ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΑΕ
M. POIARES MADURO
της 6ης Απριλίου 2006 1(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-123/04 και C-124/04
Industrias Nucleares do Brasil SA
Siemens AG
κατά
UBS AG
και
Texas Utilities Electric Corporation
[αιτήση του Oberlandesgericht Oldenburg (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Συνθήκη ΕΚΑΕ – Καθεστώς εφοδιασμού – Καθεστώς κυριότητας – Εμπλουτισμός ουρανίου στο έδαφος της Κοινότητας»
1. Το υπό κρίση πρόβλημα είναι ένα θέμα το οποίο, από δεκαετίες, δεν παύει να απασχολεί τους βασικούς παράγοντες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας (στο εξής: Κοινότητα). Πρέπει οι πράξεις εμπλουτισμού ουρανίου που γίνονται από κοινοτικές επιχειρήσεις για λογαριασμό αλλοδαπών πελατών να χαρακτηριστούν ως δραστηριότητες κατεργασίας, μεταποιήσεως ή μορφοποιήσεως πυρηνικών υλικών, κατά την έννοια του άρθρου 75 ΑΕ ή επιβάλλεται να θεωρηθούν ως πράξεις παραγωγής πυρηνικών υλικών, κατά την έννοια του άρθρου 52 ΑΕ; Ορισμένα κράτη μέλη υποστηρίζουν με επιμονή την τελευταία θέση. Με την ίδια επιμονή η Επιτροπή υπεραμύνεται της πρώτης.
2. Το ζήτημα είναι λεπτό και σημαντικό. Έχει διχάσει από μακρού τους ενδιαφερόμενους κοινοτικούς κύκλους. Να όμως που, λόγω διαφορών μεταξύ ιδιωτών, καλείται τώρα το Δικαστήριο να δώσει τέλος στη διχογνωμία. Από τον χαρακτηρισμό που αυτό θα δώσει εξαρτάται το καθεστώς των εισαγομένων και εμπλουτιζομένων στην Κοινότητα πυρηνικών υλικών. Πράγματι, εάν αυτά τα υλικά θεωρηθούν ως μεταποιημένα υλικά, διεπόμενα από το άρθρο 75 ΑΕ, θα εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων της Συνθήκης σχετικά με τον εφοδιασμό με ειδικά σχάσιμα υλικά εντός της Κοινότητας, και το καθεστώς τους κυριότητας θα προσδιορίζεται ουσιωδώς από το εμπράγματο δίκαιο του κράτους μέλους εντός του οποίου αυτά κείνται. Αντιθέτως, χαρακτηριζόμενα ως πυρηνικά παράγωγα, κατά την έννοια του άρθρου 52 ΑΕ, θα τεθούν εξ ολοκλήρου στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας και, υποκείμενα στις προνομίες του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας (στο εξής: Οργανισμός), αποκλείεται, όπως είναι επόμενο, να αποτελούν αυτά ελεύθερα το αντικείμενο πράξεων διαθέσεως.
I – Οι υποθέσεις
3. Καθώς είναι πολυάριθμα και περίπλοκα, τα πραγματικά περιστατικά και οι ασκούσες επιρροή διατάξεις δεν είναι καθόλου σκοτεινές. Αρκεί να υπομνηστούν τα ουσιώδη στοιχεία.
Το πλαίσιο
4. Και στις δύο αυτές υποθέσεις, η υπαγωγή στην κρίση του Oberlandesgerichts Oldenburg (Γερμανία) αποτελεί την κατάληξη μιας μακράς αλυσίδας νομικών πράξεων όπου εμπλέκονται πολλοί διάδικοι.
1. Τα πραγματικά περιστατικά
5. Η Industrias Nucleares do Brasil SA (στο εξής: INB) είναι εταιρία βραζιλιάνικου δικαίου που έχει, μεταξύ άλλων, ως αποστολή την προμήθεια πυρηνικών υλικών σε βραζιλιάνικους πυρηνικούς σταθμούς. Για τον σκοπό αυτό, διατηρεί διαρκείς επαγγελματικές σχέσεις μες την Urenco Limited (στο εξής: Urenco), εταιρία βρετανικού δικαίου ειδικευμένη στην παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου.
6. Έτσι, το 1976, συνάφθηκε σύμβαση η οποία προέβλεπε την προμήθεια πρώτων υλών στην Urenco και συνοδευόταν από μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας επί των υλικών αυτών, με σκοπό την παρασκευή εμπλουτισμένου ουρανίου για λογαριασμό της INB. Η σύμβαση αυτή κοινοποιήθηκε από την Urenco στην Επιτροπή στις 4 Ιουλίου 1980 (2).
7. Παραδοθέν στην INB το 1984, αυτό το εμπλουτισμένο ουράνιο απετέλεσε το αντικείμενο συμβάσεως συναφθείσας με την εταιρία Siemens AG (στο εξής: Siemens), με σκοπό να αναλάβει η τελευταία την εναποθήκευσή του. Έτσι, το εν λόγω ουράνιο εναποτέθηκε, στη Γερμανία, στο Hanau, και, στη συνέχεια, στο Lingen, στους χώρους θυγατρικής της Siemens εταιρίας.
8. Το 1993 η INB αποφάσισε να διαθέσει προσωρινώς ένα μέρος του αποθέματος αυτού. Έτσι, συνήψε σύμβαση γνωστή ως «δανείου» με την ελβετική επιχείρηση Nuexco Exchange AG (στο εξής: NEAG), η οποία σχεδίαζε να μεταπωλήσει αυτό το ουράνιο σε εκμεταλλευομένους πυρηνικούς σταθμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Σύμφωνα με την λόγω σύμβαση, ο δανειστής μεταβίβαζε την κυριότητα του εμπλουτισμένου ουρανίου στον δανειολήπτη ο οποίος, σε αντάλλαγμα, αναλάμβανε τη δέσμευση να παραδώσει στον δανειστή, σε μεταγενέστερο χρόνο, παρτίδες εμπλουτισμένου ουρανίου της ιδίας φύσεως, προβαίνοντας, κατά τη διάρκεια της περιόδου του δανείου, σε περιοδικές καταβολές ως μίσθωμα.
9. Έτσι, το 1989, η NEAG είχε η ίδια συνάψει με την UBS, τράπεζα με έδρα την Ελβετία, σύμβαση ενεχυριάσεως και μεταβιβάσεως εμπορευμάτων. Η σύμβαση αυτή προέβλεπε ότι η UBS θα είχε δικαίωμα ενεχύρου επί όλων των ευρισκομένων στην κατοχή της NEAG εμπορευμάτων που μνημονεύονταν σε χωριστή αλληλογραφία και επί όλων των απαιτήσεων που απέρρεαν από υφιστάμενα επί των εμπορευμάτων αυτών δικαιώματα. Με χωριστό έγγραφο, το δικαίωμα ενεχύρου κάλυψε και το εμπλουτισμένο ουράνιο που είχε η NEAG αποκτήσει από την INB.
10. Εξάλλου, το 1992, η Nuexco Trading Corporation (στο εξής: NTC), με έδρα το Denver (Ηνωμένες Πολιτείες), που ανήκε στον ίδιο όμιλο με τη NEAG και παρενέβαινε για λογαριασμό αυτής, είχε συνάψει παρόμοια σύμβαση δανείου και μεταβιβάσεως κυριότητας με την Texas Utilities Electric Corporation (στο εξής: TUEC), εταιρία εκμεταλλευομένη πυρηνικό εργοστάσιο στο Τέξας. Το δάνειο αυτό αφορούσε, επίσης, ορισμένες παρτίδες εμπλουτισμένου ουρανίου που είχαν αποκτηθεί από την INB και εναποθηκευθεί από τη Siemens στο Hanau.
11. Το 1995, η NTC κηρύχθηκε σε πτώχευση, ενώ ένα και πλέον έτος αργότερα, κινήθηκε διαδικασία πτωχεύσεως κατά της NEAG. Αυτός είναι ο γενεσιουργός λόγος των υποβληθεισών στην κρίση του αιτούντος δικαστηρίου διαφορών. Κατά συνέπεια, η INB αξιώνει, στην πραγματικότητα, από τη Siemens την απόδοση των παρτίδων ουρανίου που είχε εμπλουτισθεί γι’ αυτήν από την Urenco και εναποθηκευθεί στους δικούς τους χώρους, ενώ η UBS και η TUEC ισχυρίζονται ότι έχουν αποκτήσει, επί των ίδιων αυτών παρτίδων, όσον αφορά την πρώτη, δικαίωμα ενεχύρου και, όσον αφορά τη δεύτερη, δικαίωμα κυριότητας.
2. Η υποβολή των διαφορών στο Δικαστήριο
12. Επιληφθέν πρωτοδίκως των δύο αυτών διαφορών, το Landgericht Osnabrück (Γερμανία) έκρινε ότι η INB δεν δικαιούνταν να αξιώσει την απόδοση των παρτίδων εμπλουτισμένου ουρανίου. Η απόφαση αυτή αφεσιβλήθηκε από την INB για τον λόγο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κακώς είχε στηριχθεί στο γεγονός ότι το ουράνιο είχε εμπλουτισθεί εκτός της επικράτειας των κρατών μελών. Πράγματι, έστω και αν υποτεθεί ότι το επίμαχο ουράνιο ούτε είχε παραχθεί ούτε βρισκόταν στην κατοχή προσώπου κατοικούντος στο έδαφος εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ, η σχετική φυσική συνέπεια θα ήταν ότι η Κοινότητα δεν μπορούσε εν προκειμένω να αποκτήσει την κυριότητα και, ως εκ τούτου, η τελευταία μπορούσε ελευθέρως να μεταβιβασθεί. Όμως, θεωρείται δεδομένο ότι οι επίμαχες παρτίδες ουρανίου παρήχθησαν από την Urenco στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο έδαφος εφαρμογής της Συνθήκης. Εξ αυτού έπεται ότι η πρωτοδίκως εκδοθείσα απόφαση πάσχει από πραγματική πλάνη.
13. Υπό τις συνθήκες αυτές, το δικάζον κατ’ έφεση αιτούν δικαστήριο αναγνωρίζει την αναγκαιότητα υποβολής του ακολούθου ερωτήματος: εμποδίζει η Συνθήκη ΕΚΑΕ, που προβλέπει, στο άρθρο της 86, ότι η Κοινότητα έχει δικαίωμα κυριότητας επί των ειδικών σχασίμων υλικών που παράγονται ή εισάγονται από κράτος μέλος την κτήση δικαιώματος ενεχύρου ή κυριότητας επί των σχασίμων υλικών που έχουν παραχθεί από κοινοτική επιχείρηση δυνάμει συμβάσεως εμπλουτισμού συναφθείσας με υπήκοο τρίτου κράτους; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, θα μπορούσε εξ αυτού να προκύψει ζήτημα αμφισβητήσεως του συνόλου των πράξεων διαθέσεως σχετικά με το επίμαχο ουράνιο. Στην αντίθετη περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο δηλώνει την πρόθεσή του να απορρίψει την έφεση της INB ως αβάσιμη.
Νομικό πλαίσιο
14. Για την ακριβή αντίληψη του πλαισίου των δύο αυτών υποθέσεων, δεν αρκεί η υπόμνηση των κυρίων, εν προκειμένω, διατάξεων της Συνθήκης. Έχει σημασία να καταδειχθεί κατά ποιο τρόπο οι διατάξεις αυτές εντάσσονται στο σύνολο των υπβληθέντων από το αιτούν δικαστήριο ερωτημάτων.
1. Το σύστημα της Συνθήκης
15. Όπως προκύπτει από το προοίμιο της Συνθήκης και από το άρθρο 1 ΑΕ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας αποτελεί το προϊόν «κοινής προσπάθειας» των κρατών μελών της με σκοπό τη δημιουργία «των αναγκαίων προϋποθέσεων στην ταχεία ίδρυση και ανάπτυξη των πυρηνικών βιομηχανιών». Για να μπορέσει η Κοινότητα να αποκτήσει ασφαλή και αυτόνομη πυρηνική ικανότητα, οφείλει, μεταξύ άλλων, «να μεριμνά για τον τακτικό και δίκαιο εφοδιασμό όλων των καταναλωτών της Κοινότητας με μεταλλεύματα και πυρηνικά καύσιμα» «να εγγυάται δια των καταλλήλων ελέγχων ότι τα πυρηνικά υλικά δεν χρησιμοποιούνται για σκοπούς διαφόρους από εκείνους για τους οποίους προορίζονται» και «να ασκεί το δικαίωμα κυριότητας, το οποίο της αναγνωρίζεται επί των ειδικών σχασίμων υλικών» (3).
16. Για να μπορέσει η Κοινότητα να επιτύχει τους στόχους αυτούς, η Συνθήκη καθιερώνει μια «κοινή πολιτική εφοδιασμού» (4). Η πολιτική αυτή, καθώς δεν έχει τον χαρακτήρα των επιδιωκομένων στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ πολιτικών, λαμβάνει τη μορφή μιας «διευθυνομένης» ολοκλήρωσης. Έτσι, θεσπίζεται ένα ειδικό όργανο, ο Οργανισμός, ο οποίος έχει επιφορτιστεί με το μονοπώλιο της διασφαλίσεως εντός της Κοινότητας της ισότιμης προσβάσεως των καταναλωτών στους πυρηνικούς πόρους. Για τον σκοπό αυτό, ο Οργανισμός διαθέτει, σύμφωνα με το Κεφάλαιο 6, της Συνθήκης ΕΚΑΕ δικαίωμα προαιρέσεως επί της κτήσεως των μεταλλευμάτων, των αρχικών υλικών και των ειδικών σχασίμων υλικών που παράγονται στις επικράτειες των κρατών μελών καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα να συνάπτει συμβάσεις προμηθείας μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών και ειδικών σχασίμων υλικών που προέρχονται από κράτη εντός ή εκτός της Κοινότητας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Οργανισμός καθίσταται ένα είδος «αποκλειστικού μεσίτη» έχοντος ως έργο να διασφαλίζει την αντιπαράθεση προσφορών και ζητήσεων πυρηνικών υλικών στην επικράτεια της Κοινότητας (5).
17. Όμως, στην πράξη, κατεφάνη ότι η Κοινότητα έκανε «χαλαρή» χρήση των διατάξεων αυτών. Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις, επέλεξε μάλλον να πλαισιώσει παρά να διευθύνει την εντός της Κοινότητας πυρηνική ανάπτυξη. Έτσι, με τον κανονισμό του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας, της 5ης Μαΐου 1960, περί καθορισμού των διαδικασιών εκτιμήσεως των προσφορών και των ζητήσεων μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών και ειδικών σχασίμων υλικών (6) καθιερώθηκαν απλουστευμένες διαδικασίες.
18. Εξάλλου, η Συνθήκη ΕΚΑΕ προβλέπει εξαιρέσεις από το κοινό σύστημα εφοδιασμού. Παράλληλα με το άρθρο 66 ΑΕ, το οποίο προβλέπει γενική εξαίρεση από την εφαρμογή του άρθρου 64 ΑΕ σε περίπτωση παραλείψεων του Οργανισμού, από τις ειδικές διατάξεις του Κεφαλαίου 6 της εν λόγω Συνθήκης προκύπτουν τρεις «ειδικές εξαιρέσεις» (7).
19. Πρώτον και κατ’ εξαίρεση από το άρθρο 64 ΑΕ το οποίο υπάγει τη σύναψη συμφωνιών προμηθείας μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών ή ειδικών σχασίμων υλικών στο αποκλειστικό μονοπώλιο του Οργανισμού, το άρθρο 73 ΑΕ προβλέπει ότι η σύναψη ή ανανέωση συμφωνιών ή συμβάσεων μεταξύ κράτους μέλους, προσώπου ή επιχειρήσεως κράτους μέλους, αφενός, και τρίτου κράτους, διεθνούς οργανισμού ή υπηκόου τρίτου κράτους, αφετέρου, περιλαμβανουσών παρεμπιπτόντως και παραδόσεις προϊόντων εμπιπτόντων στην αρμοδιότητα του Οργανισμού, είναι αναγκαία η προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής.
20. Δεύτερον, από το άρθρο 74 ΑΕ προκύπτει ότι η Επιτροπή δύναται να εξαιρεί από την εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου 6 της Συνθήκης τη μεταφορά, την εισαγωγή ή την εξαγωγή μικρών ποσοτήτων μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών ή ειδικών σχασίμων υλικών, της τάξεως των χρησιμοποιουμένων συνήθως για έρευνα.
21. Τέλος, το άρθρο75, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΑΕ, ορίζει:
«Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται επί υποχρεώσεων που έχουν ως αντικείμενο την κατεργασία, τη μεταποίηση ή τη μορφοποίηση των μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών ή ειδικών σχασίμων υλικών:
α) που έχουν αναληφθεί από περισσότερα πρόσωπα ή επιχειρήσεις, εφόσον τα κατεργασμένα, μεταποιημένα ή μορφοποιημένα υλικά επιστρέφονται στο πρόσωπο ή την επιχείρηση προελεύσεως·
β) που έχουν αναληφθεί από πρόσωπο ή επιχείρηση αφενός και διεθνή οργανισμό ή υπήκοο τρίτου κράτους αφετέρου, εφόσον η κατεργασία, μεταποίηση ή μορφοποίηση των υλικών γίνεται εκτός της Κοινότητας και επιστρέφονται στο πρόσωπο ή την επιχείρηση·
γ) που έχουν αναληφθεί από πρόσωπο ή επιχείρηση αφενός και διεθνή οργανισμό ή υπήκοο τρίτου κράτους αφετέρου, εφόσον η κατεργασία, μεταποίηση ή μορφοποίηση των υλικών γίνεται εκτός της Κοινότητας και επιστρέφονται είτε στον οργανισμό ή στον υπήκοο από τον οποίο προέρχονται είτε σε οποιονδήποτε άλλο παραλήπτη ευρισκόμενο εκτός της Κοινότητας και υποδεικνυόμενο από τον Οργανισμό ή τον υπήκοο αυτό.
Τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή επιχειρήσεις οφείλουν οφείλουν πάντως να κοινοποιούν στον Οργανισμό την ύπαρξη σχετικών υποχρεώσεων και από της υπογραφής των συμβάσεων τις ποσότητες των υλικών που αποτελούν που αποτελούν αντικείμενο αυτών των διακινήσεων. Σχετικά με τις δεσμεύσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β΄, η Επιτροπή δύναται να αντιταχθεί, αν κρίνει ότι η μεταποίηση ή μορφοποίηση δεν δύναται να εξασφαλισθεί με αποτελεσματικότητα και ασφάλεια και χωρίς απώλεια υλικού προς βλάβη της Κοινότητας».
22. Το άρθρο 75, τρίτο εδάφιο, ΑΕ διευκρινίζει ότι τα υλικά που αποτελούν αντικείμενο των υποχρεώσεων αυτών υποβάλλονται, στις επικράτειες των κρατών μελών, στα μέτρα ελέγχου του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΚΑΕ σχετικά με τον «έλεγχο ασφαλείας». Ωστόσο, προβλέπεται ότι οι διατάξεις του Κεφαλαίου 8 της εν λόγω Συνθήκης, σχετικά με το «καθεστώς ιδιοκτησίας» δεν εφαρμόζονται επί των αποτελούντων των αντικείμενο των υποχρεώσεων του σημείου γ΄ του άρθρου αυτού ειδικών σχασίμων υλικών.
23. Σύμφωνα με το άρθρο 86 που περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο 8 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, τα ειδικά σχάσιμα υλικά αποτελούν ιδιοκτησία της Κοινότητας. Αυτό το δικαίωμα, κυριότητας εκτείνεται επί όλων των ειδικών σχασίμων υλικών τα οποία παράγονται ή εισάγονται από κράτος μέλος, πρόσωπο ή επιχείρηση και υποβάλλονται στον έλεγχο ασφαλείας που προβλέπεται στο Κεφάλαιο 7 της ίδιας Συνθήκης.
2. Τα προδικαστικά ερωτήματα
24. Προκειμένου να εξακριβωθεί η έκταση εφαρμογής αυτών των διατάξεων στις υπό κρίση υποθέσεις, το αιτούν δικαστήριο απηύθυνε στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο των δύο αυτών υποθέσεων, έντεκα προδικαστικά ερωτήματα με όμοιο περιεχόμενο. Όλα αυτά τα ερωτήματα απορρέουν από τη διατύπωση μιας σειράς υποθέσεων οι οποίες έχουν τη δική τους λογική και τις οποίες πρέπει να υπομνήσω συνοπτικώς.
25. Το ουσιώδες πρόβλημα που απασχολεί το αιτούν δικαστήριο είναι το ζήτημα εάν το αναγνωριζόμενο στην Κοινότητα δικαίωμα πυρηνικής κυριότητας θα μπορούσε να θίξει το κύρος των επίμαχων στις υποθέσεις αυτές συμβάσεων μεταβιβάσεως κυριότητας σχασίμων υλικών. Πράγματι, σε περίπτωση που η συναφθείσα μεταξύ INB και Urenco αρχική σύμβαση εμπλουτισμού επρόκειτο να υπαχθεί στο καθεστώς εφοδιασμού της Κοινότητας, εξ αυτού θα απέρρεε ότι τα εμπλουτισμένα με το μέσο αυτό υλικά ανήκουν στην Κοινότητα και ότι δεν μπορούν να μεταβιβαστούν ελεύθερα. Θα συνέβαινε το αντίθετο μόνο εάν διαπιστωνόταν ότι η σχετική σύμβαση δεν εμπίπτει στο καθεστώς αυτό. Αυτό είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο ερωτάται το Δικαστήριο, πρώτον, επί των προϋποθέσεων εφαρμογής των προβλεπομένων στα άρθρα 73ΑΕ και 75 ΑΕ εξαιρέσεων.
26. Με τα τέσσερα πρώτα ερωτήματά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί διευκρινίσεις σχετικά με το περιεχόμενο και τις προϋποθέσεις του άρθρου 75 ΑΕ. Το πρώτο ερώτημα είναι καθοριστικό όσον αφορά ολόκληρη την ερμηνεία που καλείται το Δικαστήριο να δώσει στις υποθέσεις αυτές:
«1) Περιλαμβάνουν οι όροι “κατεργασία, μεταποίηση ή μορφοποίηση” του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης (ΑΕ) και τον εμπλουτισμό ουρανίου;»
27. Αν υποτεθεί ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο, πρέπει ακόμη να διευκρινιστεί το ζήτημα σε ποια ακριβώς από τις τρεις προβλεπόμενες από το άρθρο 75 ΑΕ περιπτώσεις πρέπει αυτός να τοποθετηθεί. Η περίπτωση του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, πληρούται μόνον εάν τα συμβαλλόμενα στη σύμβαση εμπλουτισμού μέρη είναι επιχειρήσεις κατά την έννοια που προσδιορίζεται στο άρθρο 196 ΑΕ. Εξ ου και το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το δεύτερο ερώτημα, σχετικά με τη φύση της εταιρίας INB:
«2) Αναπτύσσει μια επιχείρηση με έδρα εκτός του εδάφους στο οποίο έχει εφαρμογή η Συνθήκη ΕΚΑΕ όλες ή μέρος από τις δραστηριότητές της κατά την έννοια του άρθρου 196, στοιχείο β΄ [ΑΕ] στο έδαφος της Κοινότητας […] όταν διατηρεί με επιχείρηση που έχει την έδρα της στο έδαφος της Κοινότητας εμπορική σχέση η οποία έχει ως αντικείμενο
α) την προμήθεια πρώτων υλών για την παρασκευή εμπλουτισμένου ουρανίου και τον εφοδιασμό με εμπλουτισμένο ουράνιο από την επιχείρηση που έχει έδρα στο έδαφός της Κοινότητας
β) την εναποθήκευσή του σε άλλη επιχείρηση που έχει έδρα στο έδαφος της Κοινότητας;»
28. Εφόσον η INB δεν αποτελεί «επιχείρηση» κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΕ, και στο μέτρο που η περιγραφόμενη στο άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β΄, ΑΕ περίπτωση σαφώς αποκλείεται, μένει να εξεταστεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΕΑ περίπτωση. Όμως, στην περίπτωση αυτή, μήπως οι ειδικές προϋποθέσεις μιας πράξεως εμπλουτισμού όπως η προκείμενη οι ειδικές προϋποθέσεις μιας πράξεως εμπλουτισμού όπως η προκείμενη εμποδίζουν την εφαρμογή αυτής της διατάξεως; Αυτό είναι το νόημα του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος:
«3) α) Προϋποθέτει το άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, [ΑΕ], ανεξαρτήτως των φυσικών μεταβολών που οφείλονται στην κατεργασία, την υλική ταυτότητα των παραλαμβανομένων για κατεργασία, μεταποίηση ή μορφοποίηση υλικών, τα οποία στη συνέχεια επαναπαραδίδονται;
β) Ή αρκεί το ότι τα κατεργασμένα υλικά στοιχούν κατά ποιότητα και ποσότητα προς τα παραληφθέντα υλικά;
γ) Αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, [ΑΕ] όταν στα επαναπαραδοθέντα υλικά δεν μπορεί να συγκαταλεγεί κανένα από τα παραληφθέντα από τον λήπτη υλικά;
δ) Αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, [ΑΕ] όταν η προβαίνουσα στην κατεργασία επιχείρηση αποκτά με την παραλαβή των πρώτων υλών την κυριότητά τους και ως εκ τούτου πρέπει, μετά την κατεργασία, να επαναμεταβιβάσει στον αντισυμβαλλόμενο την κυριότητα του εμπλουτισμένου ουρανίου;»
29. Εξάλλου, σε όλες τις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, ΑΕ, το άρθρο 75, δεύτερο εδάφιο, ΑΕ απαιτεί κοινοποίηση της σχετικής συμβάσεως στον Οργανισμό. Υπό τις προκείμενες περιστάσεις, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι επιβάλλεται να ζητήσει να μάθει ποιες είναι οι συνέπειες της παραλείψεως εκπληρώσεως της διατυπώσεως αυτής:
«4) α) Αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, (ΑΕ) όταν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή επιχειρήσεις δεν εκπληρώνουν την έναντι του Οργανισμού […] υποχρέωση κοινοποιήσεως που υπέχουν από το άρθρο 75, δεύτερο εδάφιο, [ΑΕ];
β) Μπορεί η παράβαση της έναντι του Οργανισμού […] υποχρεώσεώς τους κοινοποιήσεως, που υπέχουν από το άρθρο 75, δεύτερο εδάφιο, [AΕ], να θεραπευτεί από το ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή επιχειρήσεις εκπληρώνουν εκ των υστέρων την υποχρέωσή τους κοινοποιήσεως ή από το ότι ο Οργανισμός […] λαμβάνει γνώση εκ των υστέρων δια άλλου τρόπου;»
30. Η εφαρμογή του άρθρου 73 ΑΕ ερείδεται επίσης σε ρητή επιταγή, συνισταμένη στην εκ των προτέρων συναίνεση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, το πέμπτο προδικαστικό ερώτημα έχει υποβληθεί για την περίπτωση που θα συνέβαινε κάτι τέτοιο:
«5) α) Καθίσταται ανενεργός μια συμφωνία ή σύμβαση, κατά την έννοια του άρθρου 73 της [EA], όταν οι συμβαλλόμενοι δεν λαμβάνουν την αναγκαία κατά τη διάταξη αυτή προηγούμενη συναίνεση της Επιτροπής […];
β) Μπορεί, ενδεχομένως, το ανενεργό της σχετικής δικαιοπραξίας να θεραπευθεί από το ότι τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή επιχειρήσεις λαμβάνουν εκ των υστέρων τη συναίνεση ή από το ότι τα όργανα της Κοινότητας, αφού έχουν λάβει κατά άλλο τρόπο γνώση, παραμένουν αδρανή;»
31. Δεν αποκλείεται ωστόσο να μη μπορούν να τύχουν εν προκειμένω εφαρμογής οι εξαιρέσεις των άρθρων 73 ΑΕ και 75 ΑΕ. Επομένως, μένει να διευκρινιστούν οι συνέπειες της εφαρμογής του καθεστώτος της Συνθήκης ΕΚΑΕ επί των εν λόγω πράξεων.
32. Πράγματι, σε περίπτωση που ο εμπλουτισμός ουρανίου πρόκειται να θεωρηθεί ως παραγωγή υλικών κατά την έννοια του άρθρου 57 ΑΕ, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει ποιες είναι οι συνέπειες παραβάσεως της προβλεπομένης από το ίδιο αυτό άρθρο υποχρεώσεως προσφοράς της σχετικής παραγωγής στον Οργανισμό:
«6) α) Απαγορεύεται το να διαθέτει κάποιος υλικά, κατά την έννοια του άρθρου 57, παράγραφος 1, [AΕ], όταν ο ενδιαφερόμενος παραγωγός δεν εκπληρώνει την έναντι του Οργανισμού […] υποχρέωσή του προσφοράς, που υπέχει από το άρθρο 57, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, [ΑΕ];
β) Μπορεί η παράβαση της έναντι του Οργανισμού […] υποχρεώσεως προσφοράς, που υφίσταται βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, [AΕ], να θεραπευθεί από το ότι ο παραγωγός εκπληρώνει εκ των υστέρων την υποχρέωσή του προσφοράς ή από το ότι ο Οργανισμός […] λαμβάνει κατ’ άλλο τρόπο γνώση και δεν κάνει χρήση του δικαιώματός του προαιρέσεως;»
33. Εξάλλου, στην περίπτωση αυτή, θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί το άρθρο 86 ΑΕ. Πρέπει επιπλέον να εξακριβωθεί εάν το επίμαχο ουράνιο νοείται, σύμφωνα με το νόημα της διατάξεως αυτής, ως «παραγωγή ειδικών σχάσιμων υλικών»:
«7) Περιλαμβάνει ο όρος “παραγωγή” του άρθρου 86 [AΕ] και τον εμπλουτισμό ουρανίου;
8) Αποτελούν το ακατέργαστο ουράνιο ή το ασθενώς εμπλουτισμένο ουράνιο αρχικά υλικά, κατά την έννοια του άρθρου 197, σημείο 1, τελευταία φράση [AΕ];»
34. Τέλος, σε περίπτωση που επρόκειτο να αναγνωριστεί δικαίωμα κυριότητας της Κοινότητας επί των επίμαχων υλικών, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν κάτι τέτοιο εμποδίζει την αναγνώριση άλλων δικαιωμάτων κυριότητας απονεμομένων και ασκουμένων σύμφωνα με τους κανόνες του γερμανικού αστικού κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch):
«9) α) Μπορεί επί υλικών τα οποία έχουν καταστεί ιδιοκτησία της Κοινότητας […] δυνάμει του άρθρου 86, πρώτο εδάφιο, [AΕ] να θεμελιωθεί και μεταβιβασθεί κυριότητα κατά την έννοια του άρθρου 903 γερμανικού αστικού κώδικα;
β) Αποτελεί το κατά το άρθρο 87 [AΕ] εναπομένον στα υποκείμενα δικαίου πλέον ευρύ δικαίωμα χρήσεως και καταναλώσεως sui generis εμπράγματο δικαίωμα αντίστοιχο ή παρόμοιο προς κυριότητα, παράλληλα με τα εμπράγματα δικαιώματα που προβλέπονται από τον γερμανικό αστικό κώδικα;»
35. Τα δύο τελευταία ερωτήματα αφορούν τις λοιπές επίμαχες στις υποθέσεις αυτές συμβάσεις. Το δέκατο ερώτημα αφορά τη σύμβαση δανείου μεταξύ INB και NEAG και ερωτάται αν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της εξαιρέσεως του άρθρου 73 ΑΕ. Πράγματι, κάτι τέτοιο θα συνέβαινε εάν η INB επρόκειτο να χαρακτηρισθεί ως «επιχείρηση» κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΕ:
«10) Αναπτύσσει μια επιχείρηση όλες ή μέρος των δραστηριοτήτων της, κατά την έννοια του άρθρου 196, στοιχείο β΄, [AΕ], στις επικράτειες των κρατών μελών της Κοινότητας, όταν εκποιεί ή αποκτά εμπλουτισμένο ουράνιο εναποθηκευμένο σ’ αυτά τα κράτη;»
36. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο θέτει παρόμοιο ερώτημα σχετικά με τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί, αντιστοίχως, μεταξύ UBS και NEAG και μεταξύ TUEC και NTC:
«11) Πρέπει το άρθρο 73 [AΕ] να εφαρμοστεί, mutatis mutandis, και σε συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο εμπλουτισμένο ουράνιο που βρίσκεται εναποθηκευμένο στο έδαφος της Κοινότητας και στις οποίες μετέχουν αποκλειστικώς οι υπήκοοι τρίτων κρατών;»
II – Το εθνικό πλαίσιο
37. Δεν θα ήταν άσκοπη μια συνοπτική περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών της διαδικασίας εμπλουτισμού ως προς την οποία ζητείται, εν προκειμένω, η ερμηνεία του Δικαστηρίου.
38. Ο εμπλουτισμός ουρανίου αποτελεί μια από τις πέντε φάσεις που συνθέτουν τον κύκλο του καυσίμου που προορίζεται για την τροφοδοσία των παραγωγών ηλεκτρικής ενεργείας πυρηνικών αντιδραστήρων. Ο κύκλος αρχίζει από την εξόρυξη και τον καθαρισμό του μεταλλεύματος που λέγεται ουράνιο. Στη συνέχεια, το μετάλλευμα αυτό αποτελεί το αντικείμενο συμπύκνωσης που οδηγεί στην παραγωγή ενός συνθέτου προϊόντος πλούσιου σε ουράνιο. Τότε, δια μετατροπής, το ουράνιο μετασχηματίζεται σε ένα αεριώδες σύνθετο προϊόν που είναι αναγκαίο για τη μεταγενέστερη χρήση και καλείται εξαχλωριούχο ουράνιο. Ο εμπλουτισμός ακολουθεί τη μετατροπή. Είναι η τέταρτη φάση του κύκλου. Για να καταστεί αυτό αντιληπτό, έχει σημασία, να υπομνησθεί ότι το φυσικό ουράνιο σύγκειται σε ποσοστό άνω του 99 % από γόνιμο ισότοπο (ισότοπο 238) και μόνο σε ποσοστό 0,71 % από σχάσιμο ισότοπο (ισότοπο 235). Ο εμπλουτισμός είναι μια διαδικασία που συνίσταται στον διαχωρισμό των συστατικών στοιχείων του ουρανίου, κατά τρόπο ώστε η πυκνότητα σε ουράνιο 235 να αυξηθεί κατά 3 ή 4 % και να καταστεί αυτό κατάλληλο για να χρησιμοποιηθεί σε αντιδραστήρα. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας και πέμπτης φάσης, το εμπλουτισμένο εξαχλωριούχο ουράνιο μετατρέπεται σε διοξείδιο ουρανίου που στη συνέχεια συμπιέζεται κα ψήνεται για να προέλθουν από αυτό τα πυρηνικά καύσιμα.
39. Σήμερα υφίστανται δύο βιομηχανικές διαδικασίες εμπλουτισμού ουρανίου, που και οι δύο στηρίζονται στη διαφορά μάζας των ισοτόπων 238 και 235. Στη διαδικασία της αεριώδους διάχυσης χρησιμοποιείται η μικρή διαφορά ταχύτητος της διάχυσης των δύο ισοτόπων υπό αεριώδη μορφή μέσω πορώδους πετάσματος. Αυτή είναι η διαδικασία η γνωστή ως «του σουρωτηριού». Η άλλη διαδικασία, η φυγοκέντρηση φυσικού αερίου, συνίσταται στην εισαγωγή του αεριώδους μίγματος ουρανίου σε σωλήνα ταχείας περιστροφής, όπου η ασκούμενη εν προκειμένω κεντρόφυγος δύναμη οδηγεί στον διαχωρισμό των εμπλουτισμένων στοιχείων, που είναι τα πλέον ελαφρά. Αυτή είναι η διαδικασία η γνωστή ως «του αποκορυφωτή» (8).
40. Η Urenco δημιουργήθηκε το 1971 βάσει Συνθήκης συναφθείσας στις 4 Μαρτίου 1970 μεταξύ της Γερμανίας, των Κάτω Χωρών και του Ηνωμένου Βασιλείου, με σκοπό την από κοινού ανάπτυξη της τεχνικής εμπλουτισμού ουρανίου μέσω φυγοκεντρήσεως φυσικού αερίου. Προσφάτως, ύστερα από δεκαετίες χωριστής ανάπτυξης, η εταιρία Areva, που εκμεταλλεύεται στην Ευρώπη την τεχνολογία της διαχύσεως φυσικού αερίου, επεδίωξε προσέγγιση με την Urenco προκειμένου να αποκτήσει την πλέον αποτελεσματική τεχνολογία της φυγοκεντρήσεως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στις 12 Ιουλίου 2005, υπεγράφη συμφωνία, στο Κάρντιφ, μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας, Κάτω Χωρών και Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με τη συνεργασία στον τομέα της τεχνολογίας της φυγοκεντρήσεως (9). Εξάλλου, με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2004, η Επιτροπή κήρυξε συμβατή με την κοινή αγορά, υπό την επιφύλαξη υποχρεώσεων των ενδιαφερομένων μερών, την πράξη συγκεντρώσεως δια της οποίας η εταιρία Areva επρόκειτο να αποκτήσει συμμετοχή κατά 50 % στην ETC, εταιρία του ομίλου Urenco, που θα καταστεί έτσι η κοινή επιχείρηση της Areva και της Urenco (10).
III – Νομική ανάλυση
41. Για λόγους σαφηνείας, είναι προτιμότερο να διαιρεθούν τα υποβληθέντα ερωτήματα σε τρία μέρη. Τα πέντε πρώτα ερωτήματα αφορούν τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εμπλουτισμού που έχει συναφθεί μεταξύ κοινοτικής επιχειρήσεως και υπηκόου τρίτου κράτους. Η εξέταση των τεσσάρων επομένων ερωτημάτων θα επιτρέψει να προσδιοριστεί το καθεστώς των εμπλουτισμένων δυνάμει μιας τέτοιας συμβάσεως υλικών. Τα δύο τελευταία ερωτήματα αφορούν το σχετικό εν προκειμένω καθεστώς των συμβάσεων δανείου ή συστάσεως ενεχύρου.
Α – Ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως εμπλουτισμού
1. Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
42. Η Συνθήκη ΕΚΑΕ δεν αποφαίνεται επί του χαρακτηρισμού των δραστηριοτήτων εμπλουτισμού ουρανίου. Φαίνεται ότι, κατά τον χρόνο της συντάξεώς της, αυτό το είδος δραστηριότητας δεν είχε εισέτι αναπτυχθεί σε εμπορικό επίπεδο. Πάντως, αυτή η σιγή απετέλεσε την αιτία να αναπτυχθούν δύο αντιτιθέμενες μεταξύ τους ερμηνείες.
43. Σύμφωνα με την πρώτη απ’ αυτές, της οποίας υπεραμύνεται η Επιτροπή και την οποία υποστηρίζει εν προκειμένω η εφεσείουσα της κύριας δίκης, η εξαίρεση του άρθρου 75 AΕ δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί ουδεμιάς πράξεως εμπλουτισμού. Η φύση μιας τέτοιας πράξεως είναι ασύμβατη με το αντικείμενο της διατάξεως αυτής. Πράγματι, ο εμπλουτισμός έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό των κυρίων ιδιοτήτων των παρεχομένων υλικών. Ενώ το άρθρο 75 AΕ έχει ως αντικείμενο πράξεις ήσσονος τροποποιήσεως σχετικά με τη μορφή ή τη χημική σύνθεση των υλικών, ο εμπλουτισμός με ουράνιο συνεπάγεται ουσιώδη μεταβολή των εν λόγω υλικών, τόσο από φυσική όσο και από οικονομική άποψη. Υπό την έννοια αυτή, η σχετική πράξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως απλή «κατεργασία, μεταποίηση ή μορφοποίηση». Κατά τα λοιπά, αν γινόταν δεκτό ότι ο εμπλουτισμός με ουράνιο χαρακτηρίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, τούτο θα επέφερε σοβαρό περιορισμό στο Κεφάλαιο 6 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, σχετικά με το οποίο η νομολογία του Δικαστηρίου έχει υπομνήσει τον θεμελιώδη χαρακτήρα του (11). Εν πάση περιπτώσει, στη διάταξη αυτή, που έχει τον χαρακτήρα εξαιρέσεως από το σύστημα της Συνθήκης ΕΚΑΕ, προσήκει στενή ερμηνεία. Εφόσον οι πράξεις εμπλουτισμού αποτελούν τρέχον όργανο εφοδιασμού για τους καταναλωτές πυρηνικών καυσίμων, πρέπει αυτές να υπάγονται στο καθεστώς της κοινής πολιτικής εφοδιασμού της Κοινότητας. Στην αντίθετη περίπτωση τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί η Κοινότητα μιας σημαντικής πηγής εφοδιασμού.
44. Την ίδια γνώμη δεν έχουν οι παρεμβαίνουσες στις υποθέσεις αυτές κυβερνήσεις, τις οποίες και υποστηρίζουν οι καθών της κύριας δίκης. Αντιθέτως, θεωρούν ότι είναι σύμφωνο και προς το γράμμα και προς το πνεύμα της Συνθήκης ΕΚΑΕ το να υπόκεινται οι πράξεις αυτές στην εξαίρεση του άρθρου 75 AΕ. Ο εμπλουτισμός με ουράνιο αποτελεί κοινό τρόπο κατεργασίας πρώτων υλών από έναν πελάτη. Το να αντιμετωπισθεί μια δραστηριότητα εμπλουτισμού όπως η προκείμενη ως πράξη εφοδιασμού και παραγωγής πυρηνικών καυσίμων θα κατέληγε στην αλλοίωση τόσο της φύσης όσο και του σκοπού. Η δραστηριότητα αυτή συνίσταται όχι στην παραγωγή αγαθών αλλά σε παροχή υπηρεσίας που πραγματοποιείται επί υλικών που παρέχονται από τρίτο και τίθενται στη διάθεση του τελευταίου. Στο μέτρο που η εν λόγω δραστηριότητα έχει ως αντικείμενο την κατεργασία εμπορεύματος υπό διαμετακόμιση, για λογαριασμό αλλοδαπού υπηκόου, και όχι τον εφοδιασμό της Κοινότητας με πυρηνικά υλικά, ουδείς λόγος υφίσταται να τύχει επ’ αυτής εφαρμογής το καθεστώς εφοδιασμού και κυριότητας της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Βεβαίως, κάθε εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενώς· ωστόσο, δεν μπορεί να υιοθετηθεί μια ερμηνεία η οποία στερεί οποιουδήποτε νοήματος την εξαίρεση αυτή.
45. Επιβάλλεται να αναγνωριστεί ότι και οι δύο αυτές ερμηνείες έχουν στέρεη βάση. Χωρίς αμφιβολία υπεραμύνονται διαφορετικών συμφερόντων. Με άλλα λόγια αποτελούν έκφραση, για να το πω ξεκάθαρα, δύο αντιτιθεμένων αντιλήψεων της διαχειρίσεως πυρηνικών υλικών εντός της Κοινότητας. Για τη μια, υπέρτατο συμφέρον της Κοινότητας είναι να ανατεθούν αυτά τα υλικά σε μια «κοινή δημόσια αρχή» (12), που να διαθέτει προνομίες δημόσιας εξουσίας. Καμιά παραγωγή επικινδύνων υλικών και καμιά σημαντική εμπορική πράξη δεν πρέπει να διαφεύγει του ελέγχου, της εξουσίας και της συμμετοχής της. Στο πλαίσιο της αντιλήψεως αυτής, προκύπτει ότι είναι αποφασιστικής σημασίας οι θεωρήσεις σχετικά με την πυρηνική ανεξαρτησία και ασφάλεια της Κοινότητας. Όσον αφορά την άλλη ερμηνεία, υφίσταται, παράλληλα με τις σχέσεις εξουσίας που χαρακτηρίζουν τη διαχείριση αυτών των υλικών εντός της Κοινότητας, και σχέσεις εμπορίου που δεν εμπίπτουν στην εξουσία της τελευταίας. Στις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ αλλοδαπού πελάτη και κοινοτικής επιχειρήσεως, με σκοπό τον εμπλουτισμό αρχικών υλικών, η Κοινότητα μπορεί βεβαίως να παρεμβαίνει ως εξωτερική δύναμη ελέγχουσα την πράξη· όμως, αυτή δεν προορίζεται να αποτελεί συμμετέχον μέρος στην πράξη αυτή. Σύμφωνα με την ανωτέρω αντίληψη, αυτές που πρέπει να υπερισχύουν είναι οι έχουσες σχέση με τους πολίτες και το εμπόριο θεωρήσεις.
46. Κατά τη γνώμη μου, αυτοί οι δύο τύποι σχέσεων εκφράζονται στο πλαίσιο του συστήματος της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Συνδυάζονται μεταξύ τους κατά τον ακόλουθο τρόπο. Η διασφάλιση κανονικού και δίκαιου εφοδιασμού των καταναλωτών της Κοινότητας σε πυρηνικά υλικά αποτελεί τον ουσιώδη στόχο. Προκειμένου να καταστεί δυνατό στον Οργανισμό να συνεχίζει την επιδίωξη αυτού του σκοπού γενικού συμφέροντος, η Συνθήκη ΕΚΑΕ του παρέχει προνομίες δημόσιας εξουσίας τις οποίες αυτός δεν θα μπορούσε να αρνηθεί (13). Όμως, για να διασφαλίζεται ο στόχος αυτός, ο Οργανισμός έχει κατ’ ουσία εμπορικό ρόλο. Ενεργώντας ως «αναγκαίος μεσάζων» μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών πυρηνικών υλικών (14), προσφέρει δημοσιότητα και αποτελεσματικότητα στις συναλλαγές τους. Έργο του δεν είναι ο προσδιορισμός του οικονομικού περιεχομένου αυτών των συναλλαγών οι οποίες εκτιμώνται βάσει των κοινών αρχών των εμπορικών ανταλλαγών.
47. Όπως φαίνεται, το σύστημα αυτό δεν έχει νόημα εκτός του πλαισίου του σκοπού του. Η δημιουργία κοινής δημόσιας εξουσίας συνδέεται, στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, με ειδικό έργο που συνίσταται στην επιδίωξη κοινής πολιτικής εφοδιασμού. Το δικαίωμα προαιρέσεως και το αποκλειστικό δικαίωμα επί των συμβάσεων των σχετικών με πυρηνικά υλικά αποτελούν τρόπους διαχειρίσεως της πολιτικής αυτής (15). Όσο για το δικαίωμα κυριότητας, πρόκειται για συμπληρωματικό τρόπο ελέγχου των πλέον ευαίσθητων υλικών που προορίζονται να τροφοδοτούν την Κοινότητα και να κυκλοφορούν στην πυρηνική κοινή αγορά. Έτσι, στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, το περιουσιακό στοιχείο αποτελεί κατ’ ουσίαν ένα τρόπο ελέγχου της κατανομής και χρησιμοποιήσεως των πυρηνικών υλικών, και αυτό εξακολουθεί να είναι αδιαχώριστο με τον σκοπό του εφοδιασμού των καταναλωτών της Κοινότητας.
48. Κατά συνέπεια, ένα τέτοια σύστημα ουδόλως έχει ως προορισμό να επεκταθεί στις τεχνικού χαρακτήρα πράξεις και στις εμπορικές σχέσεις που δεν έχουν άμεση επίπτωση στον εφοδιασμό των καταναλωτών εντός της Κοινότητας. Αυτό είναι, ακριβώς, το νόημα των εξαιρέσεων του άρθρου 75 AΕ. Με τη διάταξη αυτή, οι συντάκτες της Συνθήκης ΕΚΑΕ έκριναν απαραίτητο να αποσπάσουν από τις προνομίες της Κοινότητας τις υποχρεώσεις οι οποίες, μολονότι απαιτείται γι’ αυτές διακίνηση πυρηνικών υλικών εντός της Κοινότητας, δεν συνεπάγονται μεταφορά ενδιαφέρουσα τους κοινοτικούς καταναλωτές.
49. Η γνώμη μου είναι ότι στις εξαιρέσεις αυτές πρέπει να συμπεριληφθούν και οι πράξεις εμπλουτισμού με ουράνιο, όπως οι αποτελούσες το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως.
50. Ο λόγος ουδαμώς είναι οικονομικής ή πολιτικής τάξεως. Μολονότι θα μπορούσε να φανεί «πλεονεκτικό» να προβλεφθεί ένα σύστημα κυριότητας για τα ειδικά σχάσιμα υλικά που οι Αμερικανοί παραγωγοί θα παρείχαν στην Κοινότητα (16), ορισμένοι από τους διαδίκους της διαφοράς της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι είναι επί του παρόντος πλεονεκτικό ουδόλως να επιβληθεί αυτό στις έννομες και οικονομικές σχέσεις που οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες εμπλουτισμού διατηρούν με τους αλλοδαπούς πελάτες. Μια τέτοια επιβάρυνση θα υπήρχε κίνδυνος να δημιουργήσει προβλήματα στις επιχειρήσεις τρίτων κρατών που θα επιθυμούσαν να έχουν εμπορικές σχέσεις με τις κοινοτικές επιχειρήσεις εμπλουτισμού και να τεθούν αυτές υπό συνθήκες λιγότερο ευνοϊκές απ’ ό,τι οι ανταγωνιστές τους σε παγκόσμιο επίπεδο.
51. Τέτοια επιχειρηματολογία είναι απαράδεκτη. Θεωρήσεις τέτοιας φύσεως δεν είναι δυνατόν να υπερισχύσουν του σεβασμού των προνομιών που δικαιολογούνται από υπέρτερους λόγους γενικού συμφέροντος, στην περίπτωση που θα διαπιστωνόταν ότι οι τελευταίες αυτές έπρεπε να τύχουν εφαρμογής. Εν πάση περιπτώσει, όπως και η Επιτροπή ισχυρίστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν καταδείχθηκε, στην πράξη, ότι η τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από το καθεστώς εφοδιασμού και κυριότητας της Συνθήκης ΕΚΑΕ συνιστά υπερβολική επιβάρυνση για τους ενεργούς στον τομέα αυτό επιχειρηματίες.
52. Κατά τη γνώμη μου, εάν στις πράξεις εμπλουτισμού πρόκειται να κριθεί εφαρμοστέο το σύστημα εξαιρέσεως του άρθρου 75 AΕ, τούτο γίνεται δυνάμει του γράμματος και της γενικής οικονομίας της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
53. Αφενός, η δραστηριότητα εμπλουτισμού ουρανίου σαφώς εμπίπτει στο γράμμα της διατάξεως αυτής όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του αντικειμένου των προβλεπομένων υποχρεώσεων. Πράγματι, οι όροι «κατεργασία, μεταποίηση ή μορφοποίηση» πρέπει να θεωρηθούν ως γενικοί όροι κατάλληλοι να καλύπτουν το σύνολο των εργασιών φασόν επί των πυρηνικών υλικών. Έτσι, συμβαίνει όσον αφορά τον όρο «μεταποίηση», που μνημονεύεται στο άρθρο 75 AΕ, και εμπεριέχεται επίσης στο άρθρο 59, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, AΕ (17). Ενώ το άρθρο 59 ΑΕ έχει ως αντικείμενο τα υλικά που παράγονται και μεταποιούνται από τον ίδιο τον παραγωγό, αυτά που μνημονεύονται στο άρθρο 75 ΑΕ είναι υλικά που παρέχονται από τρίτο και μεταποιούνται για λογαριασμό του. Όμως, και στις δύο περιπτώσεις, ο όρος καλύπτει το σύνολο των τεχνικών διαδικασιών με τις οποίες μεταβάλλεται η μορφή ή η αναλογία των συστατικών στοιχείων των κατεργασμένων υλικών. Μεταποίηση ενός πράγματος, σημαίνει επανασύστασή του υπό άλλη μορφή. Αυτό είναι ακριβώς και το αντικείμενο μιας διαδικασίας όπως αυτή του εμπλουτισμού, πράγμα που επιβεβαιώνει η τεχνική περιγραφή της εν λόγω πράξεως (18).
54. Αφετέρου, αντί σχολίων επί της εννοίας των χρησιμοποιουμένων στο άρθρο 75 ΑΕ όρων, θα ήταν προτιμότερο να ληφθεί υπόψη η γενική οικονομία του συστήματος της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Συναφώς, προκύπτει ότι κριτήριο για την εφαρμογή αυτού του συστήματος εξαιρέσεως είναι όχι η οικονομική ή στρατηγική σημασία των σχετικών πράξεων μεταποιήσεως αλλά μάλλον ο σκοπός και ο προορισμός των εν λόγω πράξεων. Οι πράξεις έργου φασόν που έχουν αφαιρεθεί από το καθεστώς εφοδιασμού και τις διαδικασίες παρεμβάσεως του Οργανισμού είναι αυτές των οποίων το προϊόν δεν προορίζεται να αποτελέσει το αντικείμενο μεταφοράς υλικού στο εσωτερικό της Κοινότητας, είτε επειδή πρέπει να επιστραφεί στην επιχείρηση προελεύσεως (19), είτε επειδή πρέπει να μεταφερθεί εκτός της Κοινότητας (20). Πράγματι, στις δύο αυτές περιπτώσεις, τα κατεργασμένα υλικά δεν προορίζονται να τροφοδοτήσουν το κύκλωμα εφοδιασμού της Κοινότητας.
55. Πάντως, αυτό είναι ακριβώς το αποτέλεσμα μιας πράξεως εμπλουτισμού ουρανίου όταν το προϊόν της προορίζεται να επιστραφεί στην επιχείρηση προελεύσεως ή να χρησιμοποιηθεί εκτός της Κοινότητας. Έτσι, σε μια πράξη, όπως η προκείμενη, δεν είναι ο πελάτης αυτός που «παρέχει» πυρηνικά υλικά στην κοινοτική επιχείρηση εμπλουτισμού αλλά μάλλον η τελευταία είναι αυτή που κατεργάζεται εμπλουτισμένα υλικά που έχουν παρασχεθεί από πελάτη εκτός Κοινότητας και για λογαριασμό του τελευταίου. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτά τα υλικά αποτελούν «πόρους» για την Κοινότητα. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι αποκλείεται να μπορούν οι αναγνωρισμένες στην Κοινότητα στον τομέα της Συνθήκης ΕΚΑΕ προνομίες να χρησιμοποιηθούν ως μέσον συσσωρεύσεως υλικών ανηκόντων σε τρίτους και προοριζομένων να χρησιμοποιηθούν εκτός αυτής.
56. Εφόσον η ασφάλεια του εφοδιασμού και η ισότητα προσβάσεως των ευρωπαίων καταναλωτών στους πυρηνικούς πόρους εντός της Κοινότητας δεν εμπλέκονται ευθέως σ’ αυτό το είδος πράξεων (21), δεν βλέπω να υφίσταται λόγος για να τεθεί θέμα «γενικής ευθύνης» του Οργανισμού όσον αφορά τη λειτουργία της πυρηνικής κοινής αγοράς και τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού της Κοινότητας (22).
57. Ας μου επιτραπεί, πριν καταλήξω σε συμπεράσματα, να προσθέσω την ακόλουθη διευκρίνιση. Πρέπει κανείς να αναρωτηθεί μήπως μια τέτοια ανάλυση μπορεί να δημιουργήσει κίνδυνο για την ασφάλεια των προσώπων και του περιβάλλοντος. Πράγματι, θεωρώ ότι ο έλεγχος της χρήσεως των ευρισκομένων στο κοινοτικό έδαφος πυρηνικών υλικών αποτελεί επιτακτική απαίτηση η οποία υπερισχύει όλων των λοιπών διακυβευομένων εν προκειμένω συμφερόντων. Παρ’ όλα αυτά, παρόμοιος φόβος δεν μου φαίνεται δικαιολογημένος. Όντως, το άρθρο 75, τρίτο εδάφιο, AΕ όχι μόνο δεν αποκλείει κάθε έλεγχο αλλά προβλέπει ότι «τα υλικά που αποτελούν αντικείμενο των υποχρεώσεων αυτών υποβάλλονται στις επικράτειες των κρατών μελών στα μέτρα ελέγχου τα οποία προβλέπονται στο Κεφάλαιο 7 της Συνθήκης ΕΚΑΕ». Κατά συνέπεια, μολονότι ο Οργανισμός δεν μπορεί να ασκήσει εν προκειμένω τα εκτεταμένα μέτρα του ελέγχου της αγοράς που προβλέπονται στα Κεφάλαια 6 και 8 της εν λόγω Συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει, παρ’ όλα αυτά, τα μέτρα του «ελέγχου ασφάλειας» που προβλέπονται στο Κεφάλαιο 7. Σύμφωνα με το άρθρο 77 AΕ, αυτός ο έλεγχος, που στηρίζεται σε εδαφικό κριτήριο, είναι γενικού περιεχομένου. Εξ αυτού έπεται ότι όλα τα υφιστάμενα στις επικράτειες των κρατών μελών πυρηνικά υλικά πρέπει να υπόκεινται στον εν λόγω έλεγχο. Στην περίπτωση αυτή, ουδεμία έχει σημασία ο προορισμός των σχετικών υλικών. Σύμφωνα με το άρθρο 84 AΕ, «κατά τη διεξαγωγή του ελέγχου δεν γίνεται διάκριση λόγω του προορισμού των μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών και των ειδικών σχασίμων υλικών» (23).
58. Κατά την έννοια αυτή, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι «ακόμα και όσον αφορά τις ποσότητες σχασίμων υλικών που δεν υπάγονται στο μονοπώλιο του Οργανισμού, η Συνθήκη ΕΚΑΕ προβλέπει ενδελεχή έλεγχο της Κοινότητας» (24). Σύμφωνα με το άρθρο77 AΕ, η Κοινότητα έχει ως αποστολή να βεβαιώνεται ότι τα κατεργαζόμενα υλικά με την ευκαιρία αυτή «δεν χρησιμοποιούνται κατά τρόπο διάφορο από αυτόν που έχουν δηλώσει οι καταναλωτές τους» και ότι έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις ενημέρωσης που υπέχει η κοινοτική επιχείρηση. Πάντως, όπως το Δικαστήριο έχει υπομνήσει, «αυτό που σκοπείται εδώ με τη Συνθήκη ΕΚΑΕ είναι οποιαδήποτε χρήση κατά διαφορετικό τρόπο των πυρηνικών υλικών συνεπαγόμενη κίνδυνο για την «ασφάλεια», δηλαδή κίνδυνο προσβολής των ζωτικών συμφερόντων των λαών και των κρατών» (25).
59. Ενόψει αυτής της διασαφηνίσεως, νομίζω ότι επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι ο εμπλουτισμός με ουράνιο πρέπει να θεωρηθεί ως πράξη κατεργασίας, μεταποιήσεως ή μορφοποιήσεως πυρηνικών υλικών, κατά την έννοια του άρθρου 75 AΕ.
60. Μένει να εξεταστεί το ζήτημα εάν η επίμαχη εν προκειμένω σύμβαση στοιχεί σε κάποια από τις τρεις κατηγορίες υποχρεώσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, AΕ.
2. Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
61. Το δεύτερο ερώτημα έχει τεθεί προκειμένου να εξεταστεί η περίπτωση κατά την οποία θα τύγχανε εν προκειμένω εφαρμογής το άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, AΕ. Υπενθυμίζω ότι πρόκειται για το ζήτημα υποχρεώσεων αναληφθεισών μεταξύ περισσοτέρων της μιας επιχειρήσεων.
62. Το άρθρο 196, στοιχείο β΄, AΕ διευκρινίζει το νόημα που έχει ο όρος «επιχείρηση» στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή με τον εν λόγω όρο «νοείται κάθε επιχείρηση ή φορέας που αναπτύσσει όλες ή μέρος από τις δραστηριότητές του υπό τους αυτούς όρους, οποιοδήποτε και αν είναι το νομικό του καθεστώς, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου» (26). Οι προϋποθέσεις αυτές καθορίζονται σε αναφορά με το σημείο α΄ της διατάξεως αυτής, κατά το οποίο όλες ή μέρος από τις εν λόγω δραστηριότητες πρέπει να ασκούνται στις επικράτειες των κρατών μελών στο πλαίσιο του καθοριζόμενου από το αντίστοιχο κεφάλαιο της Συνθήκης ΕΚΑΕ τομέα.
63. Είναι πρόδηλο ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρόμοιες προϋποθέσεις πληρούνται από το γεγονός ότι μια εγκατεστημένη σε τρίτο κράτος επιχείρηση διατηρεί με επιχείρηση κείμενη στο έδαφος της Κοινότητας εμπορικές σχέσεις με σκοπό τον εμπλουτισμό με παρεχόμενο από αυτήν ουράνιο. Συναφώς, αυτό που έχει σημασία είναι ο τόπος όπου η οικεία επιχείρηση ασκεί τις δικές της δραστηριότητες στον πυρηνικό τομέα, και όχι ο τόπος όπου αυτή πραγματοποιεί μέσω άλλου ορισμένες πράξεις προς όφελος των εμπορικών εταίρων της. Πάντως, είναι σαφές εν προκειμένω ότι η εταιρία INB ασκεί τις ιδιότητές της εκτός του εδάφους της Κοινότητας.
64. Στην αλληλουχία αυτή, η πράξη κατεργασίας κ.λπ. και ο τόπος εναποθηκεύσεως του εν λόγω ουρανίου είναι εξίσου αδιάφοροι. Πράγματι, είτε η εναποθήκευση συνεπάγεται «μορφοποίηση» και «μεταποίηση» των εναποθηκευμένων υλικών, και στην περίπτωση αυτή εμπίπτει στην προηγούμενη ανάλυση, είτε δεν συνεπάγεται κανένα έργο φασόν, και στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί στοιχείο ασκούν επιρροή για τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄, AΕ που ρητώς αφορά τις υποχρεώσεις που έχουν ως αντικείμενο έργα φασόν.
3. Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
65. Επιβάλλεται τώρα να εξεταστεί το ζήτημα εάν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, AΕ. Το ερώτημα έχει σχέση με το ζήτημα εάν οι συγκεκριμένες συνθήκες της επίμαχης στην υπόθεση αυτή πράξεως εμπλουτισμού εμποδίζουν παρόμοια εφαρμογή.
66. Ο εμπλουτισμός ουρανίου δεν αποτελεί απλή πράξη μεταποιήσεως. Πρόκειται για περίπλοκη τεχνικώς πράξη. Όπως έχει αναγνωρίσει η Επιτροπή, είναι αδύνατο, όσον αφορά αυτού του είδους πράξεις, να ελεγχθεί αν υφίσταται ταυτότητα μεταξύ των παρεχομένων με σκοπό τον εμπλουτισμό υλικών και των εμπλουτισμένων υλικών που επιστρέφονται εμπλουτισμένα. Κατά τα λοιπά, η αρχή της ανταλλαξιμότητας έχει γίνει δεκτή από τη διεθνή πρακτική και αναγνωριστεί στις εξωτερικές σχέσεις της Κοινότητας (27). Σύμφωνα με την αρχή αυτή, τα πυρηνικά αρχικά υλικά θεωρούνται ως εναλλάξιμα. Αντιθέτως, σύμφωνα με την πρακτική αυτή, είναι απολύτως θεμιτό να ελέγχεται, κατ’ εφαρμογήν των αρχών της ισοδυναμίας και της αναλογικότητας, το εάν κατά τη διάρκεια της μεταποιήσεως διατηρήθηκαν άθικτες η ποιότητα και η ποσότητα των τελευταίων.
67. Τα πρότυπα της διεθνούς πρακτικής στοιχούν στις επιταγές του συστήματος της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Το ουσιώδες, βάσει αυτής της τελευταίας απόψεως, είναι η μεταποίηση των υλικών να μην προκαλεί απώλειες πόρων για την Κοινότητα. Έχει σημασία τέτοιου τύπου πράξεις, που πραγματοποιούνται στην επικράτεια των κρατών μελών, να μη θέτουν σε κίνδυνο τις πηγές εφοδιασμού της Κοινότητας. Αυτή είναι η λογική την οποία επιβεβαιώνει, μεταξύ άλλων, το άρθρο 75, δεύτερο εδάφιο, AΕ, που υποχρεώνει τις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τέτοιου τύπου μεταποίηση να γνωστοποιούν στον Οργανισμό τις ποσότητες των χρησιμοποιηθέντων υλικών. Κατά συνέπεια, εφόσον ο εμπλουτισμός γίνεται σύμφωνα με τα πρότυπα που διασφαλίζουν ότι διατηρούνται η ποσότητα και η ποιότητα των κατεργαζομένων υλικών, πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 75 AΕ, και τούτο ανεξαρτήτως του εάν τα μεταποιημένα υλικά είναι ταυτόσημα προς τα παραδοθέντα.
68. Ομοίως, το γεγονός ότι η κυριότητα των αρχικών υλικών μεταβιβάστηκε στην έχουσα αναλάβει τον εμπλουτισμό επιχείρηση δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, AΕ. Στο πλαίσιο τέτοιων πράξεων, η μεταβίβαση κυριότητας γίνεται πρωτίστως για πρακτικούς λόγους, ενόψει της ανταλλαξιμότητας των εν λόγω υλικών. Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκτούμενος τίτλος κυριότητας είναι προσωρινού και παρεπομένου χαρακτήρα. Αφενός, ο τίτλος αυτός προορίζεται να απωλεσθεί με την πραγματοποιούμενη μεταποίηση. Αφετέρου, η χορήγηση του τίτλου αυτού εξαρτάται από την υποχρέωση μεταποιήσεως των αρχικών υλικών και επαναπαραδόσεως των μεταποιημένων υλικών. Τα τελευταία, κύριο αντικείμενο της σχετικής υποχρεώσεως, εξακολουθούν να παραμένουν, εν πάση περιπτώσει, στην κυριότητα της επιχειρήσεως που παρέδωσε τα αρχικά υλικά. Υπό τις συνθήκες αυτές, μεταβίβαση κυριότητας των αρχικών υλικών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται η φύση της πράξεως μεταποιήσεως και επαναπαραδόσεως που υπόκειται στο καθεστώς του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, AΕ.
4. Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
69. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τη φύση και τις συνέπειες της παραλείψεως κοινοποιήσεως, σύμφωνα με το προβλεπόμενο από τη Συνθήκη τύπο, υποχρεώσεως σχετικής με πράξη εμπλουτισμού. Όμως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, κατεφάνη ότι το ερώτημα αυτό στερείται σημασίας όσον αφορά την ανάγκη επιλύσεως των διαφορών της κύριας δίκης. Πράγματι, προκύπτει ότι η συναφθείσα μεταξύ INB και Urenco σύμβαση εμπλουτισμού κοινοποιήθηκε στον Οργανισμό. Όπως επιβεβαιώθηκε από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, τηρήθηκαν οι επιβαλλόμενες από το άρθρο 75, δεύτερο εδάφιο, AΕ διατυπώσεις. Εξ αυτού έπεται ότι το ερώτημα αυτό κατέστη άνευ αντικειμένου στο πλαίσιο αυτών των αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
5. Επί του πέμπτου ερωτήματος
70. Το ερώτημα αυτό υποβλήθηκε από το αιτούν δικαστήριο μόνο για την υποθετική περίπτωση κατά την οποία επί της συναφθείσας μεταξύ INB και Urenco συμβάσεως θα ετύγχανε εφαρμογής το άρθρο 73 ΑΕ. Όμως, από την προηγούμενη ανάλυση προκύπτει ότι η επίμαχη σύμβαση αφορά όχι παράδοση προϊόντων εμπιπτόντων στην αρμοδιότητα του Οργανισμού αλλά έργο φασόν, κατά την έννοια του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, AΕ. Όμως, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, οι λοιπές διατάξεις του Κεφαλαίου 6 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, μέρος των οποίων αποτελεί και το άρθρο 73 AΕ, έχουν καταστεί ανεφάρμοστες επί αυτού του τύπου συμβάσεως. Κατά συνέπεια, προτείνω να αναγνωριστεί ότι το ερώτημα αυτό δεν χρήζει απαντήσεως.
Β – Β – Το καθεστώς των εμπλουτισμένων υλικών
71. Με τα τέσσερα επόμενα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών προνομιών σχετικά με το δικαίωμα προαιρέσεως του Οργανισμού και το δικαίωμα κυριότητας της Κοινότητας αναφορικά με τα επίδικα σχάσιμα υλικά.
1. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις επί της φύσεως των εμπλουτισμένων υλικών
72. Το έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο ερώτημα έχουν ως αφετηρία το αξίωμα, όπως αναγνωρίζει με τις αποφάσεις του περί παραπομπής το αιτούν δικαστήριο, ότι η επίμαχη στην υπόθεση αυτή πράξη εμπλουτισμού ουρανίου έχει ως αποτέλεσμα την «παραγωγή» ειδικών σχασίμων υλικών. Όμως, από την Συνθήκη ΕΚΑΕ απορρέει ότι κάθε τέτοιου είδους «παραγωγή» υπόκειται εντός της Κοινότητας σε ιδιαίτερες υποχρεώσεις. Αφενός, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 57 AΕ, πρέπει να έχει παρασχεθεί στον Οργανισμό πριν από οποιαδήποτε χρήση, μεταβίβαση ή εναποθήκευση των παραχθέντων υλικών. Αφετέρου, δυνάμει του άρθρου 86 AΕ, αυτά τα υλικά λογίζονται ως ανήκοντα στην Κοινότητα.
73. Το γεγονός ότι, με αυτού του είδους την πράξη, τα ειδικά σχάσιμα υλικά έχουν παραχθεί εντός της Κοινότητας, αυτό είναι δύσκολο να το αρνηθεί κανείς. Εφόσον «παράγω» σημαίνει, ιδίως, «δημιουργώ, κατασκευάζω από αρχικά υλικά» (28), τότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια κοινοτική επιχείρηση «παράγει» διά της διαδικασίας του εμπλουτισμού, ειδικά σχάσιμα υλικά. Στην έννοια του «παράγω» ενυπάρχει βεβαίως, και η έννοια του «μεταποιώ» (29). Όμως, άλλο πράγμα είναι να εφαρμοστούν στην πράξη αυτή όροι της τρέχουσας γλώσσας και άλλο πράγμα είναι να γίνει νομικός χαρακτηρισμός. Από το γεγονός ότι τα εν λόγω υλικά παράγονται κατά την τρέχουσα έννοια του όρου, δεν έπεται ότι τα εν λόγω υλικά παύουν να υπόκεινται στο καθεστώς των μεταποιημένων κατά την έννοια του άρθρου 75 AΕ υλικών. Συναφώς, αυτό που έχει σημασία είναι ο προορισμός της επίμαχης παραγωγής. Πάντως, όπως προκύπτει από την προηγηθείσα ανάλυση, η εν λόγω παραγωγή προορίζεται, εν προκειμένων, όχι να τροφοδοτήσει την κοινοτική αγορά πυρηνικών πόρων αλλά να αποσταλεί με σκοπό να χρησιμοποιηθεί εκτός της Κοινότητας. ΩΣ εκ τούτου, υλικά παραχθέντα υπό τις προκείμενες συνθήκες πρέπει να θεωρηθούν ως μεταποιηθέντα υλικά διεπόμενα από το άρθρο 75 AΕ.
2. Επί του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ερωτήματος
74. Συναφώς, όσον αφορά το καθεστώς των επίμαχων υλικών, προκύπτουν τρεις σειρές συνεπειών.
75. Πρώτον, θεωρείται δεδομένο ότι το καθεστώς των μεταποιημένων υλών, κατά την έννοια του άρθρου 75 AΕ, είναι ασύμβατο με αυτό των παραγομένων υλικών, κατά την έννοια του Κεφαλαίου 6 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Πράγματι, από το άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, AΕ προκύπτει ότι οι διατάξεις του εν λόγω Κεφαλαίου 6, μεταξύ των οποίων και τα άρθρα 52 ΑΕ και 57 AΕ, δεν εφαρμόζονται επί των υποχρεώσεων που έχουν ως αντικείμενο τέτοιου τύπου μεταποίηση.
76. Δεύτερον, επιβάλλεται, παρ’ όλα αυτά, να υπομνησθεί ότι παρόμοιο καθεστώς δεν είναι ασύμβατο με αυτό των υλικών που παράγονται στο έδαφος της Κοινότητας, κατά την έννοια του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΚΑΕ (30). Στο πλαίσιο αυτό, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι μια κοινοτική επιχείρηση εμπλουτισμού πρέπει να θεωρηθεί ως «παραγωγός» ευαίσθητων πυρηνικών υλικών υποκείμενων, για τον λόγο αυτό, στον έλεγχο ασφάλειας της Κοινότητας (31).
77. Τρίτον, αυτό το καθεστώς έχει επίσης επίπτωση στη δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου 8 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Πράγματι, το άρθρο 75, τρίτο εδάφιο, AΕ προβλέπει ότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί των ειδικών σχασίμων υλικών που αποτελούν το αντικείμενο των μνημονευομένων στο πρώτο της εδάφιο, στοιχείο γ΄, υποχρεώσεων. Εφόσον αυτό συμβαίνει με τα εμπλουτισμένα υλικά που παραδίδονται από υπήκοο τρίτου κράτους και υφίστανται κατεργασία εντός της Κοινότητας για λογαριασμού του υπηκόου αυτού, το ίδιο πρέπει να ισχύει και για υλικά έχοντα αποτελέσει το αντικείμενο εμπλουτισμού εντός της Κοινότητας και έχοντα επιστραφεί σε υπήκοο τρίτου κράτους. Πράγματι, ο λόγος υπάρξεως αυτού του κανόνα εξαιρέσεως είναι ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα υφιστάμενα στο έδαφος της Κοινότητας εμπλουτισμένα υλικά δεν προορίζονται να τροφοδοτήσουν κοινοτικούς καταναλωτές, δεν συντρέχει λόγος υπαγωγής τους στο προβλεπόμενο από το άρθρο 86 AΕ δικαίωμα κυριότητας της Κοινότητας.
78. Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι τα ειδικά σχάσιμα υλικά που έχουν μεταποιηθεί και παραχθεί υπό τις περιστάσεις των υποθέσεων της κύριας δίκης δεν υπόκεινται στις διατάξεις των άρθρων 57 και 86 AΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, το έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου είναι καθαρά υποθετικού χαρακτήρα. Επομένως, φρονώ ότι δεν συντρέχει λόγος να δοθεί απάντηση σε αυτά.
79. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα αποφάσιζε να ακολουθήσει την πρότασή μου, τούτο θα το ωθήσει στο να εκτιμήσει, όπως είχε πράξει και στο διάσκεμμά του 1/78, ότι «δεν είναι απαραίτητο, για τις ανάγκες της υπό κρίση υποθέσεως, να διευκρινιστεί η γραμμή διαχωρισμού μεταξύ των προνομιών που το άρθρο 86 ΑΕ επιφυλάσσει στην Κοινότητα ως κύριο ειδικών σχασίμων υλικών και το “δικαίωμα χρήσεως και αναλώσεως” που εξασφαλίζεται στα κράτη μέλη και σε άλλα πρόσωπα ή επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 87 ΑΕ» (32). Όμως, από τα στοιχεία της διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι αυτή η γραμμή διαχωρισμού εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, να παραμένει ασαφής. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο είναι προτιμότερο να προστεθούν, επικουρικώς, οι ακόλουθες διευκρινίσεις.
3. Επί του δικαιώματος κυριότητας της Κοινότητας
80. Θεωρώ σημαντικό να επισημανθεί η εξέλιξη που είχε ως αποτέλεσμα τη θέσπιση αυτού του καθεστώτος κυριότητας. Η διάκριση του νομικού τίτλου κυριότητας από το οικονομικό περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού, που έχει καθιερωθεί με το άρθρο 86 AΕ, αποτελεί προϊόν συμβιβασμού. Οι διαπραγματεύσεις για τη Συνθήκη Ευρατόμ είχαν ως αφετηρία το υφιστάμενο στις Ηνωμένες Πολιτείες σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου τα ειδικά σχάσιμα υλικά αποτελούν ιδιοκτησία της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως (33). Αυτή η κυριότητα του δημοσίου είχε θεσπισθεί με σκοπό τη διασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου της χρήσεως αυτών των υλικών που θεωρούνταν ως επικίνδυνα επί του Αμερικανικού εδάφους,. Μεταφορά αυτού του καθεστώτος στο κοινοτικό πλαίσιο είχε σχεδιαστεί με σκοπό τη διευκόλυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον τομέα πυρηνικής ενεργείας. Όμως, στο σχέδιο αυτό αντιδρούσαν αυτοί που έβλεπαν στη θέσπιση κυριότητας του δημοσίου προσβολή των αρχών της φιλελεύθερης οικονομίας. Έτσι, τούτο κατέληξε στην πρωτότυπη αρχή της αναγνωρίσεως υπέρ της Κοινότητας ενός στερουμένου περιουσιακού περιεχομένου δικαιώματος κυριότητας (34). Αυτή η συμβιβαστική λύση είναι πρωτότυπη (35). Στην Κοινότητα αναγνωρίζεται ο νομικός τίτλος του κυρίου των ειδικών σχασίμων υλικών, που γεννά δικαιώματα και υποχρεώσεις. Στους πραγματικούς κατόχους των ειδικών σχασίμων υλικών αναγνωρίζεται η «οικονομική κυριότητα» των εν λόγω υλικών. Άπαντες οι τελευταίοι έχουν δικαιώματα επί της επωφελούς χρήσεώς τους. Όμως, η Κοινότητα διατηρεί εν προκειμένω την κυριαρχική εξουσία. Όπως το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει με το διάσκεμμά του 1/78, «το καθοριζόμενο από τη Συνθήκη καθεστώς κυριότητας σημαίνει ότι ασχέτως του προορισμού των πυρηνικών υλικών, η Κοινότητα εξακολουθεί να παραμένει ο μοναδικός δικαιούχος των προνομιών που αποτελούν το ουσιώδες περιεχόμενο του δικαιώματος κυριότητας» (36).
81. Παρόμοια αντίληψη έχει συνέπειες όσον αφορά τόσο τον επιμερισμό των αναγνωριζομένων στους κατόχους δικαιωμάτων όσο και την κατανομή των ισχυουσών στον τομέα αυτό εννόμων τάξεων. Η κυριότητα της Κοινότητας συνίσταται, κατ’ ουσίαν, στην εξουσία επιβλέψεως, λογιστικής καταχωρίσεως και ελέγχου των ειδικών σχασίμων υλικών που παράγονται και εισάγονται στην Κοινότητα. Όμως, δυνάμει του άρθρου 87 AΕ, οι έχοντες στην κατοχή τους τα σχετικά υλικά έχουν όλη την εξουσία να τα διαχειρίζονται προς όφελος των δικών τους συμφερόντων. Εξ αυτού προκύπτει ότι, κατ’ αρχήν, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από αναληφθείσες από τους τελευταίους προς τρίτους υποχρεώσεις δεν επηρεάζονται από τον αναγνωριζόμενο στην Κοινότητα τίτλο κυριότητας. Εξάλλου, αυτές οι υποχρεώσεις δεν προορίζονται να διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο· καλύπτονται, κατά κύριο λόγο, από το εθνικό δίκαιο. Επομένως, δεν αντίκεινται προς τη Συνθήκη ΕΚΑΕ οι πράξεις διαθέσεως που συνάπτονται από τους κατόχους σχασίμων υλικών με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση να υπόκεινται στο διέπον την κυριότητα δίκαιο του κράτους μέλους εντός του οποίου βρίσκονται τα εν λόγω υλικά.
82. Όμως, στον τομέα αυτό, η κυριαρχία του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου είναι κατ’ ανάγκην περιορισμένη. Το δίκαιο αυτό εφαρμόζεται μόνο εφόσον δεν θίγει τις αναγνωρισμένες στην Κοινότητα προνομίες όσον αφορά τη διαχείριση και τον έλεγχο των πυρηνικών υλικών. Μολονότι πρέπει να αναγνωρίζεται στους κατόχους δικαίωμα απολαύσεως και διαθέσεως, γεγονός είναι ότι «η Κοινότητα διατηρεί, σε τελευταία ανάλυση, το δικαίωμα να διαθέτει τα ειδικά σχάσιμα υλικά (37).
83. Από την επιφύλαξη αυτή απορρέει, κατά τη γνώμη μου, μια διττή συνέπεια. Αφενός, δεν είναι δυνατή εν προκειμένω η ύπαρξη μεταβιβάσεως τέτοιων υλικών χωρίς τον έλεγχο της Κοινότητας. Αφετέρου, πρέπει να αναγνωριστεί στην Κοινότητα το δικαίωμα να αντιτίθεται σε τέτοια μεταβίβαση. Ως εκ τούτου, φαίνεται ότι αποκλείεται να μπορούν τέτοια υλικά να αποτελέσουν το αντικείμενο μεταβιβάσεως κυριότητας κατ’ εφαρμογήν εθνικών κανόνων αναγνωριζόντων στους πιστωτές των κατόχων σχασίμων υλικών δικαίωμα ενεχύρου επί των περιουσιακών στοιχείων των τελευταίων. Επίσης, αντίκεινται προς τη Συνθήκη ΕΚΑΕ διατάξεις που να επιτρέπουν την κτήση πυρηνικών σχασίμων υλικών ως απλή συνέπεια ασφαλείας ενεχύρου ή δανείου. Υλικά κτηθέντα κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «κανονικώς» περιελθόντα στους κατόχους τους κατά την έννοια του άρθρου 87 AΕ. Αυτή νομίζω ότι πρέπει να είναι η συγκεκριμένη συνέπεια της αναγνωρίσεως στην Κοινότητα δικαιώματος κυριότητας.
Γ – Το καθεστώς των συμβάσεων δανείου ή ενεχύρου
84. Με τα δύο τελευταία προδικαστικά ερωτήματα, ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με την εφαρμογή διατάξεων της Συνθήκης αφορωσών το καθεστώς των συμβάσεων δανείου ή ενεχύρου που έχουν συναφθεί μεταξύ INB και εγκατεστημένων εκτός της Κοινότητας επιχειρήσεων. I
1. Επί του δεκάτου ερωτήματος
85. Από την ανάλυση που έγινε στο πλαίσιο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος προκύπτει ότι το γεγονός ότι μια επιχείρηση διατηρεί εμπορικές σχέσεις με κοινοτικές επιχειρήσεις ή εναποθηκεύει πυρηνικά υλικά στο έδαφος της Κοινότητας δεν αρκεί για τον χαρακτηρισμό της ως επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 196 AΕ. Η Συνθήκη ΕΚΑΕ απαιτεί η σχετική επιχείρηση να ασκεί όλες ή μέρος των σχετικών με πυρηνικά υλικά δραστηριοτήτων της εντός της Κοινότητας. Δεδομένου ότι το δέκατο ερώτημα αφορά το ζήτημα εάν ο τόπος εναποθηκεύσεως του αποτελούντος του αντικείμενο της συναλλαγής ουρανίου ασκεί επιρροή όσον αφορά τον χαρακτηρισμό που μνημονεύεται στο άρθρο 196 ΑΕ, στο εν λόγω ερώτημα επιβάλλεται να δοθεί, όπως είναι επόμενο, αρνητική απάντηση.
2. Επί του ενδεκάτου ερωτήματος
86. Όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 73 AΕ, τούτο εφαρμόζεται μόνο επί των συμβάσεων και των συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ κοινοτικής επιχειρήσεως και υπηκόου τρίτου κράτους. Προκειμένου να ληφθεί απόφαση επί της δυνατότητας εφαρμογής της διατάξεως αυτής, καθοριστικής σημασίας είναι η καταγωγή αυτών που έχουν καταρτίσει τη συμφωνία. Δεδομένου ότι συμφωνίες συναφθείσες μεταξύ υπηκόων τρίτων κρατών και της Κοινότητας δεν μπορούν να θίξουν τον σχετικά με ασφάλεια στόχο όσον αφορά τον εφοδιασμό της Κοινότητας, δεν πρέπει αυτές να υπαχθούν στο καθεστώς παροχής προηγούμενης αδείας του άρθρου 73 AΕ. Υπό τις συνθήκες αυτές, στερείται σημασίας ο τόπος επί του οποίου βρίσκεται το αντικείμενο της συμφωνίας.
IV – Πρόταση
87. Υπό το φως όλων των ανωτέρω θεωρήσεων, προτείνω στο δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Oberlandesgericht Oldenburg προδικαστικά ερωτήματα, όσον αφορά αυτές τις δύο συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, ως εξής:
«1) Μια σχετική με εμπλουτισμό ουρανίου υποχρέωση αναληφθείσα βάσει συμβάσεως μεταξύ κοινοτικής επιχειρήσεως και υπηκόου τρίτου κράτους, όπως η επίμαχη εν προκειμένω αποτελεί υποχρέωση που έχει ως αντικείμενο την κατεργασία, μεταποίηση ή μορφοποίηση μεταλλευμάτων, αρχικών υλικών ή ειδικών σχασίμων υλικών κατά την έννοια του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, AΕ.
2) Μια επιχείρηση της οποίας η έδρα βρίσκεται εκτός του εδάφους εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν αποτελεί επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 196, στοιχείο β΄, AΕ λόγω του ότι απλώς και μόνο αυτή διατηρεί, με κοινοτική επιχείρηση, επιχειρηματική σχέση έχουσα ως αντικείμενο την παράδοση αρχικών υλικών με σκοπό εμπλουτισμό ή την εναποθήκευση εμπλουτισμένου ουρανίου.
3) Η εφαρμογή του άρθρου 75, πρώτο εδάφιο, AΕ δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι τα παρεχόμενα για εμπλουτισμό υλικά είναι όμοια προς τα υλικά που επιστρέφονται σ’ αυτόν που τα παρέσχε. Αρκεί να επιστρεφόμενα υλικά να στοιχούν, σε ποιότητα και ποσότητα, στα παραδοθέντα υλικά. Εξάλλου, την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν εμποδίζει το γεγονός ότι η κυριότητα των αρχικών υλικών μεταβιβάστηκε στην αναλαβούσα τον εμπλουτισμό τους επιχείρηση.
4) Ενόψει των σχετικών με την υπό κρίση υπόθεση περιστάσεων, δεν συντρέχει λόγος να δοθεί απάντηση στο τέταρτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
5) Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, δεν συντρέχει πλέον λόγος να δοθεί απάντηση στο έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.
6) Το γεγονός ότι μια εγκατεστημένη σε τρίτο κράτος επιχείρηση εναποθηκεύει το εμπλουτισμένο ουράνιο στο έδαφος της Κοινότητας δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί αυτή ως επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 196, στοιχείο β΄, AΕ.
7) Το άρθρο 73 AΕ δεν εφαρμόζεται επί των εχουσών σχέση με εναποθηκευμένο στο έδαφος της Κοινότητας ουράνιο συμβάσεις οι οποίες συνάπτονται μεταξύ υπηκόων τρίτων κρατών και της Κοινότητας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – Οι διατάξεις περί παραπομπής αφήνουν να αιωρείται, επί του σημείου αυτού, κάπόια αβεβαιότητα η οποία ήρθη κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου επ’ ακροατηρίου συζήτηση (βλ. την παράγραφος 69 αυτών των προτάσεων).
3 – Άρθρο 2, στοιχεία δ΄ έως στ΄, ΑΕ.
4 – Άρθρο 52, παράγραφος 1, ΑΕ.
5 – Με αυτήν ακριβώς τη φρασεολόγία περιγράφεται ο Οργανισμός στη μελέτη του Vedel, G., «L’Euratom», Les Problèmes Juridiques et Économiques du marché commun, Librairies Techniques, Παρίσι, 1960, σ. 196.
6 – ΕΕ 1960, ειδ. έκδ., 12/01, σ. 35. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού απλουστευμένη διαδικασία, κατά την οποία οι καταναλωτές και παραγωγοί έχουν εξουσιοδοτηθεί να διαπραγματεύονται κατά τρόπο άμεσο και να υπογράφουν συμβάσεις προμηθείας, έχει παύσει, από το 1973, να χρησιμοποιείται. Έχει θεσπισθεί νέα απλουστευμένη διαδικασία με τον κανονισμό του Οργανισμού της 15ης Ιουλίου 1975, (ΕΕ, ειδ. έκδ., 12/01, σ. 91) σχετικά με την προσθήκη του άρθρου 5α στον κανονισμό τις 5ης Μαΐου 1960. Η διαδικασία αυτή επαναχορηγεί στον Οργανισμό το αποκλειστικό δικαίωμα να υπογράφει τις συμβάσεις ενώ ταυτόχρονα παρέχει στους καταναλωτές την ευχέρεια να απευθύνονται ευθέως στους παραγωγούς και να διαπραγματεύονται ελευθέρως μαζί τους.
7 – Έτσι χαρακτηρίζονται αυτές από το Δικαστήριο με τη διάσκεψή του 1/78 της 14ης Νοεμβρίου 1978 (Rec. σ. 2151, παράγραφος 16).
8 – Βλ. Courteix, S., «La coopération européenne dans le domaine de l’enrichissement de l’uranium», Annuaire Français de Droit International, 1974, σ. 772.
9 – Νόμος 2005-1409 της 16ης Νοεμβρίου 2005 που επιτρέπει την έγκριση της συμφωνίας μεταξύ των Κυβερνήσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και του Βασιλείου των Κάτω Χωρών σχετικά με συνεργασία στον τομέα της τεχνικής της φυγοκεντρώσεως (JORF της 17ης Νοεμβρίου 2005, σ. 17921).
10 – Απόφαση 2006/170/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 2004, με την οποία μία πράξη συγκέντρωσης κηρύσσεται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά και τη λειτουργία της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ (υπόθεση COMP/M.3099 – Areva/Urenco) (EE 2006, L 61, σ. 11).
11 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1971, 7/71, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1049).
12 – Το προπαρατεθέν διάσκεμμα 1/78, σκέψη 27.
13 – Βλ., κατά την έννοια, την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 43.
14 – Το προπαρατεθέν διάσκεμμα 1/78, σκέψη 14.
15 – Βλ., μεταξύ άλλων, κατά την έννοια αυτή, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 1997, T-149/94 και T-181/94, Kernkraftwerke Lippe Ems κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II-161, σκέψη 85).
16 – Αναλύοντας τις προπαρασκευαστικές εργασίες της καταρτίσεως της Συνθήκης ΕΚΑΕ, οι S. Neri και H. Sperl αναφέρουν ότι, σύμφωνα με τους υπέρμαχους της καθιερώσεως ενός δικαιώματος κυριότητας της Κοινότητας επί των σχασίμων υλικών, «θα έπρεπε επομένως να προβλεφθεί ένα ανάλογο σύστημα [προς αυτό που ισχύει στις Ηνωμένες Πολιτείες και συνίσταται στη θέσπιση κυριότητας του δημοσίου επί των υλικών αυτών] στην περίπτωση που θα ήταν επιθυμητό οι διαπραγματεύσεις μαζί τους να γίνουν υπό πλεονεκτικούς όρους και, ειδικότερα, να ενθαρρυνθούν οι Αμερικανοί στο να αποδεχθούν τον έλεγχο της Ευρατόμ, αντί του δικού τους, επί των σχασίμων υλικών που θα παρείχαν στην Κοινότητα» (Traité instituantlaCommunauté européennedel’énergieatomique. Travauxpréparatoires, DéclarationsinterprétativesdessixGouvernements, Documentsparlementaires, Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Λουξεμβούργο, 1962, σ. 251, σκέψη 4).
17 – Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «αν ο Οργανισμός δεν ασκήσει το δικαίωμά του προαιρέσεως επί του συνόλου ή μέρους της παραγωγής, ο παραγωγός δύναται είτε διά των ιδίων του μέσων είτε διά συμβάσεων έργου φασόν να μεταποιεί τα μεταλλεύματα, τα αρχικά υλικά ή τα ειδικά σχάσιμα υλικά, υπό τον όρο ότι θα προσφέρει στον οργανισμό το προϊόν αυτής της μεταποιήσεως (η υπογράμμιση είναι δική μου)». Υπέρ του γενικού ορισμού των όρων αυτών, πρέπει να σημειωθεί ότι το αγγλικό κείμενο της Συνθήκης ΕΚΑΕ χρησιμοποιεί τον όρο processing για να μεταφράσει τη λέξη «μεταποίηση» του άρθρου 59, ΑΕ, ενώ χρησιμοποιεί τους όρους processing, conversion or shaping για να μεταφράσει τις λέξεις «κατεργασία, μεταποίηση ή μορφοποίηση», καθώς, όπως είναι επόμενο, η λέξη processing» εφαρμόζεται ως «μεταποίηση» παρά ως «κατεργασία».
18 – Βλ. παράγραφο 38 των παρουσών προτάσεων.
19 – Άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α΄ έως γ΄, AΕ.
20 – Άρθρο 75, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ΄, ΑΕ.
21 – Βλ., κατ’ αναλογία, το άρθρο 62, παράγραφος 2, AΕ.
22 – Βλ., κατά την έννοια αυτή, το προπαρατεθέν διάσκεμμα 1/78, σκέψη 18. Ο θεμιτός χαρακτήρας των επιταγών διαφοροποιήσεως του αιφνιδιασμού έχει αναγνωριστεί από το Δικαστήριο με την απόφασή του της 22 Απριλίου 1999, C-161/97 P, Kernkraftwerke Lippe‑Ems κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-2057, σκέψεις 62 και επ.).
23 – Η υπογράμμιση είναι δική μου.
24 – Το προπαρατεθέν διάσκεμμα 1/78, σκέψη 17.
25 – Το προπαρατεθέν διάσκεμμα 1/78, σκέψη 21.
26 – Η υπογράμμιση είναι δική μου.
27 – Βλ. άρθρο 16, παράγραφος 2, της Συμφωνίας συνεργασίας στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενεργείας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΕΕ 1996, L 120, σ. 1), όπου αναγνωρίζεται ότι «στα πυρηνικά υλικά που καλύπτονται από τη συμφωνία εφαρμόζονται οι αρχές της ανταλλαξιμότητας, της ισοδυναμίας και της αναλογικότητας, οι δε λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή αυτών των αρχών θα καθοριστούν στον διοικητικό διακανονισμό υπό την ίδια έννοια, βλ. τη σύσταση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο σχετικά με την έγκριση συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα των ειρηνικών εφαρμογών της πυρηνικής ενέργειας και συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Κυβέρνησης της Ιαπωνίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας για την έρευνα και ανάπτυξη στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας (SEC/2004/524 τελική).
28 – Ορισμός του ρήματος produce, OxfordDictionaryofEnglish, 2η έκδοση, 2003. Βλ., υπό την ίδια έννοια, τον ορισμό του ρήματος «produire», NouveauLarousseencyclopédique, 2003.
29 – Εξάλλου, υπ’ αυτήν ακριβώς την έννοια εκφράζεται η ίδια η Συνθήκη ΕΚΑΕ στο παράρτημά της 2 όταν τοποθετεί την «παραγωγή εμπλουτισμένου ουρανίου» στις προβλεπόμενες από το άρθρο 41 ΑΕ βιομηχανικές υπηρεσίες.
30 – Βλ. παραγράφους 56 και 57 των παρουσών προτάσεων.
31 – Αυτή η ερμηνεία επιβεβαιώνεται από τον κανονισμό (Ευρατόμ) 302/2005 της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 2005, για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με τον έλεγχο διασφαλίσεως της Ευρατόμ – Δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 54, σ. 1). Από το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι οι επιβαλλόμενες με αυτόν υποχρεώσεις ισχύουν «σε κάθε πρόσωπο ή επιχείρηση που ιδρύει ή εκμεταλλεύεται εγκατάσταση για παραγωγή, διαχωρισμό, επανεπεξεργασία, αποθήκευ6ση ή για οποιαδήποτε άλλη χρήση αρχικών ή ειδικών σχάσιμων υλικών. Όμως, από το παράρτημα 1 του κανονισμού καταφαίνεται ότι στον έλεγχο αυτό υπόκεινται, ιδίως, οι επιχειρήσεις εμπλουτισμού.
32 – Σκέψη 26.
33 – Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το μοντέλο εγκαταλείφθηκε υπέρ ενός αυστηρώς ελεγχόμενου συστήματος ιδιωτικού χαρακτήρα κυριότητας.
34 – Σύμφωνα με την έκφραση του Vedel, G., «‘Le régime de propriété’ στη Συνθήκη Ευρατόμ», AnnuaireFrançaisdeDroitInternational, 1957, ειδικότερα σ. 592.
35 – Έτσι εξηγείται η προσπάθεια των ακαδημαϊκών για προσέγγιση αυτού του θεσμού με παλαιούς τύπους. Ο G. Vedel παρατηρεί εν προκειμένω «ορισμένες πτυχές του ρωμαϊκού commodat» (αυτοθί), ενώ ο P. Böhm αναζητεί παραλληλισμό με τη διαίρεση του dominium directum και του dominium utile («Ownership of Nuclear Materials in Euratom», TheAmericanJournalofComparativeLaw, 1962, σ. 167).
36 – Σκέψη 27.
37 – Το προπαρατεθέν διάσκεμμα 1/78, σκέψη 27 (η υπογράμμιση είναι δική μου).
Full & Egal Universal Law Academy