ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 21ης Απριλίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-29/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρα 8, 11, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών – Σύμβαση συναφθείσα από τον Δήμο του Mödling για τη συλλογή και κατεργασία των απορριμμάτων χωρίς πρόσκληση προς υποβολή προσφορών σε ευρωπαϊκό επίπεδο»
I – Εισαγωγή
1. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (2), λόγω του ότι ο Δήμος του Mödling σύναψε σύμβαση με αντικείμενο τη διάθεση των απορριμμάτων κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 8 και των άρθρων 11, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής επί θεμάτων διαδικασίας και δημοσιότητας.
II – Νομικό πλαίσιο
Α– Οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας
2. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι υφίσταται παράβαση των υποχρεώσεων που δημιουργούνται από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 8 και των άρθρων 11, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας. Περαιτέρω, πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να ληφθούν υπόψη οι ορισμοί του άρθρου 1, στοιχεία α΄, β΄ και γ΄.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/50, οι «δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών» είναι «συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ ενός παρέχοντος υπηρεσίες και μιας αναθέτουσας αρχής […]». Κατά το άρθρο 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας θεωρούνται ως «αναθέτουσες αρχές» «το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου, οι ενώσεις που αποτελούνται από έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή δημοσίου δικαίου […]». Τέλος το άρθρο 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας ορίζει τον «παρέχοντα υπηρεσίες» ως «κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένου και του δημόσιου οργανισμού που προσφέρει υπηρεσίες […]».
4. Το άρθρο 8 της οδηγίας 92/50 ορίζει ότι «οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα I Α συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων III έως IV». Οι διατάξεις αυτές περιλαμβάνουν πράγματι κανόνες σχετικούς με την προκήρυξη και τη δημοσιότητα. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50 ορίζει ότι «για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, οι αναθέτουσες αρχές εφαρμόζουν τις διαδικασίες που προσδιορίζονται στο άρθρο 1, στοιχεία δ΄, ε΄, στ΄, προσαρμοσμένες για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας». Σε ό,τι αφορά τις διαδικασίες που αναφέρονται στις διατάξεις αυτές, πρόκειται για «ανοικτές διαδικασίες», «κλειστές διαδικασίες» και «διαδικασίες διαπραγματεύσεως». Το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 προβλέπει ότι «οι αναθέτουσες αρχές που επιθυμούν να συνάψουν μια δημόσια σύμβαση υπηρεσιών με διαδικασία ανοικτή, κλειστή ή, υπό τους όρους που θέτει το άρθρο 11, με διαπραγμάτευση γνωστοποιούν την πρόθεσή τους αυτή μέσω προκηρύξεως».
5. Η κατηγορία υπ’ αριθ. 16 του παραρτήματος I A της οδηγίας περιλαμβάνει τις «αποχετεύσεις και διάθεση απορριμμάτων· εγκαταστάσεις υγιεινής και συναφείς υπηρεσίες».
Β– Εθνικές διατάξεις
6. Ο νόμος του ομόσπονδου κράτους της Κάτω Αυστρίας περί διαχειρίσεως απορριμμάτων (στο εξής: τοπικός νόμος περί απορριμμάτων) ορίζει στο άρθρο 9, παράγραφος 3, ότι οι δήμοι της Κάτω Αυστρίας έχουν την υποχρέωση να μεριμνούν για την αποκομιδή και την κατεργασία των απορριμμάτων και να δημιουργήσουν ή να διαθέσουν τις αναγκαίες υποδομές σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου. Κατά το άρθρο 11 αυτού κάθε δήμος έχει την ευθύνη για την εφαρμογή και την καλή λειτουργία του συστήματος συλλογής απορριμμάτων.
III – Τα πραγματικά περιστατικά
7. Στις 21 Μαΐου 1999 ο Δήμος του Mödling αποφάσισε να απευθυνθεί σε ανεξάρτητο φορέα προκειμένου να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που [ο Δήμος] υπέχει από τον νόμο. Για τον σκοπό αυτό ίδρυσε την εταιρία AbfallwirtschaftsGmbH (στο εξής: η εταιρία AbfallGmbH). Τα πρακτικά της συνεδριάσεως του δημοτικού συμβουλίου αναφέρουν ότι όλα τα μερίδια της εταιρίας θα ανήκαν, αρχικά, στον Δήμο του Mödling. Σκοπός της εταιρίας AbfallGmbH είναι η παροχή υπηρεσιών στον χώρο της οικολογικής διαχειρίσεως απορριμμάτων και η διενέργεια των σχετικών εμπορικών πράξεων, ιδίως στον τομέα της διαθέσεως απορριμμάτων, συμπεριλαμβανομένης επίσης της εκπονήσεως και αναπτύξεως συστήματος διαχειρίσεως των απορριμμάτων, κυρίως για τον Δήμο του Mödling.
8. Στις 16 Ιουνίου 1999 καταρτίσθηκε η ιδρυτική πράξη της εταιρίας AbfallGmbH. Το εταιρικό της κεφάλαιο κατείχετο καθ’ ολοκληρίαν από τον μόνο και αποκλειστικό εταίρο, τον Δήμο του Mödling.
9. Την 25η Ιουνίου 1999 ο Δήμος του Mödling αποφάσισε να επιφορτίσει την εταιρία AbfallGmbH με τη διαχείριση των απορριμμάτων στη δημοτική περιφέρεια, σύμφωνα με τον τοπικό νόμο περί απορριμμάτων, τον ομοσπονδιακό νόμο περί διαχειρίσεως των απορριμμάτων και τον δημοτικό κανονισμό περί απορριμμάτων. Ο Δήμος του Mödling της παραχώρησε επίσης δικαίωμα προαιρέσεως επί των συμβάσεων στον τομέα διαχειρίσεως απορριμμάτων, καθώς δεν είχε ακόμη λήξει η ισχύς των τότε ισχυουσών συμβάσεων. Μια σύμβαση μισθώσεως μεταξύ του Δήμου Mödling και της AbfallGmbH διασφάλιζε την ύπαρξη του αναγκαίου για τη διαχείριση των απορριμμάτων υλικού και προσωπικού.
10. Η σύμβαση περί διαθέσεως απορριμμάτων, με την οποία ο Δήμος του Mödling εκχώρησε στην εταιρία AbfallGmbH την αποκλειστική ευθύνη για τη συλλογή και κατεργασία των απορριμμάτων συνήφθη στις 15 Σεπτεμβρίου 1999. Η σύμβαση συνήφθη για αόριστη διάρκεια και ετέθη σε ισχύ αναδρομικώς από 1ης Ιουλίου 1999. Η σύμβαση προβλέπει ότι ο Δήμος του Mödling καταβάλλει στην εταιρία AbfallGmbH αμοιβή, η οποία συνίσταται σε ένα καθορισμένο ποσό ανά κάδο απορριμμάτων ή ανά φορτίο ως αντίτιμο για τη συλλογή και την κατεργασία των απορριμμάτων, των ογκωδών αντικειμένων, των καταλοίπων, των βιοαποδομήσιμων αποβλήτων και των επικινδύνων ουσιών. Η AbfallGmbH δεν συνήψε σύμβαση εξάλλου με άλλους δήμους ή συνδέσμους δήμων. Ωστόσο, το κέντρο μεταφοράς απορριμμάτων του Δήμου του Mödling παρέχει επίσης υπηρεσίες μεταφοράς και συμπίεσης οικογενειακών αποβλήτων σε άλλα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου με σκοπό τη διάθεση απορριμμάτων.
11. Επίσης, την 15η Σεπτεμβρίου 1999 ετέθη σε ισχύ, αναδρομικά από 1ης Ιουλίου 1999 και με αόριστη διάρκεια, η σύμβαση μισθώσεως σχετικά με το αναγκαίο για την κατεργασία των απορριμμάτων υλικό και προσωπικό. Η εταιρία AbfallGmbH υποχρεούται να προσλαμβάνει τους υπαλλήλους που καθορίζει ονομαστικά η δημοτική αρχή, σύμφωνα με τους όρους που ισχύουν για το αποσπασμένο προσωπικό. Αναφέρεται στη σύμβαση ότι ο Δήμος του Mödling μεταβίβασε στην AbfallGmbH το δικαίωμα να δίνει οδηγίες στο προσωπικό.
12. Την 1η Οκτωβρίου 1999 το δημοτικό συμβούλιο του Mödling αποφάσισε την μεταβίβαση από τον Δήμο, με την ιδιότητά του ως μόνου εταίρου της AbfallGmbH, του 49 % των μεριδίων της σε μια ιδιωτική επιχείρηση, την εταιρία Saubermacher Dienstleistungs-Aktiengesellschaft (στο εξής: η εταιρία Saubermacher AG). Στο πρακτικό της συνεδρίασης της 1ης Οκτωβρίου 1999 αναφέρεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1999, υπήρξαν πολυάριθμες συναντήσεις με τις επιχειρήσεις που ενδιαφέρονταν να συμμετάσχουν και ιδίως με την Saubermacher AG. Τελικά, οι προτάσεις των επιχειρήσεων υποβλήθηκαν στην εταιρία KPMG, η οποία υπέδειξε την πρόταση της Saubermacher AG ως εκείνη που παρείχε τις εγγυήσεις της βέλτιστης [οικονομικής] εκμετάλλευσης.
13. Στις 6 Οκτωβρίου 1999 τροποποιήθηκε η ιδρυτική πράξη προκειμένου να επιτρέψει τη λήψη των περισσοτέρων αποφάσεων με απλή πλειοψηφία. Εξάλλου, η απαρτία της γενικής συνελεύσεως καθορίσθηκε στο 51 % του εταιρικού κεφαλαίου. Η εκπροσώπηση της εταιρίας στις εσωτερικές και εξωτερικές της σχέσεις ασκείτο από δύο τουλάχιστον διαχειριστές, οι οποίοι έχουν, από κοινού, εξουσιοδότηση προς υπογραφή.
14. Με συμφωνία μεταβίβασης στις 13 Οκτωβρίου 1999 ο Δήμος του Mödling μεταβίβασε το 49 % των μεριδίων του στην εταιρία Saubermacher AG.
15. Η εταιρία AbfallGmbH κατέστη λειτουργική από 1ης Δεκεμβρίου 1999, ήτοι μετά την απόκτηση, από μέρους της εταιρίας Saubermacher AG, μεριδίων στην επιχείρηση αυτή.
16. Από την 1η Δεκεμβρίου 1999 έως την 31η Μαρτίου 2000 η AbfallGmbH εργάσθηκε αποκλειστικά για τον Δήμο του Mödling. Μετά την παράδοση του κέντρου μεταφοράς εργάσθηκε επίσης και για λογαριασμό τρίτων. Κατά το πρώτο οικονομικό έτος [της λειτουργίας της], το οποίο άρχισε την 1η Απριλίου 2000, οι δραστηριότητες της εταιρίας AbfallGmbH για τον Δήμο του Mödling αντιπροσώπευαν το 70 με 80 % του κύκλου εργασιών της.
IV – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
17. Στις 20 Μαρτίου 2002 η Επιτροπή απηύθυνε στη Δημοκρατία της Αυστρίας έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο διαπίστωνε ότι ο Δήμος του Mödling δεν είχε προβεί σε πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για τη σύμβαση σχετικά με τη συλλογή και την κατεργασία των απορριμμάτων, παρά το ότι πρόκειται για δημόσια σύμβαση υπηρεσιών που υπάγεται στην οδηγία 92/50. Με έγγραφο της 23ης Ιουνίου 2002 η Δημοκρατία της Αυστρίας εξέφρασε τη διαφωνία της στη διαπίστωση αυτή, εκτιμώντας ότι η ανάθεση της συμβάσεως για τη συλλογή και την κατεργασία των απορριμμάτων στην εταιρία AbfallGmbH δεν υπόκειται στις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων, για τον λόγο ότι πρόκειται περί πράξεως από τις λεγόμενες «in house», δηλαδή εσωτερικής.
18. Θεωρώντας ανεπαρκή την απάντηση αυτή, η Επιτροπή απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη προς τη Δημοκρατία της Αυστρίας με ημερομηνία 3ης Απριλίου 2003. Δεδομένου ότι, στην απάντησή της προς την αιτιολογημένη γνώμη, η Δημοκρατία της Αυστρίας περιορίσθηκε στην επανάληψη των ισχυρισμών που είχε επικαλεσθεί στην απάντησή της προς το έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή την 28η Ιανουαρίου 2004.
19. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, λόγω του ότι η σύμβαση με αντικείμενο τη διάθεση των απορριμμάτων που σύναψε ο Δήμος του Mödling ανατέθηκε κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 8 και των άρθρων 11, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας επί θεμάτων διαδικασίας και δημοσιότητας·
– να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
20. Η Δημοκρατία της Αυστρίας ζητεί την απόρριψη της προσφυγής ως απαραδέκτου και, επικουρικώς, ως αβασίμου.
V – Επιχειρήματα των διαδίκων και εκτίμηση
Α– Παραδεκτό
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
21. Στο υπόμνημα αντικρούσεως η Αυστριακή Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής. Προσάπτει, αφενός, στην Επιτροπή το ότι δεν εξήγησε σαφώς τον λόγο για τον οποίο εκείνη θεωρεί ότι η σύναψη της συμβάσεως περί διαθέσεως απορριμμάτων αποτελεί παράβαση της οδηγίας 92/50. Εξ αυτού συνάγει ότι η Επιτροπή παρέβη την αρχή σύμφωνα με την οποία το αντικείμενο της δίκης πρέπει να οριοθετείται. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση η Επιτροπή παρέβλεψε τον σκοπό της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής, ο οποίος συνίσταται στο να παρασχεθεί στο κράτος μέλος η δυνατότητα να αμυνθεί αποτελεσματικά. Κατά δεύτερον, η Αυστριακή Κυβέρνηση κατηγορεί την Επιτροπή ότι παρέβη τον θεμελιώδη κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο εκείνη οφείλει να αποδείξει την παράβαση [του κράτους μέλους]. Τέλος, διατείνεται ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι αβάσιμη.
22. Η Αυστριακή Κυβέρνηση επισημαίνει ότι τα γεγονότα που κατέληξαν στην ανάθεση της συμβάσεως στην εταιρία AbfallGmbH πρέπει να εκτιμηθούν ανεξάρτητα τα μεν των δε. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση με τον τρόπο αυτό καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η οδηγία 92/50 δεν εφαρμόζεται επί τω προκειμένω. [Η κυβέρνηση] αναφέρει ότι το πρώτο στάδιο –η ίδρυση της εταιρίας AbfallGmbH, η οποία ανήκε σε ποσοστό 100 % στον Δήμο του Mödling– δεν αποτελεί ουδόλως πράξη υποκείμενη στις διατάξεις περί αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων. Ομοίως το δεύτερο στάδιο –η σύναψη της συμβάσεως για τη διάθεση των απορριμμάτων μεταξύ του Δήμου του Mödling και της AbfallGmbH– δεν συνιστά παράβαση της οδηγίας 92/50, δεδομένου ότι αφορά μία «εσωτερική» πράξη, εκ των αποκαλουμένων «in house». Ούτε το τρίτο στάδιο –η πώληση του 49 % των μεριδίων της AbfallGmbH από τον Δήμο του Mödling σε μια ιδιωτική επιχείρηση– υπάγεται στις διατάξεις περί αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων. Η Αυστριακή Κυβέρνηση συμπεραίνει εξ αυτού ότι δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα παραβάσεως της οδηγίας 92/50, αλλά θα πρέπει να εξετασθεί η ανάθεση της συμβάσεως στην εταιρία AbfallGmbH σε απευθείας συσχετισμό με τις διατάξεις της Συνθήκης (στον τομέα ενισχύσεων).
23. Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι, προκειμένου να ισχυρισθεί σοβαρά την ύπαρξη παραβάσεως της οδηγίας 92/50, η Επιτροπή θα έπρεπε να βασισθεί σε μία εκ των δύο ακολούθων υποθέσεων, ήτοι την περίπτωση κατά την οποία τα διάφορα στάδια που κατέληξαν στη δημιουργία της εταιρίας AbfallGmbH και εν συνεχεία στη συμμετοχή ιδιώτη συνεταίρου επελέγησαν, εκ των πραγμάτων, για να καταστρατηγήσουν την εφαρμογή της οδηγίας 92/50, ή την περίπτωση κατά την οποία η πώληση μεριδίων θα υπέκρυπτε στην πραγματικότητα την ανάθεση σε ιδιώτη αντισυμβαλλόμενο συμβάσεως που θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί ως δημόσια. Η Επιτροπή εντούτοις δεν έκανε σε καμία περίπτωση νύξη για αυτές τις δύο περιπτώσεις.
24. Περαιτέρω, η Αυστριακή Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή το ότι σε κανένα σημείο της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας δεν ισχυρίσθηκε ότι η ανάθεση της συμβάσεως περί διαθέσεως των απορριμμάτων, αφενός, και η μεταβίβαση του 49 % των μεριδίων, αφετέρου, καθώς και η τροποποίηση των καταστατικών αποτελούν μία και μοναδική πράξη. Από αυτό [η ως άνω κυβέρνηση] συμπεραίνει ότι η Επιτροπή δεν παρείχε καμία απόδειξη προς επίρρωση των ισχυρισμών της και δεν απέδειξε ιδίως ότι ο Δήμος του Mödling είχε πρόθεση καταστρατηγήσεως του νόμου. Τέλος, η Επιτροπή δεν προέβαλε την αιτίαση αυτή παρά μόνο στο υπόμνημα απαντήσεώς της.
25. Η Επιτροπή διαφωνεί με την ανάλυση της Αυστριακής Κυβερνήσεως. Σύμφωνα με την Επιτροπή η ανάθεση της συμβάσεως διαθέσεως των απορριμμάτων στην εταιρία AbfallGmbH με συμμετοχή της εταιρίας Saubermacher AG δεν είναι δυνατό να κατατμηθεί τεχνηέντως σε τρία στάδια. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι στο έγγραφο οχλήσεως που απέστειλε (σημείο 13) επισημαίνει ότι η ανάθεση της συμβάσεως στην AbfallGmbH, το εταιρικό κεφάλαιο της οποίας ανήκε αρχικά σε ποσοστό 100 % στον Δήμο του Mödling, ήταν απλά ένα ενδιάμεσο στάδιο προ της καταλήξεως σε εταιρία μικτής οικονομίας μετά τη μεταβίβαση του 49 % των μεριδίων σε ιδιωτική επιχείρηση. [Η Επιτροπή] αιτιολογεί την άποψη αυτή επικαλούμενη το γεγονός ότι η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 1999 ακολουθήθηκε από συζητήσεις με τις ενδιαφερόμενες για συμμετοχή επιχειρήσεις. Η βραχεία περίοδος μεταξύ της συνάψεως συμβάσεως με την εταιρία AbfallGmbH και της αποφάσεως για τη μεταβίβαση των μεριδίων –δύο εβδομάδες– αποδεικνύει κατά την Επιτροπή ότι ο σκοπός του Δήμου του Mödling ήταν εξ αρχής να αναθέσει την υπηρεσία αυτή σε επιχείρηση, μεγάλο ποσοστό των μεριδίων της οποίας θα κατείχε ιδιωτική επιχείρηση. Η Επιτροπή συμπεραίνει εξ αυτού ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι δεν γνώριζε το αντικείμενο της διαδικασίας.
2. Εκτίμηση
26. Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή οφείλει σε κάθε προσφυγή που ασκείται σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ να αναφέρει τις ακριβείς αιτιάσεις για τις οποίες ζητεί απόφαση του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και –τουλάχιστον συνοπτικά– τους νομικούς και πραγματικούς λόγους επί των οποίων στηρίζονται οι αιτιάσεις αυτές.
27. Η προσφυγή, ακριβώς όπως το έγγραφο οχλήσεως και η αιτιολογημένη γνώμη που απευθύνει η Επιτροπή σε κράτος μέλος, τα οποία οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης, πρέπει να επιτρέπει στο οικείο κράτος μέλος να είναι σε θέση να αμυνθεί και να αμφισβητήσει όλες τις αιτιάσεις που επικαλείται η Επιτροπή εναντίον του.
28. Δεν συνάδουν προς τη νομολογία αυτή οι προσφυγές περί διαπιστώσεως παραβάσεως οι οποίες ασκούνται με δικόγραφο που, λόγω του ασαφούς χαρακτήρα των προβαλλόμενων αιτιάσεων ή της ελλείψεως νομικής ή πραγματικής αιτιολογίας, παραβιάζει τα δικαιώματα αμύνης (3).
29. Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή εξήγησε σαφώς κατά το στάδιο προ της ασκήσεως της προσφυγής τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν τήρησε τους κανόνες διαδικασίας της οδηγίας 92/50 συνάπτοντας τη σύμβαση με αντικείμενο τη διάθεση των απορριμμάτων. Εξέθεσε με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που κατέληξαν στην ανάθεση της συμβάσεως περί διαθέσεως των απορριμμάτων, όπως επίσης και τους νομικούς λόγους επί των οποίων βασίζει την παράβαση.
30. Η Επιτροπή συνήγαγε ιδίως από τα πραγματικά περιστατικά, προκειμένου περί της συνάψεως της συμβάσεως, και τις περιστάσεις υπό τις οποίες η εταιρία Saubermacher AG απέκτησε συμμετοχή στην εταιρία AbfallGmbH ότι, στην προκειμένη περίπτωση, επρόκειτο περί συμβάσεως στην οποία εφαρμόζεται η οδηγία 92/50. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το αντικείμενο της προσφυγής που ασκήθηκε στην προκειμένη περίπτωση είχε σαφώς οριοθετηθεί.
31. Για τον λόγο αυτό, είναι αβάσιμη η αιτίαση που επικαλέσθηκε η Αυστριακή Κυβέρνηση ότι η Επιτροπή δεν οριοθέτησε το αντικείμενο της προσφυγής.
32. Οι λοιπές αιτιάσεις που προέβαλε η Αυστριακή Κυβέρνηση επί θεμάτων παραδεκτού αφορούν την ουσία της υποθέσεως. Θα τις εξετάσω συνεπώς στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του βάσιμου της προσφυγής.
33. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η ένσταση απαραδέκτου την οποία εγείρει η Αυστριακή Κυβέρνηση πρέπει να απορριφθεί.
Β– Βάσιμο
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
34. Η Επιτροπή διαπιστώνει στην προσφυγή της ότι ο Δήμος του Mödling, ως αρχή τοπικής αυτοδιοικήσεως, πρέπει να θεωρηθεί ως αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/50. [Η Επιτροπή] διευκρινίζει ότι η διάθεση των απορριμμάτων αποτελεί υπηρεσία που υπάγεται στην κατηγορία υπ’ αριθ. 16 του παραρτήματος I A της οδηγίας. Εξ αυτού συνάγει ότι μια σύμβαση με αντικείμενο αυτή την υπηρεσία πρέπει να συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων III έως VI. Επιπροσθέτως, η σύμβαση διαθέσεως των απορριμμάτων υπερβαίνει το κατώτατο όριο των 200 000 ειδικών τραβηκτικών δικαιωμάτων (ΕΔΤ) όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο ii, της οδηγίας 92/50, ως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, περί τροποποιήσεως των οδηγιών 92/50/ΕΟΚ, 93/36/ΕΟΚ και 93/37/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, συμβάσεων δημοσίων προμηθειών και συμβάσεων δημοσίων έργων, αντιστοίχως (4). Από αυτό προκύπτει κατά την Επιτροπή ότι οι κανόνες επί θεμάτων διαδικασίας που προβλέπονται από το άρθρο 11, παράγραφος 1, καθώς και οι κανόνες δημοσιότητας που προβλέπονται από το άρθρο 15, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/50 εφαρμόζονται πλήρως.
35. Η Επιτροπή θεωρεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα εσωτερικής σχέσεως μεταξύ του Δήμου του Mödling και της εταιρίας AbfallGmbH. Προς στήριξη της νομικής αναλύσεως αυτής παραπέμπει στην απόφαση Teckal (5). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι οδηγίες επί θεμάτων αναθέσεως δημοσίων συμβάσεων δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση που «ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως ασκεί επί του εν λόγω προσώπου έλεγχο ανάλογο προς εκείνον που ασκεί επί των δικών του υπηρεσιών». Η Επιτροπή αναφέρει ότι οι οδηγίες για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων δεν θα εφαρμόζονταν εάν η αναθέτουσα αρχή δεν είχε την πρόθεση να αναθέσει τα καθήκοντά της σε τρίτο, αλλά απλώς να προβεί σε εσωτερική κατανομή των καθηκόντων. Εντούτοις, από τη στιγμή που μια ιδιωτική επιχείρηση κατέχει μερίδια της αναδόχου επιχειρήσεως η αναθέτουσα αρχή δεν μπορεί πλέον να ασκεί επ’ αυτής έλεγχο ανάλογο προς εκείνον που ασκεί επί των δικών του υπηρεσιών. Κατά την Επιτροπή, αρκεί και κατά μειοψηφία συμμετοχή ιδιωτικής επιχειρήσεως για να αποκλεισθεί η ύπαρξη εσωτερικής σχέσεως.
36. Η Επιτροπή προβάλλει επιπλέον ότι η κατά μειοψηφία συμμετοχή της εταιρίας Saubermacher AG στην επιχείρηση αυτή συνοδεύεται από σημαντικά δικαιώματα αρνησικυρίας και την εξουσία να διορίζει τον ένα εκ των δύο εχόντων τα αυτά δικαιώματα διαχειριστών:
– η εταιρία Saubermacher AG διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας επί των σημαντικών αποφάσεων της εταιρίας AbfallGmbH, όπως η αύξηση ή η μείωση του εταιρικού κεφαλαίου, η τροποποίηση του οριζομένου από το καταστατικό σκοπού, η συγχώνευση ή μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ή κλασμάτων αυτών·
– μέσω της ονομασίας ενός εκ των δύο διαχειριστών, η Saubermacher AG ασκεί αποφασιστική επιρροή επί της AbfallGmbH, δεδομένου ότι οι δύο διαχειριστές ασκούν από κοινού τη διαχείριση και την εκπροσώπηση της επιχειρήσεως στις εσωτερικές και εξωτερικές της σχέσεις και έχουν εξουσιοδότηση για να δεσμεύουν την εταιρία με την υπογραφή τους από κοινού. Εξάλλου, οι επιχειρησιακές δραστηριότητες των διαχειριστών δεν προϋποθέτουν αναγκαστικά απόφαση της γενικής συνελεύσεως.
37. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει την άποψη ότι η σύναψη συμβάσεως για τη διάθεση των απορριμμάτων με την εταιρία AbfallGmbH δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50, λόγω του ότι πρόκειται περί εσωτερικής πράξεως, λεγομένης «in house». Κατά την ως άνω κυβέρνηση, η συμμετοχή ιδιώτη σε επιχείρηση δεν αποκλείει τον χαρακτήρα της εσωτερικής σχέσεως. Η Αυστριακή Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι ο «βαθμός αυτονομίας» του αντισυμβαλλομένου, δηλαδή της εταιρίας AbfallGmbH, και όχι η ενδεχόμενη επιρροή του ιδιώτη συνεταίρου στο εσωτερικό της επιχειρήσεως αυτής. Διαπιστώνει ότι στην προκειμένη περίπτωση η AbfallGmbH δεν διέθετε ή διαθέτει αυτόνομη εξουσία λήψεως αποφάσεων ούτε κατά το χρονικό σημείο της συνάψεως της συμβάσεως ούτε σήμερα.
38. Σύμφωνα με την Αυστριακή Κυβέρνηση δεν υφίσταται επομένως στην πραγματικότητα σύμβαση μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 92/50, λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας της αναθέτουσας αρχής να καθορίσει τη λειτουργία του παρέχοντος την υπηρεσία και την συνεπακόλουθη έλλειψη αυτονομίας του τελευταίου (6).
39. Η Αυστριακή Κυβέρνηση αναφέρει επιπροσθέτως ότι το κριτήριο που καθορίσθηκε στην απόφαση Teckal (7), δηλαδή «η άσκηση ελέγχου ανάλογου προς εκείνον που ασκεί επί των δικών του υπηρεσιών», προϋποθέτει έλεγχο ανάλογο [συγκρίσιμο] και όχι πανομοιότυπο. Η εν λόγω κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι μια σφαιρική εκτίμηση των νομικών και πραγματικών περιστατικών είναι αναγκαία για να εξακριβωθεί εάν πρόκειται περί ανάλογου ελέγχου. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, εξετάζοντας όλους τους κρίσιμους παράγοντες διαπιστώνεται σαφώς ότι ο Δήμος του Mödling μπορεί ο ίδιος, και μετά τη μεταβίβαση του 49 % των μεριδίων, να ασκεί «ανάλογο» έλεγχο. Η Αυστριακή Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τα ακόλουθα στοιχεία:
– λόγω του ότι διαθέτει την πλειοψηφία στη γενική συνέλευση, ο Δήμος του Mödling είναι σε θέση να λύσει ανά πάσα στιγμή τη σύμβαση που σύναψε με την εταιρία AbfallGmbH για τη διάθεση των απορριμμάτων, ακόμη και να διαλύσει την ίδια την εταιρία AbfallGmbH·
– οι δραστηριότητες της εταιρίας AbfallGmbH μπορούν, από πάσης πλευράς, να καθορισθούν από τον Δήμο του Mödling μόνο του, δεδομένου ότι οι δύο διαχειριστές οφείλουν να τηρούν τους περιορισμούς που τέθηκαν από τη γενική συνέλευση·
– σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη, όλες οι αποφάσεις σχετικά με τις δραστηριότητες της AbfallGmbH μπορούν να ληφθούν με απλή πλειοψηφία (δηλαδή από τον Δήμο του Mödling μόνο του)·
– ο Δήμος του Mödling, με απλή πλειοψηφία των μεριδίων και των ψήφων που κατέχει, μπορεί, ανά πάσα στιγμή και χωρίς να αναφέρει τους λόγους, να ανακαλέσει τον διαχειριστή της AbfallGmbH, καθώς επίσης και τον διαχειριστή που προτάθηκε από την ιδιωτική επιχείρηση. Επιπλέον, μπορεί κατά τη γενική συνέλευση να αποφασίσει τη μείωση της αμοιβής του διαχειριστή.
40. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή απορρίπτει την άποψη της Αυστριακής Κυβέρνησης ότι επιβάλλεται να κριθεί ανά περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις το εάν πρόκειται περί σχέσεως εσωτερικού ελέγχου. Τέτοια εξέταση θα κατέληγε σε έλλειψη ασφάλειας δικαίου ως προς το εφαρμοστέο των κοινοτικών οδηγιών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων. Αντίθετα, το κριτήριο του οποίου κάνει χρήση η Επιτροπή, δηλαδή η επιρροή τρίτου στον ανάδοχο, επιτρέπει την οριοθέτηση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 92/50 με τρόπο απλό και προβλέψιμο.
2. Εκτίμηση
41. Για να εκτιμηθεί το βάσιμο της προσφυγής που ασκήθηκε από την Επιτροπή, επιβάλλεται να εξετασθούν τα ακόλουθα δύο ερωτήματα:
α) η εταιρία AbfallGmbH, της οποίας η εταιρία Saubermacher AG κατέχει το 49 % των μεριδίων, πρέπει να θεωρηθεί ως νομική οντότητα που αν και διαθέτει αυτοτελή νομική προσωπικότητα παραμένει εντούτοις αναπόσπαστο τμήμα της οργανώσεως που διαθέτει ο Δήμος του Mödling για την υλοποίηση των δημοσίου χαρακτήρα αποστολών του, μεταξύ των οποίων και η διάθεση των απορριμμάτων; Σε περίπτωση που το ερώτημα αυτό απαντηθεί καταφατικά, επιβάλλεται να θεωρηθεί η σύμβαση διαθέσεως των απορριμμάτων που ανέθεσε ο Δήμος του Mödling στην AbfallGmbH ως αποστολή που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της οργανώσεως του Δήμου. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν πρόκειται περί συμβάσεως στην οποία επιβάλλεται να εφαρμοσθούν οι διατάξεις της οδηγίας 92/50 επί ζητημάτων αναθέσεως·
β) και, εάν υποτεθεί ότι η εταιρία AbfallGmbH, στην παρούσα νομική μορφή της, δηλαδή με τη συμμετοχή της εταιρίας Saubermacher AG και τις επί του παρόντος εφαρμοστέες νομικές και καταστατικές διατάξεις, πρέπει να θεωρηθεί ως οντότητα εξωτερική προς την οργάνωση του Δήμου του Mödling, εφαρμόσθηκαν ορθώς οι κρίσιμες διατάξεις της οδηγίας 92/50;
42. Όπως εξήγησα ανωτέρω, η προσφυγή της Επιτροπής θέτει το ζήτημα του ορισμού της έννοιας της συμβάσεως που δεν ανατίθεται στο πλαίσιο των δομών εξουσίας της αναθέτουσας αρχής. Κατά πάγια νομολογία, η οδηγία 92/50 έχει εφαρμογή όταν η αναθέτουσα αρχή, όπως ένας οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως, σχεδιάζει να συνάψει εγγράφως σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας με τυπικώς διακεκριμένο από αυτήν οργανισμό (8). Εξ αυτού προκύπτει ότι ο ανάδοχος δεν θεωρείται ως υπαγόμενος στις ίδιες δομές εξουσίας με την αναθέτουσα αρχή όταν είναι νομικώς διακεκριμένος από αυτήν. Εντούτοις, ακόμη και όταν ο ανάδοχος αποτελεί οντότητα νομικώς διακεκριμένη από την αναθέτουσα αρχή, είναι δυνατή η ύπαρξη περιστάσεων όπου η προκήρυξη διαγωνισμού δεν είναι υποχρεωτική (9). Συναφώς, η απόφαση Teckal παρέχει δύο προϋποθέσεις σωρευτικώς εφαρμοζόμενες, οι οποίες χρησιμοποιούνται για να εξακριβωθεί αν πρόκειται πάντα για εσωτερικές δομές εξουσίας. Η απάντηση είναι καταφατική όταν πληρούται η προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία «ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως ασκεί επί του εν λόγω προσώπου έλεγχο ανάλογο προς εκείνον που ασκεί επί των δικών του υπηρεσιών και το πρόσωπο αυτό πραγματοποιεί το ουσιώδες της δραστηριότητάς του με τον ή τους οργανισμούς που το ελέγχουν» (10).
43. Στην υπόθεση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Teckal το διακεκριμένο [από τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως] πρόσωπο ήταν εξ ολοκλήρου στα χέρια οργανισμού δημοσίου δικαίου. Στην υπόθεση της αποφάσεως Stadt Halle (11), που εκδόθηκε μετά το πέρας της εγγράφου διαδικασίας, το ερώτημα ήταν αν η αναθέτουσα αρχή δύναται να ασκεί έλεγχο ανάλογο προς εκείνον που ασκεί επί των δικών της υπηρεσιών επί εταιρίας εκ των αποκαλουμένων «μικτής οικονομίας», δηλαδή επί εταιρίας στο κεφάλαιο της οποίας μετέχουν επίσης και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι «αντιθέτως, η έστω και κατά μειοψηφία συμμετοχή μιας ιδιωτικής επιχειρήσεως στο κεφάλαιο εταιρίας στην οποία συμμετέχει και η οικεία αναθέτουσα αρχή αποκλείει εν πάση περιπτώσει τη δυνατότητα αυτής της αναθέτουσας αρχής να ασκεί επί της εταιρίας αυτής έλεγχο ανάλογο προς αυτόν που ασκεί στις δικές της υπηρεσίες».
44. Σε εκείνη την υπόθεση ένας από τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο απεφάνθη κατ’ αυτό τον τρόπο ήταν το γεγονός ότι η άνευ προκηρύξεως διαγωνισμού ανάθεση δημόσιας συμβάσεως σε επιχείρηση μικτής οικονομίας θα έθιγε τον σκοπό του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ενδιαφερομένων στην οποία αναφέρεται η οδηγία 92/50, κατά το μέτρο που, μεταξύ άλλων, μια τέτοια διαδικασία θα παρείχε σε μια ιδιωτική επιχείρηση μετέχουσα στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως αυτής ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τους ανταγωνιστές της (12).
45. Εν ολίγοις, μια νομική οντότητα έχουσα αυτοτελή νομική προσωπικότητα δεν θεωρείται ότι αποτελεί τμήμα αναθέτουσας αρχής όταν ιδιωτική επιχείρηση μετέχει στο κεφάλαιο της εταιρείας.
46. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων ανωτέρω, στα σημεία 7 έως 16, πραγματικών περιστατικών και των ειδικότερων διατάξεων του καταστατικού, όπως αυτές αναφέρονται, με τρόπο που δεν αμφισβητείται, από την Επιτροπή και αναπαράγονται στο τέλος ανωτέρω στο σημείο 36, διαπιστώνονται τα εξής:
– η εταιρία Saubermacher AG κατέχει το 49 % των μεριδίων της εταιρίας AbfallGmbH·
– η συμμετοχή αυτή συνδέεται με το δικαίωμα διορισμού του ενός εκ των δύο διαχειριστών·
– οι διαχειριστές αυτοί είναι υπεύθυνοι για το ουσιώδες της δραστηριότητας της AbfallGmbH·
– η λήψη των σημαντικών αποφάσεων που αφορούν την οργάνωση και τη δομή της εταιρίας απαιτεί ειδική πλειοψηφία κατά τη γενική συνέλευση των μετόχων.
47. Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να θεωρηθεί δικαιολογημένο το συμπέρασμα ότι η σχέση μεταξύ του Δήμου του Mödling και της εταιρίας AbfallGmbH δεν είναι εσωτερική, όπου ο Δήμος έχει τη δυνατότητα να ασκεί έλεγχο ανάλογο προς αυτόν που ασκεί στις δικές του υπηρεσίες. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο Δήμος μπορεί να θέσει τέλος στη συνεργασία με την εταιρία Saubermacher AG. [Ο Δήμος] δεσμεύεται από τις γενικές και ειδικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, οι οποίες διέπουν τις σχέσεις μεταξύ προσώπων που συνεργάζονται στο πλαίσιο εταιρίας, κάτι που σημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, είναι υποχρεωμένος να λάβει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα της εταιρίας Saubermacher AG. Πράγματι, δύσκολα θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η Saubermacher AG θα ήταν πρόθυμη, μέσω της αποκτήσεως συμφερόντων –και δη σημαντικών– στην εταιρία AbfallGmbH, να συνεργασθεί με τον Δήμο του Mödling, έτερο βασικό μέτοχο, ενώ η συνέχιση της συνεργασίας αυτής θα εξαρτάτο αποκλειστικά από την καλή θέληση του Δήμου.
48. Εξάλλου, δεν θα ήταν δυνατό να υποστηριχθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι η μετατροπή μιας εσωτερικής υπηρεσίας του Δήμου του Mödling σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου συνιστά πραγματικά σχέση «in house», δεδομένου του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η μετατροπή αυτή και της δραστηριότητας της ίδιας της εταιρίας AbfallGmbH.
49. Συγκεκριμένα, αμέσως μετά την ίδρυση της εταιρίας AbfallGmbH στις 16 Ιουνίου 1999, ο Δήμος του Mödling, κατόπιν της αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου, άρχισε να αναζητεί ιδιώτη συνεταίρο για την εταιρία που ίδρυσε. Με τη συμμετοχή της εταιρίας Saubermacher AG ο Δήμος του Mödling απέκτησε την απαραίτητη τεχνογνωσία για την εμπορική διαχείριση της AbfallGmbH.
50. Αυτή η ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών επιβεβαιώνεται και από τα ακόλουθα στοιχεία:
– η εκτέλεση της συμβάσεως διαθέσεως των απορριμμάτων που σύναψαν ο Δήμος του Mödling και η AbfallGmbH άρχισε μόνον αφότου πραγματοποιήθηκε η συμμετοχή της Saubermacher AG στην AbfallGmbH·
– η εταιρία AbfallGmbH εργάζεται επίσης, σε ποσοστό 20 έως 30 % της δραστηριότητάς της, και για λογαριασμό τρίτων (βλ. ανωτέρω σημείο 16).
51. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η εταιρία AbfallGmbH, στην παρούσα νομική της μορφή, δηλαδή με τη συμμετοχή της εταιρίας Saubermacher AG, και στο πλαίσιο των επί του παρόντος εφαρμοστέων καταστατικών και νομικών διατάξεων, πρέπει να θεωρηθεί ως οντότητα εξωτερική προς την οργάνωση του Δήμου του Mödling, επιβάλλεται να εξακριβωθεί εάν η σύμβαση περί διαθέσεως των απορριμμάτων με την οποία ο Δήμος του Mödling ανέθεσε τη συλλογή και κατεργασία των απορριμμάτων αποκλειστικά στην εταιρία AbfallGmbH εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50 και, ενδεχομένως, εάν οι διατάξεις αυτής εφαρμόσθηκαν ορθώς.
52. Σημειώνω καταρχήν ότι ο Δήμος του Mödling είναι οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως. Αυτό δεν αμφισβητείται άλλωστε από την Αυστριακή Κυβέρνηση. Το άρθρο 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 92/50 ορίζει ότι το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως, οι οργανισμοί δημοσίου δικαίου, οι ενώσεις που αποτελούνται από έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως ή δημοσίου δικαίου θεωρούνται ως αναθέτουσες αρχές. Για τον λόγο αυτό ο Δήμος του Mödling, ως οργανισμός τοπικής αυτοδιοικήσεως, αποτελεί αναθέτουσα αρχή και εμπίπτει συνεπώς στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
53. Επιπροσθέτως, οι υπηρεσίες που αποτελούν αντικείμενο της επίδικης σχέσεως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Το παράρτημα I A της οδηγίας αναφέρει, μεταξύ των κατηγοριών υπηρεσιών τις οποίες αφορά η οδηγία, την κατηγορία υπ’ αριθ. 16 σχετικά με τις «αποχετεύσεις και διάθεση απορριμμάτων· εγκαταστάσεις υγιεινής και συναφείς υπηρεσίες». Ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο των υπηρεσιών αυτών, το παράρτημα I A παραπέμπει στον αριθμό αναφοράς CPC (κεντρική ταξινόμηση προϊόντων των Ηνωμένων Εθνών), ο οποίος αναγράφεται στο περιθώριο της εν λόγω κατηγορίας. Το ουσιώδες της δραστηριότητας της εταιρίας AbfallGmbH συνίσταται στη συλλογή και κατεργασία απορριμμάτων, ογκωδών αντικειμένων, καταλοίπων, βιοαποδομήσιμων αποβλήτων και επικινδύνων ουσιών. Εξ αυτού συνάγεται ότι το ουσιώδες της δραστηριότητας της AbfallGmbH εμπίπτει στις υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα I A της οδηγίας και ότι η δραστηριότητα αυτή διέπεται από τις διατάξεις της.
54. Η δεύτερη πτυχή που επιβάλλεται να εξετασθεί είναι το είδος των σχέσεων μεταξύ του Δήμου του Mödling και της εταιρίας AbfallGmbH. Η όγδοη αιτιολογική σκέψη [της οδηγίας 92/50] διευκρινίζει «ότι η παροχή υπηρεσιών καλύπτεται από την παρούσα οδηγία μόνον εφόσον βασίζεται σε συμβάσεις· ότι η παροχή υπηρεσιών επί άλλων βάσεων, όπως νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις, ή σύμβαση εργασίας, δεν καλύπτεται». Το άρθρο 1, στοιχείο α΄, ορίζει την έννοια των δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών, οι οποίες είναι «συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ ενός παρέχοντος υπηρεσίες και μιας αναθέτουσας αρχής».
55. Για να θεωρηθεί η υφιστάμενη σχέση ως δημόσια σύμβαση επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν έχει συναφθεί υπό τη μορφή συμβάσεως και αν συμφωνήθηκε εξακριβώσιμη αντιπαροχή σε χρήμα. Και τα δύο ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση. Δεν αμφισβητείται ότι η σύμβαση επί θεμάτων διαθέσεως απορριμμάτων, με την οποία ο Δήμος του Mödling ανέθεσε τη συλλογή και την κατεργασία των απορριμμάτων στην εταιρία AbfallGmbH κατ’ αποκλειστικότητα, ορίζει ότι ο Δήμος του Mödling θα καταβάλλει στην AbfallGmbH αμοιβή, η οποία συνίσταται σε καθορισμένο ποσό ανά κάδο απορριμμάτων ή ανά κιβώτιο ως αντιπαροχή για τη συλλογή και την κατεργασία των απορριμμάτων.
56. Περαιτέρω, τα δύο νομικά πρόσωπα που συνήψαν τη σύμβαση πρέπει να διακρίνονται νομικά μεταξύ τους, έτσι ώστε να μην υφίσταται περίπτωση παροχής υπηρεσιών «in house». Στις σκέψεις 46 έως 50 διαπίστωσα ήδη ότι η εταιρία AbfallGmbH δεν είναι δυνατόν, ούτε νομικά ούτε πραγματικά, να θεωρηθεί ως εσωτερική υπηρεσία του Δήμου του Mödling.
57. Το γεγονός ότι η απόφαση για τη σύναψη συμβάσεως μεταξύ του Δήμου του Mödling και της εταιρίας AbfallGmbH ελήφθη όταν αυτή βρισκόταν ακόμη εξ ολοκλήρου στα χέρια του Δήμου δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι η υπόψη δημόσια σύμβαση πρέπει, λόγω της εφαρμογής των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 8 και των άρθρων 11, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας, να συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων III έως VI της οδηγίας. Συγκεκριμένα, η βεβαιότητα ότι η εταιρία AbfallGmbH επρόκειτο να καταστεί αντισυμβαλλόμενη του Δήμου του Mödling παρουσιάζει ενδιαφέρον για έναν ιδιώτη υποψήφιο να συμμετάσχει στην επιχείρηση. Ωστόσο, τέτοιες μορφές «εξωτερικής ιδιωτικοποιήσεως», στις οποίες η «ιδιωτικοποιούμενη» οντότητα καθίσταται θελκτική στους ιδιώτες υποψηφίους λόγω της προοπτικής να συνάψει σύμβαση «αυτεπαγγέλτως» για αόριστη διάρκεια εν είδει «προικοδοτήσεως», ουδόλως αναιρούν το εφαρμοστέο της οδηγίας 92/50 σε τέτοιου είδους [επιχειρηματικά] σχήματα.
58. Κατόπιν των προεκτεθέντων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή όντως απέδειξε την ύπαρξη παραβάσεως των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 8 και των άρθρων 11, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας.
VI – Πρόταση
59. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ως ακολούθως:
– να διαπιστώσει ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 92/50/EΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών συνάψεως δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, λόγω του ότι η σύμβαση, την οποία σύναψε ο Δήμος του Mödling με αντικείμενο τη διάθεση των απορριμμάτων, ανατέθηκε κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 8 και των άρθρων 11, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής επί θεμάτων διαδικασίας και δημοσιότητας·
– να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Αυστρίας στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
2 – ΕΕ L 209, σ. 1.
3 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, C-191/95, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1998, σ. I‑5449, σκέψη 55), και της 22ας Απριλίου 1999, C-340/96, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1999, σ. I‑2023, σκέψη 36).
4 – ΕΕ L 328, σ. 1.
5 – Απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-107/98, Teckal (Συλλογή 1999, σ. I‑8121, σκέψη 50).
6 – Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger, της 15ης Ιουνίου 2000, στην υπόθεση C-94/99, ARGE (Συλλογή 2000, σ. I-11037, σημείο 59).
7 – Προπαρατεθείσα, υποσημείωση 5.
8 – Βλ. αποφάσεις ARGE (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 40) και Teckal (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5).
9 – Βλ. απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2005, C-26/03, Stadt Halle (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 49).
10 – Απόφαση Teckal, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5.
11 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
12 – Απόφαση Stadt Halle, προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9.
Full & Egal Universal Law Academy