ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 26ης Μαΐου 2005 1(1)
Υπόθεση C-71/04
Administración del Estado
κατά
Xunta de Galicia
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Tribunal Supremo (Ισπανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικό με το περιεχόμενο της υποχρεώσεως προηγούμενης γνωστοποιήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ, σε συνδυασμό με την οδηγία 90/684/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (στο εξής έβδομη οδηγία) (2). Το Tribunal Supremo ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν μια ενίσχυση για την κατασκευή ή τη μετατροπή πλοίων ή ρυμουλκών, η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της έβδομης οδηγίας λόγω του γεγονότος ότι η χωρητικότητα ή η ισχύς των οικείων πλοίων είναι κατώτερες των ορίων που καθορίζονται στην οδηγία αυτή, υπόκειται σε προηγούμενη γνωστοποίηση προς την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ.
Οι διατάξεις της Συνθήκης
2. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, EΚ: «[ε]νισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως».
3. Το άρθρο 87, παράγραφος 3, EΚ ορίζει τα εξής: «Δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά:
[…]
γ) οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον,
[…]
ε) άλλες κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, προτάσει της Επιτροπής.»
4. Το άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ έχει ως εξής: «Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της [...] Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»
5. Το άρθρο 89 EΚ ορίζει τα εξής: «Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δύναται να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 και ιδίως να καθορίζει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 88 παράγραφος 3, και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία αυτή.»
Η οδηγία
6. Η έβδομη οδηγία αποτελεί μέρος μιας σειράς οδηγιών στον τομέα των ναυπηγικών εργασιών που ανατρέχει στο 1969 (3). Περιείχε τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που είχαν εφαρμογή κατά τον χρόνο των περιστατικών της κύριας δίκης και εκδόθηκε βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, και του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΚ [νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ και άρθρου 133 ΕΚ]. Προβλέπει τη δυνατότητα χαρακτηρισμού των κρατικών ενισχύσεων για τη λειτουργία, τις επενδύσεις, το κλείσιμο, την έρευνα και ανάπτυξη επιχειρήσεων ναυπηγικών εργασιών συμβατών προς την κοινή αγορά, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα τιθέμενα με αυτή κριτήρια.
7. Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
α) ναυπηγικές εργασίες:
η κατασκευή, εντός της Κοινότητας, των ακόλουθων θαλασσοπόρων πλοίων με μεταλλικό σκάφος:
– εμπορικών πλοίων για τη μεταφορά επιβατών ή/και εμπορευμάτων, τουλάχιστον 100 GRT,
– αλιευτικών πλοίων τουλάχιστον 100 GRT,
– βυθοκόρων ή άλλων πλοίων για εργασίες στη θάλασσα, τουλάχιστον 100 GRT, εκτός από τις εξέδρες γεωτρήσεων,
– ρυμουλκών, ισχύος τουλάχιστον 365 kW·
β) μετατροπή πλοίου:
η μετατροπή, εντός της Κοινότητας, θαλασσοπόρων πλοίων με μεταλλικό σκάφος, όπως ορίζονται στο στοιχείο α), τουλάχιστον 1 000 GRT, εφόσον οι εργασίες μετατροπής συνεπάγονται ριζικές αλλαγές του επιπέδου φόρτωσης, του σκάφους, του συστήματος προώθησης ή του χώρου των επιβατών·
γ) επισκευή πλοίου:
η επισκευή των θαλασσοπόρων πλοίων που αναφέρονται στο στοιχείο α)·
δ) ενισχύσεις:
οι κρατικές ενισχύσεις, κατά την έννοια των άρθρων [87 και 88] της συνθήκης, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται όχι μόνον οι ενισχύσεις που χορηγούνται από το ίδιο το κράτος, αλλά και εκείνες που χορηγούνται από περιφερειακές ή τοπικές αρχές, καθώς και οποιαδήποτε στοιχεία ενισχύσεων που τυχόν περιλαμβάνονται στα χρηματοδοτικά μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για τις επιχειρήσεις ναυπήγησης και επισκευής πλοίων τις οποίες ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα, και που δεν θεωρούνται ως παροχή επισφαλών κεφαλαίων σε μια εταιρεία, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική σε μια οικονομία αγοράς.
Οι ενισχύσεις αυτές είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι δεν αντιβαίνουν προς την κοινή αγορά, εφόσον πληρούν τα κριτήρια παρέκκλισης που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία·
[…]».
8. Τα άρθρα 2 έως 10 της έβδομης οδηγίας θέτουν τα κριτήρια βάσει των οποίων κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται για ναυπηγικές εργασίες και μετατροπές πλοίου ως προς τα πλοία που αφορά το άρθρο 1 μπορούν να θεωρούνται συμβατές προς την κοινή αγορά.
9. Το άρθρο 11 ορίζει ότι, πέραν των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 ΕΚ, οι ενισχύσεις που χορηγούνται στις επιχειρήσεις ναυπήγησης, μετατροπής και επισκευής πλοίων τις οποίες αφορά η έβδομη οδηγία υπόκεινται στους κανόνες γνωστοποιήσεως που προβλέπονται στην παράγραφο 2. Ουσιαστικώς, η παράγραφος αυτή απαιτεί από τα κράτη μέλη να γνωστοποιούν εκ των προτέρων στην Επιτροπή κάθε ενίσχυση που αφορά η έβδομη οδηγία.
Η εθνική διαδικασία και το υποβληθέν ερώτημα
10. Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, η Xunta de Galicia, κυβερνητική αρχή της αυτόνομης κοινότητας της Γαλικίας, εξέδωσε, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που της παρέχει το εθνικό συνταγματικό δίκαιο, το διάταγμα 217/1994 της 23ης Ιουνίου 1994 (στο εξής γαλικιανό διάταγμα) με το οποίο θεσπίζεται ένα «νέο καθεστώς ενισχύσεων» για τον τομέα των ναυπηγικών εργασιών και της μετατροπής πλοίων στη Γαλικία. Όπως εκτίθεται στο προοίμιο του γαλικιανού διατάγματος, το καθεστώς ενισχύσεων αφορά τις ναυπηγικές εργασίες και τη μετατροπή πλοίων, τα οποία, «λόγω της ολικής χωρητικότητάς τους, της ισχύος τους (στην περίπτωση των ρυμουλκών), του υλικού του σκάφους τους, του είδους, του μεγέθους και/ή των χαρακτηριστικών της κατασκευής ή μετατροπής τους», δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της έβδομης οδηγίας, όπως έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο από το Ισπανικό Κράτος. Το γαλικιανό διάταγμα αφορά, κυρίως, τις ενισχύσεις για πλοία ολικής χωρητικότητας μικρότερης των 100 GRT και ρυμουλκά ισχύος μικρότερης των 365 kW.
11. Το Ισπανικό Κράτος προσέβαλε πρωτοδίκως το γαλικιανό διάταγμα ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστηρίου, ήτοι του Tribunal Superior de Justicia de Galicia, λόγω του ότι, μεταξύ άλλων, το διάταγμα αυτό δεν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο. Το Tribunal Superior de Justicia de Galicia απέρριψε την προσφυγή του Ισπανικού Κράτους με απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1996.
12. Το Ισπανικό Κράτος άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Tribunal Supremo. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το καθεστώς ενισχύσεων συνιστά κρατική ενίσχυση κατά το άρθρο 87 EΚ, αλλά εφαρμόσθηκε χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση κατά παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, EΚ. Επομένως, το κατώτερο εθνικό δικαστήριο πλανήθηκε περί το δίκαιο, καθόσον έπρεπε να ακυρώσει το γαλικιανό διάταγμα λόγω του ότι συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Ο δικηγόρος της Xunta de Galicia αντέκρουσε αυτή την ερμηνεία.
13. Με τη διάταξή του περί παραπομπής, το Tribunal Supremo εκτιμά ότι το ζήτημα δεν είναι σαφές από απόψεως κοινοτικού δικαίου, διότι, κατά το δικαστήριο αυτό, φαίνονται δυνατές δύο αντιτιθέμενες ερμηνείες.
14. Αφενός, η έβδομη οδηγία θα μπορούσε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η γενική υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεν έχει εφαρμογή στην κατασκευή ή τη μετατροπή πλοίων που δεν υπερβαίνουν τα ελάχιστα όρια της έβδομης οδηγίας. Η συλλογιστική αυτής της ερμηνείας συνίσταται, σύμφωνα με το Tribunal Supremo, στο ότι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης εκτίμησε ότι οι ενισχύσεις για μεγαλύτερα πλοία που αφορά η έβδομη οδηγία μπορούν να θεωρηθούν συμβατές προς την κοινή αγορά, θα μπορούσε να συναχθεί ότι η σιωπή της έβδομης οδηγίας, όσον αφορά ενισχύσεις για μικρότερα πλοία, ισοδυναμεί με δήλωση ότι μέτρα αυτού του είδους δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και, επομένως, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως κρατικές ενισχύσεις για τους σκοπούς του άρθρου 87, παράγραφος 1, EΚ.
15. Αφετέρου, θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι η έβδομη οδηγία δεν είχε ως σκοπό να απαλλαγούν τα κράτη μέλη από την κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ υποχρέωση να γνωστοποιούν ενισχύσεις που αφορούν μικρότερα ή μικρότερης ισχύος πλοία που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της.
16. Κατά συνέπεια, το Tribunal Supremo ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του ακόλουθου ερωτήματος:
– «Επιτρέπουν τα άρθρα 87, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία γ΄ και [ε΄], και 88, παράγραφος 3, [...] ΕΚ, σε συνδυασμό με την οδηγία 90/684/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες, τη θέσπιση, χωρίς προηγούμενη γνωστοποίηση στην Επιτροπή, εθνικής ρυθμίσεως –όπως αυτή του διατάγματος 217/1994 […]– η οποία καθιερώνει “νέο καθεστώς ενισχύσεων” υπέρ συγκεκριμένου τομέα της κατασκευής και της μετατροπής πλοίων, τομέα ο οποίος, λόγω της ολικής χωρητικότητας, της ισχύος και άλλων χαρακτηριστικών των πλοίων τα οποία αφορά, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προπαρατεθείσας οδηγίας 90/684;»
17. Η Xunta de Galicia, το Βασίλειο της Ισπανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Εκτίμηση
18. Κατά πάγια νομολογία, για να υφίσταται ενίσχυση πρέπει να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 1, EΚ, ήτοι να πρόκειται για παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή μέσω δημοσίων πόρων, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, πρέπει να χορηγεί ένα πλεονέκτημα υπέρ του δικαιούχου και πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (4).
19. Όταν υφίστανται όλα αυτά τα στοιχεία, το καθεστώς ενισχύσεων θα πρέπει, καταρχήν, να γνωστοποιείται πριν εφαρμοσθεί σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ, εκτός αν απαλλάσσεται της γνωστοποιήσεως δυνάμει μιας από τις αυτόματες εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87, παράγραφος 2, EΚ ή άλλης σχετικής διατάξεως της κοινοτικής νομοθεσίας.
20. Εν προκειμένω, το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η έβδομη οδηγία προβλέπει εμμέσως μια τέτοια εξαίρεση για ένα «νέο καθεστώς ενισχύσεων», όπως το ιδρυθέν με το γαλικιανό διάταγμα, για πλοία που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της έβδομης οδηγίας.
21. Κατά την άποψη της Xunta de Galicia, εφόσον δυνάμει της έβδομης οδηγίας ορισμένες ενισχύσεις για πλοία μεγαλύτερου μεγέθους και μεγαλύτερης ισχύος μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται προς την κοινή αγορά, έπεται ότι οι ενισχύσεις για μικρότερα και μικρότερης ισχύος πλοία δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Οι ενισχύσεις αυτές χαρακτηρίζονται εμμέσως ως συμβατές με την κοινή αγορά από την έβδομη οδηγία, η οποία εν προκειμένω έχει θέσει εμμέσως έναν κανόνα ήσσονος σημασίας.
22. Δεν συμφωνώ με την ερμηνεία αυτή για διάφορους λόγους.
23. Η έβδομη οδηγία εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, βάσει του νυν άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, EΚ, το οποίο παρέχει εξουσία στο Συμβούλιο να καθορίζει, προτάσει της Επιτροπής, οποιαδήποτε κατηγορία ενισχύσεων που μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Ως συνιστώσες εξαίρεση από τη γενική απαγόρευση που περιέχει το άρθρο 87, παράγραφος 1, EΚ, οι διατάξεις της έβδομης οδηγίας πρέπει να τυγχάνουν αυστηρής ερμηνείας και, επομένως, δεν μπορεί να τεκμαίρεται εμμέσως πρόθεση εξαιρέσεως μιας ολόκληρης κατηγορίας από την απαγόρευση (5).
24. Όπως τονίζουν η Επιτροπή και οι Κάτω Χώρες, δεν υφίσταται καμία ένδειξη στο κείμενο της έβδομης οδηγίας για το ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν η απαλλαγή από το καθήκον της προηγούμενης γνωστοποιήσεως ενισχύσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας λόγω του μικρότερου μεγέθους των οικείων πλοίων. Η έβδομη οδηγία δεν περιέχει κανέναν κανόνα ήσσονος σημασίας ή οποιαδήποτε πόρρωθεν συναφή διάταξη, ούτε δε αυτό ήταν δυνατό, λαμβανομένου υπόψη του νομικού της ερείσματος, όπως θα εκθέσω λεπτομερώς κατωτέρω. Επί πλέον, η έβδομη οδηγία δεν απαλλάσσει της γνωστοποιήσεως ούτε καν τις ενισχύσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι όλες οι ενισχύσεις τις οποίες αφορά, επιπροσθέτως του ότι υπόκεινται στις απαιτήσεις των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή.
25. Το γεγονός ότι η έβδομη οδηγία προβλέπει ότι ενισχύσεις που αφορούν μια ειδική κατηγορία πλοίων και ρυμουλκών μπορούν να θεωρηθούν συμβατές αντιστοιχεί σε πολιτική επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη. Από το προοίμιο της έβδομης οδηγίας προκύπτει ότι αυτή, με το ίδιο πνεύμα όπως οι προηγούμενες οδηγίες, σκοπεί στην εδραίωση και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στον τομέα των ναυπηγικών εργασιών στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού μέσω, μεταξύ άλλων, εξαλείψεως της διαρθρωτικής πλεονάζουσας ικανότητας των ναυπηγείων εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (6). Ενόψει αυτού του σκοπού, δεν εκπλήσσει ίσως το ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επικέντρωσε την προσοχή του σ’ αυτές τις κατηγορίες πλοίων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ναυπηγικής βιομηχανίας, οι οποίες, λόγω των χαρακτηριστικών τους, υφίστανται ανταγωνισμό επί παγκοσμίου επιπέδου (7).
26. Πάντως, αυτό δεν σημαίνει ότι, όπως υποστηρίζει η Xunta de Galicia, επιχειρήσεις κατασκευής και επιδιορθώσεως μικρότερων πλοίων και μικρότερης ισχύος ρυμουλκών δεν δραστηριοποιούνται εντός μιας κοινοτικών διαστάσεων ανταγωνιστικής αγοράς και ότι το εμπόριο των κρατών μελών δεν μπορεί να επηρεασθεί από ενισχύσεις σ’ αυτές τις κατηγορίες πλοίων. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, «δεν υφίσταται κάποιο όριο ή κάποιο ποσοστό κάτω από το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν επηρεάζεται το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο. Πράγματι, το σχετικά χαμηλό ύψος μιας ενισχύσεως ή το σχετικά μέτριο μέγεθος της επιχειρήσεως που λαμβάνει την ενίσχυση δεν αποκλείουν a priori τη δυνατότητα επηρεασμού τού μεταξύ των κρατών μελών εμπορίου [ή της νοθεύσεως του ανταγωνισμού]» (8). Ακόμη κι όταν οι επίμαχες ενισχύσεις είναι επ’ ωφελεία επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητα μόνο σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο, χωρίς να παρέχουν υπηρεσίες ή να παραδίδουν εμπορεύματα εκτός του κράτους μέλους καταγωγής τους, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών θα μπορούσε να επηρεάζεται (9). Επιπροσθέτως, όπως σημείωσε η Ισπανία με τις παρατηρήσεις της, στο ίδιο το γαλικιανό διάταγμα φαίνεται να τεκμαίρεται η ύπαρξη αλλοδαπού ανταγωνισμού για τα οικεία ναυπηγεία της Γαλικίας.
27. Κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή ορθώς προβάλλει ότι το γεγονός ότι το καθεστώς ενισχύσεων που εγκρίθηκε με το γαλικιανό διάταγμα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της έβδομης οδηγίας σημαίνει απλώς ότι αυτό το καθεστώς ενισχύσεων δεν μπορεί να τύχει των ευεργετικών διατάξεων της οδηγίας και ότι, ελλείψει αντίθετου κανόνα, εμπίπτει στο γενικό σύστημα κρατικών ενισχύσεων που προβλέπεται από τη Συνθήκη ΕΚ.
28. Περαιτέρω, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το νομικό έρεισμα της έβδομης οδηγίας, ήτοι το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ, επιτρέπει στο Συμβούλιο να καθορίζει ποια κατηγορία μέτρων, τα οποία έχουν ήδη διαπιστωθεί ότι συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, πλην όμως δεν παρέχει εξουσία στον κοινοτικό νομοθέτη να καθορίζει αυτή καθεαυτή την έννοια της κρατικής ενισχύσεως. Κατά συνέπεια, η έβδομη οδηγία δεν μπορούσε, όπως ισχυρίζεται η Xunta de Galicia, σιωπηλώς (ή ρητώς), να κηρύξει την ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά για τον λόγο ότι δεν επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών· ούτε μπορούσε να απαλλάξει μια ενίσχυση από τη γνωστοποίηση για τον λόγο αυτό. Μια τέτοια απαλλαγή μπορεί να χορηγηθεί μόνο βάσει του άρθρου 89 EΚ, το οποίο παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία να ρυθμίζει μέσω κανονισμών τα της εφαρμογής των άρθρων 87 EΚ και 88 EΚ και, ειδικότερα, να καθορίζει τις κατηγορίες ενισχύσεων που απαλλάσσονται της προηγούμενης γνωστοποιήσεως κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ (10).
29. Καταλήγω επομένως ότι το άρθρο 87, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία γ΄ και ε΄, ΕΚ και το άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ, θεωρούμενα σε συνδυασμό με την έβδομη οδηγία, δεν εξαιρούν εθνικούς κανόνες, όπως τους περιεχόμενους στο γαλικιανό διάταγμα, έναντι των γενικών διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ, περιλαμβανομένης της υποχρεώσεως γνωστοποιήσεως του άρθρου 88, παράγραφος 3, EΚ.
30. Αν, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η θεσπισθείσα με το γαλικιανό διάταγμα ενίσχυση εφαρμόσθηκε κατά παράβαση της υποχρεώσεως προηγούμενης γνωστοποιήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ, οφείλει, σύμφωνα με πάγια νομολογία, να εφαρμόσει την αμέσου αποτελέσματος απαγόρευση που θέτει το άρθρο 88, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, EΚ, η οποία εκτείνεται σε κάθε ενίσχυση που εφαρμόσθηκε χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί. Η νομολογία απαιτεί από τα εθνικά δικαστήρια να εξασφαλίσουν ότι θα συναχθούν «όλες οι κατά το εθνικό τους δίκαιο συνέπειες της παραβάσεως του άρθρου [88], παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, της Συνθήκης, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής όσο και την αναζήτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής ή των ενδεχομένως διαταχθέντων προσωρινών μέτρων» (11).
31. Πριν ολοκληρώσω, θα πρέπει να μνημονεύσω μία πτυχή της υποθέσεως που θα μπορούσε να θέσει μερικά ενδιαφέροντα ζητήματα.
32. Δυνάμει του ισπανικού συνταγματικού δικαίου, οι αυτόνομες κοινότητες απολαύουν αποκλειστικής αρμοδιότητας σε ορισμένους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Εφόσον όλες οι αυτόνομες κοινότητες θεωρούνται ότι αποτελούν αποφύσεις του κράτους μέλους για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου, το Ισπανικό Κράτος ευθύνεται, έναντι της Κοινότητας, για την τήρηση αυτού του δικαίου σε τομείς οι οποίοι, κατά το εθνικό δίκαιο, δεν εμπίπτουν στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων του και στους οποίους, όπως εν προκειμένω, τα συμφέροντά του δεν συμπίπτουν με αυτά των αυτόνομων κοινοτήτων.
33. Πράγματι, στον τομέα των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων της Συνθήκης EΚ, όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, εναπόκειται στο Ισπανικό Κράτος να τηρεί την υποχρέωση προηγούμενης γνωστοποιήσεως κάθε νέας ενισχύσεως που εμπίπτει στις διατάξεις της Συνθήκης. Η υποχρέωση αυτή, πάντως, μπορεί να βρίσκεται σε δυσαρμονία προς την εσωτερική κατανομή αρμοδιοτήτων, όπως καταδεικνύεται από την παρούσα υπόθεση, πράγμα που θα μπορούσε να θέσει ενδιαφέροντα ζητήματα κοινοτικού δικαίου.
34. Ζητώντας από τα εθνικά δικαστήρια να κηρύξουν άκυρη την επίδικη ενίσχυση λόγω της ελλείψεως γνωστοποιήσεως στην Επιτροπή, το Ισπανικό Κράτος είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι επικαλείται, εντός ενός εθνικού δικαστικού πλαισίου, τη δική του παράλειψη εκπληρώσεως τής κατά τη Συνθήκη υποχρεώσεώς του προκειμένου να επιφέρει την ακύρωση πράξεως εκδοθείσας από υποδεέστερο κρατικό φορέα λόγω αντιθέσεώς της προς το κοινοτικό δίκαιο.
35. Εφόσον πάντως τέτοια ζητήματα δεν θίχθηκαν από το Tribunal Supremo στη διάταξή του περί παραπομπής, ούτε αποτέλεσαν το αντικείμενο παρατηρήσεων από κάποιον από τους διαδίκους, και εφόσον, εν πάση περιπτώσει, δεν επηρεάζουν την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο εθνικό δικαστήριο, δεν θα τα εξετάσω λεπτομερέστερα.
Πρόταση
36. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου ως εξής:
– Το άρθρο 87, παράγραφοι 1 και 3, στοιχεία γ΄ και ε΄, και το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, σε συνδυασμό με την οδηγία 90/684/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες, δεν εξαιρούν από τη γενική εφαρμογή τών περί κρατικών ενισχύσεων διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ ένα καθεστώς ενισχύσεων, όπως το περιεχόμενο στο διάταγμα 217/1994, της 23ης Ιουνίου 1994, της Xunta de Galicia, το οποίο καθιερώνει ένα «νέο καθεστώς ενισχύσεων» για συγκεκριμένο τομέα των ναυπηγικών εργασιών και της μετατροπής πλοίων, το οποίο, λόγω της ολικής χωρητικότητας, της ισχύος και άλλων χαρακτηριστικών των οικείων πλοίων, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της οδηγίας.
– Αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η επίμαχη ενίσχυση εφαρμόσθηκε κατά παράβαση της υποχρεώσεως προηγούμενης γνωστοποιήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 3, EΚ, οφείλει να συναγάγει όλες τις κατά το εθνικό του δίκαιο συνέπειες αυτής της παραβάσεως, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων εφαρμογής της ενισχύσεως όσο και την αναζήτηση των χρηματικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της διατάξεως αυτής και των ενδεχομένως διαταχθέντων προσωρινών μέτρων.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 380, σ. 27.
3 – Για μια επισκόπηση αυτών των μέτρων, περιλαμβανομένου του κανονισμού (ΕΚ) 1540/98 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998, περί των νέων κανόνων ενισχύσεως της ναυπηγικής βιομηχανίας (ΕΕ L 202, σ. 1), βλ. L. Hancher, T. Ottervanger και P. J. Slot, EC State Aids, Λονδίνο 1999. Από τη λήξη ισχύος αυτού του κανονισμού στις 31 Δεκεμβρίου 2003, η πρακτική της Επιτροπής σ’ αυτόν τον τομέα διέπεται από το Πλαίσιο για τις Κρατικές Ενισχύσεις στη Ναυπηγική Βιομηχανία (2003/C 317/06) (ΕΕ C 317, σ. 11).
4 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, C-280/00, Altmark Trans (Συλλογή 2003, σ. I-7747, σκέψεις 74 και 75, καθώς και την παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
5 – Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Capotorti στην υπόθεση 730/79 επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, Philip Morris κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 13).
6 – Στην τρίτη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται η «σημαντική πρόοδος στην παγκόσμια αγορά ναυπηγικών εργασιών», η οποία πάντως δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί σε «ικανοποιητική ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης» ή στο να αποκατασταθούν «κανονικές συνθήκες αγοράς». Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη μνημονεύει τις «ευνοϊκές τάσεις που παρατηρούνται σε παγκόσμια κλίμακα». Η πέμπτη και η έκτη αιτιολογική σκέψη μνημονεύουν τις προσπάθειες σε διεθνή κλίμακα στο πλαίσιο του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), για να επιτευχθεί πολυμερής συμφωνία μεταξύ των σημαντικότερων κρατών ναυπήγησης σκαφών σε παγκόσμια κλίμακα, σχετικά με την εξάλειψη δημοσίων μέτρων παροχής ενισχύσεων σ’ αυτόν τον τομέα, και να εξασφαλισθεί θεμιτός ανταγωνισμός σε παγκόσμια κλίμακα μέσω «ισορροπημένης και δίκαιας εξάλειψης όλων των εμποδίων τα οποία επηρεάζουν αρνητικά τις ομαλές συνθήκες ανταγωνισμού». Η όγδοη αιτιολογική σκέψη τονίζει ότι μια ανταγωνιστική ναυπηγική βιομηχανία έχει ζωτική σημασία για την Κοινότητα […] Η ένατη αιτιολογική σκέψη δικαιολογεί τη διατήρηση της ενισχύσεως σ’ αυτόν τον τομέα χάριν της εξασφαλίσεως «ενός επαρκούς επιπέδου δραστηριοτήτων για τα ευρωπαϊκά ναυπηγεία και, κατά συνέπεια, για την επιβίωση μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας στον τομέα των ναυπηγικών εργασιών». Βλ. επίσης την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2002, T-227/99 και T-134/00, Kvaerner Warnow Werft κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002 σ. II 1205, σκέψη 96).
7 – Το ίδιο ισχύει για την αμέσως προηγούμενη αυτής οδηγία: βλ. το προοίμιο της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1987, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ L 69, σ. 55).
8 – Απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C-278/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 69, και η παρατιθέμενη εκεί νομολογία).
9 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Altmark Trans, σκέψη 78, και η παρατιθέμενη εκεί νομολογία. Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, C-75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-3671, σκέψη 47).
10 – Το Συμβούλιο άσκησε την κατά άρθρο 89 EΚ αρμοδιότητά του, εκδίδοντας, μεταξύ άλλων, τον κανονισμό (ΕΚ) 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ L 142, σ. 1). Τα άρθρα 1 και 2 αυτού του κανονισμού παρέχουν στην Επιτροπή αρμοδιότητα να δηλώνει, εκδίδοντας κανονισμό, ότι ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και ότι ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων δεν ανταποκρίνονται σε όλα τα κριτήρια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, οπότε εξαιρούνται από τη διαδικασία κοινοποιήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3, ΕΚ. Επ’ αυτής της βάσεως, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 70/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ L 10, σ. 33) και τον κανονισμό (ΕΚ) 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L 10, σ. 30). Οι ενισχύσεις που είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις αυτών των κανονισμών δεν χρειάζεται να γνωστοποιούνται βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 3, EΚ. Οι κανονισμοί αυτοί πάντως δεν ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο των περιστατικών της κύριας δίκης.
11 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI (Συλλογή 1996 σ. I-3547, σκέψεις 39 και 40, καθώς και η παρατιθέμενη σ’ αυτή νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy