ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
L. A. GEELHOED
της 7ης Απριλίου 2005 (1)
Υπόθεση C-73/04
Brigitte Klein
Marcus Klein
κατά
Rhodos Management Ltd
[αίτηση του Oberlandesgericht Hamm (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ερμηνεία του άρθρου 16, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών – Δικαιοδοσία σε διαφορές που αφορούν βάρη ακινήτου – Σύμβαση παρέχουσα δικαίωμα χρήσεως υπό καθεστώς χρονομεριστικής μισθώσεως εξοχικού διαμερίσματος και προβλέπουσα ταυτοχρόνως και κατ’ ανάγκην την κτήση της ιδιότητας του μέλους λέσχης, της οποίας το κύριο καθήκον συνίσταται στη διασφάλιση της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος χρήσεως για τα μέλη της – Αίτημα επιστροφής του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα αίτηση του Oberlandesgericht Hamm για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση των αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής: Σύμβαση) (2). Ειδικότερα, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσον η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή στις συμβάσεις που παρέχουν δικαίωμα χρήσεως ακινήτου υπό καθεστώς χρονομεριστικής μισθώσεως («time-sharing»).
II – Νομικό πλαίσιο
2. Το άρθρο 2 της Συμβάσεως, το οποίο καθιερώνει τον γενικό κανόνα περί της διεθνούς δικαιοδοσίας των εθνικών δικαστηρίων στις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, προβλέπει ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας συμβάσεως, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους αυτού, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους […]». Το άρθρο 4 της Συμβάσεως ορίζει ότι, «αν ο εναγόμενος δεν έχει κατοικία στο έδαφος συμβαλλόμενου κράτους, η διεθνής δικαιοδοσία σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος ρυθμίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού, με την επιφύλαξη του άρθρου 16 […]».
3. Το άρθρο 16 της Συμβάσεως συνιστά εξαίρεση από τους γενικούς αυτούς κανόνες. Το εν λόγω άρθρο καθιερώνει, σε πέντε περιπτώσεις διαφορών, την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους που συνδέεται στενότερα με την υπό κρίση διαφορά. Οι θεσπιζόμενοι με το άρθρο 16 κανόνες υπερισχύουν όλων των άλλων διατάξεων της Συμβάσεως που αφορούν τη διεθνή δικαιοδοσία. Η εφαρμογή αυτών των κανόνων δεν μπορεί να αποκλεισθεί ούτε με συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (όπως προβλέπει το άρθρο 17 της Συμβάσεως) ούτε με την παράσταση του εναγομένου (όπως προβλέπει το άρθρο 18 της Συμβάσεως).
4. Το άρθρο 16, σημείο 1, ορίζει ότι:
«Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:
1. α) σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου,
β) πάντως, σε υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων που συνάπτονται για προσωρινή ιδιωτική χρήση μέγιστης διάρκειας έξι συνεχών μηνών, έχουν επίσης διεθνή δικαιοδοσία και τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους στο οποίο έχει κατοικία ο εναγόμενος, εφόσον ο ιδιοκτήτης και ο μισθωτής είναι φυσικά πρόσωπα και έχουν κατοικία στο ίδιο συμβαλλόμενο κράτος».
5. Ο διαλαμβανόμενος στο άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, κανόνας της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας δικαιολογείται από το γεγονός ότι τα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου είναι, σύμφωνα με την αρχή της γειτνιάσεως, τα πλέον κατάλληλα, τόσο από νομικής όσο και από γεωγραφικής απόψεως, να επιλαμβάνονται των εν λόγω διαφορών. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, ως προς τον σκοπό της επίμαχης διατάξεως, ότι:
«Ο βασικός λόγος για τον οποίο καθιερώνεται η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου έγκειται στο γεγονός ότι, λαμβανομένης υπόψη της γειτνιάσεως, το δικαστήριο της τοποθεσίας του ακινήτου είναι περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο σε θέση να έχει αμεσότερη γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και να εφαρμόζει τους κανόνες και τα συναλλακτικά ήθη που ισχύουν, γενικώς, στο κράτος όπου κείται το ακίνητο.» (3)
6. Ομοίως, η έκθεση Jenard (4) δικαιολογεί την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, στις περιπτώσεις του άρθρου 16, σημείο 1, ως εξής:
«[…] Οι διαφορές αυτές ενέχουν […] συχνά τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων, ερευνών και πραγματογνωμοσυνών. Επιπλέον, οι υποθέσεις αυτές διέπονται συχνά, τουλάχιστον εν μέρει, από συναλλακτικά ήθη, γνωστά μόνο στα δικαστήρια του τόπου ή της χώρας όπου κείται το ακίνητο. Τέλος, η θεσπισθείσα διάταξη λαμβάνει υπόψη την ανάγκη μεταγραφής ορισμένων πράξεων στα κτηματολόγια που τηρούνται στον τόπο όπου κείται το ακίνητο […]. Η θέσπιση του επίμαχου άρθρου υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι οι μισθώσεις ακινήτων ρυθμίζονται, γενικώς, από ειδικές εθνικές διατάξεις, οι οποίες, λόγω της πολυπλοκότητάς τους, είναι προτιμότερο να εφαρμόζονται αποκλειστικώς από τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο ισχύουν. Επιπλέον, οι νομοθεσίες πολλών κρατών καθιερώνουν την αποκλειστική αρμοδιότητα ορισμένων ειδικών, συνήθως, δικαστηρίων επί των εν λόγω διαφορών».
III – Πραγματικά περιστατικά
7. Το 1992, το ζεύγος Klein, κάτοικοι Γερμανίας, συνήψαν σύμβαση με την εταιρία Rhodos Management, που έχει την έδρα της στη Νήσο του Μαν, με την οποία συμφώνησαν να καταβάλουν ποσό 13 300 DΕM (γερμανικών μάρκων), ήτοι περίπου 6 700 ευρώ, σε αντάλλαγμα για τη χρήση διαμερίσματος ορισμένου τύπου ευρισκόμενου σε ξενοδοχειακό συγκρότημα στην Ελλάδα για μία συγκεκριμένη εβδομάδα κάθε έτος έως το 2031.
8. Το καταβληθέν βάσει της συμβάσεως συνολικό ποσό αναλύεται, σύμφωνα με τους όρους της, ως εξής: 10 153 DΕM για την εγγραφή και την κτήση της ιδιότητας του μέλους της λέσχης («Mitgliedschaftsgebühr»)· 2 048 DΕM για το δικαίωμα χρήσεως («Nutzungsgebühr»)· 432 DΕM για τις δαπάνες καταρτίσεως της συμβάσεως και τα διοικητικά τέλη· 317 DΕM για έξοδα συντηρήσεως για το έτος 1993 και 350 DEM ως τριετής εισφορά μέλους στον RCI (οργανισμό που συντονίζει την ανταλλαγή «διαθέσιμων θέσεων» προς πραγματοποίηση διακοπών και εξοχικών διαμερισμάτων).
9. Η σύμβαση, η οποία έφερε τον τίτλο «Αίτηση και σύμβαση εγγραφής μέλους», προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι το ζεύγος Klein θα γινόταν μέλος του Sun Beach Holiday Club. Η κτήση της ιδιότητας του μέλους αυτής της λέσχης συνιστούσε αναγκαίο όρο για τη σύναψη της συμβάσεως, καθόσον το δικαίωμα χρήσεως δεν παρεχόταν άνευ της κτήσεως αυτής της ιδιότητας. Επιπλέον, τα συμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να απολαύουν των συνήθων υπηρεσιών που παρείχε το ίδιο το ξενοδοχείο στα μέλη της λέσχης και στους λοιπούς πελάτες του, όπως παραδείγματος χάρη των υπηρεσιών υποδοχής και αγοραπωλησίας συναλλάγματος.
10. Κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμβάσεως, το ζεύγος Klein προκατέβαλε ποσό 2 640 DEM. Εν συνεχεία, το ζεύγος κατέβαλε συμπληρωματικό ποσό ύψους 13 300 DEM, μολονότι, σύμφωνα με τους όρους της συναφθείσας συμβάσεως, το οφειλόμενο υπόλοιπο ανερχόταν σε 10 660 DEM.
11. Τον Μάρτιο του 1996, το ζεύγος Klein άσκησε ενώπιον του Dortmund Landgericht αγωγή κατά, μεταξύ άλλων, της εταιρίας Rhodos Management, με την οποία ζήτησε την επιστροφή ποσού 15 490 DEM, για τον λόγο ότι η συναφθείσα σύμβαση έπασχε ακυρότητα ως αντιβαίνουσα στις αρχές της «Sittenwidrigkeit» (ήτοι στα χρηστά ήθη και τους κανόνες ορθής συναλλακτικής συμπεριφοράς) και το επιπλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος για τη χρήση του ακινήτου εισπραχθέν ποσό ύψους 2 640 DEM καταβλήθηκε εκ παραδρομής και, ως εκ τούτου, συνιστούσε αδικαιολόγητο πλουτισμό, με συνέπεια να γεννάται υποχρέωση επιστροφής του αχρεωστήτου.
12. Η Rhodos Management αμύνθηκε ισχυριζόμενη ότι το Landgericht δεν ήταν αρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως, για τον λόγο ότι η διαφορά αφορούσε μίσθωση ακινήτου ευρισκόμενου στην Ελλάδα και, κατά το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως, τα Ελληνικά δικαστήρια είχαν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία.
13. Το Landgericht, με απόφαση που εξέδωσε τον Μάιο του 2003, δέχθηκε τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης και, κατά συνέπεια, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη.
14. Το ζεύγος Klein άσκησε ενώπιον του Oberlandesgericht Hamm έφεση κατά της εν λόγω αποφάσεως και, προς στήριξη των αιτημάτων του, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίμαχη σύμβαση περί εγγραφής στη λέσχη δεν συνιστούσε «μίσθωση», κατά την έννοια του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, λαμβανομένου υπόψη ότι η λειτουργία της διέπεται από το δίκαιο των εταιριών.
15. Το Oberlandesgericht, με διάταξή του της 27ης Ιανουαρίου 2004, υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«1) Εμπίπτουν στην έννοια “υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων” του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως ισχύει κατόπιν της τρίτης συμβάσεως προσχωρήσεως της 26ης Μαρτίου 1989, οι διαφορές ως προς τη χρήση, για ορισμένη ημερολογιακή εβδομάδα κάθε έτος και για χρονικό διάστημα σχεδόν σαράντα ετών, διαμερίσματος που ανήκει σε ξενοδοχειακό συγκρότημα και εξατομικεύεται με βάση τον τύπο και τη θέση του, ακόμη και όταν η οικεία σύμβαση παρέχει ταυτοχρόνως και κατ’ ανάγκην την ιδιότητα μέλους λέσχης, της οποίας το κύριο καθήκον συνίσταται στη διασφάλιση της ασκήσεως του εν λόγω δικαιώματος χρήσεως για τα μέλη της;
2) Για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, ισχύει η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών και για απαιτήσεις οι οποίες γεννήθηκαν στο πλαίσιο μισθωτικής σχέσεως αυτού του είδους, πλην όμως, από νομικής και ουσιαστικής απόψεως, ουδόλως σχετίζονται με τη μίσθωση, και δη για την απαίτηση επιστροφής του εκ παραδρομής καταβληθέντος επιπλέον τιμήματος για τη χρήση του διαμερίσματος ή για την εγγραφή στη λέσχη;»
16. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το ζεύγος Klein, η Rhodos Management, η Επιτροπή, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση.
IV – Νομική εκτίμηση
Επί του πρώτου ερωτήματος
17. Με το πρώτο του ερώτημα, το Oberlandesgericht ζητεί να μάθει κατά πόσον η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του άρθρου 16, σημείο 1, αφορά τις διαφορές που ανακύπτουν από τη χρήση συγκεκριμένου τύπου διαμερίσματος, ευρισκομένου σε ξενοδοχειακή εγκατάσταση, για ορισμένη χρονική περίοδο κάθε έτος και για χρονικό διάστημα 40 ετών, ακόμη και όταν η οικεία σύμβαση προβλέπει ταυτοχρόνως και κατ’ ανάγκην την κτήση της ιδιότητας μέλους λέσχης.
18. Είναι πρόδηλον ότι η σύμβαση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτει στην κατηγορία των συμβάσεων «time-sharing». Όπως είναι γνωστό, οι εν λόγω συμβάσεις παρέχουν δικαίωμα χρήσεως ενός ακινήτου υπό καθεστώς χρονομεριστικής μισθώσεως –ήτοι χρήσεώς του για ορισμένη χρονική περίοδο κάθε έτος– και συνάπτονται συχνά από άτομα τα οποία, για την πραγματοποίηση των διακοπών τους, προτιμούν, αντί να προβούν στην αγορά εξοχικής κατοικίας, να αποκτήσουν, απλώς, το δικαίωμα διαμονής σε ορισμένο ακίνητο για συγκεκριμένο μόνο χρονικό διάστημα κάθε έτος. Συνήθως, κάθε «συνιδιοκτήτης» καταβάλλει ένα μέρος των εξόδων διαχειρίσεως και συντηρήσεως του χρησιμοποιούμενου υπό καθεστώς χρονομεριστικής μισθώσεως ακινήτου.
19. Εκ προοιμίου, επισημαίνω ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, με τις γραπτές της παρατηρήσεις, ζητεί από το Δικαστήριο να λάβει θέση επί ενός ζητήματος ευρύτερου από εκείνο που θίγει το εθνικό δικαστήριο με το προδικαστικό του ερώτημα. Ειδικότερα, καλεί το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσον, και υπό ποιες προϋποθέσεις, οι συμβάσεις «time-sharing», γενικώς, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως.
20. Μολονότι, θεωρητικώς, η ιδέα ενός κριτηρίου γενικής εφαρμογής είναι, τουλάχιστον εν μέρει, ελκυστική, εντούτοις έχω ισχυρές επιφυλάξεις ως προς το αν ενδείκνυται η διατύπωση ενός γενικού κανόνα. Η επιφυλακτικότητα αυτή οφείλεται, κυρίως, στις σημαντικές διαφορές, ως προς το περιεχόμενο και τον νομικό χαρακτήρα, των συμβάσεων χρονομεριστικής μισθώσεως από κράτος μέλος σε κράτος μέλος. Παραδείγματος χάρη, οι εν λόγω συμβάσεις διέπονται σε άλλα κράτη μέλη από το ενοχικό δίκαιο, ενώ σε άλλα κράτη μέλη από το δίκαιο των εταιριών (5) ή από το εμπράγματο δίκαιο.
21. Η βασική νομοθετική πράξη του κοινοτικού δικαίου στον εν λόγω τομέα, ήτοι η οδηγία 94/47 περί της προστασίας των αγοραστών ως προς ορισμένες πλευρές των συμβάσεων που αφορούν την απόκτηση δικαιώματος χρήσης ακινήτων υπό καθεστώς χρονομεριστικής μίσθωσης (6), αναγνωρίζει την ύπαρξη διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών ως προς τη ρύθμιση των επίμαχων συμβάσεων. Παραδείγματος χάρη, το προοίμιο της οδηγίας επισημαίνει ότι «η νομική φύση των δικαιωμάτων που αποτελούν αντικείμενο των συμβάσεων στις οποίες αναφέρεται η παρούσα [ήτοι των συμβάσεων χρονομεριστικής μισθώσεως] ποικίλλει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο […]» (7). Ο κοινοτικός νομοθέτης απέφυγε επιμελώς να εναρμονίσει τον χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών, καθιστώντας σαφές ότι «η παρούσα οδηγία δεν στοχεύει να ρυθμίσει κατά πόσον οι συμβάσεις χρήσης ενός ή περισσοτέρων ακινήτων υπό καθεστώς χρονομεριστικής μίσθωσης μπορούν να συνάπτονται μέσα στα κράτη μέλη, ούτε να καθορίσει τις νομικές βάσεις αυτών των συμβάσεων […]» (8). Για τον λόγο αυτό, η οδηγία, η οποία σκοπεί στη δημιουργία μιας ελάχιστης βάσης κοινών κανόνων για τις συμβάσεις χρονομεριστικής μισθώσεως προκειμένου να διασφαλίσει την καλή λειτουργία της κοινής αγοράς και την προστασία των αγοραστών, έχει εφαρμογή μόνο σε ορισμένες, πολύ συγκεκριμένες, πτυχές των επίμαχων συμβάσεων, ήτοι «στις πλευρές τους τις σχετικές με τις πληροφορίες περί των συστατικών της σύμβασης, τις λεπτομέρειες της μετάδοσης αυτών των πληροφοριών και τις διαδικασίες και τον τρόπο καταγγελίας και υπαναχώρησης» (9).
22. Λόγω των προαναφερθεισών διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, η διατύπωση ενός γενικού «κανόνα» περί εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, σε όλες τις συμβάσεις που παρέχουν δικαίωμα χρήσεως υπό καθεστώς χρονομεριστικής μισθώσεως θα ήταν αλυσιτελής και θα έθετε, ενδεχομένως, σε κίνδυνο την επίτευξη του επιδιωκόμενου με την επίμαχη διάταξη σκοπού, όπως αυτός συνοψίσθηκε ανωτέρω. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού αυτού, η εφαρμογή ενός γενικού κανόνα θα ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, ιδιαιτέρως ευρεία σε ορισμένες περιπτώσεις και άκρως περιοριστική σε άλλες. Μολονότι ο ισχυρισμός της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η ερμηνεία του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, δεν πρέπει να εξαρτάται από τον τυπικό χαρακτηρισμό μιας συγκεκριμένης συμβάσεως «time-sharing» κατά το εθνικό δίκαιο είναι βάσιμος, φρονώ εντούτοις ότι οι διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών ως προς τον νομικό χαρακτήρα των επίμαχων συμβάσεων είναι τόσο σημαντικές που καθιστούν τεχνητή και αλυσιτελή οποιαδήποτε απόπειρα διατυπώσεως ενός ομοιομόρφως εφαρμοζόμενου κανόνα. Το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν ιδιαιτέρως ανεπιθύμητο, δεδομένου ότι το άρθρο 16, σημείο 1, συνιστά εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες δικαιοδοσίας της Συμβάσεως και, συνεπώς, δεν πρέπει «να ερμηνεύεται υπό ευρύτερη έννοια από εκείνη που επιβάλλει ο σκοπός του» (10).
23. Τούτου δοθέντος, μπορώ να προχωρήσω στην εξέταση του ερωτήματος κατά πόσον, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υποθέσεως, όπως παρατέθηκαν από το αιτούν δικαστήριο στη διάταξη περί παραπομπής, ο κανόνας της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, έχει εφαρμογή σε μια σύμβαση παρέχουσα δικαίωμα χρήσεως υπό καθεστώς χρονομεριστικής μισθώσεως, όπως αυτή την οποία συνήψε το ζεύγος Klein. Είναι πρόδηλον ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα εξαρτάται από την ερμηνεία της φράσεως «υποθέσεις […] μισθώσεων ακινήτων», η οποία πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο αυτοτελούς ερμηνείας από την άποψη του κοινοτικού δικαίου (11).
24. Φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση για τους ακόλουθους λόγους.
25. Πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι, εκτός από τη μορφή της επίμαχης συμβάσεως, και η ουσία της αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την εκτίμηση του κατά πόσον η εν λόγω σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1. Όπως ορθώς επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση, στο Δικαστήριο εναπόκειται να αναζητήσει την πραγματική ουσία της συμβάσεως, «αίροντας το πέπλο» της μορφής της. Μολονότι τόσο η διατύπωση στην οποία καταλήγουν τα συμβαλλόμενα μέρη όσο και ο τυπικός χαρακτηρισμός μιας συμβάσεως κατά το εθνικό δίκαιο συνιστούν παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της ανωτέρω εκτιμήσεως, εντούτοις ουδείς εξ αυτών είναι αποφασιστικός. Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας ούτε το γεγονός ότι η επίμαχη εν προκειμένω σύμβαση έλαβε τη μορφή της εγγραφής των εναγόντων της κύριας δίκης σε μια λέσχη ούτε ότι η εν λόγω σύμβαση έφερε τον τίτλο «Αίτηση και σύμβαση εγγραφής μέλους» ούτε ότι η εισφορά μέλους («Mitgliedschaftsgebühr») συνιστούσε, βάσει των όρων της συμβάσεως, την κύρια οφειλή επί του συνολικώς καταβλητέου ποσού. Η αντίθετη ερμηνεία θα συνεπαγόταν την καταστρατήγηση των κανόνων της Συμβάσεως και τη διακύβευση της συνεκτικής εφαρμογής τους. Πρέπει επίσης να προσθέσω ότι ο κίνδυνος της καταστρατηγήσεως των κανόνων της Συμβάσεως είναι ιδιαιτέρως αποφευκτέος στο πλαίσιο των συμβάσεων «time-sharing», οι οποίες ρυθμίζουν, κατά κανόνα, σχέσεις μεταξύ καταναλωτών και εμπορικών επιχειρήσεων.
26. Δεύτερον, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ουσίας της επίμαχης συμβάσεως, πρέπει να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον η μίσθωση του ακινήτου συνιστά το κύριο αντικείμενό της. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφασή του στην υπόθεση Sanders, ότι η συμφωνία με την οποία το ένα συμβαλλόμενο μέρος αναλάμβανε την εμπορική εκμετάλλευση ανθοπωλείου έναντι καταβολής μηνιαίου μισθώματος και ενός ποσού εφάπαξ για την εκμετάλλευση της καλής του φήμης δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, δεδομένου ότι οι σκέψεις που δικαιολογούν τη ρύθμιση αυτή «δεν έχουν εφαρμογή όταν το κύριο αντικείμενο της συμβάσεως είναι διαφορετικής φύσεως, ιδίως δε όταν αφορά την εκμετάλλευση εμπορικής επιχειρήσεως» (12). Επιπλέον, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφασή του Hacker, ότι η επίμαχη στην υπόθεση εκείνη πολύπλοκη σύμβαση που αφορούσε την παροχή διαφόρων υπηρεσιών έναντι συνολικού τιμήματος καταβληθέντος από τον πελάτη δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, για τον λόγο ότι η σύμβαση αυτή ευρισκόταν «εκτός του τομέα εντός του οποίου η αρχή της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 16, σημείο 1, έχει λόγο υπάρξεως […]» (13).
27. Φρονώ ότι η εφαρμογή της συλλογιστικής αυτής στην παρούσα υπόθεση οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα που κατέληξε και το αιτούν δικαστήριο με τη διάταξή του, ήτοι ότι η κτήση του δικαιώματος χρήσεως του εξοχικού διαμερίσματος υπό καθεστώς χρονομεριστικής μισθώσεως συνιστούσε, για το ζεύγος Klein, τόσο την ουσία όσο και το κύριο αντικείμενο της συναφθείσας συμβάσεως, ακόμη και αν μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μέσω της εγγραφής τους στο Sun Beach Holiday Club. Από τα πραγματικά περιστατικά που περιήλθαν σε γνώση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι απορρέουσες από την εγγραφή στη λέσχη πρόσθετες παροχές –ειδικότερα το δικαίωμα προσβάσεως τόσο στον οργανισμό ανταλλαγών RCI όσο και στις συνήθως παρεχόμενες από το ξενοδοχείο υπηρεσίες, παραδείγματος χάρη τις υπηρεσίες υποδοχής– έχουν μάλλον περιθωριακό χαρακτήρα, σε σύγκριση με το δικαίωμα χρήσεως καθεαυτό (14). Συναφώς, μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ της παρούσας υποθέσεως και της υποθέσεως Hacker, στην οποία οι παρεχόμενες πρόσθετες υπηρεσίες –οι οποίες περιελάμβαναν την παροχή πληροφοριών και συμβουλών, την κράτηση της κατοικίας, την κράτηση θέσεων για τη μεταφορά και, ενδεχομένως, την παροχή ασφάλειας για την περίπτωση ακυρώσεως του ταξιδιού– ήταν προδήλως σημαντικότερες (15).
28. Το τρίτο στάδιο της αναλύσεως, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως της ουσίας της συμβάσεως, συνίσταται στην εξέταση του κατά πόσον η υπό κρίση σύμβαση παρουσιάζει τα κύρια χαρακτηριστικά της μισθώσεως ακινήτου. Όπως επισημαίνει η Γερμανική Κυβέρνηση, ως μίσθωση νοείται, κατ’ ουσίαν, η σύναψη συμβάσεως περί ενοικιάσεως ενός ακινήτου για ορισμένο χρονικό διάστημα έναντι καταβολής μισθώματος (16). Φρονώ ότι η σκέψη της αποφάσεως Rösler κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο απαρίθμησε διάφορα τυπικά χαρακτηριστικά της συμβάσεως μισθώσεως, είναι εποικοδομητική από αυτήν την άποψη:
«H σύμβαση μισθώσεως περιέχει, κατά γενικό κανόνα, διατάξεις που αφορούν την παραχώρηση του μισθίου ακινήτου στο μισθωτή, τη χρήση του, τις αμοιβαίες υποχρεώσεις του εκμισθωτή και του μισθωτή ως προς τη συντήρηση του μισθίου, τη διάρκεια της μίσθωσης και την απόδοση του ακινήτου στον εκμισθωτή, το μίσθωμα και τα άλλα παρεπόμενα έξοδα που υποχρεούται να καταβάλει ο μισθωτής, όπως τα έξοδα για την κατανάλωση νερού, φωταερίου και ηλεκτρικού ρεύματος» (17).
29. Η προαναφερθείσα απόφαση Rösler κ.λπ. παρέχει και άλλες χρήσιμες για την παρούσα υπόθεση ενδείξεις, καθόσον το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση αυτή ότι η εξαίρεση του άρθρου 16, σημείο 1, έχει εφαρμογή ακόμη και στις συμβάσεις μισθώσεως ακινήτου που συνάπτονται για περιορισμένο χρονικό διάστημα και αφορούν, αποκλειστικώς, την παραχώρηση της χρήσεως εξοχικής κατοικίας. Καταλήγοντας στο ανωτέρω συμπέρασμα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας που θα μπορούσε να ανακύψει αν γίνονταν δεκτές παρεκκλίσεις από τον γενικό κανόνα του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, η εν λόγω διάταξη έχει εφαρμογή «σε όλες τις συμβάσεις μισθώσεως ακινήτων, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους» (18).
30. Εν προκειμένω, φρονώ ότι η επίμαχη σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, καθόσον συγκεντρώνει αρκετά από τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας συμβάσεως μισθώσεως ακινήτου. Ειδικότερα, η σύμβαση παρέχει στο ζεύγος Klein το δικαίωμα χρήσεως διαμερίσματος σε ξενοδοχειακή εγκατάσταση για ορισμένο χρονική περίοδο κάθε έτος έναντι καταβολής μισθώματος, υπό τη μορφή εξόδων συντηρήσεως. Μολονότι από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το ζεύγος Klein μπορεί να μην επέστρεφε στο ίδιο ακριβώς διαμέρισμα κάθε έτος, εντούτοις φρονώ ότι το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την ανωτέρω εκτίμηση. Κατά τη γνώμη μου, οι σκέψεις που δικαιολογούν την καθιέρωση της αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας του άρθρου 16, σημείο 1, ήτοι ότι τα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου πλεονεκτούν έναντι των λοιπών δικαστηρίων λόγω ειδικής νομικής καταρτίσεως και γεωγραφικής εγγύτητας σε σχέση με την υπό κρίση διαφορά, έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση (19). Επιπλέον, ένας χρήσιμος για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως τρόπος θεωρήσεως της νομικής διαρθρώσεως μιας συμβάσεως, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, συνίσταται στην αντιμετώπισή της ως συμβάσεως μισθώσεως συγκεκριμένου εξοχικού διαμερίσματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με την παροχή δυνατότητας ανταλλαγής του με κάποιο άλλο διαμέρισμα στο μέλλον.
31. Για τους προεκτεθέντες λόγους, φρονώ ότι μια σύμβαση χρονομεριστικής μισθώσεως, όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
32. Με το δεύτερο ερώτημά του, το Oberlandesgericht ζητεί να μάθει κατά πόσον, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, η απορρέουσα από το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου περιλαμβάνει και αγωγή περί επιστροφής του εκ παραδρομής επιπλέον καταβληθέντος τμήματος του τιμήματος για τη χρήση του ακινήτου.
33. Φρονώ ότι η αγωγή αυτή δεν υπάγεται στην, κατά το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου.
34. Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, το άρθρο 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, ως εξαίρεση από τους γενικούς κανόνες δικαιοδοσίας που καθιερώνει η Σύμβαση, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς και να εφαρμόζεται μόνο στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού του (20). Κατά τη γνώμη μου, τρεις αποφάσεις του Δικαστηρίου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την ερμηνεία του περιεχομένου του άρθρου 16 για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως.
35. Η πρώτη είναι η προαναφερθείσα απόφαση Reichert κ.λπ., με την οποία το Δικαστήριο ακολούθησε μια περιοριστική προσέγγιση, όσον αφορά τα είδη των αγωγών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της επίμαχης διατάξεως:
«Το άρθρο 16, σημείο 1, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλομένου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου δεν περιλαμβάνει το σύνολο των αγωγών που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτου, αλλά μόνον τις αγωγές οι οποίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως και με τις οποίες επιδιώκεται ο καθορισμός της εκτάσεως, της συστάσεως, της κυριότητας και της νομής ακινήτων ή της υπάρξεως άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων επ’ αυτών, καθώς και η εξασφάλιση στους δικαιούχους της προστασίας των προνομίων που συνδέονται με τον τίτλο τους» (21).
36. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι τα αιτήματα που στηρίζονται στην παυλιανή αγωγή του γαλλικού δικαίου, με την οποία ο δανειστής μπορεί να προσβάλει τις πράξεις που διενεργεί δολίως, προς βλάβη των δικαιωμάτων του, ο οφειλέτης του, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, καθόσον η εν λόγω αγωγή «θεμελιώνεται στο ενοχικό δικαίωμα, προσωπικό δικαίωμα του δανειστή έναντι του οφειλέτη του, και έχει ως αντικείμενο την προστασία του δικαιώματος κατασχέσεως που μπορεί να έχει ο πρώτος επί της περιουσίας του δεύτερου» (22).
37. Ομοίως, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφασή του Rösler κ.λπ., ότι στην, κατά το άρθρο 16, σημείο 1, αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου υπάγονται «όλες οι διαφορές που αφορούν την ύπαρξη ή την ερμηνεία της συμβάσεως μισθώσεως, τη διάρκειά της, την απόδοση του ακινήτου στον εκμισθωτή, την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο μισθωτής ή την είσπραξη του μισθώματος και των άλλων παρεπόμενων εξόδων που υποχρεούται να καταβάλει ο μισθωτής, όπως οι δαπάνες για την κατανάλωση νερού, φωταερίου και ηλεκτρικού ρεύματος. Οι διαφορές που αφορούν τις αμοιβαίες υποχρεώσεις του εκμισθωτή και του μισθωτή που απορρέουν από τη σύμβαση μισθώσεως υπάγονται στην αποκλειστική αυτή διεθνή δικαιοδοσία. Αντίθετα, οι διαφορές που έχουν έμμεση μόνο σχέση με τη χρήση του μισθίου, όπως αυτές που αφορούν τη στέρηση της απόλαυσης των διακοπών και τα έξοδα ταξιδιού, δεν υπάγονται στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία που προβλέπεται από το άρθρο αυτό» (23).
38. Η τρίτη υπόθεση που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η υπόθεση Dansommer, η οποία αφορούσε αγωγή αποζημιώσεως λόγω κακής συντηρήσεως και ζημιών που προκλήθηκαν σε κατοικία την οποία είχε μισθώσει ιδιώτης προς πραγματοποίηση διακοπών διαρκείας μερικών εβδομάδων, πλην όμως δεν επρόκειτο για ευθεία αγωγή ασκηθείσα από τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, αλλά για αγωγή την οποία άσκησε το πρακτορείο ταξιδίων που είχε υποκαταστήσει τον ιδιοκτήτη του ακινήτου στα δικαιώματά του. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εν λόγω αγωγή ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, και τόνισε ότι, μολονότι η επίμαχη διάταξη δεν τυγχάνει εφαρμογής σε όλες τις περιπτώσεις αγωγών που έχουν σχέση με ακίνητα (24), το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον το αντικείμενο της διαφοράς συνδέεται άμεσα με σύμβαση μισθώσεως αφορώσα την κυριότητα ακινήτου (25). Το Δικαστήριο έκρινε ότι η ρήτρα των γενικών όρων της επίμαχης στην εν λόγω υπόθεση συμβάσεως, η οποία αφορούσε την ασφάλεια καλύψεως των εξόδων σε περίπτωση υπαναχωρήσεως, αποτελούσε διάταξη παρακολουθηματικού χαρακτήρα και, κατόπιν τούτου, δεν μπορούσε να μεταβάλει τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως με την οποία συνδεόταν ως συμβάσεως μισθώσεως ακινήτου, πολλώ δε μάλλον διότι η ρήτρα αυτή δεν αποτελούσε το αντικείμενο της διαφοράς της οποίας είχε επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο (26).
39. Εφαρμόζοντας τη συλλογιστική αυτή στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει με σαφήνεια από τη διάταξη περί παραπομπής, το αίτημα περί επιστροφής του επιπλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος καταβληθέντος ποσού δεν στηρίζεται σε δικαίωμα ή υποχρέωση απορρέουσα από τη σύμβαση χρονομεριστικής μισθώσεως. Αντιθέτως, το αίτημα στηρίζεται μάλλον σε εξωσυμβατική νομική βάση, ήτοι σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (27). Φρονώ ότι, λαμβανομένου υπόψη του περιεχόμενου και του σκοπού του άρθρου 16, σημείο 1, το αίτημα αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του· με άλλα λόγια, η εξέταση του αιτήματος αυτού δεν ενέχει ούτε εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ούτε εφαρμογή των κανόνων και συναλλακτικών ηθών που ισχύουν στο κράτος όπου κείται το ακίνητο, ώστε να δικαιολογείται η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων της τοποθεσίας του ακινήτου (28). Συνεπώς, το εν λόγω αίτημα στερείται του αναγκαίου δεσμού γειτνιάσεως με τα δικαστήρια της τοποθεσίας του ακινήτου και, κατόπιν τούτου, φρονώ ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1 (29).
V – Πρόταση
40. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Oberlandesgericht προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1) Η έννοια «υποθέσεις […] μισθώσεων ακινήτων», του άρθρου 16, σημείο 1, στοιχείο α΄, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, της 27ης Σεπτεμβρίου 1968, περιλαμβάνει μια αγωγή, όπως η επίμαχη εν προκειμένω, αφορώσα το δικαίωμα χρήσεως εξοχικού διαμερίσματος ευρισκόμενου σε ξενοδοχειακή εγκατάσταση για μια συγκεκριμένη εβδομάδα κάθε έτος και για 40 περίπου έτη.
2) Το αίτημα περί επιστροφής του εκ παραδρομής καταβληθέντος επιπλέον του συμφωνηθέντος τιμήματος για τη χρήση ποσού δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 1998, C 27, σ. 1.
3 – Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1990, C-115/88, Reichert κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. I‑27, σκέψη 10). Βλ., επίσης, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1977, 73/77, Sanders (ECR 1977, σ. 755).
4 – ΕΕ 1986, C 298, σ. 29.
5 – Η Επιτροπή παραθέτει το παράδειγμα ενός αγοραστή ο οποίος γίνεται μέλος εταιρίας που είναι νόμιμη κύριος του χρησιμοποιούμενο υπό καθεστώς χρονομεριστικής μισθώσεως ακινήτου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η ιδιότητα του μέλους της εταιρίας συνδέεται με το δικαίωμα χρήσεως του ακινήτου για ορισμένη χρονική περίοδο κάθε έτος και για ορισμένο αριθμό ετών.
6 – Οδηγία 94/47, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 1994, περί της προστασίας των αγοραστών ως προς ορισμένες πλευρές των συμβάσεων που αφορούν την απόκτηση δικαιώματος χρήσης ακινήτων υπό καθεστώς χρονομεριστικής μίσθωσης (ΕΕ 1994, L 280, σ. 83).
7 – Τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας.
8 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας.
9 – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 1 της οδηγίας.
10 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Sanders, σκέψη 18.
11 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Reichert κ.λπ., σκέψη 8.
12 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Sanders, σκέψη 16.
13 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1992, C-280/90, Hacker (Συλλογή 1992, σ. I‑1111, σκέψη 15).
14 – Βλ., κατ’ αναλογία, την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C‑8/98, Dansommer (Συλλογή 2000, σ. Ι- 393, σκέψη 34).
15 – Βλ., κατ’ αναλογία, τον παρακολουθηματικό χαρακτήρα της παρεχόμενης ασφάλειας στην προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14 υπόθεση Dansommer.
16 – Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιανουαρίου 1985, C-241/83, Rösler κ.λπ. (Συλλογή 1985, σ. 99).
17 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Rösler κ.λπ., σκέψη 27.
18 – Όπ.π., σκέψεις 23 και 24.
19 – Βλ. τη συλλογιστική του Court of Appeal of England and Wales στην υπόθεση Jarrett κατά Barclays Bank [1996] EWCA Civ 847: «κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση Rösler κατά Rottwinkel, φρονώ ότι τίποτε δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό των επίμαχων συμβάσεων ως μισθώσεων ακινήτων, κατά την έννοια του άρθρου 16, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το ένα συμβαλλόμενο μέρος αποκτά δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως ακινήτου του οποίου κύριος τεκμαίρεται ότι είναι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος, για ορισμένο χρονικό διάστημα έναντι καταβολής ορισμένου ποσού […]. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι μισθώσεις που συνάπτονται για σύντομο χρονικό διάστημα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 16, σημείο 1, στηριζόμενο σε ορισμένες σκέψεις οι οποίες έχουν εφαρμογή στις συναπτόμενες στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων συμβάσεις, ακριβώς όπως και στις συμβάσεις μισθώσεως για σύντομο χρονικό διάστημα που αποτελούσαν το αντικείμενο της διαφοράς στην υπόθεση Rösler κ.λπ.» (σκεπτικό δικαστή Morritt LJ).
20 – Βλ., παραδείγματος χάρη, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση Dansommer, σκέψη 21.
21 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Reichert κ.λπ., σκέψη 11. Η σκέψη αυτή επαναλαμβάνει τη συλλογιστική της εκθέσεως Jenard, σύμφωνα με την οποία «καθιερώνοντας την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του συμβαλλόμενου κράτους της τοποθεσίας του ακινήτου σε διαφορές που αφορούν μισθώσεις ακινήτων, η επιτροπή σκοπούσε να καλύψει τις διαφορές μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή που αφορούν την ύπαρξη ή την ερμηνεία της συμβάσεως μισθώσεως, την αποζημίωση σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών από τον μισθωτή, την εκκένωση του μισθίου κ.λπ. Ο κανόνας δεν προοριζόταν να έχει εφαρμογή στις διαφορές που αφορούν, απλώς, την καταβολή του μισθώματος, διότι οι διαφορές αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως μη συνδεόμενες με το μίσθιο καθεαυτό».
22 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Reichert κ.λπ., σκέψη 12.
23 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση Rösler κ.λπ., σκέψη 29.
24 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 14 απόφαση Dansommer, σκέψη 22.
25 – Όπ.π., σκέψη 25.
26 – Όπ.π., σκέψη 34.
27 – Βλ., επίσης, τη συλλογιστική που ακολούθησε το Court of Appeal ως προς το τρίτο ερώτημα της προαναφερθείσας στην υποσημείωση 19 υποθέσεως Jarrett κατά Barclays Bank.
28 – Βλ., κατ’ αναλογία, την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3 απόφαση Reichert κ.λπ., σκέψη 12.
29 – Βλ., κατ’ αναλογία, την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, C-189/87, Καλφέλης (Συλλογή 1988, σ. 5565), με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι μόνον ένα δικαστήριο είναι αρμόδιο για όλα τα ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο διαφοράς εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Full & Egal Universal Law Academy