ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 20ής Οκτωβρίου 2005 1(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-23/04 έως C-25/04
Σφακιανάκης ΑΕΒΕ
κατά
Ελληνικού Δημοσίου
[αίτηση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Ελλάδα) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συμφωνία Συνδέσεως ΕΟΚ-Ουγγαρίας – Υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής των τελωνειακών αρχών – Εισαγωγή εμπορευμάτων κατ’ εφαρμογήν του προτιμησιακού τελωνειακού καθεστώτος – Εκ των υστέρων έλεγχος της καταγωγής των εμπορευμάτων, ο οποίος θέτει υπό αμφισβήτηση την ουγγρική καταγωγή τους – Προσφυγή κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου – Είσπραξη των δασμών από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής – Ακύρωση, από το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους εξαγωγής, των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου – Υποχρέωση των τελωνειακών αρχών του κράτους εισαγωγής να λαμβάνουν υπόψη τις αποφάσεις που εκδίδει το δικαστήριο του κράτους εξαγωγής»
1. Η παρούσα διαδικασία για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, η οποία υπογράφηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1991 (2).
2. Η διαφορά ανέκυψε όταν η εταιρία Σφακιανάκης ΑΕΒΕ (3) προσέβαλε τις αποφάσεις του Τελωνείου Αθηνών, με τις οποίες αυτό της επέβαλε δασμούς στο πλαίσιο της εισαγωγής στην Ελλάδα αυτοκινήτων προελεύσεως Ουγγαρίας. Κατόπιν εκ των υστέρων ελέγχου, οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές έκριναν ότι τα πιστοποιητικά που βεβαίωναν την ουγγρική καταγωγή των αυτοκινήτων αυτών ήσαν εσφαλμένα. Τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού αποτέλεσαν αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του αρμοδίου ουγγρικού δικαστηρίου, το οποίο τα ακύρωσε. Σύμφωνα με τις αποφάσεις που εξέδωσε το δικαστήριο αυτό, επιβεβαιώθηκε εν τέλει η ουγγρική καταγωγή των επιδίκων αυτοκινήτων.
3. Το κύριο ερώτημα το οποίο υποβάλλει το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (Ελλάδα) στο Δικαστήριο αφορά το ζήτημα αν η Συμφωνία Συνδέσεως, ιδίως δε οι κανόνες περί διοικητικής συνεργασίας που προβλέπονται στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, υποχρεώνουν τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής να λαμβάνουν υπόψη τις αποφάσεις του δικαστηρίου του κράτους εξαγωγής οι οποίες έχουν επιβεβαιώσει το κύρος των πιστοποιητικών υπό την κάλυψη των οποίων εισήχθησαν τα επίδικα εμπορεύματα.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η Συμφωνία Συνδέσεως και το πρωτόκολλο αριθ. 4
4. Η Συμφωνία Συνδέσεως, σύμφωνα με το άρθρο της 1, είχε ως κύριο σκοπό την προοδευτική δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ουγγαρίας. Έτσι, θα διευκόλυνε την ένταξη της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η οποία πραγματοποιήθηκε την 1η Μαΐου 2004.
5. Η Συμφωνία Συνδέσεως προβλέπει στο άρθρο της 9 τη διαδοχική ή άμεση κατάργηση όλων των εισαγωγικών δασμών που επιβάλλονται εντός της Κοινότητας στα προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας.
6. Η έννοια των «καταγομένων προϊόντων ή προϊόντων καταγωγής» καθώς και οι μέθοδοι διοικητικής συνεργασίας καθορίζονται στο πρωτόκολλο αριθ. 4 (4), το οποίο έχει προσαρτηθεί στη Συμφωνία Συνδέσεως. Το πρωτόκολλο αυτό τροποποιήθηκε με την απόφαση 1/95 (5), η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Οκτωβρίου 1995, κατόπιν με την απόφαση 3/96 (6), η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 1997. Κατά το μέτρο που τα κρίσιμα εν προκειμένω άρθρα του πρωτοκόλλου αριθ. 4, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 3/96 (7) έχουν, κατ’ ουσίαν, το ίδιο περιεχόμενο στο αρχικό κείμενο του 1993 και σε εκείνο που απορρέει από την απόφαση 1/95, δεν είναι ανάγκη να καθορισθεί ακριβώς ποιο κείμενο κάθε άρθρου έχει εφαρμογή στις διαφορές της κύριας δίκης στα διάφορα στάδια της εξελίξεώς τους. Δεδομένου ότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται αποκλειστικά στο κείμενο των σχετικών άρθρων ως έχει στο πρωτόκολλο αριθ. 4, θα παραθέσω μόνο το κείμενο αυτό.
7. Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του πρωτοκόλλου αριθ. 4, τα προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας εισάγονται στην Κοινότητα υπό τους προτιμησιακούς όρους της Συμφωνίας Συνδέσεως, όπως και τα προϊόντα των διαφόρων κρατών μελών της Κοινότητας εισάγονται στην Ουγγαρία υπό τους ίδιους όρους, εφόσον προσκομισθεί πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1 (8). Το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 4 ορίζει ότι το πιστοποιητικό EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής, οι οποίες πρέπει να προβαίνουν συναφώς σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την επαλήθευση της καταγωγής του προϊόντος. Μπορούν επίσης να ζητούν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργούν ελέγχους των λογιστικών καταχωρίσεων του εξαγωγέα ή οποιονδήποτε άλλο έλεγχο θεωρούν αναγκαίο (9).
8. Οι περί των μεθόδων διοικητικής συνεργασίας διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 4 περιέχονται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 31 έως 33 αυτού, των οποίων η ερμηνεία ζητείται με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Τα άρθρα αυτά έχουν ως εξής:
«Άρθρο 31
Αμοιβαία συνδρομή
[…]
2. Για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου, η Κοινότητα και η Ουγγαρία παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, μέσω των αρμοδίων τελωνειακών υπηρεσιών, για τον έλεγχο της γνησιότητας των πιστοποιητικών κυκλοφορίας EUR.1 ή των δηλώσεων τιμολογίου και της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχονται σ’ αυτά τα έγγραφα.
Άρθρο 32
Έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής
1. Ο μεταγενέστερος έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής πραγματοποιείται δειγματοληπτικά ή κάθε φορά που οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα τέτοιων εγγράφων, τον χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων ή την εκπλήρωση των λοιπών απαιτήσεων του παρόντος πρωτοκόλλου.
2. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1, οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής οφείλουν να επιστρέφουν το πιστοποιητικό κυκλοφορίας EUR.1 και το τιμολόγιο, αν έχει υποβληθεί, τη δήλωση τιμολογίου ή αντίγραφο των εν λόγω εγγράφων στις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής, αναφέροντας, όπου κρίνεται σκόπιμο, τους λόγους που δικαιολογούν την έρευνα. Προς επίρρωση της αίτησής τους για έλεγχο, αυτές παρέχουν όλα τα έγγραφα και όλες τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρώσει και που δικαιολογούν την υποψία ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο πιστοποιητικό καταγωγής είναι ανακριβείς.
3. Ο έλεγχος διενεργείται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής. Για τον σκοπό αυτό, αυτές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργήσουν ελέγχους των λογιστικών βιβλίων του εξαγωγέα καθώς και οποιονδήποτε άλλο έλεγχο κρίνουν αναγκαίο.
4. Αν οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής αποφασίσουν να αναστείλουν την προτιμησιακή μεταχείριση για τα συγκεκριμένα προϊόντα, εν αναμονή των αποτελεσμάτων του ελέγχου, οφείλουν να επιτρέψουν στον εισαγωγέα να παραλάβει τα προϊόντα υπό τον όρο επιβολής κάθε προληπτικού μέτρου το οποίο κρίνεται απαραίτητο.
5. Οι τελωνειακές αρχές που ζητούν τη διενέργεια του ελέγχου πρέπει να ενημερώνονται για τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού το ταχύτερο δυνατό. Τα εν λόγω αποτελέσματα πρέπει να ορίζουν σαφώς αν τα έγγραφα είναι γνήσια και αν τα σχετικά προϊόντα μπορούν πράγματι να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής Κοινότητας [ή] Ουγγαρίας […] και ότι πληρούν τις λοιπές απαιτήσεις του παρόντος πρωτοκόλλου.
6. Εάν, σε περίπτωση εύλογων αμφιβολιών, δεν δοθεί απάντηση εντός δέκα μηνών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος ελέγχου ή εάν η απάντηση δεν περιλαμβάνει επαρκείς πληροφορίες για τη διαπίστωση της αυθεντικότητας του εν λόγω εγγράφου ή τη[ς] πραγματική[ς] καταγωγή[ς] των προϊόντων, οι αιτούσες τελωνειακές αρχές αρνούνται, εκτός εκτάκτων περιστάσεων, το ευεργέτημα των προτιμήσεων.
Άρθρο 33
Διακανονισμός διαφορών
Όταν προκύπτουν διαφορές σε σχέση με τις διαδικασίες ελέγχου του άρθρου 32, οι οποίες δεν μπορούν να διευθετηθούν μεταξύ των τελωνειακών αρχών που ζητούν τον έλεγχο και των τελωνειακών αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διενέργειά του ή όταν δημιουργούνται προβλήματα ως προς την ερμηνεία του παρόντος πρωτοκόλλου, αυτές υποβάλλονται στην επιτροπή σύνδεσης.
Σε όλες τις περιπτώσεις, οι διαφορές μεταξύ του εισαγωγέα και των τελωνειακών αρχών της χώρας εισαγωγής διακανονίζονται βάσει της νομοθεσίας της εν λόγω χώρας.» (10)
Β – Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας
9. Το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται επίσης στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου (11), ο οποίος περιέχει τους κανόνες και τις διαδικασίες που διασφαλίζουν την εφαρμογή των δασμολογικών μέτρων που έχουν θεσπιστεί από την Κοινότητα στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ Κοινότητας και τρίτων χωρών (12).
10. Το άρθρο 220 του ΚΤΚ προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι, όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που πρέπει ή που απομένει να εισπραχθεί, δηλαδή η εγγραφή του από τις τελωνειακές αρχές του οικείου κράτους στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο επέχει θέση βιβλίων (13), πρέπει να γίνει, κατ’ αρχήν, εντός δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να προσδιορίσει τον οφειλέτη.
11. Το άρθρο 220 του ΚΤΚ προβλέπει, ωστόσο, στην παράγραφο 2, μια εξαίρεση από αυτήν την εκ των υστέρων βεβαίωση, της οποίας την ερμηνεία επίσης ζητεί το αιτούν δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Η παράγραφος αυτή έχει ως εξής:
«Εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 217, παράγραφος 1, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπεται εκ των υστέρων βεβαίωση όταν:
[…]
β) το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση·
[…]»
II – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
12. Κατά τα έτη 1996 έως 1998, κατόπιν αιτήματος της μονάδας συντονισμού για την καταπολέμηση της απάτης (στο εξής: UCLAF) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι αρμόδιες αρχές της Ουγγαρίας διενήργησαν εκ των υστέρων έλεγχο της καταγωγής των αυτοκινήτων μάρκας Suzuki που κατασκευάσθηκαν στην Ουγγαρία και εισήχθησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά τα έτη 1995 έως 1997, υπό την κάλυψη πιστοποιητικών EUR.1.
13. Όσον αφορά τις εισαγωγές στην Ελλάδα τις οποίες πραγματοποίησε η εταιρία Σφακιανάκης, η έρευνα κατέληξε στην ταξινόμηση των αυτοκινήτων σε τρεις ομάδες, από τις οποίες η πρώτη αντιστοιχούσε στα αυτοκίνητα των οποίων η ουγγρική καταγωγή, υπό την έννοια του πρωτοκόλλου αριθ. 4, είχε επιβεβαιωθεί· η δεύτερη αντιστοιχούσε στα αυτοκίνητα τα οποία δηλώθηκαν ως μη εγχώριας καταγωγής, με τη συναίνεση του κατασκευαστή, και η τρίτη στα αυτοκίνητα των οποίων η καταγωγή αποτέλεσε αντικείμενο ένδικης διαφοράς μεταξύ του εξαγωγέα και των ουγγρικών τελωνειακών αρχών.
14. Με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1998, ο διευθυντής της Υπηρεσίας Ελέγχων της Ουγγαρίας γνωστοποίησε τα αποτελέσματα αυτά στις αρμόδιες ελληνικές τελωνειακές αρχές. Όσον αφορά την τρίτη ομάδα αυτοκινήτων, αυτός ζήτησε από τις εν λόγω αρχές να αναβάλουν την εκ των υστέρων είσπραξη των τελωνειακών δασμών μέχρι την περάτωση των εκκρεμών δικών.
15. Οι αρμόδιες ελληνικές τελωνειακές αρχές έλαβαν επίσης από την UCLAF έναν κατάλογο των εισαχθέντων στην Ελλάδα αυτοκινήτων προελεύσεως Ουγγαρίας τα οποία κακώς είχαν τύχει του ευεργετήματος της υπαγωγής στο προτιμησιακό καθεστώς. Ο κατάλογος αυτός περιελάμβανε τα αυτοκίνητα των οποίων η καταγωγή αποτελούσε αντικείμενο των προσφυγών που εκκρεμούσαν ενώπιον του αρμοδίου ουγγρικού δικαστηρίου.
16. Βάσει του εν λόγω καταλόγου, οι αρμόδιες ελληνικές τελωνειακές αρχές εξέδωσαν αποφάσεις επιβάλλουσες στη Σφακιανάκης την καταβολή εισαγωγικών δασμών πλέον φόρων και προστίμων.
17. Το ουγγρικό δικαστήριο ακύρωσε τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου που διενήργησαν οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές και υποχρέωσε τις αρχές αυτές να κινήσουν εκ νέου τη διαδικασία ελέγχου κατ’ εφαρμογήν των αποφάσεων που εκδόθηκαν επί των προσφυγών (14).
18. Με έγγραφο της 26ης Ιουλίου 1999, η αρμόδια ουγγρική αρχή πληροφόρησε την Ελληνική Γενική Διεύθυνση Τελωνείων για τις αποφάσεις αυτές και της διαβίβασε τον κατάλογο των αυτοκινήτων μη εγχώριας καταγωγής και τον κατάλογο των αυτοκινήτων των οποίων η ουγγρική καταγωγή επιβεβαιώθηκε εν τέλει. Οι ελληνικές τελωνειακές αρχές δεν ακύρωσαν τις αποφάσεις τους οι οποίες επέβαλαν στη Σφακιανάκης την καταβολή εισαγωγικών δασμών για τα αυτοκίνητα των οποίων η ουγγρική καταγωγή είχε επιβεβαιωθεί.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
19. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, επιληφθέν της προσφυγής την οποία άσκησε η Σφακιανάκης κατά των αποφάσεων αυτών, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Επιβάλλει η καθιερωθείσα από το άρθρο 31, παράγραφος 2, του πρωτοκόλλου αριθ. 4 (που επισυνάπτεται στην Ευρωπαϊκή Συμφωνία Σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου) υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής στις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής να λαμβάνουν υπόψη τους τις αποφάσεις ουγγρικών δικαστηρίων σχετικά με το κύρος των διενεργούμενων από τις αρχές του κράτους εξαγωγής ελέγχων, οι οποίοι αφορούν την ακρίβεια πιστοποιητικού εξαγωγής EUR.1, ενόψει του ότι:
α) οι ουγγρικές αρχές είχαν πληροφορήσει αρμοδίως τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής για τα αποτελέσματα του αρχικώς διενεργηθέντος ελέγχου, περί ανακρίβειας ορισμένων πιστοποιητικών εξαγωγής, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι το κύρος του ελέγχου ήταν αντικείμενο εκκρεμών διαδικασιών ενώπιον των ουγγρικών δικαστηρίων και
β) οι ουγγρικές αρχές διαβίβασαν επισήμως στις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής το αποτέλεσμα των διαδικασιών αυτών, τις αποφάσεις δηλαδή των ανωτέρω δικαστηρίων, διά των οποίων διαπιστώθηκε ότι τελικώς ένας αριθμός πιστοποιητικών ΕUR.1 ήταν ακριβής;
2) Έχει την έννοια το άρθρο 32 του ως άνω πρωτοκόλλου αριθ. 4 ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τις αποφάσεις των δικαστηρίων του κράτους εξαγωγής, οι οποίες ανατρέπουν τα αποτελέσματα ελέγχων που διατάχθηκαν και διενεργήθηκαν από τις ουγγρικές αρχές μετά την εξαγωγή, λαμβανομένου υπόψη:
α) ότι οι αρχές του κράτους εισαγωγής πληροφορήθηκαν αρμοδίως τόσο την εκκρεμοδικία ενώπιον των ουγγρικών δικαστηρίων όσο και το αποτέλεσμα των σχετικών διαδικασιών και
β) ότι δεν ζήτησαν ποτέ οι ίδιες τη διενέργεια του ελέγχου;
3) Αν η απάντηση σε ένα από τα παραπάνω ερωτήματα είναι καταφατική, έχουν την έννοια οι παραπάνω ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου ότι δεν επιτρέπουν την έκδοση διοικητικών πράξεων επιβολής πρόσθετων δασμών, φόρων και προστίμων, που εκδόθηκαν από τις εθνικές αρχές του κράτους εισαγωγής μετά την κοινοποίηση από τις ουγγρικές αρχές του αποτελέσματος του διενεργηθέντος από αυτές ελέγχου, αλλά πριν από τη γνωστοποίηση του περιεχομένου των δικαστικών αποφάσεων, με τις οποίες ανατρέπονται τα αποτελέσματά του, προκειμένου να διασφαλιστεί το ωφέλιμο αποτέλεσμα της απαγόρευσης επιβολής δασμών από την Ευρωπαϊκή Συμφωνία Σύνδεσης ΕΚ-Ουγγαρίας, ενόψει και του γεγονότος ότι τελικώς τα εκδοθέντα πιστοποιητικά EUR.1 ήταν ακριβή;
4) Ασκεί, συναφώς, επίδραση στα παραπάνω ερωτήματα το γεγονός ότι ούτε οι ελληνικές ούτε οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές ζήτησαν τη σύγκληση της επιτροπής σύνδεσης του άρθρου 33 του ως άνω πρωτοκόλλου αριθ. 4, προκειμένου να αποφανθεί σχετικά, κατάσταση που υποδηλώνει ότι καμία από τις δύο αρχές δεν θεώρησε ότι η έκδοση των αποφάσεων των ουγγρικών δικαστηρίων αποτελεί διαφορά μεταξύ τους, που θα έπρεπε να υπαχθεί στην κρίση της επιτροπής αυτής;
5) Επικουρικώς, αν η απάντηση στα προηγούμενα ερωτήματα είναι αρνητική, εάν δηλαδή οι ελληνικές τελωνειακές αρχές δεν παραβίασαν τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις του κοινοτικού δικαίου με την επιβολή πρόσθετου δασμού, ΦΠΑ και ποινής, τότε είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι δεν επιτρέπεται η εκ των υστέρων βεβαίωση δασμών σε βάρος του εισαγωγέα με βάση το άρθρο 220, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, λόγω ιδίου σφάλματος των τελωνειακών αρχών του κράτους είτε της εισαγωγής είτε της εξαγωγής, αν ληφθεί ιδίως υπόψη ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής διέθεταν όλα τα πραγματικά στοιχεία σχετικά με την καταγωγή των προς εξαγωγή οχημάτων με βάση τα οποία δεν θα εκδιδόταν το πιστοποιητικό EUR.1, ώστε οι αρχές του κράτους εισαγωγής να είναι σε θέση να βεβαιώσουν εξαρχής τον νομίμως οφειλόμενο δασμό;»
IV – Ανάλυση
Α? Επί των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων
20. Προτείνω στο Δικαστήριο να εξετάσει από κοινού τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία συνδέονται στενά.
21. Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η Συμφωνία Συνδέσεως και το πρωτόκολλο αριθ. 4, ιδίως δε οι διατάξεις αυτού περί της υποχρεώσεως αμοιβαίας συνδρομής, που περιέχονται στο άρθρο 31, παράγραφος 2, καθώς και οι διατάξεις του περί του ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής των εμπορευμάτων, που περιέχονται στο άρθρο 32, έχουν την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εντός του κράτους εξαγωγής επί των προσφυγών οι οποίες ασκούνται κατά των αποτελεσμάτων του ελέγχου του κύρους των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που πραγματοποιούν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, άπαξ πληροφορηθούν την άσκηση των προσφυγών αυτών και το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης το Δικαστήριο αν το γεγονός ότι ο έλεγχος του κύρους των πιστοποιητικών κυκλοφορίας δεν διενεργήθηκε κατόπιν αιτήματος των τελωνειακών αρχών του κράτους εισαγωγής ασκεί επιρροή επί της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο ανωτέρω ερώτημα.
22. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί επομένως να μάθει αν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πρέπει να συμμορφώνονται προς τα αρχικά αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου των πιστοποιητικών κυκλοφορίας, τον οποίο πραγματοποίησαν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, ή αν πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν εντός του κράτους εισαγωγής επί των προσφυγών που ασκήθηκαν κατά των αποτελεσμάτων του ελέγχου αυτού.
23. Η Ελληνική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι η Συμφωνία Συνδέσεως και οι προαναφερθείσες διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 4 δεν υποχρεώνουν τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής να λαμβάνουν υπόψη τις αποφάσεις που εκδίδει το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους εξαγωγής επί του κύρους του εκ των υστέρων ελέγχου περί της ακρίβειας των πιστοποιητικών EUR.1.
24. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, η Ελληνική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι ο προσδιορισμός της καταγωγής των εμπορευμάτων απόκειται στις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής και ότι η εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν υποχρεώνει τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής να εξετάζουν την ακρίβεια του ελέγχου αυτού. Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η δήλωση των τελωνειακών αρχών του κράτους εξαγωγής ως προς την ακρίβεια των πιστοποιητικών EUR.1 αρκεί για να δικαιολογήσει την εκ των υστέρων επιβολή δασμών.
25. Εκθέτει ότι, κατά το μέτρο που οι τελωνειακές αρχές και όχι η δικαστική αρχή του κράτους εξαγωγής είναι αρμόδιες για τον εκ των υστέρων έλεγχο των πιστοποιητικών που βεβαιώνουν την καταγωγή των προϊόντων και που το άρθρο 32, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 4 προβλέπει ότι η διενέργεια του ελέγχου πρέπει να ολοκληρώνεται το ταχύτερο δυνατόν, ορθώς οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές ακύρωσαν τα επίδικα πιστοποιητικά EUR.1. Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι καμία διάταξη της εφαρμοστέας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, ιδίως δε τα άρθρα 31 και 32 του πρωτοκόλλου αριθ. 4, δεν υποχρεώνει τις αρμόδιες τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής να αναμείνουν την έκβαση του δικαστικού αγώνα.
26. Προσθέτει ότι, αν οι εκτιμήσεις των τελωνειακών αρχών του κράτους εξαγωγής ανατραπούν δικαστικώς, οι αρμόδιες αρχές του κράτους εισαγωγής δεν μπορούν να γνωρίζουν αν η διαδικασία ήταν κατ’ αντιμωλία και αν παρείχε όλες τις εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης, ούτε αν το αποτέλεσμα του δικανικού συλλογισμού βασίζεται στην εξέταση του νόμω και του ουσία βασίμου της προσβαλλομένης πράξεως ή σε τυπικό λόγο, όπως είναι η ερημοδικία των καθών τελωνειακών αρχών.
27. Δεν συμμερίζομαι την άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Όπως η Σφακιανάκης, η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, φρονώ ότι η Συμφωνία Συνδέσεως και οι διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 4, περί της υποχρεώσεως αμοιβαίας συνδρομής και περί του ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής των εμπορευμάτων, επιβάλλουν στις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής να λαμβάνουν υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εντός του κράτους εξαγωγής κατόπιν προσφυγής κατά των αποτελεσμάτων του ελέγχου του κύρους των πιστοποιητικών EUR.1. Τούτο επιβάλλεται, όπως υποστηρίζουν η Ουγγρική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, δυνάμει του σκοπού της Συμφωνίας Συνδέσεως και του συστήματος διοικητικής συνεργασίας που καθιερώνει το πρωτόκολλο αριθ. 4. Φρονώ επίσης, όπως η Σφακιανάκης, ότι η λύση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή προκειμένου να τυγχάνει σεβασμού το θεμελιώδες δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη.
28. Πρώτον, όπως είδαμε, η Συμφωνία Συνδέσεως έχει ως σκοπό τα εμπορεύματα που πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας ή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να εισάγονται στην Κοινότητα ή στην Ουγγαρία τυγχάνοντας του ευεργετήματος της υπαγωγής στο προτιμησιακό καθεστώς που προβλέπει η εν λόγω συμφωνία. Προς τούτο, τα άρθρα 16 και 17 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 ορίζουν ότι η απόδειξη της καταγωγής των προϊόντων, η οποία επιτρέπει αυτή την προτιμησιακή μεταχείρισή τους, παρέχεται από το πιστοποιητικό EUR.1, την έκδοση του οποίου διασφαλίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 17, παράγραφος 4, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής.
29. Μολονότι, κατά το άρθρο 17, παράγραφοι 4 και 5, η πιστοποίηση αυτή της καταγωγής των προϊόντων από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής βασίζεται, κατ’ αρχήν, στον έλεγχο κατά τον χρόνο της εκδόσεως του πιστοποιητικού EUR.1, πραγματοποιείται επίσης μέσω των εκ των υστέρων ελέγχων. Έτσι, όπως διευκρινίστηκε στο πρωτόκολλο αριθ. 4 με το άρθρο 32, παράγραφος 3, ο εκ των υστέρων έλεγχος πραγματοποιείται επίσης από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, οι οποίες έχουν την εξουσία, προς τούτο, να απαιτούν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργούν κάθε έλεγχο που κρίνουν αναγκαίο.
30. Συνεπώς, στις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής εναπόκειται να ελέγξουν την καταγωγή των επιμάχων εμπορευμάτων και το αν αυτά όντως πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να μπορούν να εισαχθούν σε κράτος μέλος της Κοινότητας ή στην Ουγγαρία τυγχάνοντας του ευεργετήματος της προτιμησιακής μεταχειρίσεως την οποία προβλέπει η Συμφωνία Συνδέσεως.
31. Έτσι, όπως υπενθυμίζουν όλοι οι παρεμβαίνοντες, το σύστημα διοικητικής συνεργασίας που προβλέπουν τα άρθρα 31 έως 33 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 βασίζεται συγχρόνως στην κατανομή των καθηκόντων και στην αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των τελωνειακών υπηρεσιών του ενδιαφερομένου κράτους μέλους και των αντιστοίχων υπηρεσιών της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας. Όπως έκρινε το Δικαστήριο στο πλαίσιο άλλων συμφωνιών ελευθέρων συναλλαγών, όσον αφορά πρωτόκολλα σχετικά με τον ορισμό της εννοίας «καταγόμενα προϊόντα ή προϊόντα καταγωγής» και τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας παρόμοιες με αυτές του πρωτοκόλλου αριθ. 4, το σύστημα αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι αρχές του κράτους εξαγωγής βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση για να ελέγχουν άμεσα τα πραγματικά περιστατικά που καθορίζουν την καταγωγή του οικείου προϊόντος (15). Έχει επίσης το πλεονέκτημα να οδηγεί σε ασφαλή και ενιαία αποτελέσματα ως προς την εξακρίβωση της καταγωγής των εμπορευμάτων και να αποφεύγονται κατά τον τρόπο αυτόν οι εκτροπές από την κατεύθυνση του εμπορίου και οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού κατά τις συναλλαγές (16).
32. Συνεπώς, το σύστημα αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνον αν η τελωνειακή υπηρεσία του κράτους εισαγωγής αναγνωρίσει τις εκτιμήσεις στις οποίες έχουν προβεί νομίμως οι αρχές του κράτους εξαγωγής (17). Όπως εξέθεσε το Δικαστήριο με την προπαρατεθείσα απόφαση Les rapides Savoyards κ.λπ., στο πλαίσιο συμφωνιών ελευθέρων συναλλαγών οι οποίες συνδέουν την Κοινότητα προς ένα τρίτο κράτος με αμοιβαίες υποχρεώσεις, η εκ μέρους των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών αναγνώριση των αποφάσεων που λαμβάνουν νομίμως οι αρχές του κράτους αυτού είναι επίσης αναγκαία για να μπορεί και η Κοινότητα να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές του εν λόγω κράτους την αναγνώριση των αποφάσεων που έχουν λάβει οι αρχές των κρατών μελών ως προς την καταγωγή των προϊόντων που εξάγονται από την Κοινότητα προς το κράτος αυτό (18).
33. Επομένως, σύμφωνα με τη Συμφωνία Συνδέσεως, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής δεν μπορούν να αρνηθούν την εφαρμογή της προτιμησιακής μεταχειρίσεως ως προς ένα εμπόρευμα το οποίο εισάγεται υπό την κάλυψη πιστοποιητικού EUR.1, νομίμως εκδοθέντος από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής. Αν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την πραγματική καταγωγή του εμπορεύματος αυτού, μπορούν μόνο να ζητήσουν από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής τη διενέργεια εκ των υστέρων ελέγχου της καταγωγής αυτής.
34. Η οικονομία του συστήματος συνεργασίας και κατανομής των καθηκόντων που προβλέπει η εν λόγω συμφωνία συνεπάγεται ότι οι αρχές αυτές δεσμεύονται επίσης από τα αποτελέσματα αυτού του εκ των υστέρων ελέγχου, εφόσον οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής ήσαν σε θέση να προσδιορίσουν την καταγωγή των επιμάχων εμπορευμάτων. Μόνο στην εξαιρετική περίπτωση που τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής δεν είναι σε θέση να διενεργήσουν κανονικά τον εκ των υστέρων έλεγχο, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής μπορούν, κατά το Δικαστήριο, να προβούν οι ίδιες στον έλεγχο της γνησιότητας και της ακρίβειας του επιδίκου πιστοποιητικού EUR.1 και να λάβουν υπόψη τους άλλες αποδείξεις περί της καταγωγής των επιμάχων εμπορευμάτων (19).
35. Συνεπώς, ο σκοπός της Συμφωνίας Συνδέσεως και το σύστημα διοικητικής συνεργασίας το οποίο προβλέπει το πρωτόκολλο αριθ. 4 προϋποθέτουν ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα του τελικού ελέγχου της καταγωγής των προϊόντων που διενεργούν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν επιβάλλεται όπως όλα τα εμπορεύματα που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ως προς την καταγωγή τους, και μόνον τα εμπορεύματα αυτά, τυγχάνουν του ευεργετήματος της υπαγωγής στο προτιμησιακό καθεστώς κατά την εισαγωγή.
36. Επομένως, οσάκις τα αρχικά αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου έχουν αποτελέσει αντικείμενο ένδικης προσφυγής εκ μέρους του εξαγωγέα και οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν ειδοποιηθεί για την άσκηση της προσφυγής αυτής καθώς και για την έκβαση της δίκης επ’ αυτής, οι τελευταίες έχουν υποχρέωση να λάβουν υπόψη την έκβαση αυτή.
37. Δεν νομίζω ότι το άρθρο 32, παράγραφος 5, του πρωτοκόλλου αριθ. 4, το οποίο επικαλέσθηκε η Ελληνική Κυβέρνηση, αντικρούει την ανάλυση αυτή. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο αυτό προβλέπει ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής που ζητούν τη διενέργεια του εκ των υστέρων ελέγχου πρέπει να ενημερώνονται για τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού το ταχύτερο δυνατό και ότι τα εν λόγω αποτελέσματα πρέπει να ορίζουν σαφώς αν τα εμπορεύματα πληρούν τις προϋποθέσεις για να τύχουν του ευεργετήματος της υπαγωγής στο προτιμησιακό καθεστώς.
38. Μπορώ επίσης να αναφερθώ και στο άρθρο 32, παράγραφος 6, του πρωτοκόλλου αριθ. 4 το οποίο, στο ίδιο πνεύμα με την προηγούμενη σκέψη, ορίζει ότι, σε περίπτωση ευλόγων αμφιβολιών ως προς την καταγωγή των επιμάχων εμπορευμάτων και αν δεν δοθεί απάντηση εντός δέκα μηνών από την εκ μέρους τους υποβολή του αιτήματος ελέγχου ή εάν η απάντηση είναι ανεπαρκής, οι τελωνειακές αρχές του κράτους αρνούνται, εκτός εξαιρετικών περιστάσεων, την εφαρμογή της προτιμησιακής μεταχειρίσεως επί των εμπορευμάτων αυτών.
39. Με τις διατάξεις αυτές, τα μέρη της Συμφωνίας Συνδέσεως θέλησαν κατά τη γνώμη μου, ως αντιστάθμιση της αρμοδιότητας που τους απονέμει έτσι το πρωτόκολλο αριθ. 4, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής που επιλαμβάνονται αιτήματος ελέγχου υποβληθέντος από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής να διενεργούν όντως τον έλεγχο αυτόν και να διαβιβάζουν τα αποτελέσματά του στις τελευταίες εντός εύλογης προθεσμίας. Σκοπός τους είναι πράγματι, όπως επισημαίνει η Ελληνική Κυβέρνηση, να επιτύχουν την επιμελή διεξαγωγή της διαδικασίας διοικητικής συνεργασίας, η οποία επιτρέπει τον καθορισμό της καταγωγής των οικείων εμπορευμάτων, και τον ταχύ προσδιορισμό της τύχης των εμπορευμάτων. Εντούτοις, δεν προβλέπουν τίποτε όσον αφορά την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά των αποφάσεων που λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, κατόπιν του εκ των υστέρων ελέγχου, οι οποίες εξακολουθούν να διέπονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού.
40. Συνεπώς, δεν μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις αυτές ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής δεσμεύονται από τα αρχικά αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου, εφόσον τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού αποτελούν αντικείμενο ένδικης προσφυγής και, κατά συνέπεια, δεν έχουν οριστικό χαρακτήρα.
41. Αντιθέτως, μπορεί κατά τη γνώμη μου να συναχθεί από τις ίδιες αυτές διατάξεις και από το σύνολο του συστήματος διοικητικής συνεργασίας που προβλέπει το πρωτόκολλο αριθ. 4 ότι, οσάκις τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου θέτουν υπό αμφισβήτηση το κύρος των πιστοποιητικών EUR.1 και αποτελούν αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με τους κανόνες εσωτερικού δικαίου, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πρέπει να ενημερώνονται από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής για την άσκηση της εν λόγω προσφυγής και κατόπιν για την έκβαση της δίκης επ’ αυτής. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται και υπό το πρίσμα του σκοπού της Συμφωνίας Συνδέσεως, προκειμένου τα εμπορεύματα, των οποίων η καταγωγή εν τέλει επιβεβαιώνεται από τις αρχές του κράτους εξαγωγής, να μπορούν πράγματι να τύχουν του ευεργετήματος της προτιμησιακής μεταχειρίσεως από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής.
42. Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της Συμφωνίας Συνδέσεως και του συστήματος διοικητικής συνεργασίας για τον καθορισμό της καταγωγής των εμπορευμάτων, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πρέπει όντως να λαμβάνουν υπόψη τους τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αρχικών αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου της καταγωγής αυτής.
43. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ελληνική Κυβέρνηση, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής δεν μπορούν να αρνηθούν να λάβουν υπόψη τις αποφάσεις αυτές με την αιτιολογία ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν αν η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους εξαγωγής ήταν κατ’ αντιμωλία και αν παρείχε όλες τις εγγυήσεις μιας δίκαιης δίκης.
44. Υπενθυμίζεται ότι το σύστημα διοικητικής συνεργασίας που θεσπίζει το πρωτόκολλο αριθ. 4 βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των τελωνειακών αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών. Τούτο σημαίνει ότι, θεσπίζοντας ένα τέτοιο σύστημα, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή έκριναν ότι οι διοικητικές αρχές του τρίτου κράτους, το οποίο έχει συμβληθεί στην εν λόγω συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών, ήσαν σε θέση να εφαρμόσουν τις διατάξεις της Συμφωνίας Συνδέσεως. Η εμπιστοσύνη αυτή πρέπει κατ’ ανάγκη να εκτείνεται στα δικαστήρια του εν λόγω κράτους, αρμόδια σύμφωνα με τους εσωτερικούς κανόνες οργανώσεως αυτού να αποφαίνονται επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποφάσεων τις οποίες λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές του. Πράγματι, θα ήταν παράδοξο να τυγχάνουν της εμπιστοσύνης αυτής οι διοικητικές αρχές του τρίτου κράτους, όχι όμως και τα δικαστήριά του, ενώ αυτά έχουν ακριβώς ως καθήκον να μεριμνούν για την εφαρμογή του δικαίου και, συνεπώς, της Συμφωνίας Συνδέσεως από τις εθνικές διοικητικές αρχές (20). Όπως επισήμανε η Σφακιανάκης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα δικαστήρια του κράτους εξαγωγής διασφαλίζουν ότι τα πιστοποιητικά καταγωγής EUR.1 είναι σύμφωνα προς τη Συμφωνία Συνδέσεως.
45. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, το ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εντός του τρίτου κράτους εξαγωγής επί των προσφυγών που ασκήθηκαν κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου της καταγωγής των εμπορευμάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την αναγνώριση των εκτιμήσεων στις οποίες προέβησαν οι τελωνειακές αρχές του κράτους αυτού εξαγωγής ως προς την καταγωγή αυτή και, επομένως, είναι εγγενές προς την κατανομή καθηκόντων που θεσπίζει το πρωτόκολλο αριθ. 4.
46. Επιπλέον, το ζήτημα αν οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη δεν μπορεί να τυγχάνει διαφορετικής αντιμετωπίσεως από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, διότι άλλως θα δημιουργηθεί κατάσταση αβεβαιότητας, που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξη κοινής εμπορικής πολιτικής, καθώς και την εκπλήρωση εκ μέρους της Κοινότητας των υποχρεώσεων που υπέχει από την εν λόγω συμφωνία (21).
47. Προς στήριξη της απόψεως ότι οι αποφάσεις αυτές δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, όταν τα αρχικά αποτελέσματα ενός εκ των υστέρων ελέγχου ακυρώνονται με δικαστική απόφαση, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν αν η ακύρωση αυτή βασίζεται στην εξέταση του νόμω και του ουσία βασίμου της προσβαλλομένης πράξεως ή σε τυπικό λόγο, όπως είναι η ερημοδικία των καθών τελωνειακών αρχών.
48. Δεν νομίζω ότι το επιχείρημα αυτό μπορεί να γίνει δεκτό. Όπως έχω επισημάνει, σκοπός του εκ των υστέρων ελέγχου είναι να ελεγχθεί η ακρίβεια των πιστοποιητικών EUR.1 (22). Οσάκις τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού αποτελούν αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου, το μόνο που έχει σημασία είναι αν, κατά το πέρας της διαδικασίας, τα επίδικα πιστοποιητικά ακυρώνονται ή επικυρώνονται. Αν τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου ο οποίος θέτει υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια των πιστοποιητικών EUR.1 ακυρωθούν δικαστικώς και, κατά συνέπεια, τα εν λόγω πιστοποιητικά εξακολουθούν να ισχύουν, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πρέπει να λάβουν υπόψη τα πιστοποιητικά αυτά, ανεξαρτήτως των λόγων της ακυρώσεως των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου.
49. Δεύτερον και εν πάση περιπτώσει, η άποψη της Ελληνικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτή διότι είναι αντίθετη στο δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής.
50. Κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στη δικαιοσύνη αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου στην οποία στηρίζονται οι κοινές στα κράτη μέλη συνταγματικές παραδόσεις (23). Έχει καθιερωθεί με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ο οποίος εμπνέεται από τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών. Στο Δικαστήριο εναπόκειται να επαγρυπνεί για την τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον τομέα του κοινοτικού δικαίου (24). Μια συμφωνία όπως η Συμφωνία Συνδέσεως, συναφθείσα από το Συμβούλιο και την Επιτροπή κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 228 και 238 της Συνθήκης ΕΚ (25), αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κοινοτικής έννομης τάξεως (26). Συνεπώς, στο Δικαστήριο εναπόκειται να επαγρυπνεί προκειμένου, κατά την εφαρμογή της Συμφωνίας Συνδέσεως, να τυγχάνουν σεβασμού τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής.
51. Είναι αναμφίβολο ότι η απόφαση την οποία λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, κατόπιν του εκ μέρους τους εκ των υστέρων ελέγχου περί της καταγωγής των εμπορευμάτων, πρέπει να μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου. Συγκεκριμένα, ο έλεγχος αυτός αφορά το αν τα οικεία εμπορεύματα πληρούν τις προϋποθέσεις της Συμφωνίας Συνδέσεως, η οποία εμπίπτει στην κοινοτική έννομη τάξη, ώστε να μπορούν να τύχουν του ευεργετήματος της υπαγωγής στο προτιμησιακό καθεστώς. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να έχει ως συνέπεια να στερήσει από τον εξαγωγέα τα πλεονεκτήματα που του παρέχει το καθεστώς αυτό, δεδομένου ότι ο εισαγωγέας θα υποχρεωθεί να καταβάλει τους δασμούς που αντιστοιχούν στα επίμαχα εμπορεύματα, πράγμα το οποίο θα έχει, αναπόφευκτα, συνέπειες επί των εμπορικών τους σχέσεων.
52. Συνεπώς, αν δεν λαμβάνονται υπόψη οι αποφάσεις τις οποίες εκδίδουν τα δικαστήρια του κράτους εξαγωγής επί των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου, τούτο θα είχε ως συνέπεια, αφενός, να στερηθούν οι εξαγωγείς το δικαίωμα προσφυγής που προβλέπει το ουγγρικό δίκαιο κατά των αποτελεσμάτων των ελέγχων αυτών. Αφετέρου, θα μπορούσε επίσης να έχει ως συνέπεια ότι και οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές κρίνουν ότι δεν οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τους τις αποφάσεις που εκδίδουν τα δικαστήρια των κρατών μελών, αποφαινόμενα επί προσφυγών ασκουμένων κατά των ελέγχων της καταγωγής τούς οποίους διενεργούν οι αντίστοιχες τελωνειακές αρχές τους. Πράγματι, υπογραμμίζεται ότι, στο πλαίσιο της λογικής της αμοιβαιότητας η οποία διαπνέει τη Συμφωνία Συνδέσεως και το πρωτόκολλο αριθ. 4, το να λαμβάνουν τα κράτη μέλη υπόψη τους τις αποφάσεις των ουγγρικών δικαστηρίων συνιστά επίσης την προϋπόθεση για να λαμβάνουν υπόψη τους οι τελωνειακές αρχές του κράτους αυτού τις αποφάσεις που εκδίδουν τα δικαστήρια των κρατών μελών επί των προσφυγών που ασκούν οι εξαγωγείς κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου περί της κοινοτικής καταγωγής των εισαγομένων στην Ουγγαρία εμπορευμάτων.
53. Συνεπώς, το να μη λαμβάνονται υπόψη οι αποφάσεις που εκδίδουν τα ουγγρικά δικαστήρια επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των αποτελεσμάτων των εκ των υστέρων ελέγχων αντιβαίνει όχι μόνο στον σκοπό της Συμφωνίας Συνδέσεως και στο σύστημα συνεργασίας που προβλέπει το πρωτόκολλο αριθ. 4, αλλά και στο δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής.
54. Τέλος, από το σύστημα του πρωτοκόλλου αριθ. 4 και από τον σκοπό της Συμφωνίας Συνδέσεως προκύπτει ότι η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται στις τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής, ανεξαρτήτως του αν αυτές ζήτησαν αυτόν τον εκ των υστέρων έλεγχο ή όχι.
55. Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι από το άρθρο 32, παράγραφος 1, του πρωτοκόλλου αριθ. 4 προκύπτει ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος μπορεί να διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους εξαγωγής αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήματος των αρχών του κράτους εισαγωγής. Ο έλεγχος αυτός μπορεί επίσης, όπως εν προκειμένω, να πραγματοποιείται κατόπιν αιτήματος των υπηρεσιών της Επιτροπής στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο 155 της Συνθήκης ΕΚ (27), εναπέκειτο να μεριμνά για την ορθή εφαρμογή της Συμφωνίας Συνδέσεως και των πρωτοκόλλων της (28).
56. Απ’ όποιον και να προέρχεται το αίτημα διενεργείας εκ των υστέρων ελέγχου, ο σκοπός του είναι ο ίδιος, δηλαδή η διαπίστωση της ακρίβειας των πιστοποιητικών EUR.1, προκειμένου, σύμφωνα με τον σκοπό της Συμφωνίας Συνδέσεως, σε περίπτωση εισαγωγής στην Κοινότητα, τα εμπορεύματα καταγωγής Ουγγαρίας υπό την έννοια της συμφωνίας αυτής να τυγχάνουν του ευεργετήματος της υπαγωγής στο προτιμησιακό καθεστώς που αυτή προβλέπει. Συνεπώς, βάσει του συστήματος αυτού και του σκοπού της ίδιας αυτής συμφωνίας, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα του εκ των υστέρων ελέγχου και, επομένως, τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εντός του κράτους εξαγωγής επί των αποτελεσμάτων του ελέγχου αυτού, ανεξαρτήτως της αρχής που ζήτησε τη διενέργεια του εν λόγω ελέγχου.
57. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την απάντηση ότι η Συμφωνία Συνδέσεως και το πρωτόκολλο αριθ. 4, ιδίως οι διατάξεις του τελευταίου περί της υποχρεώσεως αμοιβαίας συνδρομής του άρθρου 31, παράγραφος 2, καθώς και οι διατάξεις περί του ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής των εμπορευμάτων του άρθρου 32, έχουν την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εντός του κράτους εξαγωγής επί των προσφυγών οι οποίες ασκούνται κατά των αποτελεσμάτων του ελέγχου περί του κύρους των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που πραγματοποιούν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, άπαξ πληροφορηθούν την άσκηση των προσφυγών αυτών και το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών, τούτο δε ανεξαρτήτως του αν ο έλεγχος του κύρους των πιστοποιητικών κυκλοφορίας διενεργήθηκε κατόπιν αιτήματος των τελωνειακών αρχών του κράτους εισαγωγής ή όχι.
Β –Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
58. Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν η πρακτική αποτελεσματικότητα της καταργήσεως των δασμών την οποία προβλέπει η Συμφωνία Συνδέσεως εμποδίζει την έκδοση διοικητικών αποφάσεων που επιβάλλουν την καταβολή δασμών, πλέον φόρων και προστίμων, τις οποίες λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πριν από την έκβαση της δίκης επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου, οσάκις, κατ’ εφαρμογήν των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται επί των προσφυγών αυτών, επιβεβαιώνεται το κύρος των πιστοποιητικών EUR.1.
59. Η εξέταση του ζητήματος αυτού οδηγεί, κατ’ αρχάς, στην εξέταση του αν οι ελληνικές τελωνειακές αρχές, αφού πληροφορήθηκαν από τις ουγγρικές αρχές τον εσφαλμένο χαρακτήρα των επιμάχων πιστοποιητικών EUR.1 είχαν δικαίωμα να λάβουν τις επίδικες αποφάσεις πριν από την έκβαση της δίκης επί των προσφυγών που ασκήθηκαν κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου, ή αν όφειλαν να αναβάλουν την κίνηση της διαδικασίας εισπράξεως δασμών εν αναμονή της εκβάσεως της δίκης επί των προσφυγών.
60. Η Σφακιανάκης και η Ουγγρική Κυβέρνηση εξέθεσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι ελληνικές τελωνειακές αρχές όφειλαν να αναβάλουν την κίνηση της διαδικασίας εισπράξεως δασμών διότι, στο ουγγρικό δίκαιο, η προσφυγή που ασκείται κατά των διοικητικών αποφάσεων αναστέλλει την εκτέλεσή τους.
61. Δεν συμμερίζομαι την ανάλυση αυτή. Δεν νομίζω ότι το ζήτημα αν οι τελωνειακές αρχές κράτους μέλους δικαιούνται να κινήσουν τη διαδικασία εισπράξεως δασμών κατόπιν της γνωστοποιήσεως των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου τα οποία θέτουν υπό αμφισβήτηση την καταγωγή των επιδίκων εμπορευμάτων μπορεί να διέπεται από το δίκαιο του τρίτου κράτους, το οποίο μετέχει στην επίμαχη συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών. Επισημαίνω ότι το πρωτόκολλο αριθ. 4 δεν περιέχει σχετική διάταξη.
62. Το πρωτόκολλο αυτό δεν προβλέπει ούτε κανόνες αφορώντες τη στάση που πρέπει να υιοθετούν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής οσάκις, όπως εν προκειμένω, τα εμπορεύματα, τα οποία εισάγονται στην Κοινότητα υπό την κάλυψη πιστοποιητικών EUR.1, διατέθηκαν στο εμπόριο και στη συνέχεια αποτέλεσαν αντικείμενο εκ των υστέρων ελέγχου ο οποίος έθεσε υπό αμφισβήτηση το κύρος των πιστοποιητικών αυτών. Επισημαίνεται, συναφώς, ότι το άρθρο 32, παράγραφος 4, του πρωτοκόλλου αριθ. 4 διέπει μόνον την περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής δεν έχουν ακόμη επιτρέψει την παραλαβή των οικείων προϊόντων. Ελλείψει σχετικού κανόνα στο εν λόγω πρωτόκολλο, πρέπει να αναζητηθεί στον ΚΤΚ αυτό το οποίο πρέπει να πράξουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής σε μια κατάσταση όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης.
63. Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του κώδικα αυτού, φρονώ ότι οι ελληνικές τελωνειακές αρχές δεν υποχρεούνταν να αναβάλουν την κίνηση της διαδικασίας επιβολής δασμών μέχρι την έκβαση της δίκης επί της ασκηθείσας στην Ουγγαρία προσφυγής κατά των αποτελεσμάτων των εκ των υστέρων ελέγχου. Συγκεκριμένα, από τον έλεγχο των σχετικών διατάξεων του ΚΤΚ προκύπτει ότι αυτός, ενώ διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων του εισαγωγέα σε μια τέτοια περίπτωση, σκοπεί συγχρόνως στην αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προβαίνουν στα αναγκαία διαβήματα για την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής που αποτελεί κυρίως κοινοτικό πόρο.
64. Έτσι, από το άρθρο 78, παράγραφος 3, του ΚΤΚ προκύπτει ότι, οσάκις από τους εκ των υστέρων ελέγχους προκύπτει ότι οι διατάξεις που διέπουν το σχετικό τελωνειακό καθεστώς έχουν εφαρμοστεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων, οι τελωνειακές αρχές, τηρώντας τις διατάξεις που έχουν ενδεχομένως θεσπιστεί, λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα για να επανορθώσουν την κατάσταση λαμβάνοντας υπόψη τους τα νέα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή τους. Περαιτέρω, από το άρθρο 201 του ΚΤΚ προκύπτει ότι η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς γεννά τελωνειακή οφειλή.
65. Υπό την ίδια έννοια, άπαξ γεννηθεί η τελωνειακή οφειλή, ο ΚΤΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη να κινήσουν τη διαδικασία εισπράξεως με επιμέλεια, τόσο κατά την πρώτη φάση της διαδικασίας αυτής, η οποία συνίσταται στη βεβαίωση της οφειλής (29), όσο και κατά την καθαυτό είσπραξή του από τον οφειλέτη (30). Τέλος, κατά το άρθρο 244 του ΚΤΚ, η άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών δεν επιφέρει, πλην εξαιρέσεων, την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
66. Δεν νομίζω ότι, οσάκις η γένεση της τελωνειακής οφειλής απορρέει, όπως εν προκειμένω, από την ακύρωση των πιστοποιητικών EUR.1 κατόπιν εκ των υστέρων ελέγχου, η άσκηση προσφυγής κατά της ακυρώσεως αυτής υποχρεώνει τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής να αναβάλουν την κίνηση της προπεριγραφείσας διαδικασίας. Δεδομένου ότι τα επίδικα εμπορεύματα διατέθηκαν ήδη στο εμπόριο εντός της Κοινότητας και ότι η ένδικη διαδικασία μπορούσε να διαρκέσει επί πλείονα έτη, η αναβολή αυτή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής.
67. Επιπλέον, τα συμφέροντα του εισαγωγέα του οποίου τα πιστοποιητικά EUR.1 ακυρώνονται εκ των υστέρων λαμβάνονται υπόψη σε έκαστο από τα δύο στάδια της διαδικασίας εισπράξεως. Έτσι, κατά το άρθρο 220 του ΚΤΚ, ο εισαγωγέας αυτός μπορεί να απαλλαγεί της εκ των υστέρων καταβολής της οφειλής εφόσον η εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος οφείλεται σε σφάλμα των τελωνειακών αρχών του κράτους εξαγωγής, το οποίο δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί ένας καλόπιστος οφειλέτης, και εφόσον αυτός εφάρμοσε την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση (31). Περαιτέρω, σε περίπτωση βεβαιώσεως του χρέους, ο οφειλέτης μπορεί να τύχει προθεσμίας καταβολής ή αναβολής ή ακόμη διευκολύνσεων καταβολής, υπό τις προϋποθέσεις του ΚΤΚ, νοουμένου ότι οι δασμοί πρέπει να επιστραφούν αν αποδειχθεί ότι δεν οφείλονταν νομίμως.
68. Τέλος, στο πλαίσιο της έχουσας κατ’ αρχήν ανασταλτικό αποτέλεσμα προσφυγής την οποία ο εισαγωγέας δικαιούται να ασκήσει εντός του κράτους μέλους εισαγωγής κατά της αποφάσεως των τελωνειακών αρχών του κράτους αυτού, η οποία του επιβάλλει την καταβολή δασμών, το άρθρο 244 του ΚΤΚ προβλέπει ωστόσο ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναστείλουν εν όλω ή εν μέρει την εκτέλεση αυτή, αν έχουν βάσιμους λόγους να αμφιβάλλουν για τη συμφωνία της προσβαλλομένης αποφάσεως με την τελωνειακή νομοθεσία ή όταν υπάρχει κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημίας για τον ενδιαφερόμενο. Ο οφειλέτης που τυγχάνει έτσι αναστολής της καταβολής δασμών μπορεί επίσης να απαλλαγεί από την υποχρέωση συστάσεως εγγυήσεως αν αυτή ενδέχεται να του προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες οικονομικού και κοινωνικού χαρακτήρα.
69. Νομίζω ότι η ανάλυσή μου ενισχύεται επίσης από τη νομολογία που έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο των προσφυγών τις οποίες ασκούν οι εισαγωγείς κατά των αποφάσεων της Επιτροπής που αφορούν την επιστροφή ή τη διαγραφή εισαγωγικών δασμών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1430/79 (32), σύμφωνα με την οποία η διάταξη αυτή έχει ως μοναδικό σκοπό να επιτρέπει, όταν συντρέχουν ιδιαίτερες συνθήκες και δεν συντρέχει αμέλεια ή δόλος, να απαλλάσσονται οι επιχειρηματίες από την καταβολή των δασμών τους οποίους οφείλουν και όχι να θέσει υπό αμφισβήτηση την ίδια την αρχή του απαιτητού του χρέους (33). Με την προπαρατεθείσα απόφαση Cerealmangimi και Italgrani κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο διευκρίνισε, συναφώς, ότι εναπέκειτο στις προσφεύγουσες, αν θεωρούσαν ότι εξακολουθούσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις, να προσφύγουν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου του κράτους μέλους εισαγωγής κατά της αποφάσεως των τελωνειακών αρχών του κράτους αυτού, η οποία τους επέβαλε την εξόφληση της οφειλής (34). Η νομολογία αυτή όντως ενισχύει την ερμηνεία κατά την οποία η κίνηση της διαδικασίας εισπράξεως δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση να έχει καταστεί αναμφισβήτητο το υποστατό της τελωνειακής οφειλής.
70. Επομένως, εν προκειμένω, οι ελληνικές τελωνειακές αρχές, άπαξ πληροφορήθηκαν από τις ουγγρικές τελωνειακές αρχές ότι ο εκ των υστέρων έλεγχος των πιστοποιητικών EUR.1 είχε καταλήξει στον εσφαλμένο χαρακτήρα ορισμένων από αυτά, όντως δικαιούνταν να κινήσουν τη διαδικασία εισπράξεως των δασμών για τα εισαχθέντα υπό την κάλυψη των πιστοποιητικών αυτών αυτοκίνητα, μολονότι τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού αποτελούσαν αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου(35).
71. Πρέπει τώρα να εξετασθεί το ζήτημα ποιας αντιμετωπίσεως πρέπει να τύχουν οι προσβαλλόμενες στη διαφορά της κύριας δίκης αποφάσεις των ελληνικών αρχών, οι οποίες αφορούν τα αυτοκίνητα των οποίων το πιστοποιητικό EUR.1 εν τέλει επικυρώθηκε κατ’ εφαρμογήν των αποφάσεων που εξέδωσε το εθνικό δικαστήριο.
72. Η απάντηση στο ζήτημα αυτό συνάγεται αβίαστα από την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο προηγούμενο ερώτημα. Όπως εξέθεσα, η Συμφωνία Συνδέσεως έχει ως σκοπό τα εμπορεύματα που πληρούν τις προϋποθέσεις, ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας, να εισάγονται στην Κοινότητα τυγχάνοντας του ευεργετήματος της υπαγωγής στο προτιμησιακό καθεστώς που προβλέπει η εν λόγω συμφωνία. Έτσι, η πρακτική αποτελεσματικότητα της Συμφωνίας Συνδέσεως θα διακυβευόταν αν τα εμπορεύματα αυτά, των οποίων η ουγγρική καταγωγή επιβεβαιώθηκε εν τέλει κατ’ εφαρμογήν αποφάσεων τις οποίες εξέδωσε το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους εξαγωγής δεν ετύγχαναν του ευεργετήματος της υπαγωγής στο προτιμησιακό καθεστώς. Συνεπώς, αυτή η πρακτική αποτελεσματικότητα δεν επιτρέπει όπως, σε μια τέτοια περίπτωση, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής προβαίνουν στην εκ των υστέρων είσπραξη δασμών, πλέον φόρων και προστίμων.
73. Ομοίως, το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προσφυγής θα παραγνωριζόταν προδήλως αν, αφού ο εξαγωγέας επιτύγχανε τη δικαστική ακύρωση των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου ο οποίος έθεσε υπό αμφισβήτηση το κύρος των πιστοποιητικών EUR.1, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής προέβαιναν παρά ταύτα στην είσπραξη δασμών από τον εισαγωγέα βάσει των αποτελεσμάτων του ελέγχου αυτού.
74. Συνεπώς, υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, οι ελληνικές τελωνειακές αρχές όφειλαν να προβούν στην ακύρωση ή στην ανάκληση των προσβαλλομένων διοικητικών αποφάσεων, καθόσον αυτές αφορούν τα αυτοκίνητα των οποίων η ουγγρική καταγωγή επιβεβαιώθηκε εν τέλει.
75. Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα της καταργήσεως των δασμών την οποία προβλέπει η Συμφωνία Συνδέσεως εμποδίζει την έκδοση διοικητικών αποφάσεων που επιβάλλουν την καταβολή δασμών, πλέον φόρων και προστίμων, τις οποίες λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πριν από την έκβαση της δίκης επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου, οσάκις, κατ’ εφαρμογήν των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται επί των προσφυγών αυτών, επιβεβαιώνεται το κύρος των πιστοποιητικών EUR.1.
Γ ? Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
76. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν επηρεάζει την απάντηση που δόθηκε στα ανωτέρω ερωτήματα το γεγονός ότι ούτε οι ελληνικές ούτε οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές ζήτησαν τη σύγκληση της επιτροπής συνδέσεως του άρθρου 33 του πρωτοκόλλου αριθ. 4.
77. Προτείνω στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το ερώτημα αυτό υπό την έννοια ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει αν οι απαντήσεις που δόθηκαν στα προηγούμενα ερωτήματα μπορούν να θιγούν από το ότι ούτε οι ελληνικές ούτε οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές υπέβαλαν το ζήτημα στην κρίση της επιτροπής συνδέσεως κατόπιν της εκδόσεως των αποφάσεων των ουγγρικών δικαστηρίων.
78. Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση για τους ακόλουθους λόγους.
79. Εξέθεσα ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής δεν μπορούν να κηρύξουν μονομερώς άκυρο ένα πιστοποιητικό EUR.1 εκδοθέν νομοτύπως από τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής. Σε περίπτωση βάσιμης αμφιβολίας ως προς την ακρίβεια του πιστοποιητικού αυτού, μπορούν μόνο να ζητήσουν από τις αρχές αυτές να διενεργήσουν εκ των υστέρων έλεγχο. Ομοίως, δεσμεύονται από τα αποτελέσματα του ως άνω ελέγχου, εφόσον οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής ήσαν σε θέση να καθορίσουν την καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος.
80. Σύμφωνα με το άρθρο 33 του πρωτοκόλλου αριθ. 4, αν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής διαφωνούν με τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής στο πλαίσιο του ελέγχου αυτού, πρέπει να επιδιώξουν τη φιλική επίλυση του προβλήματος μαζί με τις αρχές αυτές. Σε περίπτωση που η φιλική διευθέτηση είναι αδύνατη, τότε πρέπει να υποβάλουν τη διαφορά στην κρίση της επιτροπής συνδέσεως.
81. Επομένως, το γεγονός ότι ούτε οι ελληνικές ούτε οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές υπέβαλαν το ζήτημα στην κρίση της επιτροπής συνδέσεως δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι οι ελληνικές τελωνειακές αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις αποφάσεις των ουγγρικών δικαστηρίων και ότι, δεδομένου ότι οι αποφάσεις αυτές επιβεβαίωσαν την ουγγρική καταγωγή των επιμάχων αυτοκινήτων, οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να προβούν στην είσπραξη δασμών ως προς τα αυτοκίνητα αυτά.
82. Προτείνω να επισημανθεί στο αιτούν δικαστήριο ότι δεν επηρεάζει την απάντηση που δόθηκε στα ανωτέρω ερωτήματα το γεγονός ότι ούτε οι ελληνικές ούτε οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές ζήτησαν τη σύγκληση της επιτροπής συνδέσεως του άρθρου 33 του πρωτοκόλλου αριθ. 4.
Δ ? Επί του πέμπτου προδικαστικού ερωτήματος
83. Το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα μόνο για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στα δύο πρώτα ερωτήματα που εξετάσθηκαν προηγουμένως. Καθόσον πρότεινα να τους δοθεί καταφατική απάντηση, δεν θεωρώ αναγκαίο να εξετασθεί το τελευταίο αυτό ερώτημα.
V – Πρόταση
84. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρων σκέψεων, προτείνω να δοθούν στα υποβληθέντα από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ερωτήματα οι ακόλουθες απαντήσεις:
«1. Η Ευρωπαϊκή Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, και το πρωτόκολλο αριθ. 4 για τον καθορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής» και τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας, προσαρτηθέν στη Συμφωνία Συνδέσεως, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 3/96 του Συμβουλίου Συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου, της 28ης Δεκεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 4, ιδίως δε οι διατάξεις αυτού περί της υποχρεώσεως αμοιβαίας συνδρομής την οποία προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 2, και περί του ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής που περιέχονται στο άρθρο 32 έχουν την έννοια ότι οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν την υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εντός του κράτους εξαγωγής επί των προσφυγών οι οποίες ασκούνται κατά των αποτελεσμάτων του ελέγχου του κύρους των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που πραγματοποιούν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, άπαξ πληροφορηθούν την άσκηση των προσφυγών αυτών και το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών, τούτο δε ανεξαρτήτως του αν ο έλεγχος του κύρους των πιστοποιητικών κυκλοφορίας διενεργήθηκε κατόπιν αιτήματος των τελωνειακών αρχών του κράτους εισαγωγής ή όχι.
2. Η πρακτική αποτελεσματικότητα της καταργήσεως των δασμών την οποία προβλέπει η Συμφωνία Συνδέσεως εμποδίζει την έκδοση διοικητικών αποφάσεων που επιβάλλουν την καταβολή δασμών, πλέον φόρων και προστίμων, τις οποίες λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πριν από την έκβαση της δίκης επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου, οσάκις, κατ’ εφαρμογήν των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται επί των προσφυγών αυτών, επιβεβαιώνεται το κύρος των πιστοποιητικών EUR.1.
3. Δεν επηρεάζει την απάντηση που δόθηκε στα ανωτέρω ερωτήματα το γεγονός ότι ούτε οι ελληνικές ούτε οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές ζήτησαν τη σύγκληση της επιτροπής συνδέσεως του άρθρου 33 του πρωτοκόλλου αριθ. 4, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 3/96.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ 1993, L 347, σ. 2, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως. Η συμφωνία αυτή καθώς και τα πρωτόκολλα που προσαρτήθηκαν σ’ αυτήν υιοθετήθηκαν εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 93/742/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 347, σ. 1).
3 – Στο εξής: Σφακιανάκης.
4 – Πρωτόκολλο για τον καθορισμό της έννοιας «καταγόμενα προϊόντα» ή «προϊόντα καταγωγής» και τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας (ΕΕ 1993, L 347, σ. 177).
5 – Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1995, για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Συμφωνίας Συνδέσεως (ΕΕ L 201, σ. 39).
6 – Απόφαση της 28ης Δεκεμβρίου 1996, για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Συμφωνίας Συνδέσεως (ΕΕ 1997, L 92, σ. 1).
7 – Στο εξής: πρωτόκολλο αριθ. 4.
8 – Στο εξής: πιστοποιητικό EUR.1.
9 – Οι διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του πρωτοκόλλου αριθ. 4 περιέχονταν, κατά τα ουσιώδη σημεία τους, στα άρθρα 10 και 11 του αρχικού κειμένου του 1993 και στα άρθρα 11 και 12 του κειμένου που προήλθε από την απόφαση 1/95.
10 – Οι διατάξεις αυτές, εξαιρουμένης της διευκρινίσεως που αφορά το άρθρο 32, παράγραφος 3, του πρωτοκόλλου αριθ. 4, περιέχονταν, κατ’ ουσίαν και με διαφορετική σειρά, στα άρθρα 27 του αρχικού κειμένου του 1993 και 28 του κειμένου που απορρέει από την απόφαση 1/95.
11 – Κανονισμός της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: ΚΤΚ).
12 – Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη του ΚΤΚ.
13 – Βλ. άρθρο 217, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΚΤΚ.
14 – Η Σφακιανάκης εκθέτει ότι το ουγγρικό δικαστήριο έκρινε ότι, για να προσδιορισθεί αν η αξία των μη καταγομένων από την Ουγγαρία ανταλλακτικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του αυτοκινήτου δεν υπερβαίνει το όριο του 40 % της τιμής εκ του εργοστασίου του προϊόντος, πέραν του οποίου το αυτοκίνητο δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί προϊόν καταγωγής Ουγγαρίας, υπό την έννοια της Συμφωνίας Συνδέσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εκπτώσεις σε σχέση με την τιμή αγοράς, των οποίων τυγχάνει ο εξαγωγέας όταν αγοράζει τα ανταλλακτικά στην Ιαπωνία.
15 – Αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, 218/83, Les Rapides Savoyards κ.λπ. (Συλλογή 1984, σ. 3105, σκέψη 26), αφορώσα τη Συμφωνία περί ελεύθερης διακινήσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, υπογραφείσα στις 22 Ιουλίου 1972, της 7ης Δεκεμβρίου 1993, C-12/92, Huygen κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I-6381, σκέψεις 24 et 25), αφορώσα τη Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας, υπογραφείσα στις 22 Ιουλίου 1972, και της 5ης Ιουλίου 1994, C-432/92, Αναστασίου κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-3087, σκέψη 38), αφορώσα τη Συμφωνία της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί Συνδέσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Κύπρου.
16 – Απόφαση Les Rapides Savoyards κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψη 26).
17 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Les Rapides Savoyards κ.λπ. (σκέψη 27), και Huygen κ.λπ. (σκέψη 25), καθώς και αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1996, C-153/94 και C-204/94, Faroe Seafood κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-2465, σκέψη 20), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-97/95, Pascoal & Filhos (Συλλογή 1997, σ. I-4209, σκέψη 33).
18 – Σκέψη 27 της εν λόγω αποφάσεως.
19 – Βλ. την απόφαση Huygen κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψη 27). Ωστόσο, πρέπει να διευκρινισθεί ότι αυτή η υποχρέωση αναγνωρίσεως των αποφάσεων που λαμβάνουν οι αρχές του τρίτου κράτους δεν επιβάλλεται κατά τον ίδιο τρόπο, εφόσον το προτιμησιακό καθεστώς θεσπίζεται από αυτοτελές κοινοτικό μέτρο, όπως ένας κανονισμός. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στην περίπτωση αυτή, οι αρχές του κράτους αυτού δεν μπορούν να δεσμεύσουν την Κοινότητα και τα κράτη μέλη της στην εκ μέρους τους ερμηνεία της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, οπότε οι εκτιμήσεις της καταγωγής των εμπορευμάτων στις οποίες προβαίνει η Επιτροπή στο πλαίσιο μιας αποστολής έρευνας πρέπει να υπερισχύουν των εκτιμήσεων των τελωνειακών αρχών του τρίτου κράτους εξαγωγής [βλ. την απόφαση Faroe Seafood κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψεις 24 και 25), όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2051/74 του Συμβουλίου, της 1ης Αυγούστου 1974, περί του εφαρμοζομένου τελωνειακού καθεστώτος σε ορισμένα προϊόντα καταγωγής και προελεύσεως των νήσων Φερόε (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/006, σ. 160), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3184/74 της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 1974, περί ορισμού της εννοίας των καταγομένων προϊόντων και περί των μεθόδων διοικητικής συνεργασίας για την εφαρμογή του τελωνειακού καθεστώτος το οποίο εφαρμόζεται επί ορισμένων προϊόντων καταγομένων και προερχομένων από τις νήσους Φερόε (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/002, σ. 5)]. Το ίδιο μπορεί να ισχύει, στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας ελευθέρων συναλλαγών συνδέουσας την Κοινότητα προς ένα τρίτο κράτος, οσάκις το κράτος αυτό δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της συμφωνίας αυτής και ένας εκ των υστέρων έλεγχος διενεργούμενος από τις υπηρεσίες της Επιτροπής αποδεικνύει την ανακρίβεια των πιστοποιητικών κυκλοφορίας που εξέδωσαν οι τελωνειακές αρχές του εν λόγω κράτους [(απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-251/00, Ilumitrónica, Συλλογή 2002, σ. Ι-10433, σκέψη 74), όσον αφορά την εισαγωγή στην Κοινότητα τηλεοράσεων προελεύσεως Τουρκίας υπό το προτιμησιακό καθεστώς που προβλέπεται στο πλαίσιο της Συμφωνίας Συνδέσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας με την Τουρκία, η οποία υπεγράφη στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 στην Άγκυρα, αφενός, από τη Δημοκρατία της Τουρκίας και, αφετέρου, από τα κράτη μέλη της ΕΟΚ και την Κοινότητα και εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με την απόφαση 64/732/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 48)].
20 – Αυτή η εμπιστοσύνη στις δικαστικές αρχές του άλλου μέρους της Συμφωνίας Συνδέσεως εκφράζεται εξάλλου ρητώς στο άρθρο 113 της εν λόγω συμφωνίας, κατά το οποίο, «[σ]τα πλαίσια της […] συμφωνίας [αυτής], κάθε μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξασφαλίσει ότι τα φυσικά και νομικά πρόσωπα του άλλου μέρους δύνανται, άνευ διακρίσεων έναντι των δικών τους υπηκόων, να έχουν πρόσβαση στα αρμόδια δικαστήρια και διοικητικά όργανα της Κοινότητας και της Ουγγαρίας, για την προάσπιση των […] δικαιωμάτων [τους] […]».
21 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση Αναστασίου κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψη 53), όσον αφορά το ζήτημα της αποδοχής, για την εισαγωγή στην Κοινότητα εμπορευμάτων προελεύσεως Κύπρου, πιστοποιητικών κυκλοφορίας εκδοθέντων από αρχές άλλες πλην των αρμοδίων αρχών της Δημοκρατίας της Κύπρου.
22 – Απόφαση Huygen κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψη 26).
23 – Αποφάσεις της 15ης Μαΐου 1986, 222/84, Johnston (Συλλογή 1986, σ. 1651, σκέψη 18), της 15ης Οκτωβρίου 1987, 222/86, Heylens κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 4097, σκέψη 14), της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-97/91, Oleificio Borelli κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I-6313, σκέψη 14), και της 19ης Ιουνίου 2003, C-467/01, Eribrand (Συλλογή 2003, σ. Ι-6471, σκέψη 53).
24 – Απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, 12/86, Demirel (Συλλογή 1987, σ. 3719, σκέψη 28).
25 – Νυν, το μεν πρώτο, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 300 ΕΚ, το δε δεύτερο, άρθρο 310 ΕΚ.
26 – Απόφαση Demirel, προπαρατεθείσα (σκέψη 7).
27 – Νυν άρθρο 211 ΕΚ.
28 – Βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση Ilumitrónica, προπαρατεθείσα (σκέψη 60).
29 – Βλ. άρθρα 217 έως 220 του ΚΤΚ.
30 – Βλ. άρθρα 221 έως 232 του ΚΤΚ.
31 – Το άρθρο 220, παράγραφος 2, του ΚΤΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 311, σ. 17), ορίζει, συναφώς, στο στοιχείο β΄, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, ότι, όταν το προτιμησιακό καθεστώς ενός εμπορεύματος θεσπίζεται βάσει συστήματος διοικητικής συνεργασίας με τη συμμετοχή των αρχών τρίτης χώρας, η χορήγηση πιστοποιητικού από τις εν λόγω αρχές, εφόσον αυτό αποδειχθεί ανακριβές, συνιστά σφάλμα το οποίο δεν όφειλε ευλόγως να έχει γίνει αντιληπτό κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου· ωστόσο, τούτο δεν ισχύει εάν το πιστοποιητικό βασίζεται σε ανακριβή έκθεση των γεγονότων εκ μέρους του εξαγωγέα, εκτός εάν, ιδίως, είναι προφανές ότι οι αρμόδιες για την έκδοσή του αρχές γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι τα εμπορεύματα δεν πληρούν τους απαιτούμενους όρους προκειμένου να τύχουν προτιμησιακής μεταχειρίσεως. Με τις προτάσεις της επί της υποθέσεως C-293/04, Beemsterboer Coldstore Services, η οποία αυτή τη στιγμή εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η γενική εισαγγελέας J. Kokott εκθέτει ότι η νέα αυτή διατύπωση του άρθρου 220 του ΚΤΚ δεν συνιστά τροποποίηση, αλλά απλή διευκρίνιση (σημείο 30).
32 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 2ας Ιουλίου 1979, περί της επιστροφής ως αχρεωστήτως εισπραχθέντων ή της διαγραφής χρέους εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών (EE ειδ. έκδ. 11/015, σ. 162). Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1430/79 περιελήφθη σχεδόν ως είχε στο άρθρο 239, παράγραφος 1, του ΚΤΚ, το οποίο ορίζει τα εξής:
«Η […] διαγραφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών είναι δυνατή σε περιπτώσεις […] οι οποίες […] προκύπτουν από περιστάσεις που δεν συνεπάγονται ούτε δόλο ούτε πρόδηλη αμέλεια εκ μέρους του ενδιαφερόμενου […]».
33 – Αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1987, 244/85 και 245/85, Cerealmangimi και Italgrani κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1303, σκέψη 11), και της 6ης Ιουλίου 1993, C-121/91 και C-122/91, CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I-3873, σκέψη 43).
34 – Σκέψη 12 της εν λόγω αποφάσεως.
35 – Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, οι ελληνικές τελωνειακές αρχές κίνησαν τη διαδικασία αυτή μόνον αφού έλαβαν τον κατάλογο της UCLAF με τα αυτοκίνητα τα οποία κακώς υπήχθησαν στο προτιμησιακό καθεστώς δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το σύννομο της διαδικασίας αυτής, δεδομένου ότι τα εν λόγω αυτοκίνητα είναι όντως αυτά των οποίων τα πιστοποιητικά EUR.1 κηρύχθηκαν άκυρα από τις ουγγρικές τελωνειακές αρχές, αφού δεν διαπιστώθηκε καμία διαφορά μεταξύ της εκτιμήσεως των αρχών αυτών και της Επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy