ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 30ής Ιουνίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-201/04
Belgische Staat
κατά
Molenbergnatie NV
1. Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Hof van Beroep te Antwerpen (Βέλγιο) υποβάλλει στο Δικαστήριο μια σειρά ερωτημάτων περί της ερμηνείας του άρθρου 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (2).
2. Η κύρια δίκη αφορά αγωγή για την καταβολή τελωνειακών οφειλών, οι οποίες γεννήθηκαν μεν μεταξύ των ετών 1992 και 1994, πλην όμως τόσο ο αρμόδιος εκτελωνιστής όσο και οι τελωνειακές αρχές αγνοούσαν την ύπαρξή τους έως το 1995, οπότε αποδείχθηκε ότι τα οικεία εμπορεύματα δεν πληρούσαν, στην πράξη, τις προϋποθέσεις εισαγωγής με μηδενικό δασμό. Ο εκτελωνιστής ισχυρίζεται ότι, σε ορισμένες τουλάχιστον από τις επίμαχες περιπτώσεις, το ποσό της τελωνειακής οφειλής γνωστοποιήθηκε στον οφειλέτη εκπροθέσμως και/ή ορισμένες διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν τηρήθηκαν, με συνέπεια να μην είναι πλέον δυνατόν να εισπραχθούν οι εν λόγω οφειλές.
3. Το αιτούν δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματα αυτά, ερωτά κατ’ ουσίαν:
– Πρέπει η γνωστοποίηση στον οφειλέτη του ποσού των δασμών να έπεται, ή μπορεί και να προηγείται, της βεβαιώσεώς του;
– Σε περίπτωση που το ποσό των δασμών γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη μετά τη λήξη της προβλεπόμενης τριετούς προθεσμίας, αποσβέννυται η τελωνειακή οφειλή ή, απλώς, δεν είναι πλέον δυνατόν να εισπραχθεί;
– Οφείλουν τα κράτη μέλη να προσδιορίσουν τον τρόπο με τον οποίο το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη; Ελλείψει προσδιορισμού του τρόπου γνωστοποιήσεως του ποσού των δασμών, ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται;
4. Πάντως, το αιτούν δικαστήριο θίγει και ένα προκαταρκτικό ζήτημα το οποίο αφορά τη ratione temporis εφαρμογή του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, δεδομένου ότι ορισμένες από τις επίμαχες τελωνειακές οφειλές γεννήθηκαν πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα, ήτοι την 1η Ιανουαρίου 1994, μολονότι η διαδικασία εισπράξεώς τους κινήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή.
Η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία
5. Τόσο η ισχύουσα όσο και η προηγούμενη κοινοτική νομοθεσία περιλαμβάνουν διατάξεις που ρυθμίζουν την εκ των υστέρων είσπραξη των τελωνειακών οφειλών, ήτοι την είσπραξή τους κατόπιν της αρχικής εκκαθαρίσεως των εισαγωγών ή των εξαγωγών από τις οποίες προέκυψαν οι οικείες οφειλές .
Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας
6. Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας θεσπίσθηκε το 1992 προκειμένου να αντικαταστήσει τις διατάξεις που κατά το παρελθόν περιλαμβάνονταν σε μεγάλο αριθμό κανονισμών και οδηγιών με ένα ενιαίο, απλούστερο, ολοκληρωμένο και πιο συνεκτικό σύστημα κανόνων. Ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 1994.
7. Το κεφάλαιο 3 (άρθρα 217 έως 232) του τίτλου VII του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα φέρει τον τίτλο «Είσπραξη του ποσού της τελωνειακής οφειλής». Το τμήμα 1 του εν λόγω κεφαλαίου (άρθρα 217 έως 221) αφορά τη «[β]εβαίωση και γνωστοποίηση στον οφειλέτη του ποσού των δασμών».
8. Το άρθρο 217, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει: «Κάθε ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή, που στο εξής καλείται “ποσό των δασμών”, υπολογίζεται από τις τελωνειακές αρχές μόλις αυτές διαθέτουν τα απαραίτητα στοιχεία και εγγράφεται από τις εν λόγω αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων (βεβαίωση)».
9. Τα άρθρα 218 και 219 καθορίζουν τις προθεσμίες βεβαιώσεως του ποσού των δασμών.
10. Το άρθρο 220 έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου η ορθή βεβαίωση του ποσού των δασμών πραγματοποιείται ετεροχρονισμένα. Ειδικότερα, το άρθρο 220, παράγραφος 1, προβλέπει ότι: «Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τα άρθρα 218 και 219 ή έχει βεβαιωθεί σε ύψος χαμηλότερο εκείνου που νομίμως οφειλόταν, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που έχει ή που απομένει να εισπραχθεί, πρέπει να γίνει σε διάστημα δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (βεβαίωση εκ των υστέρων). […]».
11. Το άρθρο 221, παράγραφοι 1 και 3, ως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης (3), όριζε τα εξής:
«1. Το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη, με την κατάλληλη διαδικασία, μόλις βεβαιωθεί.
[…]
3. Η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γένεσης της τελωνειακής οφειλής. Ωστόσο, όταν, η αδυναμία των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών, οφείλεται σε πράξη που υπόκειται σε ποινική δικαστική δίωξη, η εν λόγω γνωστοποίηση γίνεται εφόσον αυτό προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις, και μετά τη λήξη της εν λόγω τριετούς προθεσμίας».
Η προηγούμενη κοινοτική νομοθεσία
12. Πριν τεθεί σε εφαρμογή ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας, παρόμοιες διατάξεις περιλαμβάνονταν στους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1697/79 (4) και 1854/89 (5) του Συμβουλίου, οι οποίοι καταργήθηκαν, από 1ης Ιανουαρίου 1994, με το άρθρο 251, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
Ο κανονισμός 1697/79
13. Όπως προκύπτει από το άρθρο του 1, παράγραφος 1, ο κανονισμός 1697/79 καθόριζε τους όρους βάσει των οποίων οι αρμόδιες αρχές έπρεπε να προβαίνουν στην εκ των υστέρων είσπραξη των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών οι οποίοι, ανεξαρτήτως λόγου, δεν κατέστησαν απαιτητοί σε βάρος του φορολογουμένου για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπαγόταν την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών.
14. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του κανονισμού 1697/79, «βεβαίωση χρέους», κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού, συνιστούσε «η πράξη της διοικήσεως με την οποία [προσδιοριζόταν] προσηκόντως το ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που [έπρεπε] να εισπραχθεί από τις αρμόδιες αρχές».
15. Το άρθρο 2 προέβλεπε ότι:
«1. Όταν οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν ότι το σύνολο ή μέρος του ποσού των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλεται νομίμως για εμπόρευμα που διασαφηνίσθηκε σε τελωνειακό καθεστώς που συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου, προβαίνουν στην είσπραξη των δασμών που δεν καταβλήθηκαν.
Εντούτοις, η διαδικασία αυτή δεν δύναται να αναληφθεί μετά την εκπνοή προθεσμίας τριών ετών, που υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής.
Κατά την έννοια της παραγράφου 1, η διαδικασία εισπράξεως αρχίζει με την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο εγγράφου που αναφέρει το ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που οφείλονται.»
Ο κανονισμός 1854/89
16. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89, ο εν λόγω κανονισμός αφορούσε «τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που [προέκυπταν] από τελωνειακή οφειλή».
17. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, του εν λόγω κανονισμού, ως «βεβαίωση» νοούνταν «η εγγραφή από μέρους της τελωνειακής αρχής στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο αντίστοιχο έγγραφο του ποσού των εισαγωγικών ή των εξαγωγικών δασμών που [αντιστοιχούσε] σε τελωνειακή οφειλή.»
18. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89 όριζε ότι: «Κάθε ποσό εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή, καλούμενο στο εξής «ποσό των δασμών», πρέπει να υπολογίζεται από την τελωνειακή αρχή μόλις αυτή διαθέτει τα αναγκαία στοιχεία και να βεβαιώνεται από την τελωνειακή αρχή».
19. Οι διατάξεις των άρθρων 3 και 4 ήταν κατ’ ουσίαν ταυτόσημες με τα άρθρα 218 και 219 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
20. Κατά το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού: «Όταν το ποσό των δασμών που προκύπτει από τελωνειακή οφειλή δεν βεβαιούται σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4 ή υπολογίζεται σε χαμηλότερο επίπεδο από το νομίμως οφειλόμενο ποσό, η βεβαίωση του ποσού των δασμών που πρέπει να εισπραχθεί ή υπολείπεται να εισπραχθεί, πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε προθεσμία δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή λαμβάνει γνώση της κατάστασης και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει το πρόσωπο που οφείλει να καταβάλει το ποσό αυτό. […]».
21. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89 προέβλεπε ότι: «Το ποσό των δασμών, μόλις βεβαιωθεί, πρέπει να γνωστοποιείται στο πρόσωπο που είναι υποχρεωμένο να το καταβάλει, σύμφωνα με την ισχύουσα διαδικασία».
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
22. Σε διάφορες περιπτώσεις μεταξύ της 9ης Απριλίου 1992 και της 23ης Ιουνίου 1994, η Molenbergnatie NV (στο εξής: Molenbergnatie) υπέβαλε, υπό την ιδιότητα του εκτελωνιστή και για λογαριασμό άλλης εταιρίας, διασαφήσεις για την εισαγωγή στο Βέλγιο βιντεοκασετών καταγωγής Μακάο.
23. Σε όλες τις περιπτώσεις προσκομίσθηκε «πιστοποιητικό καταγωγής τύπου Α», εκδοθέν από τις αρμόδιες αρχές του Μακάο, με συνέπεια τη χορήγηση δασμολογικής απαλλαγής βάσει του συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων που έχει εφαρμογή επί εμπορευμάτων προερχομένων από αναπτυσσόμενες χώρες.
24. Εντούτοις, από έρευνα την οποία διεξήγαγε κοινοτική αποστολή στο Μακάο τον Μάρτιο του 1992 προέκυψε ότι οι επίμαχες βιντεοκασέτες δεν πληρούσαν τα απαιτούμενα κριτήρια καταγωγής προκειμένου να απολαύουν ευνοϊκής δασμολογικής μεταχειρίσεως.
25. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή Καταγωγής (6) γνωστοποίησε στα κράτη μέλη, όχι όμως πριν από τις 10 Αυγούστου 1994, ότι ο προτιμησιακός συντελεστής δεν είχε εφαρμογή επί των επίμαχων εμπορευμάτων, τα οποία υπάγονταν τόσο σε εισαγωγικό δασμό όσο και σε δασμό αντιντάμπινγκ, λόγω της καταγωγής τους από την Κίνα.
26. Στις 27 Φεβρουαρίου 1995, οι βελγικές τελωνειακές αρχές ενημέρωσαν, με συστημένη επιστολή, τη Molenbergnatie για την κατάσταση αυτή, γνωστοποιώντας της τα οφειλόμενα τόσο για τον εισαγωγικό δασμό όσο και για τον δασμό αντιντάμπινγκ ποσά, τα οποία ανέρχονταν σε 712 228 βελγικά φράγκα και 7 451 403 βελγικά φράγκα αντιστοίχως, δίχως εντούτοις να παραπέμπουν σε συγκεκριμένες διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
27. Το Βασίλειο του Βελγίου ισχυρίζεται, με τις γραπτές του παρατηρήσεις, ότι τα επίμαχα ποσά των δασμών βεβαιώθηκαν στις 7 Μαρτίου 1995. Η Molenbergnatie υποστηρίζει, με τις δικές της γραπτές παρατηρήσεις, ότι η ημερομηνία βεβαιώσεως δεν είναι δυνατό να επαληθευθεί, διότι οι βελγικές αρχές αρνούνται να προσκομίσουν το οικείο λογιστικό έγγραφο.
28. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1995, οι τελωνειακές αρχές απέστειλαν στη Molenbergnatie ειδοποίηση πληρωμής των επίμαχων ποσών (7), δηλώνοντας ρητώς ότι η έκδοση της εν λόγω διοικητικής πράξεως περί καταβολής των εκ των υστέρων βεβαιωθέντων τελωνειακών οφειλών στηριζόταν στο άρθρο 220, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
29. Η Molenbergnatie προσέβαλε τη διοικητική αυτή πράξη και, σήμερα, η υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Hof van Beroep, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«(1) Έχουν τα άρθρα 217 έως 232 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα […] εφαρμογή για την είσπραξη τελωνειακής οφειλής που γεννήθηκε μεν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, αλλά η είσπραξή της δεν επιχειρήθηκε ή δεν άρχισε πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994;
(2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πρέπει η επιβαλλόμενη από το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα γνωστοποίηση να πραγματοποιείται πάντοτε κατόπιν της βεβαιώσεως του ποσού των δασμών ή, με άλλα λόγια, πρέπει η επιβαλλόμενη από το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα γνωστοποίηση να έπεται της βεβαιώσεως του ποσού των δασμών;
(3) Συνεπάγεται η καθυστερημένη γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη – ήτοι η γνωστοποίηση που πραγματοποιήθηκε κατόπιν της παρελεύσεως της προβλεπόμενης στο αρχικό κείμενο του άρθρου 221, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα […] τριετούς προθεσμίας και ενώ οι τελωνειακές αρχές ήταν κάλλιστα σε θέση να καθορίσουν το ορθό ύψος των νομίμως οφειλόμενων δασμών εντός της εν λόγω προθεσμίας – τον αποκλεισμό της δυνατότητας εισπράξεως της οικείας τελωνειακής οφειλής ή την απόσβεσή της ή οποιαδήποτε άλλη έννομη συνέπεια;
(4) Οφείλουν τα κράτη μέλη να προσδιορίσουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιείται η επιβαλλόμενη από το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα, μπορεί το κράτος μέλος που παρέλειψε να προσδιορίσει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιείται η επιβαλλόμενη από το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα γνωστοποίηση να προβάλει τον ισχυρισμό ότι οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο προκύπτει το ποσό των δασμών και το οποίο (κατόπιν της βεβαιώσεως του οικείου ποσού) απευθύνθηκε στον οφειλέτη συνιστά γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη, κατά την έννοια του άρθρου 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ακόμη και αν το έγγραφο αυτό ουδόλως παραπέμπει στο άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ή ουδόλως αναφέρει ότι πρόκειται για γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη;»
30. Η Molenbergnatie, το Βασίλειο του Βελγίου και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις. Ουδείς εκ των μετεχόντων στη διαδικασία υπέβαλε αίτημα για ακρόαση και, ως εκ τούτου, δεν διεξήχθη συζήτηση επ’ ακροατηρίου.
Ερώτημα 1: η εφαρμογή των άρθρων 217 έως 232 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα
31. Είναι απολύτως σαφές ότι μόνον οι διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα έχουν εφαρμογή για την είσπραξη των τελωνειακών οφειλών που γεννήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1994.
32. Εντούτοις, όσον αφορά τις έξι πρώτες τελωνειακές οφειλές, οι οποίες γεννήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον η είσπραξή τους, η οποία άρχισε μετά την ημερομηνία αυτή, διέπεται από τις προηγούμενες κοινοτικές ρυθμίσεις ή από τις διατάξεις του τελωνειακού κώδικα.
33. Σημείο αφετηρίας για την επίλυση του ζητήματος αυτού συνιστά η πάγια νομολογιακή αρχή του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία οι κανόνες διαδικασίας εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους ενώ, αντιθέτως, οι ουσιαστικοί κανόνες ερμηνεύονται συνήθως ως μη διέποντες τις διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις (8).
34. Το Βασίλειο του Βελγίου ισχυρίζεται ότι τα άρθρα 217 έως 232 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα περιλαμβάνουν μόνον ουσιαστικούς κανόνες και, συνεπώς, δεν έχουν εφαρμογή για τελωνειακές οφειλές, οι οποίες προέκυψαν από εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994.
35. Αντιθέτως, τόσο η Molenbergnatie όσο και η Επιτροπή παραπέμπουν στην απόφαση του Δικαστηρίου Salumi (9) και υποστηρίζουν ότι τα επίμαχα άρθρα περιλαμβάνουν «τόσο διαδικαστικούς όσο και ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι αποτελούν αδιαίρετο σύνολο, οι ειδικές διατάξεις του οποίου δεν δύνανται να εξετάζονται μεμονωμένως ως προς το διαχρονικό τους αποτέλεσμα» (10). Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα άρθρα αυτά δεν έχουν εφαρμογή σε διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις, εκτός αν υπάρχουν επαρκώς σαφείς ενδείξεις ότι τα εν λόγω άρθρα προορίζονταν να έχουν αναδρομικό αποτέλεσμα (11), πλην όμως παρόμοιες ενδείξεις δεν προκύπτουν ούτε από τις ίδιες τις επίμαχες διατάξεις ούτε από τα λοιπά άρθρα του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
36. Συνεπώς, αμφότερες οι προσεγγίσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα άρθρα 217 έως 232 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα δεν έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις διαμορφωθείσες πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994.
37. Εντούτοις, οι διάδικοι διαφωνούν ως προς το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαμορφώθηκε η επίμαχη κατάσταση.
38. Τόσο το Βασίλειο του Βελγίου όσο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι η «κατάσταση» διαμορφώθηκε με τη γένεση της τελωνειακής οφειλής, ήτοι κατά την εισαγωγή των οικείων εμπορευμάτων (σε έξι περιπτώσεις πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994). Η Molenbergnatie διατείνεται ότι ως «κατάσταση» νοείται, εν προκειμένω, η διαδικασία εισπράξεως των οφειλομένων ποσών, η οποία ξεκίνησε με τη βεβαίωσή τους (σε όλες τις περιπτώσεις μετά την 1η Ιανουαρίου 1994).
39. Πάντως, δεν συμμερίζομαι ούτε την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως ότι όλοι οι επίμαχοι κανόνες είναι ουσιαστικοί ούτε την επιχειρηματολογία της Molenbergnatie και της Επιτροπής όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής της αποφάσεως Salumi στην υπό κρίση υπόθεση.
40. Πρώτον και σημαντικότερον, φρονώ ότι οι διαλαμβανόμενοι στα άρθρα 217 έως 232 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα κανόνες έχουν, πρωτίστως και σαφώς, διαδικαστικό χαρακτήρα. Ορισμένοι μόνον από τους εν λόγω κανόνες αφορούν ουσιαστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις και μάλιστα –σε αυτό ακριβώς το σημείο διαφωνώ και με την ανάλυση της Επιτροπής– ουδείς εξ αυτών περιλαμβάνεται στο άρθρο 221, την ερμηνεία του οποίου αφορούν τα υπόλοιπα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος εθνικού δικαστηρίου. (Είναι αληθές ότι, αν στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι η οφειλή αποσβέννυται, ο διαλαμβανόμενος στο επίμαχο άρθρο κανόνας αποκτά ουσιαστικό χαρακτήρα, πλην όμως φρονώ ότι στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί διαφορετική απάντηση – βλ. σημεία 73 επ. των προτάσεών μου).
41. Μπορεί να θεωρηθεί ότι το επιχείρημα αυτό και μόνον αρκεί για να δικαιολογήσει την εφαρμογή στην υπό κρίση υπόθεση της συνήθους αρχής και τον αποκλεισμό της εφαρμογής των διαδικαστικών κανόνων των προηγούμενων κοινοτικών ρυθμίσεων.
42. Εντούτοις, φρονώ ότι, εν προκειμένω, δεν ενδείκνυται ούτε η εφαρμογή της προσεγγίσεως που προέκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του Salumi, σύμφωνα με την οποία ένα αδιαίρετο σύνολο ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων πρέπει να λογίζεται ως αποτελούμενο αποκλειστικώς από ουσιαστικούς κανόνες.
43. Κατ’ αρχάς, φρονώ ότι η εν λόγω προσέγγιση πρέπει, γενικώς, να εφαρμόζεται με σύνεση και φειδώ. Η άκρως ευρεία εφαρμογή της θα συνεπαγόταν τη διακύβευση της θεμελιώδους διακρίσεως μεταξύ, αφενός, της εφαρμογής νέων διαδικαστικών κανόνων σε εκκρεμείς διαφορές και, αφετέρου, της μη εφαρμογής νέων ουσιαστικών κανόνων σε διαμορφωθείσες κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις. Καίτοι πλήθος νομοθετικών κειμένων περιλαμβάνουν ταυτοχρόνως τόσο ουσιαστικούς όσο και διαδικαστικούς κανόνες, η εφαρμογή της προσεγγίσεως Salumi ενδείκνυται μόνον όταν οι δύο αυτές κατηγορίες κανόνων συγκροτούν ένα αδιαχώριστο σύνολο.
44. Η αυτοτελής εξέταση αυτού του συνδυασμού συνόλου κανόνων δεν αρκεί για να διευκρινισθεί το κατά πόσον πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση· οι κανόνες αυτοί πρέπει, επιπλέον, να εξετασθούν σε σύγκριση με το προηγούμενο καθεστώς, προκειμένου να καθορισθεί το κατά πόσον οι νέοι διαδικαστικοί κανόνες μπορούν να εφαρμοσθούν, ανεξαρτήτως από τις υπόλοιπες διατάξεις, σε εκκρεμείς υπό το προηγούμενο καθεστώς διαφορές.
45. Συναφώς, φρονώ ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της μεταβάσεως από τις προηγούμενες κοινοτικές ρυθμίσεις στον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα και, αφετέρου, της πραγματοποιηθείσας κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως Salumi μεταβάσεως από ένα ασύνδετο σύνολο εθνικών κανόνων σε μια ενιαία κοινοτική νομοθεσία.
46. Οι διαφορές που εκκρεμούσαν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1697/79 ρυθμίζονταν από διάφορους εθνικούς κανόνες περί της εκ των υστέρων εισπράξεως, ειδικότερα δε περί της υποχρεώσεως κινήσεως της διαδικασίας εισπράξεως και περί των προθεσμιών εντός των οποίων έπρεπε να πραγματοποιηθεί η είσπραξη αυτή· ακόμη και οι κανόνες περί της γενέσεως της τελωνειακής οφειλής δεν είχαν εναρμονισθεί κατά το χρονικό εκείνο σημείο (12). Όπως επισήμανε το Δικαστήριο, με τη σκέψη 14 της αποφάσεώς του Salumi, η εφαρμογή των νέων κοινοτικών κανόνων στο σύνολο των διαφορών που εκκρεμούσαν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω κανονισμού θα μπορούσε να οδηγήσει –λόγω των διαφορετικών εθνικών πρακτικών στο ζήτημα της κινήσεως των ένδικων διαδικασιών– σε αδικαιολογήτως διαφορετική μεταχείριση πράξεων που διενεργήθηκαν υπό παρόμοιες καταστάσεις, με συνέπεια την παραβίαση των αρχών της ισότητας και της δικαιοσύνης.
47. Η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον οι ρυθμίσεις και οι διαδικασίες που ίσχυαν πριν από το 1994 ήταν ενιαίες για ολόκληρη την Κοινότητα και, σήμερα, έχουν απλώς, σε μεγάλο βαθμό, ενοποιηθεί με τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι δεν είναι αναγκαία η κατά παρέκκλιση από την προαναφερθείσα θεμελιώδη αρχή αντιμετώπιση των άρθρων 217 έως 232 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ως αδιαίρετου συνόλου, του οποίου οι επιμέρους διαδικαστικοί κανόνες δεν μπορούν να εφαρμοσθούν σε διαφορές που εκκρεμούσαν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους. Ακόμη και στον βαθμό που οι εν λόγω διατάξεις διαφέρουν από τους ισχύοντες υπό το προηγούμενο καθεστώς διαδικαστικούς κανόνες, η ex nunc εφαρμογή τους δεν προκαλεί συγκρούσεις, διότι η λειτουργία τους εντάσσεται πλέον σε ένα εναρμονισμένο και σχεδόν αμετάβλητο νομικό πλαίσιο. Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά τις διατάξεις του άρθρου 221, οι οποίες έχουν αμιγώς διαδικαστικό χαρακτήρα .
48. Επιπλέον, το να ακολουθηθεί η προσέγγιση Salumi στην υπό κρίση διαφορά θα ενείχε ορισμένες προβληματικές ή και αναπάντεχες συνέπειες.
49. Παραδείγματος χάρη, σύμφωνα με την εν λόγω προσέγγιση, θα έπρεπε να γίνει διάκριση των 16 από τα 253 άρθρα του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ως απαρτιζόντων ως αδιαίρετο σύνολο, μολονότι συνιστούν δύο εκ των πέντε κεφαλαίων του τίτλου που αφορά τις τελωνειακές οφειλές, ο οποίος αποτελεί, σαφώς, καθαυτός μια συμπαγή ενότητα και μάλιστα ως τμήμα ενός κώδικα που θεσπίστηκε ακριβώς ως ένα ενιαίο κανονιστικό σύνολο. Φρονώ ότι μια τέτοια κατάτμηση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε επιθυμητή.
50. Η εφαρμογή της εν λόγω προσεγγίσεως θα συνεπαγόταν επίσης – τόσο για την υπό κρίση υπόθεση όσο, κατά πάσα πιθανότητα, και για κάθε άλλη διαφορά η οποία ενδέχεται να ανακύψει στο μέλλον σε σχέση με την επίμαχη νομοθεσία – την επαναφορά σε ισχύ των διαδικαστικών κανόνων μιας καταργηθείσας νομοθετικής ρυθμίσεως, προκειμένου να εφαρμοσθούν σε διαφορές που δεν εκκρεμούσαν κατά το χρονικό σημείο της καταργήσεώς της και σε καταστάσεις των οποίων η ύπαρξη δεν ήταν ακόμη γνωστή. Είναι πρόδηλον ότι το αποτέλεσμα αυτό όχι μόνο δεν επιβάλλεται από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αλλά μπορεί και να αντιβαίνει στις εν λόγω αρχές. Από τη στιγμή που οι νέοι διαδικαστικοί κανόνες έχουν, γενικώς, εφαρμογή στις διαφορές που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους, το αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο και για τις διαφορές που δεν έχουν ακόμη ανακύψει.
51. Τέλος, πρέπει να τονισθεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφασή του Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά Επιτροπής (13), εξέτασε μια σειρά διατάξεων του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα –μεταξύ των οποίων και το επίμαχο εν προκειμένω άρθρο 221– μαζί με τις αντίστοιχες διατάξεις των προηγούμενων κοινοτικών ρυθμίσεων. Μολονότι το Δικαστήριο κατέστησε απολύτως σαφές ότι οι διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή σε διαφορές που εκκρεμούσαν κατά την 1η Ιανουαρίου 1994, ενώ οι ουσιαστικοί κανόνες δεν μπορούν να εφαρμοσθούν αναδρομικώς, εντούτοις δεν ακολούθησε την προσέγγιση Salumi, αλλά εξέτασε τον κάθε κανόνα χωριστά. Καίτοι το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε με την απόφασή του την προσέγγιση αυτή, μπορεί βασίμως να υποτεθεί ότι σκέψεις όπως οι προεκτεθείσες άσκησαν επιρροή.
52. Συνεπώς, φρονώ ότι στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διαλαμβανόμενοι στα άρθρα 217 έως 232 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή για την είσπραξη τελωνειακής οφειλής γεννηθείσας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, ενώ οι ουσιαστικοί κανόνες δεν έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις διαμορφωθείσες πριν από το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους.
53. Δεδομένου ότι τα λοιπά προδικαστικά ερωτήματα αφορούν κανόνες οι οποίοι, τουλάχιστον βάσει μιας πρώτης αναλύσεως, έχουν διαδικαστικό χαρακτήρα, φρονώ ότι πρέπει να τύχει εφαρμογής το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα· εντούτοις, προτίθεμαι να λάβω υπόψη, κατά την εξέταση αυτών των ερωτημάτων, τόσο την εν λόγω διάταξη όσο και τις αντίστοιχες διατάξεις των προηγούμενων κοινοτικών ρυθμίσεων.
Ερώτημα 2: χρονολογική σειρά της βεβαιώσεως του ποσού των δασμών και της γνωστοποιήσεώς του στον οφειλέτη
54. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά ζήτημα χρονολογικής σειράς.
55. Εν πάση περιπτώσει, τόσο κατά την προηγούμενη όσο και κατά την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, όταν προκύπτει ότι μια τελωνειακή οφειλή γεννήθηκε μεν αλλά δεν βεβαιώθηκε, η βεβαίωση του ποσού των δασμών πρέπει να γίνει εντός δύο ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η τελωνειακή αρχή αντιλήφθηκε την κατάσταση αυτή και είναι σε θέση να υπολογίσει το νομίμως οφειλόμενο ποσό και να ορίσει τον οφειλέτη (14)· εν συνεχεία, το ποσό των δασμών, μόλις βεβαιωθεί, πρέπει να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη (15). Εντούτοις, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατό να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής (16), ενώ παλαιότερα η τριετής προθεσμία υπολογιζόταν από την ημερομηνία «βεβαιώσεως», κατά την έννοια του κανονισμού 1697/79 (17).
56. Η πρώτη εισαγωγή πραγματοποιήθηκε στις 9 Απριλίου 1992. Στις 27 Φεβρουαρίου 1995, ήτοι εντός τριετίας από την ανωτέρω ημερομηνία, οι βελγικές τελωνειακές αρχές ενημέρωσαν τη Molenbergnatie για τους οφειλόμενους δασμούς. Η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι αρμόδιες αρχές βεβαίωσαν τα εν λόγω ποσά στις 7 Μαρτίου 1995, συνεπώς, και πάλι εντός της τριετούς προθεσμίας από τη γένεση της τελωνειακής οφειλής. Εν συνεχεία, απέστειλαν στη Molenbergnatie ειδοποίηση πληρωμής, στις 29 Σεπτεμβρίου 1995, ήτοι κατόπιν παρελεύσεως τριετίας από την ημερομηνία πραγματοποιήσεως της πρώτης εισαγωγής, πλην όμως εντός τριετίας από την ημερομηνία της πραγματοποιήσεως των λοιπών εισαγωγών.
Ο κανονισμός 1697/79
57. Η Επιτροπή, η οποία διατείνεται ότι ο κανονισμός 1697/79 παρέχει το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να δοθεί η απάντηση στο επίμαχο ερώτημα, παραπέμπει στη διάταξη Antero (18) του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία: «Η έκφραση «βεβαίωση χρέους» που χρησιμοποιείται στα άρθρα 1, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, και 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, [του κανονισμού 1697/79] σημαίνει την πράξη της διοικήσεως με την οποία προσδιορίζεται προσηκόντως το ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που πρέπει να εισπραχθεί από τις αρμόδιες αρχές και όχι την εγγραφή του ποσού αυτού από την τελωνειακή αρχή στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων. Η εγγραφή αυτή δεν αποτελεί προϋπόθεση για την κίνηση διαδικασίας εκ των υστέρων εισπράξεως».
58. Πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο, με τη διάταξή του William Hinton & Sons (19), στην οποία παραπέμπει η προαναφερθείσα διάταξη Antero, έκρινε ότι, για τους οικείους σκοπούς, η βεβαίωση των δασμών αποτελεί διοικητική πράξη που δεν συνίσταται μεν κατ’ ανάγκην σε εγγραφή του οικείου ποσού από την τελωνειακή αρχή στα λογιστικά βιβλία, πλην όμως προηγείται της ειδοποιήσεως προς είσπραξη και της ίδιας της εισπράξεως, καθόσον πρέπει να θεωρείται ως συντελεσθείσας το αργότερο κατά την ημερομηνία που το ποσό αυτό κοινοποιείται στον υπόχρεο.
59. Συνεπώς, εν προκειμένω, η βεβαίωση των δασμών, για τους σκοπούς του κανονισμού 1697/79, προηγήθηκε της γνωστοποιήσεώς τους στον οφειλέτη, ανεξαρτήτως του αν αυτή λογίζεται ως πραγματοποιηθείσα με τη συστημένη επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 1995 ή με την ειδοποίηση πληρωμής της 29ης Σεπτεμβρίου 1995.
60. Εντούτοις, ενδέχεται να υπάρχει μια απλούστερη προσέγγιση του ζητήματος το οποίο πρέπει να επιλύσει το αιτούν δικαστήριο, εφόσον ο κανονισμός 1697/79 τυγχάνει πράγματι εφαρμογής εν προκειμένω και εφόσον, όπως ισχυρίζεται η Βελγική Κυβέρνηση με τις γραπτές της παρατηρήσεις, το ποσό των δασμών καταχωρίσθηκε, στην πράξη, στα λογιστικά βιβλία στις 7 Μαρτίου 1995.
61. Κατά τον κανονισμό 1697/79, η προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας εκ των υστέρων εισπράξεως οφειλόμενων δασμών είναι «[τριετής και] υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως του αρχικού ποσού που δεν κατέστη απαιτητό σε βάρος του φορολογουμένου ή, εφόσον δεν έλαβε χώρα βεβαίωση χρέους, από την ημερομηνία γενέσεως της σχετικής με το εμπόρευμα τελωνειακής οφειλής».
62. Τούτου δοθέντος, είναι πρόδηλον ότι η ειδοποίηση πληρωμής της 29ης Σεπτεμβρίου 1995, της οποίας το κύρος μάλλον δεν αμφισβητήθηκε για άλλον λόγο από τη Molenbergnatie, απεστάλη μετά, και εντός τριετίας από, την πραγματική βεβαίωση του ποσού των δασμών στις 7 Μαρτίου 1995, εφόσον αποδειχθεί ότι οι αρμόδιες αρχές καταχώρισαν το οικείο ποσό στα λογιστικά βιβλία κατά την ημερομηνία αυτή, οπότε η τριετής προθεσμία δεν είχε λήξει σε καμία από τις επίμαχες περιπτώσεις εισαγωγών.
Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας
63. Εντούτοις, το εθνικό δικαστήριο, με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα, ζητεί ρητώς από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, του οποίου την εφαρμογή προκρίνω εν προκειμένω αντί της εφαρμογής του κανονισμού 1697/79.
64. Σε περίπτωση εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα, η κρίσιμη τριετής προθεσμία δεν υπολογίζεται από την ημερομηνία βεβαιώσεως του ποσού των δασμών, αλλά από την ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, ήτοι από την ημερομηνία της εισαγωγής των οικείων εμπορευμάτων (20). Συνεπώς, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον η συστημένη επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 1995 συνιστά έγκυρη γνωστοποίηση, δεδομένου ότι προηγήθηκε αδιαμφισβήτητα της βεβαιώσεως των δασμών, ενώ οι διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπουν ότι η γνωστοποίηση του οφειλόμενου ποσού στον υπόχρεο έπεται της βεβαιώσεώς του.
65. Οι διατάξεις Antero και Hinton του Δικαστηρίου στηρίζονταν στην κατά τον κανονισμό 1697/79 έννοια της «βεβαιώσεως» ως πράξεως της διοικήσεως προσδιορίζουσας προσηκόντως το εισπρακτέο ποσό και θεωρείται λογικώς προηγούμενη της γνωστοποιήσεώς του στον οφειλέτη.
66. Πάντως, το άρθρο 217, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει την ίδια έννοια ως την πράξη με την οποία το ποσό των δασμών «εγγράφεται από τις [τελωνειακές] αρχές στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο υπόθεμα επέχει θέση βιβλίων», ορισμός που έλκει σαφώς την καταγωγή του από προηγούμενη κοινοτική ρύθμιση, πλην όμως όχι από τον κανονισμό 1697/79, αλλά από τον κανονισμό 1854/89, ο οποίος έκανε λόγο για «εγγραφή από μέρους της τελωνειακής αρχής στα λογιστικά βιβλία ή σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο».
67. Συνεπώς, η βεβαίωση, για τους σκοπούς του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιείται αποκλειστικώς και μόνον κατά το χρονικό σημείο της εγγραφής του ποσού των δασμών στο κατάλληλο υπόθεμα.
68. Το άρθρο 221, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη «μόλις βεβαιωθεί». Από τη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, την οποία επιβεβαιώνουν και άλλες γλωσσικές αποδόσεις του κειμένου του τελωνειακού κώδικα, προκύπτει με σαφήνεια ότι η γνωστοποίηση έπεται κατ’ ανάγκην της βεβαιώσεως.
69. Φρονώ ότι η ορθότητα της εν λόγω ερμηνείας δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από τις αποφάσεις De Haan (21) και Covita (22) του Δικαστηρίου, στις οποίες παραπέμπουν αντιστοίχως η διάταξη Antero και η απόφαση De Haan και με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη τήρηση εκ μέρους των τελωνειακών αρχών των προθεσμιών των άρθρων 3 και 5 του κανονισμού 1854/89 δεν αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως αγωγής για την εκ των υστέρων είσπραξη των οφειλόμενων τελωνειακών δασμών, δεδομένου ότι οι εν λόγω προθεσμίες αφορούν μόνον τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και Κοινότητας και σκοπούν στην εξασφάλιση της ταχείας και ομοιόμορφης εφαρμογής των οικείων κανόνων από τις τελωνειακές αρχές.
70. Πρώτον, οι επίμαχες στις εν λόγω υποθέσεις προθεσμίες αφορούσαν τη βεβαίωση των δασμών εντός ορισμένης χρονικής περιόδου από τη στιγμή που οι τελωνειακές αρχές έλαβαν γνώση της υπάρξεως της τελωνειακής οφειλής, και όχι τη γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη εντός ορισμένης χρονικής περιόδου από τη βεβαίωσή του. Δεύτερον, το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα είναι μια νέα διάταξη με δικής της δομή· συνδέει ευθέως την κατά τον κανονισμό 1854/89 έννοια της «βεβαιώσεως» με την κατά τον κανονισμό 1697/79 προθεσμία γνωστοποιήσεως του ποσού των δασμών στον οφειλέτη και δεν μπορεί να νοηθεί ως αφορώσα αποκλειστικώς τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών και Κοινότητας.
71. Συνεπώς, φρονώ ότι στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η επιβαλλόμενη από το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη πρέπει πάντοτε να έπεται της βεβαιώσεώς του.
72. Εν προκειμένω, η συστημένη επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 1995 απευθύνθηκε στον οφειλέτη εντός της τριετούς προθεσμίας σε όλες τις επίμαχες περιπτώσεις των εισαγωγών, πλην όμως δεν είχε προηγηθεί έγκυρη βεβαίωση των οικείων ποσών· η ειδοποίηση πληρωμής της 29ης Σεπτεμβρίου 1995 απεστάλη εντός της τριετούς προθεσμίας σε όλες τις περιπτώσεις των εισαγωγών πλην της πρώτης και, επιπλέον, είχε προηγηθεί έγκυρη βεβαίωση των δασμών, εφόσον οι αρμόδιες αρχές αποδείξουν ότι πράγματι καταχώρισαν τα οικεία ποσά στα λογιστικά βιβλία στις 7 Μαρτίου 1995.
Ερώτημα 3: Έννομες συνέπειες της γνωστοποιήσεως που πραγματοποιείται μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής
73. Το άρθρο 221, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι η γνωστοποίηση στον οφειλέτη δεν είναι δυνατόν, υπό κανονικές συνθήκες (23),να γίνει μετά τη λήξη τριετούς προθεσμίας από την ημερομηνία γενέσεως της τελωνειακής οφειλής, ήτοι, εν προκειμένω, από την ημερομηνία εισαγωγής των οικείων εμπορευμάτων. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να μάθει τις έννομες συνέπειες της πραγματοποιήσεως της επιβαλλόμενης γνωστοποιήσεως μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας, ειδικότερα δε το κατά πόσον η οικεία οφειλή αποσβέννυται ή, απλώς, δεν είναι πλέον δυνατόν να εισπραχθεί.
74. Η πρώτη εισαγωγή πραγματοποιήθηκε στις 9 Απριλίου 1992. Βάσει των απαντήσεων που προτείνω να δοθούν στα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκε έγκυρη γνωστοποίηση εντός τριετίας από την εν λόγω ημερομηνία, μολονότι το πρόβλημα αυτό δεν ανακύπτει στις λοιπές περιπτώσεις, εφόσον οι αρμόδιες αρχές αποδείξουν ότι τα οικεία ποσά των δασμών βεβαιώθηκαν πράγματι στις 7 Μαρτίου 1995. Εντούτοις, σε περίπτωση εφαρμογής του κανονισμού 1697/79, η προβλεπόμενη από τον εν λόγω κανονισμό προθεσμία έχει, εν πάση περιπτώσει, τηρηθεί – βλ. τα ανωτέρω σημεία 57 έως 62.
75. Η Molenbergnatie, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή συμφωνούν ότι η λήξη της τριετούς προθεσμίας δεν συνεπάγεται την απόσβεση της τελωνειακής οφειλής, αλλά τον αποκλεισμό της δυνατότητας εκ των υστέρων εισπράξεώς της. Φρονώ ότι η ανάλυση αυτή είναι ορθή.
76. Όπως επισημαίνει η Βελγική Κυβέρνηση, το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τη συλλογιστική της αποφάσεως SPKR (24) του Δικαστηρίου. Επιπλέον, το Δικαστήριο, με την απόφασή του Conserchimica (25), χαρακτήρισε την αντίστοιχη προθεσμία του κανονισμού 1697/79 ως «κανόνα παραγραφής». Εξάλλου, όπως ορθώς επισήμαναν με τις γραπτές τους παρατηρήσεις οι μετέχοντες στη διαδικασία, τα άρθρα 233 και 234 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα απαριθμούν περιοριστικώς τις περιπτώσεις στις οποίες αποσβέννυται μια τελωνειακή, μεταξύ δε των περιπτώσεων αυτών δεν περιλαμβάνεται η λήξη της προθεσμίας του άρθρου 221, παράγραφος 3.
77. Εντούτοις, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 221, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει επίσης ότι η γνωστοποίηση μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να πραγματοποιείται και μετά τη λήξη της τριετούς προθεσμίας, όταν η αδυναμία των τελωνειακών αρχών να προσδιορίσουν το ακριβές ποσό των νομίμως οφειλομένων δασμών οφείλεται σε ποινικώς κολάσιμη πράξη. Επιπλέον, από το εν λόγω άρθρο, ως έχει σήμερα (26), προκύπτει ότι η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η διαδικασία εκδικάσεως οποιασδήποτε προσφυγής ασκηθείσας κατ’ αποφάσεως των τελωνειακών αρχών. Συνεπώς, η λήξη της τριετούς προθεσμίας δεν εμποδίζει σε όλες τις περιπτώσεις την κίνηση της διαδικασίας εισπράξεως, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η τελωνειακή οφειλή δεν αποσβέννυται για αυτόν τον λόγο.
78. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, σε περίπτωση που το ποσό των οφειλόμενων δασμών δεν γνωστοποιείται στον υπόχρεο εντός της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 221, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, η τελωνειακή οφειλή δεν αποσβέννυται, αλλά δεν είναι πλέον δυνατόν να κινηθεί η διαδικασία εισπράξεώς της, πλην των περιπτώσεων που ορίζει ρητώς η εν λόγω διάταξη.
Ερώτημα 4: Ο τρόπος της γνωστοποιήσεως
79. Με το τέταρτό του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να μάθει κατά πόσον τα κράτη μέλη οφείλουν να προσδιορίσουν την «κατάλληλη διαδικασία» με την οποία το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη και, σε περίπτωση που τα κράτη μέλη δεν υπέχουν παρόμοια υποχρέωση, αν οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο απευθύνεται στον οφειλέτη και από το οποίο προκύπτει το οφειλόμενο ποσό των δασμών συνιστά γνωστοποίηση, ακόμη και αν ουδόλως παραπέμπει στο άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ή ουδόλως αναφέρει ότι πρόκειται για γνωστοποίηση του οφειλόμενου ποσού.
80. Το ερώτημα αυτό ασκεί επιρροή στη διαφορά της κύριας δίκης μόνον εφόσον η γνωστοποίηση πραγματοποιήθηκε εντός της προβλεπόμενης τριετούς προθεσμίας και ήταν, κατά τα λοιπά, έγκυρη.
81. Όπως επισήμανα προηγουμένως (27), στην περίπτωση εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, την οποία προκρίνω εν προκειμένω, η συστημένη επιστολή της 27ης Φεβρουαρίου 1995 απευθύνθηκε στον οφειλέτη εντός τριετίας σε όλες τις περιπτώσεις των εισαγωγών, πλην όμως δεν είχε προηγηθεί έγκυρη βεβαίωση των οικείων ποσών· η ειδοποίηση πληρωμής της 29ης Σεπτεμβρίου 1995 απεστάλη εντός τριετίας σε όλες τις περιπτώσεις των εισαγωγών πλην της πρώτης και είχε προηγηθεί έγκυρη βεβαίωση, εφόσον οι αρμόδιες αρχές αποδείξουν ότι πράγματι καταχώρισαν τα οικεία ποσά στα λογιστικά βιβλία στις 7 Μαρτίου 1995. Εντούτοις, σε περίπτωση εφαρμογής των προηγούμενων κοινοτικών ρυθμίσεων, η κατά την έννοια του κανονισμού 1697/79 «βεβαίωση» πραγματοποιήθηκε εγκύρως πριν από την αποστολή αμφότερων των εγγράφων στον οφειλέτη.
82. Το άρθρο 221, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι το ποσό των δασμών πρέπει να γνωστοποιείται στον οφειλέτη «με την κατάλληλη διαδικασία»· το κείμενο του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89 διαφέρει σημαντικά από την ανωτέρω διάταξη, πλην όμως οι διαφορές αυτές, οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τη γλωσσική απόδοση, δεν είναι ουσιαστικές. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 1697/79 προέβλεπε ότι η διαδικασία εισπράξεως της τελωνειακής οφειλής άρχιζε «με την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο εγγράφου που [ανέφερε] το ποσό των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που [οφείλονταν]».
83. Οι ανωτέρω διατάξεις δεν είναι δυνατό να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προσδιορίσουν συγκεκριμένο τρόπο ή ορισμένη διαδικασία γνωστοποιήσεως. Επιπλέον, ούτε οι ίδιες οι κοινοτικές ρυθμίσεις προσδιορίζουν τον τρόπο ή τη διαδικασία γνωστοποιήσεως.
84. Πάντως, τόσο κατά τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα όσο και κατά τον κανονισμό 1854/89, η διαδικασία πρέπει να είναι «κατάλληλη».
85. Τόσο η Molenbergnatie όσο και η Επιτροπή υποστηρίζουν με πειστικό τρόπο ότι, εν πάση περιπτώσει, προς διασφάλιση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η γνωστοποίηση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο που να παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να επαληθεύσει με σαφήνεια τον χαρακτήρα της, τους λόγους της και τα αποτελέσματά της, καθώς και την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματα αυτά. Πάντως, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, ελλείψει ειδικών διατάξεων προς τούτο, η τήρηση των ανωτέρω προϋποθέσεων αποτελεί πραγματικό ζήτημα, η εκτίμηση του οποίου εμπίπτει στην αρμοδιότητα του οικείου εθνικού δικαστηρίου.
86. Συνεπώς, στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να προσδιορίσουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιείται η γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη για τους σκοπούς του άρθρου 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πλην όμως η εν λόγω γνωστοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο που να παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να επαληθεύσει με σαφήνεια τον χαρακτήρα της, τους λόγους της και τα αποτελέσματά της, ειδικότερα δε όσον αφορά το οφειλόμενο ποσό των δασμών, το γενεσιουργό της τελωνειακής οφειλής γεγονός και την ημερομηνία από την οποία η εν λόγω γνωστοποίηση αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της.
Πρόταση
87. Συνεπώς, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα υποβληθέντα από το Hof van Beroep te Antwerpen προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«(1) Οι διαλαμβανόμενοι στα άρθρα 217 έως 232 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα διαδικαστικοί κανόνες έχουν εφαρμογή για την είσπραξη τελωνειακής οφειλής γεννηθείσας πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994, ενώ οι ουσιαστικοί κανόνες δεν έχουν εφαρμογή σε καταστάσεις διαμορφωθείσες πριν από το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους.
(2) Το άρθρο 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα επιβάλλει να προηγείται η βεβαίωση του ποσού των δασμών της γνωστοποιήσεώς του στον οφειλέτη.
(3) Σε περίπτωση που το οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν γνωστοποιείται στον οφειλέτη εντός της τριετούς προθεσμίας του άρθρου 221, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, η τελωνειακή οφειλή δεν αποσβέννυται, αλλά δεν είναι πλέον δυνατό να κινηθεί η διαδικασία εισπράξεώς της, πλην των περιπτώσεων που ορίζει ρητώς η εν λόγω διάταξη.
(4) Τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να προσδιορίσουν τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιείται η γνωστοποίηση του ποσού των δασμών στον οφειλέτη για τους σκοπούς του άρθρου 221 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Εντούτοις, η εν λόγω γνωστοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο που να παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να επαληθεύσει με σαφήνεια τον χαρακτήρα της, τους λόγους της και τα αποτελέσματά της, ειδικότερα δε όσον αφορά το οφειλόμενο ποσό των δασμών, το γενεσιουργό της τελωνειακής οφειλής γεγονός και την ημερομηνία από την οποία η εν λόγω γνωστοποίηση αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992 L 302, σ. 1).
3 – Η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε από τις νέες παραγράφους 3 και 4, κατόπιν της επελεύσεως των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, με τον κανονισμό (ΕΚ) 2700/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2000, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 2000 L 311, σ. 17).
4 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1697/79 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, περί της «εκ των υστέρων» εισπράξεως εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που δεν κατέστησαν απαιτητοί από τον φορολογούμενο, για εμπορεύματα που διασαφηνίσθηκαν σε τελωνειακό καθεστώς συνεπαγόμενο την υποχρέωση καταβολής τέτοιων δασμών (Ελλ. ειδ. εκδ. 02/007, σ. 254)
5 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1854/89 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1989, για τη βεβαίωση και τους όρους καταβολής των εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών που προκύπτουν από τελωνειακή οφειλή (ΕΕ 1989, L 186, σ. 1)
6 – Συσταθείσα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (Ελλ. ειδ. εκδ. 02/001, σ. 20).
7 – Με μια ελάσσονα διόρθωση προς τα άνω για τον εισαγωγικό δασμό, το ποσό του οποίου ανήλθε σε 712 243 βελγικά φράγκα.
8 – Βλ. ως πρόσφατο παράδειγμα την απόφαση του Δικαστηρίου, της 1ης Ιουλίου 2004, C-361/02 και C-362/02, Τσαπάλος και Διαμαντάκης (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 19, και εκτεθείσα στην εν λόγω σκέψη νομολογία του Δικαστηρίου).
9- Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Salumi (Συλλογή 1981, σκέψεις 6 έως 12) και απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1997, C-261/96, Conserchimica (Συλλογή 1997, σ. Ι-6177, σκέψεις 14 έως 22). Αμφότερες οι αποφάσεις αφορούσαν τον κανονισμό 1697/79.
10- Προαναφερθείσα απόφαση Salumi, σκέψη 11.
11- Όπ.π. σκέψη 12.
12 – Η εν λόγω εναρμόνιση πραγματοποιήθηκε με την οδηγία 79/623/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1979, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων στον τομέα των τελωνειακών οφειλών (Ελλ. ειδ. εκδ. 01/004, σ. 1), η οποία έπρεπε να μεταφερθεί στις εσωτερικές έννομες τάξεις των κρατών μελών πριν από την 1η Ιανουαρίου 1982.
13 – Απόφαση της 13ης Μαρτίου 2003, C-156/00, Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή 2003, σ. I-2527, ιδίως σκέψεις 35, 36 και 62 έως 67).
14 – Άρθρο 220, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και άρθρο 5 του κανονισμού 1854/89.
15 – Άρθρο 221, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 1854/89.
16 – Άρθρο 221, παράγραφος 3, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
17 – Άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1697/79.
18 – Διάταξη του Δικαστηρίου, της 8ης Ιουλίου 2002, C-203/01, Antero (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, βλ. ΕΕ 2002 C 274, σ. 16).
19 – Διάταξη του Δικαστηρίου, της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-30/00, William Hinton & Sons (Συλλογή 2001, σ. I-7511, σκέψεις 45 και 46).
20 – Ορθότερα, από την ημερομηνία της αποδοχής της οικείας τελωνειακής διασαφήσεως (βλ. άρθρο 201, παράγραφος 2, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα).
21 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, C-61/98, De Haan (Συλλογή 1999, σ. I-5003, σκέψη 34).
22 – Απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1998, C-370/96, Covita (Συλλογή 1998, σ. I-7711, σκέψεις 36 και 37).
23- Βλ. σημεία 77 κ.επ. των προτάσεών μου.
24 – Απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2002, C-112/01, SPKR (Συλλογή 2002, σ. I-10655, ιδίως σκέψεις 30 έως 32).
25 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Conserchimica, σκέψη 20.
26 – Βλ. υποσημείωση 3.
27 – Βλ. ανωτέρω σημείο 72.
Full & Egal Universal Law Academy