ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 13ης Ιουλίου 2006 1(1)
Υπόθεση C-34/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Βασιλείου των Κάτω Χωρών
και
Υπόθεση C-64/04
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
«Κοινή αλιευτική πολιτική – Αναδιάρθρωση του τομέα της αλιείας – Άδειες αλιείας – Οριστική μεταφορά σκαφών προς την Αργεντινή»
I – Εισαγωγή
1. Το 1996 η κυριότητα δύο σκαφών του αλιευτικού στόλου των Κάτω Χωρών και άλλων δύο του αλιευτικού στόλου του Ηνωμένου Βασιλείου μεταβιβάστηκε σε πρόσωπα εγκατεστημένα στην Αργεντινή. Η Κοινότητα κατέβαλε, σε σχέση με τα μέτρα αυτά, οικονομική συνδρομή συνολικού ύψους 7 464 585,60 ECU. Κατά την άποψη όμως της Επιτροπής, οι ενισχύσεις αυτές δεν εκπλήρωσαν τον σκοπό τους, διότι τα καθών κράτη μέλη χορήγησαν άδειες αλιείας σε νέα σκάφη, σε αντικατάσταση των μεταβιβασθέντων. Για τον λόγο αυτό έχει κινήσει τις δύο υπό εξέταση διαδικασίες λόγω παράβασης κράτους μέλους, τα νομικά στοιχεία των οποίων είναι κατ’ ουσία τα ίδια. Στη συνέχεια πάντως θα καταδείξω ότι η νομική βάση στην οποία στηρίζεται συναφώς η Επιτροπή είναι εσφαλμένη.
II – Νομικό πλαίσιο
2. Τα αλιευτικά σκάφη, για να μπορούν να ασκούν αλιευτικές δραστηριότητες, πρέπει να έχουν άδεια αλιείας, η οποία χορηγείται για κάθε συγκεκριμένο σκάφος. Στο κοινοτικό δίκαιο η άδεια αυτή προβλέφθηκε για πρώτη φορά με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού καθεστώτος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (2) (στο εξής: κανονισμός για την αλιεία):
«1. Το Συμβούλιο, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43 της Συνθήκης, θα θεσπίσει, πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1993, κοινοτικό σύστημα το οποίο θα εφαρμοσθεί από την 1η Ιανουαρίου 1995 το αργότερο και θα καθορίζει κανόνες για τις ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας, τις οποίες θα εκδίδουν και θα διαχειρίζονται τα κράτη μέλη.
Από την ημερομηνία έναρξης της εφαρμογής του κοινοτικού συστήματος, θα απαιτείται από τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν εθνικά συστήματα αδειών αλιείας. Θα απαιτείται από όλα τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη να έχουν άδεια αλιείας, εκτός αν ορίζεται άλλως, η οποία θα χορηγείται για το συγκεκριμένο σκάφος.
Οι ανωτέρω διατάξεις θα εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη κάθε ειδικού συστήματος που ενδέχεται να ισχύει σε κοινοτικό επίπεδο ή εκείνων που απαιτούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες και τις μελλοντικές διεθνείς συμφωνίες.
2. Τα συστήματα αδειών εφαρμόζονται σε όλα τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη εντός των κοινοτικών αλιευτικών υδάτων ή τα οποία αλιεύουν στα ύδατα τρίτων χωρών ή στην ανοικτή θάλασσα. Οι ελάχιστες κοινοτικές απαιτήσεις πληροφοριών εφαρμόζονται επίσης και στα σκάφη τρίτων χωρών που αλιεύουν εντός των κοινοτικών αλιευτικών υδάτων, όπου αυτό προβλέπεται από διεθνείς συμφωνίες.»
3. Η χορήγηση των αδειών αλιείας για κάθε συγκεκριμένο σκάφος ρυθμίζεται λεπτομερέστερα με τον κανονισμό (ΕΚ) 3690/93 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση ενός κοινοτικού καθεστώτος που θα καθορίζει τις ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας (3) (στο εξής: κανονισμός για τις ελάχιστες πληροφορίες). Οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού αυτού έχουν ως εξής:
«Άρθρο 1
1. Θεσπίζεται κοινοτικό καθεστώς που καθορίζει τους κανόνες για τις ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας, βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92.
2. Όλα τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη υποχρεούνται να έχουν άδεια αλιείας συνδεόμενη με το σκάφος.
3. Η άδεια φυλάσσεται επί του σκάφους.
4. Απαγορεύεται στα αλιευτικά σκάφη να αλιεύουν, να διατηρούν επί του σκάφους, να μεταφορτώνουν ή να εκφορτώνουν ψάρια όταν δεν διαθέτουν άδεια αλιείας ή όταν η άδεια αυτή αφαιρέθη ή ανεστάλη.
[…]
Άρθρο 3
Το κράτος μέλος της σημαίας εκδίδει και διαχειρίζεται τις άδειες αλιείας για τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του, τηρουμένων των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92.
[…]
Άρθρο 5
Το κράτος μέλος της σημαίας αφαιρεί προσωρινά ή οριστικά τις άδειες αλιείας σκαφών που αποτελούν αντικείμενο εφαρμογής μέτρου προσωρινής ακινητοποίησης και αφαιρεί τις άδειες αλιείας των σκαφών που αποτελούν το αντικείμενο μέτρου οριστικής παύσης της λειτουργίας τους.»
4. Το άρθρο 11 του κανονισμού για την αλιεία, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες, ανέθετε στο Συμβούλιο να καθορίσει τους στόχους της αναδιάρθρωσης του κοινοτικού αλιευτικού στόλου:
«Λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του τίτλου Ι, σε πολυετή βάση και για πρώτη φορά την 1η Ιανουαρίου 1994 το αργότερο, το Συμβούλιο, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43 της Συνθήκης, καθορίζει τους στόχους και τους λεπτομερείς κανόνες για την αναδιάρθρωση του κοινοτικού αλιευτικού τομέα προκειμένου να επιτευχθεί σταθερή ισορροπία μεταξύ των πόρων και της εκμετάλλευσής τους. Η αναδιάρθρωση αυτή θα λάβει επίσης υπόψη, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τις ενδεχόμενες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες και τις ιδιαιτερότητες των αλιευτικών περιοχών.»
5. Κατ’ εφαρμογή της διάταξης αυτής το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 94/15/ΕΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, που αφορά τους στόχους και τις ρυθμίσεις σχετικά με την προβλεπόμενη κατά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου 1994 έως 31 Δεκεμβρίου 1996 αναδιάρθρωση του τομέα της κοινοτικής αλιείας ώστε να επιτευχθεί διαρκής ισορροπία μεταξύ των πόρων και της εκμετάλλευσης αυτών (4) (απόφαση για την αναδιάρθρωση). Η απόφαση αυτή έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
1. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 1996, το αργότερο, και ανάλογα με τους καθορισμένους στόχους στα μεταβατικά προγράμματα προσανατολισμού της 31ης Δεκεμβρίου 1991, η αλιευτική προσπάθεια των στόλων των κρατών μελών της Κοινότητας μειώνεται:
– κατά 20 % για τις μηχανότρατες οι οποίες εφαρμόζουν το καλάρισμα βάθους για τα βύθια αποθέματα,
– κατά 15 % για τα αλιευτικά σκάφη που χρησιμοποιούν δράγες και για τις τράτες με προώστες χειρισμού των δικτύων που σκοπεύουν τα βενθικά αποθέματα,
– κατά 0 % για τα άλλα τμήματα στόλων,
λαμβανομένων υπόψη των στόχων που καθορίζονται στα μεταβατικά προγράμματα προσανατολισμού στις 31 Δεκεμβρίου 1991.
2. Ποσοστό τουλάχιστον 55 % της απαιτούμενης μείωσης αλιευτικής προσπάθειας, κατά την παράγραφο 1, πρέπει να επιτευχθεί με μείωση καθαρής χωρητικότητας.
Άρθρο 2
Την υλοποίηση των στόχων και ρυθμίσεων του άρθρου 1 εξασφαλίζει η Επιτροπή στο πλαίσιο των πολυετών προγραμμάτων προσανατολισμού για τους αλιευτικούς στόλους των κρατών μελών, όπως αυτά εγκρίθηκαν με τις από 21 Δεκεμβρίου 1992 αποφάσεις της Επιτροπής και ενδεχομένως τροποποιήθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας.»
6. Οι ειδικοί στόχοι για το κρίσιμο χρονικό διάστημα για τις μεν Κάτω Χώρες προκύπτουν από την απόφαση 92/590/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, για πολυετές πρόγραμμα προσανατολισμού του αλιευτικού στόλου των Κάτω Χωρών για την περίοδο 1993-1996 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου (5), για δε το Ηνωμένο Βασίλειο από την απόφαση 92/593/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, για πολυετές πρόγραμμα προσανατολισμού του αλιευτικού στόλου του Ηνωμένου Βασιλείου για την περίοδο 1993-1996 σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4028/86 του Συμβουλίου (6).
7. Ρυθμίσεις σχετικά με τα μέσα για την επίτευξη των στόχων αυτών περιέχει ο κανονισμός (ΕΚ) 3699/93 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1993, περί καθορισμού των κριτηρίων και όρων των κοινοτικών παρεμβάσεων διαρθρωτικού χαρακτήρα στον τομέα της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και της μεταποίησης και εμπορίας των προϊόντων τους (7) (στο εξής: κανονισμός για τα διαρθρωτικά μέτρα). Για τις υπό κρίση υποθέσεις σημασία έχουν τα άρθρα 7 και 8.
Άρθρο 7 – Κοινές διατάξεις
Μετά την ολοκλήρωση του πολυετούς προγράμματος προσανατολισμού και για ένα δεδομένο τμήμα του στόλου ενός κράτους μέλους, όταν οι μειώσεις δυναμικότητας που χρηματοδοτήθηκαν με δημόσιες ενισχύσεις επέτρεψαν να ξεπεραστούν οι στόχοι του συγκεκριμένου τμήματος του στόλου, η νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί από μόνο το γεγονός της χορήγησης των ενισχύσεων αυτών δεν θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα για τη θέση σε υπηρεσία νέας δυναμικότητας.
[…]
2. […]
Άρθρο 8 – Προσαρμογή των αλιευτικών προσπαθειών
1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα προσαρμογής των αλιευτικών προσπαθειών για την επίτευξη των στόχων των πολυετών προγραμμάτων προσανατολισμού που αναφέρονται στο άρθρο 5.
Εφόσον χρειάζεται, τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα οριστικής παύσης ή περιορισμού των αλιευτικών δραστηριοτήτων των σκαφών.
2. Τα μέτρα οριστικής παύσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων των σκαφών μπορούν να περιλαμβάνουν ιδίως:
– τη διάλυση των σκαφών,
– την οριστική μεταφορά τους προς μια τρίτη χώρα, εφόσον η μεταφορά αυτή δεν θίγει το διεθνές δίκαιο καθώς και τη διατήρηση και διαχείριση των αλιευτικών πόρων,
– τον οριστικό αναπροσανατολισμό του εν λόγω σκάφους προς εργασίες άλλες πλην της αλιείας.
[…]
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα σκάφη τα οποία αφορούν αυτά τα μέτρα διαγράφονται από τα νηολόγια των αλιευτικών σκαφών και από τον κοινοτικό κατάλογο των αλιευτικών σκαφών. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν επίσης ότι τα διαγραφέντα σκάφη αποκλείονται οριστικά από την άσκηση της αλιείας στα κοινοτικά ύδατα.
3. […]»
8. Η μεταφορά των σκαφών στις προκείμενες περιπτώσεις δεν στηριζόταν πάντως άμεσα στον κανονισμό για τα διαρθρωτικά μέτρα, αλλά στη Συμφωνία για τις σχέσεις που αφορούν τη θαλάσσια αλιεία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Αργεντινής, της 24ης Μαΐου 1994 (8).
9. Η ένατη αιτιολογική σκέψη στο προοίμιο της συμφωνίας αυτής έχει ως εξής:
«ΕΧΟΝΤΑΣ ΠΕΙΣΘΕΙ ότι αυτή η νέα μορφή συνεργασίας στον τομέα της αλιείας θα εξασφαλίσει σταθερή πρόσβαση σε νέες αλιευτικές δυνατότητες, θα συνεισφέρει στην υλοποίηση των στόχων της ανανέωσης και της μετατροπής του στόλου της Αργεντινής και της αναδιάρθρωσης του στόλου της Κοινότητας και θα ευνοήσει, μακροπρόθεσμα, την ορθολογική εκμετάλλευση των πόρων».
10. Οι κρίσιμες διατάξεις του άρθρου 5 της συμφωνίας έχουν ως εξής:
1. Τα μέρη δημιουργούν τις κατάλληλες προϋποθέσεις για τη σύσταση στην Αργεντινή επιχειρήσεων με κεφάλαιο προέλευσης ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Κοινότητας και για την ίδρυση μικτών εταιριών και προσωρινών ενώσεων επιχειρήσεων στον τομέα της αλιείας μεταξύ εφοπλιστών της Αργεντινής και της Κοινότητας με σκοπό την από κοινού εκμετάλλευση και, κατά περίπτωση, μεταποίηση των αλιευτικών πόρων της Αργεντινής, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο πρωτόκολλο Ι και στα παραρτήματα Ι και ΙΙ.
2. […]
3. Στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης του στόλου της, η Κοινότητα διευκολύνει την ένταξη κοινοτικών πλοίων στις επιχειρήσεις που εγκαθίστανται ή θα εγκατασταθούν στην Αργεντινή. […]»
11. Η κοινοτική συνδρομή προκύπτει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της συμφωνίας:
«1. Με σκοπό την ενθάρρυνση της εγκατάστασης των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 5, τα σχέδια που επιλέγουν τα μέρη σύμφωνα με το άρθρο 6 είναι επιλέξιμα για οικονομική συνδρομή σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου Ι.»
III – Πραγματικά περιστατικά και αιτήματα
Υπόθεση C-34/04 – Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών
12. Η διαδικασία που έχει κινηθεί κατά των Κάτω Χωρών αφορά τη μεταφορά δύο σκαφών, του Wiron III και του Wiron IV, σε μια μικτή εταιρία, βάσει της συμφωνίας με την Αργεντινή. Η μεταφορά των σκαφών πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1996. Με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1996, αποδέκτες της οποίας ήταν οι Κάτω Χώρες, οι πλοιοκτήτες και η μικτή εταιρία, η Επιτροπή χορήγησε οικονομική συνδρομή, η οποία ανήλθε, για κάθε πλοίο, σε 1 852 236 ECU για τους παλιούς πλοιοκτήτες και σε 277 835,40 ECU για τη μικτή εταιρία.
13. Στη συνέχεια οι Κάτω Χώρες χορήγησαν νέες άδειες για άλλα πλοία, τα οποία κατέλαβαν στο νηολόγιο των αλιευτικών σκαφών τη θέση των δύο μεταφερθέντων σκαφών.
14. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη αφαιρώντας τις άδειες αλιείας των αλιευτικών σκαφών Wiron III και Wiron IV μετά την οριστική μεταφορά των σκαφών αυτών στην Αργεντινή, παρέβη το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 3690/93 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση ενός κοινοτικού καθεστώτος που θα καθορίζει τις ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας,
2) να καταδικάσει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
15. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Υπόθεση C-64/04 – Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου
16. Τα πραγματικά περιστατικά της διαδικασίας που έχει κινηθεί κατά του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν ως εξής. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1996 οι πλοιοκτήτες των σκαφών Cleopatra και Ocean Quest ζήτησαν από το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων του Ηνωμένου Βασιλείου να τους χορηγήσει η Κοινότητα, βάσει της συμφωνίας με την Αργεντινή, συνδρομή για τη μεταφορά των πλοίων αυτών σε μια μικτή εταιρία. Το Υπουργείο διαβίβασε τις αιτήσεις αυτές στην Επιτροπή. Συναφώς το Υπουργείο ανέφερε ότι τα σκάφη αυτά είχαν επιλεγεί με σκοπό τη μείωση της αλιευτικής προσπάθειας στη Βόρεια Θάλασσα.
17. Στη συνέχεια οι πλοιοκτήτες μεταβίβασαν τις άδειες αλιείας των σκαφών, αντί ορισμένου τιμήματος, σε τρίτους. Οι τρίτοι αυτοί, απέκτησαν, κατά τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, δικαίωμα επί ανάλογης άδειας αλιείας για αλιευτικό σκάφος.
18. Όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ηνωμένου Βασιλείου έμαθαν για τη μεταβίβαση των αδειών, υπέβαλαν στην Επιτροπή το ερώτημα αν αυτό επιτρεπόταν. Στο ερώτημα αυτό δόθηκε αρνητική απάντηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.
19. Παράλληλα, η Επιτροπή εξέδωσε στις 16 Δεκεμβρίου 1996 απόφαση με αποδέκτες το Ηνωμένο Βασίλειο, τους αρχικούς πλοιοκτήτες και τις ενδιαφερόμενες μικτές εταιρίες, με την οποία χορηγήθηκαν κοινοτικές ενισχύσεις. Για το σκάφος Cleopatra χορηγήθηκαν 1 469 592 ECU στους πλοιοκτήτες και 220 438,80 ECU στη μικτή εταιρία. Για το σκάφος Ocean Quest η συνδρομή ανήλθε σε 1 316 880 ECU και σε 197 532 ECU.
20. Μολονότι οι αρμόδιες υπηρεσίες του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμαναν και πάλι τη μεταβίβαση των αδειών, εντούτοις πραγματοποιήθηκε η καταβολή των ποσών αυτών.
21. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο στην υπόθεση C-64/04:
1) να διαπιστώσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, μη αφαιρώντας τις άδειες αλιείας των αλιευτικών σκαφών Cleopatra και Ocean Quest μετά την οριστική μεταφορά τους στην Αργεντινή, παρέβη το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) 3690/93 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση ενός κοινοτικού καθεστώτος που θα καθορίζει τις ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας,
2) να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
22. Το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί την απόρριψη της προσφυγής της Επιτροπής και την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα.
IV – Νομική εκτίμηση
23. Σε αμφότερες τις διαδικασίες η Επιτροπή αιτιάται τα κράτη μέλη ότι δεν αφαίρεσαν τις άδειες αλιείας των οικείων σκαφών μετά την οριστική τους μεταφορά σε τρίτη χώρα.
Α – Επί του άρθρου 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες
24. Η Επιτροπή στηρίζει την αιτίασή της στο άρθρο 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες. Κατά το άρθρο αυτό, το κράτος μέλος της σημαίας αφαιρεί προσωρινά ή οριστικά τις άδειες αλιείας σκαφών που αποτελούν αντικείμενο εφαρμογής μέτρου προσωρινής ακινητοποίησης και αφαιρεί τις άδειες αλιείας των σκαφών που αποτελούν το αντικείμενο μέτρου οριστικής παύσης της λειτουργίας τους. Κατά συνέπεια, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν έπαυσε η λειτουργία των σκαφών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, και στη συνέχεια, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν τα οικεία κράτη μέλη αφαίρεσαν τις άδειες αλιείας των εν λόγω σκαφών.
1. Επί της παύσης της λειτουργίας
25. Τα επίδικα εν προκειμένω σκάφη, το Wiron III και το Wiron IV στη διαδικασία κατά των Κάτω Χωρών και το Ocean Quest και το Cleopatra στη διαδικασία κατά του Ηνωμένου Βασιλείου, διαγράφηκαν, με την οικονομική συνδρομή της Κοινότητας, από τον αλιευτικό στόλο των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου αντίστοιχα και μεταφέρθηκαν στον αλιευτικό στόλο της Αργεντινής.
26. Δεδομένου ότι τα σκάφη αυτά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως αλιευτικά, αποκλείεται εκ πρώτης όψεως να γίνει δεκτό ότι έχει παύσει η λειτουργία τους. Το άρθρο 8 του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα καθιστά πάντως σαφές ότι η οριστική μεταφορά αλιευτικού σκάφους προς μια τρίτη χώρα αποτελεί μία από τις περιπτώσεις παύσης της λειτουργίας. Τα αλιευτικά σκάφη δηλαδή που έχουν διαγραφεί οριστικά δεν αποτελούν πλέον τμήμα του κοινοτικού αλιευτικού στόλου.
27. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών αμφισβητεί μεν τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 8 του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα στη μεταφορά σκαφών που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της συμφωνίας με την Αργεντινή, αλλά θα ήταν παράλογο να μη θεωρηθεί η μεταφορά αυτή ως οριστική παύση, όσον αφορά τις άδειες αλιείας. Αν δεν αφαιρούνταν οι άδειες αυτές, τα εν λόγω σκάφη θα μπορούσαν ενδεχομένως, ως κοινοτικά σκάφη, να αλιεύουν εντός των κοινοτικών υδάτων ή εκμεταλλευόμενα κοινοτικές ποσοστώσεις.
28. Επιπλέον, η μεταφορά των σκαφών στην Αργεντινή αποσκοπεί, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 3, και κατά την ένατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της συμφωνίας, μεταξύ άλλων στην αναδιάρθρωση του κοινοτικού στόλου. Κατά συνέπεια, οι γενικοί κανόνες για τα μέτρα αναδιάρθρωσης έχουν απευθείας ή ανάλογη εφαρμογή και στη μεταφορά των σκαφών στην Αργεντινή (9). Δεν χρειάζεται συναφώς να εξεταστεί κατά πόσον οι ειδικοί κανόνες της συμφωνίας αποκλείουν την εφαρμογή των κανόνων του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα (10), αφού η συμφωνία δεν ρυθμίζει, εν πάση περιπτώσει, αν η μεταφορά των σκαφών στην Αργεντινή πρέπει να θεωρηθεί ως οριστική παύση λειτουργίας.
29. Κατά συνέπεια, οι άδειες αλιείας των μεταφερθέντων σκαφών έπρεπε να αφαιρεθούν κατά το άρθρο 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες.
2. Επί της αφαίρεσης των αδειών
30. Οι διάδικοι –περιλαμβανομένης και της Επιτροπής– συμφωνούν ότι τα μεταφερθέντα σκάφη δεν διαθέτουν πλέον άδειες αλιείας.
31. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κυβέρνησης των Κάτω Χωρών, οι άδειες αλιείας των ολλανδικών σκαφών έχουν αφαιρεθεί αυτοδικαίως. Οι κενωθείσες θέσεις στα ολλανδικά νηολόγια συμπληρώθηκαν απλώς με νέα σκάφη, στα οποία χορηγήθηκαν νέες άδειες.
32. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι οι κάτοχοι των αδειών τις πούλησαν σε τρίτους, οι οποίοι τις έχουν χρησιμοποιήσει για άλλα σκάφη. Επομένως, τα σκάφη, κατά την οριστική τους διαγραφή από τα βρετανικά νηολόγια, δεν διέθεταν πλέον άδειες που να μπορούν να αφαιρεθούν.
33. Ο ισχυρισμός αυτός είναι εκ πρώτης όψεως ασυμβίβαστος με το γεγονός ότι η άδεια είναι συνδεδεμένη με συγκεκριμένο σκάφος. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού για την αλιεία, όλα τα κοινοτικά αλιευτικά σκάφη πρέπει να έχουν άδεια αλιείας, η οποία χορηγείται για το συγκεκριμένο σκάφος.
34. Σύμφωνα όμως με τα στοιχεία που προσκόμισαν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή, αντικείμενο εμπορίας δεν είναι οι ίδιες οι άδειες, αλλά οι «licence entitlements», δηλαδή το δικαίωμα επί της άδειας. Η ίδια η άδεια μπορεί να χορηγηθεί μόνο στην περίπτωση που ο αιτών έχει τέτοιο δικαίωμα. Αυτό φαίνεται να συνέβη εν προκειμένω βάσει των πωληθέντων δικαιωμάτων.
35. Επομένως, επιτεύχθηκε προφανώς αυτό που απαιτείται κατά το άρθρο 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες: τα διαγραφέντα σκάφη δεν διαθέτουν πλέον άδειες αλιείας.
3. Επί της αντικατάστασης των αδειών των μεταφερθέντων σκαφών
36. Η βασική αιτίαση της Επιτροπής είναι πάντως ότι οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο χορήγησαν νέες άδειες για άλλα αλιευτικά σκάφη, αντίστοιχες με τις άδειες των σκαφών που είχαν μεταφερθεί στον στόλο μη κοινοτικού κράτους με παράλληλη καταβολή κοινοτικής συνδρομής. Η Επιτροπή βάλλει συνεπώς κατά του γεγονότος ότι, λόγω της αντικατάστασης των διαγραφέντων σκαφών από νέα σκάφη, αναπληρώθηκε η αποδεσμευθείσα αλιευτική δυναμικότητα.
37. Κατά το ισχύον σήμερα δίκαιο, η περίπτωση αυτή ρυθμίζεται σαφώς από το άρθρο 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2371/2002 (11): η ενίσχυση δεν καταβάλλεται πριν από την απόσυρση της άδειας αλιείας, η οποία εξάλλου δεν επιτρέπεται να αντικατασταθεί. Κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο δεν υφίστατο πάντως καμία ανάλογη ρητή ρύθμιση.
38. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες απαιτούσε ούτως ή άλλως, ακόμη και χωρίς να υπάρχει τέτοια ρητή ρύθμιση, την αφαίρεση της άδειας αλιείας χωρίς αντικατάστασή της (12). Το Ηνωμένο Βασίλειο συμφωνεί με την ερμηνεία αυτή, ενώ οι Κάτω Χώρες δεν τη δέχονται.
39. Το άρθρο 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες δεν κάλυπτε πάντως, σύμφωνα με το γράμμα του, τη χορήγηση αδειών σε αντικατάσταση των αδειών αλιείας που αφαιρούνταν. Η διάταξη αυτή αφορούσε, αντίθετα, μόνο την αφαίρεση των αδειών.
40. Η Επιτροπή αποπειράται δηλαδή να συναγάγει την απαγόρευση της χορήγησης νέων αδειών από τους σκοπούς των μέτρων αναδιάρθρωσης που λαμβάνονται κατά το άρθρο 8 του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα, και ειδικότερα από τους σκοπούς της χορήγησης οικονομικής συνδρομής για τη μεταφορά σκαφών προς την Αργεντινή.
41. Η μεταφορά σκαφών προς την Αργεντινή στο πλαίσιο της συμφωνίας με το κράτος αυτό, δεδομένου ότι πρόκειται κανονικά να συμβάλει στην αναδιάρθρωση του κοινοτικού στόλου, αποσκοπεί στη μείωση της αλιευτικής δυναμικότητας της Κοινότητας. Η μείωση αυτή ματαιώνεται στην περίπτωση χορήγησης άδειας σε νέα σκάφη σε αντικατάσταση των μεταφερθέντων.
42. Συνεπώς, πρέπει να συμφωνήσω με την Επιτροπή ότι η χορήγηση νέων αδειών σε αντικατάσταση παλαιών αντιβαίνει, στην περίπτωση της επιδοτούμενης μεταφοράς αλιευτικών σκαφών, στους σκοπούς της επιδότησης.
43. Το γεγονός πάντως ότι παραβιάζονται οι σκοποί της επιδότησης δεν επιτρέπει την αυτόματη συναγωγή του συμπεράσματος ότι η χορήγηση νέων αδειών σε αντικατάσταση παλαιών αντιβαίνει στο άρθρο 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες ή στο άρθρο αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα.
44. Καμία από τις δύο αυτές διατάξεις δεν περιείχε πράγματι την παραμικρή ένδειξη για την ύπαρξη ρύθμισης περί διασφάλισης των σκοπών αυτών χάρη στην επιβολή απαγόρευσης της αντικατάστασης των αφαιρεθεισών αδειών αλιείας. Το άρθρο 8 του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα δεν αναφέρει καν τις άδειες αλιείας. Το άρθρο 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες προβλέπει απλώς την υποχρέωση αφαίρεσης της άδειας αλιείας συγκεκριμένου σκάφους. Η υποχρέωση αυτή εκπληρώνεται με την αφαίρεση της εν λόγω άδειας. Από την υποχρέωση αφαίρεσης της άδειας δεν συνάγονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η χορήγηση νέων αδειών για άλλα σκάφη. Το ζήτημα αυτό αποτελεί αντικείμενο άλλων ρυθμίσεων, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη και τους σκοπούς της επιδότησης για την παύση της λειτουργίας (13).
45. Όπως ανέφερε η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, η Επιτροπή μπορούσε να στραφεί κατά των δύο καθών κρατών μελών στηριζόμενη, όσον αφορά τη ρύθμιση για τη χορήγηση των αδειών, στο άρθρο 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες. Παράλληλα μπορούσε να ληφθεί υπόψη το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα.
46. Οι διατάξεις αυτές δεν αποτελούν όμως αντικείμενο των υπό κρίση προσφυγών. Οι προσφυγές δεν μπορούν επομένως να γίνουν δεκτές με βάση τις διατάξεις αυτές (14). Επομένως, ορθά η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών επισήμανε ότι η Επιτροπή στήριξε την προσφυγή της σε εσφαλμένη νομική βάση.
47. Κατά συνέπεια, αμφότερες οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν.
Επικουρικά: εξέταση άλλων διατάξεων
48. Επικουρικά και μόνο, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεχτεί ότι η προσφυγή έχει ευρύτερο αντικείμενο, καθώς και για να τονίσω ότι η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα, δεν είναι αναγκαία, θα ήθελα να καταδείξω στη συνέχεια ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε στις υπό εξέταση υποθέσεις ούτε την ύπαρξη παράβασης του άρθρου 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες ή του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα.
1. Επί του άρθρου 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες
49. Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες, το κράτος μέλος της σημαίας εκδίδει και διαχειρίζεται τις άδειες αλιείας για τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του, τηρουμένων των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 11 του κανονισμού για την αλιεία. Την αρμοδιότητα αυτή των κρατών μελών τονίζουν και τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του κανονισμού για την αλιεία.
50. Παρά την άποψη που υποστήριζαν αρχικά αλλά εγκατέλειψαν στη συνέχεια οι Κάτω Χώρες, τα κράτη μέλη δεν είναι ελεύθερα κατά τη χορήγηση των αδειών, αλλά πρέπει να τηρούν το άρθρο 11 του κανονισμού για την αλιεία. Η διάταξη αυτή ανέθετε στο Συμβούλιο να καθορίσει τους στόχους και τους λεπτομερείς κανόνες για την αναδιάρθρωση του κοινοτικού αλιευτικού τομέα προκειμένου να επιτευχθεί σταθερή ισορροπία μεταξύ των πόρων και της εκμετάλλευσής τους.
51. Το Συμβούλιο καθόρισε τους στόχους αυτούς με την απόφαση για την αναδιάρθρωση του 1993. Η απόφαση αυτή προέβλεπε τη μείωση της χωρητικότητας του στόλου σε ορισμένους τομείς και τουλάχιστον τη μη αύξησή της στους υπόλοιπους. Για την επίτευξη των σκοπών αυτών τα κράτη μέλη όφειλαν, υπό την επίβλεψη της Επιτροπής, να εκτελέσουν τα λεγόμενα πολυετή προγράμματα προσανατολισμού για τους αλιευτικούς στόλους. Το άρθρο 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες, παραπέμποντας στο άρθρο 11 του κανονισμού για την αλιεία, υποχρεώνει συνεπώς έμμεσα τα κράτη μέλη να τηρούν τους σκοπούς της αναδιάρθρωσης κατά τη χορήγηση των αδειών αλιείας.
52. Επομένως, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν οι Κυβερνήσεις των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν επιτρέπεται καταρχήν η χορήγηση νέας αλιευτικής δυναμικότητας. Αντίθετα, αμφότερες οι κυβερνήσεις θεωρούν ότι η αντικατάσταση της διαγραφόμενης χωρητικότητας είναι καταρχήν δυνατή.
53. Συναφώς δεν χρειάζεται να αναλυθεί εδώ διά μακρών υπό ποιες προϋποθέσεις επιτρέπεται η αντικατάσταση της διαγραφόμενης χωρητικότητας. Δεν χρειάζεται ειδικότερα να εξεταστούν λεπτομερώς τα επιχειρήματα των δύο αυτών κυβερνήσεων (15).
54. Εν πάση περιπτώσει, προϋπόθεση για την ύπαρξη παράβασης του άρθρου 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες, του άρθρου 11 του κανονισμού για την αλιεία, της απόφασης για την αναδιάρθρωση του 1993 και του εκάστοτε εφαρμοστέου πολυετούς προγράμματος προσανατολισμού είναι να έχει οδηγήσει η αντικατάσταση της μεταφερθείσας χωρητικότητας σε μη εκπλήρωση των σκοπών του προγράμματος αυτού. Η Επιτροπή πάντως δεν έχει διατυπώσει συναφώς κανένα ισχυρισμό. Δεν είναι γνωστό ούτε αν τα δύο κράτη μέλη παρέλειψαν να εκπληρώσουν τους εν λόγω σκοπούς ούτε αν η αφαίρεση των αδειών χωρίς αντικατάσταση θα είχε συμβάλει στην επίτευξη σκοπών που δεν επιτεύχθηκαν (16).
55. Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη παράβασης του άρθρου 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες.
2. Επί του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα
56. Η χορήγηση των αδειών σε αντικατάσταση των παλαιών θα μπορούσε επίσης να συνιστά, στις υπό κρίση υποθέσεις, παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα. Η διάταξη αυτή απαγορεύει, ανεξάρτητα από τις μειώσεις που επιδιώκονται με τα πολυετή προγράμματα προσανατολισμού, την αντικατάσταση της διαγραφείσας δυναμικότητας. Προϋποθέτει πάντως ότι η διαγραφή χρηματοδοτήθηκε μόνο με δημόσιες ενισχύσεις.
57. Η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται πάντως ότι η μεταφορά των σκαφών χρηματοδοτήθηκε μόνο με δημόσιες ενισχύσεις. Αυτό άλλωστε είναι αμφίβολο εν προκειμένω, διότι οι πλοιοκτήτες επιδίωκαν προφανώς να αποκομίσουν κέρδη από τις αλιευτικές δραστηριότητες στα ύδατα της Αργεντινής. Επιπλέον, τα έσοδα από την πώληση των δικαιωμάτων επί των αδειών ήταν, τουλάχιστον όσον αφορά τη μεταφορά των βρετανικών σκαφών, ένας ακόμη λόγος για τη μεταφορά αυτή.
58. Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη παράβασης ούτε του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα.
3. Συμπέρασμα από την επικουρική εξέταση
59. Αμφότερες οι προσφυγές θα απορρίπτονταν ακόμη και αν το Δικαστήριο θεωρούσε ότι το άρθρο 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες ή το άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα αποτελούν μέρος του αντικειμένου της προσφυγής. Αντίθετα, από την εξέταση των διατάξεων αυτών αποδεικνύεται ότι η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία του άρθρου 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα, θα αποτελούσε καταστρατήγηση των απαιτήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 3 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες και στο άρθρο 7, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα.
V – Επί των δικαστικών εξόδων
60. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττάται σε αμφότερες τις υποθέσεις και οι Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα, η Επιτροπή πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά αυτά έξοδα.
VI – Πρόταση
61. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής τόσο στην υπόθεση C-34/04 όσο και στην υπόθεση C-64/04:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 389, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των Συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση, ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I – Κατάλογος που αναφέρεται στο άρθρο 29 της Πράξης Προσχώρησης – VIII. Περιβάλλον – X. Αλιεία (ΕΕ 1994, C 241, σ. 189). Ο κανονισμός αυτός έχει αντικατασταθεί από την 1η Ιανουαρίου 2003 από τον κανονισμό (ΕΚ) 2371/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής (ΕΕ L 358, σ. 59).
3 – ΕΕ L 341, σ. 93. Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 700/2006 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 2006, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 3690/93 για τη θέσπιση κοινοτικού καθεστώτος που καθορίζει τις ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στις άδειες αλιείας (ΕΕ L 122, σ. 1), και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1281/2005 της Επιτροπής, της 3ης Αυγούστου 2005, για τη διαχείριση των αδειών αλιείας και τις ελάχιστες πληροφορίες που αυτές πρέπει να περιέχουν (ΕΕ L 203, σ. 3).
4 – ΕΕ 1994, L 10, σ. 20.
5 – ΕΕ L 401, σ. 15.
6 – ΕΕ L 401, σ. 33.
7 – ΕΕ L 346, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1624/95 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1995 (ΕΕ L 155, σ. 1), κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2468/98 του Συμβουλίου, της 3ης Νοεμβρίου 1998, για τον καθορισμό των κριτηρίων και όρων των κοινοτικών παρεμβάσεων διαρθρωτικού χαρακτήρα στον τομέα της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας και της μεταποίησης και εμπορίας των προϊόντων τους (ΕΕ L 312, σ. 19), και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 2792/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, για καθορισμό των λεπτομερών κανόνων και ρυθμίσεων σχετικά με την κοινοτική διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας (ΕΕ L 337, σ. 10).
8 – ΕΕ 1993, L 318, σ. 2.
9 – Βλ. συναφώς την απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2005, C‑254/03 P, Eduardo Vieira κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I-237, σκέψεις 36 επ. και 63 επ.).
10 – Βλ. τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος στην προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Vieira (σκέψη 58) και τις προτάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 2004 του γενικού εισαγγελέα Tizzano στην ίδια υπόθεση (σημεία 71 επ.).
11 – Παρατέθηκε παραπάνω στην υποσημείωση 2.
12 – Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της πρότασης της Επιτροπής για τον κανονισμό (ΕΚ) 2371/2002 [COM (2002) 185 τελικό, σ. 4], η ρύθμιση του άρθρου 11, παράγραφος 3, του κανονισμού 2371/2002 είναι ταυτόσημη με την προϊσχύσασα νομοθεσία. Κατά τη νομοθετική διαδικασία πάντως, η Ισπανία, η Γαλλία, η Ελλάδα και η Ιταλία εξέφρασαν επανειλημμένα τις αντιρρήσεις τους σχετικά με την εν λόγω διάταξη (βλ. τα έγγραφα του Συμβουλίου 14231/1/02 REV 1, υποσημ. 31, και 15271/02, υποσημ. 14).
13 – Το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρει εξάλλου μια άλλη δυνατότητα διασφάλισης της αποτελεσματικότητας της επιδότησης: η Επιτροπή θα μπορούσε να αναζητήσει την κοινοτική ενίσχυση ή να τη διαμορφώσει κατά τρόπο ώστε να επιτρέπεται η αναζήτησή της σε περίπτωση μη εκπλήρωσης του σκοπού της. Αυτό θα ήταν ένα εύλογο μέτρο προς αποφυγή κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος.
14 – Βλ., όσον αφορά τη διεύρυνση του αντικειμένου της προσφυγής, την απόφαση της 20ής Οκτωβρίου 2005, C-6/04, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 2005, σ. I-9017, σκέψεις 57 επ.).
15 – Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται κατ’ ουσία ότι η υποχρέωση για αφαίρεση της άδειας χωρίς αντικατάσταση γεννήθηκε όταν τα σκάφη δεν διέθεταν πλέον άδεια. Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών δεν δέχεται την εφαρμογή του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα στη μεταφορά των σκαφών στο πλαίσιο της συμφωνίας με την Αργεντινή.
16 – Αυτό είναι απόλυτα κατανοητό από την άποψη της Επιτροπής, αφού στηρίζει την προσφυγή της εσφαλμένα στο άρθρο 5 του κανονισμού για τις ελάχιστες πληροφορίες, σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του κανονισμού για τα διαρθρωτικά μέτρα. Εν προκειμένω δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Επιτροπή ανακοίνωσε, ανεξάρτητα από αυτό, ότι αμφότερα τα κράτη μέλη παρέλειψαν να εκπληρώσουν τους σκοπούς των προγραμμάτων προσανατολισμού κατά το διάστημα 1993-1996: Ετήσια έκθεση προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τα αποτελέσματα των πολυετών προγραμμάτων προσανατολισμού των αλιευτικών στόλων κατά τη λήξη του 1996, COM (1997) 352, σ. 36 για τις Κάτω Χώρες και σ. 45 για το Ηνωμένο Βασίλειο. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε κανένα σχετικό ισχυρισμό, τα δύο κράτη μέλη δεν χρειάστηκε να διατυπώσουν την άποψή τους εν προκειμένω. Κατά την Ετήσια έκθεση κατά τη λήξη του 1997, COM (1999) 157, σ. 32 για τις Κάτω Χώρες και σ. 38 για το Ηνωμένο Βασίλειο, η μη εκπλήρωση των σκοπών δεν ήταν εξάλλου τόσο προφανής, τουλάχιστον για το δεύτερο από τα κράτη μέλη αυτά, ένα έτος αργότερα.
Full & Egal Universal Law Academy