ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
DÁMASO RUIZ-JARABO COLOMER
της 24ης Μαΐου 2005 1(1)
Υπόθεση C-147/04
De Groot en Slot Allium BV και
Bejo Zaden BV
κατά
Ministère de l’Économie, des Finances et de l’Industrie και
Ministère de l’Agriculture, de l’Alimentation, de la Pêche et des Affaires rurales
[αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Conseil d’État (Γαλλία)]
«Ελεύθερη κυκλοφορία των γεωργικών προϊόντων – Ποσοτικοί περιορισμοί – Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος – Εθνική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπουσα την εμπορία υπό την ονομασία «ασκαλώνιο» μόνο στις ποικιλίες που καλλιεργούνται με φυτική αναπαραγωγή μέσω βολβών»
1. Το Conseil d’État της Γαλλικής Δημοκρατίας ερωτά το Δικαστήριο αν ένα κράτος μέλος μπορεί να εμποδίσει, εντός της επικράτειάς του, τη διάθεση στο εμπόριο, υπό την ονομασία ασκαλώνιο, ποικιλιών του allium ascalonicum (2) που καλλιεργούνται με σπόρους και όχι με βολβούς.
2. Ως ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις επικαλείται τις οδηγίες 70/458/ΕΟΚ (3) και 92/33/ΕΟΚ (4), που ρυθμίζουν την εμπορία των σπόρων προς σπορά κηπευτικών, καθώς και των φυταρίων και άλλου πολλαπλασιαστικού υλικού των κηπευτικών αυτών (5). Εντούτοις, υπό την επιφύλαξη της αναλύσεως των οδηγιών, είναι αναγκαίο να διευρυνθεί το πεδίο της εξέτασης και να ληφθεί περαιτέρω υπόψη το περιεχόμενο της Συνθήκης ΕΚ, προκειμένου να παρασχεθεί χρήσιμη απάντηση στο αιτούν δικαστήριο.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το κοινοτικό δίκαιο
1. Το πρωτογενές δίκαιο: η κοινή αγορά, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και τα γεωργικά προϊόντα
3. Η κοινή αγορά, στην εγκαθίδρυση της οποίας στοχεύει το άρθρο 2 ΕΚ, περιλαμβάνει τη γεωργία και το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων (6)· η λειτουργία της διευκολύνεται από μια κοινή πολιτική (άρθρα 3, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, ΕΚ, και 32, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ), ένας από τους στόχους της οποίας είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της γεωργίας μέσω της αναπτύξεως της τεχνικής προόδου και της εξασφαλίσεως της ορθολογικής αναπτύξεως της γεωργικής παραγωγής (άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ΕΚ). Η κοινή οργάνωση απαιτεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, τον συντονισμό των διαφόρων εθνικών οργανώσεων αγοράς (άρθρο 34, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ΕΚ).
4. Η δόμηση του συνόλου αυτού απαιτεί, επίσης, την κατάργηση των εμποδίων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο των προϊόντων [άρθρο 3 ΕΚ, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄], περιλαμβανομένων των γεωργικών (άρθρο 32 ΕΚ, παράγραφοι 1 και 2), λόγος για τον οποίο απαγορεύονται οι ποσοτικοί περιορισμοί και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος (άρθρα 28 ΕΚ και 29 ΕΚ), εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες δικαιολογούνται για τους λόγους του άρθρου 30 ΕΚ (7), αλλά, εν πάση περιπτώσει, δεν πρέπει να στηρίζονται σε λόγους που συνιστούν αυθαίρετη διάκριση ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου.
5. Δυνάμει του άρθρου 37 ΕΚ, η κανονιστική εξουσία στον τομέα αυτό ανήκει στο Συμβούλιο που ενεργεί βάσει προτάσεως της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
2. Το παράγωγο δίκαιο: η εμπορία των μέσων αναπαραγωγής των κηπευτικών
6. Τα ικανοποιητικά αποτελέσματα της καλλιέργειας των κηπευτικών εξαρτώνται, σε μεγάλο βαθμό, τόσο από την ποιότητα όσο και από τη φυτοϋγειονομική κατάσταση των σπόρων, των φυτών και των λοιπών υλικών που χρησιμοποιούνται για τον πολλαπλασιασμό τους. Βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 37 ΕΚ, το Συμβούλιο εξέδωσε τις ως άνω οδηγίες για την εναρμόνιση των όρων εμπορίας των μέσων αναπαραγωγής, καταργώντας τα εμπόδια που απορρέουν από την ύπαρξη διαφορετικού σε κάθε κράτος μέλος συστήματος για τη διάθεση των προαναφερθέντων κηπευτικών στο εμπόριο (βλ. τη δεύτερη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη των δύο οδηγιών).
7. Προκρίθηκε η κατάρτιση κοινού καταλόγου, βάσει εναρμονισμένων κανόνων, κατά τρόπο ώστε η εγγραφή στον κατάλογο να εγγυάται την κατάργηση κάθε εμπορικού περιορισμού (πέμπτη, έκτη, έβδομη, ένατη, δέκατη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 16 της οδηγίας περί σπόρων· δέκατη και δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, καθώς και άρθρο 14 της οδηγίας περί φυταρίων).
8. Εντούτοις, τα πεδία εφαρμογής των δύο αυτών οδηγιών είναι διαφορετικά.
α) Η οδηγία περί σπόρων
9. Η εν λόγω οδηγία κάνει λόγο για τους σπόρους των κηπευτικών που απαριθμούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, μέρος A –στους οποίους δεν περιλαμβάνεται το ασκαλώνιο– (8) οι ποικιλίες των οποίων μπορούν να πιστοποιούνται (9), να ελέγχονται ως standard σπόροι (10) και να τίθενται σε εμπορία εφόσον γίνουν επισήμως δεκτές σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος (άρθρο 3, παράγραφος 1).
10. Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει έναν ή περισσότερους καταλόγους κηπευτικών (11) βάσει των οποίων καταρτίζεται κοινός κατάλογος τον οποίο η Επιτροπή οφείλει να δημοσιεύσει (άρθρα 3, παράγραφος 3, και 17).
11. Για να εγγραφεί στους καταλόγους αυτούς, πρέπει η ποικιλία να είναι σαφώς διακρινόμενη, σταθερή και επαρκώς ομοιόμορφη, ήτοι: να διακρίνεται σαφώς από έναν ή περισσότερους σημαντικούς μορφολογικούς ή φυσιολογικούς χαρακτήρες, από κάθε άλλη εγγεγραμμένη ή υποβληθείσα προς εγγραφή ποικιλία· να διατηρεί τα βασικά χαρακτηριστικά της μετά τις διαδοχικές αναπαραγωγές ή πολλαπλασιασμούς της ή στο τέλος κάθε κύκλου· και τα φυτά που την αποτελούν, εκτός από περιπτώσεις σπανίων ανωμαλιών, να είναι παρόμοια, λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών του συστήματος αναπαραγωγής τους, ή γενετικώς όμοια (άρθρα 4 και 5). Αν μια ποικιλία χάσει τις ιδιότητές της αυτές, η εγγραφή της στον κατάλογο ακυρώνεται και καταργείται (άρθρα 14, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1).
12. Τα κράτη μέλη δημοσιεύουν επισήμως τους καταλόγους των αποδεκτών στο έδαφός τους ποικιλιών και κοινοποιούν τις τροποποιήσεις τους στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή, με σύντομη περιγραφή των χαρακτηριστικών που αφορούν τη χρησιμοποίησή τους (άρθρα 10, παράγραφος 1, και 11, παράγραφοι 1 και 2).
13. Πρέπει να αποφεύγεται κάθε εμπόδιο στις εγγεγραμμένες στον κατάλογο ποικιλίες, μολονότι, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 40 διαδικασία, δύναται να επιτρέπεται σε κράτος μέλος να απαγορεύει την εμπορία σπόρων ποικιλίας που δεν είναι σαφώς διακρινόμενη, σταθερή ή επαρκώς ομοιόμορφη (άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2).
14. Η Επιτροπή δημοσιεύει, όπως προανέφερα, υπό τον τίτλο «Κοινός κατάλογος ποικιλιών ειδών κηπευτικών», τις ποικιλίες οι σπόροι των οποίων, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16, διατίθενται στο εμπόριο χωρίς περιορισμό (άρθρο 17).
15. Επιτρέπεται στα κράτη μέλη, βάσει του εν λόγω άρθρου 40, να απαγορεύσουν την πώληση μιας από τις ποικιλίας του προαναφερθέντος κοινού καταλόγου, αν η καλλιέργειά της βλάπτει από φυτοϋγειονομικής απόψεως την καλλιέργεια άλλων ειδών (άρθρο 18).
16. Η οδηγία περί σπόρων κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002 (12), η οποία την αντικατέστησε με τον ίδιο τίτλο. Το νέο αυτό κείμενο τέθηκε σε ισχύ τον Αύγουστο του 2002, δεν τυγχάνει ωστόσο εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η επίδικη αξίωση αναφέρεται, όπως θα επισημανθεί στη συνέχεια, σε δύο είδη σπόρων που περιλαμβάνονται στον κοινό κατάλογο του 1997.
β) Η οδηγία περί φυταρίων
17. Η εν λόγω οδηγία αφορά το διακοινοτικό εμπόριο φυταρίων και πολλαπλασιαστικού υλικού (13), πλην των σπόρων προς σπορά που ανήκουν στα είδη και τις ποικιλίες, καθώς και στα υβρίδια των κηπευτικών, που περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙ (άρθρο 1), στα οποία περιλαμβάνεται και το ασκαλώνιο.
18. Η εμπορία αυτού του πολλαπλασιαστικού υλικού των κηπευτικών που απαριθμούνται στο παράρτημα και περιλαμβάνονται στην οδηγία περί σπόρων, επιτρέπεται εντός της Κοινότητας, εφόσον ανήκουν σε ποικιλία εγκεκριμένη σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία (άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας περί φυταρίων). Σε αντίθετη περίπτωση, όπως στην περίπτωση του ασκαλωνίου, η εμπορία του υλικού αυτού εξαρτάται από την επίσημη έγκρισή του σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος, σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές που θέτει η οδηγία περί σπόρων (άρθρο 9, παράγραφος 2). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η εγγραφή στον κοινό κατάλογο πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τους σκοπούς των άρθρων 16 έως 19 της οδηγίας περί σπόρων (άρθρο 9, παράγραφος 4). Ειδικότερα, δεν πρέπει να υπόκεινται σε κανέναν περιορισμό ως προς την εμπορία τους, πέραν των προβλεπομένων στην οδηγία περί φυταρίων (άρθρο 14).
Β – Το γαλλικό δίκαιο: η υπουργική απόφαση της 17ης Μαΐου 1990 (14)
19. Η απόφαση αυτή αφορά τα ασκαλώνια (in natura) που προορίζονται για τον καταναλωτή (άρθρο 2)· επιτρέπει τη χρήση του όρου «ασκαλώνιο» μόνο για τα κηπευτικά που προέρχονται από το allium cepa L. var ascalonicum κατόπιν φυτικού πολλαπλασιασμού, μέσω βολβών με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, απαγορεύοντας, ως εκ τούτου, την πώληση με την ονομασία των ασκαλωνίων όσων αναπαράγονται με άλλο τρόπο.
20. Δυνάμει του άρθρου 214 του Κώδικα Καταναλωτών και του διατάγματος 55-126, της 19ης Αυγούστου 1955, για την εφαρμογή του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905, περί της καταστολής της απάτης στο εμπόριο οπωροκηπευτικών (15), η παράβαση των διατάξεων της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990 συνιστά αξιόποινη πράξη.
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
21. Το ασκαλώνιο είναι κηπευτικό της οικογένεια των λιλιανθών, που καλλιεργείται παραδοσιακά μέσω φυτικού (αγενούς) πολλαπλασιασμού (16), με τη χρήση βολβών. Αυτός ο τρόπος καλλιέργειας εφαρμόζεται κυρίως στις γαλλικές περιοχές της Βρετάνης και της κοιλάδας του Λίγηρα.
22. Οι ολλανδικές εταιρίες De Groot En Slot Allium BV και Bejo Zaden BV (στο εξής: De Groot και Bejo) ανέπτυξαν δύο ποικιλίες σπόρων από τον βολβό αυτό, καλούμενες «ambition» και «matador», που πολλαπλασιάζονται εγγενώς. Στις 29 Ιουνίου 1995, μετά την προσκόμιση των σχετικών αποδείξεων, αμφότερες οι ποικιλίες περιλήφθηκαν, βάσει της οδηγίας περί σπόρων, στον κατάλογο των Κάτω Χωρών ως παράγωγα του είδους allium ascalonicum L. – Ασκαλώνιο, τον οποίο κοινοποίησαν, με περιγραφή των ιδιαιτεροτήτων τους, στα λοιπά κράτη μέλη και στην Επιτροπή.
23. Στις 18 Μαρτίου 1997, το θεσμικό αυτό όργανο δημοσίευσε συμπλήρωμα της δέκατης ένατης ενιαίας εκδόσεως του κοινού καταλόγου, που περιελάμβανε τις εν λόγω κατηγορίες υπό τον τίτλο allium ascalonicum L (17), χωρίς οι μεταγενέστερες δημοσιεύσεις να μεταβάλουν την κατάσταση αυτή (18). Μετά την ημερομηνία αυτή, οι ποικιλίες «ambition» και «matador» διατέθηκαν εντός των κρατών μελών ως ασκαλώνια, με εξαίρεση τη Γαλλία, λόγω της εφαρμογής της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990.
24. Από το 1999, οι εταιρίες De Groot και Bejo, οι δραστηριότητες των οποίων αφορούσαν κυρίως την εμπορία των ασκαλωνίων προς πώληση στον καταναλωτή, επικεντρώθηκαν στο εμπόριο σπόρων, ειδικότερα δε των δύο επίδικων ποικιλιών.
25. Κατά τα έτη 2000 και 2001 υποβλήθηκαν στην Επιτροπή καταγγελίες σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των κηπευτικών αυτών, επί των οποίων δεν απεφάνθη. Η πρώτη υποβλήθηκε με πρωτοβουλία γάλλων και ολλανδών καλλιεργητών κατά της εγγραφής των προαναφερθεισών ποικιλιών στον κοινό κατάλογο και η δεύτερη από ολλανδούς παραγωγούς που προέβαλαν την ασυμβατότητα της προαναφερθείσας γαλλικής υπουργικής αποφάσεως με το κοινοτικό δίκαιο.
26. Το 2001, σε ημερομηνία μη προσδιοριζόμενη επακριβώς (19), οι εταιρίες De Groot και Bejo υπέβαλαν αίτηση θεραπείας στους αρμόδιους υπουργούς για την κατάργηση της υπουργικής αποφάσεως· επειδή δεν έλαβαν απάντηση, άσκησαν προσφυγή στο Conseil d’État, στο πλαίσιο της οποίας παρενέβη η Comité économique agricole regional Fruits et légumes de la Région Bretagne (γεωργική οικονομική επιτροπή οπωροκηπευτικών της περιφέρειας Βρετάνης, στο εξής: CERAFEL).
27. Με διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 2004, το Conseil d’État ζήτησε από το Δικαστήριο να εξακριβώσει αν οι οδηγίες περί σπόρων και φυταρίων επιτρέπουν την εγγραφή στον κοινό κατάλογο μόνον των ποικιλιών ασκαλωνίων που αναπαράγονται χωρίς σπόρους, με φυτικό πολλαπλασιασμό, και να καθορίσει αν οι ποικιλίες «matador» και «ambition» μπορούν να εγγραφούν στην κατηγορία που καλύπτει τα εν λόγω κηπευτικά.
III – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν, εντός της προθεσμίας του άρθρου 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η Επιτροπή, η Γαλλική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, οι αιτούσες της κύριας δίκης και η CERAFEL, οι εκπρόσωποι των οποίων παρέστησαν στη δημόσια συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 21 Απριλίου 2005, κατά την οποία ανέπτυξαν προφορικά τα επιχειρήματά τους.
IV – Ανάλυση του προδικαστικού ερωτήματος
29. Η διαφορά στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκε το προδικαστικό ερώτημα έχει ως αντικείμενο την ακύρωση, λόγω ασυμβατότητάς της με το κοινοτικό δίκαιο, της αποφάσεως που διέπει στη Γαλλία το εμπόριο των ασκαλωνίων που προορίζονται για τον καταναλωτή, χωρίς προηγούμενη μεταποίηση. Το πλαίσιο αυτό επιβάλλει την ανάλυση δύο στενά συνδεομένων πτυχών που σχολιάστηκαν ευρέως με μερικές από τις γραπτές παρατηρήσεις: αφενός του ουσιαστικού πεδίου εφαρμογής των ερμηνευομένων οδηγιών· αφετέρου της δυνατότητας τροποποιήσεως του εν λόγω νομοθετικού συνόλου μέσω της μη εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών και της εφαρμογής των θεμελιωδών αρχών του πρωτογενούς δικαίου, όπως είναι η απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών κατά τις εισαγωγές και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που προβλέπει το άρθρο 28 ΕΚ.
Α – Το αντικείμενο των οδηγιών περί σπόρων και φυταρίων
30. Οι εν λόγω κοινοτικές κανονιστικές ρυθμίσεις αφορούν τα στοιχεία που προορίζονται για την παραγωγή κηπευτικών (η πρώτη αφορά τους σπόρους και η δεύτερη τα άλλα υλικά πολλαπλασιασμού)· η προσβαλλόμενη ενώπιον του Conseil d’État υπουργική απόφαση αφορά τα προοριζόμενα προς πώληση ασκαλώνια στη φυσική τους μορφή, που προκύπτουν από την αναπαραγωγική διαδικασία. Άλλως ειπείν, το αντικειμενικό περιεχόμενο των προς σύγκριση οδηγιών δεν συμπίπτει με τις γαλλικές διατάξεις, καθότι σκοπός των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων είναι η διεξαγωγή του ενδοκοινοτικού εμπορίου χωρίς περιορισμούς ως προς τα προαναφερθέντα στοιχεία αναπαραγωγής, ενώ η επίδικη απόφαση αφορά την εμπορία, στη γαλλική επικράτεια, του προϊόντος που προκύπτει προς πώληση.
31. Από την προηγούμενη διαπίστωση συνάγεται άμεση και εύλογη απάντηση στις αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου, καθότι προκύπτει ότι οι εν λόγω οδηγίες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη διαφορά της κύριας δίκης, δεδομένου ότι δεν διέπουν ούτε την εμπορία ούτε την ονομασία του τελικού προϊόντος και, ως εκ τούτου, η υπουργική απόφαση της 17ης Μαΐου 1990 δεν συνιστά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Η λύση αυτή, την οποία προτείνει τόσο η Επιτροπή όσο και οι De Groot και Bejo, δεν στηρίζεται μόνο στο γράμμα αλλά και στο πνεύμα της νομοθεσίας.
32. Οι οδηγίες περί φυταρίων και σπόρων, σύμφωνα με τους στόχους του άρθρου 33, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ΕΚ αποβλέπουν στην αύξηση της αποδόσεως της καλλιέργειας κηπευτικών με συγκεκριμένο τρόπο: τον έλεγχο της ποιότητας και της φυτοϋγειονομικής καταστάσεως των μέσων που χρησιμοποιούνται για την αναπαραγωγή τους, κατά τρόπο ώστε να κυκλοφορούν ανεμπόδιστα εντός της Κοινότητας μόνον εκείνα που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, καθότι ο κοινός κατάλογος αποτελεί μέσο δημοσιότητας και ασφάλειας δικαίου για τον σκοπό αυτό.
33. Ασφαλώς, τα κοινοτικά ασκαλώνια είναι γεωργικά προϊόντα που δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν εσωτερικά εμπόδια, η επιταγή αυτή όμως δεν προκύπτει από τις προαναφερθείσες οδηγίες· συνιστά επιταγή της κοινής αγοράς εγγεγραμμένη στη Συνθήκη και, ειδικότερα, στα άρθρα 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, και 32, παράγραφοι 1 και 2 (20).
34. Εν ολίγοις, για την επίλυση της διαφοράς, το Conseil d’État δεν χρειάζεται να γνωρίζει εάν ο συνδυασμός της οδηγίας περί σπόρων, που δεν αφορά τα ασκαλώνια, και της οδηγίας περί φυταρίων, που τα αφορά, συνεπάγεται την απαγόρευση εγγραφής των εν λόγω ποικιλιών στον κοινό κατάλογο των σπόρων αυτής της κατηγορίας των λιλιανθών, χωρίς να εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία τους· συγκεκριμένα, η υπουργική απόφαση επί της οποίας πρέπει να αποφανθεί δεν διέπει τα υλικά πολλαπλασιασμού, αλλά τα παραγόμενα είδη, ενόψει της πωλήσεώς τους στους καταναλωτές.
35. Η απαγόρευση εμπορίας με την ονομασία ασκαλώνια των παραγομένων από σπόρους προϊόντων επηρεάζει έμμεσα την εμπορία των σπόρων αυτών, καθώς και τη διάθεση των εν λόγω κηπευτικών στην αγορά, αλλά η πτυχή αυτή εμπίπτει στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης. Το Δικαστήριο πρέπει απλώς να παράσχει στο αιτούν δικαστήριο τα κριτήρια βάσει των οποίων θα μπορέσει να εκτιμήσει αν η εθνική νομοθεσία είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, γνωρίζοντας ότι οι οδηγίες περί σπόρων και φυταρίων δεν ασκούν εν προκειμένω επιρροή.
36. Εντούτοις, η συλλογιστική πρέπει να προχωρήσει περαιτέρω (21). Όλα τα γεωργικά προϊόντα πρέπει να κυκλοφορούν χωρίς περιορισμούς (22), καθότι τούτο επιβάλλεται από το άρθρο 28 ΕΚ, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες οι περιορισμοί αυτοί δικαιολογούνται για έναν από τους λόγους του άρθρου 30 ΕΚ, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για τελικά προϊόντα, για προϊόντα περισσότερο ή λιγότερο επεξεργασμένα, έτοιμα προς κατανάλωση, ή για φυτικά υλικά από τα οποία προέρχονται τα προϊόντα αυτά (23).
Β – Η εφαρμογή του άρθρου 28 ΕΚ
1. Μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό
37. Η Γαλλική Κυβέρνηση βασίζεται στην απόφαση DaimlerChrysler (24) για να υποστηρίξει ότι, όταν πρόκειται για την εναρμόνιση ενός ζητήματος, τούτο πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τις διατάξεις του παραγώγου δικαίου και όχι με αυτές της Συνθήκης. Εντούτοις, η επιχειρηματολογία αυτή ενέχει ένα σημαντικό μειονέκτημα, στο μέτρο που οι προβαλλόμενες οδηγίες κάνουν λόγο για υλικά πολλαπλασιασμού, χωρίς να περιλαμβάνουν σ’ αυτά τα ασκαλώνια, τα οποία θεωρούνται τελικό προϊόν. Επομένως, τίποτε δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εκφέρει γνώμη βάσει της Συνθήκης ΕΚ.
38. Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Dassonville της 11ης Ιουλίου 1974 (25), με την οποία καθιερώθηκε διατύπωση που χαρακτηρίστηκε «περίφημη» με μια άλλη απόφαση (26), γίνεται δεκτό ότι το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει κάθε ρύθμιση που είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο, η οποία πρέπει να θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό (σκέψη 5).
39. Ως τέτοια πρέπει να θεωρείται ρύθμιση η οποία αντιμετωπίζει τα εγχώρια προϊόντα διαφορετικά από τα αλλοδαπά, πράγμα που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί παρά μόνο για τους προβλεπόμενους από το άρθρο 30 ΕΚ λόγους γενικού συμφέροντος (27).
40. Στην ίδια κατηγορία ανήκουν και τα μέτρα που, εξομοιώνοντας το σύστημα των εισαγομένων αγαθών με αυτό των εγχώριων, δυσχεραίνουν με οποιονδήποτε τρόπο την πρόσβαση των εισαγόμενων προϊόντων στην αγορά (28). Παρόμοιες καταστάσεις παρουσιάζονται συχνά στους μη εναρμονισμένους τομείς, στους οποίους οι υπάρχουσες διαφορές παρεμποδίζουν το ελεύθερο διακοινοτικό εμπόδιο (29). Αυτού του είδους τα εμπόδια δικαιολογούνται, εντούτοις, εφόσον επιδιώκουν έναν από τους σκοπούς του άρθρου 30 ΕΚ ή εφόσον είναι αναγκαία για την αποτελεσματικότητα των φορολογικών ελέγχων, τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας, την αξιοπιστία των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών (30).
41. Η συχνά επαναληφθείσα νομολογία της αποφάσεως Dassonville, ενίοτε σε υποθέσεις σχετικές με είδη διατροφής (31), εφαρμόστηκε σε υποθέσεις με πραγματικά περιστατικά παρόμοια με αυτά της υποθέσεως της κύριας δίκης, παρέχοντας κριτήρια χρήσιμα για την επίλυσή τους.
42. Με την απόφαση Miro (32) αποφασίστηκε ότι το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως άρθρο 28 ΕΚ) απαγορεύει εθνική ρύθμιση που απαιτεί πρκαθορισμένη περιεκτικότητα σε αλκοόλ για τα αλκοολούχα ποτά προκειμένου να μπορούν να πωληθούν ως jenever (οινοπνευματώδες ποτό με βάση τον καρπό του κέδρου, κοινώς τζιν), παρεμποδίζοντας τη διάθεση στο εμπόριο με αυτή την ονομασία ποτών προερχομένων από άλλα κράτη μέλη, εφόσον δεν είχαν την ελάχιστη καθορισμένη περιεκτικότητα, ακόμη και αν αυτή αντιστοιχούσε στην παράδοση της χώρας παραγωγής και η επαρκής ενημέρωση των πελατών ήταν εξασφαλισμένη. Ανάλογη ήταν και η απόφαση Deserbais (33) για τα τυριά Edam.
43. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Smanor κρίθηκε ότι η προαναφερθείσα διάταξη δεν επιτρέπει την απαγόρευση χρήσεως του ουσιαστικού «γιαούρτη» για τα κατεψυγμένα γιαούρτια, που διατίθενται νομίμως στο εμπόριο σε άλλα κράτη μέλη, εφόσον οι ιδιότητές τους δεν διαφέρουν ουσιαστικά από αυτές των φρέσκων προϊόντων. Με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1998, Επιτροπή κατά Γαλλίας (34), διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω κράτος μέλος είχε υποπέσει σε παράβαση του άρθρου 28 ΕΚ, απαγορεύοντας τη διάθεση στο εμπόριο υπό την ονομασία foie gras (φουάγκρα, δηλ. παχυνθέν συκώτι χήνας ή πάπιας), αλλοδαπού προϊόντος παρασκευασθέντος σύμφωνα με κανόνες και μεθόδους που διέφεραν από τους προβλεπόμενους στη γαλλική νομοθεσία. Με την απόφαση Guimont (35) η εν λόγω διάταξη ερμηνεύθηκε κατά τρόπο ώστε να αποφευχθεί η εκ μέρους κράτους μέλους (εκ νέου της Γαλλικής Δημοκρατίας) απαγόρευση χρήσεως της ονομασίας «τυρί έμενταλ» εκτός των συνόρων της Κοινότητας, για τυριά που παρασκευάζονται νομίμως χωρίς φλούδα εντός αυτής. Το Βασίλειο της Ισπανίας και η Δημοκρατία της Ιταλίας παρέβησαν επίσης το εν λόγω άρθρο, σύμφωνα με αποφάσεις εκδοθείσες στις 16 Ιανουαρίου 2003 (36), παρεμποδίζοντας τη διάθεση στην αγορά, με την ονομασία σοκολότα, ορισμένων υποκατάστατων γνωστών με το όνομα αυτό σε άλλες κοινοτικές χώρες.
44. Στην υπό κρίση υπόθεση η κατάσταση είναι παρόμοια (37), δεδομένου ότι η απαγόρευση εμπορίας ως ασκαλωνίων ποικιλιών προερχομένων από σπόρους δεν επηρεάζει μόνον τα παραγόμενα στη Γαλλία, αλλά και εκείνα που καλλιεργούνται εκτός της επικράτειάς της. Όπως και στις προπαρατεθείσες αποφάσεις (38), καθώς και σε άλλες παρόμοιες (39), φαίνεται ότι η απαγόρευση αυτή, επηρεάζοντας τα ασκαλώνια που παράγονται σε άλλα κράτη μέλη, παρεμποδίζει την εισαγωγή τους, καθότι συνεπάγεται την υποχρέωση χρησιμοποιήσεως άλλης ονομασίας για την πώλησή τους, την οποία οι καταναλωτές αγνοούν ή δεν εκτιμούν το ίδιο, δυσχεραίνοντας τη διανομή τους και επηρεάζοντας έμμεσα το ενδοκοινοτικό εμπόριο (40).
45. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν οι διατάξεις της γαλλικής αποφάσεως δικαιολογούνται βάσει μιας εκ των εξαιρέσεων που καθιέρωσε η απόφαση «Cassis de Dijon». Η διάταξη περί παραπομπής και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν κατά την παρούσα προδικαστική διαδικασία ουδόλως διευκρινίζουν το σημείο αυτό· Η Γαλλική Κυβέρνηση και η CERAFEL επίσης σιωπούν ως προς αυτό· εντούτοις, το προοίμιο της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990 παρέχει μια ένδειξη, παραπέμποντας στην κανονιστική ρύθμιση που αφορά τις απάτες και τις παραχαράξεις προϊόντων και υπηρεσιών. Η παραπομπή αυτή αφορά δύο πιθανούς τομείς: την προστασία της εμπορικής ιδιοκτησίας και την προστασία των καταναλωτών (41)· εν προκειμένω, ο πρώτος πρέπει να αποκλειστεί, καθότι, όπως υπενθύμισα με το σημείο 65 των προτάσεων που ανέπτυξα στις 10 Μαΐου 2005 στις υποθέσεις «Φέτα II» (42), η εξαίρεση του άρθρου 30 ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται στενά, χωρίς να εκτείνεται σε άλλες περιπτώσεις πλην των προβλεπομένων και εν προκειμένω υπάρχει συναίνεση ως προς το ότι η ονομασία «ασκαλώνιο» ουδόλως εμπίπτει στο ειδικό αυτό πλαίσιο (43).
2. Η προστασία των καταναλωτών
46. Αυτός ο λόγος περιορισμού της διαθέσεως των εμπορευμάτων παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα να τα γνωρίσει καλύτερα, κατά τρόπο ώστε η επιλογή του να μην ενέχει πλάνη (44).
47. Όσον αφορά τον καταναλωτή, η κατάλληλη πληροφόρηση συνήθως αρκεί (45) για να καταστεί σαφές ότι τα προτεινόμενα προϊόντα, μολονότι έχουν την ίδια ονομασία, δεν είναι όμοια. Τούτο επιτάσσει και η αρχή της αναλογικότητας (46).
48. Ναι μεν η διαφορά μεταξύ των προϊόντων ασκεί επιρροή, πλην όμως οι αποφάσεις Smanor (σκέψη 21) και Deserbais (με ένα obiter dictum στη σκέψη 13) (47) παρέχουν στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να εξαρτά την εμπορία εισαγομένου προϊόντος διατροφής από την αλλαγή της ονομασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι, λόγω της συνθέσεως ή της επεξεργασίας του, παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που το διαφοροποιούν σημαντικά από τα τρόφιμα που είναι γνωστά με την εν λόγω ονομασία εντός της Κοινότητας, καθιστώντας σαφές ότι αυτά ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες.
49. Δεν είναι εύκολο να δοθεί απάντηση επ’ αυτού. Εκ προοιμίου ουδείς αμφισβητεί ότι τα παραδοσιακά ασκαλώνια, καθώς και εκείνα που προέρχονται από σπόρους, έχουν παρόμοια εξωτερική εμφάνιση, μολονότι, στο εσωτερικό τους διαφέρουν αισθητά, καθότι μόνον τα τελευταία μοιάζουν με κρεμμύδια. Επιπλέον, κατά τη διαδικασία παραγωγής τους χρησιμοποιούνται διάφορα μέσα, στο μέτρο που τα μεν πολλαπλασιάζονται φυτικώς με βολβούς, που επαναφυτεύονται δημιουργώντας τους δικούς τους απογόνους, ενώ τα άλλα αναπαράγονται εγγενώς, μέσω σποράς, χωρίς το τελικό προϊόν να δημιουργεί νέα άτομα. Εντούτοις, μη λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων μεθόδων αναπαραγωγής, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, από πλευράς ταξινομήσεως, αμφότερα τα είδη ανήκουν στο ίδιο είδος (allium ascalonicum L.).
50. Τα ασκαλώνια σποράς εμφανίστηκαν προσφάτως στην αγορά και το ειδικό τους βάρος σε σχέση με τον συνολικό όγκο της κοινοτικής καλλιέργειας είναι πολύ περιορισμένο. Το γεγονός αυτό εξηγείται για τον λόγο ότι στη Γαλλία, πρώτο σε παραγωγή κράτος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (90 % της συνολικής παραγωγής), χρησιμοποιείται γενικώς η μέθοδος φυτικής αναπαραγωγής· πρόκειται για το κράτος στο οποίο, λόγω ακριβώς της εφαρμογής της υπουργικής αποφάσεως της 17ης Μαΐου 1990, τα ασκαλώνια εγγενούς προελεύσεως δεν φέρουν την εν λόγω ονομασία, σε αντίθεση με τα λοιπά κράτη μέλη, όπως οι Κάτω Χώρες (48).
51. Η δικαιότερη λύση δίδεται από την Επιτροπή με τις γραπτές της παρατηρήσεις, στις οποίες, χωρίς να προτείνει λύση του προδικαστικού ερωτήματος, υποστηρίζει μια νομοθετική πρωτοβουλία για την εναρμόνιση της ονομασίας των προϊόντων, επιτρέποντας τη χρήση της ονομασίας «ασκαλώνια σποράς» μόνο σε εκείνα που αναπαράγονται μέσω σπόρων· ωστόσο, εν αναμονή της εφαρμογής στην πράξη της δεσμεύσεως αυτής, το Δικαστήριο πρέπει να παράσχει στο Conseil d’État τα κριτήρια που ασκούν επιρροή για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
52. Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο επιδιωκόμενος από τις γαλλικές αρχές σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με την κατάλληλη πληροφόρηση των αγοραστών, μέσω της αντίστοιχης ετικέτας που να αναφέρει ότι το αγοραζόμενο κηπευτικό προέκυψε από σπορά, προτείνω στο Δικαστήριο να επιβεβαιώσει στο αιτούν δικαστήριο ότι το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίδικη, που δημιουργεί άσκοπα εμπόδια και που, δεδομένης της επιβολής ποινής σε περίπτωση παραβάσεώς της, τονίζει την έλλειψη αναλογικότητας.
V – Πρόταση
53. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα του Conseil d’État ως εξής:
«1) Οι οδηγίες 70/458/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 1970, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών, και 92/33/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1992, για την εμπορία φυταρίων και πολλαπλασιαστικού υλικού κηπευτικών, εκτός των σπόρων προς σπορά, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε υπόθεση όπως αυτή της κύριας δίκης.
2) Το άρθρο 28 ΕΚ απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση που επιτρέπει τη χρήση της ονομασίας “ασκαλώνιο” μόνο για τα ασκαλώνια που αναπαράγονται με φυτικό πολλαπλασιασμό και όχι για εκείνα που παράγονται με σπόρους, όταν τα τελευταία διατίθενται στο εμπόριο και παράγονται νομίμως με την ονομασία αυτή σε άλλα κράτη μέλη και η κατάλληλη επισήμανση αποδεικνύεται επαρκής για τη διασφάλιση της ορθής ενημερώσεως των καταναλωτών επί της διαφορετικής μεθόδου παραγωγής.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Το ασκαλώνιο είναι βολβός που ανήκει στο ίδιο είδος με το κρεμμύδι (allium cepa L.) και το σκόρδο (allium sativum) και χρησιμοποιείται ως καρύκευμα. Προέρχεται από την Κεντρική Ασία και οφείλει την ονομασία του στην αρχαία πόλη της Παλαιστίνης Ascalón, όπου και καλλιεργούνταν.
3 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 1970, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 7, στο εξής: οδηγία περί σπόρων).
4 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1992, για την εμπορία φυταρίων και πολλαπλασιαστικού υλικού κηπευτικών, εκτός των σπόρων προς σπορά (ΕΕ L 157, σ. 1, στο εξής: οδηγία περί φυταρίων).
5 – Μέχρι σήμερα το Δικαστήριο δεν έχει ερμηνεύσει καμία από τις οδηγίες αυτές· έχει μόνο επισημάνει δις την εκ μέρους της Ιταλικής Δημοκρατίας παράβαση των κοινοτικών υποχρεώσεων που υπείχε, λόγω της μη εμπρόθεσμης μεταφοράς των εν λόγω οδηγιών στην εσωτερική έννομη τάξη: αφενός με την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1976, 52/75, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1976, σ. 121), όσον αφορά την οδηγία περί σπόρων, και αφετέρου με την απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-118/95, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-4281), όσον αφορά την οδηγία περί φυταρίων.
6 – Στις προτάσεις που ανέπτυξα στις 28 Απριλίου 2005 επί των εκκρεμών ενώπιον του Δικαστηρίου συνεκδικαζομένων υποθέσεων C-346/03, Atzeni κ.λπ., και C-529/03, Scalas και Lilliu (σημεία 104 επ.), εξέτασα την αλληλεξάρτηση μεταξύ της γεωργικής παραγωγής, της κοινής αγοράς και του ανταγωνισμού.
7 – Το εν λόγω άρθρο κάνει λόγο για τη δημοσία τάξη, τη δημόσια ηθική και ασφάλεια, την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων, την προφύλαξη των φυτών, την προστασία των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία και την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.
8 – Ο κατάλογος δεν είναι αμετάβλητος, δεδομένου ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1α, (το οποίο προστέθηκε με την οδηγία 78/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, EE ειδ. έκδ. 03/019, σ. 253), προβλέπει τροποποιήσεις του.
9 – Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει τους «βασικούς σπόρους» (μέρος B) και τους «πιστοποιημένους σπόρους» (μέρος Γ).
10 – Πρόκειται για τους σπόρους που το άρθρο 2, παράγραφος 1, μέρος Δ, ονομάζει «standard σπόρους», όπως συνάγεται από το κείμενο της οδηγίας στις άλλες γλώσσες, ήτοι, για παράδειγμα, στη γαλλική («semences standard»), την αγγλική («standard seed»), τη γερμανική («Standardsaatgut»), την ιταλική («sementi standard») ή την πορτογαλική («sementes-tipo»). Οι σπόροι αυτοί έχουν επαρκώς την ταυτότητα και καθαρότητα της ποικιλίας, προορίζονται κυρίως για την παραγωγή κηπευτικών και, πληρώντας τους όρους της καθαρότητας, της περιεκτικότητας σε λίπη άλλων ειδών και της βλαστικής ικανότητας που προβλέπει το παράρτημα II της οδηγίας, υποβάλλονται σε επίσημο a posteriori έλεγχο με δειγματοληψία.
11 – Υπάρχουν κατάλογοι ποικιλιών που είναι επισήμως αποδεκτές για την πιστοποίηση, τον έλεγχο ως standard σπόρων και την εμπορία (άρθρο 3, παράγραφος 2).
12 – ΕΕ L 193, σ. 33.
13 – Ως «πολλαπλασιαστικό υλικό» νοούνται τα μέρη φυτών καθώς και κάθε φυτικό υλικό, περιλαμβανομένων των έρριζων υποκειμένων, που προορίζονται για τον πολλαπλασιασμό και την παραγωγή κηπευτικών, ενώ τα «φυτάρια» είναι ολόκληρα φυτά και μέρη φυτών, περιλαμβανομένων και των εμβολιαζομένων στοιχείων στην περίπτωση των εμβολιασμένων φυτών, που προορίζονται για την παραγωγή κηπευτικών (άρθρο 3, στοιχεία α΄ και β΄).
14 – Υπουργική απόφαση δημοσιευθείσα στη Journal officiel de la République Française αριθ. 127, της 2ας Ιουνίου 1990.
15 – Journal officiel de la République Française της 23ης Αυγούστου 1955.
16 – Η μέθοδος αγενούς πολλαπλασιασμού χρησιμοποιείται για τα πολυκυτταρικά φυτά και στηρίζεται στη φυσική ή τεχνητή αποκόλληση ορισμένων τμημάτων του φυτού (ασκίδια, βολβοί, κόνδυλοι, ριζώματα), που έχουν την ικανότητα να αναπτυχθούν και να δημιουργήσουν, υπό ευνοϊκές συνθήκες, ένα νέο άτομο.
17 – ΕΕ 1997, C 87 A, σ. 1 επ., ειδικότερα, σ. 4. Η Γαλλική Κυβέρνηση διαμαρτύρεται για την εγγραφή αυτή λόγω του παράνομου χαρακτήρα της, δεδομένου ότι δεν αντέδρασε εγκαίρως υπό τους προβλεπόμενους στην οδηγία περί σπόρων όρους.
18 – Εικοστή (ΕΕ 1998, C 130 A, σ. 5), εικοστή πρώτη (ΕΕ 1999, C 167 A, σ. 5), εικοστή δεύτερη (ΕΕ 2003, C 308 A, σ. 5) και εικοστή τρίτη (ΕΕ 2004, C 260 A, σ. 8).
19 – Με τη διάταξη περί παραπομπής, το Conseil d’État αναφέρει την 28η Νοεμβρίου 2001 (δεύτερη αιτιολογική σκέψη)· οι αιτούσες της κύριας δίκης δεν κάνουν μνεία της ημερομηνίας της αιτήσεως· η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρει την 21η Νοεμβρίου 2001 ως ημερομηνία κατά την οποία οι εταιρίες De Groot και Bejo ζήτησαν την κατάργηση της υπουργικής αποφάσεως· ούτε η CERAFEL διευκρινίζει το ζήτημα αυτό, με την αίτησή της παρεμβάσεως· τέλος, η Επιτροπή όρισε ως ημερομηνία της προσφυγής την 26η Νοεμβρίου 2001 (σημείο 17 των γραπτών της παρατηρήσεων), ημερομηνία που επαναλαμβάνεται και στην έκθεση ακροατηρίου (σημείο 23).
20 – Με τις προτάσεις μου στις προαναφερθείσες υποθέσεις Atzeni κ.λπ. και Scalas και Lilliu, επισήμανα ότι η γεωργική πολιτική είναι μία από τις μορφές ενοποίησης που αποβλέπει στην επίτευξη των οικονομικών στόχων της Κοινότητας (σημείο 104).
21 – Με την απόφαση της 20ής Μαΐου 2003, C-469/00, Ravil (Συλλογή 2003, σ. I‑5053, σκέψη 27), υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 234 ΕΚ, στο Δικαστήριο απόκειται να δώσει στο εθνικό δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί, αναδιατυπώνοντας ενδεχομένως το ερώτημα που του έχει υποβληθεί (απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 2000, C-88/99, Roquette Frères, Συλλογή 2000, σ. Ι-10465, σκέψη 18), και λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες κοινοτικού δικαίου τους οποίους ο εθνικός δικαστής δεν αναφέρει στο ερώτημά του (απόφαση της 18ης Μαΐου C-230/98, Schiavon, Συλλογή 2000, σ. Ι-3547, σκέψη 37).
22 – Η ελεύθερη κυκλοφορία των γεωργικών προϊόντων συνίσταται στην ανεμπόδιστη διαμετακόμισή τους από τους τόπους παραγωγής προς τους τόπους μεταποιήσεως και καταναλώσεως. Αυτό δηλώνει ο Lorvellec, L., στην «Ελεύθερη κυκλοφορία των γεωργικών προϊόντων», Derecho agrario ante el tercer milenio (VI Congreso Mundial de Derecho Agrario), έκδοση του Πανεπιστημίου της Almería και του Dykinson, S.L., Μαδρίτη 2002, σ. 709.
23 – Δυνάμει της εικοστής τρίτης αιτιολογικής σκέψης της οδηγίας περί σπόρων, οι σπόροι που πληρούν τους απαιτούμενους όρους πρέπει να υπόκεινται, «υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 36 της Συνθήκης» (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 30 ΕΚ), μόνο σε περιορισμούς εμπορίας προβλεπόμενους από τους κοινοτικούς κανόνες.
24 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-324/99 (Συλλογή 2001, σ. I‑9897).
25 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Συλλογή τόμος 1974, σ. 411, σκέψη 5).
26 – Σημείο 48 των προτάσεων στην υπόθεση Canadane Cheese Trading και Kouri, C-317/95 (Συλλογή 1997, σ. I‑4681), που διαγράφηκε με διάταξη της 8ης Αυγούστου 1997, καθότι το αιτούν δικαστήριο ανακάλεσε τα προδικαστικά ερωτήματα που είχε υποβάλει.
27 – Βλ. απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1985, 229/83, Leclerc κ.λπ. (Συλλογή 1985, σ. 1, σκέψη 29).
28 – Βλ. σημείο 33 των προτάσεών μου στην υπόθεση C-398/98, Επιτροπή κατά Ελλάδας, η απόφαση της οποίας εκδόθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2001 (Συλλογή 2001, σ. I‑7915).
29 – Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1993, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/91 και C-268/91, Keck και Mithouard (Συλλογή 1993, σ. I‑6097), δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28 ΕΚ οι ρυθμίσεις που εισάγουν διαφορές στις μορφές πωλήσεων, εφόσον αυτές εφαρμόζονται σε όλους τους επιχειρηματίες που ασκούν τη δραστηριότητά τους στο εθνικό έδαφος και επηρεάζουν κατά τον ίδιο τρόπο την εμπορία των εγχώριων προϊόντων και των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη (σκέψεις 16 και 17).
30 – Η εκτίμηση αυτή διατυπώθηκε το πρώτον με την απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321, σκέψη 8), την αποκαλούμενη «Cassis de Dijon», και επιβεβαιώθηκε πολλαπλώς, για παράδειγμα με την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 298/87, Smanor (Συλλογή 1988, σ. 4489, σκέψη 15).
31 – Για παράδειγμα, με τις αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1987, 176/84, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1987, σ. 1193), και 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1984, σ. 1227), διαπιστώθηκε ότι τα καθών κράτη μέλη είχαν παραβεί τις κοινοτικές υποχρεώσεις που υπείχαν για τον λόγο ότι απαγόρευαν στο έδαφός τους την εμπορία ζύθων άλλων χωρών της Κοινότητας, παρασκευασμένων με μεθόδους διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στις αντίστοιχες νομοθεσίες τους. Με τις αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1988, 407/85, 3 Glocken και Kritzingen (Συλλογή 1988, σ. 4233), και 90/86, Zoni (Συλλογή 1988, σ. 4285), εξετάστηκε το ιταλικό σύστημα που απαγόρευε την πώληση ζυμαρικών παρασκευασμένων από μαλακό σίτο ή από μείγμα μαλακού και σκληρού σίτου. Παρόμοια είναι και η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-17/93, Van der Veldt (Συλλογή 1994, σ. I‑3537), με την οποία διαπιστώθηκε ότι συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό στις εισαγωγές, η εθνική ρύθμιση που απαγορεύει την εμπορία άρτου και άλλων προϊόντων αρτοποιίας με ορισμένη περιεκτικότητα σε αλάτι. Η σπάλα που παρασκευάζεται στις Κάτω Χώρες από τμήματα χοιρομεριού και η απαγόρευση πωλήσεώς τους στη Γερμανία αποτέλεσαν αντικείμενο της αποφάσεως της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C-383/97, Van der Laan (Συλλογή 1999, σ. I-731). Με την απόφαση της 19ης Ιουνίου 2003, C-420/01, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-6445), προσάφθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία παράβαση των υποχρεώσεών της, καθότι απαγόρευε τη διάθεση στο εμπόριο τονωτικών ποτών των οποίων η περιεκτικότητα σε καφεΐνη υπερέβαινε ορισμένο όριο. Τέλος, η ίδια παράβαση προσάφθηκε στα Βασίλεια της Δανίας και των Κάτω Χωρών με τις αποφάσεις της 23ης Σεπτεμβρίου 2003, C-192/01, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 2003, σ. I-9693), και της 2ας Δεκεμβρίου 2004, C-41/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2004, σ. Ι-11373), καθότι εξάρτησαν τη διάθεση στο εμπόριο, στην επικράτειά τους, εμπλουτισμένων κρεατικών που διετίθεντο στα άλλα κράτη μέλη, από την απόδειξη ότι ο εν λόγω εμπλουτισμός ανταποκρινόταν σε διατροφική ανάγκη των πληθυσμών τους. Στο ίδιο πνεύμα κινούνται και οι αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, στις υποθέσεις C-387/99, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2004, σ. Ι-3751), και C-150/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας (Συλλογή 2004, σ. Ι-3887), με τις οποίες διαπιστώθηκε ότι οι εν λόγω χώρες παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους, κατατάσσοντας συστηματικά ως φάρμακα τα βιταμινούχα παρασκευάσματα που διετίθεντο νομίμως ως συμπληρώματα διατροφής σε άλλα κράτη μέλη.
32 – Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985, 182/84 (Συλλογή 1985, σ. 3731).
33 – Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 286/86 (Συλλογή 1988, σ. 4907).
34 – C-184/96 (Συλλογή 1998, σ. I‑6197).
35 – Απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2000, C-448/98 (Συλλογή 2000, σ. I‑10663).
36 – Αποφάσεις C-12/00, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 2003, σ. I-459), και C-14/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2003, σ. I-513).
37 – Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η παρατεθείσα νομολογία τυγχάνει εφαρμογής μόνο στα μεταποιημένα τρόφιμα και δεν καλύπτει το ασκαλώνιο, ισχυρισμός στον οποίο πρέπει να αντιταχθεί ότι η Συνθήκη εγγυάται την ελεύθερη κυκλοφορία των γεωργικών προϊόντων, ανεξαρτήτως του βαθμού μεταποιήσεώς τους.
38 – Με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας κρίθηκε ότι εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει τη διάθεση στο εμπόριο foie gras επεξεργασμένου σύμφωνα με τους κανόνες του κράτους μέλους από το οποίο προέρχεται, αλλά μη ανταποκρινόμενου πλήρως στη συνήθη πρακτική του κράτους προορισμού, μπορεί να εμποδίσει, τουλάχιστον δυνητικά, το διακρατικό εμπόριο (σκέψη 18).
39 – Αποφάσεις της 12ης Μαρτίου 1987, Επιτροπή κατά Ελλάδας (σκέψη 26), και Επιτροπή κατά Γερμανίας (σκέψη 29), καθώς και προπαρατεθείσες αποφάσεις 3 Glocken κ.λπ. (σκέψη 11) και Zoni (σκέψη 11).
40 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Miro (σκέψη 22), Smanor (σκέψεις 12 και 13), Guimont (σκέψη 26), Επιτροπή κατά Ισπανίας (σκέψεις 79 και 82) και Επιτροπή κατά Ιταλίας, της 16ης Ιανουαρίου 2003 (σκέψη 75).
41 – Στον τελευταίο αυτό τομέα αναφέρθηκε η εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
42 – Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-465/02 και C-466/03, Γερμανία κατά Επιτροπής και Δανία κατά Επιτροπής, επί των οποίων δεν έχει ακόμη εκδοθεί απόφαση.
43 – Η απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1992, C‑3/91, Exportur (Συλλογή 1992, σ. I‑5529), στηριζόμενη στην απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 16/74, Centrafarm (Συλλογή τόμος 1974, σ. 479), αναφέρει ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων παρά μόνον καθόσον οι παρεκκλίσεις αυτές δικαιολογούνται για την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο της βιομηχανικής ή εμπορικής ιδιοκτησίας (σκέψη 24).
44 – Μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις Smanor, σκέψη 18, και Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 84.
45 – Οι προαναφερθείσες αποφάσεις Guimont, σκέψη 31, και Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 86, εφαρμόζουν την εκτίμηση αυτή.
46 – Η προπαρατεθείσα απόφαση Van der Laan υπενθυμίζει ότι τα συμφέροντα των καταναλωτών πρέπει να προστατεύονται με μέσα που να μην παρεμβάλλουν εμπόδια στην εισαγωγή προϊόντων τα οποία νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών, ιδίως με την επίθεση κατάλληλης ετικέτας αφορώσας τη φύση του πωλουμένου προϊόντος (σκέψη 24). Η απόφαση Smanor επαναλαμβάνει αυτή ακριβώς την αρχή στις σκέψεις 15 και 23.
47 – Ακολούθως, η ιδέα αυτή επαναλήφθηκε με την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-366/98, Geffroy (Συλλογή 2000, σ. I‑6579, σκέψη 22). Το ίδιο ισχύει και για τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 23, Guimont, σκέψη 30, Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 85, και Επιτροπή κατά Ιταλίας, της 16ης Ιανουαρίου 2003, σκέψη 80.
48 – Πριν από την τελευταία διεύρυνση της Κοινότητας και εξαιρουμένων των ασκαλωνίων που καλλιεργούνται στη Γαλλία, τα προερχόμενα από σπόρους αντιπροσώπευαν το 50 % της κοινοτικής παραγωγής.
Full & Egal Universal Law Academy