπάρξεως αναθέσεως σε μόνιμη βάση.
33. Δεύτερον, όσον αφορά τη σημασία των αναφορών του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας σε «πράξη που έχει συναφθεί» και σε δικαίωμα για λήψη προμήθειας «αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη», εκτιμώ ότι, για τους προεκτεθέντες στο σημείο 27 λόγους, οι αναφορές αυτές δεν είναι καθοριστικές για την απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Ειδικότερα, η χρήση του ενικού αριθμού στο σημείο αυτό προκύπτει αβίαστα από το νόημα της παραγράφου ως συνόλου, κατά το οποίο ένας εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται προμήθεια για τις πράξεις που συνήφθησαν κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως 1) με δικές του ενέργειες ή 2) με τρίτο τον οποίο έχει προηγουμένως καταστήσει πελάτη για παρεμφερείς πράξεις. Κατά την άποψή μου, από τη χρήση του ενικού αριθμού δεν δύναται να συναχθεί καμία στάση του κοινοτικού νομοθέτη έναντι του ζητήματος που τίθεται με το πρώτο ερώτημα.
34. Συνεπώς, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι στην απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι καταβλήθηκε αμοιβή (προμήθεια) ανερχόμενη στο 2,5 % της τιμής της ναυλώσεως ή το γεγονός ότι στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας γίνεται λόγος για «πράξη που έχει συναφθεί» και για δικαίωμα για λήψη προμήθειας, «αν η πράξη έχει συναφθεί με τρίτο με τον οποίο ο αντιπρόσωπος έχει συνάψει προηγουμένως πράξεις του ιδίου είδους ώστε να τον έχει καταστήσει πελάτη».
Δ – Επί του τρίτου ερωτήματος
35. Με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν στην απάντηση στο πρώτο ερώτημα ασκεί επιρροή το γεγονός ότι στο άρθρο 17 της οδηγίας –και, ειδικότερα, στο στοιχείο α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού– γίνεται λόγος για «πελάτες» (στον πληθυντικό αριθμό) και όχι για «πελάτη».
36. Για τους προεκτεθέντες στο σημείο 27 λόγους, εκτιμώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση. Θα πρέπει να προστεθεί ότι οι αναφορές του άρθρου 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας σε «πελάτες» είναι, εν πάση περιπτώσει, αμιγώς υποθετικές, καθώς περιγράφουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ένας εμπορικός αντιπρόσωπος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δικαιούται αποζημίωση. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω αναφορές δεν ασκούν επιρροή στην απάντηση του πρώτου ερωτήματος.
V – Πρόταση
37. Φρονώ, επομένως, ότι το Δικαστήριο πρέπει να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα υποβληθέντα από το Rechtbank Utrecht ερωτήματα:
«Στην έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου κατά την έννοια της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), εμπίπτουν και οι μεσολαβητές στους οποίους ανατίθεται σε μόνιμη βάση η διαπραγμάτευση της συνάψεως συμβάσεως και της ανανεώσεως της ισχύος της, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής γίνεται λόγος για “πράξη που έχει συναφθεί” και στο άρθρο 17, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, της οδηγίας ο όρος “πελάτες” χρησιμοποιείται στον πληθυντικό αριθμό. Η εκτίμηση σχετικά με την ύπαρξη αναθέσεως σε μόνιμη βάση είναι ανεξάρτητη από το ζήτημα αν έχει καταβληθεί ή όχι προμήθεια.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) (ΕΕ L 382, σ. 17).
3 – C-449/01, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή.
4 – Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας και προμνησθείσα στην υποσημείωση 3 διάταξη του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-449/01.
5 – Αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem (Συλλογή 1997, σ. I‑4161), της 17ης Ιουλίου 1997, C-130/95, Giloy (Συλλογή 1997, σ. I‑4291), της 11ης Ιανουαρίου 2001, C‑1/99, Kofisa (Συλλογή 2001, σ. I‑207), και της 7ης Ιανουαρίου 2003, C-306/99, BIAO (Συλλογή 2003, σ. I‑1).
6 – Προμνησθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Leur-Bloem, σκέψη 34.
7 – Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1995, C-346/93, Kleinwort Benson (Συλλογή 1995, σ. I-615).
8 – Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 5, απόφαση Leur-Bloem, σκέψη 32.
9 – Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 5, απόφαση Leur-Bloem, σκέψη 33.
10 – Βλ. F. M. Smit, De Agentuurovereenkomst tussen handelsagent en principaal, σ. 26, υποσημείωση 31.
11 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση C-381/98, Ingmar GB (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2000, Συλλογή 2000, σ. Ι-9305, σκέψη 50), και απόφαση της 30ής Απριλίου 1998, C‑215/97, Bellone κατά Yokohama ( Συλλογή 1998, σ. Ι-2191, σκέψη 13).
12 – Τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
13 – Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), COM/76/670 τελικό, OJ 1977, C 13, σ. 2, άρθρο 3, παράγραφος 3.
14 – Βλ., επί παραδείγματι, προμνησθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση C-215/97, Bellone, σκέψη 13, και, κατ’ αναλογία, διάταξη του Δικαστηρίου της 10ης Φεβρουαρίου 2004, C-5/03, Mαυρωνά, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 15.
15 – Βλ., επί παραδείγματι, άρθρο 3, παράγραφος 2 («πράξεων»), άρθρο 7, παράγραφος 1 («η πράξη έχει συναφθεί»), άρθρο 7, παράγραφος 2 («πράξη που έχει συναφθεί»), άρθρο 17, παράγραφος 2 («πελάτες»).
Full & Egal Universal Law Academy